|

(1912-1991) |
"Ο Νικηφόρος Βρεττάκος
γράφει ο Μιχαήλ Περάνθης, είναι "Ποιητής της ελεύθερης φαντασίας, αφήνεται σε λυρικές ονειροπολήσεις, άλλοτε στους κανόνες της μετρικής και,
συχνότερα, σε ρυθμική διαδοχή στίχων. Ιδιοσυγκρασία ευαίσθητη, φύση συναισθηματική και γνησίως λυρική, τυλίγει τα γραφτά του με μια διάχυση
τρυφερότητας, δινοντάς τους το άπλωμα, το γύρισμα και την ελαστικότητα της φαντασίας του"
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
M
αζεύω τα πεσμένα στάχια να σου στείλω λίγω ψωμί,
μαζεύω με το σπασμένο χέρι μου ό τι έμεινε απ' τον ήλιο
να σου το στείλω να ντυθείς. 'Εμαθα πως κρυώνεις.
Την πράσινή σου φορεσιά να την φορέσεις την Λαμπρή!
Θα τρέξουν μ' άνθη τα παιδιά.Θα βγούν τα περιστέρια,
κ' η μάνα σου με μια ποδιά, πλατιά, γεμάτη αγάπη!
Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δένδρο θέλεις
Μ' ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου!
Μην ξεχαστείς κοιτάζοντας το φως.Τ' ακούς;.. Ναρθείς!
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
Με σπαραγμό κρατώντας τη βαριά καρδιά μου
βρήκα το πατρικό μου σπίτι να κοιτάζει,
μες απ' τις φυλλωσιές, σαν άλλοτε, τη δύση.
-με σπαραγμό κρατώντας τη βαριά καρδιά μου.
Γοργά το νζάκι η μάνα μου τρέχει ν' ανάψει.
Κ' ενώ απ' την πόρτα βλέπω τις γλυκές του λάμψεις,
με σπαραγμό κρατώντας τη βαριά καρδιά μου
δε μπαίνω μέσα. Απέξω κάθομαι και κλαίω...
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
Σου στήνω μια καλύβα, στους αιώνες των αιώνων,
ένα κήπο να περπατάς,ένα ρυάκι να καθρεφτίζεσαι,
μια πλούσια πράσινη φραγή να μην σε βρίσκει ο άνεμος
που βασανίζει τους γυμνούς - στους αιώνες των αιώνων!
Σου στήνω τ' οραμά σου πάνω σ' όλους τους λόφους,
να σου φυσάει το φόρεμα η δύση με δυο τριαντάφυλλα,
να γέρνει ο ήλιος αντίκρυ σου και να μη βασιλεύει,
να κατεβαίνουν τα πουλιά να πίνουνε στις φούχτες σου
των παιδικών ματιών μου το νερό - στους αιώνες των αιώνων!
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
Δε θα ξανάρθω πια κοντά σου
να μην ακούσεις το ποτάμι
που μες στο στήθος μου κυλά.
Αν δεις τον ήλιο να σου γνέφει
τον έσπερο να σε ρωτά,
βάλε τα σπάρτα τα μαλλιά σου
τις μυγδαλιές στην αγκαλιά σου
κι' έβγα νυφούλα στα βουνά
Εβγα νυφούλα στα βουνά.
κι' αν σε ρωτήσουνε τ' αλάφιά,
αν σε ρωτήσουν τα πουλιά,
πες τους: θα βγώ με το φεγγάρι,
με τρεις αγγέλους συντροφιά!
Διπλό γαρύφαλλο στ' αφτί μου,
η μάνα μου και τ' αλογό μου,
ο Ιησούς Χριστός κ' εφτά παιδιά!
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
Δίχως εσέ δεν θάβρισκαν
νερό τα περιστέρια
δίχως εσέ δε θάναβε
το φως ο Θεός στις βρύσες του
Μηλιά σπέρνει στον άνεμο
τ' άνθη της, στην ποδιά σου
φέρνεις νερό απ' τον ουρανό,
φώτα σταχυών κι απάνω σου
φεγγάρι από σπουργίτες.
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
|
Το παιδί με τη φυσαρμόνικα
|
Θα βγω στον κάμπο να μαζέψω τα πεσμένα φύλλα του ήλιου,
να πλάσω τις ακτίδες του -τούτο το καλοκαίρι-,
να πλάσω τις ακτίδες του σε φύλλα για να γράψω
τον ουρανό και το τραγούδι σου, Ελληνόπουλο!
