LAND of GODS : Αλφαβητικά οι Λογοτέχνες HOME Google Αβρααμίδου Χριστιάνα Αγαθοπούλου Μαρία Αγγελής Χρήστος Αηδονίδης Χρόνης Αθάνας Γεώργιος Αλεξίου Δημήτρης Αλιθέρσης Γλαύκος Αμπελάς Σταύρος Αναγνωστάκης Μανόλης Αναστασόπουλος Βασίλης Ανδρεόπουλος Γιάννης Ανδρικόπουλος Αλέξανδρος Ανθίας Τεύκρος Αντωνιάδης Ανδρέας Αντωνίου Δ. Ι. Αποστολίδης Ρένος Αρανίτσης Ευγένιος Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης Αυγέρης Μάρκος Αυδίκος Γιάννης Ασημακόπουλος Βασίλης Βάρναλης Κώστας> Βαλαωρίτης Αριστοτέλης Βαλαωρίτης Νάνος Βαρβέρης Γιάννης Βενέζης Ηλίας Βενέτης Θανάσης Βήχος Παναγιώτης Βιζυηνός Γεώργιος Bishop Elizabeth Βλαχογιάννης Γιάννης Βλαβιανός Χάρης Βόμπρας 'Aγγελος Βρεττάκος Νικηφόρος > Βρεττός Σπύρος Λ. Γαβαλάς Γιώργος Γαϊτανάκη Ζαχαρούλα Γαριβάλδη 'Aντρια Γαριβάλδης Ιάκωβος Γελαγώτης Χρυσόστομος > Γεωργουσόπουλος Κώστας Γιαννίση Φοίβη Γιαννούκου Ευαγγελία Γιωτάκης Παναγιώτης > Γκαρσία Μάρκες Γκαμπριέλ > Γκάτσος Νίκος Γκόρπας Θωμάς Γοντικας Αγγελος Γρίβα Ελένη> Γρίβας Στάθης Δαββέτας Νίκος> Δάγλαρης Χρήστος Δανόπουλος Κωστής Δαρσινός Σπύρος Δέλτα Πηνελόπη Δημάκης Χρήστος E. Δημητρακάκη Χρυσούλα Δημουλά Κική Δήμου Νίκος Δημόπουλος Γιάννης Δημόπουλος Νίκος Διονυσόπουλος Κώστας Δουατζής Γιώργος Δουζένης Γιώργος> Δουζένης Διονύσης Δουκάκης Στράτος Δουρίδας Κώστας Δουρίδας Νίκος Δραγούμης Ίων Δροσίνης Γεώργιος Ελύτης Οδυσσέας Ελευθερίου Μάνος Εμπειρίκος Ανδρέας Εφταλιώτης Αργύρης > Ζαλοκώστας Γεώργιος Ζαλώνη Παναγιώτα Ζάμπουρου Στέλλα> Ζαχαροπούλου - Ηλ. Ελένη Ζαχαρόπoυλος Δημήτρης Ζάχος Δημήτρης Ζείρων Ζήσης Χρυσόστομος> Ζολώτας Ξενοφών Ζορμπά Ευτυχία Ηλιάδη Κ. Αμαλία Θανοπούλου Μαρία Θεμελή 'Aννα Θεοδωράκης Μίκης Θεοδοσοπούλου Μ. Θεοτοκάς Γιώργος Θεοφίλου Φαίδων Ιωάννου Γιώργος Ιωαννίδου Σταύρου Ρούλα Ιωαννίδης Τάκης (Παναγιώτης) Καββαδίας Νίκος Καβάφης Κωνσταντίνος Καζαντζάκης Νίκος> Καζαντζίδης Στέλιος > Κακριδής Φάνης Κάλβος Ανδρέας Καλύβας Κώστας Καλούσης Γιάννης > Καλτσάς Θεόδωρος Καραντώνης Γιώργος Καρκαβίτσας Ανδρέας Καραβίτης Βασίλης Καρυωτάκης Κώστας > Καραγάτσης Μ. Καραγιώργος Πάνος > Καραλής Δημήτρης > Καρέλλη Ζωή Κατσαράς Γιάννης Κατσουλάκη Ελένη Κατσούλης Κώστας Καπαρδέλη Ευτυχία Καπορδέλης Δημήτρης Καπορδέλη - Ρέα Κατράκης Πότης Κίπλινγκ Ράντυαρντ Κολοκοτρώνης Θεώδωρος Κομίνης Θ. Αντώνης Κονδυλάκης Ιωάννης Κονταρίνης Διονύσης Κορδώνη Ντίνα Κότσικας Νίκος Κρυστάλλης Κώστας> Κουλ Λάρρυ Κουφοπούλου Θεοδώρα Κουσουνέλος Γιώργος Κουτλή Αντιγόνη Κουτσοχέρας Γιάννης Cummings E.E. Κυμοθόη Νότα Κύρου Κλείτος Κοτζιάς Αλέξανδρος Κωσταβάρας Θανάσης Λάσκαρης Χρήστος Λιαντίνης Δημήτρης Λιάππα Τζένη Λιάσκος Γιάννης Λεκάκης Γιώργος Λειβαδιτάκης Πέτρος Λεϊμονής Διονύσης Λειψάνος Νίκος Λιμπερόπουλος Δημήτρης Λορκα Γκαρθια Φεντερικο Λουντέμης Μενέλαος Λυμπερόπουλος Μιχάλης Λυγίζος Μήτσος Λύτης Νίκος Β. Μαβίλης Λορέντζος Μακρυγιάννης Γιάννης Μαλακάσης Μιλτιάδης Μάνος ΠΟλίν > Μαραγκουδάκη Αγγελική Μαρκόπουλος Θανάσης Μελαχρινός Απόστολος Μελισσάνθη Μέσκος Μάρκος Μεντζίνης Νίκος ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Μόντης Κώστας Μουρόπουλος Δημήτρης Μουστάκης Δημήτρης Μόσχος Αριστείδης Μπαμπινιώτης Γιώργος Μπατσικανής Νίκος Μπέλμπα Ελευθερία Μπίτα Λιλή Bishop Elizabeth Μπίσκα Νάνσυ Μωραΐτη Θανάση Μπραχάλα Π. Βασιλική Μπόρχες Λούις Χόρχε Μποτής Γεώργιος Μπουκάλας Παντελής Μόσκοβου Σπύρος Μυριβήλης Στράτης Μ υ ρ τ ι ώ τ ι σ σ α Νερούντα Πάμπλο Νιάρος Χρήστος Νιάρχος Θανάσης Θ Νικολοπούλου Κωνσταντία Νιρβάνας Παύλος Ντζιαφέρη Μερσίνα Ξανθίδης Παντελής > Ξενόπουλος Γρηγόριος Ξύδης Θεόδωρος Οικονόμου Φίλιππος Ουράνης Κώστας Παγώνης Ανδρέας Παλαμάς Κωστής Παλαμήδης Νίκος Παλληκαρίδης Ευαγόρας Παναγιωσούλης Γαβριήλ > Παναγιωσούλη Κλεοπάτρα > Παναγιωτοπουλος Νικος Παναγοπούλου Μαρία Παντικίδης Λοΐζος Παπαδάκη Αλκυόνη Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος Παπαδόπουλος Χρίστος Παπαθεοδώρου Βασίλης Παπαιωάννου Ζανέτα Παπακωνσταντίνου 'Aσπα Παπανδρέου Νίκος Παπανικολάου Μήτσος Παπατσώνης Τάκης Παυλόπουλος Γιώργης > Παπαστεργίου Δ. Κώστας Παστάκας Σωτήρης Περγιαλίτης Γιάννης Πετρολιάγκης Θωμάς Πρεκατές Αντώνης Πισσαλίδης Γιώργος Πολέμης Ιωάννης Πολίτης Kοσμάς > Πολυδούρη Μαρία Πλατύρραχος Οδυσσέας Πουλιανίτης Κώστας Πρωτοπαπάς Γιώργος Ράλλης Γεώργιος Ρέππας Χρίστος Ρίτσος Γιάννης Ρώτας Βασίλης Σάββας Μηνάς Σαββίδης Θωμάς Σαμαράκης Αντώνης Σαλούτος Θεόδωρος Σαραντάρης Γιώργος Σαραντάκος Νίκος Σαχτούρης Μίλτος Σεφέρης Γιώργος Σιδέρη Αικατερίνη Σιδέρη Μάρω Σιδερίδου Στέλλα Σικελιανός 'Aγγελος Σιούλη Ζωή Σιώτης Ντίνος Σκαρίμπας Γιάννης Σολωμός Διονύσιος Σπάνιας Νίκος Σπηλιόπουλος Τάκης Σπύρου Κρις > Spyropoulos Ted G. Στασινόπουλος Γιώργος Στρατή Γιώτα Συμιγδαλάς Αντώνης Τάτσης Στέλιος Τζιλιάνος Μέκης Τζήκα Ελένη Τρανούλης Παναγιώτης Τρουπής Θεόδωρος Τριάδης Νικόλαος Τσακιρίδης Γεώργιος Τσαρδίκος Χριστίνα Τσιάμης Μήτσιος Τσιάρας Ανδρέας Τσίτσος Ιωάννης Τσιμπούκη Θεοδώρα Τσόγκας Παύλος (Πολ) Φαλάτσι Οριάνα Φασούλας Βάιος Φασούλας Χρήστος Φασούλα Χριστίνα Φεραίος Ρήγας> Φουρουκλάς Λάκης Φραγκούλη Ιουστίνη Φωτίου Παναγιώτης Σ. Χατζής Δημήτρης Χατζηγιαννιού Χρυσούλα > Χατζηκωστής Γ. Χρηστάκη Αννα Χριστιανόπουλος Ντίνος Χυτήρης Τηλέμαχος Ψυχάρης Γιάννης -----------------------------------------------------------
Μακρυγιάννης Γιάννης Μαλακάσης Μιλτιάδης Μάνος ΠΟλίν > Μαραγκουδάκη Αγγελική Μαρκόπουλος Θανάσης Μελαχρινός Απόστολος Μελισσάνθη Μέσκος Μάρκος Μεντζίνης Νίκος ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ Μόντης Κώστας Μουρόπουλος Δημήτρης Μουστάκης Δημήτρης Μόσχος Αριστείδης Μπαμπινιώτης Γιώργος Μπατσικανής Νίκος Μπέλμπα Ελευθερία Μπίτα Λιλή Bishop Elizabeth Μπίσκα Νάνσυ Μωραΐτη Θανάση Μπραχάλα Π. Βασιλική Μπόρχες Λούις Χόρχε Μποτής Γεώργιος Μπουκάλας Παντελής Μόσκοβου Σπύρος Μυριβήλης Στράτης Μ υ ρ τ ι ώ τ ι σ σ α Νερούντα Πάμπλο Νιάρος Χρήστος Νιάρχος Θανάσης Θ Νικολοπούλου Κωνσταντία Νιρβάνας Παύλος Ντζιαφέρη Μερσίνα Ξανθίδης Παντελής > Ξενόπουλος Γρηγόριος Ξύδης Θεόδωρος Οικονόμου Φίλιππος Ουράνης Κώστας Παγώνης Ανδρέας Παλαμάς Κωστής Παλαμήδης Νίκος Παλληκαρίδης Ευαγόρας Παναγιωσούλης Γαβριήλ > Παναγιωσούλη Κλεοπάτρα > Παναγιωτοπουλος Νικος Παναγοπούλου Μαρία Παντικίδης Λοΐζος Παπαδάκη Αλκυόνη Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος Παπαδόπουλος Χρίστος Παπαθεοδώρου Βασίλης Παπαιωάννου Ζανέτα Παπακωνσταντίνου 'Aσπα Παπανδρέου Νίκος Παπανικολάου Μήτσος Παπατσώνης Τάκης Παυλόπουλος Γιώργης > Παπαστεργίου Δ. Κώστας Παστάκας Σωτήρης Περγιαλίτης Γιάννης Πετρολιάγκης Θωμάς Πρεκατές Αντώνης Πισσαλίδης Γιώργος Πολέμης Ιωάννης Πολίτης Kοσμάς > Πολυδούρη Μαρία Πλατύρραχος Οδυσσέας Πουλιανίτης Κώστας Πρωτοπαπάς Γιώργος Ράλλης Γεώργιος Ρέππας Χρίστος Ρίτσος Γιάννης Ρώτας Βασίλης Σάββας Μηνάς Σαββίδης Θωμάς Σαμαράκης Αντώνης Σαλούτος Θεόδωρος Σαραντάρης Γιώργος Σαραντάκος Νίκος Σαχτούρης Μίλτος Σεφέρης Γιώργος Σιδέρη Αικατερίνη Σιδέρη Μάρω Σιδερίδου Στέλλα Σικελιανός 'Aγγελος Σιούλη Ζωή Σιώτης Ντίνος Σκαρίμπας Γιάννης Σολωμός Διονύσιος Σπάνιας Νίκος Σπηλιόπουλος Τάκης Σπύρου Κρις > Spyropoulos Ted G. Στασινόπουλος Γιώργος Στρατή Γιώτα Συμιγδαλάς Αντώνης Τάτσης Στέλιος Τζιλιάνος Μέκης Τζήκα Ελένη Τρανούλης Παναγιώτης Τρουπής Θεόδωρος Τριάδης Νικόλαος Τσακιρίδης Γεώργιος Τσαρδίκος Χριστίνα Τσιάμης Μήτσιος Τσιάρας Ανδρέας Τσίτσος Ιωάννης Τσιμπούκη Θεοδώρα Τσόγκας Παύλος (Πολ) Φαλάτσι Οριάνα Φασούλας Βάιος Φασούλας Χρήστος Φασούλα Χριστίνα Φεραίος Ρήγας> Φουρουκλάς Λάκης Φραγκούλη Ιουστίνη Φωτίου Παναγιώτης Σ. Χατζής Δημήτρης Χατζηγιαννιού Χρυσούλα > Χατζηκωστής Γ. Χρηστάκη Αννα Χριστιανόπουλος Ντίνος Χυτήρης Τηλέμαχος Ψυχάρης Γιάννης -----------------------------------------------------------
Ιστοσελίδες που έχουν βάλει πρόσβαση στη "Χώρα των Θεών"
Αργύρης Εφταλιώτης Πρώτη Αγάπη, Βιογραφικά Πρώτη Αγάπη Πρέπει να ήμουν ως δώδεκα χρονών και πρέπει να ήταν εκείνη ως έντεκα. Δε την έβλεπα μήτε στην εκκλησιά, μήτε στον κλήδωνα, μήτε στη βρύση, μήτε στο παράθυρι. Η μάνα της κι η μάνα μου δεν είχανε πολλές φιλίες. Εκεί που την έβλεπα δεν είμαστε οι δυό μοναχοί. Είμαστε οχτώ-δέκα αγόρια της προκοπής, αποφασισμένα να μάθουμε τι θα πει παρέμφατο και να φέρουμε τον πολιτισμό στο χωριό. Και πέντ-έξι κορίτσια, που ερχόντανε δυό ώρες τη μέρα και κάθιζαν από το άλλο πλάγι του γέρου δάσκαλου και τεχνολογούσανε με μια χάρη, που σ' έκαναν, ήθελες δεν ήθελες, να την αγαπάς τη γραμματική. Tη χάρη φυσικά την είχανε, γιατί ήταν όλες μικρούλες, όχι πως ήτανε κι όμορφες όλες. Για το δικό μου το γούστο, όμορφη ήτανε μια μοναχή κι αυτή ήταν η ...αγαπητικιά μου! Τι λόγο ξεστόμισα! Από που κι ως που αγαπητικιά! Μήτε λέξη δεν της είπα ποτές. Μήτε με το δαχτυλάκι μου δεν τ' άγγιξα τ' αφράτο το χέρι της. Μήτ' η αναπνοή μου δεν μπορούσε να πάει κοντά της και να τη χαϊδέψει. Το μόνο που πηδούσε κάποτες από τα χείλη μου στα χειλάκια της ήτανε το ρήμα 'λείπω', σαν το κλίναμε ο καθένας απ' ένα χρόνο με τη σειρά και ταίριαζε να είμαι εγώ στερνός στη δική μας τη σειρά κι εκείνη πρώτη στων κοριτσιών. 'Ελελείμεθα, ελέλειφθε' πήγαινε να πει και σκόνταβε και χαμογελούσε και τότες πια εγώ, που περίμενα μέρες και μέρες αφορμή να της δώσω ένα, ας είναι και συμμαζεμένο, χαμόγελο, έλαμπα ολοπρόσωπος καθώς την κοίταζα, χωρίς φόβο να μη το νιώσει ο δάσκαλος το τρομερό μυστικό μας. Έπεφταν τότες τα μάτια της στο βιβλίο απάνω, κοκκινίζανε τα δυό μάγουλά της κι άρχιζε το πλαγινό κορίτσι τον άλλο χρόνο. Μάτια και πάλι μάτια! Δίχως εσάς, μήτε πρώτη, μήτε στερνή αγάπη δε θα είχαμε! Οι ματιές μου σαν έμπαινε στην παράδοση, οι ματιές της σαν έβγαινε να πάει σπίτι, αυτές ήταν οι όρκοι μας, τα τραγούδια μας, τα φιλιά μας, αυτές ήτανε και τα ραβασάκια μας. Με το καιρό και χωρίς ν' αλλάξουμε αναμεταξύ μας μιά λέξη, την κάμαμ' επιστήμη τη τέχνη αυτή των ματιών. Ήτανε λογής-λογής οι ματιές της. Η ματιά της αδιαφορίας, που μου την έσκιζε τη καρδιά, του θυμού, που μ' έκαιγε σαν τ' άστροπελέκι. Η άπιστη η ματιά σε κανέναν άλλο, που μ' έλιωνε σαν το κερί και μ' αφάνιζε. Ύστερα πάλι η ήρεμη και γλυκιά ματιά της αγάπης, που ξανάβαζε τη ψυχή μου στο τόπο της και σύχαζα. Οι δικιές μου οι ματιές, όσο πολυσήμαντες κι αν ήτανε κι αυτές, δεν είχαν όμως τέτοιες τρομερές αλλαγές. Η ίδια η αφοσίωση, ο ίδιος ο καημός, το ίδιο βάσανο, πάντα. Τρεις μήνες πρέπει να πέρασαν έτσι. Ξυπνούσ' από το πρώτο το λάλημα και την ώρα δεν έβλεπα να πάω σκολειό. Η μάνα μου με καμάρωνε και μ' έβλεπε από τώρα Δεσπότη. Ήμουνε πρώτος-πρώτος στο σκολειό πάντα κι ωστόσο δε το κατάφερα να τη βρω μοναχή μια φορά, μήτε πηγαινάμενη, μήτε φτασμένη. Αυτό ήταν η λαχτάρα μου τώρα, αυτό ήτανε τ' όνειρό μου. Να τη δω μοναχή, ας είναι και μια στιγμή. Να της πω μιά και καλή πως πεθαίνω, πως έσβησα, άλλη σωτεριά δεν έχ' η ζωή μου παρά τη παντοτινή της αγάπη. Τα 'λεγα ολ' αυτά με τις φλογερές τις ματιές μου, μα η αχόρταγη η καρδιά γύρευε λόγια. Αυτή δεν ήξερε τι θα πει μέτρο και γνώση, αυτή όλο μου φώναζε: "Μπρος! Έχει κι άλλες απόλαψες η αγάπη!" Μα πως να της δώσω να καταλάβει, πως θέλω να της μιλήσω! Εδώ οι ματιές δε σώνουν. Εδώ χρειάζεται ραβασάκι. Χίλιες φορές το 'γραψα και το ξανάγραψα. Το 'παιρνα μαζί μου αποφασισμένος να μη ντραπώ, να μη φοβηθώ μήτε δάσκαλο, μήτε πρωτόσκολο, μόνο να της δώσω κρυφά το χαρτάκι σ' ένα βιβλίο, καλαμάρι, ό,τι τύχει. Ήρχουνταν η ώρα και κόβουνταν η καρδιά μου! Δεν αποκοτούσα! Κι έπαιρνα μαζί μου το χαρτί βγαίνοντας και το 'κανα κομμάτια και καταριόμουνε την ώρα που γεννήθηκα τέτοιος ανωφέλητος φοβητσιάρης. Ήταν ότι άρχιζε καλοκαίρι σα σηκώθηκα ένα πρωΐ και πήγα μπροστά στη Παναγιά και το 'καμα όρκο, πως υα της δώσω εκείνη τη μέρα το ραβασάκι κι α δε της το δώσω, να πέσει φωτιά να με κάψει. Πήγα σκολειό πρώτος πάλι. Έρχουνται όλα τ' αγόρια, όλα τα κορίτσια. Μαυρίζουνε τα μάτια μου να κοιτάζω τη πόρτα, του κάκου! Η μικρή μου δε φαίνεται! Διαβάζει ο δάσκαλος τον κατάλογο, έρχεται στην Αργυρώ... σιωπή. -"Που είναι η Αργυρώ;" ρωτά ο δάσκαλος μια συντρόφισσά της. Η μάνα της αρρώστησε κι έμεινε σπίτι. Βαριά καρδιά που την έπαιρνα μαζί μου γυρίζοντας σπίτι το μεσημέρι εκείνο! Τι να κάμω, που να πάω, να βραδιάσει γλήγορα και να ξημερώσει! Ξημερώνει, ξαναπηγαίνω σκολειό... τα ίδια! Περνά μιά βδομάδα, δυό βδομάδες... ένας μήνας ήτανε περασμένος σαν είπε μια μέρα ένα κορίτσι του δασκάλου, πως πέθανε η μάνα της Αργυρώς και πως δε θα ξανάρθει πιά σκολειό η μικρή. Πρέπει να 'μουν ως εικοσιπέντε χρονών τότε που πρωτογύρισα από τη ξενιτιά να δω τους δικούς μου. Ήρθαν όλοι οι παλιοί οι φίλοι κι όλες οι παλιές οι φιλενάδες να με δουν. Ήρθε από την άλλη άκρη του χωριού κι η Αργυρώ, παντρεμένη κοπέλα με δυό παιδιά. Της μίλησα και μου μίλησε πρώτη φορά. Της είπα και μου 'πε χίλια πράματα, για τα παιδιά της, την ομορφιά και ξυπνάδα τους, τη χαρά μου που βρίσκω τη γριά μου τόσο καλά. Για όλ' αυτά χύθηκ' ένας ποταμός λόγια και για τη πρώτη μας την αγάπη, την αξέχαστη εκείνη την αγάπη, καθώς τότες, έτσι και τώρα, δεν είπαμε μήτε λέξη! Ο Αργύρης Εφταλιώτης (1849-1923) (ψευδώνυμο του Κλεάνθη Μιχαηλίδη) γεννήθηκε στο Μόλυβο της Λέσβου, γιος του δασκάλου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη. Στη γενέτειρά του πέρασε τα παιδικά και μαθητικά χρόνια του και πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο ιδιωτικό σχολείο του πατέρα του. Το 1866 πέθανε ο πατέρας του και ο δεκαεφτάχρονος τότε Αργύρης ανέλαβε να συνεχίσει τη διδασκαλία των συμμαθητών του ως το τέλος της χρονιάς. Το 1866 ξενιτεύτηκε λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε η οικογένειά του. Εργάστηκε αρχικά στην Πόλη, κοντά στον τραπεζίτη αδερφό της μητέρας του και κατόπιν στο Μάντσεστερ της Αγγλίας, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Αλέξανδρο Πάλλη και τον Δ.Π.Πετροκόκκινο και εντάχτηκε στον πυρήνα του δημοτικιστικού κινήματος. παράλληλα υπήρξε ενεργό μέλος του ελληνικού φιλολογικού συλλόγου Λόγιος Ερμής του Μάντσεστερ, πραγματοποίησε ομιλίες, μελέτησε τους αρχαίους έλληνες κλασικούς, καθώς επίσης άγγλους και γάλλους λογοτέχνες και μπήκε σε λόγιους και λογοτεχνικούς κύκλους. Η εμπορική του σταδιοδρομία στην Αγγλία υπήρξε επιτυχημένη και σύντομα άνοιξε κατάστημα με τη δική του επωνυμία. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 1870-1880 προσλήφθηκε στον εμπορικό οίκο των αδελφών Ράλλη και εγκαταστάθηκε στο Λίβερπουλ. Εκεί παντρεύτηκε την Ελισσάβετ Γκράχαμ. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας ταξίδεψε σε διάφορες πόλεις της Αγγλίας και στη Βομβάη των Ινδιών με έξι ενδιάμεσες επισκέψεις στην Ελλάδα ως το τέλος της ζωής του. Το 1891 επισκέφτηκε το Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Ψυχάρη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του κλονίστηκε η ψυχική υγεία του και αποσύρθηκε στο Cab d' Antibes της Γαλλίας, όπου πέθανε σε ηλικία 74 χρόνων. Η είσοδος του Εφταλιώτη στο χώρο της λογοτεχνίας τοποθετείται χρονικά γύρω στο 1869 με μεταφράσεις ποιημάτων και συγγραφή πρωτοτύπων ποιητικών έργων σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως η Ελληνική Βιβλιοθήκη. Ακολούθησαν μεταφράσεις έργων των Μπάιρον και Μακώλεϋ. Το 1889 με προτροπή του Αλέξανδρου Πάλλη που στάθηκε στενός φίλος και πνευματικός οδηγός του πήρε μέρος στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό με τη συλλογή του Τραγούδια ξενιτευμένου, που τιμήθηκε με έπαινο. Τον επόμενο χρόνο πήρε ξανά μέρος στον ίδιο διαγωνισμό με τις συλλογές Ο καθρέφτης του πύργου μου και Αγάπης λόγια, δε βραβεύτηκε ωστόσο, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση μεταξύ άλλων και του Παλαμά, ο οποίος επαίνεσε το έργο του Εφταλιώτη, απέδωσε την αδικία κατά του ποιητή στο ότι η γλώσσα του ήταν δημοτική και εναντιώθηκε στον τότε εισηγητή της κριτικής επιτροπής του Φιλαδέλφειου Άγγελο Βλάχο. Ο Εφταλιώτης συνέχισε να γράφει ποιήματα, όχι όμως συστηματικά. Από το 1891 στράφηκε συστηματικά προς την πεζογραφία, καλλιεργώντας τη δημοτική γλώσσα και εμμένοντας θεματικά στον πόνο της ξενιτιάς και τη λαχτάρα των ξενιτεμένων για την πατρίδα. Το πιο χαρακτηρηστικό πεζογράφημά του είναι οι Νησιώτικες ιστορίες, που εκδόθηκαν το 1894 και αποτελούν συλλογή ηθογραφικών διηγημάτων που δημοσίευε από το 1889 στην Εστία. Το 1900 εξέδωσε τη Μαζώχτρα και το Βουρκόλακα το μοναδικό θεατρικό έργο του (εμπνευσμένο από το τραγούδι Του νεκρού αδελφού και με στόχο την ανανέωση της νεοελληνικής δραματουργίας με θέματα από τη σύγχρονη ιστορία). Στη Μαζώχτρα ο Εφταλιώτης αποπειράται ένα πέρασμα από την απλή ηθογραφία στην ψυχογραφική διείσδυση. Έγραψε επίσης ένα μυθιστόρημα το Ο Μανόλης ο Ντελμπεντέρης. Παράλληλα από το 1892 ασχολήθηκε με τη διδακτική πεζογραφία και τις ιστορικές μελέτες, εκδίδοντας την Ιστορία της Ρωμιοσύνης (1901) και τα Ιστορικά ξεγυμνώματα (1908). Το 1914 ξεκίνησε να μεταφράζει την Οδύσσεια του Ομήρου, έργο που έμεινε ανολοκλήρωτο λόγω του θανάτου του. Τη συνέχισή του (ραψωδίες φ΄ - ω΄) ανέλαβε ο Νικόλαος Ποριώτης. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αργύρη Εφταλιώτη βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Εφταλιώτης Αργύρης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Θωμαΐδου- Μώρου Μάρθα , «Εφταλιώτης Αργύρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Μερακλής Μ.Γ., «Αργύρης Εφταλιώτης», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.262-265. Αθήνα, Σοκόλης, 1977 και Παγανός Γ.Δ. «Αργύρης Εφταλιώτης», Η παλαιότερη πεζογραφική μας παράδοση · Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Η΄ (1880-1900). Αθήνα, Σοκόλης, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Τα διηγήματα: Στρίγγλα Μάννα, Πάσχα ρωμέικο, Όνειρο στο κύμα Πώς το είχε πάθη, να καταντήση σχεδόν τρελός, κανείς δεν ήξευρεν. 'Aλλοι έλεγαν ότι του είχε προέλθει από έρωτα· άλλοι έλεγαν ότι, όταν υπηρέτει ως κληρούχος εις το πολεμικόν ναυτικόν, ο κυβερνήτης τού πλοίου, διά μικρόν πταίσμα τού είχεν επιβάλη υπερμέτρως σκληράν και βάρβαρον τιμωρίαν· άλλοι έλεγαν ότι η ιδία η μάνα του τον είχε τρελάνη, με τις στριγλιές και με τις βλασφήμιες της. Επήγαινεν ανάμεσα για χταπόδια ή για ψάρια με τις βάρκες. Αν του έδιδαν μερίδιον από την άγραν, το έπαιρνε, αν δεν του έδιδαν, δεν εζήτει. Η μητέρα του έτρεχε με τις φωνές εις τα σπίτια των ψαράδων, κ' εζητούσε διά της βίας το μερίδιον· εφώναζεν ότι αδικούσαν το παιδί της — ο Θεός κ' η γης να τους εύρη! Η γυναίκα του βαρκάρη με όρκους διεμαρτύρετο ότι δεν έβγαλεν ο άνδρας της ψάρια· ούτε γαρίδα! Η μητέρα του Ζάχου δεν τα επίστευεν αυτά, επειδή πολλάκις είχε καή η γούνα της! Αυτή η ιδία τον εβίαζε να πηγαίνη με τις βάρκες· αυτή τον ηνάγκαζε να πάη να σκάψη τ' αμπέλι – γιατί δεν είχε να πληρώση μεροκάματα· αυτή τον υπεχρέωνε να κάμνη όλες τις δουλειές. Εκείνος υπέκυπτεν εις την θέλησίν της την υπερτέραν, ως να ήτον ακόμη παιδίον. Και ήτον ως εικοσιπέντε ετών. Τον περισσότερον καιρόν, όταν δεν είχε δουλειά, ή όταν δεν του είχεν εύρη δουλειά η μητέρα του, τον επερνούσε καθήμενος επάνω εις μίαν πεζούλαν, αντικρύ εις το παραθυράκι της κουζίνας του νέου δημάρχου. Ο νέος δήμαρχος ήτον άγαμος, και είχεν αναλάβη υπό την σκέπην των πτερύγων του την δασκάλισσαν, ως ξένην και απροστάτευτον νέαν, ήτις εκατοικούσεν αντικρύ της οικίας του από τον επάνω δρόμον, παράλληλον της παραθαλασσίας αγοράς, προς την οποίαν έβλεπεν από την άλλην πλευράν η οικία τού δημάρχου. Εκεί, κάτω από τα παράθυρα της νεαράς δασκάλας και αντικρύ της δημαρχικής οικίας, εκάθητο ο Ζάχος μονοτόνως επί ώρας, κ' έπαιζε μονότονους ήχους, σχεδόν άνευ ρυθμού και μέλους με το μπουζούκι του. Εκεί, το δειλινόν θερινής ημέρας, έμελπε το άσμα· Κρέμετ' η καπότα στην αλυγαριά· ντέρτι και μαράζι κι' αναπαραδιά! Με το άσμα τούτο, και αν εζήτει να ελκύση την προσοχήν των νεαρών γειτονισσών, ακριβή συνείδησιν δεν είχε του πράγματος αλλά μάλλον, Σαούλ άμα και Δαυίδ εις τον εαυτόν του, επροσπάθει διά της μουσικής ταύτης να διασκεδάση την ιδίαν τρέλαν του. Πλην τότε, καθώς είχεν αρχίσει να τονίζη το άχαρι άσμα, μόλις παρήρχοντο ολίγα λεπτά, και ηκούετο φοβερά οξεία φωνή από το πέραν μπαλκόνι, από την άκρην της σειράς, πέντε ή εξ σπίτια πάρα-πέρα, προς το δυτικόν μέρος. – Ε! σκασμός! ...έλα γλήγορα!... Η βάρκα καρτερεί... Ο Ζάχος καταρχάς δεν έδιδε προσοχήν, ή μάλλον δεν αντελαμβάνετο ευκρινώς, κ' εξηκολούθει να παίζη το μπουζούκι του. Ήτο δειλινόν, και ήτον γλυκεία δροσίτσα εις το μπογάζι εκείνο του δρομίσκου. Με το άσμα του εβαυκάλιζε τον μεσημβρινόν ύπνον τής δασκάλας, ήτις είχε κάμη εξετάσεις και απήλαυε την άνεσιν των διακοπών, και με το άσμα του, ως με κέλευσμα, συνώδευε τα πλυσίματα των πιάτων, τα σφουγγαρίσματα, και όλα τ' ανεβοκατεβάσματα της Αμέρσας, της θεραπαινίδος του δημάρχου, η οποία ξυπόλυτη, ξεσκούφωτη, ξεκάλτσωτη, έκαμνε τις δουλειές της, και δεν εφαίνετο να δίδη προσοχήν εις το άσμα και εις τον τραγουδιστήν. Κατεδέχετο μόνον να γελά ενίοτε, όταν άλλες γειτόνισσες επείραζαν διά λόγων τον Ζάχον. Αυτή δεν του είχεν αποτείνη ποτέ τον λόγον. – Αχ! Ζάχο μου, Ζάχο! έλεγεν η Ακρίβω η Ανυφαντίνα. «Όποιος θέλη ν' αγαπήση, θέλει να χασομερήση! ...». Κ' εσένα, πού σ' αφήνει να χασομερήσης η προκομμένη η μάνα σου! Δευτέρα φωνή ήρχετο από το πέραν μπαλκόνι. Η Ζωγάρα, η μητέρα του Ζάχου, εξηκολούθει να φωνάζη: – Βρε συ, τίνος το λέω;... Θα τσακιστής από κει γλήγορα ή θα 'ρθω να σου κάμω τα μούτρα σου... μαύρα σαν το μπουζούκι!... Ο Ζάχος εις απάντησιν εγέλα τον γέλωτά του, τον σκαιόν και θλιβερόν. Η φωνή της μητρός του δεν επενήργει επ' αυτού μακρόθεν. Αλλ' η παρουσία της πλησίον ήτον εξόχως επιβάλλουσα. Ήτον Αύγουστος μην, καιρός που λαμβάνουν τα μέτρα τους οι άνθρωποι, όσοι μιμούνται τον μύρμηκα, όχι τον τέττιγα, και θέλουν να ξεχειμωνιάσουν. Η Ζωγάρα είχε διαθέσει ήδη τον υιόν της, τον είχεν ενοικιάσει, τον είχε βάλη εις αγώγι. Μεγάλες βάρκες θα έπλεαν προς ξύλευσιν και μεταφορά καυσόξυλων ανά τας έρημους ακρογιαλιάς, μακράν του λιμένος, κάτω από τους πευκώνας και τους δρυμούς της νήσου. Εις μίαν απ' αυτές τις βάρκες η Ζωγάρα είχε στρατολογήσει τον Ζάχον. Της εχρειάζοντο καυσόξυλα διά τον χειμώνα. Σαν είδεν η Ζωγάρα, ότι ο υιός της είχε κωφεύσει εις τας δύο προσκλήσεις της, επήρε μίαν μακράν στραβολέκαν ή μαγγούραν την οποίαν είχε διά στήριγμα εις τας εκδρομάς της ανά τους αγρούς —χρησιμεύουσαν προσέτι και διά να φθάνη τα σύκα εις τα ξεκλώναρα των δένδρων, των ιδικών της, καθώς και των γειτονικών, όσα ευρισκόμενα παρά το σύνορον εσκίαζον το αμπέλι το ιδικόν της— και κατέβη εις τον δρόμον. Ολίγα βήματα, κ' ευρέθη πλησίον του Ζάχου. – Γκρεμοτσακίσου τώρα, κι' άφσε το μπουζούκι σου! ... Να κάθωνται τρεις νομάτοι να σε καρτερούν εσένα! ... Θα πας για ξύλα, τώρα, είπαμε!... Αυτό δα είνε κοντά στο νου!... Ο Ζάχος, σαν είδε την μητέρα του, είδε και την μαγγούραν, ήκουσε και την φωνήν της πλησίον εκεί, εσηκώθη, επήρε το μπουζούκι του, κ' έφυγε τρέχων. Επήγε στο σπίτι, εφόρεσε τα ρούχα «της φωτιάς», επήρε το ζεμπίλι του και τα εφόδια και τα σύνεργα, αξίνην και κλαδευτήρι κτλ. , τα οποία είχεν έτοιμα η μάνα του, κ' επήγε να της φέρη ξύλα διά να ζεσταίνεται τον χειμώνα. Έλεγαν πως τον είχε τρελάνει η μάνα του!... Αυτό το παιδί τής είχε μείνη μόνον... Δύο άλλοι υιοί της είχον ξενιτευθή εις την Αμερικήν, εις τον Ειρηνικόν Ωκεανόν, εις την Πολυνησίαν... Είχε στείλη γράμματα εις προξένους και εις αρχάς, εις τας αστυνομίας των αμερικανικών πόλεων του Σικάγου και της Φιλαδελφείας... Δύο ή τρεις άλλοι «σουρτούκιδες», υιοί άλλων μητέρων, είχον ανευρεθή άλλοτε με τον τρόπο αυτόν. Αλλ' οι υιοί οι δικοί της δεν ανεκαλύφθησαν πουθενά. «Μήτε γράμμα μήτε απολογία». Ούτε φωνή ούτε ακρόασις. Ο κόσμος έλεγεν, ότι αυτή με την αστοργίαν της τους είχεν αποξενώσει, αυτή τους είχε κάμη να σουρτουκέψουν. Είχε δύο θυγατέρας, και ήτον χήρα, και οι υιοί της την είχαν παραιτήσει, κ' έκλαιε και ωδύρετο, κ' «εψήλωνεν ο νους της»! ...Πώς θα τας υπανδρεύση, πώς θα τας αποκαταστήση! ... Και τας εβλασφήμει, και τας κατηράτο, να μην είχαν ποτέ γεννηθή, να μη σώσουν να πάνε παραπάνω!... Και τας υπάνδρευσε καλά... Τας εστόλισε και τας εστεφάνωσε, την μίαν κατόπιν της άλλης... και τας εσκέπασε και τας εκουκούλωσε με το χώμα... «Πήραν την πλάκα πεθερά», πήραν το μνήμα προίκα, το μαύρο χώμα σύντροφο!... Τα δύο κορίτσια, ως φαίνεται, είχαν γείνη φθισικά, και απέθαναν όπως είχαν γεννηθή η μία δεκαοκτώ μήνας κατόπιν της άλλης... Κ' έτσι η μάνα τους δεν είχε πλέον καϋμόν, πώς θα τας υπάνδρευεν... Έλεγεν ο κόσμος ότι αυτή τας είχε ψωμοφάγη με την γρίνια, με τη στριγλιά της, με τις βλασφημίες και τις κατάρες... Κ' αι δύο κόραι ετάκησαν κ' εμαράνθησαν, κ' εκοιμήθησαν βαθειά εις τον τάφον, και δεν ήτο φόβος πλέον να της ζητήσουν προικιά! ... Κι' αυτή τας εμακάριζε, διότι επήγαν, αθώες, εις τον Παράδεισον. Της είχε μείνη μόνον αυτός ο υιός, ο Ζάχος, τον οποίον αυτή ωνόμαζεν «ο ζουρλός, ο αχαΐρευτος!» Και τον έστελλε διά να κάμνη όλας τας αγγαρείας, και να της φέρη και ξύλα. Α! αυτός ποτέ δεν θα της εζήτει προικιά. Η μόνη προίκα του ήτον αυτό το μπουζούκι, με το οποίον, μελαγχολικός Σαούλ, άχαρις Δαυίδ, διεσκέδαζε την τρέλαν του... Πλεια αυτό το έρμο το μπουζούκι η μάνα του το είχεν «αγκάθι στα μάτια της», κ' εσκέπτετο καμμίαν ημέρα να του το πετάξη, να το σφενδονήση εκεί που, αν ήθελε, ας επήγαινε να το εύρισκε! Επίστευεν ότι αυτό εμπόδιζε τον Ζάχον να είνε προκομμένος, και τον έκαμνε ανίκανον να εκτελή όλας τας αγγαρείας που ήθελεν αυτή. Το είχε κρύψει μίαν φοράν ή δύο. Εδίσταζε να το πετάξη όλως διόλου, ή να το σπάση και να το καταστρέψη... Ίσως να ήτο καλόν διά την Κυριακήν και τας εορτάς· όχι να κάθεται τας καθημερινάς το δειλινόν την ώραν που η Εύα εκρύβη εις τον Παράδεισον σαν εκροτίσθη με τ' αυτιά της – και να τραγουδή την «καπότα στην αλυγαριά» αντικρύ στα παράθυρα τού δημάρχου, διά να γελούν μαζύ του η δασκάλισσα, κ' η Ακρίβω η Ανυφαντίνα, κ' η Αμέρσα, κι' ο ίδιος ο δήμαρχος! Το είχε κρύψει, λοιπόν, (διά να μην το παρακάνη) κάτω εις το κατώγι του σπιτιού, την μία φοράν μέσα εις ένα πιθάρι άδειο, με σπασμένον στόμιον, και το στόμιον το εκάλυψε μ' ένα κόσκινον· την άλλην φορά ανάμεσα εις τα καυσόξυλα, υποκάτω εις τον σοφάν, εις το σκότος και εις την υγρασίαν. Αλλά και την μίαν και την άλλην φορά ο Ζάχος έψαξε, το ηύρε, εγέλασε μέγαν γέλωτα παράφρονος χαράς· το επήρε πάλιν, και της έφυγε, και ήρχισε «να το ρίχνη έξω», και να τραγουδή την «καπότα στην αλυγαριά». Τέλος την ημέρα εκείνην κατώρθωσεν αυτή να τον φέρη εις θεογνωσίαν, και τον εκατάφερε να πάη να της κουβαλήση καυσόξυλα, διά να έχη να ζεσταίνεται τον χειμώνα. Σιμά εις όλα τ' άλλα, ο κόσμος την είχε διά «γρουσούζα» διά «γουρνοπόδαρη». Ήτον απαισία. Άμα επρόκειτο ν' αποπλεύση καμμία βάρκα ή κανένα καΐκι και ο καραβοκύρης ή οι σύντροφοι την συνήντων εις τον δρόμον, εγύριζαν οπίσω και ανέβαλλον την αναχώρησιν. Όταν συνοδία τις ήτον ετοίμη ν' αναχωρήση εις εξοχικήν εκδρομήν, και την εύρισκε καθ' οδόν, έμενε, δεν ανεχώρει. Εάν εξεκίνει τις δι' εμπορικήν ή άλλην επιχείρησιν, αλλοίμονον αν την εύρισκεν εμπρός του! Όταν επρόκειτο περί αρραβώνος ή γάμου, και η πεθερά ή η γυναικαδέλφη την εύρισκε μπροστά της, και αυτή της ηύχετο «ώρες καλές!» ω! οι ώρες εκείνες εγίνοντο κακές ώρες, κ' εσήμαινον ότι δεν ήτον «κεσμέτι» να γείνη το μελετώμενον συνοικέσιον! Όταν μετά δύο ημέρας επέστρεψεν ο Ζάχος από τα ξύλα, αφού τα εξεμβαρκάρισαν, κ' εκουβάλησε κι' αυτός το μερίδιόν του, —η μητέρα του εφρόντισε να είνε παρούσα, καθώς θα έλεγεν η γείτων δασκάλα, εις όλον το ξεμβαρκάρισμα και το μοίρασμα, διά να μην γελάσουν τον Ζάχον και του δώσουν μισό μερδικό— κ' εγέμισε το κατώγι του σπιτιού της μητέρας του, ησθάνθη την ανάγκην τής αναψυχής, και «το έριξε» χειρότερα έξω, αυτός και το μπουζούκι του. Επί τρεις ημέρας, όχι μόνον παρήκουσεν εις τας διαταγάς της μητρός του, αλλ' ούτ' επαρουσιάσθη εις τους οφθαλμούς της. Είχε δραπετεύσει, είχε ξεπέσει εις άλλην γειτόνων, όπου «δεν έφθανεν η χάρη της». Αυτή τον εκυνηγούσε, και δεν ημπορούσε να τον συμμαζώξη, δεν ημπορούσε να τον ανακάλυψη. Ούτε ήλθεν εις την οικίαν διά να κοιμηθή την νύκτα. Εκοιμάτο, αυτή δεν ήξευρε πού, εις μικροκαπηλεία, εις τον Απάνω Μαχαλά, ή εις το ύπαιθρον. Μερικοί εύθυμοι νέοι, οπού έκαμνον θόρυβον εις τις γειτονιές την νύκτα, τον είχαν κάμη «παρέα», και τον έσερναν μαζύ τους, διά να τους παίζη την «καπότα στην αλυγαριά», και άλλα τραγούδια. Επί τρεις ημέρας και δύο νύκτας αυτός συνδιητάτο και συνηγελάζετο μαζύ τους. Εφαίνετο ότι η συντροφιά εκείνη τον έτρεφε με λωτόν, ότι τον επότιζε το ύδωρ της Λήθης κ' εξέχασεν, ο πτωχός, την μητέρα του. Τότε η Ζωγάρα έγεινε σκύλα, έγεινε τούρκα, μετενόησε πικρώς διατί να μην το έχη σπάσει, διατί να μην το έχη κάψει στην εστίαν της μίαν ημέραν χειμερινήν το μπουζούκι τού υιού της, αφού τούτο, ως της εφαίνετο, τον έκαμνε να χάνη τα μυαλά. Εν τω θυμώ της, δεν υπέφερεν αυτή να χολοσκάνη και να βράζη επί πολύ, όπως άλλαι γυναίκες, μέσα της, αλλά προέβη ευθύς εις γενναίαν απόφασιν. Το κατάστημα της τότε νεοϊδρύτου στρατιωτικής αστυνομίας ετύγχανε να είνε γειτονικόν, πλησίον εις την οικίαν της. Ιδούσα δύο νεαρούς χωροφύλακας παρά την θύραν του στρατώνος, επλησίασε και τους λέγει: – Δεν κάνετ' ένα έλεος, παιδιά, έτσι να σας δεχτούν με το καλό οι μανάδες σας — να πάτε να βρήτε κείνον το γυιό μου, τον παλαβό, να του πάρετε κείνο το μπουζούκι απ' τα χέρια του;... – Το μπουζούκι, είπες κυρά; ηρώτησεν ο ένας. – Κείνο το μπουζούκι! ... έτσι να σας χαρούν οι μανάδες σας! ... Γιατί σουρτούκεψε και μουρλάθηκε, κ' έχασε το μυαλό του... και δεν μπορώ να τον μαζώξω! ... όλο απ' αυτό το μπουζούκι... – Καλά κυρά. Οι δύο νεαροί χωροφύλακες μόνον αφορμήν εζήτουν. Το ν' αρπάσουν δύο ένοπλοι εν πράγμα από τας χείρας ενός αόπλου, δύο φρόνιμοι εν μουσικόν όργανον από τας χείρας τρελού, ακινδύνου μάλιστα τρελού, είνε τόσον εύκολον και τόσον διασκεδαστικόν. — Κ' έτσι το βράδυ εκείνο ο Ζάχος ευρέθη χωρίς μπουζούκι... Έχασε το όργανον του ο πτωχός τρελός, ο υποχονδριακός Σαούλ, ο ατερπής Δαυίδ, και τώρα κλαίει, άνευ ρυθμού και μέλους, κλαίει μέσα του την συμφοράν του, την οποίαν πικρώς μισοαισθάνεται. Δεν είχεν υπάγει εις τον Ειρηνικόν Ωκεανόν διά να εύρη τους δύο αδελφούς του, και δεν κατήλθεν υπό την κρύαν πλάκα εις την μαύρην γην, διά να συναντήση τας δύο αδελφάς του. Έμεινε κτήνος άμουσον και άχαρι εις την υπακοήν της μητρός του, διά να της κουβαλή ξύλα, όσον βαστούν οι πλάτες του! Και ως πόσα θα της κουβαλήση ακόμα! Και ως πόσους χειμώνας θα ζεσταίνεται αυτή! Μόνον μίαν ημέραν της είπε με ήθος πολύ ταπεινόν. – Δεν λες, μάνα, της Ακρίβως, να πη της Αμέρσας, να πη της δασκάλας, να πη του δημάρχου, κι ο δήμαρχος να πη του αστυνόμου, κι ο αστυνόμος να διατάξη τους χωροφυλάκους, να μου δώσουν το μπουζούκι μου πίσω! Έβλεπε τάχα, ως τρελός, την ιεραρχικήν άλυσιν, με την οποίαν εφαίνοντο να είνε δεμένοι όλοι οι φρόνιμοι; Και ησθάνετο ότι αυτός δεν ήτο απηλλαγμένος από την περίσφιγξιν της αλύσεως ταύτης; Τίς έμαθεν αν του απέδωκαν ποτέ το άχαρο μπουζούκι, το όργανον της παρηγορίας του; . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Μετά καιρόν εγνώσθη ότι ο εις των δύο νεαρών χωροφυλάκων είχε μετατεθή και έλαβε φύλλον πορείας. Ενώ ούτος έμελλε να επιβιβασθή εις πλοίον διά ν' απέλθη εις την Στερεάν, μεγάλη έρις και λογομαχία ήναψε μεταξύ των δύο ομοσκήνων περί της κατοχής του μπουζουκιού. Ο φεύγων επέμενε να το πάρη μαζύ του, ο μένων ήθελε να το κρατήση. Ο δεύτερος εκράτη την κεφαλήν του οργάνου, ο πρώτος ετράβα την ουράν. Ούτος ήτον λίαν θυμώδης και πείσμων, και σφόδρα εξαφθείς έκραξε: – Το σπάζω καλλίτερα! απ' το παράθυρο το ρίχνω, όχι!... θα το κράτησης εσύ! ... Και αμ' έπος αμ' έργον. Ο νεαρός ούτος χωροφύλαξ ωμοίαζε με τους αιρετικούς, οίτινες, διότι τους εξέφυγεν, επάνω εις την σειράν της διαλεκτικής των, μια κακοδοξία, εννοούν να εμμείνουν μέχρι θανάτου εις αυτήν, διά να μη χάσουν την φήμην ότι είνε αλάνθαστοι. Κατ' αρχάς, μάλλον ημιαστειευόμενος και ημιωργισμένος, εξέφερε την απειλήν ταύτην, είτα, διά να μη φανή ότι ματαίως ηπείλει, ηθέλησε να πραγματοποιήση την απειλήν. Διά σφοδρού κινήματος, απέσπασε το όργανον από τας χείρας του άλλου, χαλαρωθείσας προς στιγμήν από την απορίαν μεθ' ης εκείνος εκύτταζε τον σύντροφόν του, και διά του ανοικτού παραθύρου το εσφενδόνισεν έξω. Κάτωθεν ακριβώς του παραθύρου του πατώματος, ήτο το σιδηρόφρακτον παράθυρον του ισογαίου, το οποίον εχρησίμευεν ως κρατητήριον. Μία προβατίνα βαθύμαλλος, με τα δύο αρνιά της, τα οποία δεν είχαν ανάγκην να δεθούν διά να μη φύγουν, ήτον δεμένη από τα σίδερα του παραθύρου τούτου, οδηγηθείσα εκεί υφ' ενός των αγροφυλάκων ίσως. Το μπουζούκι, καθώς είχεν εκσφενδονισθή, περιεστράφη επί στιγμήν εις τον αέρα, και είτα έπεσεν ακριβώς επάνω εις την πολύμαλλον ράχιν της προβατίνας, ήτις εβέλασε θρηνωδώς. Το όργανον, εταλαντεύθη προς στιγμήν εκεί επάνω, ημβλύνθη η ορμή της πτώσεως του, κ' έπεσεν εις το έδαφος τόσον μαλακά, ώστε δεν έπαθε τίποτε. Την ιδίαν στιγμήν εν δεκαετές παιδίον, ο μικρός Αλέξης της Βάσως, της γειτόνισσας, διήρχετο τρέχον έμπροσθεν τού στρατώνος. Είχε ακούσει την ιστορίαν τού μπουζουκίου και ηγάπα πολύ τον Ζάχον, όστις ήτο και αυτός εν μέγα παιδίον. Καθώς είδε το όργανον να πέση, επλησίασεν, έκυψε, το ήρπασεν, έτρεξε πάραυτα εις την οικίαν της Ζωγάρας, κ' εφώναξε τον Ζάχον: – Να!... έλα πάρε το μπουζούκι σου! Πάσχα ρωμέικο Ο μπαρμπα-Πίπης, ο γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργια, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, συνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως, μετά των φίλων, και ήτο στομύλος και διηγείτο πολλά κι εμειδία προς αυτούς. Οταν εμειδία ο μπαρμπα - Πίπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κι επικλινής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων. Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα, όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται διά την προτίμησιν, την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν «ή εφτάκρατόρισσα της Αούστριας». Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδην, μα δόττο, δοττίσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιερπιέρρο, κε γκραν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράιλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται, οι Αγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter). Είχε γνωρίσει επίσης τον «Σόλωμο» κε ποέτα, του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα: Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη που εκρουβόταν για μας λευτεριά; Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι ανάφτει και σκορπιέται σε κάθε μεριά. Ο μπαρμπα-Πίπης έλειπεν υπέρ τα είκοσι έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κι έκαμεν εργασίας πολλάς. Εστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον «Εκτεση», διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και την τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους. «Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασιόν» - ο απατεώνας δεν έχει λύπηση. Ενίοτε πάλιν εμαλάττετο κι εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνους ατελείας. «Ουδ' η γης αναμάρτητος - άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκκάμπιλε». Και ύστερον, αφού ουδ' η γη είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Οταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκκάμπιλε, αλλά ινφαλλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίση την διαφοράν. Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας ήξευρε, τας ήξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του ήξευρε ρωμέικα». «Ελεγεν: «Αγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις!». Οταν με ηρώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρες υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Αγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις». Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Αγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου... Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188.... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Αθηνών εις Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ακόμη ανατείλει η σελίνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήταν ίσως πτωχός, δε θα είχε 50 λεπτά διά να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κι έκαμνεν οικονομίαν. Αλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ητο ευλαβής, και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Ανάστασιν εις τον Αγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας. Ητο ο μπαρμπα-Πίπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις Πειραιά διά ν' ακούση το Χριστός Ανέστη εις τον ναόν του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέικο κι ευφρανθή η ψυχή του. Και όμως ήτο... δυτικός! Ο μπαρμπα-Πίπης ήτο Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός, Ελλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α`, «είχε μεταλάβει ρωμέικα» όταν εκινδύνευε ν' αποθάνη εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς του έλεγέ τις: «Διατί δε βαπτίζεσαι, μπαρμπα-Πίπη;» η απάντησίς του ήτο, ότι άπαξ εβαπτίσθη, και ότι ευρέθη εκεί. Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης, με τη συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίνων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απομενομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εμβάδα του Ποντίφηκος, τα λοιπά είναι αδιάφορα. Ο μπαρμπα-Πίπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il Santo Spiridion ha fatto cquesto aso), ότε ο Αγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπαρμπα-Πίπης ποτέ δε θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους. Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις τη χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν της μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά τη μεσημβρινήν γωνίαν, κι εκεί εκάθισεν επί των χόρτων, αφού υπέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Εβγαλεν από την τσέπην την σπιρτοθήκην του, ήναψε σιγαρέττον κι εκάπνιζεν ηδονικώς. Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε, ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου. Εκείνην τη στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσα εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον. Ο μπαρμπα-Πίπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε τη χείρα προς τον άγνωστον κι έκραξεν εναγωνιως. - Φίλος! καλός! μη ρίχνης... Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπιισθοδρομήσεως, αλλά δεν επανέφερε το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν, ουδέ κατεβίβασε τη σκανδάλην. - Φίλος και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν. - Τι θέλω; επανέλαβεν ο μπαρμπα-Πίπης. Κάθουμαι και φουμάρω το τσιγάρο μου. - Και δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπον, ρε, για να φουμάρης το τσιγάρο σου! - Και γιατί; επανέλαβεν ο μπαρμπα-Πίπης. Τις σας έβλαψα; - Δεν ξέρω εγώ απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης, εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι άλλα πράματα μέσα. Μόνον κότες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες. Ητο πρόδηλον, ότι είχεν εκλάβει το γηραιόν φίλον μου ως ορνιθόκλοπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίση με την καραβίναν του. Ο μπάρμπα-Πίπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν. - Συ εγελάστηκες, απήντησεν, εγώ κότες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι, εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Ανάσταση στον Αγιο Σπυρίδωνα. Ο χωρικός εκάγχασε. - Στον Περαία; στον Αϊ - Σπυρίδωνα; κι από πού έρχεσαι; - Απ' την Αθήνα. - Απ' την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίες ν' ακούσης Ανάσταση; - Εχει εκκλησίες, μα εγώ το έχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Σπύρος. Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε. - Να φχαριστάς καημένε... Και τότε μόνον κατεβίβασεν τη σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του. - Να φχαριστάς, καημένε, την ημέραν που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν το 'χα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα! Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο ν' απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν. - Κάνεις άδικα και συγχωρεμένος να 'σαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε με ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε... δεν κάνεις καλά να με παίρνης για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κι επήγαινα, σου λέω, στον Πειραιά. - Ελα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε... Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κι έγινεν άφαντος. Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του. Το συμβεβηκός τούτο δεν εμπόδισε τον μπαρμπα-Πίπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνη πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Αγιον Σπυρίδωνα και να κάμη Πάσχα ρωμέικο. Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εφέτος εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα τη συνήθεια να εορτάζω εκτός του Αστεως το Αγιον Πάσχα. ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήμην ωραίος έφηβος, κ' έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ' εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημα μου ανά τους βράχους και τα βουνά. Τον χειμώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν μ' επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόμαζον οι χωρικοί μας, και μ' έμαθε γράμματα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και μέχρι τέλους τον προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν "δάσκαλε". Εις τους χρόνους της Επαναστάσεως ήτον μοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε μίαν Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέμι της Σμύρνης, την εβάπτισε και την ενυμφεύθη. Ευθύς μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, επί Καποδίστρια κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν ου μικράν φήμην, υπό το όνομα "ο Σωτηράκης ο δάσκαλος". Αργότερα αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενθυμήθη την παλαιάν υποχρέωσιν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς μοναχός την φοράν ταύτην, κωλυόμενος να ιερατεύη κ' εγκατεβίωσεν εν μετανοία, εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ότι εσώθη. Αφού έμαθα τα πρώτα γράμματα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου κατετάχθην αμέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς μου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα τριακοντούτης από το Πανεπιστήμιον· εξήλθα δικηγόρος με δίπλωμα προλύτου... Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορμής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου μου, θέσιν οιονεί αυλικού. Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ' εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου. * * * Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ' έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ' ανερχόμενα αποτόμως δια κρημνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο, το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον ιδικόν μου. Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν. Εφαινόμην κ' εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι σγουρά όπως οι θάμνοι κ' αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το ακούραστον φύσημα των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον. Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού μόνον εις τας ημέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ' έκαμνε τρις το σημείον του σταυρού, κ' έλεγεν: "Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε όλ' οι ξένοι κ' οι διαβάτες, και τα πετεινά τ' ουρανού, και να πάρω κ εγώ τον κόπο μου!" Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω, το εθέριζα εν μέρει. Εμιμούμην τους πεινασμένους μαθητάς του Σωτήρος, κ' έβαλλα εις εφαρμογήν τας διατάξεις του Δευτερονομίου χωρίς να τας γνωρίζω. Της πτωχής χήρας ήτον η άμπελος μόνον εις τας ώρας που ήρχετο η ίδια διά να θειαφίση, ν' αργολογήση, να γέμιση ένα καλάθι σταφύλια, ή να τρύγηση αν έμενε τίποτε διά τρύγημα. Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήμα ιδικόν μου. Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους μισθωτούς της δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποιοι επί τη προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου, εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας. Αυτοί πράγματι δεν μου ήθελαν το καλόν μου. Ήσαν τρομεροι ανταγωνισταί δι' εμέ. Το κυρίως κατάμερόν μου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των ελαιώνων και αμπέλων, εγώ όμως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί παραπαίω, ανάμεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις αγρίων θάμνων, χόρτου και χαμοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. Ήμην "παραγυιός", αντί μισθού πέντε δραχμών τον μήνα, τας οποίας ακολούθως μου ηύξησαν εις εξ. Σιμά εις τον μισθόν τούτον, το Μοναστήρι μου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και άφθονα μαύρα ψωμία ή πίττες, καθώς τα ωνόμαζαν οι καλόγηροι. Μόνον διαρκή γείτονα, όταν κατηρχόμην κάτω, εις την άκρην της περιοχής μου, είχα τον κυρ Μόσχον, ένα μικρόν άρχοντα λίαν ιδιότροπον. Ο κυρ Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν, εις ένα ωραίον μικρόν πύργον μαζί με την ανεψιάν του την Μοσχούλαν, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, επειδή ήτον χηρευμένος και άτεκνος. Την είχε προσλάβει πλησίον του, μονογενή, ορφανήν εκ κοιλίας μητρός, και την ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του. Ο κυρ Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και ταξίδια. Έχων εκτεταμένον κτήμα εις την θέσιν εκείνην, έπεισε μερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των, ηγόρασεν ούτως οκτώ η δέκα συνεχόμενα χωράφια, τα περιετείχισεν όλα ομού, και απετέλεσεν εν μέγα διά τον τόπον μας κτήμα, με πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων έκτασιν. Ο περίβολος διά να κτισθή εστοίχισε πολλά, ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το κτήμα· αλλά δεν τον έμελλε δι' αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον δι' εαυτόν και διά την ανεψιάν του. Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον, με δύο πατώματα, εκαθάρισε και περιεμάζευσε τους εσκορπισμένους κρουνούς του νερού, ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν μαγγάνου διά το πότισμα. Διήρεσε το κτήμα εις τέσσαρα μέρη· εις άμπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον με πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους με αιμασιάς ή μποστάνια. Εγκατεστάθη εκεί, κ' έζη διαρκώς εις την εξοχήν, σπανίως κατερχόμενος εις την πολίχνην. Το κτήμα ήτον παρά το χείλος της θαλάσσης, κ' ενώ, ο επάνω τοίχος έφθανεν ως την κορυφήν του μικρού βουνού, ο κάτω τοίχος, με σφοδρόν βορράν πνέοντα, σχεδόν εβρέχετο από το κύμα. * * * Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια κ' εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία μελαχροινή, κ' ενθύμιζε την νύμφην του ?σματος την ηλιοκαυμένην, την οποίαν οι υιοί της μητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ' αμπέλια· "Ιδού εί καλή, η πλησίον μου, ιδού εί καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί...". Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της. Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και μου εφαίνετο να ομοιάζη με την μικρήν στέρφαν αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον τρίχωμα, την οποία εγώ είχα ονομάσει Μοσχούλαν. Το παράθυρον του πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον, ο οποίος ήρχιζε να βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού, οπού ήσαν χαμόκλαδα, ευώδεις θάμνοι, και αργιλλώδης γη τραχειά. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή μου. Έως εκεί κατηρχόμην συχνά, κ' έβοσκα τας αίγας των καλογήρων, των πνευματικών πατέρων μου. Μίαν ημέραν, δεν ηξεύρω πώς, ενώ εμέτρουν καθώς εσυνήθιζα τας αίγας μου (ήσαν όλαι πενηνταέξ κατ εκείνον τον χρόνον· άλλοτε ανεβοκατέβαινεν ο αριθμός των μεταξύ εξήντα και σαρανταπέντε), η Μοσχούλα, η ευνοούμενη μου κατσίκα, είχε μείνει οπίσω, και δεν ευρέθη εις το μέτρημα. Τας εύρισκα όλας 55. Εάν έλειπεν άλλη κατσίκα, δεν θα παρετήρουν αμέσως την ταυτότητα, αλλά μόνον την μονάδα πού έλειπεν· αλλ' η απουσία της Μοσχούλας ήτον επαισθητή. Ετρόμαξα. Τάχα ο αετός μου την επήρε; Εις τα μέρη εκείνα, τα κάπως χαμηλότερα, οι αετοί δεν κατεδέχοντο να μας επισκέπτωνται συχνά. Το μέγα ορμητήριον των ήτον υψηλά προς δυσμάς, εις το κατάλευκον πετρώδες βουνόν, το καλούμενον Αετοφωλιά φερωνύμως. Αλλά δεν μου εφαίνετο όλως παράδοξον ή ανήκουστον πράγμα, ο αετός να κατήλθεν εκτάκτως, τρωθείς από τα κάλλη της Μοσχούλας, της μικράς κατσίκας μου. Εφώναζα ως τρελός: -Μοσχούλα!... πού ειν' η Μοσχούλα; Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσία της Μοσχούλας, της ανεψιάς του κυρ Μόσχου, εκεί σιμά. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον. Ο τοίχος του περιβολιού του κτήματος, και η οικία η ακουμβώσα επάνω εις αυτόν, απείχον περί τα πεντακόσια βήματα από την θέσιν οπού ευρισκόμην εγώ με τας αίγας μου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς μου, η παιδίσκη ανωρθώθη, προέκυψεν εις τον παράθυρον και έκραξε: -Τί έχεις και φωνάζεις; Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω· εν τοσούτω απήντησα: -Φωνάζω εγώ την κατσίκα μου, τη Μοσχούλα!... Με σένα δεν έχω να κάμω. Καθώς ήκουσε την φωνήν μου, έκλεισε το παράθυρον κ' έγινεν άφαντη. Μίαν άλλην ημέραν με είδε πάλιν από το παράθυρον της εις εκείνην την ιδίαν θέσιν. Ήμην πλαγιασμένος εις ένα ίσκιον, άφηνα τας αίγας μου να βοσκούν, κ' εσφύριζα ένα ήχον, εν άσμα του βουνού αιπολικόν. Δεν ηξεύρω πώς της ήλθε να μου φωνάξη: - Έτσι όλο τραγουδείς!;.. Δε σ' άκουσα ποτέ μου να παίζης το σουραύλι!... Βοσκός και να μην έχη σουραύλι, σαν παράξενο μου φαίνεται!... Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή... Την φοράν ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πως της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ήξεύρω ότι μου έστειλε δι' αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ' ένα τάσι γεμάτο πετμέζι. * * * Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε ? καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν' "αρμυρίσουν" εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την "ελιμπίστηκα", κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα. Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις την ράχιν. Δι αυτού είχα κατέλθει, και δι' αυτού έμελλα πάλιν να επιστρέψω εις το βουνόν, την νύκτα εις την στάνην μου. ?φησα εκεί τα γίδια μου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σίγα διά να καθίσουν να ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κ' εκάθισαν ήσυχα. Επτά ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και σα ήκουον μακρόθεν τους κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας. Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ έφθασα κάτω εις την θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν. Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάννα του, διά να καθίση να δειπνήση. Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσων. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον ακρογιαλιάν, κ έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων μέτρων όλον τον αιγιαλόν. Επέταξα αμέσως το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους. Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να έβγω από την θάλασσαν, δεν θα εχόρταινα ποτέ το κολύμβημα, αν δεν είχα την έννοιαν του κοπαδιού μου. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς εμέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν μου διά να καθίσουν ήσυχα, ερίφια ήσαν, δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα μικρά παιδιά. Εφοβούμην μήπως τινά αποσκιρτήσουν και μου φύγουν, και τότε έπρεπε να τρέχω να τα ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά οδηγούμενος μόνον από τον ήχον των κωδωνίσκων των τραγών. Όσον αφορά την Μοσχούλαν, διά να είμαι βέβαιος, ότι δεν θα μου φύγη πάλιν, καθώς μου είχε φύγει την άλλην φοράν, οπότε ο άγνωστος κλέπτης (ω να τον έπιανα) της είχε κλέψει, ο ανόητος, τον επίχρυσον κωδωνίσκον με το κόκκινον περιδέραιον από τον λαιμόν, εφρόντισα να την δέσω μ' ένα σχοινάκι εις την ρίζαν ενός θάμνου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, εις την βάσιν του οποίου είχα αφήσει τα ρούχα μου πριν ριφθώ εις την θάλασσαν. Επήδησα ταχέως έξω, εφόρεσα το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, έκαμα ένα βήμα διά να ανάβω. ?νω της κορυφής του βράχου, του οποίου η βάσις εβρέχετο από την θάλασσαν, θα έλυα την Μοσχούλαν, την μικρήν αίγα μου, και με διακόσια ή περισσότερα βήματα θα επέστρεφα πλησίον εις το κοπάδι μου. Ο μικρός εκείνος ανήφορος, ο ολισθηρός κρημνός ήτο δι' εμέ άθυρμα, όσον ένα σκαλοπάτι μαρμάρινης σκάλας, το οποίον φιλοτιμούνται να πηδήσουν εκ των κάτω προς τα άνω αμιλλώμενα τα παιδιά της γειτονιάς. Την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κυρ Μόσχου, κ' ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορα της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ήλιου, συνήθως ελούετο. -Έκαμα δύο-τρία βήματα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου, καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόμενος από την κορυφήν του βράχου, και είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ' ελούετο... * * * Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ' εκινείτο εδώ κ' εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυμβά. Δια να φύγω έπρεπεν εξ άπαντος να πατήσω επί μιαν στιγμήν ορθός εις την κορυφήν του βράχου, είτα να κύψω όπισθεν θάμνων, να λύσω την αίγα μου, και να γίνω άφαντος κρατών την πνοήν μου, χωρίς τον ελάχιστον κρότον η θρούν. Αλλ' η στιγμή καθ' ην θα διηρχόμην διά της κορυφής του βράχου ήρκει διά να με ίδη η Μοσχούλα. Ήτον αδύνατον, καθώς εκείνη έβλεπε προς το μέρος μου, να φύγω αόρατος. Το ανάστημα μου θα διεγράφετο διά μίαν στιγμήν υψηλόν και δεχόμενον δαψιλώς το φως της σελήνης, επάνω του βράχου. Εκεί η κόρη θα με έβλεπε, καθώς ήταν εστραμμένη προς τα εδώ. Ω! πώς θα εξαφνίζετο. θα ετρόμαζεν ευλόγως, θα εφώναζεν, είτα θα με κατηγόρει διά σκοπούς αθεμίτους, και τοτε αλλοίμονον εις τον μικρόν βοσκόν! Η πρώτη ιδέα μου ήτον να βήξω, να της δώσω αμέσως είδησιν, και να κράξω: "? Βρέθηκα εδώ, χωρίς να ξέρω... Μην τρομάζης!... φεύγω αμέσως, κοπέλα μου!" Πλην, δεν ηξεύρω πώς, υπήρξα σκαιός και άτολμος. Κανείς δεν με είχε διδάξει μαθήματα κοσμιότητος εις τα βουνά μου. Συνεστάλην, κατέβην πάλιν κάτω εις την ρίζαν του βράχου κ' επερίμενα. "Αυτή δεν θ' αργήση, έλεγα μέσα μου· τώρα θα κολυμπήση, θα ντυθή και θα φύγη... θα τραβήξη αυτή το μονοπάτι της, κ εγώ τον κρημνό μου!..." Κ' ενθυμήθην τότε τον Σισώην, και τον πνευματικόν του μοναστηρίου, τον παπα-Γρηγόριον, οίτινες πολλάκις με είχον συμβουλεύσει να φεύγω, πάντοτε, τον γυναικείον πειρασμόν! Εκ της ιδέας του να περιμένω δεν υπήρχεν άλλο μέσον ή προσφυγή, ειμή ν' αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν, με τα ρούχα, όπως ήμην, να κολυμβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά, όλον το προς δυσμάς διάστημα, το από της ακτής όπου ευρισκόμην, εντεύθεν του μέρους όπου ελούετο η νεάνις, μέχρι του κυρίως όρμου και της άμμου, επειδή εις όλον εκείνο το διάστημα, ως ημίσεος μιλίου, η ακρογιαλιά ήτον άβατος, απάτητος, όλη βράχος και κρημνός. Μόνον εις το μέρος όπου ήμην εσχηματίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού, μεταξύ σπηλαίων και βράχων. Θ' άφηνα την Μοσχούλαν μου, την αίγα, εις την τύχην της, δεμένη εκεί επάνω, άνωθεν του βράχου, και άμα έφθανα εις την άμμον με διάβροχα τα ρούχα μου (διότι ήτο ανάγκη να πλεύσω με τα ρούχα), στάζων άλμην και αφρόν, θα εβάδιζα δισχίλια βήματα διά να επιστρέψω από άλλο μονοπάτι πάλιν πλησίον του κοπαδιού μου, θα κατέβαινα τον κρημνόν παρακάτω διά να λύσω την Μοσχούλαν την αίγα μου, οπότε η ανεψιά του κυρ Μόσχου θα είχε φύγει χωρίς ν' αφήση βεβαίως κανέν ίχνος εις τον αιγιαλόν. Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν, θα ήτο μέγας κόπος, αληθής άθλος, θα εχρειάζετο δε και μίαν ώραν και πλέον. Ουδέ θα ήμην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού μου. Δεν υπήρχεν άλλη αίρεσις, ειμή να περιμένω. Θα εκράτουν την αναπνοήν μου. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν μου. ?λλως ήμην εν συνειδήσει αθώος. Εντοσούτω όσον αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεανίδα. Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων... Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον, όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα μ έβλεπε, και θα ημπορούσα ν' αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθεν της. Ούτε η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ' ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου, κ' εντεύθεν του άντρου. Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια. * * * Δεν δύναμαι να είπω αν μου ήλθον πονηροί, και συνάμα παιδικοί ανόητοι λογισμοί, εν είδει ευχών κατάραι. "Να εκινδύνευεν έξαφνα! να έβαζε μιά φωνή! να έβλεπε κανένα ροφόν εις τον πυθμένα, τον οποίον να εκλάβη διά θηρίον, διά σκυλόψαρον, και να εφώναζεν βοήθειαν!..." Είναι αληθές, ότι δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον, το πλέον εις το κύμα. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, αλλοκότως, μου επανήλθε πάλιν η πρώτη ιδέα... Να ριφθώ εις τα κύματα, προς το αντίθετον μέρος, εις τα όπισθεν, να κολυμβήσω όλον εκείνο το διάστημα έως την άμμον, και να φύγω, να φύγω τον πειρασμόν!... Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον... Αίφνης εις τας ανάγκας του πραγματικού κόσμου μ' επανέφερεν η φωνή της κατσίκας μου. Η μικρή Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζη!... Ώ, αυτό δεν το είχα προβλέψει. Ημπορούσα να σιωπώ εγώ, αλλά δυστυχώς δεν ήτον εύκολον να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα μου. Δεν ήξευρα καλά αν υπήρχον πρόχειροι φιμώσεις διά τα θρέμματα, επειδή δεν είχα μάθει ακόμη να κλέπτω ζωντανά πράγματα, καθώς ο άγνωστος εχθρός, ο οποίος της είχε κλέψει τον κωδωνίσκον· αλλά δεν της είχε κόψει και την γλώσσαν διά να μη βελάζη. - Με ράμνον πολύκλαδον εις το στόμα, ή με σπαρτίον περί το ρύγχος, ή όπως άλλως· αλλά και αν το ήξευρα πού να το συλλογισθώ! Έτρεξα τότε παράφορος να σφίγξω το ρύγχος της με την παλάμην, να μη βελάζη... Την στιγμήν εκείνην ελησμόνησα την κόρην την κολυμβώσαν χάριν αυτής ταύτης της κόρης. Δεν εσκέφθην αν ήτον φόβος να με ίδη, και ημιωρθώθην κυρτός πάντοτε, κ επάτησα επί του βράχου, διά να προλάβω και φθάσω πλησίον της κατσίκας. Συγχρόνως μ' εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν έτρεφα προς την πτωχήν αίγα μου. Το σχοινίον με το όποιον την είχα δέσει εις την ρίζαν του θάμνου ήτον πολύ κοντόν. Τάχα μην "εσχοινιάσθη", μην εμπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλος της, μην ήτον κίνδυνος να πνίγη το ταλαίπωρον ζώον; * * * Δεν ηξεύρω αν η κόρη η λουσμένη εις την θάλασσαν ήκουσε την φωνήν της γίδας μου. Αλλά και αν την είχε ακούσει, τί το παράδοξον; Ποίος φόβος ήτον; Το ν' ακούη τις φωνήν ζώου εκει που κολυμβά, αφού δεν απέχει ειμή ολίγας οργυιάς από την ξηράν, δεν είναι τίποτε έκτακτον. Αλλ' όμως, η στιγμή εκείνη, που είχα πατήσει εις την κορυφήν του βράχου, ήρκεσεν. Η νεαρά κόρη, είτε ήκουσεν είτε όχι την φωνήν της κατσίκας -μάλλον φαίνεται ότι την ήκουσε, διότι έστρεψε την κεφαλήν προς το μέρος της ξηράς...- είδε τον μαύρον ίσκιον μου, τον διακαμόν μου, επάνω εις τον βράχον, ανάμεσα εις τους θάμνους, και αφήκε μισοπνιγμένην κραυγήν φόβου... Τότε με κατέλαβε τρόμος, συγκίνησις, λύπη απερίγραπτος. Τα γόνατα μου εκάμφθησαν. Έξαλλος εκ τρόμου, ηδυνήθην ν' αρθρώσω φωνήν, κ' έκραξα: -Μη φοβάσαι!... δεν είναι τίποτε... δεν σου θέλω κακόν! Και εσκεπτόμην λίαν τεταραγμένος αν έπρεπε να ριφθώ εις την θάλασσαν, μάλλον, διά να έλθω είς βοήθειαν της κόρης, ή να τρέξω και να φύγω... Ήρκει η φωνή μου να της έδιδε μεγαλύτερον θάρρος ή όσον η παραμονή μου και το τρέξιμόν μου εις βοήθειαν. Συγχρόνως τότε, κατά συγκυρίαν όχι παράδοξον, καθότι όλοι οι αιγιαλοί και αι θάλασσαι εκείναι εσυχνάζοντο από τους αλιείς, μια βάρκα εφάνη να προβάλλη αντίκρυ, προς το ανατολικομεσημβρινόν μέρος, από τον πέρα κάβον, τον σχηματίζοντα το δεξιόν οιονεί κέρας του κολπίσκου. Εφάνη πλέουσα αργά, ερχομένη προς τα εδώ, με τας κώπας· πλην η εμφάνισις της, αντί να δώση θάρρος εις την κόρην, επέτεινε τον τρόμον της. Αφήκε δεύτερον κραυγήν μεγαλυτέρας αγωνίας. Εν ακαρεί την είδα να βυθίζεται, και να γίνεται άφαντη εις το κύμα. Δεν έπρεπε τότε να διστάσω. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν οργυιάς, από το μέρος όπου ηγωνία η κόρη, εγώ απείχα μόνον πέντε ή εξ οργυιάς. Πάραυτα, όπως ήμην, ερρίφθην είς την θάλασσαν, πηδήσας με την κεφαλήν κάτω, από το ύψος του βράχου. Το βάθος του νερού ήτον υπέρ τα δύο αναστήματα. Έφθασα σχεδόν εις τον πυθμένα, ο οποίος ήτο αμμόστρωτος, ελεύθερος βράχων και πετρών, και δεν ήτο φόβος να κτυπήσω. Πάραυτα ανέδυν και ανήλθον εις τον αφρόν του κύματος. Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιάς από το μέρος του πόντου, όπου εσχηματίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόμενοι εις τον αφρόν της θαλάσσης, οι οποίοι θα ήσαν ως μνήμα υγρόν και ακαριαίον διά την ατυχή παιδίσκην τα μονά ίχνη τα οποία αφήνει ποτέ εις την θάλασσαν αγωνιών ανθρώπινον πλάσμα!... Με τρία στιβαρά πηδήματα και πλευσίματα, εντός ολίγων στιγμών, έφθασα πλησίον της... Είδα το εύμορφον σώμα να παραδέρνη κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθόν του πόντου ή εις τον αφρόν του κύματος, εγγύτερον του θανάτου ή της ζωής· εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου, και ανήλθον. Καθώς την είχα περιβάλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χιλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ!... Εντούτοις δεν παρείχε σημεία ζωής ολοφάνερα... Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα, αυθορμήτως, διά να δυνηθή ν' αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου, και έπλευσα, με την χείρα την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως. Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου· ήθελε την ζωήν της· ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν! Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ' ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο... Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του... * * * Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν ηξεύρω τί γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι. Αλλ' εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος μικρή μου κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι "εσχοινιάσθη"· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την είχα δεμένη, και επνίγη!... Μετρίως ελυπήθην, και την έκαμα θυσίαν προς χάριν της. Κ' εγώ έμαθα γράμματα, εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων, κ' έγινα δικηγόρος... Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς, ήτον επόμενον! Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της λουομένης κόρης, μ έκαμε να μη γίνω κληρικός; Φευ! ακριβώς η ανάμνησις εκείνη έπρεπε να με κάμη να γίνω μοναχός. Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι "αν ήθελαν να με κάνουν καλόγερον, δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι...". Διά την σωτηρίαν της ψυχής μου ήρκουν τα ολίγα εκείνα κολλυβογράμματα, τα όποια αυτός με είχε διδάξει, και μάλιστα ήσαν και πολλά!... Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το όποιον εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποιον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως "σχοίνισμα κληρονομίας" δι' εμέ, όπως η Γραφή λέγει. Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!..." Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851 - 1911) O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1851 και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου του 1911, στη Σκιάθο. Ο πατέρας του, Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ήταν ιερέας. Μεγαλώνοντας σε τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον ήταν φυσικό ο Αλέξανδρος να επηρεαστεί και να συνδεθεί με μια βαθιά ευλάβεια με τον χριστιανισμό και τα εκκλησιαστικά γενικότερα. Παρόλη τη φτώχεια και τη στέρηση που συνόδεψε τα παιδικά του χρόνια ο Παπαδιαμάντης αγαπάει τα γράμματα και καταφέρνει με πολλές δυσκολίες, μετά από πολλές διακοπές να τελειώσει το γυμνάσιο και να γραφτεί στην φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Όμως δεν θα καταφέρει ποτέ να τελειώσει τις σπουδές του. Παραδίδει μαθήματα για να βγάλει τα προς το ζην και παράλληλα μελετάει με πάθος αρχαία ελληνική γραμματεία αλλά και την Ευρωπαϊκή λογοτεχνία της εποχής του. Μαθαίνει μόνος του αγγλικά και γαλλικά. Για να ζήσει κάνει μεταφράσεις, δουλεύει ως διορθωτής σε εκδόσεις και δημοσιεύει κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά. Ταυτόχρονα αρχίζει να εκπληρώνει το όνειρο του να γίνει συγγραφέας και κάνει την είσοδο του στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα " Η μετανάστις " που δημοσιεύεται στον Νεολόγο της Πόλης. Ο κυρ Αλέξανδρος για τους απλούς ανθρώπους που τον γνωρίζουν αλλά και για τους νεους λογοτέχνες της εποχής που τον συναντούν στο στέκι του, το καφενεδάκι της δεξαμενής, εντυπωσιάζει με την πλατιά του μόρφωση αλλά και με τα μυθιστορήματα και διηγήματα του που δημοσιεύει. Εντυπωσιάζει επίσης με την ασκητική μορφή του αλλά και την ασκητική ζωή του. Διάφορα οικογενειακά προβλήματα, η οικονομικές του δυσκολίες αλλά και ο θάνατος του αδερφού του, τον οδηγούν στον αλκοολισμό. Το 1908 αποφασίζει να επιστρέψει στο αγαπημένο του νησί την Σκιάθο για να βρει την ηρεμία και τη γαλήνη που του τόσο πολύ του έλειψαν, έστω στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πεθαίνει μετά από μια σύντομη αρρώστια ενώ λίγες μέρες πριν το ελληνικό κράτος που μέχρι τότε δεν τον είχε βοηθήσει σε τίποτε, τον παρασημοφορεί αναγνωρίζοντας την μεγάλη του πνευματική προσφορά. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Γράφει σε μια ιδιότυπη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα που πιθανόν να χρειάζεται μετάφραση για κάποιον που μιλάει μόνο δημοτική, ενώ τους διαλόγους των απλών ανθρώπων του νησιού του που είναι και οι περισσότεροι ήρωες των διηγημάτων του, τους γράφει στο δημοτική ντοπιολαλιά της Σκιάθου. Παρόλα αυτά τα κείμενα του έχουν τεράστια εκφραστική δύναμη. "Ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων" κατέχει δικαιωματικά μια θέση στο πάνθεον των πιο σημαντικών Ελλήνων λογοτεχνών. Έργα του H Μετανάστις Η Έκπτωτος Ψυχή Oι Έμποροι των Εθνών Η Γυφτοπούλα Το Χριστόψωμο Η Χήρα Παπαδιά H Υπηρέτρια. Η Σταχτομαζώχτρα. Εξοχική Λαμπρή Η Μαυρομαντηλού Ο Φτωχός Άγιος Ο Αμερικάνος και άλλα Στο Χριστό στο Κάστρο Ο Τυφλοσύρτης Βαρδιάνος στα Σπόρκα Της Κοκώνας το σπίτι Η Νοσταλγός Η Γλυκοφιλούσα Πατέρα στο σπίτι Άγια και Πεθαμένα Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη T'αγνάντεμα Tα Δαιμόνια στο ρέμμα Υπό την Βασιλικήν Δρύν Η Φόνισσα Η Φωνή του Δράκου Ο Πεντάρφανος Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου Φορτωμένα Κόκκαλα Το Μοιρολόγι της Φώκιας Τα Δυο Τέρατα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Γεώργιος Βιζυηνός Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου, Βιογραφικά. - Σήμερα πια θα φάγω μια βούκα ψωμί να πάγη στην καρδιά μου! - Είπεν η μήτηρ μου καθεζομένη μεταξύ εμού και του αδελφού μου παρά την λιτήν τράπεζαν, ην ο υπηρέτης είχε παραθέσει εις το δωμάτιόν μας. - Πρώτα κάμε το, και ύστερα πε το, μητέρα. - Απήντησε πειρακτικώς ο αδελφός μου, διότι από τινος πολλάκις μεν ήκουε την καλήν ταύτην πρόθεσιν, ποτέ όμως δεν την έβλεπε πραγματουμένην. Η μήτηρ, συνειθισμένη εις παρομοίας του νεωτέρου της υιού παρατηρήσεις, ουδ’ επρόσεξε καν εις τους λόγους του. Αλλ’ επιστραφείσα προς την όπισθεν αυτής θύραν, ίνα βεβαιωθή ότι είναι κεκλεισμένη, - Και μη μου αφήσετε, είπεν, αυτή την σεισουράδα να ξαναμβή δω μέσα. Ω, χαρά στο μας αλήθεια, σταις τούμπαις και τους σάλτους! Σεισουράδα ήτον ο Γάλλος υπηρέτης του επί τον Βόσπορον ξενοδοχείου, εν ω η μήτηρ μου ήλθε να με συναντήση, μόλις αφικόμενον εκ της Εσπερίας. Το πρωτοφανές διά την επαρχιώτιδα σχήμα του φράκου, αι συνεχείς του καταξυρίστου Γάλλου υποκλίσεις, ενέπνευσαν εις αυτήν ευθύς εξ αρχής ακατάληπτον αντιπάθειαν. Και το χειρότερον ήτο, ότι ο δυστυχής υπηρέτης προσπαθών και καλά να κατακτήση την εύνοιάν της επολλαπλασίαζε τους σάλτους και ταις τούμπαις αυτού, υποκλινόμενος ούτω πιθηκιστικώς, ώστε εκορύφωσε, κατ’ αυτάς έτι τας πρώτας ημέρας, την εναντίον αυτού αγανάκτησιν της μητρός μου, ήτις και τον εβάπτισε με το όνομα της σεισοπυγίδος, διότι, έλεγεν, είχε θηλυκό, τουτέστι καταξύριστον πρόσωπον και δεν ημπορούσε να σταθή στα ξερά του, χωρίς να σκύψη το κεφάλι και να σείση την ουρά του. Μετά τινας ούτω πως εμπαικτικάς παρατηρήσεις και επί του όλου παραστήματος και της ενδυμασίας του ατυχούς Λουή, η μήτηρ μου διέκοψεν ανεπαισθήτως το γεύμα της και, προσηλώσασα τους οφθαλμούς εις το παράθυρον, εβυθίσθη ολίγον κατ’ ολίγον εις σκέψεις, κατά την συνήθειάν της. Ο Βόσπορος εκυλίετο χαριέντως υπό τα βλέμματά μας· πολυάριθμα ισχνοτενή ακάτια διέσχιζον τα κυανά του νερά κατ’ αντιθέτους διευθύνσεις, ως χελιδόνες πετώσαι μετ’ απαραμίλλου ταχύτητος. Η μήτηρ μου τα παρετήρει δι’ απλανών ομμάτων· και μετά μακράν σιωπήν αναστεξάσασα βαθέως, - Διες εσύ! είπε, πως περνούν τα χρόνια, και γυρνούν τα πράγματα! Δεν θα γυρίση το παιδί μου, έλεγα, δεν θα προφθάση να έλθη πίσω, και θ’ αποθάνω, και θα μείνουν τα μάτια μου ανοιχτά, από την λαχτάρα που έχουν να το διούνε! Όλ’ ημερίτσα παραφύλαγα τους δρόμους και ρωτούσα τους διαβάτας. Και όταν εβράδυαζεν, άφην’ ανοιχτή την θύρα έως στα μεσάνυχτα. Μη σφαλείς, Μηχαήλε, μπορεί να έλθ’ ακόμη. Και δεν θέλω να έλθη το παιδί μου και να ’βρη κλειστή την θύρα μου. Φθάνει που είναι τόσα χρόνια έρημο και ξένο, ας μην έρθη και στο χωριό του να του φανή πως δεν έχει κανέναν εις τον κόσμο, που να φυλάγη τον ερχομό του. Σαν επλάγιαζα, σ’ έβλεπα στον ύπνο μου, και μ’ εφαίνετο πως άκουα την φωνή σου, κ’ εσηκονόμουν και άνοιγα την θύρα: ήλθες, παιδί μου; - Ήταν ο αγέρας, που σβυντζίνιζε στον δρόμο. Και έτσι ξημέρονε, και έτσι βράδυαζε. Οχτώ χρονάκια πέρασαν, ψωμί δεν επήγε στην καρδιά μου. Γιατί, δεν θα προφθάση να έλθη το παιδί μου, έλεγα, και θα πεθάνω και θα μείνουν τα μάτια μ’ ανοιχτά! Και διες εσύ! Τώρα που σ’ έχω κοντά μου, τώρα που σε θωρώ, μου φαίνεται σαν να ήταν χθες που διάβηκες και σήμερα που ήλθες. Και οι πίκραις που ήπια, παιδί μου, και οι τρομάραις που ετράβηξα είναι σαν να μην ήτανε ποτέ! Εδώ έκοψε μηχανικώς ολίγον άρτον, ως εάν ήθελε να εξακολουθήση το φαγητόν της· αλλά πριν τον θέση εις το στόμα, ητένισε πάλιν διά του παραθύρου, είδε τον αείρροον Βόσπορον, είδε τα παλινοστούντα σκάφη, και στενάξασα εκ μέσης καρδίας επανέλαβεν αργά και θλιβερά· - Έτσι περνούν τα χρόνια, και γυρνούν τα πράγματα! Απ’ εκεί που εφοβούμουν δεν έπαθα τίποτε· και απ’ εκεί που ήμουν ήσυχη ήλθε το κακό! Επήγες εις την άκρη του κόσμου, παιδί μου, και δεν εχάθηκες, κ’ εγύρισες. Και ο Χρηστάκης μας - πέντε ώραις δρόμον επήγε, κ’ έμεινεν εκεί!... Ε... μόνον οι νεκροί δεν γυρίζουν πίσου!... Ήτανε παραμονή των Φωτών - ξεύρεις πως είναι η καρδιά μου σε τέτοιαις επίσημαις ημέραις. Ενθυμήθηκα τον μακαρίτη τον πατέρα σου, κ’ ενθυμήθηκα, πως μια τέτοια παραμονή, σαν είδες του κόσμου τα παιδιά που κρατούσαν ταις σουρβιαίς και σούρβιζαν τους ανθρώπους μέσ’ στον δρόμο, πήρες και συ μια σκούπα και άρχησες να χτυπάς τον πατέρα σου πα’ στην ράχη και να τον σουρβίζης: “Σούρβα, σούρβα! γερό κορμί, γερό σταυρί, όλο γειά και δύναμι, και του χρόν’ γεροί!” Έτσι μικρό που ήσουνε, ήξευρες τα λόγια. Και το χάρηκεν ο μακαρίτης, και σε πήρε στην αγκαλιά του και σε φίλησε: - Έχε την ευχή μου, και να μου τρανέψης! - Και σ’ έδωκε μια πεντάρα, και μ’ εκούνησε με το δάχτυλο και με είπε. - Αυτό το παιδί, γυναίκα, θα γένη! - Πού το ήξευρε, πως ύστερ’ από τρεις μήνες θε να σ’ άφην’ ορφανό! Και που το ήξευρε, πως οι παραμοναίς των Φωτών θε νάρχουνταν και θα περνούσαν και συ θα κακοπάθιαζες στην ξενητειά κι εγώ θε νάκλαιγα μονάχη! Έτσι κ’ εκείνη την παραμονή. Ο Μιχαήλος που με ήξευρεν, επήγεν από νωρίς εις το βουνό και έφερε μια σουρβιά: Ένα μεγάλο κλωνί γεμάτο σφιχτά και πράσινα μάτια - Μ’ αυτά τα σούρβα, μάνα, θα διούμεν απόψε την τύχη μας. - Σαν ήρθεν ο Χρηστάκης στο σπίτι, εκαθήσαμε στο παραγώνι κ’ εχωρίσαμε την φωτιά σε δυο μεριαίς, και άρχησεν ο Μιχαήλος να βάζη τα σούρβα στην μέση πα’ στην καυτερή την πλάκα, για να διούμε την τύχη μας. Πρώτα πρώτα σ’ ωνομάτισεν εσένα, κ’ έκοψε σούρβο και το έβαλε. Και μόλις τώβαλεν, εβρόντηξε και πήδηξε κι’ εβγήκεν απ’ την στιά. Έχε την ευχή μου, Μιχαήλο! του είπα. Απόψε εύφρανες την καρδιά μου. Σαν είν’ ο Γιωργής μας γερός, είμασθ’ όλοι καλά! Ύστερα μ’ ωνομάτισεν εμένα. Ε! κ’ εγώ, πες, καλά πήγα. Ύστερα ωνομάτισε τον Χρηστάκη - και διες εσύ! Το μάτι της σουρβιάς έμεινε πα’ στην πλάκα που τώβαλε, σιγανό και ακίνητο, ώστε που εμαύρισε κ’ εκάπνισε κ’ έγειρεν ολίγο και εκάηκε! - Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! του είπα. Δεν έβαλες καλό σούρβο! Κ’ επήρα την σουρβιάν από το χέρι του κ’ εδιάλεξα το πιο καλό το μάτι και άνοιξα καινούριο τόπο στην φωτιά και το έβαλα... Εκάπνισεν ολίγο, εμαύρισεν, ετανίσθη κ’ έμεινε στον τόπο! Τότ’ εγέλασεν ο Χρηστάκης δυνατά κ’ επήρεν ένα δαυλί και ανεκάτωσε τα κάρβουνα και είπε: - Εγώ, μητέρα, είμαι βασταγερός άνθρωπος, το ξέρεις. Έτσι εύκολα εύκολα δεν πηδώ να φύγω μέσ’ από λίγη ζέστη σαν και λόγου σας. Αν θέλης να ιδής την τύχη μου, φέρ’ εδώ! - Και πήρε το κλωνί από το χέρι μου και το έβαλε μέσ’ στην φωτιά. Κ’ επυρώθηκαν τα σούρβα και ήρχησαν να βροντούν και να πηδούνε... Τώρα, λέγε μου εσύ ό,τι θέλεις. Σούρβα είναι σούρβα, το ξέρω. Και την τύχη την βλέπουν για την συνήθεια, όχι για την αλήθεια, κι’ αυτό σωστό. Μα όταν θυμηθώ τους κούφιους εκείνους κρότους και ταις μακρυναίς τουφεκιαίς που ύστερ’ από λίγαις ημέραις άρχησαν ν’ ακούγωνται τριγύρω στα χωριά, μου ξεσηκόνετ’ η καρδιά μου, και δεν μπορώ να ησυχάσω. Το πράγμα ήταν καθαρό και ξάστερο, μα μεις δεν το ψηφήσαμε, μόνο το πήραμ’ ελαφρυά κ’ εγελάσαμεν. Εκεί πάνου στα γέλοια άνοιξεν η θύρα κ’ εμβήκεν ο Χαραλαμπής του Μητάκου. Τον ξεύρεις. Ήταν συνομήλικος του Χρηστάκη και τον έμοιαζε πολύ στο ανάστημα και ταις πλάταις. Όσον ήτο μικρός ήρχετο συχνά στο σπίτι μας· μα σαν εμεγάλωσε κ’ επήρεν άσχημο δρόμο, δεν ημπορούσα να τον βλέπω μπροστά μου. Γιατί πολλαίς φοραίς έκαμνε το κακό, και τον έπαιρναν για τον Χρηστάκη. Τόσο πολύ τον έμοιαζε· και σαν συντεχνίταις όπου ήτανε φορούσαν και τα ίδια τα ρούχα. Γι’ αυτό τον έβαλα μιαν ημέρα μπροστά. Από τότε δεν εξαναπάτησε στο κατώφλοιό μας· κ’ εκείνη την βραδειά ήλθε. - Καλησπέρα, κυρά! Καλό στα κάμνετε! - Καλό στον Λαμπή. Αν με φέρνης κάνα γράμμα, κάτσε να σε κεράσω. - Όχι, κυρά, εγώ την παραίτησα πια την πόστα. Και ήρθα ίσα ίσα να ξαναπώ του Χρηστάκη να μην αφήση να την πάρη κανένας άλλος. Εκεί, σαν να μ’ εταράχθηκεν η καρδιά μου! - Και γιατί, Λαμπή; - Γιατ’ είναι καλή δουλειά η πόστα, κυρά, καλή δουλειά! - Και σαν είναι καλή δουλειά η πόστα, γιατί δεν την κρατείς του λόγου σου, που την είχες ως στα τώρα; Θαρρείς του έδωκε κανείς μια μαχαιριά, και άλλαξεν η θωριά του και άρχησε να μασσά τα λόγια του. - Εγώ, κυρά, δυο χρόνια πήγα κ’ έφερα την πόστ’ από το σιδερόδρομο, έκαμ’ αρκετούς παράδες. Τώρα πια ας κάμουν και οι φίλοι. - Άκουσε να σε πω, του είπα τότε, Λαμπή! Εσύ αν έκαμες παράδες, καθώς το λένε - Θεός κ’ η ψυχή σου! Εμείς τέτοιους παράδες δεν τους χρειαζόμασθε. Έπειτα, ξεύρεις· οι καϋμέδες δεν έχουν πλέον πέραση. Και αυτός που κουβαλεί την πόστα δεν μπορεί πλέον ν’ αρχοντήνη με τα υστερήματα, που στέλνει κανένα ορφανό, ξενητεμμένο, μέσ’ στο γράμμα, να μνημονέψουν τον πατέρα του. Όσο για την άλλη τέχνη που σ’ αρχόντηνε, Λαμπή, να ο Θεός και ας σε κρίνη. Εμένα το παιδί μου είναι χριστιανός και τίμιος άνθρωπος, και ξεύρει να βγάλη το ψωμί του με τον ίδρω του προσώπου του. Έτσι του είπα, γιατί το ήξευρα πως ήταν κλέφτης. Και κει που του τάλεγα, παιδί μου, τον έπιασε μια τρεμούλα και άσπρισαν τα χείλια του, και αγρίεψεν η ματιά του, σαν σεληνιασμένος. - Ω, Παναγία μου! τρεις φοραίς άνοιξε το στόμα του να συντύχη, και τρεις φοραίς άκουσα τα δόντια του να κροτιούνται, παιδί μου, μα την φωνήν του δεν την άκουσα! Έτσι εστριφογύριζε το νεκρόχλωμό του πρόσωπο! Και είδα την άπειρή του φρίκη και την ματιά του την τρομαγμένη, που ξέταζε κλεφτάτα κλεφτάτα τα ρούχα, και το δεξί του χέρι, ως ανάμεσα στα δάχτυλα! Ωσάν να ήτανε χρισμένος κάτι τι κι’ εφοβούνταν μην το διούμε. Και ύστερ’ από τον φρικτόν αγώνα - Ω, Παναγία μου! σαν κανείς που ψυχομαχά λαιμοπνιγμένος, παιδί μου, - Μην ακούς τον κόσμο, κυρά! Εγώ είμαι καλός άνθρωπος! είπε, κ’ έκρυψε το πρόσωπο με τα χέρια του, κ’ εβγήκε, και δεν εκαλονύχτισε!... - Θωρείς, μητέρα; Είπε τότε ο Χρηστάκης. Σε τώλεγα και δεν το πίστευες. Εσκότωσεν άνθρωπο, και τον πιάνει το αίμα. Όλος ο κόσμος το λέγει και συ δεν το πιστεύεις. Άμα πης πως ξεύρεις κάτι τι που έκαμεν -ας είναι και για δοκιμή μονάχα- θαρρεί πως του λες για το φονικό. Θαρρεί πως εφάνηκε το αίμα στα χέρια του, για να τον προδώση. - Αφού δεν το είδες με τα μάτια σου, του είπα, τι σε μέλει και τον κακολογάς. Κάθε αρνί κρεμιέται από το ίδιο του ποδάρι. Και αν είναι αλήθεια, έχει Θεό που θα τον κρίνη και ας όψεται. Κάμε μου μόνο την χάρι, και μη ανακατόνεσαι στην υπόθεσι της πόστας: Αυτός χωρίς αιτία βέβαια δεν την παραιτά. - Δεν ακούς που σου το λέγω, μητέρα; Είπε πάλ’ εκείνος. Είναι το αίμα που τον πιάνει! Το αίμα, που έχυσε στον δρόμο του, εστοιχειώθηκε τώρα, και δεν τον αφήνει να περάση. Προχθές αναγκάσθηκε να γυρίσ’ από τα μισόδρομα και ν’ αφήση την πόστα. Ακούεις, είδε κάποιον που τον παραμόνευε: Χωρίς άλλο ήταν το αίμα. Γιατί λέγουν, πως όποιος σκοτώση άνθρωπο και δεν σκεφθή να γλύψη από το μαχαίρι του το αίμα, ή θα στοιχειωθή να τον πνίξη καμμιά μέρα, ή θα τον μαρτυρεύη, ως που να τ’ ομολογήση και να τον κρεμάσουν. - Νάχης την ευχή μου, παιδάκι μου, μη μου ξεσηκόνεις την καρδιά μου περισσότερο. Και, νάχης την ευχή της Παναγίας, μην ανακατόνεις αυτά τα πράγματα! Γιατί σ’ ακούει κανείς από την εξουσία κ’ ευρίσκεις τον μπελά σου! Άφησε και την πόστα και τον ποστιέρη να κουρεύωνται, και βλέπε την δουλειά σου, σαν νοικοκυροπαίδι. Μα κείνος ο μακαρίτης -τον ήξευρες πώς ήτανε- δεν τον εχωρούσεν ο τόπος να καθήση. Τον έμαθα τέχνη και τον άνοιξ’ αργαστήρι, για να πιάση τον τόπο του πατέρα του. Μα, έλα που αγαπούσε να γυρνά μέσα στους δρόμους! - Απ’ εδώ ως στο Λουλεβουργάζι, είπεν, είναι πέντε ώραις δρόμος. Μια φορά κάθε δεκαπέντε θα πάγω και θα έλθω, γιατί ν’ αφήσω να ωφεληθή άλλος; - Όχι, νάχης την ευχή μου! Δεν σ’ αφήνω να πάρης την πόστα! Υποσχέσου μου πως δεν την παίρνεις, γιατί θα με κάμης να χάσω την ησυχία μου! - Ε! καλά, είπε τότε. Δεν την παίρνω. Άφησε να μείνης καναδυό μήνες χωρίς γράμμα, και να διής εσύ πως θα το μετανοιώσης. Αυτό μ’ έγγιξεν εκεί που με πονούσε. Τα γράμματά σου δεν ήρχοντο τακτικά, γιατί τα άνοιγαν στον δρόμο. Και δεν φθάνει, που δεν άφηναν μέσα τίποτε, μόνον ύστερα εντρέπονταν να τα φέρουν ανοιγμένα, και έτσι έμενα εγώ χωρίς ειδήσεις σου, κ’ εκαθόμουν κ’ έκλαια. Μολαταύτα δεν του είπα τίποτε. Τόσον καιρό υπόφερα, ας υποφέρ’ ακόμα. Όταν ήλθεν η ημέρα της πόστας, τον βλέπω κ’ εμβαίνει με τον σάκκο του κονακιού στην αμασχάλη, και με το τουφέκι στον ώμο του. - Τώρα πια, μητέρα, είπε, το κεραστικό δεν θα πηγαίνη σε ξένα χέρια. Αύριο που θα σε φέρω το γράμμα του Γεωργή, θα μου το δώσης εμένα. Ορίστε; - Είχαν περάσει κοντά δώδεκα ημέραις από εκείνη την βραδειά, που του το είχα εμποδίσει. Όπως πάντοτε, έτσι και τότε είχαν ξεχασθή πλέον οι προφητείαις της παραμονής των Φωτών. Μα τον γυιόν του Μητάκου δεν τον ελησμόνησα. Γι’ αυτό άρχησα να τον νειδίζω, πως έκαμε δουλειά του κεφαλιού του. Μα κείνος πού ν’ ακούση! Επήρε την υποχρέωση πάνου του! Υπεσχέθηκε στους προεστούς και στον Καϋμακάμη! Σαν είδα που παν τα λόγια μου χαμένα, τον έδωσα κ’ εγώ το γράμμα σου, και, έχε τον νου σου δα, παιδί μου, του είπα, να μη χάσης το γράμμα του Γεωργή μας! - Θαρρώ πως τόνε βλέπω ακόμα! Έβγαλε το φέσι του, εφίλησε το χέρι μου, κ’ επήγε... Ποιος το ήξευρε να μη τον αφήση!... Την άλλη την ημέρα ήτανε νάρθη ο καινούριος ο Δεσπότης. Οι επίτροποι και οι προεστοί επήγαν από νωρίς εις τον σιδηρόδρομο· οι δάσκαλοι με τα παιδιά του σχολειού αραδιασμένα· οι παπάδες και οι άλλοι χωριανοί εβγήκαν καμμιάν ώρα δρόμο, για να τον προσωπαντήσουν. Ο Μιχαήλος επήγε κ’ εκείνος μαζί τους. Έμεινεν άδειο θαρρείς το χωριό. Η ώρα της πόστας ήλθε, μα δεν ανησύχησα για τον Χρηστάκη: Χωρίς άλλο θα έλθη με τη συνοδεία του Δεσπότη. Ο καιρός ήταν καλός κ’ εγώ εφύλαγα στο παραθύρι. Σαν είδα τον κόσμον από μακρά που επέστρεφε, έσιαξα το φακιόλι μου κ’ εβγήκα ως έξω από το χωριό να φιλήσω κ’ εγώ του Δεσπότη το χέρι. Τα εξαπτέρυγα και οι σημαίαις της εκκλησίας έλαμπαν από μακρυά εις τον ήλιο, και κατόπιν εγυάλιζαν οι σταυροί και τα φελώνια των παππάδων. Πίσω, στο ένα πλάγι, διέκρινα χρυσοσέλωτο το άσπρο άτι, που επήγαν για τον Δεσπότη· μα όσο και αν εκόντευε, Δεσπότης δεν εφαίνετο επάνω του. Βγα! είπα με τον νου μου, και άρχησα να πλησιάζω ανήσυχη και βιαστική. - Φεύγα, κυρά! εφώναξε τότε έν’ από τα παιδιά, που έτρεχαν εμπρός εμπρός με τα γιορτερά τους. Φεύγα πίσω, γιατ’ έρχεται τ’ ασκέρι! Ακούς εκόψαν τον σιδερόδρομο και μας επήραν τον Δεσπότη! Εκεί ετινάχθηκεν η καρδιά μου! Ο πόλεμος ακούετο, μα οι Ρούσσοι ήτανε μακρυά, ξεύρω κ’ εγώ; στα Μπαλκάνια, μας έλεγαν, κι ακόμη παρά πέρα. Και τώρα να κόψουν έξαφνα τον σιδερόδρομο. - Είδες, είπα, και θα πάθη τίποτε το παιδί! και εκόπηκαν τα γόνατά μου κ’ έμεινα στον τόπο. Εκεί επρόφθαξε το πλήθος βιαστικό και τρομαγμένο. Κ’ επρόβαλ’ ο Σταυρός με τα ξαπτέρυγα κ’ επρόβαλ’ ο παππάς με το θυμιατήρι, και πρόβαλαν τέσσαρες νομάτοι μ’ ένα λείψανο στον ώμο, και στο πλάγ’ ο Μιχαήλος ανεμαλιάρης και λουσμένος εις τα δάκρυα... Αχ! παιδί μου! παιδάκι μου!... Ποιος το ήξευρε να τον εμποδίση!- Εδώ η τρέμουσα φωνή της συνεπνίγη υπό των λυγμών και των κλαυθμών της. Ήτον η πρώτη φορά εκείνην την ημέραν. Και επειδή εγνώριζον την φύσιν της δυστυχούς μητρός μου, ούτε εγώ την διέκοψα, ούτε τον αδελφόν μου αφήκα. Η θλίψις υπερεπλημμύρει την φιλόστοργον αυτής καρδίαν, και αν δεν την άφηνεν να εκχειλίση άπαξ και δις και τρις της ημέρας, δεν ηδύνατο να εύρη ανακούφισιν. Το φοβερόν τραύμα είχε πλήξει τον πολυπαθή μας οίκον προ τριών και επέκεινα ετών. Αλλ’ η πρόσφατος έλευσις εμού, όστις δεν είχον ιδή το φρικτόν εκείνο δράμα εκ του πλησίον, ανέξανε τας μόλις ουλωθείσας πληγάς της ταλαίνης. Η εμή παρουσία καθίστα την απώλειαν του μακαρίτου πολύ μάλλον επαισθητοτέραν, διότι, καθώς έλεγεν η μήτηρ μου δικαίως, εφαίνετο πλέον πως η χαρά μας δεν ειμπορούσε να είναι σωστή. Τόσον ολίγους που τους αφήκα τους εδικούς μου, τους εύρισκον ολιγωτέρους. Και ούτε εγώ να τον φιλήσω, ούτε ο πτωχός αδελφός μου ηδύνατο πλέον να ευφρανθή επί τη επανόδω τού τόσον καιρόν προσδοκηθέντος αδελφού του! Και έκλαιε λοιπόν η δύστηνος και διηγείτο την θλιβεράν εκείνην ιστορίαν, ως εάν είχε συμβή αυτήν την προτεραίαν. Και όταν αι πλήμμυραι των δακρύων ανεκούφιζον ολίγον την βαρυπενθή αυτής καρδίαν, νομίζετ’ ελησμόνει την δυστυχίαν της; Πολλού γε και δει. Την θλίψιν διά τον φόνον του αγαπητού μας αδελφού διεδέχετο η αμείλικτος οργή κατά του φονέως. - Καμμιά φορά, μοι έλεγε κατ’ ιδίαν ο αδελφός μου, ενόμιζον πως άρχιζε να ξεχνά τον Χρηστάκη, μα ποτέ δεν την είδα να ξεχάση τον φονιά του. Καθ’ όλον το μεταξύ διάστημα ούτε Δεσπότη, ούτε Καϋμακάμη αφήκεν ήσυχον διά να τη εύρουν τον φονέα του τέκνου της. Κατ’ αρχάς ενομίσθη, ότι εφονεύθη, συντυχών εις την συμπλοκήν κατά την επί του σταθμού του Λουλεβουργάζ έφοδον. Αλλά μετ’ ολίγον επιστώθη, ότι τούτο δεν ήτο δυνατόν. Οι επελθόντες προς παραλαβήν του αρχιερέως εύρον τον σταθμόν τούτον ερημωμένον υπό των επιτοπίων αρχών προ δύο ήδη ημερών, εξ ου χρόνου πάσα συγκοινωνία μετά της πρωτευούσης ήτο διακεκομμένη, τους δε Ρώσσους αμαχητί καταλαβόντας το χωρίον, αλλά μόλις περί τα μέσα της προηγηθείσης εκείνης νυκτός. Τον πτωχόν αδελφόν μου όμως ανεκάλυψαν εν τη ατάκτω αυτών επιστροφή παρά την γέφυραν της λεωφόρου, πολύ μακράν του χωρίου, και νεκρόν πολύ προ της αφίξεως των Ρώσσων. Δεν εφονεύθη λοιπόν τυχαίως, ουδ’ εν συμπλοκή. Αλλ’ ούτ’ επίτηδες ήτο δυνατόν να εφονεύθη υπό στρατιωτών ή ληστών. Διότι ούτε οι μεν θα άφηναν τον νεκρόν ασύλητον, ούτε οι δε ανέπαφον τον ταχυδρομικόν σάκκον. Πάσα δε επίσημος έρευνα κατέληγεν εις το ψηλαφητόν συμπέρασμα ότι ο φόνος εγένετο εξ ενέδρας και ουχί προς σκοπόν ληστεύσεως. Διά τούτο η μήτηρ μου επέμενεν εις την εύρεσιν και τιμωρίαν του φονέως. Ο τρόπος δι’ ου ο πρώην κακής φήμης ταχυδρόμος παρέπεισε τον ανύποπτον νεανίαν να διαδεχθή το επικίνδυνον αυτού έργον, παρείχεν εις τας ερεύνας αυτής τον οδηγητικόν μίτον. - Δεν μπορεί να είναι αλλοιώς, έλεγεν. Ο φονιάς πρέπει να ήταν μανιασμένος μαζί του, και πρέπει να το ήξευρε. Αλλέως δεν μπορούσε να τον παραμονεύση αυτή την πρώτη την ημέρα, που πήρε την πόστα πάνου του. Είναι λοιπόν χωρίς άλλο χωριανός μας, ή κανείς από τα περίχωρα. Όταν επήραν αυτόν, που είχε πρώτα την πόστα, στην φυλακή, είπα πως έκαμεν ο Θεός κρίσι. Μα ύστερ’ από δύο ημέραις τον έβγαλαν, γιατί ευρέθη, πως, όταν έγεινε το φονικό, εκείνος ήταν στο χωριό μας. Ποιος το ξεύρει; Ίσως κ’ εψευτομαρτύρησαν... Μα τώρα, που ήρθες πια και συ, παιδί μου, μην αφήστε τον αδερφό σας ανεκδίκητο. Μη με βλέπεις έτσι και σιωπάς! Αν δεν είχα παιδιά στον κόσμο, θενάκοφτα τα μαλλιά μου, θενάβαζα ανδρίκια ρούχα, και με το τουφέκι στον ώμο θενά κυνηγούσα τα ιχνάρια του φονιά, ως που να κδικήσω τον νεκρό μου. Γιατί διές, παιδί μου, ο φτωχός μας ο Χρηστάκης δεν ευρίσκει ησυχία, μόνο παλεύει μέσ’ στο μνήμα του όσαις φοραίς νοιώθει το φονιά του να πατή τα χώματα. Και τον νοιώθει, παιδί μου! στην άκρη του κόσμου να ευρίσκεται, εκείνος τον νοιώθει, σαν να του πατούσε την καρδιά του! Γι’ αυτό εκδίκησι! πρέπει να γενή εκδίκησι! Ο μη γνωρίσας την αγαθοτάτην ταύτην μητέρα προ του θανάτου του υιού της, θα την εκλάβη ίσως ως γυναίκα τραχέος και σκληρού χαρακτήρος, αφού εγώ αυτός εδυσκολευόμην πλέον να ανεύρω εν αυτή την άπειρον εκείνην φιλανθρωπίαν, ήτις την έκαμνε να φείδηται και να συμπονή και αυτήν την άψυχον φύσιν, και ως εκ της οποίας δεν υπέφερε να ίδη ουδέ μίαν όρνιθα σφαζομένην. Διότι, ναι μεν, εκδίκησιν λέγουσα, ηννόει κυρίως δικαιοσύνην. Αλλά την δικαιοσύνην ταύτην δεν ηννόει άνευ προσωπικής αυτής ικανοποιήσεως προσμετρουμένην μόνον υπό της απαθούς χειρός του νόμου. - Να τον ιδώ κρεμασμένον, έλεγε, να τραβήξω το σχοινί του και ύστερα ας αποθάνω! Τόσον φρικαλέως επιθυμητή εφαίνετο η εκδίκησις εις την φιλοστοργίαν της φυσικής και αμορφώτου γυναικός! Τα ψυχρά της επιστήμης σκέμματα, δι’ ων εδοκίμαζον ενίοτε να καταπραΰνω τας ορμάς της θερμής αυτής καρδίας, εξητμίζοντο πριν φθάσωσι τον σκοπόν αυτών, ως μικραί σταγόνες ύδατος, όταν πίπτωσιν επί σφοδρώς φλεγομένης καμίνου. Ούτω και κατ’ εκείνην την ημέραν. Όταν μετά μακράν διδαχήν περί της θέσεως των ατόμων απέναντι της δημοσίου δικαιοσύνης, τη υπεσχέθην ότι θα κινήσω πάντα λίθον προς εύρεσιν και τιμωρίαν του κακούργου, - Ναι! είπε, μετά τινος αγρίας εντρυφήσεως. Να τον ιδώ κρεμασμένο, να τραβήξω το σχοινί του, και ύστερ’ ας πεθάνω! Αλλ’ αίφνης εκρούσθη η θύρα, και, μετά προφανούς δυσαρεσκείας είδε την καταξύριστον μορφήν του υπηρέτου ευσεβάστως παρακύπτουσαν όπισθεν του θυροφύλλου. - Τι τρέχει, Λουή; τον ηρώτησα εισερχόμενον. - Μία Τούρκισσα, απήντησεν υποκλινόμενος προ της συνωφρυωμένης μητρός μου, μία Τούρκισσα προς επίσκεψιν. - Προς επίσκεψιν ημών; Δεν είναι δυνατόν! Θα έχης λάθος, Λουή, πήγαινε! Δεν γνωρίζομεν καμμίαν Τούρκισσαν. Αλλ’ ενώ τον απέπεμπον ούτω, χάριν της μητρός μου, ηκούσθη ταραχή εν τω διαδρόμω και φωναί ως εριζόντων. Ο Λουής υπεκλήθη εκ νέου όσον οίον τε βαθέως, όπως με πείση, ότι ημείς ήμεθα οι ζητούμενοι. Αλλ’ αίφνης η θύρα ανοίγει μετά φοβερού πατάγου, ωθήσασ’ αυτόν να πέση κατακέφαλα, ενώ μία γραία, σχεδόν απερικάλυπτος Οθωμανίς ερρίπτετο εις τους πόδας της μητρός μου, μετά λυγμών και δακρύων. Φαίνεται ότι οι έξω υπηρέται τη εκώλυον την είσοδον και εκ της απελπισίας αυτής εβίασε την θύραν. Ο εμβρόντητος Λουής επρόφθασε να συνέλθη και εκδιώξη διά λακτισμών τον δειλώς ακολουθούντα αυτήν υψηλότατον λευκοσάρικον σοφτάν, αλλ’ ο αδελφός μου, παρεμβάς, ως τον είδεν, επέπληξε τον υπηρέτην και εισήγαγε μετά μεγάλης χαράς τον ισχνόν και λευκόχλωμον εκείνον Τούρκον, ως εάν ήτο ο οικειότατος αυτώ φίλος. - Είναι ο Κιαμήλης μας, είπεν, επιδεικτικώς προς εμέ, και αυτή θα είναι η μητέρα του! Η μήτηρ μου μόλις και μετά βίας απαλλαγείσα των περιπτυγμών της Οθωμανίδος, ητένισεν υψηλά προς την συμπαθητικήν του σοφτά μορφήν μετά παραδόξου στοργής, και - Εσύ είσαι Κιαμήλη, παιδί μου; τον ηρώτησε. Και πώς είσαι; Καλά; Δεν σ’ εγνώρισα με αυτή την φορεσιά σου! Ο Τούρκος έκυψε μετά δακρύων εις τους οφθαλμούς και λαβών εφίλησε την άκραν του φορέματός της. - Ο Θεός πολλά καλά να σε δίνη, Βαλινδέ! είπε. Μέρα νύχτα παρακαλώ να κόβη από τα χρόνια μου να βάζη στα δικά σου. - Η μήτηρ μου εφαίνετο υπερβολικά ευχαριστημένη· ο Μιχαήλος επήγε να τα χάση από την χαράν του, απευθύνων μυρίας ερωτήσεις και περιποιήσεις πότε εις τον ισχνοτενή εκείνον πρασινορασοφόρον και πότε εις την μητέρα του. Μόνον εγώ και ο Λουής ιστάμεθα άφωνοι και ενεοί. Επί τέλους λαβών τον αδελφόν μου κατά μέρος, - Έλα, άφησε τα γέλοια σου, λέγω, και ειπέ μου τι συμβαίνει εδώ πέρα; Τι σας είναι αυτοί; - Τώρα θα σε το πω, είπεν ο αδελφός μου γελών έτι περισσότερον. Τώρα θα σε το πω. Πήγαινε, Λουή! δυο καφέδες γρήγορα! Μα κύτταξε, να μην τους κάμης πάλε σαν τα φράγκικά σου τ’ αποπλύματα! Α-λά-τούρκα, και χωρίς ζάχαρι! Ακούς; Και ταύτα λέγων εισήλθε μετ’ εμού εις το προσεχές δωμάτιον. - Αυτός είναι ένας Τούρκος, που τον εγιάτρευεν η μητέρα εφτά μήνες εις το σπίτι μας, και αυτή είναι η μάνα του, που ήλθε τώρα να της πη το Σπολλάτη! Είπεν ο αδελφός μου, γελάσας προς μεγάλην μου έκπληξιν. - Ένας Τούρκος, που τον εγιάτρευεν η μητέρα εφτά μήνας! Και από τότε έγεινεν η μητέρα νοσοκόμος των Τούρκων; Ηρώτησα εγώ συνωφρυωμένος εξ αγανακτήσεως. Πρέπει να σημειώσω, ότι ο Μιχαήλος εσυνείθιζε ν’ αστεΐζηται επί των αδυναμιών της μητρός ημών, τόσω μάλλον ασμένως, όσω μάλλον αγγογύστως και προθύμως τας επλήρονεν εκ του ιδίου του βαλαντίου. Τίποτε δεν τον ηυχαρίστει τόσον, όσον να μιμήται την μητέρα μας, δρώσαν υπό την επήρειαν αδυναμίας τινός, της οποίας τα στοιχεία παρεμόρφου επί το κωμικώτερον κατά τρόπον όλως ίδιον αυτώ. Η ανοχή της καλής μητρός, ήτις εγέλα και αυτή, οσάκις τον ήκουεν, ερρίζωσεν εν αυτώ έτι μάλλον την κακήν ταύτην συνήθειαν. Διά τούτο, όταν με είδεν αγανακτούντα επί τω ακούσματι, - Άκουσε να σε πω, μοι είπεν. Αν εννοής να τα έχης έτσι καταιβασμένα, δεν σε λέγω τίποτε. Θα μου χαλάσης την ιστορία. Κάλλιο να την αφήσουμε μίαν άλλην ημέρα, για να γελάσης και συ με την καρδιά σου, να γελάση κ’ η μητέρα κομμάτι, που τόσαις ημέραις δεν εγέλασεν ακόμη με τα σωστά της, η καϋμένη. - Έλα! τω είπον τότε. Η μητέρα φαίνεται πολύ ευχαριστημένη από την επίσκεψιν, και είναι όλως διόλου ενασχολημένη με τους Τούρκους της, που δεν ειμπορώ να χωνέψω. Ως που να πιουν τον καφέ τους και να μας ξεφορτωθούν, ειπέ μου την ιστορία. - Άκουσε λοιπόν, μοι είπεν. Ειξεύρεις πόσον η μητέρ’ ανησυχούσεν όταν έλειπες. Και δεν φθάνει που ανησυχούσεν εκείνη, μόνον δεν άφηνε και τον κόσμο στην ησυχία του. Ποιος περνά να τον σταματήση μέσ’ στον δρόμο· ποιος έφθανεν από πουθενά, να πα να τον ρωτήση: μη σε είδαν, μη σε άκουσαν. Την ξεύρεις. Ένα πρωί πρωί ετρυγούσαμε τα πεπόνια στο χωράφι. Έξαφνα βλέπ’ ένα διαβάτη που περνούσε. Δεν τον αφήνει να πάγη στην δουλειά του, μόνο τρέχει στην φράκτη. - Ώρα καλή, θειέ! - Πολλά τα έτη, κυρά! - Από την Ευρώπη έρχεσαι; - Όχι, κυρά, από το χωριό μου. Και πού είν’ αυτή η Ευρώπη; - Να, ξεύρω κι’ εγώ; αυτού που είναι το παιδί μου. Δεν άκουσες να λένε τίποτε για το παιδί μου; - Όχι, κυρά. Και πώς το λένε το παιδί σου; - Αμ’ ξέρω και ’γω μαθές; Ο νουνός του το βάφτισε Γιωργί, και πατέρας του ήτανε ο Μιχαλιός ο πραμματευτής, ο άνδρας μου. Μα κείνο, ακούς, επρόκοψε και πήρεν ένα όνομα από τα περιγραμμάτου· και τώρα, σαν το γράφουνε μέσ’ σταις εφημερίδες, δεν ηξεύρω κι εγώ η ίδια, το παιδί μου είναι μαθές που λένε, ή κανένας φράγκος! - Την ιστορία, Μιχαήλε! την ιστορία του Τούρκου! διέκοψα εγώ ανυπομόνως. - Στάσου δα! είπεν εκείνος. Η ιστορία ήλθεν ύστερ’ από την κουβέντα. Ύστερ’ από την κουβέντα, βλέπεις την μητέρα και κόφτει το πιο καλό, το πιο μεγάλο πεπόνι. - Αμ’ δεν παίρνεις κάνα πωρικό από τον κήπο μας, θειε; - Ευχαριστώ, κυρά, δεν έχω τόπο να το βάλω. - Δεν πειράζει, θειε, το καθαρίζω και το τρώγεις. - Ευχαριστώ, κυρά, με κρατεί κοιλόπονος. - Έλα να χαρής, κάμε μου την χάρι. Γιατί, διές, έχω παιδί στην ξενητιά, κ’ έχω καρδιά καμμένη. Κι’ αφού δεν μπορώ να το στείλω στο παιδί μου, φα’ το καν του λόγου σου που είσαι ξένος. Ίσως τωύρη κι’ εκείνο από κανέναν άλλονε. Ο άνθρωπος έχασε την υπομονή του. - Ντζάνουν καλά, χριστιανή για! μα σαν έχης παιδί στην ξενιτιά, τι σε φταίγω εγώ να βάλω, έτσι θεονήστικος, όλην αυτή την χολέρα μέσ’ στο στομάχι μου! Μη θαρρής πως εβαρέθηκα την ζωή μου; Εγώ έχω γυναίκα που με καρτερά, κ’ έχω παιδιά να θρέψω. Μα σαν θέλης και καλά να χρησιμοποιήσης το πεπόνι σου, στείλε το στου Γερο-Μούρτου το χάνι. Εκεί κοντά ένας ξένος παλεύει με τον θάνατο, θερμασμένος εδώ και τρεις εβδομάδες. Άμα γευθή αυτήν την χολέρα, πίστεψέ με, θα γλυτώση και αυτός από την θέρμη και η θέρμη απ’ αυτόνε. - Τέλος πάντων! του είπα, ετελείωσαν τα επεισόδια; Άρχησε πλέον την ιστορία! - Στάσου δα! απήντησεν εκείνος πειρακτικώς. Μήπως είμεθα εις την Ευρώπην που πουλούν το κρέας δίχως κόκκαλα; Σε λέγω την ιστορία καθώς εγένηκεν. Αν δεν σ’ αρέση, άφησέ την κατά μέρος. Πάμε να διούμε την χανούμισσα! - Σε ήθελα να είσαι από πουθενά, εξηκολούθησεν έπειτα, να ιδής την μητέρα, όταν το άκουσε. - Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! - Και έπεσε το πεπόνι από τα χέρια της, κι’ έγεινε σαν πήττα! Κ’ έσιαξε το φακιόλι στο κεφάλι της, κ’ επήρε τον δρόμο. Δηλαδή τα σπαρμένα και τ’ άσπαρτα χωράφια κατ’ ευθείαν για να φθάση όσον το δυνατόν γρηγορώτερα. Εγώ που την ήξευρα, την αφήκα να πάγη. Μα σαν επροχώρησε καμπόσο και είδε που δεν το εκούνησα, εγύρισε πίσω θυμωμένη, και, - Τι χάσκεις απ’ αυτού, μωρέ πολλακαμμένε; - εφώναξε. - Ε; φυλάγεις να το πω για να σαλέψης; Αν σε βαστά μην την ακολουθείς; Θα ήταν καλή να με φακιολίση με καμμιά βωλάκα. Αφήκα λοιπόν την δουλειά μου, κ’ έπεσα καταπόδι της. Πού να την φθάσης! Βρε αγκάθια, βρε χανδάκια, βρε φράχταις - δεν έβλεπε τίποτε. Τίποτε άλλο, παρά του Γερο-Μούρτου τον σκεπό που εκοκκίνιζε μακρυά μέσ’ στα σπαρμένα. Σαν έφθασε κοντά, άρχησαν τα γόνατά της να τρέμουν κ’ εκάθησε σε μια πέτρα. - Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! Και πως δεν μου το είπες πως ήταν ένας άρρωστος δωπέρα; - Αμ’ τι να σε το πω! Μήπως είσαι γιατρός για να τον γειάνης; Εκείνο, ως και ο Παππά-Δήμος, που τ’ άκουσε, δεν επήγε να τον διή. Γιατ’ είναι, λέγει, Τούρκος, κ’ οι Τούρκοι δεν πληρόνουν, για ευχέλαιο. - Τούρκος είπες; εφώναξε τότε, και ήλθεν ολίγο σην θωριά της. - Σαν είναι Τούρκος - Δόξα σοι ο Θεός! Είχα μια φοβέρα μήπως ήταν το Γιωργί μας! - Κρίμα που δεν σου το είπα πρωτήτερα, μητέρα, να μη χαλάσης του κόσμου τα χωράφια και να κάμης τα πόδια μου κόσκινο μέσ’ στ’ αγκάθια. Από τη βία σου, μ’ έκαμες να πάρω τον δρόμο αξυπόλυτος. - Μα κείνη, στο μεταξύ, ξανακίνησε προς του Μούρτου το χάνι. Εκεί που έπεσα πάλε καταπόδι της, κ’ επήγα να πηδήξω ένα χανδάκι, ακούω κάποιον και βογκά. Στρέφω και θωρώ, ένας Τούρκαρος χαμαί, με κίτρινο πρόσωπο, με κόκκινα μάτια! Έτσι εύκολα που γελώ στη ζωή μου, ποτέ δεν εγέλασα για άρρωστον άνθρωπο. Κ’ εκείνη την ημέρα δεν ημπόρεσα να βασταχθώ, γιατί, δεν ηξεύρεις. Εδώ ήταν μια βάτος, κι’ εδώ μι’ αγριαγγινάρα. Κι’ ο Τούρκος, που παράδερνε παραλαλώντας