Γιατί το χώμα δε με φτάνει! Δε με φτάνει το αίμα μου!
Γιατί τα δάκρια μου δε φτάνουνε να πλάσω τον πηλό μου!
Τι να το κάνω το σπίτι μου; 'Εξω σε τραγουδάνε!
'Εξω μιλούν για σένανε! Δε μου φτάνει η φωνή μου!
Θα τρέξω εκεί που σ' άκουσα να λες "Όχι" στο θάνατο.
Θα τρέξω εκεί που πήγαινες σφυρίζοντας αντίθετα
στ' αστροπελέκι,αντίθετα στη διαταγή
και στο γλυκό ψωμί της γης! Αντίθετα
στα γαλανά σου μάτια που ήταν για τον έρωτα!
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή
|
Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' ονομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους
και τις πολιτείς μας
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Έχουμε πατρίδα.
'Εχω κρατήσει μέσα μου τη ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε,
κ' έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε
σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο
-έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ' είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος,
κ' έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.
Tο πρώτο σου παιγνίδι: Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι: Εσύ.
'Επαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
'Επαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.
'Επαιξες τους δείκτες του ρολογιού που κατεβαίνουνε
απ' τα μεσάνυχτα.
'Επαιξες τη φωνή της ελπίδας, εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
'Ηταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο
ν' ακούς κάτω απ' τη στέγη σου τ' ανθρώπινα μπουμπουνιτά της Ευρώπης!
'Αναψες κάτω απ' το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο...
Kαρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο, και προχώρησες...
Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ' έπαιξες τον άνθρωπο!
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
| |
Δεν έχω ένα φύλλο απ' τα παλιά πράσινα δέντρα.
Σου γράφω τη λύπη μου σ' αυτό το χαρτί.
τόσο ελαφριά που να στη φέρει ο άνεμος,
τόσο καλή και τρυφερή που να μη παραξενευτεί ο ήλιος,
ευγενική σαν τη σιωπή που περπατεί στο χορτάρι
τη νύχτα, απλή και καθαρή σαν το νεράκι που τρέχει
και δε μαντεύεις πως το γέννησε η χτεσινή καταιγίδα.
Πολλοί σκοτώθηκαν. Πολλοί ζούμε. 'Ολοι μας είμαστε
λαβωμενοι. Είναι βαρύς από τον πόνο μας ο κόσμος.
Mε τη σιωπή της θάλασσας θα λάβεις τη λύπη μου.
Σου στέλνω αυτό το αιώνιο μου Μη με λησμόνει!
Είναι ένα φως διπλωμένο ανάμεσα σ' ένα μικρό συννεφάκι.
Σου στέλνω αυτό το αρνάκι, μια κ' είσαι κοντά στο θεό,
να τ' οδηγήσεις σ' ένα πράσινο κήπο του.
Σου στέλνω αυτό το βρέφος με το τσακισμένο ποδαράκι.
Ανεβασέ το στο παράθυρο με τον αυγερινό,
κοντά στον κόσμο, κοντά στο όνειρο,
κοντά στην καλοσύνη σου,που είναι ζεστή σα μια ανάσα μητέρας,
κοντά στο νζάκι που ονειρεύεσαι με το χέρι στο μέτωπο
την ευτυχεία του πεινασμένου, του στρατιώτη, του άρρωστου.
Βάλτο κοντά στην πράσινη σημαία. Κοντά στο κόκκινο
άλογο. Στη μητέρα σου πλάι, που τριγυρισμένη
απ' του Γενάρι τους σπουργίτες, γνέθει την ελπίδα.
άλτο κοντά στο στεναγμό της φιλίας. Κοντά-κοντά.
Βάλτο να κάτσει, κι άνοιχτου σαν ένα γέλιο το παράθυρο
να ιδεί τον κόσμο.
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
'Εστηνε η 'Ανοιξη την προτομή μου
σε μικρούς λόφους ειρήνης,
έλαμπε καθισμένο στο ραβδί μου ένα πουλί από φως
κ' έβρεχε ιριδισμούς στα πρόβατα το αιώνιο σέλας της αγάπης.
Μες στη σιωπή, το θαλασσί φλοίβησμα του αιματός μου
ανάδινε τον ήχο του αδραχτιού της μητέρας μου,
που ύφαινε στων σταχτιών το πράσινο και το λευκό μαλλί του αυγερινού.