εις την μέση, εγύριζε στη βάτο, και της έκαμνε τεμενάδες, και την γλυκομιλούσε, και της έκαμνεν εργολαβία. Εγύριζε στην αγριαγγινάρα κ’ έτριζε τα δόντια, κι αγρίευε τα μάτια, κ’ εσήκωνε με βρυσιαίς το χέρι του, να της κόψη το κεφάλι! Τα μεγάλα του λόγια από την μια και η αδυναμία του από την άλλη ήτανε να σκάσης από τα γέλοια. Μα σαν ήλθεν η μητέρα και με είδε, σου έκαμεν ένα θυμό! ένα θυμό! Θεός να σε φυλάγη! - Τι στέκεις και γελάς αυτού, βρε χάχα; Ε; τι στέκεις και γελάς! Ο άνθρωπος ψυχομαχά, και συ το χαίρεσαι; Πιάσ’ από κεινά! Φορτώσου τον στην ράχη σου! - Καλέ, χριστιανή, αυτός είναι μιάμισυ φορά μακρύτερος από μένα, πώς θέλεις να τον φορτωθώ στην ράχη μου! - Πιάσ’ απ’ εκεινά, σε λέγω, γιατί ξέρεις; Αν σε βαστά μην το κάμης! Έπιασα λοιπόν και με φόρτωσε τον Τουρκαλά στην ράχη μου κ’ επήραμε τον δρόμο. Ο Γερο-Μούρτος έλιαζε την κοιλιά μου έξω από την θύρα του χανιού. Σαν μας είδε, εγέλασε βαθειά μέσ’ στον λαιμό του κ’ εφώναξεν. - Ωρέ, δεν μου φορτώνεσαι κάλλιο κειό τον ψόφιο γάδαρο, για να κερδαίσης καν τα πέταλά του, μόνο σκομαχάς έτσι στα χαμένα για να πας την λοιμική στο σπίτι σου; Εγώ δεν απηλογήθηκα γιατί, καταλαμβάνεις, αναπνοή για χορατά δεν μ’ επερίσσευε. Μα η μητέρα, την ξεύρεις την μητέρα. Του εδιάβασε τον εξάψαλμο για την απονιά του! Σαν τον εφέραμε στο σπίτι, εστρώσαμε το στρώμα του Χρηστάκη και τον επλαγιάσαμε. Ο Χρηστάκης ο μακαρίτης εγύριζε τότε στα χωριά της επαρχίας, με ταις πραμματειαίς επάνω στ’ άλογο. Ήτανε πριν ανοίξη το μαγαζί του. Και σαν έμαθε πως έχουμε τον άρρωστο εις το σπίτι, επήγε κ’ έρριψε την κάππα του εις της θειάς μας το σπίτι, στο Κρυονερό. Η μητέρα τον εμάλονε πάντοτε για ταις ακαταστασίαις του, κ’ εκείνος ο μακαρίτης αφορμήν εγύρευε για να ξωμένη, να ζη του κεφαλιού του. Εφτά μήνες είχαμε τον άρρωστο στο σπίτι, εφτά μήνες δεν επάτησε το κατώφλοιό μας. Ως που αναγκάσθηκεν η μητέρα να τον στείλη μαζί μου στην Πόλι, πριν γιατρευθή όλως διόλου. - Και πώς είχε ξεπέσει στο χωριό μας; ηρώτησα εγώ. Και πώς συνέβη ν’ αρρωστήση; - Χουμ! είπεν ο αδελφός μου ξύων την κεφαλήν του. Αυτό κ’ εγώ μόνον άκραις μέσαις το γνωρίζω. Μήπως μάφηκε μαθές η μητέρα να τον ερωτήσω, καθώς ήθελα; -Άνθρωποι είμεθα, έλεγε, και οι αρρώσταις είναι για τους ανθρώπους. Αλλοίμονο σ’ όποιον δεν έχει ποιος να τον κυττάξη! Και ποιος ηξεύρει, αν αυτήν την ώρα και το Γιωργί μας δεν είν’ άρρωστο στη ξενιτιά, χωρίς κανένα εδικό στο πλάγι του! Μην κάθεσαι λοιπόν και μου ψιλορωτάς τον άνθρωπο, μόνο γειάνε τον πρώτα! Ο Κιαμήλης είναι καλός, πολύ καλός ο καϋμένος, εξηκολούθησεν ο αδελφός μου, και πολλαίς φοραίς άνοιξε μονάχος του να με πη το πώς αρρώστησε. Μα όσαις φοραίς το δοκίμαζε τόνε ξανάπιανεν η θέρμη. Εδώ μας διέκοψεν εισελθούσα η μήτηρ μου μετά των ξένων της. Η κοντή και πως εύσωμος Οθωμανίς είχε τακτοποιημένον το λευκότατον αυτής γιασμάκιον και συνεκράτει επί το κοσμιώτερον τον μαύρον και μακρόν αυτής φερετζέν, υπό τον ποδόγυρον του οποίου μόλις έβλεπες τα μυτωτά και κίτρινα παπούτσια της. Αλλά βαθείαν εντύπωσιν μοι ενεποίησε τώρα η ωχρά και μελαγχολική του Κιαμήλ όψις, τα χαρακτηριστικά της οποίας μοι εφάνησαν τόσον ήμερα, τόσον ηδέα, ώστ’ εκέρδησεν ούτως ειπείν εξ εφόδου την συμπάθειάν μου. Τούτο δεν διέφυγε την προσοχήν της μητρός, ήτις εγνώριζε την προς τους Τούρκους αντιπάθειάν μου. Δι’ αυτό ατενίσασα φιλοστόργως προς αυτόν ενώ μοι τον παρουσίαζεν, - Ο αρίσκος* ο Κιαμήλης!, είπεν, είναι πολύ, πολύ καλό παιδί. Τρώγει και κόλλυβα· πίνει και αγίασμα· φιλά και του παππά το χέρι· τι να κάμη! Όλα για να γειάνη. Οι οφθαλμοί της μητρός του επληρώθησαν δακρύων. Μόλις δε τοις απέτεινα δύο τρεις λέξεις εις την γλώσσαν των, και ήρχησαν να με πληρώσιν ευχών κ’ ευλογιών, επαίνων κ’ εγκωμίων με τας γνωστάς εκείνας υπερβολάς της τουρκικής εθιμοτυπίας. Αλλ’ η μήτηρ μου διακόψασα τον χείμαρρον της ρητορικής αυτών αποτόμως, - Τώρα καθήστε, είπε, να διούμε τι θα κάνουμε. Η χανούμισσα, παιδί μου, έχει ένα γυιο στον Ζαπτιέ, που είναι από τους πρώτους ανακριτάδες. Της είπα την συμφορά που μας εγείνηκε· θα τον βάλη να μας εύρη τον φονιά! Η καϋμένη! δεν ηξεύρεις τι καλή που είναι! Τι κρίμα, που δεν το ήξευρα να έρθω προτήτερα στην Πόλι! Ως τα τώρα θα τον είχα τρεις φοραίς κρεμασμένο, και θα ήμουν απ’ αυτή την μεριά τουλάχιστον ήσυχη! Η Τούρκισσα ηννόησεν ολίγον περί τίνος επρόκειτο. - Ναι, είπε, ο υιός μου ο Εφέντης, και ο δούλος σας ο Κιαμήλης και εγώ η σκλάβα σας, ως του Σουλτάνου το κατώφλοιο θενά πάμε, μα την υπόθεσί σας χαμαί δεν θα την αφήσουμε. Χωρίς άλλο την είχαν ως τα τώρα μηντέρ αλτί (υπό τον τάπητα) και δι’ αυτό δεν επιάσθηκ’ ο φονιάς. Ο γυιος μου, ο Εφέντης είναι ανακριτής εις τον Ζαπτιέ, την γη να σχίση να έμβη ο κακούργος, πάλι θα τον εύρη. - Και, τίποτε· εξηκολούθησεν ο Κιαμήλης, με την συμπαθητικήν φωνήν του. Ούτε λεπτό έξοδα! Ο Εφέντης ο αδελφός μου με μια κονδυλιά τα διορθώνει. Και αν θέλη ο Θεός, πάγω κ’ εγώ στην επαρχία για την ανάκριση. Όταν σκοτώθηκε το παιδί της Βαλιδές μου, είναι σαν να σκοτώθηκεν ο Εφέντης ο αδελφός μου. Πρέπει να γενή εκδίκησι! Απερίγραπτον ευχαρίστησιν ενεποίει ο ζήλος αμφοτέρων όχι μόνον εις την μητέρα, αλλά και εις τον αδελφόν μου και εις εμέ αυτόν, όστις εσκεπτόμην τώρα, ότι και η προς αλλοθρήσκους γενομένη ευεργεσία δεν απωλέσθη επί ματαίω. Εφ’ ικανήν ώραν συνδιελέχθημεν επί του θέματος, κ’ εγώ, όστις ήμην τελείως απηλπισμένος περί ανακαλύψεως του φονέως, διά τε τον παρεμπεσόντα χρόνον και διά τας ευθύς μετά τον φόνον επισυμβάσας ως εκ του πολέμου καταστροφάς εν τη επαρχία ημών, δεν ήργησα να πεισθώ ότι είναι πιθανόν ακόμη να δοθή δικαιοσύνη εις τον ατυχή νεκρόν μας. Ήτο λοιπόν πολύ φυσικόν, αν τώρα ήρχησα να περιποιώμαι τους μόνους δυνατούς να μας παρασταθώσι προς εκπλήρωσιν του καθήκοντος ημών τούτου. Άμα ως η γραία Οθωμανίς παρετήρησε την διάθεσίν μου ταύτην, - Και τώρα είπε, Σουλτάνε μου, δος τα κλειδιά στον ξενοδόχο· από σήμερα και να πάγη είσθε μουσαφήριδές μου. Τούτο ήτον όλως διόλου απροσδόκητον. Οι Τούρκοι, ιδίως εν μεγαλοπόλεσιν, όχι μόνον δεν κατοικούν υπό μίαν με χριστιανούς στέγην, αλλ’ ουδ’ εις την αυτήν συνοικίαν τούς ανέχονται. Τι ήτο λοιπόν τούτο; Μι’ από τας πολλάς δουλοπρεπείς φιλοφρονήσεις; Αλλ’ όχι, η γραία δεν ωμίλει διά τον τύπον. - Εσύ είσαι διαβασμένος άνθρωπος, μοι έλεγε, και γνωρίζεις του Θεού τον νόμον. Κ’ εάν είχα μόνο μία πεθαμή τόπο στην οικουμένη, και ήξευρα πως η ευλογημένη γυναίκα που εκοίταξε τ’ ορφανό μου εφτά μήνες εις το στρώμα του παιδιού της ευρίσκετ’ εδώ πέρα ξένη, και δεν της έδιδα το αναπαυτήριο της κεφαλής μου να πατήση το ποδάρι της - δεν θα έκλειεν ο Θεός την θύραν του ελέους του εις την προσευχήν μου; Δεν θα εσήκωνε την ευλογίαν από τα έργα των χειρών μου; Δεν θ’ απέστρεφε το πρόσωπόν του από το κουρμπάνι μου; Έλα, ζαχαρένιε μου! Μην το κάμης και κριματισθώ! Και παρεμβάς ο Κιαμήλης και φιλήσας την άκραν του φορέματός μου, - Μη σας κακοφανή, είπε, γιατί δεν ήλθαμε να σας πάρουμε πρωτήτερα. Το μάθαμε πως είσθ’ εδώ, και δύο μέραις τώρα γυρνούμε να σας εύρουμε. Όλα τα χάνια κατά σειράν επήραμεν. Όλη την πόλιν εκοσκινίσαμε. Μα εμείς, απλοί άνθρωποι, είμασθε σαν τα βώδια. Κοντά στον νουν ήτανε, πως αφέντης σαν του λόγου σου πορεύεται αλά φράγκα, και κάθεται στο ξενοδοχείο. Τώρα που σας ηύραμε, δεν μπορεί να γείνη αλλοιώς. Και αποταθείς προς την μητέρα μου· Δεν είν’ έτσι, σουλτάνα μου; είπε. Εμείς τα εσυμφωνήσαμε πλέον. Αυτός ο κιαφίρης ο Σεισουράδας δεν θα σε χαλάση πια το κέφι σου. Μια κλωτσιά που μ’ έδωκε του την σχωρνώ για το χατήρι σου, μα δωπέρα δεν μένουμε πλέον. Δεν είν’ έτσι; - Ναι, είπεν η μητέρα μου, δεν μένουμε, σαν το θέλη και ο Γεωργής! Ακούς εκεί, τη Σεισουράδα να χτυπήση το παιδί μου, τον Κιαμήλη! Τότε παρετήρησα ότι καθ’ ην ώραν εγώ ήκουον την ιστορίαν του Κιαμήλ παρά του αδελφού μου, οι τρεις εναπομείναντες είχον συνομώσει κατά του ξενοδόχου και του ατυχούς Λουή. Έπειτα η γραία Οθωμανίς ανέκρουσε μίαν ανατολικωτάτην δέησιν. - «Επτά ημέρας θα καθήσω έξω από το ενδιαίτημά σου· επτά φοράς την ημέραν θα φιλώ το κατώφλοιον της θύρας σου· επτά φοράς την ώρα» κτλ. - κ’ εγώ έχασα επτά φοράς την υπομονήν μου. Άλλως τε, η πρόσκλησις αύτη μοι εφαίνετο ευνοϊκή διά την υπόθεσίν μας. Διά τούτο αφήκα την μητέρα μου να πράξη όπως θα τη ήρεσκεν. Μόλις παρήλθεν ημίσεια ώρα και η Οθωμανίς μετά του υιού της απήρχετο εν αληθεί θριάμβω, άγοντες μεθ’ εαυτών την μητέρα και τον αδελφόν μου, ως εάν ήσαν τα μάλλον περιζήτητα λάφυρα. Εις εμέ ούτε αι υποθέσεις, ούτε αι διαθέσεις μου επέτρεπον ν’ αλλάξω κατοικίαν. Απεποιήθην λοιπόν να δεχθώ την ξενίαν των όπως την προσέφερον. Υπεσχέθην όμως ότι ευθύς ως τελειώσω τας εισαγωγικάς ενεργείας παρά ταις αρμοδίαις αρχαίς προς αναζήτησιν του φονεύσαντος τον αδελφόν μας, θα τους επισκέπτωμ’ επί μακρόν και καθ’ εκάστην εν τω οίκω των. Η εργασία αύτη δεν εχρειάσθη πολύν χρόνον. Διότι, όπου ο νόμος δεν υπάρχει παρά εν τη καλή θελήσει των καθ’ έκαστα αρχών, ή χρονίζει και η απλουστέρα υπόθεσις επ’ άπειρον, ή τελειούται εν μια στιγμή και η μάλλον περίπλοκος. Και ναι μεν η εδική μας δεν ήτο δυνατόν να τελειώση ούτως αστραπηδόν, αλλ’ ήδη κατ’ αυτάς τας πρώτας ημέρας των μετά του υπουργείου της αστυνομίας συνεννοήσεών μου, διετάχθησαν εν τη επαρχία ημών πολλαί συλλήψεις, ο δε υιός της φίλης ημών Οθωμανίδος, ο ανακριτής, όλως ζήλος και αφοσίωσις, εξεκίνησεν εκ της πρωτευούσης, συνοδευόμενος υπό του αδελφού μου, κ’ εφωδιασμένος με πάσαν πληρεξουσιότητα προς ανάκρισιν των συλληφθέντων και προς καταδίωξιν άλλων υπόπτων. Εις τον ανυπόμονον Κιαμήλ δεν επετρέψαμεν να συναπέλθη, τούτο μεν χάριν της επισφαλεστάτης υγιείας του, τούτο δε όπως μη μείνωσιν αι δύο γραίαι όλως διόλου μόναι. - Και τώρα πια που εβάλαμε το νερό στ’ αυλάκι, μας έλεγε μετά τινας ημέρας η μήτηρ μου, έρχου δα, παιδί μου, να περνάς την ημέρα μαζί μας. Εμείς είμεθα όλη μέρα στο σπίτι, γιατί ετελειώσαμε τους γύρους μας. Και πού δεν μ’ επήγε το παιδί μου ο Κιαμήλης! και πού δεν μ’ επήγεν η χανούμισσα! Πρώτα πρώτα επήγαμεν εδώ κοντά στην Αγιά-Σοφιά. Ύστερα μ’ επήγαν κ’ επροσκύνησα στον τάφο του Κωνσταντίνου, στο Μεφά-μεϊδάνι. Να πας και συ δα, παιδί μου! Εδώ μεριά έχουν τον Αράπη, που τον εσκότωσε, σκεπασμένο όλο λαχούρια και χαλιά. Κ’ εκεί μεριά τον φτωχό τον βασιλέ, με μόνο μια μικρή κανδύλα πα’ στο μνήμα του! Κ’ επήγαμε και σ’ ένα τζαμί και είδαμεν επάνω σ’ ένα παλαιό δένδρο την αλυσίδα, που ήταν κρεμασμένη η χείρα της Δικαιοσύνης. Κ’ επήγαμε και στο Μβαλουκλί, και είδαμε τα ψάρια, που ζωντάνεψαν μέσ’ στο τηγάνι, όταν επάρθηκεν η Πόλι. Και επάνω στην Πόρτα που επάρθηκεν, είδαμε τα γράμματα, που έγραψεν ο άγγελος εκείνη την ημέρα, τάχα για την Πόλι. «Το χειρ’ χειρ’ χειρότερο»! Τα είδαμε, μα, σαν αγράμματη που είμαι, δεν τα διάβασα. Και τι να τα διαβάσω, παιδί μου! Μήπως δεν το βλέπουμε κάθε μέρα πως πηγαίν’ η Πόλι; Και πού αλλού δεν πήγαμε! Και τι δεν είδαμε! Μα τώρα που τελείωσαν, άρχησα πάλε να στενοχωρούμαι. Γι’ αυτό έρχου κάθε μέρα να σε βλέπω, νάχης την ευχή μου, και να με λέγης δα κι όλα, πώς πηγαίν’ η κρίσι μας. Η οικία της χήρας Οθωμανίδος κείται επί της ευρείας μεν τώρα, αλλ’ όχι πλέον ως πριν γραφικωτάτης οδού, της Νδιβάν-γιολού, ου μακράν της πλατείας του βυζαντινού ιπποδρομίου. Προφανώς είναι παλαιόν κτήμα, ευπόρου άλλοτε οικογενείας. Διότι ενώ αι παρακείμεναι οικίαι φαίνονται αλυπήτως κολοβωμέναι υπό της ευρύνσεως του δρόμου, η της Οθωμανίδος διακρίνεται δι’ ενός προαυλίου, στενοτάτου μεν νυν, και επιτρέποντος τοις εν τω εξώστη καθημένοις να βλέπωσιν υπέρ τον χαμηλόν αυτού τοίχον πάντα τα εν τη οδώ, όπως δήποτε όμως λειψάνου της προτέρας ευρυχωρίας. Όπισθεν αυτής έχει ωραίον κηπίσκον με υψηλοτάτους κισσοσκεπείς τοίχους και με μικρόν περίπτερον εις την μίαν πλευράν. Εις τους τοίχους τούτους οφείλει κυρίως την ως εκ θαύματος διάσωσιν του μεγίστου αυτής μέρους από της μεγάλης πυρκαϊάς, ήτις είχεν αποτεφρωμένην ολόκληρον την όπισθεν της οδού εκείνης συνοικίαν. Μέρος της απέναντι του περιπτέρου πλευράς του τοίχου, καταρρεύσαν, φαίνεται, κατά την πυρκαϊάν, ανοικοδομήθη εκ του προχείρου, επιτρέψαν την εις αυτήν προσαρμογήν μικράς θύρας, δι’ ης ο οίκος απέκτησε νέαν συγκοινωνίαν με τα εκτός, πολύ συντομωτέραν εις τον από του υπουργείου της Αστυνομίας διά των αχανών ερειπίων προσερχόμενον. Εν τούτοις η κατά βάθος αύτη ευρυχωρία εμηδενίζετο υπό της απωλείας, ην το πλάτος της οικίας υπέστη κατά την πυρκαϊάν. Διότι οικονομικαί δυσχέρειαι δεν επέτρεπον την επιδόρθωσιν της βλαβείσης πλευράς· αι δ’ εκ του προχείρου προσκαρφωθείσαι ημίκαυστοι σανίδες άφινον τα κατ’ αυτήν δωμάτια παντί ανέμω αναπεπταμένα, και εντελώς ακατοίκητα. Και όμως εν τη οικία ταύτη εχώρει όχι μόνον η γραία Οθωμανίς μετά του Κιαμήλη, όχι μόνον ο Εφέντης μετά της πολυπληθεστάτης αυτού οικογενείας, αλλά και η μήτηρ μου και ο αδελφός μου, και δη πάντες οι εγγύς και μακράν συγγενείς ημών, όσοι ήρχοντο προς επίσκεψίν μου. Διότι ο πιστός Κιαμήλης ευθύς ως εμυρίζετό τινα, τον ιχνηλάτει μέχρις ότου, ανευρών την κατοικίαν, μετέφερε τα πράγματά του εις τον οίκον της μητρός αυτού, έστω και διά της βίας. Η δε καλή Οθωμανίς έχαιρεν επί τούτω· διότι, έλεγε, δύο κακούς ανθρώπους δεν τους χωρεί ούτε όλη η οικουμένη· ενώ χίλιοι καλοί άνθρωποι κάμνουν μουχαμπέτι και μέσα εις ένα καρυδότσουφλο! Τοιαύτη ήτον η οικία εν η επί τέσσαρας σχεδόν εβδομάδας διέτριβον τον πλείω της ημέρας χρόνον, μεταβαίνων τακτικά καθ’ εκάστην. Τας δεξιώσεις της γραίας Οθωμανίδος τας ήκουον από των δικτυωτών παραθύρων αυτής, πριν έτι κρούσω την επί του Νδιβάν-γιολού θύραν. Η έλευσίς μου επεριμένετο εκ του εξώστου. Η δ’ εμφάνισίς μου επροξένει εν τω οίκω ταραχήν ομοίαν με τον θόρυβον πολλών πτηνών επτοημένων εκ της εμφανίσεως αιλούρου τινός προ του μεγάλου κλωβού των. Ήσαν αι φωναί των γυναικών, των παίδων και των παιδισκών του Εφέντου, αίτινες εσκίρτων φεύγουσ’ εν ατάκτω σπουδή εις το χαρέμιόν των, εκ φόβου μήπως τας ιδώ άνευ γιασμακίου. Ο Κιαμήλης με το μικρόν και χιονόλευκον σαρίκιόν του, τον μακρόν και πράσινον τσουμπέν του, με την ωχράν και συμπαθητικήν αυτού μορφήν, υψηλός όσον σχεδόν και ο τοίχος του προαυλίου, μοι ήνοιγε τακτικά την θύραν με το γλυκύ και μελαγχολικόν αυτού μειδίαμα επί των χειλέων, μέχρις εδάφους υποκλινόμενος διά τον εγκάρδιον τεμενάν της υποδοχής. Αι δύο γραίαι είχον πάντοτε έτοιμον κανέν γλύκισμα ευχάριστον εις εμέ, ή κανέν παραμύθιον έτι πολύ ευχαριστότερον. Προ πάντων η Οθωμανίς ήτο κατενθουσιασμένη δι’ εμέ, όστις, έλεγε, τόσο σοφός και σπουδασμένος που ήμουνε, δεν έγεινα ειδωλολάτρης άπιστος, μόνον επίστευα με όλη την καρδιά μου - εις τα παραμύθια! Μόνον διά δύο τινά εμεμψιμοίρει τρομερά εναντίον μου. Πρώτον διότι κατ’ ουδένα τρόπον υπέφερον ν’ ακούσω τι περί των θαυμάτων της μαγείας, δεύτερον όμως διότι δεν κατεδέχθην ακόμη να ξενισθώ μίαν νύκτα υπό την στέγην του πτωχικού της. Και δεν εστάθη μεν δυνατόν να συμφωνήσωμεν ποτέ επί του πρώτου, συνεβιβάσθημεν όμως επί τέλους ως προς το δεύτερον. Από ημέρας εις ημέραν επεριμένομεν τον υιόν της τον ανακριτήν να επιστρέψη. Είχεν ήδη στείλει περί τους είκοσιν υπόπτους εις τας φυλακάς της Κωνσταντινουπόλεως, όπου μετήνεγκε την κρίσιν ημών, όπως απαλλαγή της επηρείας των επαρχιακών αρχών. Όταν φθάση ο Εφέντης, είπον εις την γραίαν, την νύκτα εκείνην θα κοιμηθώ εις τον οίκον σου. Θα έχω πολλά να πληροφορηθώ. Τρεις ημέρας μετά τούτο, εάν δεν απατώμαι, επέστρεψεν ο ανακριτής. Ο αδελφός μου, όστις έφθασε την προτεραίαν, μοι διηγήθη πολλά περί της σκληράς αυτού δραστηριότητος. - Αύριον λοιπόν θα έλθω μετά το δειλινόν, τοις είπον, όταν θα ήναι εδώ και ο Εφέντης. Μη με προσμένετ’ ενωρίτερον. Την επιούσαν αναβάς εν εκ των παρά την Παλαιάν Γέφυραν μισθουμένων δημοσίων ιππαρίων, και μη φεισθείς του ηλιοκαούς και γυμνού τας κνήμας ιππηλάτου, όστις, ιδρώτι περιρρεόμενος, έτρεχε καθ’ όλην την οδόν παρά την ουράν του γοργού και πειθηνίου αλόγου, έφθασα προ της οικίας πολύ ενωρίτερον ή ό,τι υπεσχέθην. Διά τούτο δεν παρεξενεύθην, μη ακούσας ταύτην την φοράν τας δεξιώσεις της Οθωμανίδος, όπισθεν του δικτυωτού παραθύρου της. Αλλ’ όταν, ανοιγείσης της θύρας, είδον ενώπιόν μου μικρόν, βλακωδώς προσατενίζον με τουρκόπαιδον, και ουχί την ωχράν του Κιαμήλ όψιν, ποιούντος τον μεγάλον αυτού τεμενάν με το αιωνίως μελαγχολικόν εκείνο μειδίαμα, δεν ηξεύρω πώς διετέθην ξένως και παραδόξως. Εκτός του παιδός, ουδείς εφαίνετο εν τη αυλή. Εισήλθον εις το πλακόστρωτον και πως δροσερόν κατώγειον - κ’ εδώ ούτε ψυχή. Εκάλεσα μετά τινος ανυπομονησίας την μητέρα μου, τον αδελφόν μου, ουδείς απεκρίθη. Η μικρά προς τον κήπον θύρα εις το βάθος του κατωγείου ήτο, παρά το σύνηθες, ολίγον ανοικτή. Και αφού δεν ηδυνάμην ν’ ανέλθω την κλίμακα πριν ή βεβαιωθώ ότι το χαρέμιον απεσύρθη εκ της σάλλας, εχώρησα διστάζων προς αυτήν, και παρακύψας είδον εις τον κήπον. Πλησίον του υψηλού κισσοσκεπούς τοίχου, κατά το ήμισυ εις την σκιάν, εκάθηντο η μήτηρ μου, η Οθωμανίς και άλλη τις ρακένδυτος και ασκεπής την κεφαλήν γραία, κατά το φαινόμενον πιναρά ρωμηοκατσιβέλα, ήτοι Αθιγγανίς ελληνόφωνος. Υψηλότερον των λοιπών καθημένη, εκράτει επί των γονάτων αυτής ύπτιον κόσκινον, εφ’ ου κύπτουσαι η Οθωμανίς και η μήτηρ μου, εφαίνοντο προσπαθούσαι να εννοήσωσι κάτι τι, μετά προφανούς εκπλήξεως και απορίας. Μετά μακράν σιωπήν· - Καθώς σε λέγω, είπεν η Αθιγγανίς μετά δογματικής εμφάσεως. Ο φονιάς είναι κοντά σας· γυρίζει τριγύρω σας· μην τον ζητάτε μακρυά. - Χα! είπεν η μήτηρ μου, μετά θριαμβευτικής χαράς. Λοιπόν επιάσθηκε! Θα είναι από αυτούς που έστειλεν ο Εφέντης δεμένους. Ελησμόνησα να σε πω πως οι ύποπτοι ευρίσκονται στην Πόλι. - Σε είπα να μη μου λέγης τίποτε, χωρίς να σ’ ερωτώ, αλλοιώς θα με χαλάσης τα μάγια! είπε δυσανασχετούσα η Πυθία των τριόδων, και έσεισε το κόσκινον ισχυρώς και ηκούσθη εν αυτώ κρότος, ως συγκρουομένων οσπρίων. - Έλα, μην κακιόνεις! είπεν η Οθωμανίς, ας τα ρίξωμεν ακόμη μια. Μέτρησέ τα πάλι. - Χουμ! είπεν η μάντισσα, τρεις και η αλήθεια! Καλά! Μα καθώς σας είπα, μη με λέτε τίποτε. Εκείνο ό,τι και αν είναι, θα το πούνε τα κουκκιά. Κύτταξ’ εδώ, κοκκώνα, τον φονιά, τον βγάλλω πάλιν έξω. - Και λαβούσα από του κοσκίνου ένα μελαψόν κύαμον έρριψεν αυτόν υπέρ την κεφαλήν και όπισθεν αυτής εκστομίσασα μίαν κατάραν. - Τώρα, είπεν έπειτα, σεις μετρήσετέ τα κι εγώ να τα ρωτήσω. Η μήτηρ μου έλαβε το κόσκινον, έχυσε τους κυάμους εις την ποδιάν της, και θέσασα αυτό πάλιν επί των γονάτων της Αθιγγανίδος ήρχισε να ενθέτη μετρούσα τους κυάμους ανά ένα μετά τοσούτης προσοχής και ακριβείας, μεθ’ όσης ίσως ουδέποτε φιλάργυρος εμέτρησε πολυτίμους μαργαρίτας, μέλλων να τους εμπιστευθή εις ξένας χείρας. - Σωστά είναι; ηρώτησεν η Αθιγγανίς, ρίψασα τους ψαρούς αυτής πλοκάμους επί των ωμοπλατών της. - Ναι! απεκρίθη η μήτηρ μου, σωστά σαράντα. Η Αθιγγανίς έλαβε τότε το κόσκινον και περιαγαγούσα επί των εν αυτώ κυάμων οικειότητος εκφραστικόν βλέμμα και συνταράξασ’ αυτούς δις και τρις, ως εάν ήθελε ν’ αφυπνίση το βαθέως εν αυτοίς κοιμώμενον μαντικόν πνεύμα, ανεφώνησεν επί το επιτακτικώτερον! - Άνθρωπος σκοτώθηκε, ποιος να τον εσκότωσε; - Τρεις τους λύκους, τρεις τους κλέφταις, τρεις τ’ ασκέρια τα σκασμένα· τρεις για τους κρυφούς εχθρούς του, και κουκκιά σαρανταένα. - Και ταύτα επάδουσα εχώριζε τους κυάμους εις διαφόρους τριάδας, κατά το φαινόμενον, αποδιδούσα εις εκάστην διάφορον θέσιν και ιδιότητα. - Τρεις τους κλέφταις, τρεις τους λύκους, τρεις τ’ ασκέρια τα σκασμένα, τρεις για τους κρυφούς εχθρούς του και κουκκιά - σαρανταένα! - Πόσα κουκκιά εμέτρησες, κοκκώνα; - Σαράντα, είπεν η μήτηρ μου. - Και σαράντα ήτανε, είπεν η Αθιγγανίς. Μα, μβήκε μέσα κι’ ο φονιάς κ’ έγειναν σαράντα ένα. Θωρείς τον έχω μαγεμμένο, κ’ είμ’ άξια να τον φέρω μέσ’ στο κόσκινό μου κι από την άκρηα του κόσμου. Αφού αι δύο γυναίκες εβεβαιώθησαν περί του εκ θαύματος αυξηθέντος αριθμού των κυάμων, η μάντισσα ετάραξε το κόσκινον επανειλημμένως, και μετά ταχυδακτυλουργικής δεξιότητος ετίναξε τρεις φοράς τα όσπρια υψηλά εις τον αέρα, και τρεις φοράς τα υπεδέχθη εν τω κοσκίνω πάλιν, χωρίς ουδέ εν να εκπέση. Μεθ’ ο, θείσα το κόσκινον επί των γονάτων και κύψασα επ’ αυτού, σοβαρώς ήρξατο να μελετά, ως μοι εφαίνετο, τας συμπτώσεις των κυάμων. Η μήτηρ μου και η Οθωμανίς εσπούδαζον και αυταί μετά πολλής ευλαβείας. - Κύτταξε! είπεν η Αθιγγανίς μετά μακράν θρησκευτικήν σιωπήν. - Εδώ είναι ο φονιάς και εδώ είσαι συ. Κανένας δεν είναι τόσο κοντά σου, όσον αυτός και τα παιδιά σου. Γι’ αυτό, σε λέγω, μην τον ζητάς μέσα στην Πόλι, μην τον ζητάς στα μακρυά. Θενάναι κανένας χωριανός, κανένας εδικός σου. Η μεγάλη περιέργεια μεθ’ ης προσείχον εις τα γινόμενα μ’ έκαμε φαίνεται να λησμονήσω, ότι ήμην κατάσκοπος μέχρι τούδε και να ερεισθώ βαρύτερόν πως επί της θύρας του κηπαρίου. Πριν ή το εννοήσω, η θύρα ηνοίγη μετά τρυγμού, κ’ εγώ εφωράθην ιστάμενος όπισθεν αυτής. - Βγα! επεφώνησεν η μήτηρ έκπληκτος, διά την απρόοπτον παρουσίαν μου. - Εδώ είσαι, παιδί μου; Και πώς δεν ήλθεν ο Μιχαήλος να με το πη; Χαρά στον, τον πολλακαμμένο! Η τε μήτηρ μου και η Οθωμανίς εφαίνοντο δυσαρέστως πως εξαφανισθείσαι υπό του τρόπου, καθ’ ον εφωράθησαν εν τη ενασχολήσει των, και αμφότεραι δεν ήξευρον πώς να μοι αποκρύψωσι πλέον τα γεγονότα. Εγνώριζον, ως είπον, τον κατά δεισιδαιμονιών και μαγισσών ιδία πόλεμόν μου. Προ τινών ημερών έτι είχον εκδιώξει κακήν κακώς μίαν, ήτις επέμενε και καλά να ιδή την μοίραν μου. Και προφανώς εξέλεξαν την απόκεντρον εκείνην γωνίαν διά τας μαντείας αυτών, χάριν ασφαλείας. Αι μεμψιμοιρίαι των κατά του αδελφού μου εδήλουν, ότι τον είχον τάξει επί της θύρας να προφυλάττη την έλευσίν μου, και ότι προέδωκε το καθήκον του, αφήσας με να εισχωρήσω μέχρις αυτών απροάγγγελτος. Η πονηρά Πυθία εμάντευσε την θέσιν των πραγμάτων, ευθύς ως είδε το σκυθρωπόν πρόσωπόν μου· και περισυναγαγούσα τους κυάμους και τα κόσκινά της εν σπουδή παρυπεξήλθε διά της ετέρας του κήπου θύρας, ως βρεμμένη γάτα. Αναμφιβόλως έσχε την προβλεπτικότητα να προπληρωθή. Η αμηχανία των δύο ευπίστων γναικών, η αδεξιότης αυτών προς εύρεσιν προχείρου τινός αφορμής προς δικαιολογίαν των, μ’ έκαμε να μετανοήσω διά την αδιακρισίαν μου. Διά τούτο προσποιηθείς τελείαν άγνοιαν των γεγονότων, - Βελόναις αγοράζετε, μητέρα; ηρώτησα μετ’ αδιαφορίας. - Ναι, παιδί μου! είπεν η μήτηρ μου μετά τινος δισταγμού, πες πως αγοράζουμε βελόναις, για να ’μβαλλώσουμε τα ψέμματα. Και πότε ήλθες; - Τώρα δα, μητέρα, μόλις έφθασα. - Και πούν’ αυτό το κακόπαιδο, ο Μιχαήλος. Πώς δεν ήρθε να με το μηνύση; - Δεν ηξεύρω, μητέρα, δεν είναι κανένας στην αυλή, άλλο από το παιδί, που μου άνοιξε την θύρα. - Αμ’ ποιος ηξεύρει πού θα πήγε πάλι. Δεν τον χωρεί ο τόπος να καθήση. Η Οθωμανίς εξηκολούθει να με βλέπη πλαγίως και πονηρώς με το μειδίαμα της δυσπιστίας επί των χειλέων, περιμένουσα την έκρηξιν της αγανακτήσεώς μου δι’ όσα είδον. Αλλ’ εγώ αντί πάσης επιτιμήσεως, περιττής πλέον τώρα, προσεποιήθην με όλα τα δυνατά μου, ότι δεν είδον τίποτε. - Πάμε λοιπόν μέσα, είπε, τώρα θα έλθη και ο Εφέντης. Τότε ηκούσθη πάλιν άνωθεν των κεφαλών ημών ο συνήθης του υποχωρούντος χαρεμίου θόρυβος. Προφανώς οι κάτοικοί του ήσαν μέχρι τούδε προσηλωμένοι εις τα επί του κηπαρίου παράθυρα, παρακολουθούντες μετ’ ευλαβούς σιγής τας κοσκινομαντείας της Αθιγγανίδος. Μόλις είχομεν επαναλάβει τας συνήθεις προσαγορεύσεις και φιλοφρονητικάς χειρονομίας, και ανηγγέλθη έξωθεν η είσοδος του Εφέντη. Μετά πολλής δυσκολίας ανεγνώρισα τον σκιατραφή και φραγκοφορεμένον τούτον Τούρκον, διότι ο ήλιος της επαρχίας ενώ απεχρωμάτισεν επιλευκάνας τας κυριωτέρας επιφανείας της ενδυμασίας του, είχε μαυρίσει την λευκήν αυτού μορφήν, ούτως, ώστε δεν έβλεπες πού ετελείωνον αι παρειαί και πού ήρχιζε το βαθύχρουν κ’ επιμελώς περικεκαρμένον αυτού γένειον. Όσον λακωνικαί ήσαν αι άλλοτε εν τω γραφείω του Ζαπτιέ δεξιώσεις ημών, τόσον εύρρους ήτο σήμερον η ρητορική του υπαλλήλου, τόσον εξεζητημένη, ώστε να με ανησυχή, ως προς την αποτελεσματικότητα της αποστολής του. - Αφήσατέ μας μόνους, είπον προς τας γυναίκας. Ο Εφέντης θα έχη να μοι διηγηθή λυπηράς λεπτομερείας, ακαταλλήλους διά τα νεύρα σας. Αι γυναίκες εξήλθον. Ο Εφέντης εσκυθρώπιασε. - Λεπτομερείας, είπε, θα είχον πραγματικώς να σας αφηγηθώ φρικαλέας. Δεν το κάμνω, διά να μη λυπηθήτε εκ περισσού, μανθάνοντες πόσα κρίματα επήρα στον λαιμό μου! Το αποτέλεσμα της αποστολής είναι έτσι κ’ έτσι πολύ λυπηρόν, και πρέπει να το μάθετε. - Είναι μηδέν. Είναι αποτυχία! Αποτυχία, ως προς την εδικήν μας υπόθεσιν. Διότι αι ανακρίσεις μου έφεραν πολλά κακουργήματα εις φως και πολλοί ένοχοι θα λάβωσι τα επίχειρα της κακίας των, αλλ’ ο φονεύς του αδελφού μας δεν ευρέθη. Ή πρέπει να εφονεύθη κατά τας επισυμβάσας καταστροφάς εν τη επαρχία, ή πρέπει να είναι ο ταχυδρόμος, ον ο μακαρίτης διεδέχθη. Αυτός ο ταχυδρόμος θα με κάμη να χάσω τον νουν μου! Τον ευρίσκω αποδεδειγμένον αυτουργόν πολλών κακουργημάτων, τον ευρίσκω πιθανώτατον ένοχον εις τον φόνον του πτωχού αδελφού μας, αλλ’ αδυνατώ να τον εύρω αυτόν τον ίδιον! Αδυνατώ να τον συλλάβω! Μόλις έφθασα ταύτην την πρωίαν, έδωκα τας αυστηροτάτας διαταγάς. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι κρύπτεται εν τη πρωτευούση. Ξεύρεις. Η γρηά ζητά τον ψύλλο μέσ’ στο πάπλωμα κ’ εκείνος κάθεται πά’ στα ματογυάλια της. Όμως μην ειπής ακόμη τίποτε εις την Βαλινδέ, την κοκκώνα. Είπα και εις τον Μιχαήλο το ίδιο. Όταν μ’ ερώτησε σήμερον πρωί, της είπα, πως η θέσις μου μ’ απαγορεύει να ειπώ τίποτε πριν αποφανθή το δικαστήριον. Η καϋμένη η κοκκώνα! Δεν είπε τίποτε, αλλά φοβούμαι πως εννόησε την αποτυχίαν μου. Είπον ήδη πόσον κατ’ αρχάς εδυσπίστουν και εις αυτάς τας δραστηριωτέρας ενεργείας της δικαιοσύνης εν τη υποθέσει ταύτη, το μεν ως εκ του παρεμπεσόντος μακρού χρόνου, το δε ως εκ της επισυμβάσης εν τη επαρχία λεηλασίας και σφαγής. Τις οίδεν εάν οι φονείς δεν εύρον τα επίχειρα της κακίας αυτών θεόθεν, απολεσθέντες εν τη γενική εκείνη καταστροφή, μόνοι αυτοί δικαίως, μεταξύ τόσων αθώων; Αλλ’ όταν μετ’ ολίγον εγνώρισα τον Εφέντην μετέβαλον γνώμην, και ήλπισα κ’ εγώ μετά των λοιπών, ότι ο ζήλος αυτού θα ικανοποιήση τον νόμον και θα μας βοηθήση προς εκπλήρωσιν του θλιβερού προς τον προσφιλή ημών νεκρόν καθήκοντος. Αι ειδήσεις του ανακριτού αυτού, μη αποκρύπτουσαι μείζονα ή ότι ωμολόγουν αποτυχίαν, εξηφάνισαν τας ελπίδας εκείνας διά παντός. Ουδέν υπελείπετο πλέον τώρα ειμή να μετριάσω την επί της μητρός ημών εντύπωσιν της ειδήσεως, αναβάλλων αυτήν όσον το δυνατόν περισσότερον. Ο ατυχής Εφέντης, τεθλιμμένος εν πάση ειλικρινεία, συνεφώνει μετ’ εμού περί εγκαταλείψεως πάσης περαιτέρω καταδιώξεως, προ πάντων ότε τον εβεβαίωσα πόσον σπαράσσεται η καρδία μου, διά τους αθώους, όσοι εδεινοπάθησαν, καθειρχθέντες ως ύποπτοι κατά τας αυστηράς αυτού ανακρίσεις. Ως προς τον πρώην ταχυδρόμον η εδική μας υπόθεσις δεν εκέρδιζε διά της συλλήψεώς του. Αφού επανειλημμένως ήδη απεδείχθη εν δικαστηρίω το alibi αυτού. Ενόμιζον ότι η μήτηρ μου προσεδόκα έξωθεν του δωματίου ανυπόμονος να μάθη τας ειδήσεις του Εφέντη. Αλλ’ όταν εγερθείς παρέκυψα διά της θύρας να ίδω, την διέκρινα εις τους πρόποδας της κλίμακος, ελέγχουσαν χαμηλή τη φωνή, αλλά λίαν σφοδρώς τον αδελφόν μου Μιχαήλον, όστις μετά μίαν στιγμήν, πλήρης ταραχής καθώς ήτο, εξέδραμε της οικίας. - Να μη σε ιδώ να έλθης πίσω χωρίς να φέρης τον Κιαμήλη! εφώνησεν η μήτηρ μου κατόπιν του. - Τι τρέχει, μητέρα; ηρώτησα εγώ, όταν είδον την μεγάλην ανησυχίαν επί της μορφής της. - Τίποτε, παιδί μου, τίποτε. Και εισήλθον εις το μαγειρείον, μηδέν περί της υποθέσεως ημών ερωτήσασα. Τόσον πολύ την απησχόλει, φαίνεται, η έλλειψις του Κιαμήλη! Ήτον η πρώτη φορά καθ’ ην έβλεπον τον Εφέντην εις τον οίκον του. Ύστερον από τόσους αγώνας υπέρ ημών, δίκαιον ήτο να δειχθώ προς αυτόν όσον οίον τε φιλοφρονητικός και ευγνώμων, προ πάντων, αφού έβλεπον πόσον ηθύμει διά την ακαρπίαν των αγώνων εκείνων. Εκάθησα λοιπόν παρ’ αυτώ, και ηρξάμεθα οικείως συνδιαλεγόμενοι επί διαφόρων θεμάτων, κυρίως πολιτικών. Όταν εν τη ρύμη του λόγου τον ηρώτησα τι φρονεί περί του κόμματος των λεγομένων Νεοτούρκων εν Κωνσταντινουπόλει, εγερθείς έκλεισε την θύραν του δωματίου. - Εγώ, είπε, φίλε μου, ανήκω εις το προοδευτικόν τούτο κόμμα. - Είτα, εξαγαγών του θυλακίου του εν κλειδίον, ήνοιξε το όπισθεν της θύρας, εντός του τοίχου εκτισμένον ερμάριον, και εξακολουθών να ομιλή, - Η ταπεινή μου γνώμη είναι, είπεν, ότι οι συντηρητικοί είναι στάσιμοι, η δε στασιμότης δεν είναι πρόοδος. Και ταύτα λέγων, εξήγαγεν εκ του ταμείου και έφερε να παραθέση ενώπιόν μου επί του σοφά ένα δίσκον. Μία χιλιάρικη, δύο ποτήρια, και μερικά πιατάκια πλήρη πιστακίων, σταφίδων και ζαχαρωτών ευρίσκοντο επί του δίσκου. - Εννοώ λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Εφέντης, καθεζόμενος απέναντί μου, εννοώ ν’ αφήσωμεν τα παλαιά και σκουριασμένα και να εμφορηθώμεν νέου πνεύματος, νέων ιδεών. Και ταύτα λέγων επλήρωσε τα προ ημών ποτήρια μετά μεγάλης δεξιότητος. Τότε παρετήρησα, ότι το νέον πνεύμα δι’ ου οι Νεότουρκοι εμφορούνται, ήτο - οινόπνευμα! Εγνώριζον, ότι πολλοί των Εφέντηδων το τσούζουσιν ιεροκρυφίως. Αλλά ποτέ δεν ηδυνάμην να φαντασθώ, ότι άνθρωπος εν σχετικώς βραχεί διαστήματι ηδύνατο να πίη περί την μίαν οκάν μαστίχας, και τούτο άνευ ύδατος! Όταν ήλθον να μας προσκαλέσωσιν εις το δείπνον και είδον τον καλόν εκείνον άνθρωπον παραπαίοντα από τοίχου εις τοίχον, τότε εννόησα διατί το εις ο ανήκε κόμμα καρκινοβατεί μόνον επί της οδού της προόδου, και μοι ήλθεν όρεξις να γελάσω. Αλλ’ όταν είδον την στυγνήν της Οθωμανίδος μορφήν, την τεταραγμένην της μητρός μου όψιν, όταν είδον ότι κεκρυμμένον τι δυστύχημα τους έκαμνε να μη προσέχωσι καν εις τους τραυλισμούς του Εφέντου, δεν ηξεύρω ποία μυστηριώδης δύναμις συνετάραξε την καρδίαν μου! Προφανώς συνέβαινε κάτι τι πολύ θλιβερώτερον της μέθης του Εφέντου. Η ώρα παρήρχετο, αλλ’ ούτε ο αδελφός μου, ούτε ο Κιαμήλ ήρχετο να δειπνήση μεθ’ ημών. Η πληκτική σιγή, ην έκαστος ημών ετήρει, εκορύφωνεν ολονέν την ανησυχίαν μου, και αφού η μήτηρ ηρνείτο ν’ αποκριθή εις τας ερωτήσεις των οφθαλμών μου, - Πού είναι ο Μιχαήλος, μητέρα; την ηρώτησα, διακόψας το φαγητόν. - Τώρα θα έλθη, παιδί μου, είπεν εκείνη μετά θλιβερού τόνου. - Και ο Κιαμήλης; ηρώτησα εκ νέου. Η μήτηρ μου έθηκε τον δάκτυλον επί των χειλέων, και μοι ένευσεν εν ονόματι του Θεού να σιωπήσω! Η γραία Οθωμανίς, ήτις έκυπτε την καταβεβλημένην αυτής κεφαλήν μετ’ απεριγράπτου θλίψεως, δεν εσήκωσε τους οφθαλμούς αυτής, αλλ’ εταράχθη σπασμωδικώς εις το όνομα του τέκνου της. Έπειτα συνελθούσα, - Μη χαλάς την όρεξί σου, Σουλτάνε μου, είπε, προσπαθούσα επί ματαίω να μειδιάση. - Δεν είναι τίποτε. Ο Κιαμήλης εβγήκε, και άργησε να έλθη, μα δεν είναι τίποτε. - Δόξα σοι ο Θεός! είπον τότε εγώ, αναπνεύσας. Εφοβήθην μην ησθένησεν. Αφού είναι καλά, θα έλθη όπου και αν είναι. - Δόξα σοι ο Θεός! επανέλαβεν η γραία στενάζουσα βαθέως. Και ως εάν ήτο υπερβολική ζέστη, ήνοιξε το γιασμάκιόν της πλέον ή ότι το έκαμε μέχρι τούδε ενώπιόν μου, και ήρχισε να αερίζηται διά της μιας αυτού άκρας. Τα δάκρυα εστενοχώρουν τους μεγάλους αλλά βαθουλούς πως οφθαλμούς της γραίας, η ανατολική της οποίας καλλονή μόλις διεφαίνετο πλέον επί του μαραμένου προσώπου της. - Και τόσο γερό που είναι το παιδί μου, επρόσθεσεν έπειτα, πάλε δόξα σοι ο Θεός! - Μόνον ολίγον χλωμός που είναι, τη είπον εγώ προς παρηγορίαν. Αλλοιώς είναι γερό παιδί. - Γερό, ανεστέναξεν εκείνη. Γερό, αλλά τι το θέλω! Από μέσα έχει το σκουλήκι, που του αλέθει την καρδιά! Και σαν του αναβή καμμιά φορά στο κεφάλι - Θεός να φυλάγη τα παιδιά του κόσμου και ύστερα το δικό μου! Θεός να σε φυλάγη, Σουλτάνε μου και σένα! Καρά σεβδά τον είπανε, εξηκολούθησε θρηνητικώς η γραία, και καρά σεβδάς είναι. Γιατί πολλών μητέρων καρδιαίς εμαύρισε, πολλά παλληκάρια έβαλε μέσα στη γη τη μαύρη! Η κοκκώνα με διηγήθη την ιστορία του χωριανού σας που πήρε το φαρμάκι στα Ψωμαθιά για την κόρη του Ξανθούλη, και του έβγαλαν τραγούδι και το λαλούσαν μέσ’ στον δρόμο... Θεός να φυλάγη το παιδί μου!- Εγνώριζον την ιστορίαν του χωριανού μας. Εκ του υπαινιγμού αυτής συνεπέρανα το πάθος του δυστυχούς Κιαμήλη. Η ωχρά μορφή, οι ρεμβώδεις οφθαλμοί, το μελαγχολικόν εκείνο στοιχείον εν όλη αυτού τη υπάρξει, οι διαλείποντες πυρετοί, η αδιαλείπτως φθίνουσα υγεία του ώφειλον να με κάμουν να το μαντεύσω. - Λοιπόν ο Κιαμήλης αγαπά χωρίς ν’ ανταγαπάται; - Και χωρίς ελπίδα ν’ αγαπηθή ποτέ! εστέναξεν η μήτηρ αυτού. Διότι η σκύλα είναι πανδρεμμένη πλέον. - Α! είπον, αυτό δεν μ’ αρέσκει. Πρέπει να βοηθήσουμε τον Κιαμήλη να την λησμονήση. Η δυστυχής εξερράγη εις παρακλήσεις, εις ευχάς και ευλογίας, εις επαίνους και εγκώμια, πάντα υπερβολικά κατά την ανατολικήν συνήθειαν, αλλ’ αληθώς εκ του βάθους της καρδίας αυτής εξερχόμενα. - Εάν μου κάμης αυτό το καλό, είπεν επί τέλους, θα γενώ σκλάβα σου, να σκουπίζω το κατώφλοιον του σπιτιού σου με τας βλεφαρίδας των οφθαλμών μου! - Είτα ήρχησε να διηγήται. Ήταν πριν γενή το Μονοπωλείον του καπνού στην Πόλι. Ο Κιαμήλης μου δεν ήτον παιδί για να γένη σοφτάς και να κάθεται με τα χέρια σταυρωμένα, καθώς τον βλέπεις τώρα. Είχεν ένα συντροφικό καπνοπωλείο, που σαν αυτό δεν ήταν άλλο. Ο σύντροφός του επωλούσε λιανικώς στην Πόλι, και το παιδί μου εγύριζε σταις επαρχίαις και ’γόραζε χονδρικώς από τους καπνογεωργούς. Εκεί στην επαρχία, εσχετίσθη με τον υιόν ενός κτηματίου. Έτσι γλυκό παιδί που ήτανε ο Κιαμήλης μου, όλος ο κόσμος το αγαπούσε. Μα ο υιός του κτηματίου τον αγάπησε πάρα πολύ. - Κάλλιο να μην είχε σώσει! - Γιατί τον αγάπησε κι ο Κιαμήλης μου πολύ, και τον έφερε στην Πόλι, και πήγαν στον ιμάμη, και άνοιξε του καθενός την φλέβα, και ήπιεν ο ένας από το αίμα του άλλου κ’ έγειναν κανκαρδάσηδες (αιματαδελφοί). Σαν αγαπήθηκαν τόσο πολύ, - Έλα να σε κάμω γαμβρό μου! του είπε. Έχω μιαν αδελφή στο κτήμα μας - η ωραία των ωραίων. Μια φορά να την διής, θα χάσης τον νου σου. - Ε! και ο Κιαμήλης μου νέος ήτανε, και καλός ήτανε, και άξιος ήτανε. Μα ο πατέρας της κόρης - τον αγαπούσε, δεν λέγω πως δεν τον αγαπούσε - μα γαμβρόν του δεν τον ήθελε. Γιατί ήτανε, λέγει, Σουλτάνης από αυτούς που γεννιούνται από ταις σκλάβαις του σουλτάνου, και ήθελε να πάρη κανένα Μπέη, κανένα Πασσά. Μα οι νέοι τα εσιάξανε μεταξύ τους, και η κόρη -π’ ανάθεμά της!- αγάπησε τον Κιαμήλη τόσο πολύ, που ο γέρος αναγκάσθηκε να δαγκάση τα χείλη του και να σιωπήση, έτσι αψύς και υπερήφανος που ήταν. Γιατί άλλο παιδί από τη Ναζιλέ δεν είχε και δεν ήθελε να την λυπήση. Έτσι εδώσανε σημάδι και αρραβωνιασθήκανε. Ποιος το ήξευρε να τους πανδρεύση τότε, και να τους φέρη στην Πόλι. Μα βλέπεις στο μεταξύ έγεινε το Μονοπωλείο, και έκλεισαν όλα τα καπνάδικα του κόσμου, και άφηκαν τόσους ανθρώπους χωρίς δουλειά. Και ο Κιαμήλης μου, άφησε που εζήμιωσε τόσο, μόνον έμεινε και αργός. Έτσι επήγε στου πεθερού του να έχη και αυτός ενασχόλησι στο κτήμα, πότε με το ένα, πότε με το άλλο, μαζί με τον γυναικάδελφόν του, και απεφάσισε και αυτός να ζήση στην επαρχία για το χατήρι της αρραβωνιαστικής, που δεν ήθελε τώρα να χωρισθή από τον πατέρα της. - Παιδί μου, Κιαμήλη, του έλεγα, καρπός που κρατεί σφιχτά στο δένδρο του είναι άγουρος ακόμη. Και κορίτσι που δεν μπορεί ν’ αφήση το σπίτι του γονιού του δεν είναι ακόμη για γυναίκα. Μα ο Κιαμήλης, που την αγαπούσεν, έκαμνεν ό,τι του γύρευεν εκείνη. Σαν εζύγωσεν ο καιρός του γάμου, ο Κιαμήλης και ο αδελφοποιτός του ανέβησαν εις τ’ άλογο για νάλθουνε στην Πόλι να ψουνίσουνε. Ο σιδερόδρομος ήταν κοντά, μα οι νέοι αγαπούσαν τ’ άλογα, κ’ ήθελαν και καλά να μβούνε καβαλάρηδες στην Πόλι, με τα χρυσά κομβία στα γελέκια τους, με τα κουμπούρια στη μέση και ταις καραβίναις στην πλάτη τους. Έτσι εξεκίνησαν με τα φλουριά στα κεμέρια τους. Έτσι έφθασαν ως στο γεφύρι του Λουλεβουργάζ, το ίδιο το γεφύρι που σκοτώθηκεν ύστερα και ο φτωχός ο αδελφός σου. Το γεφύρι, καθώς με είπεν ο Εφέντης που το είδε, είναι στενό και αψηλό· ο ποταμός είναι βαθύς και γρήγορος· την μιαν όχθη γυμνός και την άλλη σκεπασμένος με πολλαίς και άγριαις ιτιαίς και άλλα δένδρα που σμίγονται με το δάσος που αρχίζει παρά πέρα. Ο μεθυσμένος Εφέντης δεν ήτο εις θέσιν να εξελέγξη την ορθότητα της περιγραφής, διότι προ πολλού ήδη ερρογχάλιζεν εξαπλωμένος παρά την τράπεζαν. - Μόλις είχαν φθάσει ως την μέση του γεφυριού, εξηκολούθησεν η γραία, και ο Κιαμήλης, το παιδί μου, είδε μέσ’ από ταις ιτιαίς μια φλόγα, κι άκουσε μια τουφεκιά! Και πριν προφθάση να τα νοιώση, παιδί μου, έπεσεν ο σύντροφός του πληγωμένος! Κ’ εξιππάσθηκε το άλογο του Κιαμήλη, κ’ έγειρε σε μια μεριά κ’ έσπασε το κάγκελο του γεφυριού κ’ έπεσε στον ποταμό μαζί με το παιδί μου! Θεός να φυλάγη τον κόσμο από την κακή την ώρα! Ποιος ηξεύρει πόσαις ώραις επάλαιψε με το θάνατο! Μα βλέπεις δεν ήτανε γραφτό του. Το άλογο ευρέθηκε σκοτωμένο, κ’ εκείνος εγλύτωσε. Ευχαριστώ σε, Κύριε! Κ’ έτσι που εγλύτωσε, πάλε δόξα σοι ο Θεός! Τρεις ημέραις δεν ήξευρε πού ήτανε. Σαν ήλθε κομμάτι στον εαυτό του, εκατάλαβε πως ευρίσκεται μέσα σ’ ένα μύλο. Τόσο μακρυά τον παρέσυρε το ρεύμα μπερδευμένον στα λουριά του αλόγου! Κι’ αν δεν επρόσθανε να τον γλυτώσ’ ο μυλωνάς στην ύστερη στιγμή του - Ας είναι δα! Πολύς καλός άνθρωπος δεν ήτο κι ο μυλωνάς, μα, ας είναι. Γιατί, σαν ήλθε το παιδί μου στον εαυτό του, εκατάλαβε πως του επήρε το κεμέρι από τη μέση του. Μα δεν είπε τίποτε. Έτσι κ’ έτσι θα του το έδιδε με το χέρι του. Τον ευχαρίστησε λοιπόν όπως ημπορούσε, κ’ επήρε τον δρόμο, να πα’ στου πεθερού του το κτήμα, να ιδή μην έπαθεν ο αδελφοποιτός του τίποτε, να φέρη την είδησι. Μα σαν έφθασε μισοπεθαμένος ως την θύρα του, δεν τον έβαλε μέσα. Μόνον εγύρισε το πρόσωπό του από την άλλη μεριά για να μην τον βλέπη, και, - Αφήκες να σκοτώσουν τον αδελφοποιτό σου, του είπε, χωρίς ν’ αδειάσης το τουφέκι σου· κ’ έρχεσαι στο σπίτι μου, χωρίς το κεφάλι του φονιά στο χέρι σου; Είσαι άνανδρος! Είσαι προδότης! Και τον εσκούντησεν έξω, κ’ έκλεισε την θύρα! Χωρίς ζωή στο κορμί του, χωρίς παρά στην τσέπη του! Ποιος ηξεύρει σε ποιο κάμπο θα ήσαν τώρα σκόρπια τα κόκκαλά του, αν δεν είχε την τύχη να ξεπέση στο χωριό σας, αν δεν ευρίσκετο η αγία αυτή γυναίκα, η βαλιδέ η μητέρα σου, να τον πρεμαζεύση στο σπίτι της και να τον κυττάξη. Εμείς οι Τούρκοι λέμε, πως όλ’ οι Χριστιανοί θα πάνε στην κόλασι· μα σαν συλλογιούμαι το καλό που έκαμεν η μητέρα σου, λέγω με τον νουν μου: Σαν δεν πάγ’ αυτή η Χριστιανή στον παράδεισο, δεν ηξεύρω ποιος Τούρκος θενά πάγη! Ας είναι δα! Ταις βουλαίς του Θεού κανείς δεν ταις ηξεύρει! Όλον εκείνο τον καιρό το είχα χαμένο το παιδί μου. Το φονικό που έγεινε το μάθαμε, μα ο Εφέντης δεν ήτο τότε ακόμη στον Ζαπτιέ, και ο Σουλτάνης ο πεθεροκαμένος του Κιαμήλη απεκρίθη πως δεν τον ξαναείδεν. Έτσι τον εγράψαμε στα πεθαμμένα. Όταν ήλθεν ο αδελφός σου και μου τον έφερε λιγνό λιγνό και νεκροχλωμιασμένο, μ’ εφάνη πως εβγήκεν από το μνήμα του. Και τόση χαρά να δίδη ο Θεός στη ζωή σας, παιδί μου, όση χαρά αισθάνθηκα εγώ εκείνη την ημέρα! Αλήθεια επέρασε πολύς καιρός, μα στα υστερνά έγεινε καλά το παιδί μου. Σαν έγεινε καλά, εσηκώθη να φύγη. - Πού θα πας, παιδί μου; - Στην αρραβωνιαστική μου, μητέρα, στον πεθερό μου. - Και τι θα πας σε τέτοιο πεθερό, παιδί μου; Άφησέ τον να κουρεύεται! - Όχι, μητέρα, δεν γίνεται. Πρέπει να μάθη, πως δεν είμαι ούτε προδότης, ούτε άνανδρος άνθρωπος. Πρέπει να μιλήσω μαζί του. Έτσι εσηκώθηκε κ’ επήγε. Ύστερ’ από δυο τρεις εβδομάδες εγύρισεν οπίσω χωρίς να τον περιμένω. Μα άλλος επήγε, και άλλος εγύρισε! Πού επήγε, τι έκαμε, λόγο δεν μας είπε. Μόνον, άμα ήλθεν, έπεσε στο στρώμα με την θέρμη. Ήτανε Γενάρης. - Δεν σου το είπα, παιδί μου, να μη ταξειδεύσης μέσ’ στον χειμώνα; Να που αρρώστησες πάλι! - Κάλλιο να απέθνησκ’ από τον χειμώνα, μητέρα, παρά να πάθω ό,τι έπαθα! Αυτό ήταν όλο που μου είπε, και μου έδωκε τα σημάδια, που εστείλαμε στην κόρη του Σουλτάνη, όταν την αρραβωνιάσθηκε. Τότε εκατάλαβα την αρρώστια του! Η σκύλα επανδρεύθηκε κ’ επήρεν έναν άλλον! Από τον Θεόν να τωύρη! Επήρε το κρίμα του παιδιού μου στον λαιμό της. Τον βλέπεις πώς έγεινεν! Από τον καϋμό του εγράφθηκε δόκιμος εις τον Τεκέ εδώ κοντά μας, και πάγει κάθε Παρασκευή και τρώγει μαζί με τους νδερβησάδες το αφιόνι, και γονατίζει μ’ αυτούς και αναστενάζει, ως που αιματώνουν τα σπλάγχνα του, και χτυπά τα στήθια του, ως που τον βγάλλουν λιποθυμημένον από την μέση τους. Και αν ήτον μόνον τούτο δεν πειράζει. Γιατί ο Σεΐχης, ο πρώτος των νδερβησάδων, τον αγαπά πολύ γι’ αυτό, και με είπε, πως μίαν ημέρα το παιδί μου θενά γείνη άγιος. Μα ένα κακό που του έρχεται καμμιά φορά, αυτό θα με κάμη να χάσω τον νουν μου! Τον είδες πως είναι ήσυχος και γλυκός και σιωπηλός. Το έγεινεν αφ’ ότου έμαθεν πως επανδρεύθηκεν η αγαπητικιά του, πολύ περισσότερον παρ’ ότι ήτανε προτού. Μα καιρούς καιρούς τον βλέπεις και αγριεύει, και τον πιάνει μια ανησυχία και δεν χωρεί μέσα στα ρούχα του, και δεν ηξεύρει τι κάμνει! Έτσι και σήμερα. Την ώρα που εμείς ήμεθα πίσω στον κήπο με την Ατσιγγάνα, εμβήκεν έξαφνα σαν τον τρελλό στο σπίτι, άρπαξε κάτι τι από τ’ αρμάρι κ’ εβγήκε κ’ έφυγε. Εμείς δεν τον είδαμε. Μα ο Μιχαήλος που εβάλαμε να φυλάγη μήπως έλθης, τον είδε και άνοιξε την αγκάλη του να τον εμποδίση. Μα εκείνος, σαν να έβλεπε τον όξω απ’ εδώ μπροστά του, έβγαλε, λέγει, μια βλαστημιά κ’ εσκόντησε τον Μιχαήλο κατά γης κ’ εβγήκε κ’ έφυγε! Γι’ αυτό δεν σε άνοιξε την θύρα σήμερα το παιδί μου, και γι’ αυτό δεν ηύρες κανένα να σε υποδεχθή. Γιατί ο Μιχαήλος, σαν ήλθε στον εαυτό του, έπεσε κατόπι στον Κιαμήλη, μήπως και τον φθάση, μα δεν ειμπόρεσε. Και ήλθε πίσου να μας ειπή τι συνέβη, κ’ εβγήκε πάλε, μήπως και τον εύρη πουθενά κοντά στην θάλασσα... Θεός να φυλάγη το παιδί μου από την θάλασσα! Και αναστέναξεν η γραία και έδωκεν ελευθερίαν εις τους χειμάρρους των δακρύων της! Άλλως εφανταζόμην το δείπνον της εσπέρας ταύτης, και άλλως ετελείωσεν. Εδώ ερρογχάλιζε, κτηνωδώς μεθυσμένος, ο πλήρης ζήλου, ο δραστήριος εκείνος ανακριτής, ον μέχρι τούδε ενόμιζον πρότυπον εγκρατούς, αφωσιωμένου υπαλλήλου. Εκεί εθρηνώδει, βεβυθισμένη εις την εσχάτην δυστυχίαν, η γραία Οθωμανίς, ήτις προ τόσων ημερών ητοιμάζετο να εορτάση διά παντοίων τουρκικών διασκεδάσεων την εσπέραν της παρ’ αυτή διαμονής μου, και ήτις δεν εύρισκεν απόψε παραμυθίαν ουδ’ εις αυτάς τας τρυφερωτάτας φροντίδας της μητρός μου. Και ο Κιαμήλ ο νηφάλιος, ο σώφρων Κιαμήλ, όστις και αγίασμα έπινε και του παπά το χέρι φιλούσε, και χάριν του οποίου κυρίως ελησμόνουν την προς τους ομοθρήσκους του αντιπάθειάν μου, μοι παρουσιάζετο αίφνης ως ανήκων εις την μάλλον φανατικήν τάξιν δερβισών οιμωζόντων, ως άνθρωπος δυστυχής, του οποίου αι φρένες, ίσως εκ του ατυχούς έρωτος, ίσως εκ της μεγάλης χρήσεως του οπίου, ήσαν παρασεσαλευμέναι, έπασχον τούτ’ αυτό περιοδικάς εκλείψεις! Και όμως, μίαν στιγμήν, εσκέφθην να εξέλθω κ’ εγώ προς αναζήτησίν του. Αλλ’ εκτός ότι δεν θα ήξευρον πού να υπάγω, εσυλλογίσθην αργότερον τον αιδήμονα, τον ευλαβή χαρακτήρα του, και εφαντάσθην πόσον επιβλαβώς ηδύνατο να επηρεάση την ασθενή αυτού φύσιν η ιδέα, ότι έσχε μάρτυρα της δυστυχίας αυτού και εμέ, ον τόσον εξαιρετικώς ετίμα και εσέβετο. Επειδή δε η ώρα παρήρχετο, και ούτε ο αδελφός μου, ούτε ο Κιαμήλ επέστρεφε, - Μου έρχεται μία ιδέα, είπον, προς τας γυναίκας. Ο Μιχαήλος βεβαίως θα εύρε τον Κιαμήλ· αλλ’ ο Κιαμήλ, ύστερον από ό,τι συνέβη, εντροπιάρης καθώς είναι, θ’ αποποιήται να έλθη εις το σπίτι, ως εκ της παρουσίας μου. - Καλά το ηύρες! είπεν η μήτηρ μου. Ίσως περιπατούν έξω εις τον δρόμον και περιμένουν να σβύση το φως από την σάλλα, και ύστερα να μβούνε. Άιντε, παιδί μου, για να μην ανησυχή περισσότερο η χανούμισσα, έλα να σε δείξω που θενά πλαγιάσης. Μετά τινας ματαίας παρηγορίας προς την ταλαίπωρον Οθωμανίδα, η μήτηρ μου προηγήθη, μικρόν ελαιόλυχνον κρατούσα, και εγώ την ηκολούθησα. - Σου εστρώσαμεν εις το κιόσκι, μοι είπεν ενώ κατηρχόμεθα την κλίμακα. Εσύ κοιμάσαι πολύ ελαφρυά, και τα παιδιά ξυνούν πρωί και κάμνουν πολύ θόρυβο. Γι’ αυτό σ’ εστρώσαμε στο κιόσκι. Όταν η μήτηρ μου ήνοιξε την θύραν του περιπτέρου, ευώδης οσμή καιομένου αρωματικού ξύλου προσέβαλε την όσφρησίν μου. Τα πάντα εν τω οικίσκω εφαίνοντο εκτάκτως ηυτρεπισμένα. Αλλ’ η αθυμία, ην είχον εισερχόμενος εις αυτόν, δεν μοι επέτρεψε να περιεργασθώ τίποτε. Μία αόριστος ανησυχία, εν κρυφόν προαίσθημα αγνώστου τινός δυστυχήματος εκυρίευε την καρδίαν μου. Διά τούτο, όταν η μήτηρ μου ήρχησε να μ’ ερωτά περί των ως προς τον φονέα του αδελφού μου ανακοινώσεων του Εφέντου, υπήρξα, το ενθυμούμαι ακόμη, λίαν αινιγματικός και βραχυλόγος, καταλυπήσας αυτήν, χωρίς να το σκεφθώ. Πολλήν ήδη ώραν μετά την αποχώρησιν της μητρός μου, εκαθήμην έτι οκλάδην επί του ερυθρού χραμίου του χαμηλού σοφά, κύπτων προς το αμυδρόν φως ελεεινού λυχναρίου, και προσπαθών να διασκεδάσω τας σκέψεις και τας ζωηράς της φαντασίας μου εικόνας διά της αναγνώσεως, δεν ενθυμούμαι πλέον τώρα τίνος βιβλίου. Αλλά τ’ αντικείμενα της νοεράς οράσεως παρεμπρόσθουν μεταξύ εμού και του βιβλίου, πολύ φωτεινότερα των φύλλων αυτού, και η ανάγνωσίς μου καθ’ όλον το διάστημα δεν ήτο παρά μηχανικός των οφθαλμών περίπατος επί των γραμμών εκάστης σελίδος. Δις ή τρις εξηπλώθην χαμαί επί του μοσχοβολούντος στρώματός μου με όμματα διά της βίας κεκλεισμένα, αλλ’ εις μάτην. Η οσμή του μόσχου, ην απέπνεον τα χειροκέντητα προσκεφάλαιά μου, τόσον μεθυστική, τόσον ναρκωτική, δεν ίσχυε να αποκοιμίση την συγκίνησίν μου. Η ιστορία του δυστυχούς Κιαμήλ εξελίσσετο εν ζωνταναίς εικόσιν ενώπιον των κλειστών οφθαλμών μου. Πόσον κοινωνικός, πόσον ευομίλητος θα ήτο άλλοτε ο φιλέρημος, ο σιωπηλός, και διά τούτο ανιαρός τώρα, σοφτάς, όστις κατέκτησεν ούτως ασυνήθως την φιλίαν ενός εκ των Σουλτάνιδων, οίτινες εν τη οθωμανική αριστοκρατία κατέχουσι την εγωιστικωτέραν θέσιν, μ’ όλην την προοδεύουσαν πτωχείαν των! Και τι φιλία θα ήτο εκείνη; τι αδελφοποίησις! Αναμφιβόλως ο νέος Σουλτάνης εύρεν εν αυτή ευδαιμονίαν πολύ πλείω της συνήθους, και φιλάδελφος ων, έσπευσε να ποιήση μέτοχον αυτής και την ωραίαν αδελφήν του. Τώρα εφανταζόμην τον Κιαμήλ, εν κρυφή ειδυλλιακή αγάπη μετά της μελλούσης μνηστής του, μέτοχον συγκινήσεων κ’ αισθημάτων τόσον αγνώστων τοις ομοφύλοις αυτού, και όμως τόσον φυσικών εις την ευαίσθητον αυτού καρδίαν. Τώρα πάλιν δαμαστήν θυμοειδούς ίππου, καλπάζοντα παρά το πλευρόν του αδελφοποιτού του, με την γραφικήν στολήν της επαρχιακής νεολαίας, με τα ζωηρά χρώματα και τον οπλισμόν αυτού αστράπτοντα, και μετ’ ολίγον τον εφανταζόμην εν φοβερά συγχύσει κρημνιζόμενον μετά του αφηνιασμένου ίππου του από του μεγάλου εκείνου ύψους της γεφύρας και απελπιστικώς παλαίοντα προς την μανίαν του ζώου, προς την λύσσαν των σφοδρών ρευμάτων, προς τον θάνατον, ως έλεγεν η μήτηρ του, έως ου, εξαντληθείς και αποκαμών, αφίνετο να σύρεται περιπεπλεγμένος πιθανώς εις τα λωρία του αναβολέως, παίγνιον των ορμητικών υδάτων και αυτός και το εκπνέον ήδη άλογον. Και έπειτα ο στυγνός εκείνος εγωιστής, ο απάνθρωπος Σουλτάνης, όστις έκλειε τόσον ανιλεώς την θύραν αυτού εις τον ημιθανή μνηστήρα της ιδίας αυτού θυγατρός! Και έπειτα πάλιν ο δυστυχής Κιαμήλ ασπλάγχνως ερριμένος παρά το Χάνιον του Γέρο-Μούρτου, κατατρυχόμενος υπό του πυρετού και όμως εκτεθειμένος εις τα ψύχη της νυκτός και τους καύσωνας της ημέρας, διά την ανέχειάν του, εξαιτούμενος εν τη παραφροσύνη του έλεος παρά μιας βάτου, ίσως της μνηστής του, και απειλών να σφάξη μίαν αγριαγγινάραν, ίσως τον φονέα του αδελφοποιτού του! - Και πώς να εύρη ο ατυχής νέος τον φονέα; Και πώς να εκδικήση τον αδελφοποιτόν του; Και τον εύρεν άρα γε; Και τον εξεδίκησε; Και εάν εξεδίκησε τον αδελφόν της μνηστής του, διατί τότε τον εγκατέλειπεν εκείνη, ενώ ώφειλε να τον αγαπά διπλασίως τώρα; Βεβαίως ο ήμερος του Κιαμήλ χαρακτήρ δεν ίσχυσε να εκπληρώση το άγριον καθήκον της σκληράς, της αιμοχαρούς αυτοδικίας. Και πριν ή κακουργήση προς ικανοποίησιν της θυριώδους του πενθερού του καρδίας, προετίμησε να φονεύση την ιδίαν αυτού καρδίαν διά παντός, καταστρέφων όλην αυτής την ευδαιμονίαν. Ίσως θα ήτο καλλίτερον εάν δεν έκαμνεν αυτός εξαίρεσιν· εάν εφέρετο ως αληθής Οθωμανός, εκδικών τον αδελφοποιτόν αυτού κατά τον βάρβαρον εκείνον τρόπον, ον παρά μεν τοις ομοφύλοις του υπερορά ο νόμος, παρά δε τοις Χριστιανοίς ουδ’ αυτή η φιλανθρωποτάτη της γης θρησκεία ηδυνήθη ακόμη να καταργήση. Τοιαύται εικόνες και τοιαύται σκέψεις απησχόλουν την διάνοιάν μου, ότε κρότος βημάτων εν τη εισόδω του περιπτέρου μ’ έκαμε να τιναχθώ αίφνης εκ της θέσεώς μου. Εισερχόμενος είχον ιδεί εκεί χαμαί στρώματά τινα. Προφανώς ο δι’ ον ήσαν προωρισμένα ήρχετο να κοιμηθή. Ίσως είναι ο αδελφός μου, είπον και ήνοιξα την θύραν. Εν τω αραιώ του προθαλάμου σκότει διεγράφετο αμυδρώς το ισχνόν και υψηλόν του Κιαμήλ ανάστημα με το φωσφοροειδώς λευκάζον σαρίκιόν του, το οποίον ήγγιζε σχεδόν την οροφήν του δωματίου. - Το ξεύρουν μέσα πως ήλθες, Κιαμήλη; Η μητέρα σου ήτο πολύ ανήσυχος, είπον, προσπαθήσας να κρύψω την εμήν ανησυχίαν. - Τώρα πάγει πια! είπεν ο Κιαμήλ ακίνητος αυτού, μετά φωνής ανεξηγήτως παραδόξου.- Τώρα ετελείωσε το κακό. Θα ησυχάση κ’ εκείνη, θα ησυχάσω κ’ εγώ! - Εύγε, Κιαμήλη! είπον εγώ, ενθαρρύνων αυτόν να με ακολουθήση εις το δωμάτιόν μου. Εγώ το ξεύρω πως είσαι γνωστικό παιδί. Το ξεύρω πως αυτό θα είναι πλέον η τελευταία φορά. - Ναι, είπεν ο Κιαμήλ μετά πεποιθήσεως. - Η τελευταία! Αλλ’ οποία υπήρξεν η έκπληξίς μου, όταν τον είδον εισελθόντα εις το δωμάτιόν μου! Η ωχρά μορφή του, εφ’ ης αφ’ ενός μεν αντηνακλάτο το λευκόν του σαρικίου του χρώμα, αφ’ ετέρου δε το πράσινον του ράσου του, εφαίνετο ως μορφή νεκρού προ πολλού εκπνεύσαντος! Τα χείλη του ήσαν πελιδνά, οι οφθαλμοί του σβεσμένοι, αι κινήσεις αυτού ως κινήσεις πτώματος υπό την επήρειαν μυστικού τινος γαλβανισμού διατελούντος. Οι δε συνεχείς παλμοί της αμυδράς του λυχναρίου μου λάμψεως ανησύχως κυμαινόμενοι επ’ αυτού, καθίστων την εμφάνισίν του ριγηλώς φρικαλέαν, ως εμφάνισιν νεκρικού τινος φάσματος! Δεν ηξεύρω πως ηδυνήθην να τηρήσω την παρουσίαν του πνεύματός μου. Αλλ’ ενθυμούμαι ακόμη μετά φρίκης, ότι τον ενηγκαλίσθην και τον εφίλησα προς ενθάρρυνσιν. Τόσον πολύς ήτον ο προς τον δυστυχή οίκτος μου! Όταν ησύχασεν ολίγον, ανέπνευσεν εκ βάθους και - Τώρα πια ετελείωσεν! είπε. Τώρα θα ησυχάσω! - Και εξεστόμισεν άσεμνον βλασφημίαν κατά τινος τρίτου, μόνον δι’ υβριστικού επιθέτου ονομάσας αυτόν. - Δεν φθάνει που εσκότωσε τον αδελφοποιτόν μου, είπεν έπειτα, δεν φθάνει που κατέστρεψε την ευτυχία και την υγεία μου, μόνο ήρχετο κάθε λίγο να μου φαρμακώνη και την αθλία ζωή, που μ’ επερίσσευε! Και όταν είδεν ότι εγώ δεν εύρισκον τι πρόχειρον να του ειπώ, - Ξεύρω, είπε. Εσύ είσαι διαβασμένος άνθρωπος και θα γελάσης. Γι’ αυτό δεν σε είπα τίποτε, ως τώρα. Μα ο Σεΐχης του Τεκέ μας είναι πιο διαβασμένος από σένα, είναι άγιος. Και όποιος κάμνει τον λόγο του, κάμνει την βουλή του Θεού. Τρία χρόνια τώρα με καταδιώκει ο βρυκόλακας, κανείς δεν μ’ εγλύτωσε. Στο πανηγύρι επήγαινα, μπροστά μου τον εύρισκα· στο παζάρι επήγαινα μπροστά μου τον εύρισκα, ως που με απέλπισε, και παράτησα την δουλειά μου και πήγα κ’ έγεινα σοφτάς. Καλά που έκαμα! Γιατί ο Σεΐχης μας που σε είπα, αυτός μ’ εγλύτωσε. Ας έχουμε την ευλογία του! «Μη τον βλέπεις που μοιάζει τον σκοτωμένο», με είπεν. «Ο βρυκόλακας είναι μόνον ένα τουλούμι γεμάτο αίμα. Φέρε με ένα μαυρομάνικο μαχαίρι να σε το διαβάσω· και άμα τον ξαναϊδής, τρύπα τον, να χυθή το αίμα! Άλλη μια φορά δεν θα ξαναβγή μπροστά σου. Τότε διέκρινα μετά φρίκης, ότι αι χείρες του ήσαν καθημαγμέναι και κηλιδωμένον το ένδυμά του. Κρύος ιδρώς με περιέλουσεν! - Ω! Κιαμήλ, έχυσες αίμα! - Όχι! είναι μόνον το αίμα του βρυκόλακα, του σκοτωμένου. - Και τίνος σκοτωμένου ήτον ο βρυσκόλακας; ηρώτησα εγώ τρέμων καθ’ όλα μου τα μέλη. - Αυτού που σκότωσε τον αδελφοποιτόν μου, απεκρίθη εκείνος. - Και ποιος λοιπόν εσκότωσε τον φονέα του αδελφοποιτού σου; - Ποιος άλλος είχε το καθήκον παρά εγώ, είπεν ο Τούρκος μετά τοιαύτης υπερηφανείας, ώστε να τον βδελυχθώ. - Και πώς; Τέτοιο κακό! εψέλλισα έπειτα μηχανικώς μάλλον και αβουλήτως. - Χμ! είπεν ο Τούρκος. Δεν είναι γραμμένο στο χαρτί σας; Μάχαιραν δώσεις, μάχαιραν λάβης! Ο διάβολος που χύνει την σφαίρα για τον φονιά, χύνει και μια για τον εκδικητή του. Άκουσε λοιπόν. Ίσως δεν ηξεύρεις ότι ο φονιάς του αδελφοποιτού μου μ’ έκαμε να κινδυνέψω, να ληστευθώ από ένα μυλωνά, να διωχθώ από τον πεθερό μου, και να ξεπέσω άρρωστος στο χωριό σας. Μάθε το λοιπόν, να που σου το λέγω. Άμα ήλθ’ από το σπίτι σας στην Πόλι κ’ ένοιωσα τον εαυτό μου καλά, επήρα το τουφέκι κ’ επήγα πίσω στον μυλωνά, που μ’ έβγαλ’ από τον ποταμό μισαποθαμμένο. - Μου έκλεψες ένα κεμέρι, του είπα, με πεντακόσια φλουριά· μου έσωσες μια ζωή, πέντε παράδες δεν αξίζει. Εσύ που λογυρίζεις τόσο συχνά στην άκρη του ποταμού, χωρίς άλλο θα γνωρίζης ποιος εσκότωσε τον αδελφοποιτό μου, την ημέρα που μ’ έσυρες έξω. Κύτταξε τον λύκο του τουφεκιού μου σηκωμένο! Αν με το πης, σε χαρίζω, ό,τι μου έκλεψες. Αν το κρύψης, χάνεις την ζωή σου! - Έτσι του είπα, και καλά έκαμα. Γιατί ο μυλωνάς ήταν δειλός κλεφταποδόχος, και σαν είδε τα στενά, -Υποσχέσου, μοι είπε, πως δεν θα κάμης το φονικό μέσ’ στον μύλο μου και σου δείχνω τον άνθρωπό σου. Υποσχέθηκα. - Κρύψου, λοιπόν, μοι είπεν, εδώ από πίσου. Όπου και να είναι, θα φθάση ένας με τον ταχυδρομικό του σάκκο στην αμασχάλη, με το τουφέκι στον ώμο του. Αυτός είναι ο φονιάς του σουλτανέλη. Ονομάζεται Χαραλαμπής, υιός του Μητάκου. Κάθε δεκαπέντε περνά το ίδιο το γεφύρι, που έπεσες με τ’ άλογο. Τα ώτα μου εβόιζον ισχυρώς, μόλις τον ήκουον. Ο Τούρκος εξηκολούθησεν. - Μα πριν προφθάσω ακόμα να κρυφθώ, να κ’ εμβήκε το σκυλί μέσα καθώς μου το περιέγραψε. Τον λύκο τον είχα σηκωμένο, μα έλα που έδωκα τον λόγο μου; Εφοβήθηκα μην εννοήση τίποτε, και με κάμη να τον παραβώ. Έτσι εβγήκα, κ’ ετράβηξα προς το γεφύρι. Απ’ εδώ θα περάση, είπεν ο μυλωνάς. Εδώ τον εκαρτέρησα, στον ίδιο τον τόπο που έστεκεν, όταν εσκότωσε τον αδελφοποιτό μου. Εκεί τον είδα κ’ επλησίαζεν εις το γεφύρι. Μα καθώς ήτανε χειμώνας, και τα κλαδιά χωρίς φύλλα, και καθώς είχε την υποψία μέσα του, μ’ εσκιάχθηκε πριν ζυγώση αψηλά, στην μέση του γεφυριού, κ’ εστράφη πίσου κι’ άρχησε να τρέχη. Έπεσα κατόπι του μ’ όλη μου τη δύναμι, μα ήτανε γρηγορώτερος. Δύο φοραίς ετράβηξα πάνω του, δυο φοραίς απάντησε το σκυλί φεύγοντας. Καλά!, είπα, όπου και να πας θα ξαναπεράσης! Α! αυτό λοιπόν ήτο το στοιχειωμένον αίμα, περί ου έλεγεν ο ατυχής αδελφός προς την μητέρα, ότι εσταύρωσε τον φονέα καθ’ οδόν και τον έκαμε να επιστρέψη και να παραιτηθή της μετακομίσεως του ταχυδρομείου! Αι τρίχες μου ηνωρθώθησαν· τα μέλη μου έτρεμον, ως φύλλα φθινοπώρου· δεν ήμην σχεδόν κύριος των αισθήσεών μου. Ο Τούρκος εξηκολούθησε· - Δεκαπέντε μέραις επέρασαν, δεκαπέντε μέραις τον εφύλαγα καρτέρι. Ήτανε στον καιρό του πολέμου. Ο Καϋμακάμης του τόπου έκοψε το σιδηρόδρομο του Λουλεβουργάζ, και έδωσε διαταγή να φύγουν προς την Πόλι· εγώ δεν εσάλεψα. Μια νύχτ’ ακόμη αν περνούσε θα μ’ εσκότωσαν οι Ρούσσοι. Μα ο Θεός μ’ εφύλαξε και μ’ έστειλε τον άνθρωπό μου. Ο ψυχρός ιδρώς έρρεε ποταμηδόν από του μετώπου μου. Ενθυμούμαι ότι δις εχύθην να σφίγξω τον λαιμόν του, να πνίξω την ομολογίαν εις τον λάρυγγά του. Αλλ’ η φρίκη με είχε κατακεραυνώσει. Κ’ ενώ εσωτερικώς ενόμιζον ότι κινούμαι, εξωτερικώς έμενον αδρανής, ως άνθρωπος αποπεπληγμένος. Ο Τούρκος εξηκολούθησεν· - Αυτήν την φορά ήμην καλά κρυμμένος· και για να του πάρω κάθε υποψία τον αφήκα να περάση το γεφύρι. Και σαν είδα πως καταίβηκε στην όχθη κ’ έσκυψε να πιή νερό, επερίμεν’ ακόμη μια στιγμή, για να μη πάρω το κρίμα στο λαιμό μου... Κ’ ύστερα ετράβηξα... - Ω! Άθλιε! Εφόνευσες τον αδελφόν μου! Τότε ηκούσθη εν τω κήπω συγκεχυμένος θόρυβος, εν ω διέκρινον την φωνήν του μικροτέρου μου αδελφού κράζοντος: - Εδώ! εδώ μέσα κοιμάται! Φλόγες πυρσών και λαμπάδων εφώτισαν αιματηρώς τους επί των τοίχων κισσούς, και λάμψις ξιφών και τουφεκίων εχώρησε διά της μικράς θύρας προς το περίπτερον. Ήτον η αστυνομία! Η θύρα μου ηνεώγη μετά πατάγου και πρώτος εισήλθεν ο αδελφός μου. -Άφησ’ τον να τον πάρουν! ανέκραξεν. Είναι φονιάς! Εσκότωσε τον Χαραλαμπή του Μητάκου! Εσκότωσε τον χωριανό μας εμπρός στα μάτια μου! Το δωμάτιον επλήσθη νυκτοφυλάκων, πυροσβεστών και αστυνομικών κλητήρων. Ο Κιαμήλ καρφωμένος εις την θέσιν του, αφήκε να τον δέσουν χωρίς τινος αντιστάσεως, χωρίς συγκινήσεως. Εκεί προήλθεν εκ του πλήθους ο οδηγών αυτούς αξιωματικός, και χαιρετήσας ευγενώς - Τι σύμπτωσις, μοι είπε, κύριε! Τι παράξενος σύμπτωσις σας φέρει εις τον οίκον του φονέως; Τότε τον ανεγνώρισα μόλις. Τον είχον σχετισθή κατά τους πηγαινοερχομούς μου εις το υπουργείον της αστυνομίας. Εγνώριζε την υπόθεσίν μας. Και είχεν αμειφθή διά πάσαν προς ευόδωσιν αυτής προσπάθειάν του. Τον έλαβον λοιπόν κατά μέρος, και τω εξήγησα, πως ο ψυχρώς και απαθώς θεωρών ημάς Κιαμήλ, εφόνευσε μεν άλλοτε τον αδελφόν μου, νομίζων ότι εκδικείται τον φονέα του αδελφοποιτού του, εφόνευσε δε απόψε τον υπό της αστυνομίας ζητούμενον ένοχον ταχυδρόμον, ου την πραγματικήν παρουσίαν εξελάμβανεν, εν τη πλάνη του, ως δαιμονικήν εμφάνισιν προς καταδίωξίν του ερχομένην. Ο αξιωματικός έσφιξε συμπαθητικώς την χείρα μου, και απήγαγε τον δεσμώτην. Τη επαύριον λίαν πρωί κατ’ επίμονον απαίτησίν μου εγκατέλειπεν η μήτηρ μου την βδελυράν εκείνην οικίαν απερχομένη κατ’ ευθείαν εις το χωρίον μας. Δεν συνέφερε κατ’ ουδένα τρόπον να μάθη την αλήθειαν... Είχον παρέλθει τρία περίπου έτη από της νυκτός εκείνης, ότε εισηρχόμην εις το χωρίον μας, πρώτην φοράν αφ’ ότου το εγκατέλιπον παις έτι ων. Πολλά μεταξύ επισυμβάντα νεώτερα δυστυχήματα είχον επισκιάσει τρόπον τινά το παλαιόν εκείνο. Αλλ’ όσω μάλλον επλησίαζον εις τον οίκον μας, τόσο μάλλον προέκυπτεν εκ του βάθους των χρόνων η θλιβερά αυτού ιστορία, τόσω μάλλον ανενεούτο. Η οδοιπορική μου άμαξα παρήλαυνεν ήδη προ μιας ετοιμορρόπου, εγκαταλελειμμένης οικίας. Πας άλλος ήθελεν αισθανθή βαθέως ελεγειακήν θλίψιν, εάν, μετά μακράν επανερχόμενος απουσίαν, εύρισκε νεκρικήν σιγήν εκεί όπου αφήκεν εύθυμον ηχηρόν βίον, καταστροφήν και ερημίαν, εκεί όπου απέλιπε την ευεστώ και την άνεσιν. Εις εμέ τα κλειστά παράθυρα, οι χαίνοντες τοίχοι, η χορτοφυούσα αυλή, ο απερίφρακτος και παντί λυμεώνι αναπεπταμένος κήπος, δεν ηξεύρω πώς ενεποίει παραδόξως ικανοποιητικήν εντύπωσιν. Μοι εφαίνετο ότι θα ελυπούμην, εάν εξηκολούθει ο οίκος εκείνος ν’ ακμάζη. Διότι ήτον ο οίκος του Μητάκου, ο οίκος του Λαμπή, του πρώην ταχυδρόμου. Και τον ταχυδρόμον τούτον δεν ηδυνάμην να μη θεωρώ αίτιον του φόνου του δυστυχούς αδελφού μου. Ο καθ’ αυτό φονεύς είχε παραφρονήσει ενώπιόν μου, κατ’ αυτήν την πρώτην δικαστικήν ανάκρισιν, ευθύς ως εβεβαιώθη τίνος καρδίαν διεπέρασεν η σφαίρα, ην διηύθυνε κατά του φονέως του αδελφοποιτού του. Αλλ’ ως σκοπόν της υπό της τυφλής εκδικήσεως ριφθείσης εκείνης βολής ο ένοχος υιός του Μητάκου υπεκατέστησε μετ’ αθεοφόβου πανουργίας τα στήθη του πτωχού αδελφού μου, όστις είχε την ατυχίαν να τον ομοιάζη όχι μόνον κατά το ανάστημα και την στάσιν, αλλά και κατ’ αυτά τα ενδύματα. Ήτο πλέον αποδεδειγμένον, ότι μόνον διά τούτο παρέπεισε τον εύπιστον νεανίαν να τον διαδεχθή εν τη υπηρεσία του, και εγνώσθη, ότι ήτο τόσον βέβαιος περί του αποτελέσματος της βδελυράς πανουργίας του, ώστε προείπε χαιρεκάκως και αυτήν την ώρα του ολέθρου του αδελφού μου! Όταν εφθάσαμεν προ της οικίας ημών, εξεπλάγην ιδών ένα πιναρόν, ρακένδυτον, γυμνόποδα Δερβίσην, εξερχόμενον της αυλής και τρέχοντα ν’ ανοίξη την θύραν της αμάξης. - Αμάν, σουλτανήμ! Κοκκώνα μπήλμεσιν! Το σώμα μου ανετριχίασεν εκ φρίκης! Αυταί ήσαν αι μόναι λέξεις, ας εξεφώνησεν ο Κιαμήλ, ότε εν πλήρει δικαστηρίω παραφρονήσας έπιπτε λιπόθυμος προ των ποδών μου! - Διά τον Θεόν, Σουλτάνε μου, να μην το μάθη η κοκκώνα! Και ο απαίσιος ήχος της φωνής αυτού, ήχος, ον θα ενόμιζε τις εξελθόντα εκ βαθέος τινός τάφου μάλλον παρά εκ στόματος ανθρώπου, ετάραξε τόσον τα νεύρα μου, ώστε όταν ερρίφθην εις τας αγκάλας της προσδραμούσης μητρός μου, δεν ηξεύρω οποίον παράξενον κράμα βδελυγμίας και οίκτου επλήρου την καρδίαν μου. Ούτως εισεχώρησα εις την αυλήν στρέφων τα νώτα προς το μέρος, όθεν υπέθετον το βδέλυγμα εκείνο παρακολουθούν με. Παρά την ετέραν του οίκου μας πλευράν ήτον ανοικτή η θύρα του κήπου. Εν τω κήπω τούτω ακμάζει ακόμη μία μηλέα, υπό την σκιάν της οποίας τόσον ευτυχείς συνεπαίζομεν άλλοτε, εγώ και οι αδελφοί μου. Αλλ’ αι ηχηραί εκείναι φωναί, οι παιδικοί μας γέλωτες δεν ακούονται πλέον εκεί. Αιωνία σιγή βασιλεύει υπ’ αυτήν, και λευκός λίθινος σταυρός, προ του οποίου καίει ακοίμητος λύχνος, μαρτυρεί την ιερότητα του τόπου. Εκεί κείται τεθαμμένος ο πολύκλαυστος αδελφός μου. Εκεί διηύθυνα δακρυρροών τα βήματά μου. Τα λαμπρότερα ρόδα, τα εκλεκτότερα άνθη κοσμούσι το αναπαυτήριον αυτού. Ο κήπος ημών ήτο πολύ ατημέλητος άλλοτε. Τώρα είναι πλήρης ανθέων, τα οποία φαίνονται ως εάν ανέβλυσαν πολυπληθή εκ του τάφου εκείνου και διεχύθησαν ολίγον κατ’ ολίγον μέχρι των απωτάτων γωνιών του κήπου. - Όλα τα καλλιεργεί ο φτωχός ο Κιαμήλης! εψιθύρισεν η μήτηρ μου θλιβερώς. Αι τρίχες μου ηνωρθώθησαν εκ νέου. Και στραφείς, μετά σπασμωδικώς κινουμένων χειλέων, προς τον περί ου ελάλει, - Σε προστάζω, τον είπον, να μη ξαναπατήσης εις το σπίτι μας! - Ω, ο αρίσκος! ανέκραξεν η μήτηρ μου, μετ’ απεριγράπτου πόνου. Τίνος το λέγεις, παιδί μου; Αμ’ ο φτωχός ούτε ακούει, ούτε μιλεί πλέον! Είναι τρελλός ο καϋμένος! Ο Κιαμήλ προσήλου τους αλαμπείς αυτού οφθαλμούς εις το βάθος του ορίζοντος, ως άνθρωπος ουδόλως εννοών τα περί αυτόν συμβαίνοντα. Επί της κεφαλής εφόρει τώρα πρασινόζωστον κιουλάφιον Δερβίσου, το οποίον τον καθίστα μέχρι γελοίου βαθμού υψηλότατον. Περί το κατεσκληκός αυτού σώμα εκρέματο ερρακωμένον το καφτάνιον της εις ην ανήκε μοναχικής τάξεως. Οι αγκώνες αυτού διεφαίνοντο διά των ρηγμάτων των ιματίων του, αλλά ήτον εζωσμένος λαμπράν δερματίνην ζώνην φέρουσαν επί του θηλυκωτήρος μέγαν εκλεκτόν λίθον, όνυχα της Μέκκας. Η δε μορφή αυτού, είτε ως εκ της απαθείας εν η διετέλει τώρα, είτε ως εκ της επιδράσεως του ηλίου, εφαίνετο υγιεστέρα παρά πρότερον. - Να κουρεύωνται! Είπεν η μήτηρ μου, βλέπουσα προς αυτόν μετ’ οίκτου. - Τον έκαμαν άγιον! Αφ’ ότου ετρελλάθηκε τον έκαμαν άγιον. Και του φιλούν το χέρι, και του φέρνουν φαγητά, και του φέρνουν ρούχα, και θέλουν να τον πάρουν εις του καϋμακάμη το σπίτι. Μα εκείνος δεν τρώγει παρά ξερό ψωμί, δεν φορεί παρά αυτά που βλέπεις, και κοιμάται κατά γης μέσ’ στην αχυρώνα. Και δεν θέλει να φύγη από κοντά μου ό,τι κι αν του κάμουν. Μόνον σαν τον στενοχωρήσουν παρά πολύ, μόνο σαν ταραχθή, βγάζει μία παράξενη φωνή - Για τον Θεό, Σουλτάνε μου, να μην το μάθη η κοκκώνα! - Άλλο απ’ αυτό δεν ηξεύρει τίποτε! Ο αρίσκος ο Κιαμήλης! Και ενώ εκείνη έλεγε ταύτα, εγώ εσυλλογιζόμην την ανήμερον άλλοτε οργήν της κατά του φονέως, το παράπονόν της, ότι ο πτωχός ημών αδελφός εταράσσετο εν τω τάφω του, οσάκις ο φονεύς αυτού επάτει το χώμα, έστω και εις την άκραν του κόσμου, και ανετριχίαζε το σώμα μου εκ της ιδέας, ότι ο φονεύς εκείνος περιπατεί καθ’ εκάστην επί αυτού του τάφου του θύματός του, και έτρεμον μη το πληροφορηθή η ταλαίπωρος. Αυτό θα την εφόνευεν! - Μολαταύτα, τη είπον, εάν τον διώξης εσύ, είμαι βέβαιος, ότι θα φύγη να πάγη με τους εδικούς του. Κάμε μου την χάριν και διώξε τον από το σπίτι μας. - Αμ’ τι λογής δα! ανεφώνησεν εκείνη σχεδόν δακρύουσα. - Εγώ θυμούμαι καμμιά φορά εκείνη την σεισουράδα, που του έδωσε μια κλωτσιά και τον έδιωξεν από το δωμάτιό μας, και λέγω να είχα ένα χέρι απ’ εδώ ως στην Πόλι, να του δώσω μια στο θηλυκό του πρόσωπο. Και συ με λες να τον διώξω εγώ με τα χέρια μου; Κείνος, βλέπεις, άφησε την μητέρα του και ήρθεν εις εμένα. Κουβαλεί νερό, πάγει στον μύλο, πάγει τα ψωμιά στον φούρνο, σκάφτει τ’ αμπέλια, σκουπίζει την αυλή, καλλιεργεί τα λουλούδια πάνω στον τάφο του Χρηστάκη μας· ως και το κανδήλι θέλει να τ’ ανάφτη με το χέρι του! Κ’ εγώ δα μαθές πώς να τον διώξω ύστερα, αφού τον εκύτταξα εφτά μήνες μέσ’ στο στρώμα, σαν το παιδί μου! Ας τώβρη από τον Θεό όποιος τον εκατάντησε σε τέτοια δυστυχία! Έλα, νάχης την ευχή μου, γυιόκα μου, άφες τον ταλαίπωρο με την συμφορά του, και πες μου δα μαθές, ευρέθηκεν ο φονιάς; Ως τόσο δεν ειμπόρεσε να βρεθή ποιος ήτανε! - Όχι! απεκρίθην εγώ, όστις τον έβλεπον ενώπιόν μου. Διότι ανελογίσθην όσα μοι έλεγε περί αυτού· παρέβαλον την αγαθότητα του παράφρονος με την βδελυράν πανουργίαν του πρώην ταχυδρόμου, και δεν ήξευρον να εύρω, ποίος εκ των δύο ήτον ο φονεύς του αδελφού μου! Γεώργιος Βιζυηνός (1849 - 1896) Ο Γεώργιος Βιζυηνός γεννήθηκε το 1849 στη Βιζύη της Θράκης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Μιχαηλίδης. Έμεινε ορφανός από πατέρα στα πέντε του χρόνια και στα δέκα του στάλθηκε στην Πόλη, κοντά σε κάποιον συγγενή του για να μάθει τη ραπτική τέχνη. Δύο χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του τελευταίου, ο οποίος υπήρξε τυραννικός απέναντι στο μικρό Γεώργιο, στάλθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου ως υποτακτικός του αρχιεπισκόπου Σοφρωνίου Β΄ με φροντίδα του ευεργέτη του εμπόρου Γιάγκου Γεωργιάδη Τσελεμπή. Στην περίοδο της παραμονής του στην Κύπρο (περίπου 1868 ως 1872) τοποθετούνται οι πρώτες σπουδές του, τις οποίες ακολούθησαν το 1872 μαθήματα στο Ελληνικό Λύκειο του Πέραν στην Κωνσταντινούπολη, υπό τη διεύθυνση του Γεωργίου Χασιώτη και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης με δάσκαλο και συμπαραστάτη του τον τυφλό ποιητή και θεολόγο Ηλία Τανταλίδη. Ο επόμενος χρόνος της ζωής του Βιζυηνού σημαδεύτηκε από τη γνωριμία του με τον τραπεζίτη και εθνικό ευεργέτη Γεώργιο Ζαρίφη, ο οποίος τον έθεσε για πολλά χρόνια υπό την προστασία του. Με τη βοήθεια του τελευταίου ο Βιζυηνός τύπωσε στην Κωνσταντινούπολη την πρώτη του ποιητική συλλογή Ποιητικά Πρωτόλεια και έφυγε για την Αθήνα, όπου τελείωσε το γυμνάσιο της Πλάκας. Το 1874 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό το επικό ποίημα Ο Κόδρος και βραβεύτηκε με εισήγηση του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, όμως η βράβευσή του προκάλεσε αρνητικά σχόλια και αντιδράσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους. Το ίδιο έτος γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας για ένα χρόνο και το 1875 έφυγε για σπουδές στη Γερμανία. Είχε προηγηθεί μια δεύτερη (αποτυχημένη αυτή τη φορά) συμμετοχή του στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με το ποίημα Διαμάντω. Στη Γερμανία σπούδασε (1875 – 1880) στο Γκαίτιγκεν, τη Λειψία (υπήρξε μαθητής του Βίλχελμ Βουντ) και το Βερολίνο (με δάσκαλο τον Έντουαρντ Τσέλλερ) και το ενδιαφέρον του στράφηκε κυρίως στη φιλοσοφία και την ψυχολογία. Η διδακτορική διατριβή του είχε ως θέμα την ψυχολογική και παιδαγωγική αξία του παιδικού παιχνιδιού. Στο μεταξύ το 1876 βραβεύτηκε ξανά στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με εισήγηση του Θεόδωρου Ορφανίδη για τη λυρική ποιητική συλλογή Βοσπορίδες αύραι, ενώ τον επόμενο χρόνο (1877) τιμήθηκε με έπαινο για τις Εσπερίδες. Το 1881 επισκέφτηκε το Σαμακόβι (ή Σαμάκοβο) της Ανατολικής Θράκης για να ασχοληθεί με μια επιχείρηση μεταλλείων, υπόθεση η οποία είχε στενή σχέση με τη μελλοντική ψυχική του ασθένεια. Το 1882 επέστρεψε στην Αθήνα, ταξίδεψε στο Παρίσι και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου ετοίμασε τη νέα του διατριβή με τίτλο Η φιλοσοφία του Καλού παρά Πλωτίνω. Το 1884 πέθανε ο Γεώργιος Ζαρίφης, ο οποίος υπήρξε προστάτης του για 11 χρόνια και ο Βιζυηνός μπήκε στην τελευταία περίοδο της ζωής του, η οποία συνοδεύτηκε από οικονομική ανέχεια. Συνέχισε να ασχολείται με την αποτυχημένη μεταλλευτική επιχείρηση στο Σαμοκόβι, ενώ εργάστηκε ταυτόχρονα ως δάσκαλος της μέσης εκπαίδευσης και από το 1890 ως καθηγητής ρυθμικής και δραματολογίας στο Ωδείο Αθηνών. Εκεί γνώρισε το 1892 τη μόλις δεκατετράχρονη μαθήτριά του Μπετίνα Φραβασίλη, την οποία ερωτεύτηκε. Ο άτυχος έρωτάς του στάθηκε μοιραίος, καθώς προστέθηκε στα προηγούμενα χτυπήματα της ζωής του και τον οδήγησε στη ψυχασθένεια. Το ίδιο έτος εγκλείεται στο Δρομοκαΐτειο, όπου έζησε σε κατάσταση προϊούσας παραλυσίας και πέθανε το 1896 σε ηλικία σαράντα επτά χρονών. Στο λογοτεχνικό έργο του Βιζυηνού συναντώνται στοιχεία από την Φαναριώτικη παράδοση με στοιχεία ηθογραφίας και ψυχογραφικής διείσδυσης, καθώς επίσης επιδράσεις από τα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής του. Οι καρποί της συνύπαρξης αυτής ωριμάζουν στο πέρασμα του χρόνου, τόσο στην ποίηση, όσο και στην πεζογραφία του. Ως το ωριμότερο από τα ποιητικά έργα του θεωρείται η συλλογή Ατθίδες αύραι, που τυπώθηκε στο Λονδίνο (1883) και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τον Κωστή Παλαμά. Έγραψε επίσης λαογραφικές, φιλοσοφικές και άλλες μελέτες. Το είδος στο οποίο διέπρεψε ωστόσο στάθηκε το διήγημα. Ο Βιζυηνός από τους πρωτοπόρους της στροφής του νεοελληνικού διηγήματος προς τις λαϊκές παραδόσεις και τον ψυχογραφικό ρεαλισμό, ευθυγραμμιζόμενος με τα αιτήματα της γενιάς του 1880. Την πεζογραφική του παραγωγή αποτελούν πέντε διηγήματα (δυο από τα οποία παιδικά), τρεις νουβέλες και τέσσερα αφηγήματα δημοσιευμένα στα περιοδικά Εστία, Διάπλασις των παίδων, Εβδομάς και στην εφημερίδα Ακρόπολις. Παύλος Νιρβάνας Ερωτικαί εκδικήσεις, Βιογραφικά. Όταν βλέπω κάποιον να περπατή επάνω-κάτω, όπως ο μακαρίτης ο Bέρθερος, και να μελετά μίαν ερωτικήν εκδίκησιν, λέγω από μέσα μου: «Iδού ένας άνθρωπος, που ετοιμάζεται να κάμη μίαν ανοησίαν!». Kαθένας την κάμνει με τον τρόπον του. Άλλος φονεύει. Aλλά ο θάνατος είναι μυστήριον. Άλλος αυτοκτονεί. Aλλά η αυτοκτονία είναι μία ηλιθιότης. Άλλος σπεύδει να υπανδρευθή με το πρώτον αδέσποτον θήλυ, που συναντά εις τον δρόμον του, φανταζόμενος ότι εκδικείται με τον τρόπον αυτόν εκείνην, που έπαυσε να τον αγαπά. Aυτό είναι ξεκαρδιστική κωμωδία. Άλλος γράφει ένα δράμα, εις το οποίον καυτηριάζει τας γυναίκας με πεπυρακτωμένον σίδηρον. Aυτός, απλούστατα μαξιλαρώνεται. Yπήρξεν ένας άνθρωπος, ο οποίος, δια να εκδικηθή την γυναίκα του, κατήργησεν, εν στιγμή παραφοράς, το φύλον του με την μάχαιραν του δημίου. Mε αυτόν γελούν οι αιώνες. Kανείς, με μίαν λέξιν, δεν εστάθη ικανός να εκδικηθή επαξίως μίαν γυναίκα εις τον κόσμον αυτόν. Tο πράγμα είναι ευεξήγητον. Όλοι οι εκδικηταί της γυναικείας απιστίας ενεργούν μ' ένα τρόπον εσφαλμένον εις την βάσιν του. Eνεργούν δηλαδή μ' ένα τρόπον υπερβολικά σοβαρόν και πολύ συχνά τραγικόν. Προτιμούν την τραγωδίαν εκεί, όπου κατ' εξοχήν θα ήτο ενδεδειγμένη η φάρσα. Yποδύονται τον κόθορνον του τραγωδού, ενώ ο ακαταλληλότερος άνθρωπος δια να παίξη ένα σοβαρόν ρόλον εις το θέατρον της ζωής είναι ο ατυχήσας εραστής. Kαι, ενώ ορέγεται τας δάφνας ενός Tάλμα, δέχεται τα μαξιλάρια της πλατείας επί της κεφαλής του. Δι' αυτό ακριβώς οι σοφώτεροι δεν περιπατούν πια επάνω-κάτω, μετά την προδοσίαν ή την εγκατάλειψιν, όπως ο μακαρίτης Bέρθερος, και δεν μελετούν μίαν εκδίκησιν. Σηκώνονται από το γεύμα, όπου εμισοτελείωσαν το φαγί των, σκουπίζουν το στόμα των με την πετσέταν, πληρώνουν και φεύγουν, ως να μη τους συνέβη τίποτε, αφίνοντες έναν άλλον ν' αποτελειώση την μερίδα των. Έτσι διασώζουν την αξιοπρέπειάν των, χωρίς να μείνουν και εντελώς ανεκδίκητοι. Διότι γνωρίζουν ότι είναι εντελώς περιττόν να εκδικήται καθένας χωριστά την αιωνίαν γυναίκα. Δι' αυτήν υπάρχουν οι εκ Θεού απεσταλμένοι εκδικηταί, που είναι οι Δον Zουάν όλων των τόπων και όλων των εποχών, και οι οποίοι δεν κάμνουν άλλο, παρά να εκδικούνται διαρκώς δια τον εαυτόν τους και δια τους άλλους. Eν τούτοις, οφείλομεν να κάμωμεν τιμητικήν εξαίρεσιν δια τον άνθρωπον, ο οποίος προ ολίγων ημερών επραγματοποίησε πρωτότυπον εκδίκησιν εις την Aκρόπολιν αυτήν της κοινοτοπίας, που είναι αι Aθήναι. Eίδατε από τας εφημερίδας, τί έκαμεν ο μεγαλοφυής αυτός. Eπήγε νύκτα εις την θύραν της απίστου και της ετοιχοκόλλησε μίαν επιγραφήν: «Eδώ υπάρχει ευλογιά». Tίποτε άλλο! Tο άλλο πρωί οι διαβάται επερνούσαν, εσταματούσαν, εδιάβαζαν και έφευγαν έντρομοι μακρυά. O γαλατάς δεν εκτύπησε την θύραν εκείνο το πρωί. O μανάβης δεν εσταμάτησεν. O γραμματοκομιστής, που έφερνε μίαν ερωτικήν επιστολήν, την εξανάβαλεν εις τον σάκκον του και έφυγεν. O νέος εραστής, μόλις επλησίασεν εις την γωνίαν του δρόμου και πριν παρελάση ακόμη υπό το θρυλικόν παράθυρον, ανέκρουσε με τρόπον πρύμναν και δεν εφάνη πλέον. Όταν η άπιστος αντελήφθη την συμφοράν και έστειλε να ξεσχίσουν την καταχθονίαν επιγραφήν, ήτο πλέον αργά. O προδοθείς εραστής είχεν εκδικηθή! Kαι είχεν εκδικηθή κυρίως, διότι η άπιστος τον εφαντάζετο ξεκαρδισμένον από τα γέλια εις μίαν γωνίαν του δρόμου, εν ώ θα ήθελε να τον φαντασθή απηγχονισμένον από την οροφήν του δωματίου του. Όταν τον ερώτησαν εις την Aστυνομίαν, διατί προέβη εις την αθλίαν αυτήν πράξιν, λέγουν ότι απεκρίθη αφελέστατα: ― Ήθελα να της στείλω τη βλογιά στα όμορφα μουτράκια της. Aφού δεν μπορούσα να το κάμω, της την έστειλα στην πόρτα της. Aς μπολιασθή να είναι ήσυχη! Kαι η Aστυνομία απέλυσε τον εραστήν και έστειλε τον αστυίατρον να εμβολιάση την ερωμένην, δια κάθε ενδεχόμενον και δια την ησυχίαν της συνοικίας. H φάρσα και η εκδίκησις έλαβε τοιουτοτρόπως την ωραίαν της συνέχειαν. Παύλος Νιρβάνας: Οδοιπόρος Δε θέλω εγώ τριαντάφυλλα στον έρημό μου δρόμο, δέντρο δεν θέλω να σταθώ, πηγή να ξεδιψάσω. Εγώ ανεβαίνω το βουνό, μ' ένα σταυρό στον ώμο. Του φθινοπώρου ας απλωθούν τα φύλλα, να περάσω. Ο Παύλος Νιρβάνας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη) γεννήθηκε στη Μαριούπολη της Ρωσίας, γιος του εμπόρου Κωνσταντίνου Απ. Κουμιώτη από τη Σκόπελο και της Μαριέτας Ιω. Ράλλη από τη γνωστή οικογένεια της Χίου. Σε παιδική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1883-1890) και μετά την αποφοίτησή του κατατάχθηκε στο βασιλικό ναυτικό ως ανθυπίατρος. Η πορεία του ήταν ανοδική και ως το 1922, οπότε παραιτήθηκε με το βαθμό του αρχίατρου είχε διατελέσει πρόεδρος της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Ναυτικού και τμηματάρχης του Υπουργείου Ναυτικών. Μετά την παραίτησή του αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και τη συγγραφή. Το 1928 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Από τα μαθητικά του χρόνια έδωσε δείγματα της αγάπης του για τη λογοτεχνία και σε νεαρή ηλικία δημοσίευσε άρθρα στις εφημερίδες του Πειραιά Σφαίρα και Πρόνοια. Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Νιρβάνα στα γράμματα τοποθετείται το 1884, οπότε εξέδωσε την ποιητική συλλογή Δάφναι εις την 25ην Μαρτίου και παράλληλα άρχισε να δημοσιεύει χρονογραφήματα (στις εφημερίδες Άστυ, Ακρόπολη και από το 1905 στην Εστία με το ψευδώνυμο Κύριος Άσοφος) και κείμενα σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής (Τέχνη, Παναθήναια, Νέα Εστία, Το Περιοδικόν μας, Ασμοδαίος, Μη χάνεσαι κ.α.). Σε νεαρή ηλικία πήρε επίσης μέρος στην έκδοση του σατιρικού περιοδικού Αθήναι ως μέλος της λογοτεχνικής Συντροφιάς των δώδεκα. Η δεύτερη και τελευταία ποιητική του συλλογή είχε τίτλο Παγά λαλέουσα (1907) ενώ έγραψε επίσης μελέτες, κριτικά δοκίμια, διηγήματα, θεατρικά έργα και δύο μεταφράσεις από τον Πλάτωνα και τον Κνουτ Χάμσουν. Ο Παύλος Νιρβάνας τοποθετείται τόσο χρονικά όσο και βάσει του συνόλου του έργου του στον κύκλο του Κωστή Παλαμά. Η γραφή του είναι επηρεασμένη από τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα του αισθητισμού και συμβολισμού, καθώς και από τη φιλοσοφική σκέψη του Φρειδερίκου Νίτσε, με την οποία ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή από τις σελίδες της Τέχνης του Κώστα Χατζόπουλου, όπου υπήρξε συνιδρυτής. Αξιόλογα είναι τα κριτικά του δοκίμια, ενώ στο χώρο της πεζογραφίας ασχολήθηκε αρχικά με το διήγημα και στη συνέχεια με το μυθιστόρημα. Στο πεζογραφικό του έργο κυριαρχούν ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία, ενώ τα θεατρικά του έργα κινούνται στα πρότυπα της ιψενικής γραφής. Έντονη παρουσιάζεται στο έργο του η επιρροή που δέχτηκε από τη φιλοσοφία του Νίτσε. Η γλωσσική του έκφραση πέρασε σταδιακά από την καθαρεύουσα σε μια μεικτή γλώσσα και τέλος στη δημοτική, με σταθερό χαρακτηριστικό το εξαιρετικά φροντισμένο ύφος. Το 1928 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, θέση από την οποία συνέβαλε στην ανάδειξη λογοτεχνών όπως οι Ιωάννης Κονδυλάκης, Σπύρος Μελάς και Γρηγόριος Ξενόπουλος. Πέθανε το 1937, σε ηλικία εξηνταενός χρόνων, από βρογχοπνευμονία, στο σπίτι του στο Μαρούσι. Κωνσταντίνος Θεοτόκης Πίστομα Κορφιάτικες ιστορίες, Βιογραφικά. Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης. Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια. O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε. Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία. Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε: "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;" T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας. "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία." Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε: "Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!" Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα. Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε. "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος." "Tον σκότωσες!" Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε. Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι. Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο. Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε. Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του: "Bάλ'το πίστομα μέσα". Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872 - 1923) Ο Στέφανος-Κωνσταντίνος (Ντίνος) Θεοτόκης, γεννήθηκε, στην οικία που διατηρούσε η οικογένεια του στην πόλη της Κέρκυρας, στις 13 Μαρτίου 1872. Ήταν ένα από τα δέκα παιδιά του Μάρκου-Αλοΰσιου Θεοτόκη και της Αγγελικής Πολυλά, ανεψιάς του Ιακώβου Πολυλά. Σε ηλικία 17 ετών, το 1889, γνώστης ήδη τριών ξένων γλωσσών (της ιταλικής, της γαλλικής και της γερμανικής), αναχώρησε για το Παρίσι και εγγράφηκε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Παραμένει στο Παρίσι για δύο χρόνια και στη συνέχεια επιστρέφει στην Κέρκυρα μέσω Βενετίας, όπου γνωρίζει την Βαρώνη Ερνεστίνη Μάλλοβετς φον Μάλλοβιτς ουντ Κοσορ (Mallowetz von Mallowitz und Kossor). Το 1893 επιστρέφει στην Βενετία και παντρεύεται την Ερνεστίνη στις 11 Σεπτεμβρίου 1893 στην Πράγα. Εγκαταλείπει τις σπουδές του και μαζί με τη σύζυγό του επιστρέφουν στην Κέρκυρα και εγκαθίστανται στους Καρουσάδες. Το 1895, εκδίδεται στα γαλλικά το πρώτο πεζογράφημά του Vie de montagne, από το οποίο φάνηκε η ιδιαίτερη συγγραφική του κλίση, ενώ παράλληλα γεννιέται η κόρη του Τίνα (Τίνερλ - Tinerl). Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης επηρεάστηκε αρχικά από τη γερμανική ιδεοκρατία και ιδιαίτερα από τον Νίτσε. Τρανή απόδειξη Το Πάθος (1899), που αποτελεί πιστή απήχηση του Τάδε έφη Ζαρατούστρας (1883-4). Την εποχή αυτή ζει μία αρχικά ήρεμη ζωή στους Καρουσάδες, την οποία εκτός από τα βιβλία του και το συγγραφικό του έργο, τη θερμαίνει η φιλία του με τον Μαβίλη. Μαζί συμμετέχουν σε εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες (όπως η επανάσταση της Κρήτης το 1896 και της Θεσσαλίας το 1897) και σε τοπικές πρωτοβουλίες, (εναντίον της απόφασης του δήμου της Κέρκυρας για την εγκατάσταση ρουλέτας στο νησί, το 1902). Το 1898, βρίσκεται στο Γκράτς όπου παρακολουθεί για διάστημα έξι μηνών πανεπιστημιακά μαθήματα. Στο ταξίδι αυτό συνοδεύεται από την οικογένεια του. Το 1900 χάνει την κόρη από μηνιγγίτιδα και αφοσιώνεται στο έργο του. Συμμετέχει στην Συντροφιά των Εννέα και σχεδιάζει την οργάνωση ενός συνεδρίου δημοτικιστών στην Κέρκυρα με την παρουσία του Αλέξ. Πάλλη (1905). Παράλληλα, μεταφράζει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, και από τα σανσκριτικά Βέδες και αποσπάσματα επών απ’ την ινδική λογοτεχνία και δημοσιεύει σχετικές του μεταφράσεις και τα πρώτα του πεζά στα περιοδικά της εποχής (Η τέχνη 1898-1916, Ο Διόνυσος 1901-1902, Ο Νουμάς 1904-1916). Ταξιδεύει για επιμόρφωση και πάλι στην Ευρώπη, παρακολουθώντας με την ιδιότητα του ακροατή για τέσσερα εξάμηνα μαθήματα στο πανεπιστήμιο του Μονάχου (1907- 1909). Επιστρέφοντας, συνδέεται με τον Χατζόπουλο με τον οποίο αλληλογραφεί ανταλλάσσοντας ιδέες, ενώ το 1911 ψυχραίνεται με τον Μαβίλη για ιδεολογικούς λόγους. Συμμετείχε στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού ομίλου και του Αλληλοβοηθητικού εργατικού συνδέσμου Κερκύρας (1910-1914), ενώ παράλληλα υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του κινήματος για την χειραφέτηση των γυναικών. Η εποχή αυτή είναι η πλέον παραγωγική και δραστήρια περίοδος του Κ. Θεοτόκη. Γνώστης πλέον δέκα γλωσσών πέραν των Ελληνικών, πέντε ομιλουμένων (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά) και πέντε νεκρών (αρχαία Ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, αρχαία περσικά και σανσκριτικά) εκδίδει μεταφράσεις και δικά του αυτοτελή έργα στην Κέρκυρα (Η τιμή και το χρήμα, Η Σακούνταλα του Καλιδάσα), στην Τυβίγγη (Τα Γεωργικά του Βιργιλίου) και στην Αλεξάνδρεια (Το Νάλας και Νταμαγιάντη από το ινδικό έπος Μαχαμπαράτα, σε μετάφραση Λ. Μαβίλη και συμπλήρωση δική του). Έχει πλέον εγκατασταθεί από το 1914 στην πόλη της Κέρκυρας. Το μεταφραστικό του έργο δεν περιορίζεται σε μεταφράσεις από τα σανσκριτικά και τα λατινικά αλλά εμπλουτίζεται με μεταφράσεις από ποιήματα του Σαίξπηρ (Οθέλλος, Τρικυμία, Μακβέθ), του φιλοσοφικού ποιήματος του Λουκρητίου Περί Φύσεως και έργων αρχαίων ελλήνων συγγραφέων. Τότε καταστρώνεται, στις δύο αρχικές μορφές του και το μυθιστόρημα Οι σκλάβοι στα δεσμά τους και ολοκληρώνεται η Ιστορία της ινδικής λογοτεχνίας. Το 1917 μετακομίζει στην Αθήνα, όπου του προσφέρεται η θέση του διευθυντού Λογοκρισίας από την οποία και παραιτείται μετά από δύο μέρες (1917). Διορίζεται προσωρινά ως έκτακτος υπάλληλος στην «Υπηρεσία Ξένων και Εκθέσεων» και οριστικά στην Εθνική Βιβλιοθήκη, αρχικά ως γραμματέας και έπειτα προάγεται σε τμηματάρχη β' τάξεως (1918). Την περίοδο αυτή έρχονται στο φως τα δοκιμότερα πεζά έργα του (Κατάδικος, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους) και μεταφράσεις του όπως από τον Γκαίτε (Ερμάννος και Δωροθέα), από τον Σαίξπηρ (Άμλετ, Βασιληάς Λήρ), από τον Φλωμπέρ (Η κυρία Μποβαρύ, δύο τόμοι) και από τον Russel (Τα προβλήματα της Φιλοσοφίας). Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου πολέμου και την πτώση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας η γυναίκα του Ερνεστίνη χάνει όλη της την περιουσία, την οποία είχε κληρονομήσει μετά τον θάνατο των άκληρων αδελφών της, δηλαδή στο διάστημα 1903-1914 μετά τον γάμο της με τον συγγραφέα. Προσβεβλημένος από την επάρατη νόσο (1922) συνεχίζει το συγγραφικό του έργο με το πεζό: «Ο παπά Ιορδάνης Περίχαρος και η ενορία του». Πρόλαβε να γράψει τις πρώτες τριάντα σελίδες. Πέθανε στο σπίτι του ζωγράφου Άγγελου Γυαλινά, στην Κέρκυρα, την 1η Ιουλίου 1923 αφήνοντας το μερίδιό του από την πατρική του περιουσία στη σύζυγό του Ερνεστίνη. Εμμανουήλ Ροΐδης Ιστορία ενός τουφεκισμού Αφίνοντες άθικτον το πολύπλοκον ζήτημα της ανάγκης της θανατικής ποινής, τούτο μόνον αρκούμεθα περί των τελευταίων αθρόων καρατομήσεων να παρατηρήσωμεν, ότι προς επιτυχίαν του κυριωτάτου αυτής σκοπού, ήτοι της εκφοβίσεως των υποψηφίων φονέων, εθεωρήθησαν πανταχού και πάντοτε δύο τινά ως απαραίτητα: Η εφαρμογή της φοβεράς ποινής, εφ' όσον είναι ακόμη νωπή η εκ του κακουργήματος εντύπωσις, και η εκτέλεσις αυτής εις τον τόπον όπου τούτο διεπράχθη. Την αγγελίαν της απορρίψεως της αναιρέσεως και της αιτήσεως χάριτος κομίζει εν Γαλλία εις τον κατάδικον αυτός ο ιερεύς ο επιφορτισμένος να τον εξομολογήση, ακολουθούμενος παρά πόδας υπό του δημίου. Μεταξύ του φόνου του αρχιεπισκόπου των Παρισίων και της καρατομήσεως του φονέως εμεσολάβησαν ένδεκα μόνον ημέραι, εντός των οποίων ανεκρίθη, εδικάσθη, κατεδικάσθη και απεκεφαλίσθη. Η τοιαύτη σπουδή ήτο αληθώς κάπως έκτακτος, αλλά και ο συνήθης μέσος όρος του μεταξύ της καταδίκης και της εκτελέσεως αυτής χρόνου σπανίως υπερβαίνει τας δυο εβδομάδας, ως δύναταί τις να πεισθή αναπολών εις την μνήμην του τα κατά την καρατόμησιν του Λαπομμερί, του Τρόμπαν, του Δεβιέζ, του Πράδον, του Πραντζίνη και των άλλων ονομαστών κακούργων. Και εφ' όσον μεν η υπόθεσις ευρίσκεται εκκρεμής προ του ακυρωτικού, ο κατάδικος δύναται ευλόγως να ελπίζει· άμα δε ουδέν έχει πλέον να ελπίση, η απελπισία του δεν παρατείνεται πέραν της ημισείας ώρας, όση δηλ. απαιτείται δια να ενδυθή, εξομολογηθή και να μεταβή εκεί όπου επήχθη η λαιμητόμος. Ούτω γίνεται και εις την Αυστρίαν, την Ιταλίαν, την Αγγλίαν και την Γερμανίαν με μόνην την διαφοράν ότι εις τα δύο τελευταία κράτη είναι ακόμη βραχύτεραι αι προθεσμίαι. Η εντός ωρισμένου και ουχί μακρού χρόνου εκτέλεσις της θανατικής αποφάσεως εθεωρήθη πανταχού επιβαλλομένη, όχι μόνον προς επιτυχίαν του σκοπού της ποινής αλλά και υπό του οφειλομένου εις τον μέλλοντα να την υπομείνη ανθρωπίνου οίκτου. Εις τί τω όντι δύναται να χρησιμεύση η παράτασις της αγωνίας του ουδέν πλέον δικαιουμένου να ελπίζη; Τα ανωτέρω, τα απανταχού ισχύοντα, φαίνονται τόσον αναμφισβητήτως δίκαια, φιλάνθρωπα και ορθά, ώστε άλυτον αίνιγμα απομένει πώς μόνον αι ελληνικαί κυβερνήσεις κατώρθωσαν να προτιμήσωσι τα ακριβώς ενάντια. Η μετά πάροδον ολοκλήρων ετών θανάτωσις του φονέως άγει αυτούς εκείνους τους εν αρχή μετ' αδημονίας ερωτώντας “διατί δεν κόπτουν το θηρίον”, να ερωτώσι “διατί σφάζεται ο άνθρωπος”, αφού λησμονηθή το έγκλημά του. Ο πριν και παρ' ημίν συνήθης εν αυτώ τω τόπω όπου διεπράχθη το κακούργημα αγνισμός αυτού δια του αίματος του επί μακρόν χρόνον μαστίσαντος την επαρχίαν γνωστού εις πάντας κακούργου, ήτο βεβαίως πολύ σωφρονιστικώτερος της σφαγής εις άλλον τόπον αγνώστου εις τους παρισταμένους καταδίκου. Και τούτο όμως εθεωρήθη εσχάτως ως επουσιώδες και πολύ απραγμονέστερον να ιδρυθή έν κεντρικόν σφαγείον. Εκείνο το οποίον δεν υπήρξε δυνατόν να κατορθωθή εις τας Αθήνας δια την σφαγήν των ζώων, κατωρθώθη εις το Ναύπλιον δια την σφαγήν ανθρώπων. Τας πριν περιοδείας της λαιμητόμου διεδέχθησαν αι περιοδικαί αθρόων καταδίκων σφαγαί. Απίστευτον φαίνεται αλλά και ακριβέστατον είναι ότι διατηρούνται παρ' ημίν κεντρικαί αποθήκαι καταδίκων εκ των οποίων εξάγεται ανά διετίαν ή τριετίαν δεκαπεντάς ανθρώπων δια να σφαγή. Η διαλογή των θυμάτων, αγνοούμεν αν κατά κλήρον ή κατ' άλλον τρόπον γίνεται μεταξύ τριπλασίου, τετραπλασίου ή και δεκαπλασίου αριθμού συγκαταδίκων εις την αυτήν ποινήν. Οι κατάδικοι τω όντι εις θάνατον αποτελούσι παρ' ημίν ιδιαιτέραν και ικανώς πολυάριθμον τάξιν καταδίκων, τελείως άγνωστον εις πάσαν άλλην χώραν, δια τον λόγον ότι πανταχού ο καταδικασθείς εις θάνατον ή θανατώνεται ή αξιούμενος χάριτος μεταβάλλεται εντός τακτής προθεσμίας από καταδίκου εις θάνατον εις κατάδικον εις δεσμά ή εις άλλην οιανδήποτε ποινήν. Μόνον εν Ελλάδι ημπορεί να πολυχρονήση υπό την ιδιότητα καταδίκου εις θάνατον, δυνάμενος μεν ν' αποθάνη και εκ γεροντικού μαρασμού, αλλά και δεκτικός καρατομήσεως από μιας εις άλλην ημέραν, χωρίς να ηξεύρη διατί. Όπως το ξίφος επί της κεφαλής του Δαμοκλέους, ούτω επικρέμαται ισοβίως και επί της ιδικής του η κοπίς της λαιμητόμου. Πάντα ταύτα φαίνονται τόσον άτοπα, αλλόκοτα, απάνθρωπα και βδελυρά, ώστε εκλίνομεν επί πολύν χρόνον να πιστεύσωμεν, ότι υπήρχον ίσως ιδιαίτεροί τινες ιστορικοί, διοικητικοί, πολιτικοί ή άλλοι άγνωστοι εις ημάς λόγοι, επιβάλλοντες τας τοιαύτας εκτροπάς από της απανταχού κρατούσης συνηθείας. Τους λόγους τούτους εζητήσαμεν πλειστάκις να πληροφορηθώμεν ερωτώντες δικαστάς, εισαγγελείς, τμηματάρχας, υπουργούς και όσους άλλους ηδυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως αρμοδίους να φωτίσωσιν ημάς περί τούτου. Αι απαντήσεις όμως αυτών ημιλλώντο κατά την ποικιλίαν προς τα χρώματα της Ίριδος ή της στολής του Αρλεκίνου. Εκ των αντιφάσεων αυτών ουδέν άλλο ηδυνήθημεν να συμπεράνωμεν παρά μόνον ότι ουδ' αυτοί εκαλογνώριζαν, διατί πρέπει η Ελλάς ν' αποτελή μοναδικήν εξαίρεσιν της απανταχού επικρατούσης τάξεως και σοβαρότητος περί την διαχείρισιν του απονεμομένου εις το Κράτος φοβερού δικαιώματος του φονεύειν. Το μόνον βέβαιον είναι ότι δια της μακράς συνηθείας κατήντησαν τα παρ' ημίν διαπραττόμενα ασυνείθιστα να χάσωσι την φρικαλέαν αυτών πρωτοτυπίαν. Ο τύπος γράφει εκάστοτε περί τούτων, απλώς δια τον τύπον, ολίγας τινάς γραμμάς ουδεμιάς αξιουμένας απαντήσεως παρά των υπευθύνων, και τα πράγματα εξακολουθούσι να διανύωσι την τακτικήν ή μάλλον την άτακτον αυτών τροχιάν. Ως δεν κατώρθωσαν οι αστρονόμοι να εξηγήσωσι διατί, ενώ πάντες οι λοιποί πλανήται στρέφονται περί εαυτούς από δυσμών προς ανατολάς, μόνος ο πλανήτης Ουρανός στρέφεται απ' ανατολών προς δυσμάς, ούτως αδύνατον φαίνεται ν' ανευρεθή και ο λόγος δια τον οποίον ουδέν πρέπει να γίνεται εις την Ελλάδα, όπως εις πάντα τα λοιπά κράτη, τα έχοντα την αξίωσιν να λέγωνται πολιτισμένα. Και όχι μόνο αδύνατος είναι η ανεύρεσις του λόγου, αλλά και η αναζήτησις αυτού φαίνεται μετέχουσα του γελοίου. Ο ερωτών λ.χ. διατί είναι παρ' ημίν δεκαπλάσιος του αλλαχού των φόνων και των αναιρέσεων ο αριθμός· διατί την ποινήν της φυλακίσεως αντικαθιστά εις τα εγκλήματα του τύπου η της προφυλακίσεως· διατί εξ όλων των κρατών του Αίμου μόνη η Ελλάς δεν πρέπει να έχη στρατόν· διατί δεν καταδιώκονται οι κλέπτοντες τας δικογραφίας εκ του γραφείου της Βουλής· διατί μεταβάλλονται εις κοπρώνας τα αρχαία μνημεία, διατί αντί του κ. Τσούντα διδάσκει ο κ. Οικονόμου την αρχαιολογίαν, ή πώς συμβαίνει να θεωρή ο κ. Δηλιγιάννης επιλήψιμον την εξύβρισιν του Βασιλέως, κινδυνεύει να κατηγορηθή ως καθ' υπερβολήν απλοϊκός, ως αναζητητής ψύλλων εις τ' άχυρα, ως κοπανιστής αέρος, αν όχι και ως ιδιότροπος, δύστροπος, παράξενος, ασυμβίβαστος και ανάξιος να συγκαταλέγεται μεταξύ των εξύπνων Ρωμηών. Ο τίτλος διορθωτού του ρωμέικου κατήντησε ν' αμιλλάται κατά την γελοιότητα προς τον του τετραγωνισμού του κύκλου. Τούτον φοβούμενοι περιωρίσθημεν από ικανών ήδη ετών να λέγωμεν εις τους αναγνώστας μας παραμύθια περί γάτων, σκύλων, αλόγων, βοών και Συριανών συζύγων. Σήμερον όμως προτιμώμεν κατ' εξαίρεσιν να διηγηθώμεν εις αυτούς μίαν αληθεστάτην ιστορίαν, ήτις έχει το πλεονέκτημα να ομοιάζη παραμύθι και πλην αυτού να συνδέεται στενώς με το μέγα ζήτημα της θανατικής ποινής. Ως πάντες γνωρίζουσι, το εκτάκτως φοβερόν της ποινής αυτής έγκειται εις τας προηγουμένας της εκτελέσεως αγωνιώδεις ώρας του καταδίκου. Ενώ τον εφορμώντα κατ' εχθρικού προμαχώνος στρατιώτην ή τον πνέοντα τα λοίσθια ασθενή υποστηρίζει μέχρι τελευταίας πνοής η ελπίς ότι ενδέχεται να σωθώσιν, εις μόνον τον κατάδικον επιβάλλεται ν' αντικρύση την απόλυτον βεβαιότητα της επικειμένης αυτού εκμηδενίσεως. Αν ήτο δυνατόν ν' απαλλαχθή του φοβερού τούτου αντικρυσμού, θα εστερούντο του κυριωτάτου αυτών επιχειρήματος οι εξεγειρόμενοι κατά της θανατικής ποινής, ως ελπίζομεν να πεισθώσιν οι αναγνώσται της κατωτέρω αψευδούς διηγήσεως. Η ουσία της ιστορίας ταύτης παρέμενεν ως συγκεχυμένον και αδέσποτον παιδικόν άκουσμα εις γωνίαν τινά της μνήμης μας, ότε έτυχε να την ακούσωμεν επιβεβαιουμένην και συμπληρουμένην εν αυτώ τω τόπω όπου συνέβη παρ' αυτού του ανεψιού του ήρωος αυτής. Περιηγούμενοι κατά τον χειμώνα του 187... την Σικελίαν και διατρίβοντες από τινων ημερών εις την Μεσσίναν, έτυχεν εσπέραν τινά να ζητήσωμεν άσυλον κατ' αιφνιδίας καταιγίδος εις το πλησιόχωρον ελληνικόν προξενείον. Πλην του κ. προξένου, παλαιού ημών φίλου, εύρομεν εις την αίθουσαν έν ανδρόγυνον, το οποίον μας επαρουσίασε μειδιών μετά τινος ειρωνείας, ως τον πανοσιώτατον καπουκίνον Δομένικον Λαμαδόρον, ήτοι Κυριακούλην Χρυσοσπάθην και την... κυρίαν του. Τούτο δεν ήτο αστειότης. Μετά την κατάκτησιν τω όντι της Ρώμης υπό των Ιταλών και την επικράτησιν των προοδευτικών ιδεών πολλοί Σικελοί καλόγεροι εθεώρησαν πρέπον ν' αποτινάξωσι την κουκούλαν και να νυμφευθώσιν. Έν μόνον βλέμμα επί του ξερασωθέντος ήρκεσε να με πείση ότι έκαμε κάλλιστα να λάβη γυναίκα. Επί ώμων Άτλαντος και λαιμού ταύρου έφερε κεφαλήν, της οποίας αδύνατον ήτο να μη θαυμάση τις την ανθηράν όψιν, την πυκνήν τρίχα, τας ικανάς να χρησιμεύσωσιν ως ρόπαλον εις τον Σαμψώνα σιαγόνας, τα κατακόκκινα χονδρά χείλη και το μακάριον μειδίαμα, το αποκαλύπτον οδόντας ιπποποτάμου. Το μάσημα και τα φιλήματα του πανοσιωτάτου πρέπει να ηκούοντο εις απόστασιν πεντήκοντα τουλάχιστον βημάτων. Ο κ. πρόξενος και εγώ ωμοιάζαμεν πίθηκον παραβαλλόμενοι προς αυτόν. Ουδ' ήτο δυνατόν ν' ανεύρη γυναίκα αξιωτέραν της ιδικής του να εντρυφήση εις τα τοιαύτα αυτού προσόντα. Οι μαύροι οφθαλμοί της εφλογοβόλουν και η κοκκινόξανθος κόμη της έλαμπεν ως χαλκίνη περικεφαλαία. Δεν ήτο όσον εκείνος χονδρή, αλλ' υψηλή, εύσωμος και εύμορφη απ' επάνω έως κάτω. Λέγω δε απ' επάνω έως κάτω ουχί κατά τύχην, αλλά διότι είχεν ανυψώσει ολίγον το φόρεμά της δια να ξηράνη εις την εστίαν τα υποδήματά της, τα κάθυγρα εκ της αιφνιδίας πλημμύρας. Ουδέποτε έτυχε να ζηλεύσω τόσον πολύ εις άλλον άνθρωπον το πλάτος των ώμων του, τους οδόντας του, το πολύ αίμα του, την ευρωστίαν του και την γυναίκα του. Μετ' ολίγον μ' έκαμε να ζηλεύσω και άλλο αυτού προτέρημα, την ευθυμίαν και την κωμικήν δύναμιν, την οποίαν κατώρθωνε να μεταδίδη και εις τα πενθιμώτατα θέματα ομιλίας. Κατά τας ημέρας εκείνας περί ουδενός άλλου εγίνετο λόγος παρά περί της προσφάτου καρατομήσεως του ληστάρχου Ταρτάλια, όστις, αφού εδόξασε την Σικελικήν κλεφτουργιάν, τρέψας πολλάκις εις φυγήν τους καραβινιέρους, είχε δειλιάσει προ του δημίου. ― Αν ήμην εγώ πνευματικός του, είπεν ο προκαλόγηρος, θα κατώρθωνα να τον κάμω ν' αποθάνη παληκαρίσια, με την εφεύρεσιν του μακαρίτου θείου μου Πάτερ Βαρνάβα. Είναι η μόνη ικανή να κάμη και τον δειλότερον κατάδικον ν' αντικρύση χωρίς φόβον την φούρκαν ή την καρμανιόλαν. ― Και εις τί συνίσταται αυτή η εφεύρεσις; ηρώτησα μετά περιεργείας. ― Εις το να μη πιστεύση ο κατάδικος ότι πρόκειται να τον κόψουν ή να τον κρεμάσουν. ― Τούτο, παρετήρησα, φαίνεται κάπως δύσκολον, όταν έχη έμπροσθέν του την μηχανήν και αφού του υπεσχέθη τον παράδεισον ο παπάς. ― Και τίς η ανάγκη, απήντησε, να του υποσχεθή ο παπάς τον παράδεισον και όχι άλλο τι καλλίτερον; ― Αλλά τί καλύτερον από τον παράδεισον ημπορεί να υποσχεθή εις άνθρωπον αγόμενον εις την λαιμητόμον; ― Ημπορεί να του υποσχεθή ότι έχει ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια πριν μεταβή εις τας αιωνίους μονάς. ― Δεν σας εννοώ. ― Πώς δεν με εννοείτε; Δεν προτιμάτε και σεις τα μακαρόνια της γης από τα ωσαννά και τα αλληλούια του ουρανού, ή μήπως δεν προτιμάτε από τους άλλους αγγέλους τας ζωντανάς γυναίκας, όταν μάλιστα ομοιάζουν με την ιδικήν μου και στεγνώνουν τας κνήμας των εις την φωτιάν; Αν μου ειπήτε όχι, δεν θα σας πιστεύσω, διότι την τρώγετε με τα μάτια απ' επάνω έως κάτω, και κάμνετε πολύ καλά, επρόσθεσε μειδιών, διότι αξίζει τον κόπον, κ' εγώ δεν ζηλεύω. Δια να μη φανή παράδοξον το τοιούτον είδος ομιλίας, δεν είναι περιττόν να προσθέσω ότι υπερέβαινε τότε παν όριον των ξερασωμένων καλογήρων η αδιαντροπία και η επίδειξις ασεβείας, ως να ήθελον ν' αποζημιωθώσι δια την πρώην επιβαλλομένην εις αυτούς υπό του επαγγέλματός των συστολήν και υποκρισίαν. Ταύτα όμως δεν εξήγουν και πώς ηδύνατο ο πνευματικός να υποσχεθή εις κατάδικον πολλά έτη και φαγοπότια αντικρύ της λαιμητόμου. Την εύλογον ταύτην απορίαν μου ηυδόκησεν επί τέλους να λύση ο Χρυσοσπάθης διηγούμενος τα εξής: ― Γνωρίζετε βέβαια ότι πριν γείνει μία η Ιταλία, η νήσος μας ήτο παράρτημα του βασιλείου της Νεαπόλεως και ότι εμίσουν οι Σικελοί τους Νεαπολίτας όσον οι Πολωνοί τους Μοσχοβίτας. Και όχι μόνον τους απεστρέφοντο ως αλλοφύλους και τυράννους, αλλά και τους επεριφρόνουν ως ανάνδρους. Κατά την εποχήν λοιπόν όπου το μίσος κατά της Νεαπόλεως ευρίσκετο εις την ακμήν του, ολίγους μήνας μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1848 και τον βομβαρδισμόν της Μεσσίνας, Ναπολιτάνος στρατιώτης της φρουράς του Παλέρμου ονομαζόμενος Σάνδρος έτυχε να μαχαιρώση δι' ερωτικούς λόγους τον λοχίαν του και να καταδικασθή εις θάνατον υπό του στρατοδικείου. Η εκτέλεσις όμως της αποφάσεως επρόσκοπτε κατά της εξής σπουδαίας δυσχερείας, την οποίαν είχαν λησμονήσει να λάβουν υπ' όψιν των οι στρατοδίκαι· ότι την κακήν ιδέαν των Σικελών περί της ανδρείας των στρατιωτών του βασιλέως Φερδινάνδου θα επεκύρωνε και θα εκορύφωνεν η κατά την ημέραν της εκτελέσεως δειλία του καταδίκου. Η αλήθεια είναι ότι ο Ναπολιτάνος δύναται να φανή ανδρείος μόνον όταν είναι θυμωμένος ή μεθυσμένος, όχι όμως και ν' αντικρύση τον θάνατον με ψυχραιμίαν. Την ανησυχίαν ταύτην ηύξανεν η συμπεριφορά του καταδικασθέντος, όστις δεν έπαυε να κλαίη και να οδύρεται εις την φυλακήν του. Βέβαιον λοιπόν εφαίνετο ότι θα κατήσχυνε τον στρατόν της κατοχής αποθνήσκων ανάνδρως. Τούτο όμως ήτο τόσον ασύμφορον την επιούσαν καταστολής επαναστάσεως και την παραμονήν ίσως εκρήξεως άλλης, ώστε οι προϊστάμενοι αυτού εθεώρησαν πρέπον να γράψωσιν εις Νεάπολιν ζητούντες την μετατροπήν εις δεσμά της θανατικής ποινής. Ο βασιλεύς ήτο εύσπλαχνος και ηρέσκετο ν' απονέμη χάριν, επ' αυτού μάλιστα του ικριώματος της αγχόνης, εις πολιτικούς και άλλους καταδίκους, ουδέποτε όμως εχαρίτωσεν εγκληματήσαντα στρατιώτην, θεωρών τούτο ως επιζήμιον εις την πειθαρχίαν. Αντί λοιπόν της ζητηθείσης χάριτος έφθασε μετά τρεις ημέρας εκ Νεαπόλεως η διαταγή να εκτελεσθή η απόφασις ανυπερθέτως. Κατά το διάστημα τούτο είχε κορυφωθή η ανυπομονησία των κατοίκων του Παλέρμου να ίδωσι Ναπολιτάνον στρατιώτην λιποψυχούντα προ του θανάτου, τον οποίον είχον υπομείνει πρό τινων εβδομάδων τόσον ηρωικώς οι Σικελοί πατριώται οι καταδικασθέντες υπό των εκτάκτων δικαστηρίων. Η πεποίθησις των Πανορμιτών επί την ανανδρίαν του καταδίκου ήτο τοιούτη, ώστε δεν εδίσταζαν να στοιχηματίζωσι δέκα τάληρα αντί ενός ότι θα ελιποθύμει επί του τόπου της εκτελέσεως. Ταύτα ήτο επόμενον ν' αυξήσωσιν έτι μάλλον την αμηχανίαν των αρχών. Ο διοικητής συνεκάλει αλλεπάλληλα συμβούλια προς εύρεσιν ενός οιουδήποτε τρόπου προφυλάξεως του στρατού από της επικειμένης δυσφημίας, κατά τα οποία πολλαί και ποικίλαι επροτείνοντο γνώμαι. Οι μεν ήθελον να μεθυσθή ο κατάδικος δι' οίνου της Μαρσάλας ανακατωμένου με ρακήν, πριν οδηγηθή εις τον τόπον της εκτελέσεως, οι δε να τουφεκισθή την νύκτα εις τα υπόγεια του φρουρίου, ενώ άλλοι επρότειναν ν' αναμιχθή κοπανισμένον υαλίον εις το φαγητόν του ή να εγχυθή υδράργυρος εις το αυτίον του ενώ εκοιμάτο.