Μικρός Εωσφόρος του φωτός στου Ευρώτα τις ροδοδάφνες,
έπαιρνα δίπλα τα βουνά βρεγμένος από το φεγγάρι
με δυο άσπρους κρίνους στην καρδιά,
μ' εφτά σημαίες στα χείλη,
κι απάνω από των γερακιών τις ατελεύτητες μοναξιές
επόπτευα το σύμπαν, θησαυρίζοντας τοπία
κι αλλοτινά φώτα στη μνήμη μου.
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
Γράμμα στον άνθρωπο της πατρίδας μου
|
...Μην με μαρτυρήσεις!
Και προπαντός να μην του πεις πως μ' εγκατέλειψεν η ελπίδα!
Καθώς κοιτάς τον Ταϋγετο, σημείωσε τα φαράγγια
που πέρασα. Και τις κορφές που πάτησα. Και τα άστρα
που είδα. Πες τους από μένα, πες τους από τα δακρυά μου,
ότι επιμένω ακόμη πως ο κόσμος
είναι όμορφος!
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
| |
Θα φύγω σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό λιθάρι
να στήσω το κρεβάτι μου κοντά στη νερομάνα
του κόσμου που βροντοχτυπούν οι χοντρές φλέβες του ήλιου,
ν' απλώσω εκεί την πίκρα μου, να λυώσει όπως το χιόνι.
Μήν πιάνεσαι απ' τους ώμους μου και στριφογυρίζεις
άνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αυγερινέ μου!
Φέξε το ποροφάραγκο! Βοήθα ν' ανηφορήσω!
Φέρνω ζαλιά στις πλάτες μου τα χέρια των νεκρών!
Στη μια μεριά έχω τα όνειρα, στην άλλη τις ελπίδες!
Κι ανάμεσα στις δυο ζαλιές το ματωμένο στέφανο!
Μη με ρωτάς καλέ μου αϊτέ, μη με ξετάζεις ήλιε μου!
Ρίχτε στο δρόμο συνεφιά να μη γυρίσω πίσω!
Κυττάχτηκα μες στο νερό, έκατσα και λογάριασα,
ζύγιασα το καλό και το κακό του κόσμου. Κι αποφάσισα,
να γίνω το μικρότερο αδερφάκι των πουλιών!
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
| |
Τρία ποιήματα από τη
"Φιλοσοφία των λουλουδιών"
|
ΓΕΝΕΣΗ
Αυτό
το γαρύφαλλο, που κρατώντας το
ανάμεσα στα τρία μου δάχτυλα
το σηκώνω στο φως, μου μίλησε και
παρά τον κοινό νου μου το κατανόησα.
Μι' αλυσίδα από ατέλειωτους γαλαξίες συνεργάστηκαν,
διασταύρωσαν κάτω στη γη φωταψίες
- το σύμπαν ολόκληρο πήρε μέρος στη γέννηση
αυτού του γαρύφαλλου.
Κι' αυτό που ακούω είναι οι φωνές
των μαστόρων του μέσα του.
_________________________
ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ
Αν με βλέπουν να στέκομαι
όρθιος, ακίνητος, μες
στα λουλούδια μου, όπως
αυτή τη στιγμή,
θα νόμιζαν πως τα διδάσκω. Ενώ
είμαι εγώ που ακούω
κι αυτά που μιλούν.
Έχοντάς με στο μέσο
μου διδάσκουν το φως.
___________________________
ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Αναδύθηκε
δάσος ζοφερό
απ' το πνεύμα μας
κι εκάλυψε τον ορίζοντα.
Μόνο ατραποί τρυπώνουν
και χάνονται μέσα στο φόβο.
Μέλλον δεν φαίνεται.
Τρέχουν, χορεύουν ανύποπτα
για ό,τι γίνεται πάνω τους
τα παιδια, ενώ γέρνοντας γύρω
και κάτω απ' τα πόδια τους, (ως
ν' ακούν τη βοή και να βλέπουν
το σύννεφο) σαν ένα απέραντο
υπαίθριο εκκλησίασμα
τα λουλούδια προσεύχονται.
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,
μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος
σαν να' χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν
οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: "Ίτε παίδες Ελλήνων ..."
Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.
Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ' ανέβαιναν
Με τη ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα,
κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ' την άλλη.
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
|
| |
|
Νικηφόρος Βρεττάκος
Από το έργο του «Ο χρόνος και το Ποτάμι» και γράφτηκε το 1957.
| |
|
|
| |
|
|
|
|
|
|