[1] Αλλ' ο μεν λαθραίος τουφεκισμός θ' απεδείκνυε την κυβέρνησιν συμμεριζομένην την περί της ανανδρίας των στρατιωτών της επικρατούσαν γνώμην, η δε ανάμιξις κοπανισμένου υαλίου εις το φαγητόν και η καθ' ύπνους έγχυσις υδραργύρου ήσαν κάπως δυσεφάρμοστοι, δια τον λόγον ότι από τριών ήδη ημερών ο κατάδικος ούτε έτρωγεν ούτε εκοιμάτο. Οι συσκεπτόμενοι έξυαν την κεφαλήν των ματαίως αναζητούντες άλλο τι καλύτερον, ότε επαρουσιάσθη προ αυτών ο θείος μου Πάτερ Βαρνάβας, αναλαμβάνων αντί εκατόν ταλήρων, πληρωτέων μετά την επιτυχίαν, να διαθέση τον κατάδικον ν' αποθάνη αφόβως και γενναίως. Ερωτηθείς δια τίνος τρόπου ήλπιζε να κατορθώση τούτο, ηρκέσθη ν' απαντήση ότι η απόλυτος μυστικότης ήτο απαραίτητος όρος επιτυχίας και ότι ήτο εξ ίσου βέβαιος ότι θα επιτύχει όσον και ότι θα δύση ο ήλιος εις την θάλασσαν μετά μίαν ώραν. Ο Πάτερ Βαρνάβας εφημίζετο ως έξυπνος άνθρωπος. Η φήμη του αύτη, η πεποίθησις μετά της οποίας ωμίλει και προ πάντων η ανικανότης προς εύρεσιν άλλης διεξόδου, έπεισαν το συμβούλιον να δεχθή την πρότασιν του πανοσιωτάτου, υποσχόμενον την ζητηθείσαν αμοιβήν. Ώρα της εκτελέσεως ωρίσθη η δεκάτη της επιούσης και τόπος αυτής η ευρύχωρος παρά την προκυμαίαν πλατεία. Ρίγος και σπασμοί κατέλαβον τον κατάδικον, όταν είδεν εισαγόμενον τον συνήθη πρόδρομον των τουφεκιστών ρασοφόρον. Ούτος, ευθύς άμα έμειναν μόνοι, έσπευσε να προλάβη την επικειμένην λιποθυμίαν του δυστυχούς, λέγων εις αυτόν «μη φοβείσαι, έρχομαι να σε αναγγείλω ότι ο βασιλεύς ηυδόκησε να σου απονείμη χάριν». ― Χάριν! ανέκραξεν ο κατάδικος καταφιλών τας χείρας του καπουκίνου. Λοιπόν δεν θα με τουφεκίσουν; Είσαι βέβαιος περί τούτου; ― Βεβαιότατος. Είδα με τα μάτια μου το διάταγμα με την υπογραφήν του βασιλέως. Η χάρις όμως θα σε δοθή εις τον τόπον της εκτελέσεως. Ενθυμείσαι τους τρεις επαναστάτας, εις τους οποίους εδόθη πέρυσι χάρις επάνω εις την αγχόνην, ενώ ο βρόχος ήτο περασμένος εις τον λαιμόν των; ― Τους ενθυμούμαι. ― Ούτω και σε θα σε οδηγήσουν εις την πλατείαν της προκυμαίας, θα σε τοποθετήσουν αντικρύ εις απόσπασμα δέκα στρατιωτών, θα διαταχθεί πυρ, και τότε μόνον θα λάβης την χάριν. Δεν είχα το δικαίωμα να σου το φανερώσω· αλλά σε το λέγω, διότι ο βασιλεύς δεν θέλει τον θάνατόν σου και ήτο κίνδυνος ν' αποθάνης εις τον δρόμον από την τρομάραν. Θάρρος λοιπόν. Έχεις ακόμα να φας πολλά μακαρόνια, πριν μεταβής εις τον άλλον κόσμον. Η προσλαλιά αύτη ήρκεσε να διαλύση πάντα δισταγμόν και πάντα φόβον του καταδίκου. Ωμοίαζεν άνθρωπον από το στήθος του οποίου θα εσήκωναν βαρύ βράχον. Εδάκρυεν, εγέλα, εζητωκραύγαζε υπέρ του βασιλέως, υπέσχετο λαμπάδας εις όλους τους αγίους και επί τέλους εζήτησε να παρασύρη τον πνευματικόν του να χορεύσουν μαζί μίαν ταραντέλλαν. ― Τί κάμνεις, αθεόφοβε! είπεν ούτος. Λησμονείς ότι εχάθημεν και οι δύο, αν γνωσθή ότι σου εφανέρωσα το μυστικόν; Γονάτισε και εξομολογήσου. Ο κατάδικος εγονάτισεν, είπεν όσα είχε να είπη, έλαβεν άφεσιν αμαρτιών και απεχαιρέτισε τον πανοσιώτατον αποκαλών αυτόν σωτήρα του και υποσχόμενος να θαμβώση την επιούσαν τους θεατάς δια της αφοβίας του προ των τουφεκιστών. Ευθύς μετά την έξοδον του καπουκίνου εισήλθεν ο δεσμοφύλαξ, τον οποίον μεγάλως εξέπληξεν η εύθυμος διάθεσις του πρώην νυχθημερόν οδυρομένου. ― Δεν ηξεύρεις, είπεν εις αυτόν, ότι αύριον εις τας δέκα θα σε τουφεκίσουν; ― Το ηξεύρω πολύ καλά· γεννηθήτω το θέλημα του Θεού. Ηξεύρω όμως ότι έχω το δικαίωμα να ζητήσω να φάγω ό,τι θέλω εις το τελευταίον μου γεύμα. Παράγγειλε να μου φέρουν μίαν μακαρονάδα, ένα ψητόν καπόνι και κρασί των Συρακουσών. Μετά τριήμερον νηστείαν και αγρυπνίαν έφαγεν ως λάμια και απλωθείς έπειτα εις την κλίνην του ερρουχάλισε μακαρίως, μέχρις ού ήλθεν την επιούσαν να τον εξυπνήση ο επί της εκτελέσεως αποσπασματάρχης. Αφού δις εχασμήθη, εζήτησεν ο κατάδικος ως τελευταίας χάριτας ένα καφέ δια ν' αποτινάξη τον ύπνον από τα βλέφαρά του, μίαν ψήκτραν για να καθαρίση την στολήν του, έν γαρούφαλον και την άδειαν να βαδίση με λυτάς χείρας εις τον τόπον της εκτελέσεως. Αφού εβούτηξε δύο παξιμάδια εις τον καφέ του, επλύθη, εκτενίσθη, ανώρθωσεν ως άγκιστρα τους μύστακάς του, επέρασε το γαρούφαλον εις την κομβιοδόχην του κολοβίου του και στρεφόμενος έπειτα προς τον αποσπασματάρχην είπεν εις αυτόν μετά θαυμαστής αταραξίας: «Είμαι έτοιμος, κύριε λοχία». Πάντες οι παριστάμενοι ηπόρουν δια την αιφνιδίαν μεταμόρφωσιν του δειλού κάπωνος εις ανδρικόν πετεινόν και οι πάντες συνέχαιρον δια την έξοχον κατηχητικήν ικανότητα τον θείον μου Βαρνάβαν, όστις εδέχετο μετά της προσηκούσης εις το σχήμα του μετριοφροσύνης τα συγχαρητήρια. Αν και ήτο χειμών κατά το ημερολόγιον, ο καιρός ήτο εαρινός, ο ουρανός ανέφελος, η αύρα χλιαρά και εμοσχοβόλουν αι πορτοκαλέαι. Κανείς άλλος τόπος δεν έχει ζεστάς ημέρας τον χειμώνα πλην της Σικελίας. ― Και της Ελλάδος, διέκοψα εγώ. ― Έχετε δίκαιον, απήντησεν ο προκαλόγηρος. Ελησμόνουν ότι η μικρή σας Ελλάς ήτο πριν επαρχία της Μεγάλης και είχε πρωτεύουσαν τας Συρακούσας και βασιλέα τον Χαρώνδαν. ― Ταύτα, απήντησα γελών, είναι δεκτικά συζητήσεως. Αλλά τελειώσατε, παρακαλώ, την ιστορίαν σας. ― Έλεγα λοιπόν ότι ο καιρός ήτο ωραίος. Τα εργαστήρια είχον κλεισθή και όλοι οι Πανορμίται, άνδρες και γυναικόπαιδα, είχον σωρευθή εις τον δρόμον, τα παράθυρα, τους εξώστας και τας στέγας των χαμηλών οικιών, περιμένοντες την διάβασιν του καταδίκου. Οι κυβερνητικοί διέδιδαν ότι ούτος είχεν ανδρειωθεί και θ' απέθνησκεν ως γενναίος στρατιώτης, οι δε Σικελοί επέμειναν να στοιχηματίζωσι δέκα προς έν ότι θ' απέθνησκεν ως Ναπολιτάνος. Δεν εβράδυναν όμως να πεισθώσιν ότι δεν ήξιζε τίποτε το στοίχημά των. Αντί να σύρεται ως μόσχος εις την σφαγήν, ο κατάδικος εβάδιζεν εν μέσω των μελλόντων να τον τουφεκίσωσι στρατιωτών γαλήνιος και μεγαλοπρεπής ως θεός του Ολύμπου. Οσάκις συνήντα γνωρίμους του καθ' οδόν έτεινε εις αυτούς την χείρα και εις τα συλλυπητήρια και τας ενθαρρύνσεις αυτών απήντα δια καταλλήλου ρητού της προς χρήσιν του στρατού χρηστομαθείας του Σοαβίου: «Ο δίκαιος δεν φοβείται τον θάνατον»· «Ο άνθρωπος είναι παροδίτης της γης»· «Ο θάνατος είναι μετάβασις εις την αθανασίαν», ή άλλου τοιούτου και ευθύς έπειτα ετάχυνε το βήμα, ως θέλων ν' ανακτήση τον απολεσθέντα χρόνον. Οι Ναπολιτάνοι εθριάμβευον και επευφήμουν και οι Σικελοί έκλιναν δυσθύμως προς τα κάτω την κεφαλήν. Προ της θύρας οινοπωλείου δύο συστρατιώται του, ορθοί επί σκαμνίων, τον επροσκάλεσαν να πίη έν τελευταίον ποτήριον οίνου μετ' αυτών. Δεχθείς προθύμως την πρόσκλησιν ύψωσε το ποτήριον ανακράζων: «Εις την υγείαν της Α. Μεγαλειότητος του ενδόξου και αγαθού ημών βασιλέως Φερδινάνδου. Ο Θεός να τον ευλογή και να τον πολυχρονίζη». Την φοράν ταύτην επευφήμησαν τον κατάδικον πλην των Ναπολιτάνων και πολλοί εκ των Σικελών, εις δε τους λοιπούς μία μόνη απέμενεν ελπίς, ότι το ασύνηθες τούτο θάρρος ήτο προϊόν μιας οπωσδήποτε τεχνητής διεγέρσεως και θα εξέλειπεν επί του τόπου της εκτελέσεως. Η ελπίς αύτη θα επραγματοποιείτο ίσως αν δεν είχε προνοήσει ο θείος μου Βαρνάβας να παρευρεθή εκεί δια να τον ενθαρρύνη δια νεύματος και της επιδείξεως της άκρας χαρτίου, το οποίον δεν ηδύνατο να είναι άλλο παρά η υποσχεθείσα χάρις. Ο κατάδικος ουδέν απολέσας της αταραξίας του, υπήγε να τοποθετηθή αυθορμήτως αντικρύ των τουφεκιστών εις την κανονισμένην απόστασιν δέκα βημάτων, απωθήσας τον προσελθόντα να περιδέση κατά το σύνηθες τους οφθαλμούς του δια μαντυλίου δεκανέα. Οι στρατιώται ηύθυναν ήδη κατά του στήθους του τα όπλα αναμένοντες το τελευταίον πρόσταγμα, ότε αντήχησαν εκ διαφόρων συγχρόνως ομίλων φωναί: «Δεν μας αποχαιρετάς, Σάνδρε;» Το αποχαιρέτημα τούτο είναι εις τον τόπον μας δικαίωμα του καταδίκου και σχεδόν καθήκον επιβαλλόμενον εις αυτόν υπό της παραδόσεως. Άλλος το προετοιμάζει και άλλος το αυτοσχεδιάζει, άλλος λέγει πολλά και άλλος ολίγα, έκαστος κατά τον βαθμόν της ρητορικής του ικανότητος, όλοι όμως προσπαθούν να είπουν κάτι δια να μη υποτεθή ότι εβούβανεν αυτούς ο φόβος. Ο Σάνδρος δεν ήτο ρήτωρ, ήτο όμως αρκετά καλός τενόρος. Μη ευρίσκων τί να είπη αξιομνημόνευτον ανέμελψεν αντί προσλαλιάς το άσμα των 'Μασναδιέρων' του Βέρδι: Tra - la, Trala lala, n'andremo d'un salto nel mondo di la. Ήτοι: θα πάγω μ' έvα πήδημα ίσια στοv άλλον κόσμοv! Το κύκνειον τούτο άσμα ήτο βεβαίως επίκαιρον, η φωνή του καταδίκου ωραία και η αφοβία, μεθ' ης ητοιμάζετο να πηδήση εις τον άλλον κόσμον, αληθώς πρωτοφανής. Ευλόγως λοιπόν εξερράγη το πλήθος εις επευφημίας και χειροκροτήματα, οίων ουδέποτε ηξιώθησαν εις το θέατρον ούτε ο Ρόπας, ούτε ο Μάριος, ούτε ο Φασκίνης, ουδ' αυτή ίσως η Μαλιβράν. Ταύτα αντήχουν ακόμη, ότε ύψωσε το ξίφος ο έχων το πρόσταγμα αξιωματικός, ήστραψαν τα τουφέκια και δέκα σφαίραι ετρύπησαν το στήθος του καταδίκου. Ο θάνατος επήλθεν τόσον ακαριαίος, ώστε δεν επρόφθασε να εξαλείψη το διαστέλλον τα χείλη του μειδίαμα ευδαίμονος αυταρεσκείας. Ειπέτε μου τώρα, παρακαλώ, αν πιστεύετε ότι ηδύνατο ο θείος μου Βαρνάβας να κάμη τον άνθρωπον εκείνον ν' αποθάνη τόσον ευχαριστημένος και ν' αφίση μνήμην ήρωος, αν του ωμίλει περί της ευσπλαγχνίας του Θεού και της μακαριότητος του Παραδείσου, αντί να του υποσχεθή ότι είχεν ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια; ― Ομολογώ ότι το πράγμα επιδέχεται αμφισβήτησιν. Δεν εννοώ όμως πώς ο μακαρίτης θείος σας απεδέχετο να δοξάζη παρ' αξίαν ως ήρωας τους εχθρούς της πατρίδος του Ναπολιτάνους; ― Δεν το εννοείτε διότι δεν γνωρίζετε, ως φαίνεται, ότι οι Φράγκοι ρασοφόροι δεν έχουν άλλην πατρίδα πλην της Εκκλησίας, ουδ' άλλον αρχηγόν πλην του Πάπα. Έπειτα ο θείος μου ήτο, ως σας είπα, έξυπνος άνθρωπος και είχε στοιχηματίσει κ' εκείνος πολλά ότι θ' απέθνησκεν ο κατάδικος γενναίως. Η βροχή είχε παύσει και το ανδρόγυνον ηγέρθη να μας αποχαιρετήση. Εξερχόμενος με επροσκάλεσεν ο προκαλόγηρος να υπάγω να ίδω την συλλογήν του Σικελικών αρχαιοτήτων, και την πρόσκλησιν ταύτην επεκύρωσεν η κυρία του δι' ενός προσηνεστάτου arivederci. Εκατοίκουν το πρώτον πάτωμα μικράς οικίας εις την άκραν της οδού Γαριβάλδη. Επί της κοσμούσης την θύραν χαλκίνης πλακός ανεγινώσκετο υπό το όνομα του ενοίκου ο τίτλος 'αρχαιολόγος' (antiquario), σημαίνων εν Σικελία 'πωλητής αρχαιοτήτων'. Η δεξίωσις υπήρξε φιλοφρονεστάτη. Η οικοδέσποινα ευηρεστήθη να μου προσφέρη καφέ και να με θαμβώση και πάλιν με την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών και της χρυσής της κόμης, ο δε ξερασωμένος αρχαιολόγος, αφού μοι παρεχώρησεν αντί εκατό μόνον φράγκων δύο 'σπάνια' νομίσματα των Συρακουσών, ηυδόκησε να με πληροφορήση ότι, αν πλην των οφθαλμών και της κόμης επεθύμουν να μεταΐδω και τας κνήμας της κυρίας του, ηδυνάμην ν' απολαύσω την ευχαρίστησιν ταύτην μεταβαίνων το εσπέρας εις το θέατρον Vittorio Emmanuele, όπου ήτο δευτέρα χορεύτρια. Όπως οι καλόγηροι, ούτω είχαν αρχίσει να υπανδρεύωνται εις την Σικελίαν και αι χορεύτριαι. Εμμανουήλ Ροΐδης (1836 - 1904) Ο Ροΐδης γεννήθηκε στη Σύρο το 1836 αλλά μεγάλωσε στη Γένοβα ακολουθώντας στις μετακινήσεις του τον έμπορο πατέρα του. Σπούδασε φιλοσοφία στη Γερμανία και μετά το τέλος των σπουδών του εγκαθίσταται στην Αθήνα. Εξακολουθεί να ασχολείται με τις οικογενειακές επιχειρήσεις αλλά τον κερδίζει το γράψιμο και η δημοσιογραφία. Άσκησε μέσα από τις στήλες του έντονη κριτική σε όλο το φάσμα της πολιτικής , κοινωνικής και πνευματικής ζωής της πατρίδας μας του 19ου αιώνα , με ένα λόγο καυστικό, πνευματώδη, σατυρικό γεμάτο χιούμορ και σαρκασμό. Το ύφος του ήταν πρωτότυπο ξεχωριστό και ο ίδιος ξεχωριστός. Τρομερός αφηγητής, έγραφε σε μια ιδιαίτερη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα δουλεμένη και εξυψωμένη σε ένα γλωσσικό εργαλείο γεμάτο δύναμη και λεπτές αποχρώσεις ενώ με τον λόγο του, τις απόψεις του, τις στήλες του ήταν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της επικράτησης της δημοτικής σαν επίσημης γλώσσας. Το 1866 εκδίδει το μυθιστόρημα του "Πάπισσα Ιωάννα" που τον κάνει γνωστό παγκόσμια και τον κατατάσσει στους σημαντικότερους Έλληνες πεζογράφους. Το έργο είναι μια σάτιρα της καθολικής εκκλησίας του μεσαίωνα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, χαρίζοντας φήμη στον Ροίδη αλλά και έγινε αιτία αφορισμού του από την ελληνική εκκλησία, κάτι που μάλλον αύξησε το ενδιαφέρον του κοινού. Ο Ροΐδης πνεύμα ασυμβίβαστο και σπινθηροβόλο κατάφερε με το μοναδικό του ύφος να καθιερωθεί στα ελληνικά γράμματα και να αποτελέσει τον προάγγελο των μεγάλων έργων της ελληνικής πεζογραφίας του 20ου αιώνα Το 1875 ίδρυσε την δική του πολιτική εφημερίδα με τον τίτλο "Ασμοδαίος", που με σατυρικό πάντα ύφος δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Διετέλεσε και έφορος στην Εθνική μας βιβλιοθήκη για ένα διάστημα. Πέθανε το 1904. Έργα του: Πάπισσα Ιωάννα Ιστορία ενός σκύλου Ιστορία μιας γάτας Ιστορία ενός αλόγου Ψυχολογία Συριανού συζύγου Η μηλιά Το παράπονο ενός νεκροθάπτου ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ Κωνσταντίνος Χατζόπουλος Φθινόπωρο διήγημα, 1917 Η γιαγιά ήταν ορθή στη σκάλα όταν χτύπησε το κουδούνι της αυλόπορτας. - Είναι η κυρία Κατίγκω, είπε μέσα η υπηρέτρια. Η κυρία Αγλαΐα, που ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, έκαμε κίνημα και ψιθύρισε: - Έλα, τελείωνε γρήγορα. Η υπηρέτρια γύρισε και την κοίταξε: ξαπλωμένη πάντα έβλεπε προς το παράθυρο. - Ήρθε η Ευανθία; ακούστηκε από κάτω η φωνή της κυρίας Κατίγκως. - Έλα απάνω, είπε η γιαγιά. - Έλα απάνω, φώναξε κι ο παπαγάλος που λιαζόταν στο μπαλκόνι. Η κυρία Κατίγκω προχώρησε ένα βήμα και ξαναρώτησε: - Ήρθε αλήθεια; Στο παράθυρο παρουσιάστηκε η λευκή όψη του παππού σαν προσωπίδα κρεμασμένη πίσω από το τζάμι με τα μάτια ασάλευτα. Η κυρία Κατίγκω που είχε κάμει άλλο ένα βήμα προς τη σκάλα, σταμάτησε και γύρισε γοργά το πρόσωπο. - Έλα απάνω, ξαναμίλησε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξαναπροχώρησε· η όψη του παππού παρουσιάστηκε στο άλλο παράθυρο. Η κυρία Κατίγκω έπιασε το κλαδί μιας ροδοδάφνης που ήταν εμπρός στη σκάλα· όπως το έπιασε το μάδησε. Μέσα η κυρία Αγλαΐα άκουσε τις παντούφλες της γιαγιάς που σύρθηκαν. - Ποιος είναι μέσα; ρώτησε η κυρία Κατίγκω. Η γιαγιά είχε κατεβεί τη μισή σκάλα. - Ποιος είναι μέσα; είπε σιγότερα η κυρία Κατίγκω και κοκκίνισε. Είχε ανεβεί κι αυτή δυο σκαλοπάτια. - Τι στέκεσαι; είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξανακοκκίνισε. Τα μάτια του παππού σα να τρυπούσαν πίσω της το τζάμι. Πήδησε τα σκαλιά, έδωσε το χέρι της γιαγιάς και ανέβηκαν μαζί τη σκάλα. Η υπηρέτρια έτρεξε στην πόρτα. - Μέσα η κυρία ησύχασε, είπε φωναχτά. Η κυρία Κατίγκω γύρισε στη γιαγιά. Η γιαγιά δεν της άφησε το χέρι. - Έλα, έλα, είπε και την έσυρε κοντά της μέσα. Πέρασαν στην τραπεζαρία. Η Ευανθία έτρεξε στην πόρτα, και η κυρία Κατίγκω την άρπαξε στην αγκαλιά: - Να σε χαρώ! - Δες την πως έγινε, είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω έκλαιε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο. - Η μητέρα σου, είπε σιγά κι άφησε το κέντημά της στο κάθισμα. Έπειτα σηκώθηκε και ήρθε κ’ έδωσε το χέρι στην κυρία Κατίγκω: - Μαμά, καλημέρα. Η κυρία Κατίγκω τη φίλησε. Ο Στέφανος δεν κινήθηκε από το παράθυρο, όπου ήταν καθισμένος. - Πώς έγινε! ξαναείπε η γιαγιά. Ο Στέφανος της ένεψε: - Έλα γιαγιά. Κ’ έδειξε ένα κάθισμα κοντά του. Η κυρία Κατίγκω ξαναγκάλιασε την Ευανθία. - Χρυσή μου! Η Ευανθία έσκυψε στο στήθος της. - Με θυμόσουνα ποτέ;… Έτσι σας έσφιγγα --- Και η κυρία Κατίγκω χάδευε τα μαλλιά της Ευανθίας κ’ εξακολούθησε να κλαίει: - Τις δυο. Και δείχνοντας το Στέφανο: - Και κείνος κοίταζε. - Μητέρα, έλα τώρα, ένεψε με το χέρι ο Στέφανος· μα η γιαγιά ήρθε κοντά του. - Άσ’ την , του ψιθύρισε. Η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι, και η ματιά της απαντήθηκε με τη ματιά του Στέφανου. Η Μαρίκα ήρθε και κάθισε κοντά του και ξαναέπιασε το κέντημα. Ένα φύσημα φούσκωσε την κουρτίνα στο παράθυρο. Η Μαρίκα έβηξε ελαφρά. - Να κλείσω; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, ένεψε η Μαρίκα. Η γιαγιά έκαμε να έρθει κοντά της. - Μα γιαγιά! τη σταμάτησε η Μαρίκα, και η γιαγιά τέντωσε το αφτί· πάλι με τις παντούφλες! δε μου το έταξες; - Καλά, καλά, ψιθύρισε η γιαγιά. Η Ευανθία ξανακοίταξε, κι ο Στέφανος γύρισε προς το παράθυρο. - Έλα γιαγιά, είπε έπειτα· μα η γιαγιά πήγε στην Ευανθία. Έξω, εμπρός στο παράθυρο μια λεύκα σιγοκινούσε τα φύλλα της κοκκινισμένα. Τα πεύκα πλάι ίσκιωναν την αυλή βαριά. Η βρύση τριγυρισμένη από κισσό, έσταζε αργά στην πέτρινη λεκάνη, όπου βουτούσανε δυο πάπιες. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έριξε κάτω μια ματιά. Έπειτα κοίταξε πάλι τον ουρανό, όπου ο ήλιος πολεμούσε ν’ ανοίξει δρόμο μέσα σε σύννεφα σταχτιά, που ξέκοβαν και σκόρπιζαν κουρελιασμένα από την κορυφή του αντικρινού ορθόβραχου βουνού. Καθώς ο Στέφανος ακούμπησε το χέρι στο τζαμόφυλλο και τι κίνησε, ο ήλιος χτύπησε στο τζάμι· η αντιφεγγιά έπεσε στην όψη της Μαρίκας κ’ έπαιξε και απλώθηκε στο πάτωμα. Η Μαρίκα έκλεισε τα μάτια. - Στέφανε! φώναξε η κυρία Κατίγκω. - Γείρε το, ψιθύρισε η Μαρίκα. Καθώς έστρεψε πάλι ο Στέφανος, το τζάμι ξανακινήθηκε και ο Στέφανος μόλις πρόφτασε να δη που έσβηνε η αντηλιά στα πόδια της Ευανθίας. - Τι; ρώτησε. - Το τζάμι. Ο Στέφανος έκαμε να το κλείσει. - Ξεχασμένος είσαι, είπε η Μαρίκα· τι έβλεπες; Ο Στέφανος δεν της απάντησε· την κοίταξε σα να μην είχε ακούσει. Η Ευανθία και η κυρία Κατίγκω απέναντι μιλούσαν τώρα και γελούσαν. Η Μαρίκα κεντούσε σιωπηλή. - Στέφανε! γύρισε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε. -Πως θα χαρεί ο πατέρας σου! - Ναι, κι ο παππούς πως χάρηκε! είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε ελαφρά. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, χάρηκε, είπε ξανά η γιαγιά. Η Μαρίκα έσκυψε πάλι στο κέντημα, και η κυρία Κατίγκω ξαναέπιασε το χέρι της Ευανθίας: - Δεν την ξαναφήνομε να φύγει, ε νονά; - Ναι, έκαμε να πει η γιαγιά, μα η Μαρίκα έβηξε και η κυρία Κατίγκω γύρισε κείθε: - Στέφανε, κλείσε! φώναξε. - Μα δε φυσά, μαμά, είπε η Μαρίκα. - Σήκω απ’ αυτού, της φώναξε η γιαγιά. - Έλα κάθισε δω, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία τραβήχτηκε να κάμει θέση στον καναπέ, η Μαρίκα όμως κάθισε στο σκαμνάκι που ήταν εμπρός στα πόδια της κυρίας Κατίγκως. Κάθισε κ’ έσκυψε πάλι στο κέντημα. Και σώπασαν. - Τι κεντάς; τη ρώτησε έπειτα η κυρία Κατίγκω. - Μια μάρκα. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε να δη. - Ωραία είναι, είπε· αλλά όπως σήκωσε πάλι τα μάτια, φώναξε έξαφνα: - Μα Στέφανε! Ο Στέφανος γύρισε· η γιαγιά που είχε σηκωθεί σταμάτησε στην πόρτα. - Καπνίζεις---; Κλείσε! ξαναφώναξε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε άλλη μια στιγμή· έπειτα πέταξε το τσιγάρο κ’ έκλεισε το τζάμι. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα. - Φυσά λιγάκι, ο καιρός κρύωσε, είπε η Ευανθία. - Θα είχατε αέρα στο βαπόρι, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, που είχε στρέψει προς το παράθυρο, είδε πως ο Στέφανος είχε τα μάτια απάνω της· και μια στιγμή δεν απάντησε. - Τι, θεία Κατίγκω; είπε ύστερα. Η Μαρίκα την κοίταξε: - Ρώτησε αν είχατε αέρα στο βαπόρι. - Όχι πολύ, είπε η Ευανθία και σώπασε. Η γιαγιά που είχε βγει ήρθε πάλι. - Μαρίκα, μίλησε. Η Μαρίκα κοίταξε. - Σε θέλει μέσα, της ψιθύρισε η γιαγιά. - Η γιαγιά δεν ησυχάζει, είπε η Ευανθία. - Τι; τέντωσε τ’ αφτί η γιαγιά. - Σήμερα μαγείρεψες μονάχη, είπε δυνατότερα η Ευανθία. - Ναι, μαγείρεψα, είπε η γιαγιά κ’ έμεινε κοιτάζοντας την πόρτα που η Μαρίκα έφυγε - - Ήσουν μέσα; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα ξαπλωμένη πάντα στον καναπέ. Η Μαρίκα στάθηκε ορθή μπροστά της. - Ναι, απάντησε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε. Είδε σουφρωμένα τα φρύδια της και πρόσεξε πως στα μάγουλά της πάλευαν να σβήσουν τα ελαφρά κοκκινωπά τους στίγματα. Την κοίταξε μια στιγμή κ’ έπειτα: - Ποιος άλλος είναι; ρώτησε. - Ο Στέφανος, απάντησε η Μαρίκα. - Άλλος, ρωτώ. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια. - Το ξέρεις, είπε. - Ναι, όμως πρόσεξε μη μου τη φέρουν μέσα. Η Μαρίκα την ξανακοίταξε. Έπειτα αφού κοίταξε κάτω άλλη μια στιγμή, έκαμε ένα βήμα προς τον καναπέ, σαν αρπαγμένη από έξαφνο αίσθημα. - Γιατί όλα αυτά, μαμά; γιατί; δοκίμασε να πει, ένα όμως νεύμα της κυρίας Αγλαΐας τη σταμάτησε. Έμεινε ορθή και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα χωρίς να κινηθεί: - Πήγαινε και πρόσεξε μη μου τη φέρουν· αυτό σε ήθελα, ψιθύρισε και γύρισε τα μάτια αλλού. Η Μαρίκα ήρθε πάλι στην τραπεζαρία. Η κυρία Κατίγκω και η γιαγιά σκυφτές, μιλούσαν ψιθυριστά χείλη με χείλη. Ο Στέφανος είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε, η Ευανθία στεκόταν κοντά στο ξανανοιγμένο παράθυρο. Μια αντηλιά έπαιζε τριγύρω στα μαλλιά της. Η Μαρίκα σταμάτησε στην πόρτα. Χωρίς να θέλει γύρισε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της κονσόλας. Τα κόκκινα στίγματα είχαν απλωθεί από τα μήλα σ’ όλο το μάγουλο· στα άχρωμα χείλη της είδε λευκότερα σημάδια, σα να τα δάγκασε. Ο Στέφανος φύσηξε τον καπνό προς το παράθυρο έξω. Η Ευανθία τον κοίταξε. Πίσω της σάλευε τα φύλλα η λεύκα, στον ουρανό άπλωναν τα σύννεφα σα μαδημένα. Ο στέφανος ξανακάπνισε, η Ευανθία τον πλησίασε και είπε: - Και συ κοίταζες. Ο Στέφανος δε μίλησε. Ξαναφύσηξε τον καπνό, κι ο καπνός σκόρπισε ωχρογάλανος γύρω στο πρόσωπο της Ευανθίας· έπειτα χρωματίστηκε μενεξεδένιος κ’ έσβησε σταχτοκίτρινος, πρασινωπός. Η Μαρίκα έκαμε να ξανακαθίσει στο σκαμνάκι. - Ναι, ναι, νονά, είπε η κυρία Κατίγκω, σα να έκλεινε την ομιλία. Η γιαγιά είδε τη Μαρίκα. - Τι ήθελε; τη ρώτησε. - Τίποτε, είπε η Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε χωρίς να θέλει. - Μα, γιαγιά, πήγαινε ντύσου· θα έρθει έξαφνα κανένας, είπε σιγά η Μαρίκα. - Μαρίκα! φώναξε την ίδια ώρα η Ευανθία από το παράθυρο. Η Μαρίκα πήγε. - Για δες· δεν έχει αλλάξει κάτι εδώ; - Το σπίτι εκεί· χτίστηκε τώρα, είπε η Μαρίκα. - Α, ναι, φαινόταν ο γιαλός. - Και η εκκλησίτσα. - Με τα δυο πευκάκια. - Και τα κυπαρίσσια, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία σώπασε. Και η Μαρίκα, ενώ ο Στέφανος την κοίταζε: - Θα πάμε να την ανοίξομε. Ε, δε θα την ανοίξομε, γιαγιά; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Την εκκλησίτσα. Μα η Μάρθα στάθηκε μπρος στο παράθυρο, και η κυρία Κατίγκω φώναξε: - Μα, Στέφανε! Η γιαγιά άπλωσε τα χέρια. Ο Στέφανος σηκώθηκε, η Μαρίκα όμως τον κράτησε. Και η Ευανθία, τραβώντας τη κοντά της: - Μαρίκα, φώναξε, θυμάσαι τη γριά με τις κατσίκες; Η Μαρίκα δε μίλησε. Ο Στέφανος έκλεισε πίσω το παράθυρο. - Και το βράχο στο ακρογιάλι; - Που ανέβαινες και φώναζες, είπε η Μαρίκα. - Και βούιζε η θάλασσα. - Η σπηλιά βούιζε. - Ναι, η σπηλιά. - Και τη φοβόσουν. - Τη γριά φοβόμουνα με τις κατσίκες, είπε η Ευανθία, και ο Στέφανος που ήρθε κοντά, ψιθύρισε: - Που δε σαλεύαν. - Ναι, δε σαλεύανε και τους πετούσα πέτρες για να σαλέψουν· και τότε έβγαινε η γριά και μου έδειχνε τα γούλια της με το μακρύ δόντι που έφτανε ως κάτω απ’ το πηγούνι. Μια μέρα με κυνήγησε, κ’ έτρεξα σπίτι -- - Ξυπόλυτη; είπε η Μαρίκα. - Ναι, κ’ η μαμά σου μ’ έδειρε. Η Μαρίκα σα να κοκκίνισε, και η Ευανθία καθώς την κοίταζε η γιαγιά, φώναξε: - Γιαγιά, θυμάσαι; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Που μ’ έδειρες. - Τρελή, είπε η γιαγιά, και η Ευανθία γυρνώντας στην κυρία Κατίγκω: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. - Θεία Κατίγκω, ξαναφώναξε η Ευανθία, θυμάσαι που μ’ έδερνε η γιαγιά; - Τρελή, ψιθύρισε πάλι η γιαγιά κ’ έκαμε να τη χαδέψει καθώς ήρθε και στάθηκε μπροστά της. - Πώς της πηγαίνουνε τα πράσινα! είπε η κυρία Κατίγκω σιγά στο Στέφανο, που είχε έρθει και κάθισε στο πλάι της. - Ναι, της πηγαίνουν, είπε η Μαρίκα που στεκόταν από πίσω ορθή· και κοίταξε το Στέφανο. Μα όταν ο Στέφανος πήγε κοντά της και την είδε πως ήταν ανήσυχη: - Με κάνει νευρική, του είπε καθώς της έπιασε το χέρι. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η γιαγιά. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Που κάθεται με τις παντούφλες, είπε ξανά η Μαρίκα. Ο Στέφανος την έπιασε από τη μέση και βημάτισαν μαζί στην κάμαρα. Η Ευανθία στεκόταν στο παράθυρο με τη γιαγιά· ο Στέφανος είδε πως η κυρία Κατίγκω την κοίταζε σαν ξεχασμένη. - Στενοχωρήθηκες· θες να καπνίσεις; του είπε η Μαρίκα που πρόσεξε πως είχε ξεχαστεί κι αυτός. - Όχι, απάντησε ο Στέφανος και της ξαναέπιασε τη μέση. Περπάτησαν πάλι, όμως δίχως να μιλήσουν. Εκεί είδαν την Ευανθία που πήγε πάλι στην κυρία Κατίγκω, και ο Στέφανος πρόσεξε πως τον κοίταζαν και οι δυο, η κυρία Κατίγκω σα λησμονημένη πάντα. Έπειτα άκουσαν πως κάτι ψιθύρισε η γιαγιά· και γύρισαν. - Ναι, ναι, είπε η γιαγιά, σα να μιλούσε μόνη της· και στάθηκαν και την κοίταζαν. Μα η Ευανθία πετάχτηκε έξαφνα κ’ έπιασε από τη μέση τη γιαγιά: - Να σε χορέψω; - Τρελή! είπε και την έσπρωξε η γιαγιά, και η Ευανθία στάθηκε κ’ έβλεπε γελώντας τη Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, μα ο Στέφανος σα να μην πρόσεχε. ΄Επειτα στρέφοντας προς τη γιαγιά: - Αλλά, γιαγιά, έκαμε να πει, μα ο Στέφανος την τράβηξε προς το παράθυρο. Στάθηκαν και κοιτάζαν έξω. Η Ευανθία πήρε τη γιαγιά και κάθισαν στο πλάι της κυρίας Κατίγκως, η Ευανθία στο σκαμνάκι εμπρός στα πόδια της. Ο Στέφανος και η Μαρίκα γυρίζοντας την είδαν που έπιασε το χέρι της: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε, σα να ξυπνούσε, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! - Τι παιδί μου; - Τραγούδησέ μας. - Μα Ευανθία, είπε η Μαρίκα από αντικρύ, όμως η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω την έβλεπε σα να μην ένιωθε, η Ευανθία ψιθύρισε: - Στη φυσαρμόνικα, ένα τραγούδι. - Μα Ευανθία, είπε πάλι η Μαρίκα· η Ευανθία όμως έφερε τη φυσαρμόνικα και παρακάλεσε ξανά; - Θεία Κατίγκω! - Όχι χρυσή μου, δεν μπορώ, δοκίμασε να πη η κυρία Κατίγκω, μα η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Και η γιαγιά που έβλεπε την Ευανθία, είπε κι αυτή: - Έλα Κατίγκω. Η Μαρίκα κοίταξε τη γιαγιά κ’ έπειτα το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος ψιθύρισε: - Έλα, μητέρα. Η Μαρίκα έκαμε κίνημα,. αλλά η κυρία Κατίγκω είχε πάρει τη φυσαρμόνικα. - Δεν μπορώ, ξαναείπε σιγαλά. Ανέβασε όμως το βέλο της πιο απάνω και φάνηκε αποκάτω μελαψό, αφτιασίδωτο το μέτωπο. Η Μαρίκα γύρισε τα μάτια αλλού, ενώ η κυρία Κατίγκω έφερνε τα δάχτυλα στα κόκκαλα της φυσαρμόνικας. Τα κίνησε σ’ αυτά, σα να δοκίμαζε. Αλλά σταμάτησε μεμιάς· σταμάτησε και κοίταζε μπροστά της. - Σα φύλλο, της είπε η Ευανθία σιγά, καθώς σταμάτησε. Μα η κυρία Κατίγκω την κοίταξε μονάχα, σα να μην άκουσε. Έπειτα έριξε τα μάτια της πάλι μπροστά, ίσια στο Στέφανο, και βλέποντας χαμένα εκεί έπαιξε και τραγούδησε: Τα μάτια σου κλαίνε, Λενίτσα Λενιώ…. τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Ο Στέφανος έκαμε κίνημα, αλλά η κυρία Κατίγκω εξακολούθησε: Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά, αχ άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. Η φωνή της κυρίας Κατίγκως έτρεμε· τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Ο Στέφανος της άρπαξε τη φυσαρμόνικα. Η Μαρίκα είχε γυρίσει και κοίταζε την Ευανθία, η κυρία Κατίγκω σκέπασε τα μάτια με τα χέρια. - Κατίγκω! Κατίγκω! είπε η γιαγιά. - Το ξέρατε, ψιθύρισε η Μαρίκα. Η γιαγιά της έριξε μια άφωνη ματιά. - Αχ ναι, είπε σιγά έπειτα κ’ έφυγε συρτά…. Έξω πύκνωσαν και χαμήλωσαν τα σύννεφα και η κάμαρα σκοτείνιασε. - Θα βρέξει, είπε η Ευανθία ορθή εμπρός στο παράθυρο. Η Μαρίκα την κοίταξε. Από κάτω ακούστηκαν οι πάπιες που χτυπούσαν τα φτερά τους, και η Ευανθία έσκυψε στο τζάμι. Η κυρία Κατίγκω κατέβασε πάλι το βέλο της. - Στέφανε, θα μείνεις; είπε και σηκώθηκε. - Να έρθω μαζί; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα γύρισε και τον κοίταξε. - Όχι, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θεία Κατίγκω, φεύγεις κιόλα; φώναξε η Ευανθία που γύρισε από το παράθυρο και την είδε που έσιαζε στον καθρέφτη το καπέλο της. - Μαμά, μείνε λιγάκι, είπε και η Μαρίκα. - Πρέπει να πάω, απάντησε η κυρία Κατίγκω· θα έρθω άλλη μέρα, γύρισε στην Ευανθία που την πλησίασε. - Αν δεν έρθεις πριν εσύ, είπε σιγαλότερα και ακούμπησε το χέρι απάνω της. Η Ευανθία την κοίταξε. - Περιμένεις μια στιγμή; τη ρώτησε γοργά και πήδησε στην πόρτα. Η κυρία Κατίγκω έκαμε να στρέψει πάλι μέσα, μα καθώς έστρεψε, κινήθηκε στο πλάι η άλλη πόρτα και μέσα από το άνοιγμα είδε δυο μάτια καρφωμένα απάνω της. Μια στιγμή σα να καρφώθηκε κι αυτή στη θέση της. Μα αμέσως, χωρίς να το αισθανθεί: - Στέφανε! έβγαλε φωνή. - Πάμε! του ξαναφώναξε, όπως έστρεψε ο Στέφανος και κοίταξε. - Αλλά… δεν είπες; θέλησε να ψιθυρίσει ο Στέφανος. - Όχι, όχι, πάμε, ένεψε γοργά η κυρία Κατίγκω κ’ έφυγε. Καθώς περνούσε στο διάδρομο, η πόρτα της κυρίας Αγλαΐας έκλεισε δυνατά μπροστά της, σαν επίτηδες. Και η υπηρέτρια ορθή έξω από την πόρτα εκεί, την κοίταζε… Η Μαρίκα συνόδεψε το Στέφανο στο διάδρομο. Η Ευανθία ήρθε τρεχάτη μ’ ένα δεματάκι. - Έφυγαν; είπε ρίχνοντας ματιά στην άδεια κάμαρα. Η Μαρίκα την κοίταξε μονάχα· και στρέφοντας και πάλι μέσα είδε στην άλλη πόρτα την όψη του παππού σα σφηνωμένη μέσα στο άνοιγμα. Κ’ έμεινε και την κοίταζε. Η κυρία Κατίγκω περίμενε το Στέφανο έξω στο δρόμο. - Μα, μητέρα, τι έπαθες; ρώτησε ο Στέφανος. - Τίποτε, είπε βιαστικά η κυρία Κατίγκω. - Τίποτε, πάμε, ξαναείπε και του έπιασε το χέρι. Άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταλαματιές, και τάχυναν το βήμα. Αραιοί διαβάτες περνούσαν γρήγορα χωρίς να χαιρετήσουν. Μια στιγμή άνοιξε πίσω κάποια σιδερένια πόρτα και ξαναέκλεισε με ορμή, και η κυρία Κατίγκω στριμώχτηκε σφιχτότερα στο Στέφανο. Μια δυνατή πνοή σήκωσε έπειτα σύννεφο τη σκόνη και τους τύλιξε σε λίγο μέσα. Όταν πέρασε, είχαν φτάσει στο ακρογιάλι. Σε μερικά καΐκια αραγμένα εκεί κατεβάζαν τα πανιά· οι γλάροι πετούσαν γύρω τους σε χαμηλά στενά τόξα, και η θάλασσα απλωνόταν ανήσυχα βουβή και σκοτεινή. Η κυρία Κατίγκω σταμάτησε όταν έφτασαν στο σπίτι και ανέβηκαν τη σκάλα. Εκεί έκλεισε την πόρτα, έπιασε το χέρι του Στέφανου και του είπε: - Παιδί μου, Στέφανε… να ζήσεις, άκου: μην ξαναπάς σ’ αυτό το σπίτι. - Αλλά, μητέρα…, έκαμε να πει ο Στέφανος, μα η κυρία Κατίγκω τον σταμάτησε: - Μη, μην ξαναπάς! Και η φωνή της και η ματιά είχαν βαθιά κάτι παρακαλεστικό και τρομαγμένο. Και ο Στέφανος έμεινε μπροστά της άφωνος, ενώ η μπόρα χτυπούσε στα τζάμια με όλη της την πρώτη ορμή. [Επεξεργασία] ΙΙ - Ωραία μέρα, είπε η Ευανθία κοιτάζοντας προς το παράθυρο. Η Μαρίκα έριξε πίσω το κεφάλι και στύλωσε τα μάτια έξω. Ο ήλιος έλαμπε, ο ουρανός έφεγγε. - Βγαίνομε έξω; είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα δε μίλησε, ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα. - Πάμε περίπατο; ξαναείπε η Ευανθία. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Σου αρέσει αλήθεια; είπε σιγά. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα σιγά κι αυτός: - Μα δε σου είπα! Η Μαρίκα ξανακοίταξε μπροστά της κ’ έπειτα γύρισε πάλι: - Όχι, το χρώμα δε μου πάει· είμαι κίτρινη. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Για ξαναφόρα το, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή. - Το κέντημα στη ζώνη δε μου αρέσει, ψιθύρισε έπειτα. - Τότε βγάλε το, της είπε ο Στέφανος. - Βάλε μόνο μια κορδέλα με μια αγράφα, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα κρέμασε τα χέρια και κοίταξε το Στέφανο. - Είμαι κίτρινη, είπε σιγά. - Είσαι ωραία, της είπε ο Στέφανος σιγότερα, ενώ η Ευανθία ξεφύλλιζε ένα φιγουρίνι απάνω στο τραπέζι. Η Μαρίκα έμεινε με τα χέρια κρεμασμένα κάτω· η Ευανθία ήρθε μπροστά της. - Να, σαν αυτή, είπε κ’ έδειξε ένα σχέδιο στο φιγουρίνι. Η Μαρία κοίταξε. - Και τούτη η τάγια εδώ… κάμε την έτσι, είπε η Ευανθία. - Δε μου αρέσει, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα και γύρισε προς το παράθυρο. Ο Στέφανος της έπιασε το χέρι: - Φαίνεσαι κουρασμένη. Η Ευανθία άφησε το φιγουρίνι. Φόρεσε αυτή το επανωφόρι και πήγε στον καθρέφτη. - Εγώ έτσι θα το έκανα, είπε και μάζεψε το ύφασμα στη μέση· πού έχεις μια κορδέλα; Κρατώντας τα χέρια στη μέση κοίταζε στον καθρέφτη. Στο βάθος έβλεπε τη Μαρίκα σκυφτή και τα μάτια του Στέφανου ριγμένα στον καθρέφτη. Της φάνηκε σα να κοκκίνισε, και πήρε τη ματιά από κει. Μισογυρνώντας το κορμί ξανακοίταξε τη μέση της και φώναξε; - Μαρίκα! Η Μαρίκα γύρισε. - Να, δες εδώ… Στην πόρτα παρουσιάστηκε ο άσπρος σκούφος και η σταχτιά ρόμπα του παππού με τα σιρίτια ξεφτισμένα στα μανίκια. Κάτω απ’ το σκούφο γυάλιζαν ανήσυχα τα μάτια του. Η Ευανθία γύρισε κείθε. - Καλημέρα, παππού, φώναξε. Ο παππούς κοίταξε γύρω, σα να ζητούσε κάτι. - Τι είναι παππού; ξαναείπε η Ευανθία. Ο παππούς ήρθε στο τραπέζι, έπειτα πήγε στον κομό. - Γυρεύεις τίποτε; ρώτησε πάλι η Ευανθία. - Τα σπίρτα… μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, και ο Στέφανος σηκώθηκε. - Πάρε τα δικά μου, παππού, είπε και του έδωσε τα σπίρτα. Ο παππούς ήρθε και στάθηκε μπρος στο παράθυρο. Στάθηκε, κοίταξε έξω μια στιγμή κ’ έπειτα είπε: - Τη νύχτα έβρεξε. - Το απόγευμα, παππού, είπε η Ευανθία. - Τη νύχτα, είπε ξανά ο παππούς. - Τη νύχτα, ναι, οληνύχτα, είπε η Μαρίκα κοιτάζοντας την Ευανθία. Ο παππούς γύρισε και σύρθηκε έξω, και η Ευανθία βλέποντας τη Μαρίκα: - Τη νύχτα, ψιθύρισε σα μηχανικά. Μα έπειτα πιάνοντας τον ώμο της Μαρίκας; - Αλήθεια, δε μου τέλειωσες την ιστορία, είπε σαν ξαφνικά. - Ποια ιστορία; - Που μου άρχισες ψες βράδυ στο παράθυρο, για τ’ άστρα. - Α, ναι, θυμήθηκε η Μαρίκα. Και γυρίζοντας στο Στέφανο: Για τον Ωρίωνα, είπε κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος τινάχτηκε, σα να ξαφνίστηκε. - Έλα, πες τη, ξαναζήτησε η Ευανθία και περίμενε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε η υπηρέτρια που έβγαλε φωνή, και η Ευανθία έτρεξε κει. Ο Στέφανος κοιτάχτηκε με τη Μαρίκα. - Ευανθία! φώναξε γοργά η Μαρίκα. Μα η Ευανθία δε γύρισε. Σταμάτησε στην πόρτα εμπρός στον παππού που έτρεχε κοντά στην υπηρέτρια. - Τα σπίρτα, της ψιθύρισε ο παππούς. - Τα σπίρτα μου τα ξαναπήρε, ψιθύρισε πάλι και στάθηκε και κοίταζε την Ευανθία. - Ευανθία, ξαναφώναξε η Μαρίκα, έλα άκουσε το μύθο. Η Ευανθία γύρισε. Μα σα να ξέχασε: - Τι; ρώτησε. - Για τον Ωρίωνα, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο: - Α ναι, ποιος ήταν; Η Μαρίκα σταμάτησε, μα έπειτα: - Ένας που αγάπησε την Άρτεμη, είπε. - Α ναι, κι αυτή; Μα η Μαρίκα δεν απάντησε. Η γιαγιά ήρθε στην πόρτα και πήρε από το χέρι τον παππού. Η Ευανθία στάθηκε και κοίταζε, ενώ ο παπαγάλος φώναζε από το διάδρομο: - Παππού! παππού! Ο Στέφανος πλησίασε στο παράθυρο που ήταν ορθή η Μαρίκα. - Φαίνεσαι κουρασμένη· δεν κοιμήθηκες καλά; τη ρώτησε. - Ω ναι, είπε η Μαρίκα. Σώπασαν λίγες στιγμές. Από κάτω ανέβαινε η υγρασία της νοτισμένης γης. Η μισομαδημένη λεύκα έμενε ακίνητη· μόνο σε μια άκρη ενός κλαδιού σάλευαν δυο καρδερίνες. Στην αντικρινή ταράτσα παρδαλές πλατιές κουβέρτες απλωμένες έμοιαζαν σημαίες που με το κόκκινό τους βάθος έδιναν όψη φαιδρή στην ερημιά του μικρού δρόμου. Ένας φλώρος κρεμασμένος κάπου σε κλουβί σκόρπισε έξαφνα ένα συρτό μονότονο κελάδημα, και οι καρδερίνες απάντησαν μ’ ένα πιο σύντομο ψιθυρητό. Ο Στέφανος έπιασε τον ώμο της Μαρίκας. Μια από τις καρδερίνες πήδησε στο άλλο κλαδί κουνώντας τη λευκοστιγμένη μαύρη ουρά. Τα σταχτοκίτρινα φτερούγια έπαιξαν παρδαλά στον ήλιο, και από το μικρό κεφάλι έσμιξαν λάμψεις κόκκινες σα ρουμπινιού. Ο Στέφανος θέλησε να δείξει της Μαρίκας το πουλί, μα η Μαρίκα κοίταζε αντίκρυ. Κοίταζε αντίκρυ προς το ορθόβραχο βουνό που ίσκιωνε αποκάτω του μαβιά το γυμνό σταχτερό λόφο· λευκόχριστα σπιτάκια στριμωγμένα στο πλευρό του λόφου αραδιαστά, έμοιαζαν σα σκαλοπάτια προς το βαρύ σκοτεινό κάστρο που ύψωνε στην κορυφή κεραμιδόχρωμα τα μισογκρεμισμένα τείχη του. Η Μαρίκα κοίταζε τους ίσκιους που έριχνε το ψηλό βουνό στο λόφο, και ο Στέφανος, σα να θέλησε να τους σκορπίσει από μπροστά της, της έπιασε τη μέση κ’ έκαμε πάλι να της δείξει το πουλί. - Για δες, ψιθύρισε. Μα όταν η Μαρίκα γύρισε να δει, το πουλί είχε φύγει. - Για δες. Και ο Στέφανος έδειξε κάτω τον τοίχο της αυλής, όπου ένα βυσσινοκόκκινο περιπλοκάδι πλεγμένο με τον πράσινο κισσό απλωνότανε μαζί του κλαδιστό σα φλέβες αίμα, σαν παρακλάδια βουνών και ποταμιών σε χάρτη, κ’ έκανε αληθινά τον τοίχο σαν εικόνα χρωματισμένη φανταστικά. Η Μαρίκα έσκυψε και κοίταξε. Έπειτα σήκωσε το σώμα και αφού κοίταξε και πάλι μπροστά της, ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Στέφανε, είπε. Ο Στέφανος την κοίταξε. Η Μαρίκα σταμάτησε μια στιγμή. - Θυμάσαι πότε άρχισε η αγάπη μας; ρώτησε αμέσως έπειτα αργά και σαν ψιθυριστά. - Από το βράδυ εκείνο, είπε ο Στέφανος αργά κι αυτός. - Ποιο βράδυ; Όταν σε φώναξε η γιαγιά; Ο Στέφανος σα να ένεψε. - Όχι πρωτύτερα; Ο Στέφανος την κοίταξε. - Όχι πρωτύτερα; ξαναείπε πάλι αργά η Μαρίκα. Κι όταν σε φώναξε η γιαγιά, ε για πε μου, πρόσθεσε ύστερα. - Ήσουνα τόσο ωραία στο ηλιοβασίλεμα. - Θέλεις να πεις, τότε δεν ήμουνα χλωμή. - Μαρίκα, είπε ο Στέφανος και της έπιασε το χέρι. - Ναι, κ’ ήτανε τόσο ζεστός ο αέρας. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή και ανάσανε, σα ν’ ανάσαινε εκείνον τον αέρα. Έπειτα ξανακοιτάζοντας το Στέφανο στα μάτια: - Ξέρεις γιατί σε φώναξε η γιαγιά; είπε. - Γιατί; ρώτησε ο στέφανος. - Επίτηδες, είπε η Μαρίκα, και στα χείλη της τρεμούλιασε ένα χαμόγελο που μόλις το είδε ο Στέφανος. Και ο Στέφανος μη νιώθοντας. - Επίτηδες; ρώτησε πάλι σα μηχανικά. - Ναι, ήξερε πως δεν το ήθελε η μαμά, είπε η Μαρίκα χωρίς να πάρει τη ματιά από πάνω του. Το χέρι του Στέφανου που κρατούσε το δικό της χαλάρωσε άθελα. - Λοιπόν καλύτερα να μη με φώναζε; Η Μαρίκα έσφιξε πιο πολύ το χέρι του κ’ έσυρε κοντύτερα το Στέφανο: - Όχι, Στέφανε, όχι· δεν είπα αυτό, είπε γοργά. Και όσο ο Στέφανος την κοίταζε άφωνος, εξακολούθησε: - Είπα μόνο πως η γιαγιά κάνει ό, τι δεν αρέσει της μαμάς. Να, σήμερα μάλωσαν πάλι. Μπήκε στην κάμαρά της δίχως να χτυπήσει. Και η μαμά ήταν άντυτη. Ο Στέφανος χαμογέλασε. - Το ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Και μένα δε μου αρέσει. Και μένα με κάνει νευρική συχνά. - Που γυρνά με τις παντούφλες, ξαναγέλασε ο Στέφανος. - Ναι, κι αυτό το κάνει γιατί ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Ο Στέφανος έκαμε να τη χαδέψει: - Παιδί, παιδί. - Ναι, ναι· θέλεις να σου πω κ’ ένα άλλο; είπε η Μαρίκα και σταμάτησε. - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος και την κοίταξε προσμένοντας. - Να, και την Ευανθία την έφερε, και η Μαρίκα δεν πρόσεξε ένα κίνημα του Στέφανου, γιατί ξέρει πως δεν την ήθελε η μαμά. - Και τη μητέρα μου, κ’ εμέ τον ίδιο, είπε ο Στέφανος μ’ ένα χαμόγελο. Βρέθηκαν ένα βήμα ο ένας μακριά από τον άλλο. Η Μαρίκα χαμήλωσε τα μάτια, ο Στέφανος κοίταζε έξω. Σώπασαν μια στιγμή. Έπειτα η Μαρίκα ήρθε και του άρπαξε και τα δυο χέρια: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Έλα, φίλησέ με, του φώναξε μεμιάς και τον αγκάλιασε. Ο Στέφανος τη φίλησε. - Και σένα, είπε έξαφνα η Μαρίκα, σα να συνέχιζε το στοχασμό της. Γιατί σ’ έφερε σένα, γι’ αυτό την αγαπώ. Κ’ ενώ ο Στέφανος σώπαινε. - Τη γιαγιά, πρόσθεσε και ακούμπησε τα χέρια στους ώμους του. - Ξέρεις, Στέφανε, πώς μου είναι; είπε έπειτα από μια στιγμή. - Πώς; ρώτησε ο Στέφανος μηχανικά, σαν άθελα. - Σα μοίρα, είπε αργά η Μαρίκα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τον. - Σα μοίρα μου, ξαναψιθύρισε, κι αμέσως, σα μ’ έξαφνο ξέσπασμα: Έλα, φίλησέ με πάλι, φώναξε γοργά. Στα μάτια, ναι, στα μάτια· το ξέρεις πως μου αρέσουνε φιλιά στα μάτια, είπε με αργότερη, βραχνότερη φωνή κ’ έγειρε το κεφάλι στο λυγισμένο μπράτσο του Στέφανου. [Επεξεργασία] ΙΙΙ Ο Στέφανος, γυρνώντας σπίτι, κάθισε στο καφενείο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα μπροστά του στρωνόταν κατακόκκινη στο ηλιοβασίλεμα. Μια όμοια λάμψη φώτιζε τη θάλασσα το βράδυ εκείνο που η γιαγιά τον έκραξε στο εκκλησιδάκι έξω εκεί στην ακροθαλασσιά. Η Μαρίκα στέκονταν ορθή, και το ανοιχτόχρωμο φόρεμά της έφευγε κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα. Ο Στέφανος δεν τη γνώρισε, μάντεψε όμως ποια ήταν άμα είδε τη γιαγιά. Έδωσαν τα χέρια και κοιτάχτηκαν, παράξενα του φάνηκε. Του φάνηκε ακόμα πως η Μαρίκα κοκκίνισε. Ο Στέφανος έλειπε χρόνια, και η γιαγιά τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Η Μαρίκα του είπε μόνο καλώς ήρθες. Ύστερα τον ρώτησε για τη μαμά του. Ο Στέφανος θυμάται πως της απάντησε με τόνο: - Η μητέρα μου; Καλά, ευχαριστώ. Έπειτα γύρισε στη γιαγιά και είπε: - Ρώτησα για σας, νονά. Και ύστερα πρόσθεσε: - Και χάρηκα … Θυμάται πως δεν τελείωσε, γιατί τον κοίταξε η Μαρίκα· τον κοίταξε πάλι παράξενα. Έπειτα γύρισε η ομιλία αλλού. Η γιαγιά του είπε πως ευχαριστήθηκε πολύ που άκουσε πως θα μείνει τώρα εδώ, να πάρει το γραφείο του πατέρα του. - Ο καημένος ο Γιάγκος κουράζεται πολύ, είπε. - Και η Κατίγκω, πρόσθεσε, ναι, τι καλά που θα είναι και για την Κατίγκω. - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Και η Ευανθία, νονά; ρώτησε έπειτα από μια στιγμή. Η Μαρίκα τον κοίταξε, ενώ η γιαγιά απάντησε: - Προχτές μας έγραψε. Καλά είναι. Το χειμώνα που μας πέρασε ήρθε και μας είδε. Μα η θεία της αρρώστησε, και δεν κάθισε πολύ. - Τα έμαθα, είπε ο Στέφανος. Και πρόσθεσε: - Από τη μητέρα μου. - Ναι, η Κατίγκω την αγαπά πολύ· της φαίνεται πως βλέπει ... Και η γιαγιά σώπασε. ΄Επειτα μίλησαν γι’ άλλα πράγματα. Ο Στέφανος τις συνόδεψε ως το σπίτι. Όταν χωρίστηκαν, η Μαρίκα τον κοίταξε πάλι παράξενα ενώ του έδινε το χέρι. Και όταν έμπαινε στην πόρτα, γύρισε και τον ξαναείδε. Αυτό το βράδυ ήταν η πρώτη αρχή. - Όχι πρωτύτερα; Όσο και αν έκανε ο Στέφανος να θυμηθεί, πρωτύτερα θυμόταν τη Μαρίκα μόνο μικρή, που την έφερνε η γιαγιά και παίζανε. Αυτή, αυτός και οι δυο Ευανθίες. Πότε στον κήπο, πότε στην ακροθαλασσιά, και το χειμώνα στο βουνό πίσω από το κάστρο, που έτρεχε μέσα στην πρασινάδα η ρεματιά. Ταχτικά, καθημερινά σχεδόν. - Κατίγκω! έτοιμα τα παιδιά; φώναζε η γιαγιά από την αυλόπορτα. -Έρχονται αμέσως, απαντούσε η κυρία Κατίγκω, κι ο Στέφανος βιαζότανε να κατεβεί τα σκαλιά δυο δυο. - Το νου σου! δε σου φεύγει· θα σκοτωθείς! του φώναζε από πίσω η κυρία Κατίγκω, που κατέβαζε την Ευανθία της από το χέρι. Ο Στέφανος κρατούσε κιόλα το χέρι της άλλης Ευανθίας, όταν έφτανε η κυρία Κατίγκω με την αδερφή. - Πάλι μονάχη σου, νονά; έλεγε η κυρία Κατίγκω και χαιρετιότανε με τη γιαγιά. - Η υπηρέτρια δεν άδειαζε, απαντούσε η γιαγιά και κοίταζε την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω, που ένιωθε τη ματιά, της ψιθύριζε σιγά στο αυτί. - Ναι, ναι, καλύτερα. - Να λείπω· δε βαστιέται· πάντα με τη νομαρχία, έλεγε και η γιαγιά σιγά κ’ ήθελε να σταθεί ν’ αλλάξει ακόμα λίγα λόγια με την κυρία Κατίγκω, μα ο Στέφανος είχε πιάσει από το χέρι τις δυο Ευανθίες και ήταν έξω πια από την αυλόπορτα. - Ευανθία, Ευανθία! φώναζε η γιαγιά, και γύριζαν για μια στιγμή και οι δυο Ευανθίες. - Ευανθία! ξαναφώναζε, αλλά δε γύριζε καμιά. - Εγώ τα φταίω με τ’ όνομα, αλλά μου αρέσει, έλεγε η γιαγιά και σταματούσε να ψιθυρίσει κάτι ακόμα της κυρίας Κατίγκως· μα η Μαρίκα την τραβούσε από το φόρεμα, κ’ έφευγε η γιαγιά. Σε λίγο ήταν έξω στο ακρογιάλι, και τα παιδιά γέμιζαν τα κουβαδάκια τους στον άμμο. Η γιαγιά έβγαζε από το τζαντάκι την κάλτσα της και τα γυαλιά. Έπειτα άπλωνε το μαντήλι κάτω, και τα παιδιά σώριαζαν μέσα τα κοχύλια που μάζευαν. Και όταν το μαντήλι γέμιζε, τα έφερναν και τα έριχναν στην ποδιά της γιαγιάς. - Έλα, φτάνει πιά· μου μουσκέψατε το φόρεμα, τους έλεγε η γιαγιά. Και άφηνε την κάλτσα και τα βοηθούσε να μοιράζουν τα κοχύλια. Οι δυο Ευανθίες μάλωναν πάντα μεταξύ τους, και ο Στέφανος και με τις δυο. Η Μαρίκα γέμιζε σιωπηλή το κουβαδάκι με όσα της έδινε η γιαγιά. Και κάθιζε στον άμμο και τ’ άδειαζε και τα ξανάδειαζε· τα σώριαζε, τ’ αράδιαζε σε γραμμές και τα κοίταζε. Έπειτα σήκωνε πάλι τα μάτια και κοίταζε μπροστά της τον αέρα, τα πεύκα που στέκονταν ακίνητα στους βράχους, τη θάλασσα που έσμιγε πέρα σε μια γραμμή θολή και ασάλευτη τον ουρανό. Οι δυο Ευανθίες και ο Στέφανος άφηναν τα κοχύλια και πηδούσαν στο νερό. Πρώτη η Ευανθία της γιαγιάς. Κυνηγιόντανε, βουτούσαν ως τα γόνατα, έβρεχαν τα μεσοφόρια· πιτσίλιζαν τις πλάτες και νοτίζαν τα μαλλιά. Τα καστανόξανθα μαλλιά της Ευανθίας έφεγγαν στον ήλιο. Η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. - Μαρίκα, έλα και συ· δε θέλεις; της έλεγε η γιαγιά. Η Μαρίκα κοίταζε. - Τι; έλεγε ύστερα. - Να μπεις στη θάλασσα. - Όχι. - Γιατί; κρυώνεις; Η Μαρίκα κοίτα τη γιαγιά. - Ναι, θέλησε να πει μια μέρα, μα σταμάτησε, σα να μην ήθελε να πει το ψέμα. - Δεν το θέλει η μαμά, είπε ύστερα σιγά. - Η μαμά πολλά δε θέλει, μα δεν της το λέμε, ψιθύρισε η γιαγιά· έλα! - Και εγώ δε θέλω, είπε η Μαρίκα σα με πείσμα. - Γιατί; - Γιατί δεν το θέλει η μαμά, απάντησε η μικρή και κοίταξε τη γιαγιά στα μάτια. Η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως στάθηκε κει μπροστά και γέλασε. - Δε σε ξαναπαίζουμε, είπε της Μαρίκας κ’ έδωσε γοργή κλωτσιά στα κοχύλια της τ’ αραδιασμένα χάμω. Η Μαρίκα έκλαψε και δεν ξαναήρθε πια με τη γιαγιά. Η Ευανθία διηγήθηκε των παιδιών την άλλη μέρα πως η μητέρα της Μαρίκας μάλωσε με τη γιαγιά. ΄Επειτα άκουσαν τη γιαγιά που ψιθύριζε κρυφά με την κυρία Κατίγκω. - Είναι ανυπόφορη· ολοένα με τη νομαρχία, έλεγε η γιαγιά. - Μου γύρισε κ’ εμέ τις πλάτες, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θέλει να διώξει και την Ευανθία. - Και ο νονός; - Όπως κατάντησε ο νονός! Και η γιαγιά αναστέναξε. ........................................... Η κυρία Κατίγκω έπαιρνε συχνά τη φυσαρμόνικα κ’ έπαιζε των παιδιών· και η γιαγιά τους τραγουδούσε: Τα πουλιά στα κλώνια ζυγά ζυγά, και τα χελιδόνια ... Και τα παιδιά ζητούσανε να βρουν τη ρίμα. - Μες στη φωλιά, έλεγε το ένα. - Στη αμμουδιά, έλεγε το άλλο. Η γιαγιά δεν την ήξερε κι αυτή και δεν αποτελείωνε το τραγούδι. Και τα παιδιά γελούσαν. Κάποτε έπαιρναν τη φυσαρμόνικα και στο ακρογιάλι, και όταν έφεγγε το φεγγάρι έβγαιναν με τη βάρκα έξω στη θάλασσα. Ο πατέρας κάθιζε στα κουπιά, ο Στέφανος κοντά του, και οι δυο Ευανθίες στο πλάγι της κυρίας Κατίγκως. Η γιαγιά κρατούσε το κοφινάκι με τις φέτες τα ψωμιά. - Φεγγάρι, φεγγαράκι, τραγουδούσαν τα παιδιά, και η κυρία Κατίγκω τ’ ακολουθούσε με τη φυσαρμόνικα. Οι δυο Ευανθίες ακουμπούσανε στα γόνατά της, και η κυρία Κατίγκω έριχνε πίσω το κεφάλι και κοίταζε τη θάλασσα. Ο Στέφανος χτυπούσε με το χέρι το νερό σα με κουπί ή σηκωνόταν κ’ έστεκε ορθός στη βάρκα και γύρευε να την κάμει να τρεκλίσει. - Στέφανε! του φώναζε η μητέρα. - Παλικαριές, ψιθύριζε η Ευανθία. - Έλα τώρα, του έλεγε η γιαγιά, που άρχιζε να μοιράζει τα ψωμάκια. Τότε άρχιζε να τραγουδά ο πατέρας. Δεν ήξερε να τραγουδά σωστά, μουρμούριζε μόνο κομμένα λόγια και κοίταζε την κυρία Κατίγκω, που με το κεφάλι γερμένο πίσω και με τη φέτα το ψωμί αφημένη στα γόνατα έμενε ακίνητη και σιωπηλή κ’ έβλεπε τη θάλασσα. - Κατίγκω, ξεχάστηκες, της έλεγε η γιαγιά. - Έλα, μαμά, της φώναζε η Ευανθία. Ο πατέρας άφηνε τα κουπιά και την περίμενε να τραγουδήσει. Η κυρία Κατίγκω αγαπούσε μελαγχολικά τραγούδια, και ο Στέφανος δεν την ήθελε ν’ αρχίσει. Σκουντούσε τον πατέρα να ξαναπιάσει τα κουπιά. Μα και η Ευανθία της γιαγιάς σκουντούσε την κυρία Κατίγκω: - Έλα θεία Κατίγκω! - Σα φύλλο, θεία Κατίγκω, ξαναπαρακαλούσε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω έπαιρνε τη φυσαρμόνικα σιγά σιγά σαν κουρασμένη και άρχιζε να τραγουδά: Σα φύλλο κίτρινο και μαραμένο ... - ΄Όχι, όχι κίτρινο· το άλλο, την έκοβε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω άλλαζε το σκοπό, και τραγουδούσαν και οι δυο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Η άλλη Ευανθία τις ακολουθούσε σιγαλά. Έπειτα σώπαινε μεμιάς. Η κυρία Κατίγκω έπαυε το σκοπό κι αυτή και άφηνε να σβήνει στα νερά μόνη η φωνή της Ευανθίας της γιαγιάς: προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Ένα βράδυ το τραγουδούσαν στην ακρογιαλιά μαζί με την κυρία Κατίγκω καθισμένες χάμω στην αμμουδιά. Και ξαφνικά το άκουσαν από πίσω. Τους φάνηκε πως ήταν η ηχώ του βράχου. Γύρισαν να δουν, και η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε σαν ξαφνιασμένη. Μα η Ευανθία γνώρισε δυο μάτια που έφεγγαν στη σκοτεινιά. - Ο παππούς! είν’ ο παππούς, φώναξε. Και πήγε ίσια επάνω του και ξαναφώναξε: - Με τη Μαρίκα! Ήταν αληθινά ο παππούς και κρατούσε από το χέρι τη Μαρίκα. - Η Μαρίκα! φώναξε και η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως. Η Μαρίκα στεκότανε σαν ξαφνιασμένη και δεν άφηνε το χέρι του παππού. - Πάμε, πάμε, του σκουντούσε το γόνατο με το χέρι. Ο παππούς έμενε ακίνητος. - Ήρθα για τη γιαγιά, ψιθύρισε της κυρίας Κατίγκως. Μα η γιαγιά έλειπε το βράδυ αυτό. Η Ευανθία θέλησε να πάρει τη Μαρίκα από το χέρι του παππού Μα η Μαρίκα της είπε σιγαλά: - Δεν το ξέρει η μαμά. Και τράβηξε την Ευανθία. Η Ευανθία πήγε μαζί της, κ’ έφυγαν και οι δυο με τον παππού. Η άλλη Ευανθία κι ο Στέφανος έμειναν πίσω με την κυρία Κατίγκω. - Φοβήθηκα, είπε η Ευανθία. - Είδες πώς έφεγγαν τα μάτια του; είπε ο Στέφανος· γιατί μητέρα; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έπιασε μόνο από το χέρι και τα δυο παιδιά. Η Μαρίκα δεν ξαναήρθε στο ακρογιάλι. …………………………….. Ύστερα ερχόταν ο χειμώνας κ’ έστρωνε την αμμουδιά με σταχτοπράσινα μουσκεμένα φύκια. Ο αέρας σφύριζε μελαγχολικά στα κιτρινισμένα βούρλα και στη μαδημένη καλαμιά. Η γιαγιά έφερνε τότε τα παιδιά έξω στους λόφους πίσω από το κάστρο, όπου ο ήλιος έλαμπε χαρωπά στη νέα χλόη. Ανέβαιναν από το μονοπάτι σέρνοντας το αμαξάκι με τις κούκλες και σταματούσανε στη γέφυρα κ’ έβλεπαν κάτω το κανάλι που άραζαν τα ψαράδικα καΐκια με τα κόκκινα πανιά, και οι μαούνες άδειαζαν τα πορτοκάλια φανταχτερούς σωρούς στο μώλο. Έπειτα έγερναν κάτω κ’ έβγαιναν στο λαγκάδι όπου κυλούσε η ρεματιά. Ο Στέφανος σκαρφάλωνε ψηλά στις λευκαμένες πέτρες, οι δυο Ευανθίες γύρευαν στην άκρη βώλους και παρδαλά χαλίκια. - Στέφανε! εκεί είν’ ένας, φώναζε η αδερφή κ’ έδειχνε μέσα στο κελαρυστό νερό. Ο Στέφανος πηδούσε δω, βουτούσε κει, κλονιζόταν μια στιγμή· ύστερα ζυγιαζότανε στην πέτρα ώσπου έσκυβε τέλος κ’ έβγαζε το βώλο. - Να, πιάστε τον, φώναζε κρατώντας τον ψηλά. Οι δυο Ευανθίες κοίταζαν το πετραδάκι που γυάλιζε στον ήλιο και άπλωναν τα χέρια. -Να, πιάστε τον, ξαναφώναζε ο Στέφανος και τις γελούσε δεύτερη φορά. - Α, α! ξεφώνιζαν λαχταριστά οι δυο μικρές ώσπου άρπαζε το βώλο η Ευανθία της γιαγιάς. Η γιαγιά έβλεπε βρεγμένα το πόδια του Στέφανου και φώναζε πως θα το πει το βράδυ της κυρίας Κατίγκως. Ο Στέφανος έταζε πως δε θα ξαναπατήσει στο νερό, μα η Ευανθία έβλεπε σε λίγο κάτι που ρόδιζε ψηλά στον άλλον όχτο. - Μια κάππαρη, μια κάππαρη! έβγαζε φωνή και κοίταζε το Στέφανο. Και ο Στέφανος πηδούσε, σκαρφάλωνε, ξανβουτούσε στο νερό και γύριζε με μια μικρούτσικη ανεμώνη, που είχε φυτρώσει ανάμεσα στα ξερά κλαδιά της κάππαρης. Η Ευανθία ζάρωνε το πρόσωπο και πετούσε το άνθος, και η γιαγιά μάλωνε πάλι το Στέφανο που είχε ξαναβραχεί. Η γιαγιά έφερνε στο μαντίλι της φέτες ψωμί με μέλι, και πορτοκάλια· και η κυρία Κατίγκω γέμιζε τα τζαντάκια των παιδιών με κουλουράκια. Τους τα μοίραζε η γιαγιά, κ’ έτρωγαν και τα τρία καθιστά χάμω στη χλόη. Ο σκύλος του σπιτιού που τους ακολουθούσε κάποτε, στεκότανε και κοίταζε. Της Ευανθίας της γιαγιάς της άρεσε να του πετά ψωμί κ’ έπειτα να τον κυνηγά. - Μη, θα πέσεις! φώναζε η γιαγιά. Η Ευανθία χανόταν πίσω από το λόφο και τ’ άλλα δυο παιδιά μαζί της. Εκεί έβγαιναν μπροστά οι κατσίκες, και η Ευανθία σταματούσε τρομαγμένη: - Κοιτάχτε τις τι μαύρες που είναι· κοιτάχτε τις πώς δεν κουνιούνται! Ο Στέφανος και η άλλη Ευανθία ήθελαν να γελάσουν, μα στο τέλος φοβόντανε κι αυτοί. Σταχτερόμαυρες, γυαλιστερές έμοιαζαν οι κατσίκες σα μπρούτζινες και φαίνονταν αληθινά σα να ήταν καρφωμένες στο βουνό κ’ έτρωγαν ολοένα. Κάποτε σηκώναν το κεφάλι και στύλωναν μπροστά τους τα μικρά κίτρινα μάτια τους ασάλευτα, σα να έβλεπαν κάτι που τα παιδιά δεν το έβλεπαν. Και τότε η Ευανθία τρόμαζε περισσότερο κ’ έτρεχε να κρυφτεί πίσω από τη γιαγιά. Και σιγάζαν και τα τρία εκεί. Από το νταμάρι αντίκρυ, στην κορυφή του λόφου που κοκκίνιζε στον ήλιο μαβιά χαλκή, αντηχούσε μετάλλινος σα χτύπος ρολογιού ο ήχος των λοστών. Και όταν έπαυε, τα παιδιά το ήξεραν και περίμεναν να πεταχτεί απάνω η τούφα του καπνού, κ’ ένα κομμάτι βράχου να τιναχτεί ψηλά σε τρίμματα, όπως τινάζονται τα τόξα του νερού στο σιντριβάνι. - Αά, αά, φώναζαν τα παιδιά και πηδούσαν μεμιάς απάνω. Έπειτα έσβηνε σιγά ο καπνός και η σκόνη, και το λαγκάδι ξαναησύχαζε. Κάπου κάπου ακούονταν τώρα οι κόπανοι των γυναικών που έπλεναν μακρύτερα στη ρεματιά. Ο λόφος άσπριζε γελαστά από τ’ απλωμένα ρούχα, και στον αέρα μετεωρίζονταν τρεμουλιαστοί , σαν κρεμασμένοι από τον ουρανό ψηλά, αϊτοί με ουρές και αφτιά πολύχρωμα. Ο Στέφανος και οι δυο Ευανθίες έμεναν και τους κοίταζαν πως έτρεμαν ψηλά και πως ανέβαιναν πάντα ψηλότερα ώσπου χανόντανε σε μικρά στίγματα στο γαλανό. Ο Στέφανος δοκίμασε να σηκώσει κι αυτός έναν ψηλά. Οι Ευανθίες τον βοηθούσαν στην αρχή, μα έπειτα γύριζαν στις κούκλες τους· έπλεναν τα πανιά τους στη ρεματιά και τα στέγνωναν στον ήλιο. Έπειτα είδε ο Στέφανος άλλα παιδιά που έπιαναν πουλιά μες στα χωράφια, κι άφησε τον αϊτό. Η κυρία Κατίγκω του πήρε ένα κλουβί, μα ο Στέφανος το έφερνε κει έξω κάθε μέρα. Σώριαζε πέτρες κ’ έστηνε απάνω ένα ξερό κλαδί, κολλούσε στο κλαδί βεργίτσες αλειμμένες με ιξό και ξαπλωνόταν παραπίσω και περίμενε να έρθει να καθίσει το πουλί. Το περίμενε ώρες και το ονειρευόταν τη νύχτα. Η Ευανθία της γιαγιάς γελούσε πίσω του ή πετούσε πέτρες να ρίξει χάμω το κλαδί. Μα ο Στέφανος περίμενε. Μια μέρα, καθώς έστρεψε, είδε έξαφνα από πίσω τη Μαρίκα. Στεκότανε και κοίταζε. Την είχε φέρει η υπηρέτρια, μα τις άλλες μέρες ξαναήρθε πάλι με τη γιαγιά. Και στεκότανε και κοίταζε. Ο Στέφανος άκουε τ’ άλλα παιδιά που έκραζαν με τα χείλη τα πουλιά, και δοκίμαζε να μιμηθεί κι αυτός τον ήχο. Δεν το κατόρθωνε, και οι Ευανθίες τον περιγελούσαν. Τις κυνηγούσε με τις πέτρες κ’ έπειτα γύριζε πάλι και κάθιζε κ’ έκραζε να έρθει το πουλί. Και η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. Όσο που η κυρία Αγλαΐα ξαναμάλωσε με τη γιαγιά, και η Μαρίκα ξαναχάθηκε. Και ο Στέφανος περίμενε πάλι μονάχος να πιάσει το πουλί. ……………………………. Πέρασε ο χειμώνας χωρίς να το πιάσει. Πριν όμως έρθει ακόμα η άνοιξη, αρρώστησε έξαφνα η μια Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω καρφώθηκε απάνω από το κεφάλι της, η γιαγιά ερχόταν και συντρόφευε την κυρία Κατίγκω. Δεν ξαναβγήκαν στο βουνό. Ο Στέφανος και η Ευανθία της γιαγιάς έπαιζαν μόνοι τους στον κήπο. Το σπίτι απάνω ήταν σιωπηλό. Η υπηρέτρια έφερνε αδιάκοπα νερό από τη βρύση και πήγαινε και ξαναπήγαινε στο φαρμακείο, ο γιατρός ερχόταν και τη νύχτα αργά. Έπειτα άρχισε να ξενυχτά στο σπίτι και η γιαγιά. Και μαζί της έμενε και η Ευανθία. Κοιμότανε στη σάλα χάμω με τη γιαγιά, κι ο Στέφανος στον καναπέ. Δε μιλούσανε πολύ· ψιθυριστά μονάχα, όπως και οι μεγάλοι. Κάποτε ξεχνούσαν και σηκώναν τη φωνή, μα τους έρχονταν αμέσως στο νου η άρρωστη και σώπαιναν. Στην κάμαρα που ήταν πεσμένη δεν τους άφηναν να μπούν. Μια μέρα μόνο πλησίασαν κλεφτά στην πόρτα και είδαν τα χέρια της απλωμένα ακίνητα απάνω από το σκέπασμα. Η κυρία Κατίγκω της άλλαζε το βρεγμένο πανί στο μέτωπο. Τραβήχτηκαν σιγαλά πίσω. - Της έκοψαν και τα μαλλιά, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία ψιθύρισε: - Εγώ δε θ’ άφηνα να μου τα κόψουν. Την άλλη μέρα άκουσαν πως έστειλαν να φέρουν χιόνι από το βουνό. Και στάθηκαν και κοιταχτήκαν. Έπειτα ρώτησαν τη γιαγιά: - Γιατί; - Το πρόσταξε ο γιατρός, τους είπε. Δεν ένιωσαν· και ρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, απάντησε η γιαγιά. Κατέβηκαν κ’ έπαιζαν στην αυλή και περίμεναν το χιόνι. Το έφερε ο υπηρέτης στοιβαγμένο και τυλιγμένο μέσα σε άμμο και άχυρο. - Τι κρύο που είναι, είπε ο Στέφανος που το άγγιξε. - Θα της το βάλουν στο κεφάλι, ψιθύρισε η Ευανθία. Τράβηξαν να παν να παίξουν, μα η Ευανθία γύρισε και θέλησε να κόψει ένα κομμάτι χιόνι. Η υπηρέτρια τη χτύπησε στο χέρι, και η Ευανθία ξαναγύρισε στο Στέφανο: - Ήθελα να έκανα ένα βώλο. - Θυμάσαι μια φορά που χιόνισε; είπε ύστερα. - Ναι, και φάγαμε και βράχνιασες, είπε ο Στέφανος. Και μπήκαν κ’ έπαιξαν στον κήπο. Στο σπίτι ήταν η ίδια ησυχία πάντα· πατούσαν σιγαλά και ψιθύριζαν μονάχα. Την άλλη μέρα έφεραν και άλλο γιατρό. Τα παιδιά όταν είδαν τη γιαγιά, ξαναρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, είπε η γιαγιά. Σε άλλους όμως που είχαν στείλει να ρωτήσουν, την άκουσαν πως έλεγε: - Τα ίδια. Και στάθηκαν και την κοίταζαν. - Καλύτερα είναι, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Μα χωρίς αυτά να κάνουν θόρυβο, τους φώναξε πνιχτά: - Σιγότερα, σιγότερα. Τα παιδιά κοιτάξανε το ένα το άλλο. Έπειτα έφυγαν πατώντας στα δάχτυλα. Ύστερα ο Στέφανος θυμήθηκε πως τελείωσαν τα κουλουράκια. - Δε θα φτιάξομε άλλα, νονά; είπε της γιαγιάς. - Τι; τέντωσε η γιαγιά το αφτί. - Κουλουράκια, γιαγιά, είπε η Ευανθία. Η γιαγιά κοίταξε τα παιδιά δίχως να μιλήσει. - Να είναι έτοιμα όταν σηκωθεί η Ευανθία, της είπε ο Στέφανος σιγά στο αφτί. Και θυμήθηκε πως τα έπλαθε η μητέρα με την υπηρέτρια. Αυτός και η Ευανθία δεν έφευγαν από κοντά απ’ τη σκάφη, όσο που τους έδιναν κι αυτών ζυμάρι κ’ έπλαθαν ανθρωπάκια, ζώα κι άλλα πράγματα περίεργα, και παρακαλούσαν τη μητέρα να τα στείλει να ψηθούν κι αυτά στο φούρνο. Η κυρία Κατίγκω φώναζε στο Στέφανο: - Φύγε από κει· μη με σκοτίζεις. Κάποτε του έδινε και μια στα δάχτυλα. Στην Ευανθία όμως αδύνατο ν’ αντισταθεί. - Μαμά, μαμάκα, τη χάιδευε η μικρή και της αγκάλιαζε το λαιμό καθώς ήταν σκυμμένη. Το θυμήθηκε ο Στέφανος κ’ έμεινε συλλογισμένος· του ήρθε να τρέξει μέσα στην άρρωστη αδερφή. Μα η Ευανθία τον τράβηξε, και κατέβηκαν πάλι να παίξουν. Στην πορτοκαλιά του κήπου έμεναν ακόμα πορτοκάλια στην κορυφή. - Ρίχνομε ένα κάτω; είπε η Ευανθία, κι ο Στέφανος πήγε κ’ έφερε ένα μακρύ ξύλο από το πλυσταριό. Η υπηρέτρια τον είδε από το παράθυρο κ’ έβαλε φωνή: - Τώρα να φέρω τον πατέρα σου! Την ίδια στιγμή άνοιξε η αυλόπορτα, και τα παιδιά έτρεξαν να κρυφτούν πίσω από τα κάγκελα του κήπου. Η Ευανθία τεντώθηκε και κρυφοκοίταζε. - Ξέρεις ποιος είναι; γύρισε και ψιθύρισε γοργά. Ο Στέφανος άνοιξε τα μάτια ανήσυχα, σα φοβισμένα. - Η θεία Αγλαΐα είναι, είπε η Ευανθία. Και πρόσθεσε σιγότερα: - Της πέρασε· έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. - Έφερε και τη Μαρίκα; ρώτησε έπειτα. Η Ευανθία τον κοίταξε: - Τη θέλεις; Ο Στέφανος δεν απάντησε. Μα ύστερα από λίγο ψιθύρισε: - Γιατί να ήρθε; Και ανέβηκε στο σπίτι. Και η Ευανθία κοντά. Η κυρία Αγλαΐα καθότανε στη σάλα με τον πατέρα του και άλλες δυο κυρίες. - Σιγά, σιγά, ψιθύρισε η γιαγιά και πάλι των παιδιών άμα τα είδε. Εκείνα δεν τόλμησαν να τη ρωτήσουν αν ήρθε και η Μαρίκα. Ξανακατέβηκαν άφωνα στον κήπο. Όταν ξανανέβηκαν στο σπίτι, μια κυρία κρατούσε την κυρία Κατίγκω σωριασμένη στο διάδρομο σε μια καρέκλα, και κάτι της ψιθύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε αντίκρυ, και η κυρία Κατίγκω γύρισε και τον κοίταζε σα να μην τον γνώριζε. Μα έπειτα του ένεψε και πήγε. - Στέφανε, Στέφανε, είπε και του έπιασε τα χέρια, η Ευανθία… Πνίγηκε η φωνή της, και ο πατέρας πετάχτηκε από μέσα και άρπαξε το Στέφανο. Τον κάθισε στα γόνατά του λίγες στιγμές και του χάδεψε τα μαλλιά. Έπειτα τον άφησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω. Η άλλη κυρία έφερε ένα μπουκαλάκι και τη μύρισαν. Η Ευανθία στεκότανε σαν καρφωμένη στο πάτωμα και κοίταζε. Η μητέρα ξαναμπήκε στην άρρωστη, και η γιαγιά έβαλε των παιδιών και έφαγαν. Αμίλητα. Σε όλο το σπίτι βασίλευε σιγή. Μόνο η υπηρέτρια πηγαινοερχόταν, και η γιαγιά σερνότανε στις κάμαρες. Ο πατέρας, καθισμένος στην τραπεζαρία, κάπνιζε ολοένα. Ο γιατρός ξαναήρθε στην άρρωστη, έπειτα βγήκε και κάθισε με τον πατέρα λίγη ώρα. Μιλούσαν σιγαλά. Σε λίγο ξαναήρθε και η κυρία Αγλαΐα. Έκραξε τη γιαγιά, μίλησαν κρυφά στο διάδρομο και ξαναμπήκαν μέσα. Ο Στέφανος τις κοίταζε σα φοβισμένος, η Ευανθία είχε βρει τις κούκλες τις άρρωστης κ’ έπαιζε μόνη της σε μια άκρη. Ο Στέφανος κατέβηκε στον κήπο χωρίς να ξέρει κι αυτός γιατί. Είχε συννεφιάσει, και τα δέντρα στέκονταν ήσυχα και σκοτεινά. Μόνο τα πορτοκάλια κοκκίνιζαν ανάμεσα στα φύλλα της πορτοκαλιάς. Ο Στέφανος είδε στημένο στα κλαδιά το μακρύ ξύλο, καθώς το είχε αφήσει το πρωί. Το πήρε και χτύπησε με όση είχε δύναμη, ώσπου γκρέμισε ένα πορτοκάλι από την κορυφή. Έσκυψε το πήρε, ανέβηκε στο σπίτι και τράβηξε ίσα στον πατέρα. - Θέλω να το πάω της Ευανθίας μέσα, είπε κ’ έδειξε το πορτοκάλι με τον κλώνο, όπως είχε πέσει από την πορτοκαλιά. Ο πατέρας τον κοίταξε. - Ναι, ναι, ψιθύρισε και του αγκάλιασε τον ώμο. - Τώρα, είπε πάλι ο Στέφανος. - Ναι, τώρα άμα … ξυπνήσει σε λιγάκι, ξαναψιθύρισε ο πατέρας με δαγκαμένα χείλη. Έσφιξε απάνω του το κεφάλι του παιδιού και γύρισε το πρόσωπο. Ο Στέφανος έμεινε κρατώντας το πορτοκάλι. Έπειτα το άφησε στα γόνατα του πατέρα και πήγε κοντά στην Ευανθία. - Κοιμάται, της είπε σιγαλά. Η Ευανθία μιλούσε με τις κούκλες και δεν τον πρόσεξε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές κοντά της και κοίταζε τις δυο κυρίες που κάθονταν στον καναπέ. Κάθονταν αμίλητες και κοίταζαν στην πόρτα. - Έλα δω, του φώναξε τώρα η Ευανθία, μα ο Στέφανος δεν πήγε. Στάθηκε ακίνητος εκεί κ’ έριχνε κρυφές ματιές στην πόρτα, σα να περίμενε κάτι κι αυτός. - Έλα δω, του ξαναμίλησε η Ευανθία. Ο Στέφανος κοίταξε στο διάδρομο, όπου του φάνηκε πως άνοιξε σιγά η εξώπορτα. Είχε ανοίξει αλήθεια και παρουσιάστηκε ο παππούς. Ήρθε με σιγαλά πατήματα στην πόρτα και χωρίς να χαιρετήσει στάθηκε ορθός εκεί. Στάθηκε και κοίταζε. Μαζί του μπήκε από το διάδρομο μια κρύα πνοή και ανατρίχιασε το Στέφανο. Έτρεξε στον πατέρα και ακούμπησε στον ώμο του. Ο πατέρας του χάδεψε το μέτωπο. Το πορτοκάλι ήταν ακόμα στα γόνατά του. Ο Στέφανος δε θέλησε ούτε να το ’γγίξει. Οι δυο κυρίες στον καναπέ μίλησαν κάτι , δε γύρισε ούτε κει. Ακουμπισμένος στον πατέρα κοίταζε στο παράθυρο. Ένα πουλί ήρθε μια στιγμή στο τζάμι και στάθηκε· στάθηκε τόσο κοντά, σα να ήθελε να μπει στο σπίτι. Έπειτα πέταξε πάλι. Ο Στέφανος πλησίασε στο τζάμι. Έξω τα σύννεφα κρεμούσαν βαριά και χαμηλά, σα να σερνόντανε στη θάλασσα. Σε λίγο άρχισε να ψιχαλίζει. Ο Στέφανος έμεινε ορθός και κοίταζε τους κύκλους που έκαναν οι σταλαγματιές στη θάλασσα. Πρώτα μικροί, στενοί, πλάταιναν έπειτα, άπλωναν όσο που έσβηναν. Και αμέσως πλάι τους, απάνω τους, παρέκει γίνονταν άλλοι πολλοί, μικροί, μεγάλοι, αμέτρητοι, παντού όσο έφτανε το μάτι στη μουντή συννεφιασμένη θάλασσα. Ο Στέφανος έμεινε ώρα εκεί και κοίταζε. Μια στιγμή ήρθε η Ευανθία και στάθηκε και αυτή και κοίταζε. Από πίσω ο πατέρας κάπνιζε ολοένα, οι δυο κυρίες άλλαζαν κάπου κάπου ένα ψιθύρισμα που μόλις το άκουε κανείς. Ο παππούς έμενε ορθός στην πόρτα. Έπειτα μπήκε η γιαγιά και πήρε τον πατέρα έξω. Ο Στέφανος είδε τις κυρίες που κοιτάχτηκαν. Η μια από αυτές τον τράβηξε κοντά της. Ο Στέφανος τη γνώριζε, μα εκείνη τη στιγμή του φάνηκε σα να την έβλεπε πρώτη φορά· τόσο παράξενα τον κοίταζε. Η Ευανθία ξαναγύρισε στις κούκλες. Εκεί ακούστηκε μια δυνατή κραυγή από την κάμαρα της άρρωστης. Ο Στέφανος γνώρισε πως ήταν της μητέρας. Η κυρία του άφησε το χέρι κ’ έτρεξε έξω πίσω από την άλλη. Τα δυο παιδιά έμειναν μόνα στην κάμαρα κοιτάζοντας το ένα το άλλο. Ο παππούς είχε χαθεί. Της μητέρας η φωνή δεν ξανακούστηκε, μα τα βήματα έξω δεν πατούσαν πια σιγά. Ήταν σα να έτρεχαν όλοι τώρα μες στο σπίτι. Κ’ έτρεξε κι ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοντά του. Μα η κυρία Αγλαΐα παρουσιάστηκε μπροστά τους και τους πήρε από το χέρι. Πήγαν μαζί χωρίς να νιώθουν. Η Ευανθία κρατούσε στο χέρι της μια κούκλα, ο Στέφανος το πορτοκάλι που σήκωσε από κάτω, όπου είχε πέσει του πατέρα καθώς σηκώθηκε γοργά. Καθώς κατέβαιναν στη σκάλα, ανεβαίναν άλλοι. Ο Στέφανος δεν είδε ποιοι, του φαινόταν μόνο πως πίσω του γέμιζε το σπίτι. Έξω έβρεχε και η κυρία Αγλαΐα φώναξε ένα αμάξι. Τους κατέβασε στην πόρτα της. Απάνω βρήκαν τη Μαρίκα μόνη. Τους κοίταζε με ξαφνισμένα μάτια. Η Ευανθία έτρεξε κοντά της. - Μαρίκα, άρχισε να πει, η Ευανθία… Η κυρία Αγλαΐα όμως δεν την άφησε να τελειώσει. - Πάει ταξίδι, είπε κ’ έπιασε το Στέφανο από το χέρι. Η Μαρίκα άνοιξε πλατύτερα τα μάτια της και τον κοίταξε βαθιά, σα να είχε νιώσει. Και ο Στέφανος άπλωσε το χέρι και της έδωσε το πορτοκάλι που είχε κόψει για την αδερφή. [Επεξεργασία] ΙV Η στιγμή αυτή ήταν χαμένη ολότελα στο νου του Στέφανου. Είχε σβήσει σα να μη στάθηκε ποτέ. Και τώρα, καθισμένος στο ακρογιάλι μπροστά στη βραδιασμένη θάλασσα, έβλεπε την εικόνα της να τρέμει εμπρός του σα μακρινό καθρέφτισμα και σιγά -σιγά να ξεχωρίζει καθαρότερη ολοένα, όπως η μαύρη πλάκα μέσα στο υγρό κάτω από την κόκκινη αναλαμπή στο σκοτεινό θάλαμο. Τα δυο μεγάλα μαύρα μάτια της μικρής Μαρίκας τον κοίταζαν από την εικόνα αυτή τόσο παράξενα βαθιά και του σαλεύαν την ανάμνηση, όπως ένα τραγούδι ξαναθυμημένο στη βραδινή γαλήνη. Έβλεπε τη μικρή Μαρίκα με το σταχτί της φόρεμα, όπως την είδε το σκοτεινό εκείνο δειλινό που ήρθε σ’ αυτή με τη μητέρα της και με την Ευανθία. Κ’ έξαφνα, σα μαγικά, η μικρούλα αυτή γινόταν ένα με τη μεγαλωμένη κόρη που στεκόταν κάτω από τα πεύκα ορθή, λευκοντυμένη, σα να τον περίμενε όταν τον έκραξε η γιαγιά. Τα μάτια και το κοίταγμα ήταν τα ίδια, σα να ήταν μια και μόνη οι δυο αυτές στιγμές, και δεν τις χώριζε το διάστημα δώδεκα χρόνων που πέρασαν στο μεταξύ. Τα χρόνια αυτά ο Στέφανος δεν είχε μήτε απαντηθεί με τη Μαρίκα. Λίγες μέρες ύστερα από το θάνατο της αδερφής έφυγε μαζί με την κυρία Κατίγκω, που της κλονίστηκαν τα νεύρα κ’ έπρεπε να ταξιδέψει. Έπειτα τον είχαν κλείσει στο σχολείο. Όταν ήρθε μια φορά στο σπίτι, η Μαρίκα έλειπε μαζί με τη μητέρα της. Όταν ήρθε πάλι δεύτερη φορά, βρήκε χωρισμένα τα δυο σπίτια. Την Ευανθία την είχε πάρει μακριά μια θεία της, η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω. Είχε θυμώσει με τον πατέρα του. - Δίκιο έχει, του είπε η κυρία Κατίγκω όταν τη ρώτησε, μα κι ο πατέρας σου τι να έκανε· ποιόν άλλον έχει η … Δεν μπορούσε να προφέρει ακόμη το όνομα της Ευανθίας, όμως του εξήγησε πως ο πατέρας του, σα δικηγόρος, κίνησε δίκη της κυρίας Αγλαΐας για την κληρονομιά της Ευανθίας και ζήτησε από μέρος της θείας της την απαγόρευση του παππού, γιατί τον έκανε όπως ήθελε η κυρία Αγλαΐα. Έπειτα έφυγε ο Στέφανος για χρόνια από το σπίτι. Όταν ξαναγύρισε, η γιαγιά είχε ξεθυμώσει, και η κυρία Κατίγκω του μίλησε γι’ αυτή και για την Ευανθία. Και όταν έπειτα πρωτοαπάντησε τη γιαγιά με τη Μαρίκα μεγαλωμένη πια, η Μαρίκα του έφερε στο νου την Ευανθία και με αυτή μαζί την άλλη Ευανθία, την αδερφή. Και όταν ξαναπαντήθηκαν και δεύτερη φορά με τη Μαρίκα, και κείνη τον ξανακοίταξε παράξενα και τον ρώτησε ξανά για τη μαμά, στο νου του Στέφανου πέρασε πάλι η Ευανθία και η αδελφή, οι δυο μαζί Ευανθίες σα σμιγμένες σε μια ανάμνηση θολή και θλιβερή, όπως και ζούσανε στο σπίτι. Για καιρό έβλεπε τη Μαρίκα ο Στέφανος σα μια παλιά και ξέθωρη φωτογραφία που του ξυπνούσε στη μνήμη μια άλλη εικόνα, μια άλλη μορφή ξένη με αυτή, εχθρική σχεδόν με αυτή. Η κυρία Κατίγκω ούτε βλεπότανε ποτέ με την κυρία Αγλαΐα ούτε μιλούσε ποτέ λόγο γι’ αυτή και τη Μαρίκα. Ένα βράδυ είχε βγει ο Στέφανος περίπατο με την κυρία Κατίγκω και απαντήθηκαν με τη γιαγιά και τη Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε με τη γιαγιά, μα στη Μαρίκα κούνησε μόνο το κεφάλι. Στάθηκαν λίγες στιγμές μαζί. Οι τρεις μιλούσαν, η Μαρίκα σκάλιζε σκυφτή το χώμα με την άκρη της ομπρέλας της. Κοίταξε το Στέφανο μόνο όταν ξαναέδωσαν τα χέρια. Καθώς έφευγε με τη γιαγιά, ο Στέφανος την έβλεπε μόνο από πίσω. Το ανάστημά της ξεχώριζε λιγνότερο στη σκούρα φορεσιά. Άμα έστριψε στο δρόμο, έσκυψε πάλι το κεφάλι της. - Δεν της έδωσες το χέρι, είπε στη μητέρα του ο Στέφανος. - Αυτό έλειπε, είπε η κυρία Κατίγκω· κ’ έπειτα πρόσθεσε: - Δε φέρθηκε κι αυτή καλά. Ο Στέφανος ένιωσε πως ήθελε να πει στην Ευανθία· αλλά του φάνηκε παράξενο: τη φορά αυτή, μόλις τώρα του ήρθε στη μνήμη η Ευανθία. Και όταν είδε πάλι μια φορά στο δρόμο τη Μαρίκα και τη χαιρέτησε, τη χαιρέτησε πριν συλλογιστεί αν έπρεπε να χαιρετήσει. Έπειτα ξαναπαντήθηκε με τη Μαρίκα στο σπίτι μιας ξαδέρφης και των δυο. Στη σάλα ήταν πολλοί, και ο Στέφανος δεν την πρόσεξε που καθόταν στο πιάνο. Ορθή μπροστά της η Φιφίκα Πρίφτη τελείωνε το τραγούδι Στο Ζάππειο σε πρωτόειδα, και χειροκροτούσαν όλοι. Ο λοχαγός Γιαλούδης κ’ ένας δικηγόρος, συνάδελφος του Στέφανου, σηκώθηκαν και της έσφιξαν το χέρι. Ο Στέφανος προχώρησε και τη χαιρέτησε και τη συγχάρηκε κι αυτός. Εκεί γύρισε η Μαρίκα το κεφάλι. Κοιτάχτηκαν, σα να ξαφνιάστηκαν και οι δυο. Μα ο λοχαγός μπήκε στη μέση και τους χώρισε. Πλησίασε και είπε κάτι της Μαρίκας. Η Μαρίκα ξαναέσκυψε στο πιάνο, κ’ ενώ ο Στέφανος γύρισε και χαιρετούσε και τους άλλους, το πιάνο έπαιζε το σκοπό: Η κυρά μας η δασκάλα που είν’ άγρια και κακιά … Η Φιφίκα Πρίφτη δεν το τραγούδησε, το σφύριξε μονάχα ο λοχαγός κουνώντας το κεφάλι και τους ώμους με το ρυθμό. Ύστερα ήρθε το τσάι. Ο λοχαγός και ο δικηγόρος κάθισαν σ’ ένα τραπεζάκι κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη. Ο Στέφανος μιλούσε ορθός με το νομομηχανικό. - Για δες τους, του σφύριξε η ξαδέρφη του, ενώ του σερβίριζε το τσάι. Ο Στέφανος γύρισε και είδε. Ο δικηγόρος τέντωνε μπρος το στήθος κ’ έδειχνε το φουσκωτό χρωματιστό του λαιμοδέτη με μια χρυσή άγκυρα λοξά μπηγμένη, ο λοχαγός καμπουριασμένος πετούσε το κεφάλι έξω, σχεδόν ίσια με το πρόσωπο της κόρης. Κρατούσε δαγκαμένο το τσιγάρο και σούφρωνε το ένα μάγουλο καθώς κοίταζε με το μονόκλ, σε τρόπο που να φαίνονται τα δόντια του σα σκύλου που τα δείχνει πριν γαυγίσει. Η Φιφίκα Πρίφτη τον άκουε να της διηγείται και χαμογελούσε. Ήταν κόρη πλούσιου σαπουνά και αγαπημένη της κυρίας Κατίγκως. Κομψή και νόστιμη, ο Στέφανος μιλούσε ευχάριστα μαζί της και ήξερε πως η Θεώνη, όπως λεγόταν η ξαδέρφη του, την έφερε στο τσάι επίτηδες γι’ αυτόν. Σε λίγο η Θεώνη ξαναέριξε ματιά του Στέφανου, ματιά που έλεγε: Τι κάθεσαι! Ο Στέφανος γύρισε πάλι και είδε· ο λοχαγός είχε πλησιάσει πιο κοντά τη δεσποινίδα Πρίφτη. Μα δυο βήματα από πίσω της στεκόταν ορθή δίπλα σε μια λατάνια η Μαρίκα. Φορούσε φόρεμα ανοιχτό τριανταφυλλί, και οι ίσκιοι της λατάνιας έπεφταν κ’ έτρεμαν απάνω του σαν κοκκινόμουντα νερά. Τα μάτια του Στέφανου σταμάτησαν έξαφνα στη Μαρίκα. Η Θεώνη πήγε και κάθισε κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη και τον ξαναέκραξε με μια ματιά· κ’ έπειτα με το όνομά του. Μα ο Στέφανος τράβηξε ίσια στη Μαρίκα. Το βράδυ, όταν η κυρία Κατίγκω τον ρώτησε ποιος ήταν και τι έγινε στο τσάι, ο Στέφανος δεν είπε ούτε πως ήταν η Μαρίκα εκεί. Την άλλη μέρα βρέθηκε κάτω από το σπίτι της. Η Μαρίκα στάθηκε στο παράθυρο ορθή, ακίνητη ώσπου πέρασε. Ξαναπαντήθηκαν στο σπίτι της Θεώνης και ξαναπαντήθηκαν και πάλι, σα να το είχαν συμφωνήσει. Βγήκαν περίπατο μαζί και οι τρεις, πρώτα στο δρόμο της ακροθαλασσιάς, έπειτα όμως στ’ απόμερα, στην εξοχή, στους λόφους που έπαιζε μικρός ο Στέφανος με τις δυο Ευανθίες, και πιο μακρύτερα, όπου τα λαγκάδια της ρεματιάς ομορφαίναν περισσότερο, οι λόφοι γίνονταν βουνάκια, πέτρινα πάντα, κοκκινόμαβα, με πεύκα αραιά και ρείκια πιο πυκνά και σφάλαχτα και σπάρτα που όταν ανθίζαν τον Απρίλη έβαφαν όλον τον τόπο σα με αίμα κίτρινο --- ένα κίτρινο που το αγαπούσε χωριστά η Μαρίκα κ’ έμενε άφωνη κοιτάζοντάς το όταν έχυνε τα βράδια χρυσόξανθες αναλαμπές στα ρόδινα νερά του μικρού κόλπου, που έκανε πίσω από το κάστρο η θάλασσα. Εκεί έξω δεν απαντούσανε ψυχή. Μόνο κανένα κυνηγό και γαϊδουράκια, που όπως κατεβαίναν ολοσκέπαστα από τα κλαδιά που ήταν φορτωμένα, έμοιαζαν σα θάμνα φουντωτά που σάλευαν, φαινόντανε σα βώλοι χαλκοπράσινοι που ξεκολλούσαν και κυλούσαν γλιστρώντας κάτω στην πλαγιά. Μακρύτερα έβοσκαν κοπάδια τράγοι, και τα κουδούνια ηχούσαν εδώ βοερά από το βάθος και σαν απόκοσμα, εκεί απαλά από τη ράχη, μελαγχολικά. Κάτω στης λαγκαδιάς το χάσμα άγρια περιπλοκάδια πλεγμένα σε κουμαριές και σκίνα και σε ρείκια σχηματίζαν λόχμες, μικρούς θόλους που έφεγγαν βιολετοκόκκινοι όταν άνοιγαν τα ρείκια, έλαμπαν ασπριδεροί με μουντούς, παρδαλούς τόνους όταν ανθίζαν τα περιπλοκάδια. Η Μαρίκα και ο Στέφανος, πιασμένοι μπράτσο, γλιστρούσαν στις πλαγιές, σερνόντανε στα μονοπάτια, μιλούσανε λιγότερο παρότι σώπαιναν και ονειρεύονταν. Η Θεώνη τους ακολουθούσε πότε κοντά, πότε από πίσω, πότε τους άφηνε να προχωρούνε μόνοι, να κρύβονται για μια στιγμή στα θάμνα, να κάθονται στα φρύδια και να στέκονται στις κορυφές ορθοί σα στύλοι και να κοιτάζουνε τη θάλασσα, που ανοίγονταν μπροστά τους πάντα πλατύτερη κ’ έφεγγε όλη στο ηλιοβασίλεμα σα χρυσή πλάκα απέραντη πυρωμένη σε πυρκαγιά ολοπόρφυρη. Και μια μέρα, καθώς στέκονταν αντίκρυ εκεί στη θάλασσα, και την κοιτάζανε χεροπιασμένοι, έσφιξε ο ένας περισσότερο το χέρι του άλλου. Ο Στέφανος δεν το θυμάται ποιος. Και μια στιγμή βρεθήκαν με σμιγμένα χείλη. Έπειτα έμειναν ακουμπώντας τα χέρια ο ένας στον ώμο του άλλου, έμειναν άλλη μια στιγμή έτσι και κοιτάζονταν στα μάτια. Ο Στέφανος θυμάται πως η όψη της Μαρίκας ήταν κατακόκκινη. Έπειτα έλυσαν άφωνοι τα χέρια και κατέβηκαν το λόφο. Όσες φορές περάσαν από το λόφο, δε σταμάτησαν στο μέρος. Γλιστρούσαν σιωπηλοί. Μια μέρα μόνο, ένα βράδυ που η θάλασσα έλαμπε περισσότερο παρά άλλο βράδυ, και από πάνω κρεμόντανε τα σύννεφα ωχρά, ρόδινα εμπρός και κόκκινα βαθιά στο μάκρος, σταθήκανε και πάλι. Και η Μαρίκα έγειρε στο ώμο του και κοίταζε. Κοίταξε άφωνη λίγες στιγμές, έπειτα έπιασε το χέρι του και γύρισε και τον έβλεπε στα μάτια. Ο Στέφανος έσκυψε και της φίλησε το μέτωπο. Η Μαρίκα ακούμπησε ξανά στον ώμο του. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, είπε σιγαλά. Ο Στέφανος της γέλασε. Της γέλασε και σώπαινε. - Στέφανε, ψιθύρισε πάλι η Μαρίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Είναι και κείθε, και από εκείθε πέρα; ξαναείπε σιγαλά η Μαρίκα κ’ έδειξε στο μάκρος, που χάνονταν τα σύννεφα ολοπόρφυρα. - Τι; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος. Μα ένα πουλί πέταξε μπρος από τα πόδια του ίσια, ολόισια προς τ’ απάνω· κ’ ένας ήχος χτυπητός και λαγαρός σκορπίστηκε έξαφνα, σα να τρικύμισε κυματιστά όλον τον αέρα. Τρεμουλιαστό, ίσια απάνω, κατακόρυφα ανέβαινε το πέταγμα του σταχτερού πουλιού, και λαγαρότερο, τρικυμιστότερο και πάντα πιο ηχερό σα σάλπισμα πρωινό γέμιζε το κελάδημά του τον αιθέρα. Σώπαιναν και κοίταζαν απάνω όσο που χάθηκε σε μικρό στίγμα τα σταχτερό πουλί, και ο ήχος σβήστηκε σ’ έναν ψιθυριστό απόηχο ψηλά στο γαλανό. - Ω είναι, είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα και γυρτή στον ώμο του Στέφανου κατέβηκε το λόφο. Όταν το βράδυ γύριζαν στην πόλη, ο Στέφανος έφερνε τη Μαρίκα και τη Θεώνη ως τη γέφυρα, και αυτού τις άφηνε, και κείνος πήγαινε από τον άλλο δρόμο. Μα το βράδυ αυτό η Μαρίκα δεν του άφησε το χέρι· τον έσυρε μαζί της ως τη γέφυρα, και σταθήκαν κ’ έσκυψαν στα κάγκελα κ’ έβλεπαν κάτω. Είχε νυχτώσει και άναψαν τα φώτα. Δεν περνούσε κανείς στη γέφυρα, και μόνο στο κανάλι κάτω πηγαίναν πέρα δώθε μερικές σκιές. Στάθηκαν και κοιτάζαν κάτω και σωπαίναν, σα να ήθελαν ν’ ακούσουν ένα ψιθύρισμα που έφτανε από κάτω από τη γέφυρα. Από αντίκρυ, από τους κήπους, ένα απόγειο έφερνε μια μυρουδιά ελαφρή από ανθισμένες πασχαλιές. Η Μαρίκα σύρθηκε πιο κοντά στο Στέφανο, και ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι. Όταν χωριστήκαν ύστερα, φιλήθηκαν πρώτη φορά εμπρός στην ξαδέρφη τους. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν στη σκοτεινιά. Ο Στέφανος θυμάται πως εκεί που γύριζε έπειτα στην πόλη, είχε μπροστά του όλη την ώρα τα μάτια της Μαρίκας. Και θυμάται τώρα πως εκεί που πήγαινε θυμήθηκε έξαφνα την Ευανθία. Έτσι έξαφνα, έτσι μια στιγμή. Έπειτα η ανάμνηση έσβησε πάλι εμπρός στα μάτια της Μαρίκας. Και την άλλη μέρα που είδε τη Μαρίκα, η Μαρίκα του είπε: - Ξέρεις, Στέφανε, η Θεώνη μου θύμωσε χτες βράδυ όταν χωρίσαμε από σένα. - Γιατί από λάθος τη φώναξα Ευανθία, πρόσθεσε γελώντας· φοβάται πως αγαπώ περισσότερο την Ευανθία. - Και δεν την αγαπάς; ρώτησε ο Στέφανος. - Ανοησίες, απάντησε η Μαρίκα και σώπασε. - Αν κ’ έπρεπε, είπε πάλι έπειτα από μια στιγμή. - Γιατί; ρώτησε ο Στέφανος. - Γιατί κι αυτή --- η Θεώνη --- σε πήγαινε στην Πρίφτη. - Ανοησίες, είπε τώρα ο Στέφανος. Και σώπασαν πάλι. Μα ύστερα από λίγο η Μαρίκα ξαναείπε: - Ωστόσο είναι παράξενο στ’ αλήθεια. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Να, πολλές φορές μου φαίνεται πως είναι αλήθεια η Ευανθία που έρχεται κοντά μας. Ο Στέφανος την κοίταξε, αλλά δε μίλησε. Θυμάται πως είχε όλη την ώρα κάποια στενοχώρια να μιλήσει. Μα η Μαρίκα μιλούσε πιο πολύ τη μέρα αυτή, μιλούσε πιο πολύ παρότι σώπαινε άλλες μέρες. ……………… Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη. Και η Μαρίκα ήταν τόσο ευτυχισμένη να βυθά, να πλέει, να χάνεται σα σε όνειρο μέσα σ’ αυτό. Και σώπαινε. Κ’ έπειτα άρχιζε πάλι να μιλεί, να φλυαρεί. Κι’ έπειτα πάλι ξανασώπαινε. Κ’ έτρεχε μπρος, έμενε πίσω, ξαναγύριζε στο Στέφανο κ’ έγερνε απάνω του, βάδιζε πλάι του, ψιθύριζε, άπλωνε τα χέρια ψηλά στο φως, πέρα στη θάλασσα, τα έριχνε πάλι κάτω, τα ανάπαυε στον ώμο του, τα δίπλωνε τριγύρω στο λαιμό του. Μισοέκλεινε τα μάτια στο πρόσωπό του εμπρός και ξανάνοιγε πάλι τα μάτια πλατιά κ’ εκστατικά στο γαλανό, στα χρυσά νέφη, στα ρόδινα νερά. - Μου αρέσει, μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε· τον άφηνε να της χαδεύει τα μαλλιά και ήταν τόσο ευτυχισμένη. - Μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε κ’ έδειχνε απάνω το γλαυκό κ’ έδειχνε γύρω το χρυσό φως και κάτω τις ανεμώνες που έσκαζαν πλήθη πολλά στη γη και πλούμιζαν με τόνους ωχρορόδινους το σκούρο χώμα. Τόνοι νεκροί, κιτρινωποί, χαλκοί γλιστρούσαν εδώ και κει στους πράσινους ακόμα θάμνους και στα κλαδιά, όπου κοκκινίζαν ζωηρά τα κούμαρα. Ο Στέφανος και η Μαρίκα χάνονταν στους θόλους, σταματούσαν κι άκουαν τους σπίνους που λαλούσαν το σιγαλό σκοπό τους στα κλαδιά, τους μικρούς σπουργίτες που ψιθύριζαν στα θάμνα, τους μακρινούς, κομμένους ήχους που φτάνουν πάντα αόριστοι και μελαγχολικοί από την ερημιά και γεμίζουν τη σιγή με κάποια ανησυχία. Σταματούσαν και τους άκουαν και σώπαιναν, και η Μαρίκα άφηνε το Στέφανο να τη φιλεί και του ξανάλεγε: - Μου αρέσει το φθινόπωρο. Κάποιοι αργοπορημένοι βάτοι πρόβαλαν μια μέρα λευκοανθισμένοι, χλωμοκόκκινοι εκεί εμπρός τους, και ο Στέφανος τους έδειξε της Μαρίκας. - Είναι σαν άνοιξη, της είπε. Και θυμάται τώρα πως η Μαρίκα τον κοίταξε με μακρύ βλέμμα κ’ έπειτα: - Είναι σα γέλασμα, ψιθύρισε αργά και τον κοιτούσε. Η φωνή της είχε έναν τόνο σα βραχνό, ελαφρά βραχνό, ανεπαίσθητα βραχνό. Ο Στέφανος όμως τον πρόσεξε. - Και τον αγαπώ, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα με τον ίδιον τόνο στη φωνή και τον κοίταζε στα μάτια. Ο Στέφανος την κοίταξε κι αυτός σαν παραξενεμένος κ’ έμεινε μελαγχολικός. Μα σε λίγο ξαναβγήκανε στο λόφο· η θάλασσα άστραψε πάλι πέρα κ’ ένας αέρας χλιαρός από τα πλάτη σκόρπισε το σύννεφο. Η Μαρίκα ξανάπλωσε τα χέρια σα φτερά, και η φωνή της ηχούσε ξάστερη. Είχαν φτάσει κοντά στο Χάλασμα, ένα παλιό ερειπωμένο σπίτι που τα παράθυρά του ανοιγόντανε άδεια κοντά, μπροστά στη θάλασσα. Η Μαρίκα αγαπούσε να σταματά εκεί· τριγύρω κοκκίνιζαν ξεροί, γυμνοί μονάχα βράχοι, και οι ροδοδάφνες που δοκιμάσαν να φυτέψουν μια φορά απέξω από το χάλασμα, απόμεναν λειψές και μόλις που κοκκίνιζαν· εμπρός στην πόρτα του όμως απλωνόταν πλατιά, μεγάλη η θάλασσα. Η Μαρίκα σταμάτησε και τώρα εκεί· και τέντωσε το χέρι και την έδειξε. Κοντά της η Θεώνη κοίταζε σα να έπληττε· και ολόγυρα στους λόφους και αντίκρυ στο ορθόβραχο βουνό και απάνω στο γλαυκό και κάτω στη ροδισμένη θάλασσα άπλωνε τη χλιαρή γαλήνη του το αργό και φωτεινό φθινόπωρο. ………………… Μα η κυρία Κατίγκω έμαθε τους περίπατους και θύμωσε με τη Θεώνη. Η κυρία Αγλαΐα τα έβαλε με τη γιαγιά κ’ έπειτα με την ίδια τη Μαρίκα. Της θύμισε τη νομαρχία και της είπε: - Αδύνατο! Αδύνατο να γίνει! Δεν ήθελε μήτε να φανταστεί για τη Μαρίκα κάτι κατώτερο από νομαρχία. Και γέλασε ανάμεσα στα δόντια: - Στο σπίτι της κυρίας Κατίγκως! Μα και για την κυρία Κατίγκω η προίκα της Μαρίκας δεν ήταν αρκετή· η κυρία Κατίγκω αγαπούσε κιόλα τη Φιφίκα Πρίφτη και το έκοψε κι αυτή στο Στέφανο: - Μονάχα τη Φιφίκα. Έτσι έπαψαν οι περίπατοι, και ο Στέφανος έβλεπε σπάνια τώρα τη Μαρίκα. Θυμάται πως ήταν μελαγχολικός και διάβαζε πάντα το Βέρθερο· δε μιλούσε πια με την κυρία Κατίγκω, ούτε η γιαγιά ερχότανε σ’ αυτή. Ώσπου μια μέρα ζήτησε έξαφνα η Μαρίκα να δη το Στέφανο. Ειδωθήκαν στης Θεώνης, και η Μαρίκα ήταν ωχρή· μα έπειτα κοκκίνισε μεμιάς. - Να φύγομε, του είπε. Και όταν είδε πως ο Στέφανος δεν απαντούσε. - Τότε έλα στη μαμά, του είπε πάλι ξαφνικά. Ο Στέφανος αποφάσισε και πήγε, και η κυρία Αγλαΐα του έσφιξε περίεργα το χέρι και μιλήσαν φιλικά. Φαινόταν σα να ξέχασε τη νομαρχία κ’ έδειχνε πως είχε κάτι να του πει. Μα δεν το είπε· όταν έφευγε του ψιθύρισε μονάχα: - Ήθελα να μιλούσατε με τη γιαγιά. Μα και η γιαγιά προτίμησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω· και της είπε την απόφαση που πήρε να δωρίσει στη Μαρίκα το κτήμα που είχε για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε όταν το άκουσε: - Αλλά, νονά! Μα όταν έπειτα λογάριασε πως με το κτήμα αυτό η προίκα της Μαρίκας ανέβαινε ψηλότερα από της Φιφίκας Πρίφτη, είπε σιγαλότερα: - Για να το πω του Γιάγκου. Και φώναξε τον κύριο Γιάγκο κ’ έδωσαν το λόγο τους. Μα την ώρα που θα έφευγε η γιαγιά, η κυρία Κατίγκω την έκραξε στην άκρη. - Κοίταξε όμως, νονά, της είπε, όσο είσαι ζωντανή δεν πρέπει να το μάθει η Ευανθία. - Ναι, απάντησε η γιαγιά. - Ξέρεις πόσο την αγαπώ· δε θέλω να πικραθεί, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, ναι είπε ξανά η γιαγιά, φιλήθηκε με την κυρία Κατίγκω και αγκάλιασε το Στέφανο. Κ’ έτρεξε στην κυρία Αγλαΐα και στη Μαρίκα που περίμεναν. Η κυρία Αγλαΐα φίλησε και κείνη τη Μαρίκα, όταν όμως έγιναν οι αρραβώνες δεν παρουσιάστηκε. Η Μαρίκα βγήκε χλωμή μόνο με τη γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ήταν νευρική όλη την ώρα. Στην πόρτα φάνηκε ο άσπρος σκούφος του παππού, και όταν βγήκε από τη σάλα η υπηρέτρια με το δίσκο, ο παπαγάλος φώναξε από το κλουβί. Η Μαρίκα χλόμιασε περισσότερο. Και κει που έφευγαν έπειτα, ο Στέφανος την πρόσεξε πως έβηξε ξερά. Η κυρία Κατίγκω, όταν γύρισαν στο σπίτι, αγκάλιασε και φίλησε το Στέφανο. - Αφού το θέλησες, με την ευχή μου, του είπε, ωστόσο… Ο Στέφανος την κοίταξε. - … καλύτερα να μη γινότανε, ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έσκυψαν και οι δυο κ’ έμειναν σιωπηλοί. [Επεξεργασία] V Όμως την άλλη μέρα άλλαξε η κυρία Κατίγκω, πήγε στη γιαγιά και στη Μαρίκα. Και όταν γύρισε στο σπίτι είπε στον κύριο Γιάγκο: - Δεν ξέρεις τι καλή που είναι η Μαρίκα. Κ’ έπειτα: - Και κ ε ί ν η βγήκε σήμερα και με χαιρέτησε. Ο κύριος Γιάγκος κατάλαβε πως εννοούσε την κυρία Αγλαΐα. - Μου θυμώνει μόνο όταν πιάνεται με τη νονά, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έπειτα πάλι: - Τώρα που πήρε η κόρη της το κτήμα, δεν έχει πια μαζί μας τίποτε. Μα έξαφνα: - Δεν ξέρεις πώς το έχω μέσα μου, είπε σιγότερα. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε. - Τι; ρώτησε. - Που το πήραμε της Ευανθίας, απάντησε η κυρία Κατίγκω και μελαγχόλησε. Έπειτα όμως πηγαίνοντας πιο κοντά του: - Ξέρεις τι περιμένει; του είπε. - Ποιος; ρώτησε ο κύριος Γιάγκος. - Η…, απάντησε η κυρία Κατίγκω, και ο κύριος Γιάγκος εννόησε πάλι, περιμένει να γίνει ο Στέφανος νομάρχης. Με αυτό την έκαμαν και δέχτηκε. Ο κύριος Γιάγκος γέλασε: - Ε, και συ τάχα δεν το θέλεις; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έτρεξε μέσα και φίλησε το Στέφανο. Γρήγορα όμως ξαναμάλωσε η κυρία Αγλαΐα με τη γιαγιά και ξαναέκλεισε την πόρτα στην κυρία Κατίγκω. Μα πρόφτασε η Μαρίκα, και ο Στέφανος δεν το έμαθε. Όταν το έμαθε έπειτα, είχε συνηθίσει. Δεν πρόσεχε. Πρόσεχε κ’ έβλεπε μόνο τη Μαρίκα. Και τώρα, ενώ ο Στέφανος κάθεται εκεί αντικρύ στη θάλασσα και φέρνει στη μνήμη του όλα αυτά ένα-ένα σα να τα ξαναζεί, έχει μπροστά του πάντα την εικόνα της Μαρίκας· της Μαρίκας ορθής κάτω από τα βραδιασμένα πεύκα, σκυφτής στ’ αραδιασμένα κοχύλια της στον άμμο, ακίνητης μπροστά στη θάλασσα ενώ έπαιζαν τ’ άλλα παιδιά· ριγμένα απάνω του τα μελαγχολικά μεγάλα μαύρα μάτια της, του φαίνονταν σα να του ανοίγουν έξαφνα ένα μυστικό. Κ’ έξαφνα πάλι εκεί θυμάται ο Στέφανος τη χτεσινή σκηνή με την κυρία Κατίγκω όταν γύρισαν στο σπίτι, και στο παράθυρο ξέσπαζε η βροχή. Η κυρία Κατίγκω είχε έπειτα όλο το βράδυ σκοτεινό το πρόσωπο, και η σιγή της ήταν πνιγερή όλη την ώρα στο τραπέζι. Για να την αποφύγει, ο Στέφανος βγήκε έξω στο μπαλκόνι· βγήκε και στάθηκε σκυφτός. Δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί και γύρισε τα μάτια του απάνω. Με έξαφνα τα σταμάτησε εκεί παράξενα ο Ωρίων που ανέβαινε από το βουνό. Ανέβαινε λαμπρός, υγρός σα μόλις λουσμένος στη βροχή κ’ έλαμπε κει παράξενα στημένος ολόρθος στο βουνό. Ο Στέφανος θυμάται πως τον κοίταζε ώρα, σα να τον πρόσεχε πρώτη φορά, σα να τον έβλεπε έτσι εκεί πρώτη φορά. Και θυμάται πως ανατρίχιασε· του φάνηκε μεμιάς σα να τον κοίταζε και κάποιος άλλος, κάποιος κοντά του, πίσω, πλάι του. Έστρεψε πίσω, πλάι ---δεν ήτανε κανείς. Και σήκωσε πάλι τα μάτια απάνω κ’ έβλεπε τον Ωρίωνα. Και σήμερα έξαφνα η Μαρίκα του μίλησε για τον Ωρίωνα. Ο Στέφανος τινάχτηκε όπως και την ώρα που άκουσε τη Μαρίκα να μιλεί γι’ αυτόν. Σταμάτησε και κοίταξε μπροστά του πέρα σα να έβλεπε κει να έτρεμε ν’ ανοίξει πάλι κάποιο μυστικό. Μα ξαναέσκυψε, και η Μαρίκα ήταν πάλι εμπρός του ορθή· ορθή κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα, ορθή από πίσω του και πρόσμενε να έρθει να καθίσει το πουλί, ορθή μπροστά του κ’ έπαιρνε από το χέρι του το πορτοκάλι που είχε κόψει αυτός ο ίδιος για την αδερφή… Γύρω άρχισε να σκοτεινιάζει, και η θάλασσα είχε βαφεί με χρώμα κίτρινο που χλόμιαζε ολοένα σιγοσβήνοντας σε σταχτερή άχνα. Και του Στέφανου, καθώς κοίταζε τη θάλασσα, του φάνηκε πως γέμισε όλη με τους κύκλους που την είδε να γεμίζει το σκοτεινό απομεσήμερο που πέθαινε η μικρή αδερφή. Ξανατινάχτηκε. Όταν σήκωσε πάλι τα μάτια δεν ήταν γύρω του κανείς. Τα τραπέζια του καφενείου όλα έρημα, στην τζαμόπορτα έπαιζε μια λάμψη, σα φως που σπάζει σε αδειανό καθρέφτη. Σηκώθηκε σιγά και τράβηξε προς το ακρογιάλι. Η θάλασσα σιωπηλή σκοτείνιαζε ολοένα, στα καΐκια ανάβανε θαμπά μικρά φανάρια, και η λάμψη τους έμενε ακίνητη σαν καρφωμένη ορθή μες στο νερό. Ούτε άνθρωπος, ούτε ίσκιος γύρω· μόνο ένα ναυτόπουλο εκεί κάπου σκορπούσε σα στεναγμό το σιγαλό παθητικό τραγούδι του: Θάλασσα πλατιά, μαύρη ξενιτιά… Μελαγχολία παράξενη κυρίεψε έξαφνα το Στέφανο ενώ βάδιζε και άκουε που ξεψυχούσε το τραγούδι πίσω του· σα να του ξύπνησε μεμιάς η θλίψη ολόκληρης μιας ξενιτιάς, μιας ερημιάς. Αλλά ποιας ξενιτιάς, ποιας ερημιάς; Ο Στέφανος σταμάτησε. Και μια στιγμή καθώς σταμάτησε, του ήρθε πως τάχα ήταν κλεισμένος στα τείχη του σχολείου μια φορά· είχε μπροστά του πέρα την ξένη θάλασσα και τραγουδούσε ο ίδιος το τραγούδι που έσβηνε τώρα πίσω του. Το τραγουδούσε και θυμόταν τη δική του θάλασσα και την κυρία Κατίγκω που του έγραφε πως κάθεται και την κοιτάζει μόνη. Κ’ έξαφνα του έρχεται στο νου πως του είχε γράψει κάποτε η κυρία Κατίγκω: Είχαμε τώρα εδώ την Ευανθία. Ο Στέφανος την είχε λησμονήσει. Θυμόταν μόνο την κυρία Κατίγκω όταν έβλεπε τη θάλασσα. Και ο Στέφανος ξανασταμάτησε. Θυμήθηκε πάλι μεμιάς πως γύρισε ένα καλοκαίρι σπίτι του. Ήταν τότε που η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω· κ’ ένα βράδυ ξαφνίστηκε καθώς πήγαινε στο δρόμο. Τον σταμάτησε τρεχάτη η Ευανθία. - Ήρθα να κάνω μπάνια και να με δει η γιαγιά· πες της θείας Κατίγκως πως θα έρθω να τη δω, του είπε σιγά, σχεδόν στο αφτί. Και του έσφιξε το χέρι κ’ έφυγε. Και μια βραδιά ήρθε αλήθεια. Αγκαλιάστηκαν με την κυρία Κατίγκω και μίλησαν πολλά Ο Στέφανος στεκόταν στο μπαλκόνι. Και μια στιγμή ήρθε η Ευανθία εκεί κοντά του. Πρώτα στάθηκε αμίλητη, έπειτα του είπε: - Έμαθα θα φύγεις. - Ναι, της απάντησε. - Και γω θα φύγω, δε θα μείνω όλον το μήνα, είπε η Ευανθία. Και σώπασαν και οι δυο. Κάτω απλωνότανε μπροστά τους σιωπηλή κ’ η θάλασσα. Και ο Στέφανος σα να την είδε να γεμίζει όλη με τους κύκλους. Μια στιγμή κ’ έπειτα οι κύκλοι έσβησαν. Έσβησαν όπως έσβησαν και τώρα που απλώθηκαν μπροστά του πάλι μια στιγμή… Ο Στέφανος ήταν στην πόρτα του. Είδε την τραπεζαρία φωτισμένη: τον περίμεναν. Συλλογίστηκε την κυρία Κατίγκω αμίλητη και σκοτεινή. Και στάθηκε. Σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Όμως ανέβηκε. Τον περίμεναν να φάνε, και η κυρία Κατίγκω τον καλησπέρισε χαρούμενη. - Ήταν εδώ η Ευανθία, του είπε· δες τι μου έφερε. Και του έδειξε ένα κέντημα, ένα μαξιλαράκι μ’ ένα κόκκινο μεγάλο ρόδο φουσκωτό, στη μέση από φόντο κίτρινο. Ο Στέφανος το κοίταξε. Το φως της λάμπας έριχνε απάνω του ζωηρούς κρεμεζιούς τόνους --- του Στέφανου του φάνηκαν σαν αιματένιοι. - Πώς χάρηκε ο πατέρας σου, είπε η Κατίγκω. Ε, Γιάγκο; Ο κύριος Γιάγκος κοίταξε. - Την… Ευανθία, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, μεγάλωσε, είπε ο κύριος Γιάγκος. Η κυρία Κατίγκω αναστέναξε, και ο κύριος Γιάγκος άλλαξε ομιλία. Παραπονέθηκε για τους κεφτέδες. - Τους έκαψε, είπε. Έπειτα φώναξε την υπηρέτρια για τις σκνίπες που πλημμύριζαν το τραπέζι: - Κλείνετε πρώτα πριν ανάψετε το φως, σας είπα! Ο Στέφανος έτρωγε αμίλητος, η κυρία Κατίγκω έγινε πάλι μελαγχολική. Άμα τελείωσαν και ο Στέφανος σηκώθηκε να φύγει, η κυρία Κατίγκω τον πλησίασε στην πόρτα. - Θα έβγεις έξω; του είπε. Ο Στέφανος ένεψε «ναι», και η κυρία Κατίγκω τον κοίταξε άφωνη μια στιγμή στα μάτια. Έπειτα γύρισε να φύγει, μα πάλι σταμάτησε και τέλος τόλμησε: - Που ήσουν σήμερα; Ο Στέφανος την κοίταξε μονάχα. Και η κυρία Κατίγκω πλησιάζοντας και βάζοντας ελαφρά το χέρι της στον ώμο του ψιθύρισε: - Καλά, καλά· καλύτερα που πήγες. Και γύρισε και μπήκε μέσα. Ο Στέφανος έμεινε μια στιγμή χωρίς να κινηθεί. - Η ίδια πάντα, η ίδια πάντα, είπε έπειτα και τράβηξε στην κάμαρά του. [Επεξεργασία] VI Την άλλη μέρα βρήκε ο Στέφανος την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. - Δε σηκώθηκε η Μαρία, του είπε. Ο Στέφανος της έδωσε το χέρι και σταμάτησε: - Είναι ίσως αδιάθετη; Η Ευανθία δεν απάντησε. - Ήταν εδώ η Φιφίκα, είπε έπειτα. Και πρόσθεσε: - Ήρθε για μένα. Και κοίταζε το Στέφανο. Στην πόρτα ήρθε και στάθηκε ο παππούς. - Έλα, παππού, του μίλησε η Ευανθία. Ο παππούς κοίταξε μέσα μια στιγμή, έπειτα γύρισε κ’ έφυγε. - Θα ταξιδέψει, είπε η Ευανθία. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η Φιφίκα· θα έφευγε σήμερα, μα δεν της ετοιμάσανε το φόρεμα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν, είπε ξανά αφού κάθισε. Κι έπειτα από μια στιγμή: - Βάζω στοίχημα πως δε θ’ αρέσει της Μαρίκας. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Το φόρεμα· θα το βρει πρόστυχο. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Όπως βρίσκει πρόστυχη και τη Φιφίκα. Και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο· και είπε πάλι σα με πείσμα: - Μα εμέ μου αρέσει. Και της θείας Κατίγκως της αρέσει. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε ν’ ακούσει· η κυρία Αγλαΐα μπήκε μέσα. Η Ευανθία σηκώθηκε και καλημέρισε. Η κυρία Αγλαΐα μόλις κίνησε τα χείλη. Έπειτα άπλωσε αλύγιστα και αργά το χέρι της στο Στέφανο. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έφερε σ’ αυτό τα χείλη. Η κυρία Αγλαΐα πήγε ως το παράθυρο κ’ έριξε έξω μια ματιά· έπειτα γύρισε στη γωνία όπου είχε τ’ άνθη της και στάθηκε μπροστά σε μια μπεγκόνια. Δοκίμασε το χώμα και χάδεψε τα φύλλα της. Καθώς τα άγγιξε, μια παρδαλή απαλή λάμψη τρεμούλιασε μπροστά στην Ευανθία που πλησίασε κεί· τα κόκκινα καμπανωτά άνθη από δυο τουλίπες στημένες παρά πίσω έριχναν τόνους κόκκινους. Ο Στέφανος θυμήθηκε μπροστά τους το πορφυρό ρόδο στο κέντημα που χάρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω· κ’ έμεινε και τους κοίταζε. Η Ευανθία πρόσεχε στην κυρία Αγλαΐα που πήγε σε μια εταζέρα. Πήγε και στάθηκε μπροστά σ’ αυτή κ’ έσυρε απάνω της ελαφρά τα δάχτυλα· αφού έκαμε ύστερα το ίδιο και στο πιάνο, γύρισε γρήγορα και πάτησε το κουμπί του κουδουνιού που ήταν απάνω στο τραπέζι. Η υπηρέτρια ήρθε να της σερβίρει τον καφέ, μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε απότομα: - Ποια ξεσκόνισε δω μέσα; Η υπηρέτρια έσκυψε τα μάτια κάτω. Να ξεσκονίσεις πάλι, είπε η κυρία Αγλαΐα και κάθισε μπρος στον καφέ της. Κ’ ενώ άπλωνε έπειτα σιγά το βούτυρο σε μια φετίτσα, σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε την Ευανθία: - Τι φορούσε η Πρίφτη; - Ένα σερζ μοβ με ζακετίτσα, απάντησε η Ευανθία. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα: - Το ξέρω· δεν της πάει καθόλου. - Πώς; έκαμε να πει η Ευανθία, μα μόνο το ψιθύρισε. - Δε θα το πάρει αυτό μαζί της, είπε ύστερα. - Πού να το πάρει; - Στην Ιταλία· θα πάει με τον πατέρα της. Η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια. Και με χαμόγελο: - Κι ο λοχαγός μαζί; είπε. Η υπηρέτρια ήρθε και ξεσκόνιζε, και η Ευανθία δεν απάντησε. Είπε μόνο για το νέο φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν. Και πρόσθεσε: - Κάνουν πάλι πλατιές τις φούστες . Η άκρη ρου άσπρου σκούφου του παππού φάνηκε που έσκυψε στην πόρτα. Μα τραβήχτηκε αμέσως πίσω, και η κυρία Αγλαΐα δεν τον είδε. Η υπηρέτρια τοποθετούσε πάλι στην εταζέρα τα πράγματα που είχε σηκώσει, και η κυρία Αγλαΐα πρόσεχε κει και φώναξε της υπηρέτριας: - Λίγο πιο πέρα, δεξιότερα… - Όχι! πιο εδώ --- τι ζώο! είπε δυνατότερα όσο που τέλος: Αυτού, καλά, ψιθύρισε ευχαριστημένη και γύρισε στην Ευανθία: Πλατιές, μα δε μου αρέσουν. Αλλά η Ευανθία δεν απάντησε. Ο Στέφανος είχε στρέψει προς το παράθυρο· ο ήλιος χτυπούσε και φώτιζε τη λεύκα απέξω· τα φύλλα της ήταν πιο χαλκοκόκκινα και μαδημένα. Όταν ξαναγύρισε τα μάτια μέσα είδε πως η Ευανθία τον κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα τίναζε μέσα στο δίσκο τα ψίχουλα από το βούτημά της… - Φλώρα, Φλώρα! ακούστηκε από το διάδρομο η φωνή του παπαγάλου. Φλώρα ήταν το όνομα της υπηρέτριας που είχαν στο σπίτι όταν πήρανε τον παπαγάλο. Η Μαρίκα τον έμαθε να το φωνάζει, και όταν έφυγε η υπηρέτρια ο παπαγάλος φώναζε πάντα το όνομα αυτό άμα πλησίαζε η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε, έστρεψε στην πόρτα που έμπαινε η Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε πρώτα το Στέφανο, έπειτα φιλήθηκε με την κυρία Αγλαΐα και την Ευανθία. - Τι ωραία μέρα! γύρισε προς το παράθυρο, αφού χαιρέτησε το Στέφανο. - Θα βγούμε με το αμάξι, είπε η κυρία Αγλαΐα. Η Μαρίκα πήγε ίσια στο πιάνο κ’ έπειτα στην εταζέρα. Τα δοκίμασε, ήταν ξεσκονισμένα. Ύστερα σταματώντας απέναντι στη εταζέρα: - Να μην μπορεί να μάθει ακόμα! είπε σα μόνη της και πλησίασε και πήρε κ’ έσιαζε τα πράγματα που ήταν σ’ αυτή. Μα η κυρία Αγλαΐα που δεν τον είδε φώναξε: - Μαρίκα! - Να μην μπορεί να μάθει! ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Καλά ήταν· εσύ τα χάλασες, της ξαναφώναξε η κυρία Αγλαΐα. Μα η Μαρίκα σα να μην την άκουσε, έβαλε τα βάζα όπως ήθελε αυτή, και η κυρία Αγλαΐα έκανε να σηκωθεί: - Αλλά, Μαρίκα! - Έτσι, στραβά τα βάζουν τώρα· το είδε στης κυρίας προέδρου, είπε η Ευανθία. Ο Στέφανος περίμενε να πει η κυρία Αγλαΐα στη νομαρχία δεν τα βάζουν έτσι, μα η κυρία Αγλαΐα δε μίλησε· σήμανε μόνο το κουδούνι. Η υπηρέτρια ήρθε και ξαναέσιαξε τα βάζα. Η Μαρίκα πήγε στο Στέφανο. - Έτσι με κάνει πάντα νευρική, του είπε και στάθηκε κοντά του στο παράθυρο. - Το είδα αλήθεια στης κυρίας προέδρου, ξαναείπε, μα η μαμά έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος θέλησε ν’ αλλάξει θέμα. - Κοίταξε κει, της είπε κ’ έκαμε να της δείξει κάτι, δεν ήξερε κι ο ίδιος τι. Η Μαρίκα έσκυψε· μα καθώς έσκυψε, η ματιά της πήρε τον ίσκιο της γιαγιάς που σκούπιζε κάτω στην αυλή. Τινάχθηκε ορθή πάλι. - Όλοι εδώ μέσα μα κάνουν νευρική, είπε και γύρισε γοργά στην κάμαρα. Η Ευανθία είχε καθίσει και κεντούσε και καθώς σήκωσε μια στιγμή τα μάτια, τα έριξε στη Μαρίκα και στο Στέφανο. Κι αυτοί στρέφοντας μέσα την είδαν που τους κοίταζε. Η Ευανθία δεν πήρε από πάνω τους τα μάτια. Η κυρία Αγλαΐα γυρισμένη εκείθε, καθάριζε τα φύλλα της μπεγκόνιας. Η Μαρίκα έμεινε σα συγχυσμένη, η Ευανθία ατάραχη. Ο Στέφανος είδε όμως στη ματιά της μια λάμψη κίτρινη, μια λάμψη που του θύμισε ξαφνικά τη ματιά μιας γάτας κοκκινόμαλλης που είχαν μια φορά στο σπίτι όταν ήτανε μικρός και του άνοιξε συχνά πληγές στα δάχτυλα. Όταν η κυρία Αγλαΐα γύρισε πάλι το πρόσωπο στην κάμαρα, τους είδε που κοιταζόντανε άφωνοι και είχε το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσα στους τρεις. - Τι κάθεστε; θα βγούμε με το αμάξι, είπε γοργά η κυρία Αγλαΐα. - Αλλά μαμά, πετάχτηκε η Μαρίκα. Το είχα να πάω στα μαγαζιά, να δω ένα ύφασμα, πρόσθεσε αφού σώπασε μια στιγμή. Μα το πρόσθεσε σε τόνο που έδειχνε πως η ιδέα της είχε έρθει μόνο εκείνη τη στιγμή. - Στο γύρισμα σταματούμε και το βλέπεις, είπε η κυρία Αγλαΐα και την κοίταξε με βλέμμα που φανέρωνε πως ένιωσε την πρόφαση. Και τράβηξε κατά την πόρτα. Η Ευανθία πήγε κοντά. Η Μαρίκα στάθηκε μπρος στο Στέφανο, που έμενε ορθός στη θέση του, έτοιμος να κινηθεί, μα σα να μην ήξερε προς πού να κινηθεί. - Κι αυτή, κι αυτή με κάνει νευρική, του είπε, μόλις η Ευανθία χάθηκε έξω από την πόρτα. Σταμάτησε άλλη μια στιγμή μπροστά του, κ’ έπειτα ακολούθησαν άφωνοι και οι δυο. [Επεξεργασία] VII Το αμάξι τράβηξε το δρόμο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα στρωνόταν πέρα ήσυχη, ωχρογάλανη. Σωπαίναν και οι τέσσεροι· η Μαρίκα κοντά στο Στέφανο, η Ευανθία αντίκρυ του πλάι στην κυρία Αγλαΐα. Έξαφνα η θεία Αγλαΐα θυμήθηκε πάλι το φόρεμα της Πρίφτη. - Γκρίζο είπες; ρώτησε την Ευανθία. - Ναι, γκρίζο, απάντησε η Ευανθία. Δεν πρόσθεσε με τρία βολάν, κοίταξε μόνο στα μάτια τη Μαρίκα. Και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή. Σε λίγο περνούσανε τη γέφυρα του μόλου κ’ έσκυψαν κ’ έβλεπαν κάτω και οι δυο. Μεγάλοι σωροί ρόδια ήταν στημένοι πυραμιδωτά στο μόλο ανάμεσα σε στοίβες σάκους και ψηλές σειρές τετράγωνα ολοκαίνουργα κασόνια. - Τι κόκκινα! ψιθύρισε η Ευανθία βλέποντας τα ρόδια. - Μαρίκα, θυμήσου να στείλομε να πάρομε, είπε η κυρία Αγλαΐα. Από τις αποθήκες του μόλου κάτω από τη γέφυρα έφτανε απάνω κρατητός ο βρόντος άπειρων σφυριών που καρφώναν ολοένα. Η Μαρίκα σφάλισε τ’ αφτιά με τις παλάμες, ώσπου πέρασαν τη γέφυρα. - Ήρθαν απόψε δυο ιγγλέζικα για να φορτώσουν, είπε ο Στέφανος. - Πόσο αγοράζουν; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος είπε την τιμή, και ξανασωπάσαν πάλι. Η Ευανθία σηκώνοντας τα μάτια αντίκρισε μια στιγμή το Στέφανο. Η Μαρίκα κοίταζε ένα μικρό άσπρο σύννεφο στον ουρανό. Είχε υψωθεί εκεί, η Μαρίκα δεν το είχε δει από πού, και στάθηκε ψηλά και σάλευε μια εδώ μια εκεί, σα να μην ήξερε προς τα πού να πάει. Η Ευανθία γύρισε και την κοίταξε - Μαρίκα! φώναξε έπειτα με μιας. Η Μαρίκα γύρισε. - Να μην πάρομε και τη γιαγιά! Η Μαρίκα τής έριξε μόνο ένα βλέμμα δίχως ν’ απαντήσει, και ο Στέφανος είδε πάλι στη ματιά της Ευανθίας την κίτρινη αναλαμπή που του θύμισε πρωτύτερα την παλιά γάτα. Ο δρόμος φάνηκε στη θάλασσα και ανέβαινε προς το βουνό. Το αμάξι πήγαινε τώρα αργά, και η Μαρίκα ακουμπισμένη πίσω κοίταξε πάλι το σύννεφο. Είχε πυκνώσει τώρα μια στιγμή, έπειτα ξαναραίωσε και άπλωσε σα μαλλί ξασμένο, σκόρπισε αραιότερο, κομματιαστό, ώσπου έσβησε. -Μαρίκα, ξαναφώναξε η Ευανθία, καλά είναι τα μαλλιά μου; Είχε βγάλει το καπέλο, το ακούμπησε στα γόνατα, κ’ έσιαζε τα μαλλιά και κοίταζε. Η Μαρίκα δεν της απήντησε. Γύρισε μόνο στην κυρία Αγλαΐα και είπε: - Δεν πάμε πίσω; - Ναι, με το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Αλήθεια· να δούμε στο λιμάνι και τα ιγγλέζικα, είπε η Ευανθία. Το αμάξι ανέβαινε σε μια πλαγιά κατάφυτη με αμπέλια τρυγημένα πια και με κοκκινισμένα φύλλα, και ο δρόμος ισκιωνόταν από το κάστρο που άφησαν πίσω προς την αντολή· στην άκρη των αυλακιών του δρόμου φύτρωναν ωχρόλευκα αγριολούλουδα, λευκογάλανα σκυλάκια, και από τους όχτους μύριζε ακόμα η ξερή ρίγανη. Η Μαρίκα κούμπωσε το φόρεμά της. - Κρυώνεις; Ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα δεν απάντησε, μα ο Στέφανος φώναξε στον αμαξά: - Χτύπα λιγάκι. Άμα κατηφόρισαν στο λόφο, ο ήλιος ξαναθέρμανε το δρόμο και η θάλασσα φάνηκε πάλι κάτω φωτεινή λουρίδα. Το αμάξι κυλούσε τώρα γοργότερα, μα ένα σφύριγμα μέσα από τα δέντρα το σταμάτησε με μιας σε μια καμπή. Ήταν το τραίνο που περνούσε δυο βήματα σχεδόν μπροστά. Η Ευανθία πετάχτηκε ορθή και σήκωσε το χέρι. Μερικά κεφάλια πρόβαλαν έξω από τα παράθυρα των βαγονιών. Η Ευανθία έκαμε να νέψει με το χέρι, μα η κυρία Αγλαΐα την κράτησε. - Τρελή! Έβγαλε φωνή. Η Ευανθία γέλασε, αλλά δεν κάθισε. - Ο λοχαγός! Ο λοχαγός της Πρίφτη, φώναξε έπειτα κοιτάζοντας κατά το τραίνο. Η κυρία Αγλαΐα άφησε την Ευανθία και γύρισε κι αυτή να δει, ενώ ο τριγμός του τραίνου που χανόταν πάλι μες στα δέντρα σκέπασε τη φωνή της Ευανθίας. Η Μαρίκα την κοίταξε περίεργα και γύρισε στο Στέφανο. Η κυρία Αγλαΐα μίλησε πάλι για το ταξίδι και τα τρία βολάν της Πρίφτη. Το αμάξι πλησίαζε προς το λιμάνι και πλάι του σταματούσαν στο σκονισμένο δρόμο χωριάτισσες που πήγαιναν ξυπόλυτες και με πανέρια στο κεφάλι. Εμπρός στο πρώτο καφενεδάκι που απαντήσαν ύστερα, στεκόταν ένα αμάξι· και σ’ ένα από τα τραπέζια κάτω από τους ψηλούς ευκάλυπτους ήταν δυο κύριοι καθισμένοι. Χαιρέτησαν το Στέφανο με το καπέλο. - Ποιος είν’ ο άλλος; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. - Ο νέος εφέτης, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα κούνησε το κεφάλι δεύτερη φορά. Η Ευανθία έσκυψε να κοιτάξει, μα η κυρία Αγλαΐα την τρόμαξε με μια κραυγή. Η Ευανθία είχε ξεχάσει στα γόνατά της το καπέλο και η κυρία Αγλαΐα της ξαναφώναξε: - Μα τι ντροπή! Και τη βίασε να το φορέσει αμέσως. Περνούσαν τα πρώτα σπίτια του λιμανιού, και στις πόρτες έβγαιναν οι γυναίκες και κοίταζαν. Δυο κάρα που πέρασαν έπειτα τρεχάλα, τους έπνιξαν μέσα σε σκόνη μελανωπή. Η κυρία Αγλαΐα τίναξε το φόρεμά της, η Ευανθία γέλασε. Τέλος φάνηκαν κάτω μαυροκόκκινοι όγκοι μακρουλοί τα δυο ιγγλέζικα καθισμένα στ’ ακίνητα νερά σα βουλιαγμένα. Πρώτη τα έδειξε η Ευανθία. Ο Στέφανος έκαμε να στρέψει, μα η Μαρίκα του έδειχνε την ίδια ώρα σε άλλο μέρος. Σ’ ένα λόφο που άφησαν πίσω, άπλωνε ένας μύλος τα μεγάλα του πλατιά πανιά· μια πνοή έκανε να τα κινήσει και σαλεύαν μια στιγμή· μα η πνοή δεν είχε δύναμη και σταματούσαν κ’ έμεναν πάλι σα δεμένα. Η Μαρίκα τα κοίταζε σα να περίμενε τον άνεμο να τα κινήσει, και τα ξαναέδειξε του Στέφανου. Η Ευανθία άκουσε το βίντσι που αντηχούσε τριχτά, σκληρά από το λιμάνι, και φώναξε: - Φορτώνουν. Μαρίκα, πάμε να δούμε πώς φορτώνουν; Η Μαρίκα δε μίλησε. Μόνο η κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Αν πάει κι άλλος καλός κόσμος. Μα η Ευανθία ξαναφώναξε: - Άκου, Μαρίκα! Η Μαρίκα δε μίλησε και πάλι, έδειχνε μόνο του Στέφανου. Μα ο Στέφανος απάντησε της Ευανθίας: - Ναι, πάμε. Η Μαρίκα γύρισε μεμιάς· και ο Στέφανος είδε σαν ξαφνιασμένος πως του άφησε το χέρι κ’ έστρεψε προς το άλλο μέρος. - Τι είναι; της ψιθύρισε σκύβοντας κοντά της. Δεν του απάντησε· έβλεπε πέρα τα φτερά του μύλου που έμεναν πάντα ακίνητα, κρέμονταν σαν παραλυμένα. Άμα έφτασαν στην προκυμαία, αραιός κόσμος περπατούσε κει. Κάθε άλλος θόρυβος του λιμανιού πνιγόταν από το βίντσι των δυο ιγγλέζικων. Μαούνες φορτωμένες με σωρούς κασόνια στριμώχνονταν τριγύρω τους. Η Ευανθία σα να τα ξέχασε διόλου, ούτε γύρισε τα μάτια εκείθε. Κοίταζε τον κόσμο που περνούσε. Πρώτα πρόσεξε μια γούνα που βγήκε πρώιμα, έπειτα ένα φόρεμα αχερί: - Τι χρώμα! - Ναι, άσχημο, είπε η κυρία Αγλαΐα και στύλωσαν και οι δυο τα μάτια εκεί. Μια βιτρίνα που οι δαντέλες τη γέμιζαν κρεμασμένες σαν κουρτίνες, τους τράβηξε έπειτα το βλέμμα και η Ευανθία φώναξε: - Μαρίκα! Αλλά δυο κύριοι χαιρέτησαν από το δρόμο, και η Ευανθία ρώτησε ποιοι είναι. Έπειτα έσκυψε να γνωρίσει δυο κυρίες που τα πρόσωπά τους κρύβονταν κάτω από τις κόκκινες ομπρέλες τους. - Είναι η Ζαζά με τη μητέρα της, είπε η κυρία Αγλαΐα που τις γνώρισε από το φόρεμα. - Πώς σκύβει έτσι; - Σφίγγεται άσχημα. Παιδιά ξυπόλυτα και κόσμος με τριμμένα ρούχα, μαζεμένος γύρω σε μια μαϊμού που χόρευε, τις έκαμε και γύρισαν στο άλλο πλευρό ώσπου πέρασαν. Έπειτα τους ξαναχαιρέτησαν απέξω και η Ευανθία ξαναρώτησε ποιοι ήταν. Μα έπειτα βλέποντας δυο νέους σ’ ένα αμάξι καθισμένους με τα πόδια τεντωμένα εμπρός, γύρισε και γέλασε. - Τι, τα παπούτσια τους βγήκαν να δείξουν; είπε και ξαναγέλασε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε αυστηρά. - Μα, Ευανθία, την παρατήρησε. Αλλά η Ευανθία γέλασε πάλι. Είχαν φτάσει εμπρός στο καφενείο της προκυμαίας που μαζευόταν ο καλός κόσμος, και ο αμαξάς σταμάτησε. Η Ευανθία πήδησε κάτω πρώτη και προχώρησε· η κυρία Αγλαΐα θέλησε να την κρατήσει, μα καθώς έστρεφε, σταμάτησε κ’ έβγαλε σχεδόν φωνή: - Ο κύριος νομάρχης! Ο κύριος νομάρχης στάθηκε με το καπέλο του στο χέρι: - Τι ευχαρίστηση! Η Ευανθία έμεινε ακίνητη και η κυρία Αγλαΐα σύστησε: - Η ανεψιά μου. Δυο κύριοι που περνούσαν πλάι, γύρισαν και κοίταξαν· και η κυρία Αγλαΐα πρόσθεσε: - Ο κύριος νομάρχης, αρχαίος φίλος μας. Και σιγότερα: - Που μας λησμόνησε. Ο κύριος νομάρχης έμεινε σα στενοχωρημένος και ψιθύρισε: - Πράγματι, παράλειψις. Αλλά, δοκίμασε να δικαιολογηθεί, περιοδείες, συμβούλια, λιμενικά, τα ξέρετε… Και σα με ξαφνική έμπνευση: - Την ξέρετε τη νομαρχία. Κι έμειναν και οι δυο μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Είχαν σταθεί απέξω από το καφενείο, και ο κύριος νομάρχης χτύπησε σ’ ένα τραπέζι και πρόσφερε καθίσματα. Ο Στέφανος με τη Μαρίκα πλησίασαν, και καθίσαν όλοι. Μίλησαν πρώτα για τον ωραίο καιρό. - Κάναμε το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Και θα ήταν έμορφα, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, έμορφα, πολύ έμορφα. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα κ’ έριξε ένα βλέμμα εμπρός της· έπειτα έφερε σιγά το χέρι στα μαλλιά και τα έστρωσε με την παλάμη. - Δεν έχει κόσμο σήμερα, είπε. Και η Ευανθία που θυμήθηκε τώρα τα ιγγλέζικα, ψιθύρισε: - Θα είναι στα βαπόρια. Η κυρία Αγλαΐα της έριξε αυστηρή ματιά και γύρισε στον κύριο νομάρχη: - Σωστούς τρεις μήνες, τους σημείωσα --- ε, Μαρίκα; Μα η Μαρίκα δεν ήθελε ν’ αφήσει το Στέφανο να της ρίξει στους ώμους τη ζακετίτσα της, και η κυρία Αγλαΐα είπε αυστηρά: - Ναι, φόρεσέ τη. - Φορέστε τη, φορέστε τη, είπε και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα έφερε το χέρι πάλι πίσω στα μαλλιά. Έπειτα ξαναγύρισε: - Τον κύριο νομάρχη! Ο κύριος νομάρχης της πρόσφερε το γλύκισμα και άρχισαν να μιλάνε για τη νομαρχία, όπως πάντοτε όταν βλέπονταν. -Ναι, ναι, έλεγε η κυρία Αγλαΐα. - Ναι, ναι· όπως μια φορά. Μια φορά που ο κύριος νομάρχης ήταν γραμματεύς και η κυρία Αγλαΐα κυρία νομάρχου. Τους έκοψε η Ευανθία που ξαναθυμήθηκε τα ιγγλέζικα. - Στάθηκαν έξω, είπε του Στέφανου. Η κυρία Αγλαΐα την ξανακοίταξε αυστηρά· μα ο κύριος νομάρχης γύρισε έξαφνα: - Ναι, έχομε και τα ιγγλέζικα, είπε· τα είδατε; Και στρέφοντας στο Στέφανο άρχισε να μιλεί για τις τιμές που υψώθηκαν. - Ναι, απότομα, είπε ο Στέφανος. - Ευχάριστο, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, ευχάριστο. Το βίντσι των βαποριών ακούστηκε πάλι που έτριζε. - Φορτώνουν, είπε ο κύριος νομάρχης. - Στάθηκαν έξω, ξαναείπε η Ευανθία. Εννοούσε έξω από το βραχίονα του λιμανιού. - Ναι, πολύ έξω, είπε ο κύριος νομάρχης, και η ομιλία ήρθε στο λιμάνι που ακόμα έμενε ατελείωτο. - Μου φαίνεται άλλαξε το σχέδιο, είπε ο Στέφανος. Ο κύριος νομάρχης χαμογέλασε: - Μόνο το σχέδιο! Και κουνώντας το κεφάλι στην κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Τα ξέρετε… Μα εκεί που ο λόγος ξαναγύρισε στη νομαρχία, ο κύριος νομάρχης σηκώθηκε έξαφνα. Από τη γωνία του καφενείου παρουσιάστηκε η Φιφίκα Πρίφτη κρατώντας μπράτσο την κυρία Κατίγκω. Μόλις τους είδαν, η κυρία Κατίγκω έκαμε κίνημα. Μα ήταν αργά· ορθός εμπρός τους ο κύριος νομάρχης τους άπλωνε το χέρι και πρόσφερε καθίσματα. Η κυρία Κατίγκω πήγε ευθύς στην Ευανθία: - Χρυσή μου! Και τη φίλησε. Η Μαρίκα καθισμένη κοντά στο Στέφανο κοίταζε σιωπηλή προς το λιμάνι, που οι μακρουλοί μεγάλοι όγκοι των δυο ιγγλέζικων του έφραζαν το άνοιγμα και θάμπωναν εκεί μπροστά τους το φωτεινό χρώμα της θάλασσας. Η κυρία Κατίγκω χαιρέτησε και τη Μαρίκα. Έπειτα ήρθε πάλι στην Ευανθία και της είπε μελαγχολικά: - Τι κρίμα που δεν ήσουνα στην πρόβα! Κάθισε κοντά της και μίλησαν για το φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. Ο κύριος νομάρχης είχε γυρίσει στη Φιφίκα: - Λοιπόν αύριο; - Το μάθατε; - Τι ευτυχία! Η Φιφίκα γέλασε: - Που φεύγω; - Που σας βλέπομε πριν φύγετε. Και ο κύριος νομάρχης ακουμπώντας τις παλάμες διπλωμένες στην αργυρή λαβή του μπαστουνιού του την κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα κατέβασε τα φρύδια, όπως συνήθιζε όταν τη δυσαρεστούσε κάτι. Η Ευανθία έδειξε απέναντι μια τουαλέτα με πλατιά φουσκωτή φούστα: - Για δέτε κει! να τρία βολάν. Γύρισαν και κοίταξαν· η κυρία Αγλαΐα μισοκλείνοντας τα μάτια. Μα έξαφνα γύρισε η κυρία Αγλαΐα: - Τι αηδία, ε, Μαρίκα; Η Μαρίκα δεν απάντησε· καθώς έστρεψε, είδε μόνο πως η Ευανθία κοίταζε το Στέφανο. - Τι αηδία, ε; είπε ξανά η κυρία Αγλαΐα, και η Φιφίκα το ένιωσε και κοκκίνισε. Μα ο Στέφανος γύρισε αμέσως και τη ρώτησε: - Πηγαίνετε στην Ιταλία; - Ναι, στη Γένοβα, απάντησε σα συγχυσμένη· μα έπειτα: Ο θείος επέμενε να πάμε να μας δη, τόνισε σαν επίτηδες. Ο θείος ήταν πλούσιος έμπορος στη Γένοβα, γνωστός στην πόλη· και ο κύριος νομάρχης τόνισε κι αυτός: - Καθήκον. - Τι λαμπρός άνθρωπος! είπε έπειτα· και πατριώτης! Και στρέφοντας προς την Αγλαΐα πρόσθεσε: - Το γνωρίζω από τη νομαρχία. Τα φρύδια της κυρίας Αγλαΐας ξαναχαμήλωσαν. Μα η Ευανθία έσκυψε έξαφνα και κάτι είπε της Φιφίκας, και η Φιφίκα γέλασε. Ο κύριος νομάρχης, καθώς έστρεψε σ’ αυτή, έμεινε παίζοντας την αργυρή λαβή του μπαστουνιού του ανάμεσα στα δάχτυλα. Όταν ξαναέστρεψε είδε την κυρία Αγλαΐα που τον κοίταζε. - Ανεψιά σας είπατε; έσκυψε και της ψιθύρισε. - Ναι, από τον άντρα μου, απάντησε η κυρία Αγλαΐα, όταν εννόησε πως ρωτούσε για την Ευανθία. - Αχά! είναι --- θυμούμαι τη μητέρα της. Η Φιφίκα αντίκρυ ξαναγέλασε, και ο κύριος νομάρχης έμεινε μια στιγμή. - Από τη νομαρχία, του ξέφυγε έπειτα, μα αμέσως το ένιωσε και είπε γοργά: - Ναι, ναι, που είχε τον τελώνη. - Τον ελεγκτή, κύριε νομάρχα!... Ο κύριος νομάρχης τινάχτηκε σα να συνήρθε ξαφνικά κ’ ένιωσε πως κοκκίνισε. - Δε φαντάζεσαι τι ωραία που χτενίζει, έλεγε της Ευανθίας η Φιφίκα· ούτε αισθάνεσαι το χτένι. - Και λούζει ωραία, λένε, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ω, έκτακτα· με νέα μέθοδο. Και ιδίως το στέγνωμα· η τέχνη της είναι το στέγνωμα· με τον ατμό. Η Ευανθία κοίταζε τη Φιφίκα. Και η Μαρίκα που καθόταν άφωνη σα μόνη της, έριξε βλέμμα στα μαλλιά της Ευανθίας απέναντι. Η Ευανθία κοκκίνισε που το είδε· κοκκίνισε και χαμήλωσε τα μάτια. Της φάνηκε πως ήθελε να της θυμίσει πως χτες αυτή την έλουσε η γιαγιά. Μα η Φιφίκα που την κρατούσε από το χέρι, της είπε ξαφνικά: - Τι ωραία που είναι, Ευανθία, τα μαλλιά σου! - Ωραία, ναι, είπε και η κυρία Κατίγκω. Και η Ευανθία που ξανασήκωσε τα μάτια είδε πως όλοι, και ο Στέφανος μαζί, κοιτάζαν τα μαλλιά της. Μόνη η Μαρίκα είχε γυρίσει το βλέμμα αλλού. Η κυρία Αγλαΐα μιλούσε πάλι με τον κύριο νομάρχη. - Ναι, ναι, όπως τότε. - Ναι, ναι, όπως μια φορά. Μα η Ευανθία ξαναψιθύρισε με τη Φιφίκα, και ο κύριος νομάρχης σα να ξεχάστηκε ξανά. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με την παλάμη πίσω στα μαλλιά της· η Φιφίκα την κοίταζε από αντικρύ. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε και εκείνη· την κοίταξε άφωνη. Έπειτα της χαμογέλασε μονάχα. Μα μισοκλείνοντας τα βλέφαρα της είπε αμέσως: - Λυπήθηκα που δε σας είδα το πρωί. - Αλλά ντυνόμουνα να βγούμε, πρόσθεσε με τα φρύδια πάλι ορθά. Η Ευανθία κοιτάχτηκε με την κυρία Κατίγκω· η Φιφίκα όμως απάντησε ήσυχα: - Μα εγώ ήρθα μόνο για την Ευανθία. Το είπε κ’ έμεινε ακίνητη. Η κυρία Αγλαΐα είδε πως έμεινε ακίνητη και η αργυρή λαβή του μπαστουνιού στα χέρια του κυρίου νομάρχη. Ο Στέφανος έριξε ένα βλέμμα στη Μαρίκα· η Μαρίκα κοίταζε τη θάλασσα. Μα έπειτα όταν γύριζαν στο σπίτι, η Μαρίκα πλησίασε μια στιγμή το Στέφανο, που τις συνόδευε ως την πόρτα. Ήταν παράξενα χλωμή και του έπιασε το χέρι νευρικά. -Ξέρεις Στέφανε, του είπε, ξέρεις τι σκέφτηκα έξαφνα; - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Θα ήταν καλύτερα να έπαιρνες την … Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταξε σαν ξαφνισμένα· - Την Πρίφτη, είπε η Μαρίκα. Και τον άφησε να την κοιτάζει εκεί και χάθηκε στην πόρτα. [Επεξεργασία] VIII - Την Πρίφτη! Ο Στέφανος πήγαινε σκυφτός στο σπίτι· δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί. Και μια στιγμή που του φάνηκε έξαφνα πως κάτι έλαμψε μπροστά του, δεν ήταν τα μαλλιά της Πρίφτη. Σήκωσε ευθύς τα μάτια απάνω, σα να ήθελε να μην το δει. Και είδε τη θάλασσα. Του φάνηκε πως έλαμπε όλη. Και όταν έπειτα ανέβηκε στο σπίτι, ήρθε γελαστή κοντά του η κυρία Κατίγκω και τον κοίταξε και του είπε: - Τι όμορφη που ήταν σήμερα η Ευανθία. Και πήρε και γέμιζε δυο βάζα με άνθη. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε με τι άνθη, είδε μόνο πως έφεγγαν στα βάζα τ’ άνθη. Μα έξαφνα ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω· και ρώτησε: - Μα η Μαρίκα τι είχε; Ο Στέφανος έκαμε ν’ απαντήσει: τι; Μα δεν απάντησε· είπε μόνο: - Τι κωμικός που ήταν ο νομάρχης. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε, πρόσθεσε ο Στέφανος. - Κι αυτή. Η κυρία Κατίγκω εννόησε πια, όμως δε θύμωσε· είπε μόνο μελαγχολικά: - Μου κακοφαίνεται που φεύγει. Και αφού ξεχάστηκε για μια στιγμή, ψιθύρισε: - Θα πάρω εδώ την Ευανθία για λίγες μέρες. Ο Στέφανος έκανε να την κοιτάξει, και η κυρία Κατίγκω ξαναείπε: - Η γιαγιά θα μου τη δώσει. Και σώπασαν. Είχαν σταθεί εμπρός στο παράθυρο κ’ έβλεπαν τη θάλασσα. Ένα αεράκι τη σγούρανε ωχροπράσινη, ισκιωμένη μεριές μεριές από αραιά πλοκαμωτά, αλλού σταχτιά αλλού άσπρα σύννεφα με κίτρινες αντιφεγγιές εδώ και κει. Το μάκρος χανότανε σκουρότερο, πια σταχτερό. Από το λιμάνι ακούονταν τριχτός ο βρόντος που έκανε το βίντσι των ιγγλέζικων. - Φορτώνουν, είπε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Και του Στέφανου του φάνηκε πως άκουσε σα μακρινό αντίλαλο: - Φορτώνουν· άκου, Μαρίκα, πώς φορτώνουν. Και γύρισε. Εκεί η κυρία Κατίγκω πρόσθεσε: - Θα πάμε με την Ευανθία να τα δούμε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος. Όταν ξαναέστρεψε έπειτα, η κυρία Κατίγκω έβλεπε τη θάλασσα. Μα ύστερα από λίγο πάλι ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Δε μου είπες τι είχε σήμερα η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε ξανά. Κοίταξε μπρος του με μάτια σα μισόκλειστα για μια στιγμή. Έπειτα ψιθύρισε: - Η Μαρίκα; - Τίποτε δεν είχε, είπε δυνατότερα και ξανακοίταξε μπροστά του: η θάλασσα σα ν’ ανατρίχιασε όλη μια στιγμή, βάφηκε χαλκοπράσινη ελαφρά. Με έπειτα ξαναησύχασε και απέμεινε απλωμένη με μουντά στίγματα, σαν ξέθωρος παλιός καθρέφτης σκουριασμένος. Τα σκόρπια σύννεφα στον ουρανό είχαν σκουράνει. Ο Στέφανος έμεινε κει σκυφτός. [Επεξεργασία] ΙΧ Τα σύννεφα είχαν μαυρίσει και σκέπαζαν όλον τον ουρανό όταν μετά το μεσημέρι ο Στέφανος ανέβαινε τη σκάλα της Μαρίκας. Η Μαρίκα τον περίμενε στην πόρτα. Ήταν χλωμή, μα γέλασε όταν τον είδε. Του έπιασε το χέρι και βλέποντάς τον στο πρόσωπο: - Στέφανε, του είπε σιγά, αν μπορείς λησμόνησε ό, τι σου είπα. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε στα μάτια. - Ναι, Μαρίκα. - Λησμόνησέ το και συγχώρεσέ με· μα με πειράζει, με κάνει νευρική. Ο Στέφανος περίμενε· και η Μαρίκα ξαναψιθύρισε: - Με κάνει τόσο νευρική η Φιφίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε πάλι στα μάτια. Την κοίταξε σα να ήθελε να δει σ’ αυτά αν είχε πει το αληθινό όνομα. Μα η Μαρίκα σα να ένιωσε κάτι και φοβήθηκε, του έπιασε και το άλλο χέρι, τον έσυρε κοντά της κ’ έσκυψε στο στήθος του το πρόσωπο. Έμεινε έτσι μια στιγμή, έπειτα ορθώθηκε ξανά και πιάνοντάς τον από τη μέση τον έφερε μπρος στο παράθυρο. Και δείχνοντας τη θολωμένη μέρα έξω είπε: - Πώς μου αρέσει, δεν ξέρεις πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε. Στάθηκε ακουμπισμένη πάλι απάνω του. Ήταν εμπρός στο ανοιχτό παράθυρο, και τα ξερά χαλκά φύλλα της λεύκας κρέμονταν σαν πνιγμένα στο μολυβή αέρα του σκοτισμένου δειλινού που σύγχυζε σε άχνα αόριστη τον κάμπο πέρα κ’ έβαφε με χρώμα θαμπού μουντού ατσαλιού τον όγκο του απέναντι βουνού. - Πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. Δεν έπνεε πνοή, και ο λόγος φάνηκε στο Στέφανο σαν ψιθύρισμα της ίδιας θολωμένης ώρας. Δε μίλησε από φόβο μην ταράξει τη σιγή της. Έσκυψε μόνο στη Μαρίκα και της φίλησε το μέτωπο. Κ’ έμειναν και οι δυο άφωνοι κοιτάζοντας στο μάκρος. Έπειτα η Μαρίκα βάζοντας το χέρι γύρω στο λαιμό του: - Στην ησυχία αυτή, είπε σιγά. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα αλλάζοντας τόνο μεμιάς και φέρνοντας το πρόσωπο σιμώτερα προς το δικό του: - Δεν ξέρω, Στέφανε, γιατί, μα με πειράζει το πολύ το φως κοντά σου, είπε και τον κοίταξε κατάματα. Την κοίταξε και ο Στέφανος: το βλέμμα της είχε σαν κάποια ανησυχία, σαν κάποιο τρόμο, όπως και η φωνή της. Έμειναν έτσι μερικές στιγμές. Ο Στέφανος δεν έβρισκε τι να μιλήσει. Μα όταν έκαμε κάτι να πει… - Ω σώπα· κοίταζέ με μόνο, τον σταμάτησε η Μαρίκα, κ’ έμειναν πάλι άφωνοι βλέποντας έξω. Αλλά μια ξαφνική πνοή τους έκαμε να τιναχτούν. Ήρθε μεμιάς και κούνησε τη λεύκα σα χέρι αόρατο, χωρίς να της ταράξει τα κλαδιά. Μόνο τα φύλλα έτριξαν στα κλαδιά με ήχο ξερό σαν ξέσκισμα. Έπειτα πέρασε η πνοή και ξαναχύθηκε βουβή σιγή, που άφηνε ν’ ακούεται το πέσιμο των φύλλων κάτω. Η Μαρίκα κοίταξε άφωνη το Στέφανο. Έπειτα έσκυψε στο παράθυρο: τα ξερά φύλλα είχαν γεμίσει την αυλή. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε. Καθώς κοιτάζαν στο παράθυρο, άκουσαν πίσω τους φωνή. Γύρισαν και είδαν, ορθό, ακίνητο μπροστά τους τον παππού. Κοιταχτήκαν πάλι αμίλητοι και οι δυο. - Θα βρέξει, ψιθύρισε ο παππούς και κοίταζε έξω το βαρύ αέρα. - Ναι, παππού, θα βρέξει, είπε και η Μαρίκα σαν αυτόματα. Ο παππούς γύρισε και την κοίταξε με μια μακριά θαμπή ματιά. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί ξανανατρίχιασε. ΄Επειτα γύρισε άφωνος ο παππούς και σύρθηκε αργά και τρικλιστά κατά την πόρτα. Η ράχη της σταχτιάς τριμμένης ρόμπας του σταμάτησε έξω από την πόρτα μια στιγμή. Έπειτα χάθηκε. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Τον παππού, τον άμοιρο παππού, ψιθύρισε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε έξαφνα φωνή, και σε λίγο είδαν την υπηρέτρια που έτρεχε. Και από πίσω, ενώ η γιαγιά έσερνε από το χέρι τον παππού, ο παππούς μουρμούριζε: - Τα σπίρτα --- μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κάθισε άφωνη στον καναπέ. Έπειτα είπε ξαφνικά: - Τι φόβο είχα μην μπει μεμιάς η Ευανθία. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε. - Δε θέλω να βλέπει κανένας τον παππού τέτοιες στιγμές. Κ’ έπειτα από λίγο πάλι: - Ξέρεις γιατί; Γιατί μου φαίνεται πως ο παππούς είναι εντελώς δικός μου. Κι αυτός δεν ξέρεις πόσο μ’ αγαπά. Και τι καλά μιλεί μαζί μου. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε ολοένα. - Τι νομίζεις μου έταξε προχτές; είπε σιγώτερα η Μαρίκα. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα μια στιγμή ως να δίστασε. - Στο γάμο μας δε θα έμπει με τη ρόμπα, είπε έπειτα· και στη ματιά της έπαιξε μια λάμψη. Ο Στέφανος τη χάιδεψε ελαφρά στο πρόσωπο μ’ ένα χαμόγελο, και η Μαρίκα αφού τον κοίταξε μια στιγμή εξακολούθησε με τη φωνή ζωηρότερη: - Και ξέρεις τι; Χτες ήρθε κα με πήρε σιγαλά στην κάμαρά του και τι λες μου έδειξε; Τη ρεδιγκότα του. Την είχε βγάλει από το ντουλάπι και την ξεσκόνισε μονάχος. Δεν είπε λέξη, αλλά κατάλαβα. Σταμάτησε, μα έπειτα πάλι μεμιάς: - Αχ, Στέφανε, δεν ξέρεις πώς θα χαιρόμουν αν ερχόταν ο παππούς στο γάμο μας. _ Και γω, είπε ο Στέφανος σιγά, και η Μαρίκα κοιτάζοντάς τον τώρα κατάματα: - Και θα χαιρόμουν πιο πολύ αν ήταν εκεί μόνος ο παππούς, μόνο η γιαγιά, η μαμά, οι δικοί σου βέβαια, και κανένας άλλος. Και σα να τη σταμάτησε η ματιά του Στέφανου· κανένας ξένος, είπε σιγαλότερα. Και ο Στέφανος χωρίς να πάρει κι αυτός το βλέμμα από το δικό της πρόσωπο: - Ούτε ο κύριος νομάρχης; ρώτησε. Η Μαρίκα δεν το περίμενε κ’ έμεινε μια στιγμή άφωνη. - Γελάς! ψιθύρισε έπειτα, ενώ στην πόρτα έμπαινε η Ευανθία. Μπήκε με παράπονο για τον καιρό που χάλασε. - Και είπαμε με τη θεία Κατίγκω να πάμε στα ιγγλέζικα, είπε με απογοητευμένο πρόσωπο. Και βλέποντας προς το παράθυρο: - Το πρωί ποιος το περίμενε πώς θα σκοτείνιαζε έτσι. Μα εμείς με τη γιαγιά θα πάμε ωστόσο. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα που είχε πιάσει. - Πού; ρώτησε. - Στη θεία Κατίγκω. Δε μίλησε κανένας μια στιγμή. Έπειτα η Ευανθία πηγαίνοντας προς τη Μαρίκα: - Δεν είναι καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; ρώτησε. Τα είχε χτενίσει αφέλειες. Και ρίχνοντας το βλέμμα αντίκρυ στον καθρέφτη γέλασε πάλι η όψη της. - Δε μου παν καλύτερα έτσι; ξαναγύρισε προς τη Μαρίκα. Η Μαρίκα δίχως να προσέξει όσο ήθελε η Ευανθία: - Καλύτερα, είπε μόνο και ξαναέσκυψε πάλι στο κέντημα. Και η Ευανθία γυρίζοντας τότε στο Στέφανο: - Αλήθεια, είναι καλύτερα έτσι; ρώτησε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε να δώσει απάντηση. Η Μαρίκα είχε στυλώσει μεμιάς κι αυτή τα μάτια απάνω του. Έμειναν έτσι αμίλητοι λίγες στιγμές και οι τρεις. Και η κυρία Αγλαΐα που μπήκε μέσα ύστερα από λίγο, είχε το ίδιο αίσθημα που είχε και το πρωί, το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσά τους. [Επεξεργασία] Χ Ο Στέφανος βρήκε την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. Καθόταν στο παράθυρο κοντά και διάβαζε. Άμα τον είδε σήκωσε τα μάτια, και ο Στέφανος κάθισε αντίκρυ της. Πρώτα μίλησαν για τον καιρό. - Τι πλήξη, είπε η Ευανθία και άφησε να πέσει το βιβλίο από το χέρι της. - Φθινόπωρο, είπε ο Στέφανος. Έβρεχε και η βροχή κρεμότανε σαν πυκνό δίχτυ έξω από τα τζάμια κ’ έκρυβε κάθε θέα· πλυμένα από τη βροχή κοκκίνιζαν μόνο θαμπά τα φύλλα που έμεναν ακόμα στα κλαδιά της λεύκας. Λίγες στιγμές δε μίλησε κανείς. Η Ευανθία έσυρε το δάχτυλο στο τζάμι, σα να ήθελε να γγίσει τις στάλες της βροχής που νότιζαν το τζάμι απέξω. Έπειτα γύρισε έξαφνα: - Μας περίμενε χθες το απόγευμα η θεία Κατίγκω; - Νομίζω, είπε ο Στέφανος. - Πώς δε μου το είπες τότε; - Πού το ήξερα! Η Ευανθία τον κοίταξε στα μάτια, σα να μην πίστεψε. Ο Στέφανος σηκώθηκε κ’ έκαμε βήματα προς το άλλο παράθυρο. - Αλήθεια πλήξη, ψιθύρισε ρίχνοντας βλέμμα έξω, σα να ήθελε να κόψει εκεί την ομιλία. Το πρωί που έφευγε από το σπίτι τον σταμάτησε η μητέρα του στην πόρτα. - Στέφανε, του είπε, πώς ήθελα να ερχόταν η Ευανθία εδώ για λίγες μέρες. Δεν της το λες; - Εγώ; είπε ο Στέφανος κάπως απότομα, χωρίς να θέλει. - Θα πήγαινα μονάχη, μα το ξέρεις: δεν ήθελα να ξαναπαντηθώ… - Αλλά, μητέρα, έκοψε την κυρία Κατίγκω ο Στέφανος, δεν τ’ αφήνετε όλα αυτά επιτέλους! Η κυρία Κατίγκω κάτι θέλησε να πει, μα ο Στέφανος δεν την άφησε. - Για χάρη μου, είπε· το ξέρεις, δεν είναι κακή, μονάχα νευρική. Η κυρία Κατίγκω δεν ξαναμίλησε. Και τώρα ο Στέφανος καθώς πλησίασε πάλι την Ευανθία: - Ναι, ναι, του ήρθε μεμιάς να πει, μα η Ευανθία τον πρόλαβε. - Για πε μου αλήθεια, του είπε σιγαλά, γιατί δε μου είπες χτες αν σου αρέσουν καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; Το είπε τόσο ξαφνικά, που ο Στέφανος δε μπόρεσε πάλι να μιλήσει. Την κοίταξε μονάχα --- κοιτάχτηκαν και οι δυο για μια στιγμή. Και σα να ξαφνίστηκαν και οι δυο που άνοιξε η πόρτα. Μπήκε η γιαγιά και πήγε ίσα στο Στέφανο. - Η Μαρίκα έβηξε τη νύχτα, του είπε σιγά και ανήσυχα. - Πολύ; ρώτησε ο Στέφανος. Η γιαγιά τον κοίταξε. - Είναι η υγρασία, ξαναείπε ο Στέφανος. - Σηκώθηκε; ρώτησε ύστερα πιο δυνατά. - Θα σηκωθεί· δεν μπόρεσα να την κρατήσω, απάντησε η γιαγιά. - Δεν προσέχει, δεν προσέχει, ξαναψιθύρισε κοιτάζοντας ανήσυχα πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος έμεινε σκυφτός. Χτες βράδυ που έφευγε, η Μαρίκα κατέβηκε μαζί του κάτω. Τον κράτησε μπροστά στην πόρτα, ακούμπησε στον ώμο του και του είπε: - Δε μ’ αγαπάς, δε μ’ αγαπάς σαν πρώτα, Στέφανε. Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Έπειτα, σα να ξέχασε τι είπε, κρεμάστηκε στο μπράτσο του και τον έσυρε έξω: - Έλα να περπατήσομε λίγο στον κήπο. Και τον έσυρε ως τον κήπο. Η νύχτα ήταν σιωπηλή και σκοτεινή· δεν έφεγγε πουθενά φως. Έκαναν λίγα βήματα σιωπηλοί και οι δυο. Όπως πατούσαν, κάτι έτριξε κάτω μια στιγμή ξερά, και η Μαρίκα ψιθύρισε: - Είναι τα φύλλα… - Τα φύλλα που ακούσαμε που έπεσαν, είπε σιγώτερα και σώπασε --- σωπάσανε πάλι και οι δυο. Έπειτα η Μαρίκα έγινε μεμιάς φαιδρή. Του είπε κατιτί και γέλασε. Έπειτα θυμήθηκε τη ρεδιγκότα που της έδειξε ο παππούς. - Φαντάσου, Στέφανε, του είπε και τον κοίταζε, σα να ήθελε να δει τα μάτια του στο σκότος. Ξαναέφεραν στον κήπο δυο-τρεις γύρους, όσο που ένιωσαν πως άρχισε να ψιχαλίζει. Όταν την άφησε στην είσοδο, είδε πως ήτανε χλωμή και πως κατέβηκε χωρίς επανωφόρι. - Ναι, δεν προσέχει. Γύρισε από το παράθυρο, όπου είχε σταθεί και κοίταζε έξω τη βροχή. Η γιαγιά τον έβλεπε άφωνη, η Ευανθία είχε πάρει πάλι το βιβλίο. - Αχ ναι, αχ ναι, ανέκραξε η γιαγιά κ’ έμεινε σιωπηλή ξανά. Ο Στέφανος άναψε τσιγάρο και ξαναγύρισε προς το παράθυρο. Η βροχή θόλωνε πάντα το τζάμι. Μια ξαφνική πνοή την έφερε για μια στιγμή λοξά και χτύπησε στο τζάμι, σα να έσπασαν απάνω του σε θρύμματα πλήθος ψιλά ατσαλένια σύρματα. Η Ευανθία τινάχτηκε. - Καιρός! ψιθύρισε και κοίταξε έξω. Ποιος ξέρει, να έφυγε τάχα η Φιφίκα; - Ποιός; ρώτησε η γιαγιά. - Η Φιφίκα Πρίφτη. - Να πάει πού; - Ταξίδι, απάντησε η Ευανθία. Κ’ έπειτα στρέφοντας στο Στέφανο: - Ξέρεις, Στέφανε, είπε, έχω μια ιδέα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Η Φιφίκα δε θα πάει στην Ιταλία. - Αλλά; - Αλλού --- πάει ν’ αρραβωνιαστούνε με το λοχαγό. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Θα δεις --- η μητέρα της δε θέλει, και πάει με τον πατέρα της ν’ αρραβωνιάσουν μυστικά· γι’ αυτό έφυγε κι ο λοχαγός. - Ποιος; ρώτησε η γιαγιά τεντώνοντας το αφτί. - Κανένας, είπε η Ευανθία και ξαναπήρε το βιβλίο ενώ ο Στέφανος την κοίταζε περίεργα. Η γιαγιά έφυγε και ο Στέφανος κάθισε και κάπνιζε κ’ εξακολουθούσε να την κοιτάζει. Η βροχή χτύπησε πάλι στο παράθυρο, και μαζί της σύρθηκαν στο τζάμι και τα ξερά κλαδιά της λεύκας. Ο Στέφανος τα είδε που σείστηκαν, και του φάνηκαν σα δάχτυλα, σαν αχαμνά γνώριμα δάχτυλα που έκρουσαν το τζάμι. Είχε μελαγχολήσει, και ο αέρας εκεί μέσα του ήταν σα να τον έπνιγε. - Πλήξη, έκαμε να ψιθυρίσει για να τινάξει τη θλιβερή διάθεση, μα επάνω εκεί η Ευανθία του είπε ξαφνικά: - Μα μην το πεις της θείας Κατίγκως. Και τον κοίταζε. - Τι να μην πω; ρώτησε ο Στέφανος. - Αυτά για τη Φιφίκα. Ο Στέφανος σα να είχε λησμονήσει. - Τι; ψιθύρισε· μα έπειτα: Α ναι, είπε έξαφνα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τη. - Θα μου θυμώσει, και δε θέλω να μου θυμώσει η θεία Κατίγκω, είπε η Ευανθία και τον πλησίασε· του έπιασε τον ώμο και είπε σιγώτερα: - Μην της το πεις. Ο Στέφανος της γέλασε. Και η Ευανθία έξαφνα: - Δε με περίμενε χτες βράδυ η θεία Κατίγκω; ρώτησε και τον κοίταζε. - Ναι, σε περίμενε, είπε ο Στέφανος χωρίς να το νοήσει. Η Ευανθία μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα ξαφνικά πάλι: - Τι κρίμα να μην πάμε στα ιγγλέζικα· ήθελα να τα δω πριν φύγουν. - Θ’ αργήσουνε να φύγουν, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοιτάζοντάς τον πάντα: - Αλλά θα φύγω εγώ. -Αστεία. Ο Στέφανος σώπασε μια στιγμή. Έπειτα, σα μηχανικά, ρώτησε¨ - Πότε; - Γρήγορα, απάντησε η Ευανθία. Ο Στέφανος δε μίλησε. Άκουσαν πάλι τη βροχή που ξαναχτύπησε στο τζάμι κ’ έμειναν όρθιοι εκεί κοντά κοντά και κοιταζόνταν. [Επεξεργασία] ΧΙ Το δειλινό άμα ξαναήρθε ο Στέφανος, η Ευανθία ήταν στο πιάνο. - Δεν μπόρεσα να την κρατήσω· σηκώθηκε και ντύνεται, του είπε η γιαγιά που τον απάντησε έξω στο διάδρομο. Ο Στέφανος μπήκε σιγά στην κάμαρα και κάθισε κοντά στην πόρτα. Η Ευανθία δεν τον ένιωσε κ’ εξακολούθησε να παίζει. Είχε τελειώσει μια μαζούρκα και δοκίμαζε να παίξει άλλο χορό, μα ο ρυθμός της ξέφευγε. Ξαναδοκίμασε, δεν μπόρεσε. Έπειτα σταμάτησε. Σταμάτησε και γύρισε τα φύλλα. Έπειτα τ’ άφησε κι αυτά και γύρισε προς το παράθυρο. Έξω δεν έβρεχε, μα ο ουρανός ήταν βαρύς και σταχτερός, και η κορυφή του αντικρινού βουνού μέσα στα σωριασμένα σύννεφα φαινόταν σαν κρατήρας που σκόρπιζε καπνό. Έπειτα ο αέρας ανέμιζε τα σύννεφα και κείνα έπαιρναν σχήματα παράξενα· φούντωναν σε δάσος με στριμωχτά πυκνά τεράστια δέντρα, γίνονταν μολυβόμαυρα ψηλά βουνά, πελώριοι όγκοι πάγων μουντόλευκων που έπλεαν σε σταχτερή, μελανή θάλασσα κ’ έσπαζαν απάνω στα βουνά κ’ έσμιγαν με τη θάλασσα και γίνονταν και κείνα θάλασσα κ’ έπειτα υψώνονταν και πάλι σε βουνά κάτασπρα σα χιονοσκέπαστα όσο πού πάλι ξανάπλωναν σε θάλασσα --- μια θάλασσα τώρα λευκή σαν παγωμένη. Μπροστά σ’ αυτό το αέρινο παιχνίδι ο Στέφανος σα να ξεχάστηκε. Η Ευανθία ξανάρχισε να παίζει, μα αυτός δεν άκουε το σκοπό, κοίταζε μόνο τις εικόνες που προβάλλονταν εκεί στα σύννεφα που έφευγαν αργά στο διάστημα. Μια του φάνταζαν σα χώρες άγνωστες και μαγικές, και μια του θύμιζαν κόσμους που γνώρισε, τόπους που του φαινόταν πως τους είδε ή πως τους ονειρεύτηκε σ’ ένα μακρινό χειμερινό ταξίδι, που η θύμισή του το κρατούσε σαν όραμα φανταστικό ώσπου έσμιγαν σε μιάν απέραντη λευκή έκταση χωρίς ούτε ένα στίγμα μελανό· στεριές, νησιά, ουρανός και θάλασσα --- ένα ταξίδι ξεχασμένο που του έμενε πάντα σαν όνειρο χωρίς σωστή συναίσθηση αν το έκανε ποτέ ή μόνο το φαντάστηκε. Μα εκεί τινάχτηκε μεμιάς· ο ήχος που άφησε το πιάνο έξαφνα του ήρθε σα γνωστός. Του φάνηκε πως ξύπνησε με τα σωστά όταν γύρισε και είδε την Ευανθία που έπαιζε σκυφτή. Μα έπειτα από μια στιγμή ξαφνίστηκε πιο δυνατά. Ο παππούς ορθός στην πόρτα τραύλιζε με βραχνή τρεμουλιαστή φωνή το τραγούδι που έπαιζε η Ευανθία: προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Η Ευανθία πετάχτηκε. Βλέποντας πίσω της το Στέφανο κοκκίνισε όλη. Και η Μαρίκα, που φάνηκε την ώρα αυτή στην πόρτα, τους είδε να κοιτάζονται άφωνοι. - Έλα, παππού, έλα μέσα, θα τραγουδήσομε όλοι μαζί, είπε η Μαρίκα δίνοντας το χέρι της στο Στέφανο. Φαινότανε φαιδρή, μα ο Στέφανος είδε στα χείλη της τ’ άσπρα σημάδια των δοντιών που γνώριζε - Έλα, Ευανθία, ξαναπαίξε το, ξαναμίλησε η Μαρίκα με χαμόγελο και με ματιά που η Ευανθία την ένιωσε και χλώμιασε. ==Χλώμιασε και την κοίταξε κι αυτή, και μια στιγμή έμεινε ακίνητη. ΄Επειτα πήγε στο παράθυρο. Ο Στέφανος έμεινε κει που είχε σταθεί κοντά στην πόρτα. - Ελάτε τότε να σας το παίξω εγώ, είπε η Μαρίκα και κάθισε στο πιάνο. Το έπαιξε κ ‘ έπειτα γύρισε και κοίταξε. - Δεν το τραγούδησες παππού· δεν το έπαιξα καλά όπως η Ευανθία, ξαναείπε κ’ έριξε πάλι ματιά στην Ευανθία. Η Ευανθία έμενε ακόμα στο παράθυρο, ο Στέφανος ορθός στην ίδια θέση. Μόνο ο παππούς κινήθηκε να φύγει. Αλλά η Μαρίκα τον σταμάτησε: - Σκάσου παππού, και θα σου παίξω ένα άλλο. Άμα άρχισε να παίζει πάλι, ο Στέφανος έκαμε κίνημα. Η Μαρίκα έπαιζε το τραγούδι της κυρίας Κατίγκως: Λενίτσα Λενιώ, τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά· αχ, άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. ΄Επαιξε και τραγούδησε τις δυο στροφές γοργά, δίχως να τις χωρίσει. Μα έπειτα σταμάτησε· και με φωνή αργότερη, ψιθυριστή αλλά καθαρά ξανατραγούδησε: Αχ πού να θυμάσαι, Λενίτσα Λενιώ, εκεί που κοιμάσαι σε πεύκο σκιερό. Όταν σηκώθηκε, ο παππούς στεκόταν και την κοίταζε με μάτια ακίνητα. Η Ευανθία είχε γυρίσει στο παράθυρο και κοίταζε έξω. Μα ο Στέφανος πετάχτηκε στο διάδρομο, όπου η κυρία Κατίγκω είχε πέσει στα χέρια της γιαγιάς πνιγμένη σε λυγμούς. Την άκουσαν και μαζευτήκαν όλοι γύρω της. Ο Στέφανος τη σήκωσε. Από μέσα έτρεξε γοργά και η κυρία Αγλαΐα. Άμα είδε την κυρία Κατίγκω, σταμάτησε έξαφνα κοιτάζοντας το Στέφανο και τη Μαρίκα, σα να ρωτούσε να μάθει τι έγινε. Μα αμέσως πάλι προχώρησε και της έδωσε το χέρι. Στης γιαγιάς τα μάτια έφεγγε η χαρά ενώ περνούσαν όλοι στην τραπεζαρία. Μα σε λίγο βγήκε η γιαγιά ξανά έξω και στάθηκε κ’ έψαχνε γύρω με τα μάτια. Και ο παπαγάλος από το κλουβί του στο βάθος του διάδρομου σα να την ένιωσε, άρχισε να κράζει με τη βραχνή και σα σαρκαστική φωνή του: - Παππού, παππού. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία μαζί της. Το βράδυ πρόσεξε μόνη της το γλύκισμα --- φρυγανιές με μαρμελάδα, που ήξερε πως άρεσαν της Ευανθίας --- έβαλε μπρος στη θέση της ένα βάζο με φθινοπωρινά ρόδα λευκά και κίτρινα και κάθισε έπειτα κοντά της. Όλη την ώρα στο τραπέζι ήθελε να της χαμογελά, η ματιά της όμως ήταν μελαγχολική σα να έβλεπε όνειρο και η φωνή της φαινότανε συγκινημένη. Η Ευανθία της θύμισε το γκρι σεβιότ που είδαν σ’ ένα εμπορικό καθώς περνούσαν, έπειτα τους πλισέδες που στάθηκαν και κοίταζαν σε άλλη βιτρίνα: - Τι έμορφοι, θεία Κατίγκω! Ύστερα της μίλησε για τη Φιφίκα: - Η Φιφίκα, ναι· να δούμε, θα μας γράψει; ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. - Από την Ιταλία, είπε η Ευανθία και πρόσεξε στα μάτια την κυρία Κατίγκω. Μα η κυρία Κατίγκω δε μίλησε, και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος δε μίλησε. Δεν ήξερε γιατί ήταν σα στενοχωρημένος και χωρίς διάθεση, δεν ένιωθε γιατί γύριζε πάντα και ζητούσε ν’ ανοίξει με τον πατέρα του ομιλία. - Είδες, η Τράπεζα μας έκαμε έφεση, του είπε μια στιγμή. - Ναι, είδα, απάντησε ο κύριος Γιάγκος κ’ εξακολούθησε να τρώγει. Ο Στέφανος θυμήθηκε ύστερα άλλα δικόγραφα, και ο κύριος Γιάγκος ξαναπάντησε με μονοσύλλαβα. Άμα έφαγε και το γλυκό ο κύριος Γιάγκος διηγήθηκε πως κέρδισε στη λέσχη το νομάρχη. Και είπε κάποιο αστείο γι’ αυτόν. - Τι κωμικός που είναι, είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία γέλασε: - Νέος είναι, ρώτησε, ή βάφεται; - Αυτό είναι μυστικό της … νομαρχίας, είπε ο κύριος Γιάγκος και κοίταξε την Ευανθία. Η Ευανθία δεν εννόησε αμέσως· μα έπειτα: - Α, της νομαρχίας! είπε και ξαναγέλασε. Και η κυρία Κατίγκω ψιθύρισε: - Ξέρεις, Γιάγκο, σήμερα μιλήσαμε. - Όχι δα! - Με χαιρέτησε όταν πήγα για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω δεν είπε περισσότερα, και ο κύριος Γιάγκος σκουπίζοντας με την πετσέτα τα μουστάκια του την κοίταζε. Έπειτα έσπρωξε τα πιάτα από μπροστά του κ’ έκαμε θέση, σα να ετοιμάστηκε για να μιλήσει: - Λοιπόν. - Αυτά με το νομάρχη, είπε ύστερα και ακούμπησε τα χέρια στο τραπέζι. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία: - Πες μας λοιπόν τι άλλα; Πήγες στα ιγγλέζικα; Η Ευανθία σα να ξαφνίστηκε. - Όχι, είπε κ’ έριξε στην κυρία Κατίγκω μια ματιά. Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. -Όχι, ξαναείπε η Ευανθία· θα φύγουν; - Θα φύγουν, βέβαια θα φύγουν. Και στρέφοντας στο Στέφανο ο κύριος Γιάγκος: - Θυμήσου αύριο να γίνει η ανακοπή, του είπε. - Μα δε θα φόρτωναν ακόμα, ξαναγύρισε στην Ευανθία. ‘Η αποφόρτωσαν; ρώτησε πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε διόλου. Σκυμμένος κοίταζε τα κίτρινα και άσπρα ρόδα στο τραπέζι. Το φως της λάμπας έπεφτε απάνω τους και τα έκανε να φέγγουν ωχρότερα· σαν κέρινα. Μα ο ίσκιος τους απάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο ήταν κοκκινωπός. - Στέφανε, ξαναμίλησε ο κύριος Γιάγκος, και ο Στέφανος σηκώνοντας τα μάτια αντίκρυσε το πρόσωπο της Ευανθίας απάνω από τα ρόδα. Τον κοίταζε με βλέμμα που έλαμπε όλο φως. Ο κύριος Γιάγκος είχε καθίσει στο τραπεζάκι στη γωνία και ανακάτευε τα κόκαλα του ντόμινου. Είχαν συνήθεια να παίζουν κάθε βράδυ μια παρτίδα με το Στέφανο, και ο Στέφανος πήγε και κάθισε αντικρύ του σαν αυτόματα. Η Ευανθία ακούμπησε στον ώμο της κυρίας Κατίγκως κ’ έμεινε και κοίταζε σιωπηλή. Έπειτα ζήτησε ένα κέντημα και ξανακάθισε κοντά κοντά με την κυρία Κατίγκω και μιλούσανε ψιθυριστά. Όταν τέλειωσε το παιγνίδι, ο Στέφανος δεν έμεινε πολύ μαζί τους. Και όταν έφευγε και πήγαινε να κοιμηθεί και η Ευανθία, η κυρία Κατίγκω γύρισε στον άντρα της. - Είδες; του είπε. Ο κύριος Γιάγκος χασμουρήθηκε. - Θα με κέρδιζε αν λογάριαζε καλά. Αλλά δεν πρόσεχε. Η κυρία Κατίγκω μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα βλέποντας πάλι στην πόρτα απ’ όπου έφυγε η Ευανθία. - Να είχε μείνει εδώ από τότε! είπε μελαγχολικά. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε στα μάτια νυσταγμένος. - Όνειρα, όνειρα, ψιθύρισε όταν ένιωσε· και τράβηξε να πάει να κοιμηθεί. [Επεξεργασία] ΧΙΙΙ Ο Στέφανος δεν έπεσε να κοιμηθεί· βγήκε στο δρόμο. Έκαμε προς την προκυμαία που ήταν η λέσχη, όπου συνήθιζε και πήγαινε συχνά το βράδυ. Πριν φτάσει, σταμάτησε στα φωτισμένα παράθυρα του καφενείου απέναντι στη λέσχη. Έπαιζε μέσα μουσική και στάθηκε σα να ήθελε ν’ ακούσει. Έξαφνα άνοιξε η πόρτα και μαζί μ’ ένα σκοπό της «Κάρμεν» πετάχτηκε έξω ο κύριος νομάρχης και πίσω του ένας αξιωματικός. Ο κύριος νομάρχης στάθηκε, ο αξιωματικός πέρασε μπρός του ψιθυρίζοντας τραγουδιστά: Qu’ un oeil me regarde et que l’ amour m’ attend --- - Μπαίνετε μέσα; ρώτησε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, είπε ο Στέφανος, αλλά δεν μπήκε. Στάθηκε και τους κοίταζε να δει αν πήγαιναν στη λέσχη. Μα ενώ τους κοίταζε, γνώρισε στον αξιωματικό το λοχαγό της Πρίφτη. Σα να ξαφνίστηκε. Θυμήθηκε τι του είχε πει η Ευανθία κ’ έμεινε κοιτάζοντας. Μπροστά του, στον υγρό πισσοστρωμένο δρόμο έπαιζαν τα φώτα με κιτρινοκόκκινες αναλαμπές, πίσω του έσβηναν οι ήχοι του Τορεαδόρ: et que l’ amour m’ attend Tor·ador! Ο νομάρχης και ο λοχαγός ανέβηκαν στη λέσχη, ο Στέφανος προχώρησε στην προκυμαία. Θυμήθηκε πάλι τι του είχε πει η Ευανθία για το λοχαγό, μα όταν αισθάνθηκε τη θάλασσα κοντά του, το ξαναξέχασε. Η θάλασσα ήταν σκοτεινή μα ησυχασμένη, και ο ουρανός απάνω ξάστερος. Τ’ άστρα έριχναν από ψηλά υγρές ακτίνες, μα δεν έφταναν να φέξουν κάτω τα θαμπά νερά. Ο Στέφανος ένιωθε μόνο την υγρή πνοή τους, τη βαθειά πνοή του πόντου που απλωνόταν πέρα και ο ουρανός του τέντωνε από πάνω σκοτεινό μανδύα, σα να ήθελε να του φυλάξει τη σιωπή. Ο Στέφανος σα ν’ άκουε μέσα του όλη αυτή τη σιωπή του απέραντου μεγάλου πόντου. Του ήταν σα μια σιωπή που έτρεμε βαθιά της κάτι ανήσυχο και σάλευε κάτι κρυφό και σκοτεινό. Σταμάτησε - ήταν το ίδιο εκείνο κρυφό και σκοτεινό που τον είχε κυνηγήσει πάντα, τον ακολούθησε παντού, εδώ σα βραδινή ομίχλη σε ταξίδι, εκεί σα μελαγχολικό τραγούδι στην πρωινή χαρά. Σταμάτησε - σταμάτησε και κοίταζε στα θαμπά βάθη. Και θυμήθηκε το πουλί που δεν μπόρεσε ποτέ να πιάσει μια φορά και το πουλί που ήρθε και χτύπησε στο τζάμι το δειλινό που πέθανε η μικρή αδερφή. Κ’ έξαφνα πάλι θυμήθηκε το μακρινό ταξίδι του άλλοτε· ένα όνειρο· ένα όνειρο κι αυτό χαμένο: Η θάλασσα απλωνόταν σκοτεινοπράσινη έκταση κυματισμένη με μουντούς αφρούς, χαμένη πέρα σε μια ομίχλη σταχτερή. Πού πήγαινε δεν το ήξερε και τότε , ούτε τώρα το θυμάται. Θυμάται μόνο πως στο πλάι του γελούσε μια ιλαρή φωνή κ’ έφεγγαν γεμάτα φως δυο μάτια, που τ’ ακολούθησε σα χίμαιρα και σαν επαγγελία πέρα από τους πάγους. Μα οι παλιοί κύκλοι, οι κύκλοι της βροχής στη θάλασσα γέμισαν εκεί μεμιάς θαμπά τους πάγους, και το πουλί ήρθε και στάθηκε στο τζάμι. Και --- ο Στέφανος τινάχτηκε --- από πίσω έπαιζε κάποιος με τις κούκλες της αδερφής που πέθανε. Ο Στέφανος δε γύρισε. Κοίταζε τους κύκλους που γέμισαν πάλι μπροστά του τα θαμπά νερά. Για αν μη ζαλιστεί, σήκωσε τα μάτια απάνω· τ’ άστρα έτρεμαν ψηλά με φως υγρό. Άφησε πίσω του τη θάλασσα σκυφτός. Δεν ξέρει γιατί ξαναθυμήθηκε το λοχαγό. Τον είδε αλήθεια χτες το τραίνο η Ευανθία; -- Έπειτα θυμήθηκε πως πρέπει να κάμει την ανακοπή αύριο πρωί. Μα έπειτα βρέθηκε πάλι μακριά. Μια τρόικα τον έσερνε γοργά· ο πάγος έτριζε κάτω, και τα κουδούνια των αλόγων ηχούσαν εύθυμους χορούς στη σιωπηλή ερημιά. Γύρω τα κρύσταλλα κρεμόντανε σε μύρια σχήματα, σάλευαν κ’ έφευγαν θαμπές σκιές, θολές μορφές παράξενες, και απάνω τ’ άστρα έφεγγαν μέσα από μια κρυστάλλινη άχνα, κρυστάλλινα κι αυτά σαν παγωμένα. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως τ’ άστρα τον κοίταζαν από ψηλά σαν ξαφνισμένα και σαν ξένα, και σήκωσε πάλι τα μάτια. Μα τ’ άστρα του φάνηκαν τώρα και δω σαν ξένα. Και αντίκρυ τ’ ορθόβραχο βουνό που πρόβαλε από το άνοιγμα του δρόμου, του φάνταζε κι αυτό παράξενα. Έμοιαζε σα να χάθηκε στο βάθος του μισοσκότεινου ουρανού κ’ έγινε άυλο σύννεφο, αγανή διάφανη ομίχλη φωτεινή κρεμασμένη ανάερα κάτω από τ’ άστρα. Ο Στέφανος σα να λησμόνησε πού ήταν. Μόνο το λοχαγό της Πρίφτη δε λησμόνησε. Τι μόνο αυτός δεν του ήταν ξένος; Και γιατί ψιθύρισε έτσι το τραγούδι του, έτσι σα να του το σφύριξε στο πρόσωπο; Σταμάτησε κοιτάζοντας το φως του φαναριού που έπαιζε στο ρείθρο μπροστά στο πεζοδρόμιο. Έπαιζε πράσινο κοκκινωπά, έπειτα κίτρινο· έπειτα έμενε ακίνητο, ωχρό μες στο θολό νερό, ωχρό σα ρόδο κίτρινο. Εκεί άκουσε από πίσω μια φωνή. Τινάχτηκε. - Στέφανε, είχε ψιθυρίσει σιγαλά η φωνή, και ο Στέφανος γύρισε κείθε. Γνώρισε τη Μαρίκα που στεκόταν ορθή στη σιδερένια πόρτα. Πήγε κοντά, ίσια κοντά της· πήγε σα να μην είχε ξαφνιστή. - Σε περίμενα, του είπε η Μαρίκα, το ήξερα πως θα ’ρθεις. Τον έσυρε στην είσοδο και κείθε στην αυλή που έτρεχε η βρύση κάτω από τα πεύκα. Εκεί σταμάτησε. Η βρύση στάλαζε σιγά στην πέτρινη λεκάνη, και η Μαρίκα έσκυψε και τη σφάλισε. Έπειτα κάθισαν και οι δυο στο μακρύ κάθισμα που ήταν εκεί, και η Μαρίκα του έπιασε το χέρι. - Το ήξερα, ναι, και πώς σ’ ευχαριστώ, του είπε σιγά. Έφερε το πρόσωπό της τόσο κοντά εμπρός στο δικό του πρόσωπο, ώστε η πνοή της τον άγγιξε θερμή, σαν πύρινη. - Ναι, πώς σ’ ευχαριστώ, ξαναψιθύρισε και του έσφιξε το χέρι. Ο Στέφανος απόμεινε άφωνος, σα να μην ένιωθε. - Που ήρθες --- που ήξερες πως σε περίμενα. Ο Στέφανος έμεινε άφωνος πάλι μια στιγμή, μα αμέσως, σαν κάτι να του ανοίχτηκε μπροστά του ξαφνικά: - Ναι, ήξερα, είπε και του ήταν σα να ξύπνησε μεμιάς, και τώρα γνώριζε πού ήταν και τώρα έβλεπε μέσα του τι ήταν εκείνο που τον είχε σύρει εδώ. - Ναι, ήξερα … Και σα ν’ ανοίγονταν βαθιά του κάτι ολοένα φωτεινότερο: - Ω, Μαρίκα, ψιθύρισε κ’ έσκυψε και της φίλησε το χέρι. Η Μαρίκα ανασηκώθηκε: - Μ’ αγαπάς, Στέφανε; μ’ αγαπάς αλήθεια; Έβγαλε σχεδόν φωνή και τον κοίταζε σα να ήθελε να δει τα μάτια του. - Ναι, μόνο εσέ, Μαρίκα, είπε ο Στέφανος με ξέσπασμα έξαφνο. Μα ένιωσε τίναγμα ελαφρό στο χέρι της Μαρίκας που κρατούσε, και σταμάτησε. Η Μαρίκα μια στιγμή δε μίλησε· μα έπειτα αμέσως: - Μόνο εμέ, είπε σιγά· κ’ έπειτα σιγότερα και αργότερα; - Το ήξερα και σε περίμενα. Ο Στέφανος πρόσεξε πως η φωνή της πήρε μεμιάς το βραχνό τόνο που τον σύγχυζε. - Ναι, σε περίμενα. - Με είδες από το παράθυρο; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα δεν τον άφησε: - Όχι! το φως είδα μονάχα απ’ το παράθυρο· κ’ έτρεξα κάτω και σε είδα που το κοίταζες και με περίμενες. - Ναι, σε περίμενα, είπε ο Στέφανος και είχε το αίσθημα πως το είπε μέσα του μια άλλη φωνή, ξένη φωνή. - Άλλο βράδυ ποτέ δεν έχω ανοίξει το παράθυρο. Μα απόψε το άνοιξα· το άνοιξα και στάθηκα. Και ο αέρας μου φύσηξε στο πρόσωπο, σα να ήταν πάλι ένα απ’ τα βράδια τα παλιά αντικρύ στη θάλασσα, και μου έφερνε όπως μια φορά όλη την πνοή της θάλασσας. Κ’ έπειτα αισθάνθηκα μια μυρουδιά σαν από πασχαλιές που ερχόταν σα να έφτανε από πέρα από τη θάλασσα. Μα έπειτα πάλι η μυρουδιά μου φάνηκε παράξενη· ήταν μια μυρουδιά από κάτι σα μιμόζες, πολλές, αμέτρητες μιμόζες, κήπους ολάκερους σπαρμένους με μιμόζες· μια μυρουδιά που με περνούσε, με πότιζε, γλιστρούσε και μου στάλαζε βαθιά, με αγκάλιαζε σαν κύμα αόρατο, σαν κύμα πνιγερό, σαν κύμα κίτρινο. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και άνοιξα πάλι το παράθυρο. Το άνοιξα και κοίταζα σα να περίμενα, σα να ένιωθα πως έπρεπε ν’ ακούσω κάτι που έπρεπε να το ακούσω απόψε, δίχως άλλο απόψε. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και βγήκα πάλι στο παράθυρο, και τότε είδα το φως στο δρόμο κ’ έτρεξα. Σώπασε, κ’ ενώ σώπαινε και ο Στέφανος. - Έτρεξα αμέσως, όπως δεν έτρεξα ποτέ, όπως λαχτάρησα μόνο να τρέξω, είπε με σιγαλότερη φωνή κ’ έμεινε σα καρφωμένη εμπρός του. Ο Στέφανος καθώς της έπιασε το χέρι, το ένιωσε που έκαιγε σα φλογισμένο από τον πυρετό. - Μαρίκα, της ψιθύρισε και την έγειρε στο στήθος του. Μαρίκα, ξαναείπε χαδεύοντάς της τα μαλλιά. Κ’ έμειναν σωπαίνοντας και οι δυο· μόνο η Μαρίκα ψιθύρισε μια στιγμή: - Πόσο είμαι ευτυχισμένη. Μα έπειτα, εκεί όπως έμενε γερμένη, κοιτάζοντας απάνω χωρίς να κινηθεί, είπε έξαφνα: - Γιατί φέγγουν παράξενα τ’ αστέρια απόψε; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς την κοίταζε ολοένα δίχως να μιλήσει. - Τι είναι τάχα πέρα από τ’ αστέρια; το σκέφτηκες ποτέ; ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Το ατέλειωτο ίσως, είπε ο Στέφανος. - Τι; ρώτησε η Μαρίκα. - Και συ; και γω; είπε έπειτα σιγά. Κ’ έμεινε πάλι σιωπηλή. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε σα να ήθελε να δη τα μάτια της μες στο σκοτάδι. Μα καθώς θέλησε ύστερα η Μαρίκα κάτι να ξαναπεί, σταμάτησε έξαφνα· και ο Στέφανος ένιωσε πως σταμάτησε για να μη βήξει. Τινάχτηκε χωρίς να θέλει. - Μαρίκα, είναι υγρασία, της είπε. Και θέλησε να τη σηκώσει, να την παρακαλέσει ν’ ανεβεί στο σπίτι. Μα η Μαρίκα δεν τον άκουε. - Όχι, Στέφανε, μη θες να φύγω, είπε και τον έσυρε πάλι κοντά της· μη θες να φύγω. Αντί να πέσω να κοιμηθώ κατέβηκα σε σένα· κατέβηκα όπως δεν κατέβηκα ποτέ, όπως δε θα κατέβαινα ποτέ. Μια στιγμή καθώς κατέβαινα, σταμάτησα, αλλά δε γύρισα· έπρεπε απόψε να έρθω σ’ εσέ, γι’ αυτό δε γύρισα: γιατί δεν ήθελα να κοιμηθώ, γιατί δεν έπρεπε να κοιμηθώ, γιατί αν ήτανε να κοιμηθώ --- αλλά δεν ήθελα να κοιμηθώ, φοβόμουνα να κοιμηθώ, φοβόμουνα μην κοιμηθώ και δεν ακούσω ξέρεις τι, ναι, Στέφανε, το ξέρεις! Του Στέφανου του ήταν σα ν’ άκουε παραμιλητό· σα να τον άγγιζε φωτιά καθώς του έσφιγγε τα χέρια, και καθώς την έφερε κοντά του, τώρα είδε πως είχε κατεβεί μισόγυμνη όπως θα έπεφτε να κοιμηθεί. Τρόμαξε και δεν μπόρεσε ούτε να μιλήσει. Δε σκέφτηκε πια να τη φέρει απάνω, την άφησε να σωριαστή στο στήθος του. Καθώς κοίταζε μπροστά του, είδε κάτω τα πόδια της γυμνά. - Αλλά, Μαρίκα, θέλησε να πει, μα η Μαρίκα δεν άκουε· κοίταζε μπροστά της με μάτια τεντωμένα σα σ’ έκσταση. Κοίταζε ώρα πολλή. Έπειτα, ενώ ο Στέφανος έμενε σιωπηλός, σα να έβλεπε παράλογο όνειρο, η Μαρίκα του έπιασε σιγά το χέρι και ψιθύρισε: - Ω πάρε τα από εμπρός μου εκεί. Ο Στέφανος κοίταζε μπρος, δεν ήταν τίποτε· στο βάθος έτρεμαν μονάχα τ’ άστρα. Καθώς γύρισε προς τη Μαρίκα του φάνηκε πως είχε τώρα τα μάτια της κλειστά. Όταν τα ξανάνοιξε, την πήρε σιγαλά και την έφερε μπροστά στη σκάλα. Η Μαρίκα την ανέβηκε άφωνη· καθώς ανέβαινε φαινότανε του Στέφανου σαν άυλη σκιά. Στάθηκε και την κοίταζε όσο που χάθηκε στην πόρτα. Μα καθώς κοίταζε, είδε ξαφνικά σ’ ένα παράθυρο την όψη του παππού: ήταν ακίνητη σαν κολλημένη εκεί στο τζάμι. Ο Στέφανος γύρισε αμέσως και γλίστρησε γοργά έξω από την αυλόπορτα. Η πνοή της νύχτας τον χτύπησε πιο υγρή στο πρόσωπο. Καθώς έστρεφε στο δρόμο, το ορθόβραχο βουνό στο βάθος φαινόταν πάλι σα σύννεφο ή σαν αχνή ανάερη ομίχλη. Μα απάνω του, ψηλά στον ουρανό έλαμπε ο Ωρίων ορθός, ολόφωτος. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε· μα δε σταμάτησε. Όταν έφτασε στην προκυμαία ξαναπαντήθηκε με τον κύριο νομάρχη και με το λοχαγό. Κατέβαιναν από τη λέσχη. Καθώς πέρασε από κοντά τους, ο λοχαγός σφύριζε πάλι το σκοπό της Κάρμεν: Τορεαδόρ! [Επεξεργασία] XIV Όταν ξύπνησε ο Στέφανος πρωί και πήγε στην τραπεζαρία βρέθηκε μπρος στην Ευανθία. Καθόταν μόνη και είχε ανοιχτό μπροστά της ένα λεύκωμα με εικόνες και το ξεφύλλιζε. Στο τραπέζι ήταν ακόμα το βάζο με τα κίτρινα και λευκά ρόδα. Καθώς έσκυβε, η χλωμή τους λάμψη έπαιζε στο πρόσωπό της. Ο Στέφανος σταμάτησε στην πόρτα όσο που η Ευανθία σήκωσε τα μάτια. Δεν ένιωσε γιατί σταμάτησε· μα όταν πλησίασε, η Ευανθία τον κοίταξε σα να ήταν ώρα εκεί και δεν τον πρόσεξε. Έπειτα αφού έσκυψε πάλι μια στιγμή στο λεύκωμα, γύρισε και τον ρώτησε: - Εσύ το έφερες; - Πιστεύω, είπε ο Στέφανος αφού έριξε ματιά στο λεύκωμα. Η Ευανθία δε μίλησε πάλι μια στιγμή· μα όταν ο Στέφανος ήρθε και κάθισε στο τραπέζι αντίκρυ της, ξανασήκωσε τα μάτια και καθώς ο Στέφανος την κοίταζε. - Ήσουνα ψες στη λέσχη; τον ρώτησε έξαφνα. Ο Στέφανος δεν απάντησε. Και η Ευανθία: - Δεν ήσουνα; δεν έπαιξες; ρώτησε πάλι. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. Η Ευανθία ξαναέσκυψε στο λεύκωμα και σώπασε. Έπειτα, έξαφνα πάλι, σήκωσε ένα φύλλο και δείχνοντάς το: - Σου αρέσει αυτή; είπε. Ήταν μια στρογγυλή μορφή με χείλη παχουλά και με στριφτά σγουρά γύρω στο μέτωπο. -Τι να μου αρέσει; - Τα μάτια της, είπε η Ευανθία· και κοιτάζοντάς τον: - Δε μοιάζει της Φιφίκας, ε; Κ’ έπειτα, πάλι ξαφνικά: - Σου άρεσε ποτέ η Φιφίκα; Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε πάντα περίεργα. - Ε, δε σου άρεσε; τον ξαναρώτησε. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Σου άρεσε· γι’ αυτό η Μαρίκα τη ζηλεύει. - Ανοησίες, είπε πάλι ο Στέφανος και τράβηξε από το λεύκωμα ένα φύλλο κ’ έσκυψε κι αυτός και κοίταζε. Όταν το άφησε, η Ευανθία το πήρε από μπροστά του. - Γυναίκες είναι; ρώτησε· γιατί έχουν έτσι ανοιχτά τα χείλη; - Είναι άγγελοι που τραγουδούν, της είπε ο Στέφανος. - Και τούτα που κρατούν στα χέρια; - Κρίνα. - Κρίνα! είπε η Ευανθία σα να σταμάτησε στη λέξη, και κοίταξε πάλι την εικόνα. Μα έπειτα, ο Στέφανος πλησίασε, δείχνοντας την επιγραφή σ’ ένα άλλο φύλλο ξαναρώτησε: - Τι λέει εδώ; Ο Στέφανος έσκυψε και της εξήγησε. Η εικόνα έδειχνε δυο παιδιά που περνούσαν ένα ρυάκι. Το μεγαλύτερο κρατούσε στον ώμο του ένα τρίτο, πιο μικρό· εμπρός πήγαινε ένας σκύλος, και καθώς βάθαινε το νερό πιο πέρα, ο σκύλος γύριζε πίσω το κεφάλι προς τα παιδιά σα να τους έλεγε: κουράγιο! Έσκυψαν και οι δυο κοντά κοντά και κοίταζαν. Έπειτα, η Ευανθία σα να ήταν βέβαιη πως κι ο Στέφανος συλλογιζότανε το ίδιο. - Μα είδες πως η Μαρίκα είπε ψέματα, γύρισε και είπε. Ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια. - Πως μ’ έδειρε η γιαγιά… - … γιατί έτρεξα ξυπόλυτη, πρόσθεσε η Ευανθία. Ο Στέφανος την κοίταζε. - Μα εσύ το είπες, θέλησε να της θυμίσει. Αλλά μπήκε η υπηρέτρια και τον σταμάτησε. Μπήκε κ’ έφερε το γάλα του. Και όταν σε λίγο ήρθε μέσα η κυρία Κατίγκω βρήκε την Ευανθία που το σερβίριζε. Στάθηκε στην πόρτα και κοίταζε. Μα η Ευανθία έτρεξε και την αγκάλιασε. - Τι ωραία, φώναξε, τι ωραία, θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω τη χάδεψε στον ώμο και τη φίλησε. Και η Ευανθία γέρνοντας απάνω της ξαναψιθύρισε: - Τι ωραία που είναι δω, θεία Κατίγκω! Το είπε γοργά γοργά ως να μην το πρόσεξε. Και κοίταξε την κυρία Κατίγκω κατάματα. Έπειτα την έπιασε από τη μέση και ήρθαν και οι δυο και στάθηκαν μπροστά στο Στέφανο. Και η Ευανθία γέλασε δυνατά. Ο Στέφανος δεν ήξερε γιατί του φάνηκε σε μεθυσμένη ξαφνικά, όπως ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω που είχε σκύψει και φίλησε το Στέφανο, γύρισε στη Ευανθία: - Τι χρυσή μου; - Θα πάμε στα ιγγλέζικα; Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε ακίνητος. - Θα πάμε· εμείς οι δυο μονάχες μας θα πάμε, ξαναείπε η Ευανθία και κάθισε, με το σώμα ριγμένο πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω εκεί που τίναζε τα ψίχουλα που είχε σκορπίσει στο τραπέζι ο Στέφανος, είπε έξαφνα: - Ξέρεις αλήθεια πως δεν έφυγε η Φιφίκα; Η Ευανθία σήκωσε το σώμα και την κοίταξε περίεργα. Και ο Στέφανος αμέσως, σα να του ξέφυγε: - Ναι, είδα και γω το λοχαγό στη λέσχη. Η κυρία Κατίγκω έριξε ματιά στο Στέφανο σα δυσαρεστημένη. - Αρρώστησε έξαφνα η μητέρα της κ’ έμειναν, είπε· τώρα μου το έλεγε ο πατέρας σου. Και γυρίζοντας στη Ευανθία: - Θα πάμε έπειτα να δούμε τη Φιφίκα. - Είναι ο πατέρας μέσα; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, κατέβηκε, είπε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος κοίταξε την ώρα, σα μόλις τώρα να θυμήθηκε πως έπρεπε να σηκωθεί. Μα καθώς σηκώθηκε, η Ευανθία τον πλησίασε. - Ήσουν λοιπόν στη λέσχη; ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. - Δεν ήσουν; δεν έπαιξες; Ο Στέφανος πάλι δεν απάντησε. Μα έπειτα: - Γιατί; ρώτησε μεμιάς. Και η Ευανθία: - Γιατί μου αρέσει το παιγνίδι. Αν ήμουν άντρας θα έπαιζα, είπε, κ’ έκαμε προς το μπαλκόνι· και στάθηκε και κοίταζε έξω. Ο Στέφανος πήγε κοντά της. Κάτω από το μπαλκόνι απλώνονταν η θάλασσα. Ο Στέφανος μόλις αντίκρυσε τη χλωμοπράσινη έκταση, σταμάτησε. Σταμάτησε σα να του ανοίχτηκε μεμιάς μπροστά του κάτι που το πρωί όταν ξύπνησε του ήταν ακόμα σαν αλλόκοτο, παράλογο όνειρο. Και τώρα του ξαναήρθε αυτό στο νου σαν ξαφνική αστραπή· παράξενο, παράλογο και τώρα, παραμίλημα και τώρα, ίσκιος και όνειρο και τώρα. Όμως του στάθηκε μπροστά και τώρα σαν κάτι απόκρυφο και σκοτεινό, τον γέμισε για μια στιγμή και τώρα σαν κάτι που ήταν αδύνατο να το χωρέσει μόνο μια στιγμή, αδύνατο να το χωρέσουν μόνο χρόνια, αδύνατο να το χωρέσει ακόμα και το ανοιχτό άπειρο που απλώνονταν εμπρός του εκεί. Έκαμε να το στοχαστή, όμως θέλησε καλύτερα να το τινάξει πέρα. Παράξενο! του ήρθε στο νου ο λοχαγός και το τραγούδι που του σφύριξε στο πρόσωπο: Tor·ador! Και θέλησε να μιλήσει της Ευανθίας για το λοχαγό. Μα η Ευανθία γυρίζοντας απάνω του τα μάτια του είπε: - Ξέρεις γιατί σε ρώτησα αν έπαιζες; Ο Στέφανος σα να μην ένιωσε. - Γιατί χτες βράδυ σε φανταζόμουν πως έπαιζες. Και η Ευανθία τον ξανακοίταξε. Έπειτα γέλασε. Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε σα ξαφνισμένος: - Για δες, είπε και έδειξε έξω πέρα. Έξω πάρα η θάλασσα στρωνόταν ήσυχη, όμως στο χρώμα της, με όλο τον καθαρό πρωινό ουρανό, σα να έμενε κάτι από τη θολάδα της χθεσινής βροχής. Ήταν γαλανοπράσινο, και μια ψιλή άχνα κρεμόταν σαν κομμάτια ξεφτισμένης γάζας εδώ και κει απάνω στα νερά και στις κορφές των βράχων. Μα τα νησιά στο μάκρος έφεγγαν διάφανα, βιολετογάλανα και ήταν σα να έπλεαν και να σαλεύαν στον αέρα. Μπροστά μπροστά έξω από το λιμάνι άσπρα και κόκκινα πανιά φαντάζαν σα φτερά ανοιγμένα και καθώς έμεναν ακίνητα φαινόντανε σα να περίμεναν. Αυτά έδειξε η Ευανθία στο Στέφανο κ’ έκαμε ν’ ακουμπήσει το χέρι της στον ώμο του. Μα η κυρία Κατίγκω βγήκε στο μπαλκόνι και άλλαζε το νερό στο βάζο με τα ρόδα. Και κει που έμπαινε πάλι μέσα με το βάζο, η Ευανθία έσκυψε και μύρισε τα ρόδα. Ο Στέφανος κοίταξε κει το πρόσωπο της Ευανθίας σα να έριξε ένα κόκκινο αντιφέγγισμα στα λευκά ρόδα. Έμειναν σιωπηλοί και οι δυο άμα μπήκε μέσα η κυρία Κατίγκω. Μα έξαφνα ακούστηκε από το λιμάνι τριχτός κρότος. Ήταν το βίντσι των βαποριών που ξανάρχιζαν την εργασία. Και η Ευανθία σαν ηλεκτρισμένη, φώναξε μεμιάς: - Θεία Κατίγκω! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Τα ιγγλέζικα φορτώνουν. Μα πριν προφτάσει να βγει έξω η κυρία Κατίγκω, σκύβοντας η Ευανθία στο Στέφανο του είπε σιγαλά: - Πώς ήθελα να πάω στα ιγγλέζικα μαζί σου. Ε, έρχεσαι; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς τον κοίταζε κι αυτή κατάματα. - Ναι, της ψιθύρισε κ’ έβλεπε μπρος του σα να μην ένιωθε ενώ πλησίαζε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία χτύπησε τα χέρια, όταν της έταξε και η κυρία Κατίγκω πως θα πάνε. Και όταν ο Στέφανος τις άφησε και κίνησε να φύγει, εκεί που έβγαινε στην πόρτα του φώναξε η κυρία Κατίγκω: - Σούπα με ρύζι θα έχομε το μεσημέρι· μην αργήσεις και χαλάσει. [Επεξεργασία] XV Ενώ εργαζόταν στο γραφείο του ο Στέφανος, έλαβε ένα μπιλιέτο της Μαρίκας. Τον παρακαλούσε να πάει να τη δει πριν από το μεσημέρι. Και πήγε. Τη βρήκε που στεκόταν στο διάδρομο και τον περίμενε. Καθώς του έσφιξε το χέρι και τον κοίταξε, η ματιά της έφεγγε. Αλλά στην κάμαρα που μπήκαν ήταν η κυρία Αγλαΐα. Ορθή μπροστά στις γλάστρες της ψαλίδιζε τα φύλλα μιας φοινικιάς. Χαιρέτησε το Στέφανο με νεύμα μόνο. - Πώς σκάζω που μου κιτρινίζουν έτσι, είπε όταν ο Στέφανος ήρθε κοντά της. _ Ναι, κρίμα, είπε ο Στέφανος. Κ’ έπειτα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Πλύσιμο με καπνό βρεγμένο, είπε ξανά. - Το δοκίμασα, δεν ωφελεί, απάντησε η κυρία Αγλαΐα κ’ εξακολούθησε να ψαλιδίζει. Ο Στέφανος γύρισε στη Μαρίκα· στεκότανε κοντά του και όπως ο ήλιος γέμιζε την κάμαρα, το πρόσωπό της φαινότανε μέσα στο χρυσό φως σα μεταμορφωμένο. Της έπιασε το χέρι και στάθηκαν και κοιτάζονταν. Ύστερα καθώς σύρθηκαν προς το παράθυρο κ’ έβλεπαν έξω, η Μαρίκα δείχνοντας μια πιγόνια που γέμιζε τον τοίχο αντίκρυ μ’ εξωτικά βυσσινοπόρφυρα άνθη σα ροδιάς. - Τι ωραία! ψιθύρισε. Μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε έξαφνα το Στέφανο: - Το έμαθε η μαμά σου πως δεν έφυγε η Φιφίκα; - Ναι, είπε ο Στέφανος και γύρισε προς την κυρία Αγλαΐα. Η κυρία Αγλαΐα τον κοίταξε· κ’ έπειτα με χαμόγελο, που ο Στέφανος δεν ένιωσε αν ήταν για τη μητέρα του ή τη Φιφίκα. - Μα γιατί δεν έφυγε, τον ξαναρώτησε. Και ο Στέφανος, χωρίς να ξέρει γιατί, χαμογέλασε κι ο ίδιος. - Αρώστησε η μητέρα της, απάντησε. Και όταν η κυρία Αγλαΐα ρώτησε πάλι έπειτα: Και ο λοχαγός; -- ο Στέφανος διηγήθηκε έξαφνα το χθεσινό του απάντημα με το νομάρχη και το λοχαγό έξω από το καφενείο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με τεντωμένα μάτια: - Στο καφενείο - ο κύριος νομάρχης; - Ναι, και τραγουδούσε, είπε ο Στέφανος. - Ο κύριος νομάρχης; Ο Στέφανος ένιωσε πως τα σύγχισε. - Ο λοχαγός, απάντησε. Και είπε το τραγούδι που σφύριζε ο λοχαγός. Η κυρία Αγλαΐα γέλασε, ενώ ο Στέφανος έμεινε σιωπηλός σα να μετάνιωσε. Είχε το αίσθημα πως δίχως να το νιώσει πρόδωσε κάτι --- δικό του ή ξένο, δεν ήξερε καλά. Και όταν, αφού βγήκε η κυρία Αγλαΐα έξω, η Μαρίκα τον πλησίασε, έμεινε σα στενοχωρημένος. Αλλά η Μαρίκα του γέλασε καθώς πλησίασε, και η ματιά της έφεγγε σα λαμπρυσμένη ενώ τον κοίταζε. Και τον έσυρε κοντά της και του είπε: - Ξέρεις γιατί σ’ έφερα εδώ έτσι ξαφνικά; Ο Στέφανος δε μίλησε. - Γιατί αν και το ήξερα πως θα ερχόσουν και αν δε σ’ έφερνα, όμως δεν ήθελα να φοβηθώ πως δε θα ερχόσουν. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε παράξενα. - Ναι, εξακολούθησε, να φοβηθώ· χθες βράδυ δε φοβόμουνα, μα σήμερα φοβόμουνα μη φοβηθώ. Ο Στέφανος φαντάστηκε πως θ’ άκουγε πάλι παραμιλητό. - Κι αυτό δεν το ήθελα· γιατί ήθελα και θέλω, Στέφανε, να είμαι ευτυχισμένη, είπε πάλι η Μαρίκα. Ναι, μόνο ευτυχισμένη. Και τον έφερε σιγά σιγά προς τη γωνία που ήταν οι γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας. - Ευτυχισμένη και χαρούμενη σαν τ’ άνθη αυτά, εξακολούθησε και του έδειξε τις κόκκινες τουλίπες που έγερναν σκορπώντας λάμψεις γελούμενες στα πράσινα φυτά και στ’ άλλα παρδαλά φύλλα τριγύρω τους. Καθώς μιλούσε, στο πρόσωπό της έπαιζε όμοια λάμψη. Ήταν χαρούμενο· μα οι ωχροκόκκινες κηλίδες του γύρω στα μήλα φάνηκαν σα ροδόφυλλα του Στέφανου, ροδόφυλλα ζωγραφιστά σα λευκή κέρινη λαμπάδα και του ήταν σα να του στάλαζαν βαθιά μια ανήσυχη μελαγχολία. Αλλά η Μαρίκα γυρίζοντάς τον έξαφνα προς το παράθυρο του έδειξε πάλι τα βυσσινοκόκκινα άνθη στον τοίχο απέναντι. - Και κείνα εκεί! του είπε. Κ’ ενώ κοιτάζαν και οι δυο τ’ άνθη. - Τι μακρύ που είναι φέτος το φθινόπωρο, είπε ξανά. Κ’ έπειτα από μια μικρή σιγή και πάλι: - Ω να μην τέλειωνε ποτέ, ψιθύρισε. Η γιαγιά που ήρθε μέσα, σα να τους ξύπνησε. Καθώς είδε το Στέφανο σταμάτησε, σα να μην περίμενε πως θα τον δει εκεί. Έπειτα τον καλημέρισε· και ξαφνικά: - Η Ευανθία μας ξέχασε, του είπε. - Μας ξέχασε, είπε πάλι σα να μην έβρισκε άλλο τίποτε να πει. Η Μαρίκα γύρισε και την κοίταζε. - Την κράτησε η Κατίγκω, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Και η κυρία Αγλαΐα που έμπαινε: - Κρατούμε και μεις το Στέφανο, είπε. - Ναι, ναι, μαμά, είπε και η Μαρίκα· και ο Στέφανος την είδε πάλι γελαστή. Κ’ έμεινε κ’ έφαγε μαζί τους. Θυμήθηκε πως τον περίμεναν στο σπίτι μόνο όταν ήρθε η κυρία Κατίγκω έπειτα από το μεσημέρι. - Εδώ έμεινες; του είπε μπαίνοντας· τουλάχιστο δεν έστελνες· το ήξερες, είχαμε σούπα! Η Μαρίκα γέλασε· κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω γύρισε και την κοίταξε. - Μαμά, της είπε, εμείς φταίμε· τον κρατήσαμε έξαφνα. - Η μαμά τον κράτησε, πρόσθεσε με μιας. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε φιλικά με την κυρία Αγλαΐα. Και η Ευανθία μπαίνοντας γρήγορα: - Θεία Αγλαΐα, Μαρίκα, ελάτε· στις τρεις μας περιμένουν, φώναξε από την πόρτα. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα· ήταν όλη κόκκινη, το πρόσωπό της και το φόρεμα. - Ελάτε! Και πριν να τη ρωτήσουν «πού;» ξαναφώναξε η Ευανθία: - Θα πάμε στα ιγγλέζικα. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε έξαφνα: - Αστειεύεσαι; - Μα πηγαίνουν; πηγαίνει ο κόσμος καθώς πρέπει; ρώτησε την κυρία Κατίγκω. - Θα είναι η Φιφίκα, έλεγε την ίδια ώρα η Ευανθία, η Μαρίκα όμως μ’ έξαφνο κίνημα: - Αλλά μαμά, πετάχτηκε, δεν είπαμε…; - Ναι, ένεψε η κυρία Αγλαΐα, ενώ η Ευανθία πρόσθετε: - Και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε: - Ο κύριος νομάρχης! - Ναι, ο κύριος νομάρχης, είπε η Ευανθία. Και την κοίταζε σα με χαμόγελο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε μια στιγμή άφωνη· έπειτα είπε: - Δεν μπορούμε, παραγγείλαμε το αμάξι. Η Ευανθία γύρισε απότομα τα μάτια της στο Στέφανο. Ο Στέφανος κοίταζε κάτω. Μα όταν σε λίγο έφυγαν πάλι μόνες η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, η Μαρίκα πρόσεξε πως η Ευανθία βγήκε χωρίς να ρίξει βλέμμα στο Στέφανο. Σταμάτησε και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα είχε σταθεί άφωνη κι αυτή. - Μα τι αστείος, ψιθύρισε έπειτα έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Ο κύριος νομάρχης, ήθελε να πει· μα το ένιωσε και διορθώθηκε γοργά: - Ναι, τι αστείος ο λοχαγός. Κ’ έκαμε να δει το Στέφανο. Μα ο Στέφανος είχε γυρίσει κ’ έβλεπε προς το παράθυρο. [Επεξεργασία] XVI - Πώς χάρηκα! είπε η Ευανθία καθώς κατέβαινε με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε. - Που το μετάνιωσε· την είδες πώς έγινε όταν άκουσε για το νομάρχη; Η κυρία Κατίγκω δε μίλησε. Και σώπασε και η Ευανθία. Έπειτα, καθώς πήγαιναν, η κυρία Κατίγκω την πρόσεξε που ήταν χλωμή. Και όταν έφτασαν στην προκυμαία και περίμεναν, και η κυρία Κατίγκω της έπιασε το χέρι, το ένιωσε κατάψυχρο. - Πάμε στον ήλιο, της ψιθύρισε· κρυώνεις; - Φυσά λιγάκι, είπε η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την ξανακοίταξε σαν ξαφνισμένη· η θάλασσα ήταν ακίνητη, το δειλινό ανέφελο, χλιαρό. Μα δε φαινότανε ούτε η Φιφίκα ούτε ο κύριος νομάρχης. - Δεν έρχονται, είπε η Ευανθία εκεί που περπατούσανε στον ήλιο. - Δεν είναι τρεις ακόμα. - Και τέταρτο, ξαναείπε η Ευανθία κοιτάζοντας την ώρα της. - Πας μπρος, θέλησε να πει η κυρία Κατίγκω, μα βλέποντας την Ευανθία χλωμή και ανήσυχη: - Είσαι αδιάθετη; τη ρώτησε. Η Ευανθία την κοίταξε· μα έπειτα έξαφνα: - Ναι, είπε, πάμε σπίτι. Η κυρία Κατίγκω φώναξε ένα αμάξι. Στο σπίτι που ήρθαν, έμαθαν πως μόλις είχε φύγει ο Στέφανος. - Ήρθε και ρώτησε αν περάσατε από δω, είπε η υπηρέτρια. - Ήτανε μόνος; ρώτησε γοργά η Ευανθία και είχε ξανακοκκινίσει. - Ναι, απάντησε η υπηρέτρια, στη σκάλα ρώτησε· μου φάνηκε πως σταμάτησε στην πόρτα αμάξι. - Ήταν αυτές, είπε η Ευανθία· και όταν έφυγε η υπηρέτρια: Μετάνιωσαν άμα άκουσαν πως θα ερχότανε και ο κύριος νομάρχης. Κ’ έμεινε κοιτάζοντας την κυρία Κατίγκω, σα να περίμενε να πει εκείνη να γυρίσουν πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω βλέποντάς τη που ξαναχλώμιασε: - Έλα, είπε, βγάλε το καπέλο σου και κάθισε. Και φώναξε να φέρουν τσάι. Η Ευανθία έμεινε σαν ξεχασμένη, καθώς την κάθισε η κυρία Κατίγκω στον καναπέ και της σερβίρισε το τσάι. Ώρα πολλή δε μίλησαν και οι δυο. Μια στιγμή μόνο η κυρία Κατίγκω, ενώ καθότανε κοντά της κρατούσε το χέρι της, είπε σιγά: - Να στείλομε για τη νονά; Μα η Ευανθία της ένεψε: όχι· κ’ έμειναν για ώρα πάλι αμίλητες, κοιτάζοντας και οι δυο μπροστά τους σα να είχαν τώρα λησμονηθεί και οι δυο. Έξω ο ήλιος βυθίζοντας στη θάλασσα έβαφε τον ουρανό με χρώμα κίτρινο - ένα κίτρινο όχι χρυσό και αστραφτερό, αλλά χλωμό και άλαμπο σαν ώχρα· το αχνό του αντίφεγγο χτυπούσε κρύο και μελαγχολικό στο τζάμι και χυνόταν ψυχρότερο και πιο θολό στην κάμαρα. Η κυρία Κατίγκω αισθάνθηκε ν’ ανατριχιάζει και φώναξε και άναψαν το τζάκι. Σε λίγο μια φεγγοβολή πήδησε έξαφνα σαν απαλή αστραπή πετώντας κόκκινες θερμές αναλαμπές στους αργυρούς δίσκους και στα κρύσταλλα των τραπεζιών και του μπουφέ μέσα στην κάμαρα. Και όταν γέμισε έπειτα η χλιαρή πνοή της τον αέρα, η Ευανθία ανασηκώθηκε κ’ έπιασε το χέρι της κυρίας Κατίγκως. - Τι ωραία που είναι εδώ, είπε σιγά και ακούμπησε στον ώμο της. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω της χάδευε ελαφρά το μάγουλο: - Ναι, δεν μπορώ πια εκεί· αν ήταν να ξαναπάω εκεί, καλύτερα να φύγω. - Αύριο να φύγω, είπε πάλι κ’ έκρυψε το πρόσωπο στο στήθος της κυρίας Κατίγκως. Η κυρία Κατίγκω ένιωσε πού εκεί. Έσκυψε και τη φίλησε. - Χρυσή μου, ψιθύρισε μονάχα σα να ένιωθε κάτι περισσότερο παρότι είχε πει η Ευανθία. Και σα να μην μπορούσε να πει κάτι περισσότερο κι αυτή: - Χρυσή μου, ξαναψιθύρισε και την έσφιξε στην αγκαλιά της. [Επεξεργασία] XVII Το βράδυ ο Στέφανος τις βρήκε και τις δυο κοντά στο τζάκι. Η κυρία Κατίγκω καθόταν στο σκαμνάκι, η Ευανθία ακουμπούσε στα γόνατά της ξαπλωμένη σ’ ένα δέρμα τίγρης που είχαν φέρει από τη σάλα. Σκυφτή, έριχνε μπρος της μια πασιέντσα. Στο τζάκι ήταν σβησμένη η φλόγα, μα κάτω από το φως της λάμπας έφεγγε ζωηρά το κόκκινό της φόρεμα. Ο Στέφανος στάθηκε πρώτα μια στιγμή, έπειτα κάθισε απέναντί τους. Η Ευανθία δεν κινήθηκε, δεν έσυρε ούτε το πόδι της που απλωμένο έβγαινε κάτω από το φόρεμα· και ο Στέφανος κοίταζε σιωπηλός τα χαρτιά που αράδιαζε η Ευανθία, όταν έξαφνα αυτή σταμάτησε. - Δε βγαίνει, είπε και σήκωσε τα μάτια. - Βγάλε από πάνω, της είπε ο Στέφανος. - Δεν ωφελεί· πρέπει να έβγει μόνη της, είπε η Ευανθία και τον κοίταξε. - Είδες; γύρισε έπειτα προς την κυρία Κατίγκω· ήταν η τρίτη. - Η δεύτερη, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε. - Η τρίτη, ψιθύρισε· όμως ξαναέριξε. Και τώρα βγήκε. - Να, μπράβο! είπε η κυρία Κατίγκω κ’ έκαμε να σηκωθεί. Μα η Ευανθία την κράτησε: - Ήταν αλήθεια η δεύτερη; - Ναι, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία δε μίλησε· έπειτα κοιτάζοντας το Στέφανο: - Κάτι είχαμε βάλει, είπε. Μα ο Στέφανος ρώτησε «τι;» γύρισε αμέσως στην κυρία Κατίγκω και της είπε ξαφνικά: - Μη, μην το πεις! Η κυρία Κατίγκω γέλασε και σηκώθηκε. Η Ευανθία έμεινε όπως ήταν ξαπλωμένη· ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι της απάνω στο σκαμνάκι και κοίταζε μπροστά της. Η κυρία Κατίγκω ήρθε στο Στέφανο· τον κοίταξε σα να ήθελε να του πει κάτι, αλλά σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε μόνο: - Είναι έξω ψύχρα; - Λιγάκι, είπε ο Στέφανος. Είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε και κοίταζε την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε στη φωτιά και καθώς φύσηξε τα ξύλα, μια λάμψη κόκκινη έπαιξε έξαφνα πίσω από την Ευανθία. Του Στέφανου του φάνηκε σα να πετάχτηκε από το φόρεμα της Ευανθίας και από εκεί χτύπησε κ’ έσπασε στο δέρμα της τίγρης όπου ήταν ξαπλωμένη. Οι μαύρες και κίτρινες γραμμές του σπιθίρισαν, και μια στιγμή σα να σάλεψαν. Έπειτα έμειναν πάλι ακίνητες και σκοτεινές. Έλαμπαν μόνο εμπρός του εκεί τα γυάλινα κίτρινα μάτια του κεφαλιού της τίγρης· έλαμπαν και τον κοίταζαν κατάματα. Και η Ευανθία βλέποντάς τον πως κοίταζε κι αυτός εκεί κατάματα σαν ξεχασμένος, κλώτσησε την κεφαλή της τίγρης με το πόδι. Ο Στέφανος ξαφνίστηκε, και η Ευανθία γέλασε. Και τεντώνοντας το πόδι και δείχνοντας το κόκκινο γοβάκι που φορούσε, είπε: - Είδες τι μου χάρισε η θεία Κατίγκω; Ο Στέφανος το κοίταξε. Γνώρισε αμέσως τις κόκκινες βελούδινες παντούφλες που είχε φέρει κάποτε ο ίδιος της κυρίας Κατίγκως. Αλλά και αμέσως θυμήθηκε πως η κυρία Κατίγκω του είχε πει πως ήθελε να τις χαρίσει της Μαρίκας. Και σταμάτησε. - Ωραίες είναι, είπε σα μηχανικά, ενώ τον κοίταζε η Ευανθία. Έπειτα έμειναν πάλι σιωπηλοί. Μα όταν η κυρία Κατίγκω βγήκε από την κάμαρα, η Ευανθία ξαπλωμένη πάντα ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Πήγατε; του είπε ξαφνικά. - Πού; ρώτησε ο Στέφανος. Μα η Ευανθία δεν απάντησε. Τον κοίταξε μονάχα και σώπασε λίγες στιγμές. Μα έπειτα κοιτάζοντάς τον πάλι: - Ξέρεις τι είχα ρίξει στην πασίεντζα; ρώτησε με μιάς· θέλεις να μάθεις; - Ναι, είπε ο Στέφανος, μα η Ευανθία έμεινε πάλι σιωπηλή. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε σαν ξαφνισμένος: - Αν θα φύγω, ψιθύρισε τέλος αργά. - Και τι βγήκε; ρώτησε ο Στέφανος. Η Ευανθία δεν απάντησε· φώναξε μόνο της κυρίας Κατίγκως που έμπαινε πάλι μέσα εκείνη τη στιγμή: - Μην του το πεις, θεία Κατίγκω. Και πετάχτηκε με μιας ορθή όταν είδε πως έμπαινε μαζί και ο κύριος Γιάγκος. - Ωραία, ανάψατε φωτιά, είπε ο κύριος Γιάγκος αφού τη χαιρέτησε. Έτριψε τα χέρια και ήρθε και κάθισε κοντά. Είχε κερδίσει πάλι απόψε τον κύριο νομάρχη και ήταν χαρούμενος. Γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα στο τραπέζι που καθίσαν έπειτα. Και η κυρία Κατίγκω δεν ήταν μελαγχολική, και ο Στέφανος μιλούσε καθισμένος απέναντι στην Ευανθία. Έπειτα, όταν ο κύριος Γιάγκος με το Στέφανο έπαιζαν την παρτίδα τους στο ντόμινο, η κυρία Κατίγκω και η Ευανθία κάθισαν κοντά τους και κοίταζαν. Όταν τελείωσαν το ντόμινο, ο Στέφανος τους έκαμε κάποια παιγνίδια με τα χαρτιά της τράπουλας. Η Ευανθία τον κοίταζε στα χέρια και ζητούσε να μαντέψει πώς τους ξεγελούσε. Και μια στιγμή εκεί που ο Στέφανος της έδινε στο χέρι τα χαρτιά και άγγιξαν τα δάχτυλά τους, η Ευανθία δεν τράβηξε το χέρι αμέσως. Έμεινε και τον κοίταζε στα μάτια. Μα έπειτα σηκώθηκε με μιάς ο Στέφανος· καληνύχτισε και βγήκε. - Πάει στη λέσχη, ψιθύρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω. - Α μπα, πάει κάτω να εργαστεί, είπε η κυρία Κατίγκω χωρίς να πιστεύει ό, τι είπε. Ο Στέφανος πήγε στη λέσχη. Το ένιωσε μόνο όταν μπήκε μέσα και είδε πως του ένεψε ο κύριος νομάρχης. Σκυμμένος στην κορυφή του πράσινου μεγάλου τραπεζιού ο κύριος νομάρχης είχε μπροστά του σωρούς τα κόκκινα και λευκά κόκκαλα· ο λοχαγός είχε καθίσει απάνω στο τραπέζι και κουνώντας το πόδι του βροντούσε το σπιρούνι στη γωνία του τραπεζιού· το βροντούσε σα με ρυθμό και σφύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε ορθός αντίκρυ και άκουσε σα να ήθελε να πιάσει το ρυθμό. Έπειτα πρόσεξε πώς γυάλιζε το φως στα δόντια και στο μονόκλ του λοχαγού και πώς χτυπούσε στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη και σταματούσε κει με ακτίνες πράσινες. Και κει θυμήθηκε πως είχε σταματήσει κι αυτός πρωτύτερα αντίκρυ σ’ ένα φως που έφεγγε σ’ ένα παράθυρο. Είχε κινήσει και πήγαινε να δει το φως, είδε όμως το φως ακίνητο πίσω από το κλεισμένο τζάμι και σταμάτησε. Δεν ένιωθε γιατί, όμως σταμάτησε· και κοίταζε σα να ήθελε να δει αν έκαιε πράγματι φως μέσα στην κάμαρα ή ήταν μόνο αντίφεγγο που έσπαζε από κάπου απέναντι. Έπειτα κοίταζε σα να ζητούσε να βρει τι χρώμα είχε το φως· έπειτα είδε πως το φως ήταν μακριά. Και είδε πως ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος κ’ αισθάνθηκε μια κρύα πνοή να πνέει από τη θάλασσα. Η μικρή πλατεία όπου είχε σταθεί ήταν έρημη, μα οι κορμοί των κοντών δέντρων του φάνηκαν σα ζωντανές παράξενες μαύρες μορφές που ήθελαν να κινηθούν. Ο Στέφανος δεν έβλεπε τα φύλλα, μα τα αισθάνθηκε πως έτρεμαν σα ν’ ανατρίχιαζαν στην κρύα πνοή της θάλασσας. Και δε γύρισε στη θάλασσα. Γύρισε πίσω. Στην προκυμαία έφεγγαν τα φώτα και οι άνθρωποι πηγαινοερχόντανε. Χαιρέτησε δυο τρεις· και βρέθηκε στη λέσχη έξαφνα. Και τώρα έμενε ορθός και κοίταζε τις πράσινες ακτίνες στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Έπειτα ξανακοίταξε το λοχαγό, έπειτα το παιχνίδι· έπειτα κάθισε με μιάς και ο ίδιος κ’ έπαιξε. Όταν γύρισε σπίτι, είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ανέβηκε στα δάχτυλα τη σκάλα για αν μην ξυπνήσουνε στο σπίτι. Μα καθώς έμπαινε στο διάδρομο, σταμάτησε· μια θαμπόλευκη μορφή που σάλεψε μπροστά του τον σταμάτησε. Τινάχτηκε όταν τον πλησίασε η μορφή, μα γνώρισε αμέσως τη φωνή που του ψιθύρισε: - Ήσουν στη λέσχη; - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Έπαιζες; -Ναι, είπε πάλι ο Στέφανος. - Και γω περίμενα. Ο Στέφανος ξαναξαφνίστηκε. Είδε με μιας μπροστά του το φωτισμένο παράθυρο, όπου απέναντι είχε σταθεί πρωτύτερα και κοίταζε. Μα η φωνή κοντά του τον ξαναξύπνησε: - Για να σου πω τι βγήκε. - Τι βγήκε; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Πως δε θα φύγω, είπε η φωνή, και ο Στέφανος είχε ξυπνήσει ολότελα. Αλλά δε μίλησε. Έμεινε ακίνητος· μα σα κίνησε μόνο τα χέρια προς τη μορφή που σάλεψε και κείνη προς τα πίσω, προς την πόρτα όπου στεκότανε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος λίγες στιγμές ακόμα, έπειτα όμως έφυγε αμέσως μέσα προς το διάδρομο πριν ανοίξει καλά η πόρτα πίσω και δει καλύτερα στο φως που χύθηκε από μέσα ποια ήταν η μορφή. [Επεξεργασία] XVIII Έφυγε, σα να φοβήθηκε να δει. Και το πρωί πάλι φοβήθηκε να δει. Φώναξε και του έφεραν στην κάμαρά του τον καφέ και κατέβηκε αμέσως κάτω στο γραφείο. Όταν τελείωσε, τράβηξε ίσια στης Μαρίκας. Τη βρήκε που καθότανε στην κάμαρα με τη γιαγιά, μα είδε αμέσως πως ήταν φοβερά χλωμή. Δεν τόλμησε να τη ρωτήσει. Κάθισε μόνο και μιλούσε πράγματα αδιάφορα με αυτή και τη γιαγιά. Μα όταν έξαφνα τον ρώτησε η γιαγιά αν θα έρθει η Ευανθία, και της απάντησε: «Δεν ξέρω, δεν την είδα σήμερα», είδε πως η Μαρίκα έστρεψε αλλού το βλέμμα. Έμεινε μια στιγμή σα συγχυσμένος. Μα όταν έφυγε η γιαγιά κ’ έμειναν μόνοι, πλησίασε πρώτος τη Μαρίκα. - Κάθισες ψες αργά; τη ρώτησε. - Όχι, κοιμήθηκα νωρίς, απάντησε ήσυχα η Μαρίκα. - Μα το παράθυρο είχε φως αργά. Η Μαρίκα τον κοίταξε. - Τι ήρθες; περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα ψιθύρισε, ήσυχα πάλι: - Το ξέχασα αναμμένο. Ο Στέφανος της έπεισε με μιας και τα δυο χέρια: - Ω Μαρίκα, ω Μαρίκα! Κ’ ενώ η Μαρίκα τον κοίταζε ατάραχη: - Δεν ξέρεις τι είσαι για μένα, ξέσπασε ξαφνικά και της γέμισε φιλιά τα χέρια. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ όλη νύχτα, εξακολούθησε, όλη τη νύχτα είχα τα μάτια σου μπροστά μου… Και έλεγε αλήθεια. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν πράγματι όλη τη νύχτα μπροστά στο Στέφανο. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα είχε μπροστά του την πόρτα που άνοιξε έξαφνα στο φως του καντηλιού και φώτισε μια λευκή μορφή που έμεινε ορθή με απλωμένα χέρια πίσω του --- αλλά τα χέρια αυτά, παράξενο! τα γνώριζε, ήταν τα χέρια της Μαρίκας. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα έβλεπε μπρος του δυο μάτια υγρά και φωτεινά που τον κοιτάζαν ενώ έφευγε --- αλλά, παράξενο! τα μάτια αυτά ήταν τα μάτια της Μαρίκας. Στιγμές στιγμές δυο κόκκινα σημάδια έφεγγαν κάτω στο πάτωμα σα βελουδένια, έλαμπαν εμπρός στ’ αγρυπνισμένα μάτια του σαν άλικα μεγάλα ρόδα που έπλεαν σε πρωινά νερά, και απάνωθέ τους έτρεμε κάτι θαμπόλευκο, κυματιστό και σαν αέρινο· στιγμές πάλι το άσπρο αυτό γινόταν κόκκινο, άλλαζε σε κρεμεζί, σε ρουμπινί κ’ έλαμπε μπρος του ζωηρά σα φλόγα, μια φλόγα που έφεγγαν μέσα της δυο μάτια --- αλλά τα μάτια ήταν της Μαρίκας. Ύστερα πάλι ξαναέσβηνε το κόκκινο σιγά σιγά, ξαναγινόταν άχνα αγανή, λευκός αφρός που έλιωνε σ’ ένα γιαλό, γινόταν αέρας διάφανος και φως που έπαιζε κ’ έτρεμε κ’ έφευγε και γλιστρούσε απάνω από μια θάλασσα άπειρη. Μια θάλασσα…. Και ο Στέφανος είδε τους σκοτεινούς κύκλους ξανά να του γεμίζουνε τη θάλασσα. Ήταν σα να ήθελαν οι κύκλοι αυτοί να σβήσουν τα μάτια της Μαρίκας που έφεγγαν μέσα από τη θάλασσα --- τα μάτια της Μαρίκας που ανοίγονταν τώρα μπροστά του εκεί μεγάλα ολόμαυρα και μελαγχολικά μέσα στους βαθουλούς μεγάλους κύκλους γύρω τους. Ο Στέφανος τα κοίταζε. Ήταν κρύα και σκοτεινά, σαν τη συννεφιασμένη θάλασσα, κ’ έβλεπαν εμπρός τους ασάλευτα και καρφωμένα, σα να ζητούσανε να σκίσουν τη σταχτερή άχνα μακριά, σα να γυρεύαν να βυθίσουν πέρα από αυτή μέσα στο χλωμό φως μακρύτερα, στο φως που κάτι σαν αντίφεγγό του έτρεμε κιτρινωπά κ’ έπαιζε θλιβερά στις κόρες τους. - Τα μάτια σου, θέλησε να ξαναπει ο Στέφανος, μα η ψυχρή και άφεγγη λάμψη τους τον πάγωσε. Και ψιθύρισε, σα να ξυπνούσε ξαφνικά: - Μαρίκα, τι έπαθες, τι έχεις; Αλλά η Μαρίκα έριξε το βλέμμα κ’ έμεινε άφωνη και ακίνητη. - Μαρίκα, ξαναψιθύρισε ο Στέφανος· μα έπειτα έμεινε άφωνος κι αυτός. Έγινε μερικές στιγμές σιγή στην κάμαρα· μια σιγή ανήσυχη. Και όσο βαστούσε αυτή, ο Στέφανος είχε το αίσθημα πως έπεφτε αργά σιγά κάτι σα σταχτερή βαριά κουρτίνα ανάμεσά τους. Μα εκεί, ενώ ο Στέφανος κρατούσε πάντα τα χέρια της, η Μαρίκα σήκωσε πάλι τα μάτια: - Ήρθες, αλήθεια, χτες βράδυ; ρώτησε κοιτάζοντάς τον έξαφνα. - Ναι, ήρθα, είπε ο Στέφανος. Αλλά σταμάτησε. - Ήρθα και κοίταζα το φως και πρόσμενα, είπε αμέσως έπειτα. Μα ξανασώπασε, σα να μην είχε να πει άλλο τίποτε. Έμειναν και κοιτάζονταν. Έπειτα σηκώθηκαν και περπάτησαν μαζί μέσα στην κάμαρα. Κ’ ενώ στάθηκαν μπροστά στις γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας, όπου οι τουλίπες έφεγγαν ολοκόκκινες στον ήλιο που έπεφτε απάνω τους από το παράθυρο, η Μαρίκα αφήνοντας το χέρι της να πέσει σαν άψυχο μέσα στο χέρι του Στέφανου, είπε σιγά: - Δεν ξέρω, μα δεν είμαι --- δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένη. Και η ματιά της ξαναπήρε το ωχρό και άφεγγο χρώμα που είχε παγώσει πρωτύτερα το Στέφανο. [Επεξεργασία] ΧΙΧ Ο Στέφανος ήρθε σιωπηλός στο σπίτι. Η κυρία Κατίγκω είδε το σύννεφο στο πρόσωπό του και τον πλησίασε και τον ρώτησε: - Είναι αδιάθετη η Μαρίκα; - Όχι, καλά είναι, απάντησε ο Στέφανος κ’ έμεινε πάλι σιωπηλός. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε και τον κοίταζε ενώ έμπαινε η Ευανθία. Ερχόταν γρήγορα, μα όταν είδε το Στέφανο σταμάτησε. Καθώς μπήκε, το φόρεμά της πέταξε λάμψεις κόκκινες στον ήλιο που γέμιζε την κάμαρα. Στάθηκε μια στιγμή· έπειτα πλησιάζοντας σιγά την κυρία Κατίγκω είπε: - Η γιαγιά παράγγειλε να πάμε. - Πηγαίνομε, απάντησε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε: - Αλλά δεν είπαμε θα έρθει η Φιφίκα; - Α ναι, το ξέχασα. Η κυρία Κατίγκω φαινόταν πράγματι σαν ξεχασμένη. - Της παραγγέλνομε --- ή πάμε στη νονά αργά, είπε ύστερα. - Α, όχι στη γιαγιά αργά· θα με κρατήσει, έσκυψε και είπε σιγαλότερα η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την έσυρε κοντά της και τη χάδεψε. Ο Στέφανος καθώς την κοίταξε είδε που ξαναέλαμψε το φόρεμά της. Και είδε πως φορούσε τα κόκκινα βελούδινα γοβάκια. Σα να γέμισε όλη η κάμαρα με ρόδα κόκκινα, τα ρόδα που έπλεαν οληνύχτα εμπρός του στα πρωινά νερά --- γύρισε αλλού κ’ έκαμε κίνημα σα να ήθελε να φύγει. Μα η Ευανθία τον πλησίασε. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω είχε γυρίσει και κάτι έσιαζε στην κάμαρα και ύστερα βγήκε, η Ευανθία στάθηκε μπροστά του ορθή και βλέποντάς τον κατάματα έκαμε κάτι να του πει. Αλλά έξαφνα σταμάτησε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος και κοιτάχτηκαν μια στιγμή και οι δυο σαν ξαφνιασμένοι. Μα ευθύς η Ευανθία: - Ξέρεις, του είπε, η Φιφίκα θα πάρει το λοχαγό. Το είπε σα να ήταν αυτό που είχε να πει. Αλλά και ο Στέφανος, σα να είχε νιώσει: - Το ξέρω, είπε με τόνο αδιάφορο και σαν ξερό. Η Ευανθία κοκκίνησε όλη. Και γύρισε αμέσως μ’ ένα τίναγμα, σα να είχε αγγίξει κάπου με το χέρι και κάηκε έξαφνα. Και καθώς ξαναέμπαινε η κυρία Κατίγκω μέσα, πήγε ίσια απάνω της: - Θεία Κατίγκω, ο Στέφανος θέλει να φύγω, είπε και σταμάτησε μπροστά της. Και θέλησε να κρύψει μ’ ένα χαμόγελο κάποιο τρεμούλιασμα που είχε η φωνή της. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε σαν ξαφνιασμένη. Ο Στέφανος έμεινε συγχυσμένος μια στιγμή. Έπειτα βλέποντας πως η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε περίεργα. - Αηδίες, ψιθύρισε σιγά. - Αστεία, είπε πάλι δυνατότερα και βημάτισε στην κάμαρα, ενώ η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία κοντά της και την ακούμπησε στον ώμο της. Μα όταν ο Στέφανος πήγε έπειτα και κάθισε στην άκρη, η Ευανθία ήρθε και ξαναστάθηκε μπροστά του και γελούσε. - Αλλά, Ευανθία, έκαμε να της πει, μα η Ευανθία αφού περίμενε και ξαναβγήκε έξω η κυρία Κατίγκω: - Δε λες αλήθεια, του είπε σφυριχτά, σα μέσα από τα δόντια. - Αλλά, Ευανθία, θέλησε να ψιθυρίσει πάλι ο Στέφανος, μα η Ευανθία τον έκοψε μα μιάς: - Ναι, ναι - δε μου έταξες να έρθεις μαζί στα ιγγλέζικα; Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος χαμήλωσε το βλέμμα. Όταν το ξανασήκωσε, η Ευανθία δε γελούσε· τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα, μεγάλα, μα άλαμπα και ωχρά. Τα μάτια δεν είχαν σκοτεινούς μεγάλους κύκλους γύρω τους, τα μάγουλα όμως ήταν χλωμά. Και όταν ο ήλιος δοκίμασε να παίξει πάλι στο κόκκινο το φόρεμα, δε γέμισε την κάμαρα με ρόδα πορφυρά· κίτρινα ρόδα ωχρά σκορπίστηκαν μπροστά στο Στέφανο καθώς κοίταζε την Ευανθία. Κ’ ενώ την κοίταζε, ξαφνικά με μια φωνή που δεν τη γνώρισε και ο ίδιος: - Ευανθία, ψιθύρισε σιγά και άπλωσε τα χέρια εμπρός. Μα έπειτα, πάλι σιγά, τα έσυρε πίσω κ’ έγειρε σ’ αυτά το μέτωπο. Η Ευανθία έκαμε να σκύψει. Αλλά δεν έσκυψε· έφερε μόνο το χέρι στα μαλλιά του και τα χάδεψε· απαλά. [Επεξεργασία] ΧΧ - Πήγαν χτες; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος δεν ένιωσε, και η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια από το κέντημά της και πρόσθεσε: - Στα ιγγλέζικα. - Δεν ξέρω --- δε ρώτησα, είπε ο Στέφανος. Μα η Μαρίκα έμεινε σκυμμένη στο δικό της κέντημα. Και ξανασώπασαν. Έπειτα η κυρία Αγλαΐα ξαναείπε έξαφνα: - Ο κύριος νομάρχης σα να νοστιμεύεται την Πρίφτη. Κ’ ενώ ούτε ο Στέφανος ούτε η Μαρίκα μίλησαν: - Να δούμε πώς θα τη μοιράσουν με το λοχαγό, είπε πάλι. Και γυρνώντας στο Στέφανο: - Η μητέρα σου τι λέει; ρώτησε. Ο Στέφανος σήκωσε τους ώμους. - Και το παιγνίδι του ταξιδιού τι να σημαίνει; Και η κυρία Αγλαΐα γέλασε. Έπειτα μίλησε πάλι για τον κύριο νομάρχη: - Τον είχαμε στη νομαρχία. Ήταν καλός υπάλληλος. Ο μπαμπάς σου τον συμπαθούσε, είπε της Μαρίκας που την κοίταζε κείνη τη στιγμή. ΄Επειτα έφερε την ομιλία στη νομαρχία. - Κάθε Παρασκευή δίναμε τσάι εμείς, κάθε Δευτέρα ο Άγγλος πρόξενος· έπειτα αλλάξαμε, το κάναμε Τετάρτη· να δεις γιατί. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε το κέντημα και συλλογίστηκε. - Α ναι, είπε έπειτα, κάθε Παρασκευή είχα συμβούλιο στο σύλλογο των κυριών· την Τρίτη στην εταιρία των εργοχείρων που ήμουν πρόεδρος. - Ναι, μου διηγηθήκατε, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα ξανασκύβοντας στο κέντημά της: - Τότε η νομαρχία είχε μεγάλη δικαιοδοσία, ψιθύρισε, τότε ήταν κατιτί να είναι κανείς νομάρχης. Ο Στέφανος συμφώνησε. - Μα οπωσδήποτε ένας νομάρχης είναι καλύτερος από το λοχαγό, είπε πάλι έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Και γυρίζοντας έξαφνα πάλι στη Μαρίκα: - Τι άσχημο που ήταν το φόρεμα της Πρίφτη· και το καπέλο με τα κίτρινα φτερά. Αλλά η Μαρίκα σα να μην πρόσεχε· κίνησε μόνο το κεφάλι και κοίταζε μπροστά της. Και ο Στέφανος γύρισε και είδε πως η Μαρίκα δεν κοίταζε ούτε στο κέντημα που είχε στα χέρια· κοίταζε πέρα στον ήλιο που βασίλευε. Ο Στέφανος περίμενε όσο που σώπασε η κυρία Αγλαΐα. Σηκώθηκε ύστερα σιγά και πήγε στο παράθυρο. Νέφη μικρά είχαν σωριαστή κομματιαστά κ’ έφεγγαν κοκκινωπά σα σφυροκοπημένες χάλκινες πλάκες στην άκρη του ουρανού, που από κάτω του έπαιζε αστραφτερή στο βάθος στενή γραμμή μονάχα η θάλασσα. Αντίκρυ το ορθόβραχο υψωνόταν ήσυχο, βαμμένο απαλό χρώμα γιουλί και διάφανο. Ο Στέφανος έμενε ορθός εκεί και κοίταζε. Πίσω η κυρία Αγλαΐα κάτι ξαναψιθύρισε, μα ο Στέφανος ούτε την άκουσε. Και δεν την άκουσε ούτε όταν έφυγε· άκουσε μόνο το βήμα της Μαρίκας που τον πλησίασε σιγά και στάθηκε κοντά του και κοίταζε κι αυτή. Μα τα χαλκοβαμμένα σύννεφα είχαν σκορπίσει· απλώθηκαν στη θέση τους βαθιόμαβες στενές λουρίδες που έλιωναν σιγά σιγά σε καταχνιά βιολέτινη, βαθιά, μουντά βιολέτινη. Μονάχα το ορθόβραχο βουνό έμενε αντίκρυ τους μενεξελί, θολότερο, σκουρότερο, μα ακόμα φωτεινό και διάφανο. Στέκονταν και οι δυο και κοίταζαν. Κοίταζαν πώς σκούραινε ολοένα το βουνό, πώς η ομίχλη πέρα γινότανε πιο σταχτερή και πώς κάτω μακριά σκοτείνιαζε η γραμμή της θάλασσας. Έξω είχε σβήσει στον αέρα κάθε αναλαμπή, κ’ ένα θολό μισόφωτο έτρεμε μέσα στην κάμαρα όταν γύρισαν κ’ έκαμαν να σαλέψουν από το παράθυρο. Μα εκεί έξαφνα πήδησε μπρος τους η Ευανθία και τους σταμάτησε στη θέση τους. - Μαρίκα, φώναξε, λοιπόν θα πάμε το πρωί; Μου το παράγγειλε η γιαγιά. - Θα πάμε, ναι, απάντησε η Μαρίκα. Και η Ευανθία που είδε το Στέφανο που κοίταξε σα να μην ένιωθε: - Στην εκκλησίτσα· τι, δεν ξέρεις; γύρισε σ’ αυτόν. - Δεν του το είπες; είπε πάλι της Μαρίκας. - Ναι, το λησμόνησα, απάντησε η Μαρίκα. - Μα εσύ το ήθελες, λέει η γιαγιά, και το έταξε να την ανοίξει. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, εγώ, ένεψε ύστερα κ’ έριξε μπροστά της μια ματιά, που χάθηκε στη σκοτεινιά που έπεφτε στην κάμαρα. Για το Στέφανο μόνο δε χάθηκε· την είχε εμπρός του όλη την ώρα έπειτα εκεί που γύριζε στο σπίτι βαδίζοντας σκυφτός κοντά στη θάλασσα. [Επεξεργασία] ΧΧΙ Ο παπάς τελείωνε τη λειτουργία στο εξωκλήσι της ακρογιαλιάς όταν σταμάτησε στην πόρτα του το αμάξι με την Ευανθία, το Στέφανο και την κυρία Κατίγκω. Ήρθαν αργά γιατί και ο Στέφανος και η Ευανθία άργησαν να ετοιμαστούν. Έπειτα η κυρία Κατίγκω θυμήθηκε στο δρόμο πως δεν είχε αφήσει της μαγείρισσας βούτυρο για το ραβανί, που είχε ζητήσει ο κύριος Γιάγκος για το μεσημέρι. - Δεν μπορώ· ο πατέρας σου το περιμένει, είπε στο Στέφανο η κυρία Κατίγκω. Έπρεπε να γυρίσουν. Στην εκκλησία ήταν μονάχες η γιαγιά με τη Μαρίκα. Η κυρία Αγλαΐα, όταν πήγαν να την ξυπνήσουν, δεν μπόρεσε να σηκωθεί. - Στη νομαρχία δεν ανοίγαμε εξωκλήσια, είπε της Μαρίκας, αλλά η Μαρίκα είπε μόνο της γιαγιάς: - Η μαμά έχει πονοκέφαλο. Και ήρθε πρωί πρωί μαζί της. Το πρωί ήταν ψυχρό και υγρό, τα δέντρα νοτισμένα, και κάτω στο ακρογιάλι απλώνονταν ωχρόσκουρες λουρίδες καταχνιάς. Η γιαγιά είχε ταμένο να πάνε με τα πόδια, και η Μαρίκα τυλίχτηκε στο επανωφόρι της κα βάδιζε. Καθώς περνούσαν κάτω από τα δέντρα δεν έβλεπε τον ίσκιο της, μα όταν βγήκανε στο λόφο τον ξαναείδε που σερνόταν σταχτερός κοντά στο μαύρο της γιαγιάς. Νόμιζε πως ερχόταν η ίδια πίσω και τον έβλεπε. Κατέβαιναν το λόφο μόνες· δεν περνούσε γύρω τους κανείς και δε μιλούσαν και οι δυο. - Κουράστηκες; ρώτησε μόνο μια στιγμή η γιαγιά. - Όχι, της ένεψε η Μαρίκα. - Όχι γιαγιά, της ξαναείπε και κατέβηκαν πάλι το λόφο σιωπηλές. Στο ακροθαλάσσι κάτω άσπριζε το εκκλησιδάκι μες στα πεύκα και παραμπρός του υψώνονταν δυο κυπαρίσσια ορθά, σταχτερά μες στο θολό πρωί. Σε λίγο όμως η Μαρίκα στάθηκε. - Κουράστηκες; την ξαναρώτησε η γιαγιά. Αλλά η Μαρίκα δεν απάντησε. Κοίταξε μόνο πίσω σα να ήθελε να δει αν είχε σταματήσει ο ίσκιος της. - Όχι, γιαγιά, είπε τότε και κοίταξε πάλι μπροστά της κάτω. Η καταχνιά είχε συρθεί, είχε απλωθεί πιο χαμηλά στη θάλασσα. - Όχι, γιαγιά, είπε ξανά και ξανακίνησε. Τα κυπαρίσσια υψώνονταν μπροστά τους κάτω πάντα σταχτιά και ασάλευτα. Όταν τα έφτασαν και πέρασαν κοντά τους, η Μαρίκα άκουσε που ψιθύριζαν στους κλώνους τους πρωινά πουλιά. Μα δε σταμάτησε· μπήκε στην εκκλησία μαζί με τη γιαγιά. Και όταν ήρθαν έπειτα η Ευανθία και ο Στέφανος, είδαν τη σταχτερή μορφή της ορθή σκυφτή και χαμένη μέσα στο αχνό γαλάζιο νέφος του λιβανιού που γέμιζε την εκκλησία. Γύρισαν άθελα και κοιταχτήκαν καθώς στάθηκαν πίσω της, ενώ η κυρία Κατίγκω πήγε στο πλάι της γιαγιάς. Η Μαρίκα φάνηκε πως τους ένιωσε, μα δεν κινήθηκε. ΄Εμειναν μερικές στιγμές σκυφτοί και οι δυο. Έπειτα η Ευανθία έδειξε του Στέφανου τον ψάλτη. Καθώς έμπαιναν πρωτύτερα της χτύπησε ευθύς στα μάτια η χοντρή κόκκινη μύτη του· και γέλασε. Μα η κυρία Κατίγκω της ένεψε και σώπασε. Και τώρα την έδειξε πάλι στο Στέφανο. Έπειτα τον σκούντησε πάλι να προσέξει πως ο ψάλτης έψελνε κλαυτά σα να νιαούριζε. - Ναι, της είπε ο Στέφανος και ξαναγύρισε πάλι το βλέμμα εμπρός του. Η Μαρίκα έμενε πάντα σκυφτή στην ίδια θέση. Είχε σταθεί κοντά στο μανουάλι που έκαιαν τα κεριά· στη μέση μια λευκή ψηλή λαμπάδα, γύρω μικρότερα λευκά και κίτρινα κεριά. Ο Στέφανος έριξε κει μια ματιά· η λαμπάδα είχε μισοκαεί, είχε λυγίσει, αλλά δεν έσταζε κάτω στις πλάκες, όπως τα κίτρινα μικρά κεριά. Όταν τα κεριά έγερναν ή έλιωναν, πήγαινε και τα σήκωνε ή τα έσβηνε η γιαγιά· όσο που έσβησαν όλα κ’ έμεινε κ’ έκαιε η λαμπάδα μόνη. Έκαιε κ’ έλιωνε χωρίς να στάζει, και ο Στέφανος την κοίταζε πως έκαιε και φωτούσε χλωμά το μαυρισμένο τέμπλο, που χρυσογλυμμένο κάποτε, τώρα κοκκίνιζε θαμπά και ξέθωρα στην κίτρινη αχνή λάμψη των καντηλιών που κρέμονταν μπρος στις εικόνες του. Η Ωραία Πύλη, ανοιγμένη εκείνη τη στιγμή, έδειχνε το ιερό βαθιά με φως θαμπότερο· ο παπάς σάλευε μέσα αόριστη σκιά και ο Στέφανος κοίταζε τώρα εκεί περίεργα σα να έβλεπε κάτι που ήξερε πως το είχε ξαναδεί, αλλά και του φαινόταν πως τώρα το πρωτοέβλεπε. Ο ψάλτης όμως στο πλευρό του μουρμούριζε κλαυτά, μουρμούριζε ενοχλητικά· και ο παπάς καθώς κινούσε μέσα στο θαμπό φως τα χέρια κ’ έσκυβε και ξανασήκωνε και ξαναέσκυβε το σώμα και κινούσε κάτι εμπρός του σα να το άπλωνε, σα να το τίναζε, του έκαμε έξαφνα μια εντύπωση σαν κωμική. Αλλά δε γέλασε, αν κ’ ένιωσε την Ευανθία που γελούσε πλάι του. Δε γέλασε, γιατί μια λάμψη κινήθηκε μες στο ιερό. Και είδε πως η Μαρίκα σήκωσε έξαφνα το πρόσωπο· το σήκωσε και κοίταξε σα να είχε πέσει η λάμψη απάνω της. Την ώρα αυτή ύψωνε κι ο ψάλτης τη φωνή και ο παπάς απλώνοντας το χέρι έσυρε το παραπέτασμα, σα να έφραζε τα άδυτο από τα βλέμματα του Στέφανου. Ο Στέφανος δεν έκαμε να κινηθεί. Άκουσε μόνο πως ο ψάλτης κάτι ξαναψιθύρισε σιγά και ο παπάς απάντησε κρυμμένος τώρα στα βάθη του ιερού. Έγινε για στιγμές σιγή και όλοι έσκυψαν το μέτωπο. Ο Στέφανος ένιωσε πως το έσκυψε κι αυτός. Όταν το ξανασήκωσε είδε κοντά του γονατισμένη τη γιαγιά και πλάι της σκυφτή και την κυρία Κατίγκω. Μα η Μαρίκα εμπρός του ήταν χαμένη. Ο παπάς είχε έβγει εμπρός στην πύλη και θυμιάτιζε, και ο καπνός του λιβανιού έπεσε πυκνό σύννεφο απάνω της και τη σκέπασε, την έκρυψε. Μα εμπρός στο σύννεφο του λιβανιού έλαμψε φωτεινά μ’ ένα φανταστικό παιγνιδιστό αντιφέγγισμα το φόρεμα της Ευανθίας. Ήταν πράσινο, αλλά εμπρός στο Στέφανο έπαιξε πορφυρό, ρόδινα πράσινο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια ευθύς, σα να μην ήθελε να δει· γύρισε κ’ έβλεπε στο τέμπλο εμπρός του. Ξυσμένη, μαυρισμένη στην παλιά κορνίζα της ήταν εκεί η μητέρα του θεού. Μισόσβηστο το πρόσωπό της, και το φόρεμα ξεθωριασμένο· άσβηστη έμενε μόνο η όψη του παιδιού με το χαμόγελο στα χείλη και τα μεγάλα μάτια του. Στο χέρι του μόλις ξεχώριζε πια η σφαίρα που κρατούσε το παιδί, μα κάτω κάτω στην εικόνα έμενε αμαύριστο το πόδι της μητέρας που πρόβαλε από το ξεβαμμένο μπλάβο φόρεμα, και φαινόνταν ζωηρά τα ξεπεταγμένα μάτια και τα κόκκινα γλωσσίδια του φιδιού που συντριβόταν κάτω από το πόδι, πατημένο με το μεγάλο δάχτυλο. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί έμεινε στιγμές πολλές βλέποντας την εικόνα αυτή. Όταν έστρεψε, η Ευανθία τον κοίταζε παράξενα. Το φόρεμά της δεν έλαμψε τώρα μπροστά του πράσινο· είδε μόνο το πρόσωπό της πορφυρό καθώς αντίκρυσε τα μάτια της. Και σα να αισθάνθηκε κάτι με μιάς, ο Στέφανος πήρε και πάλι ευθύς το βλέμμα του. Από το τέμπλο, από την κορυφή ψηλά της Πύλης είδε ένα μάτι που τον κοίταζε· ένα μάτι όχι από πρόσωπο, μα μόνο από μια κόχη ενός ματιού. Ξεβαμμένο, θαμπό κι αυτό όπως το τέμπλο, όμως ο Στέφανος το είδε φωτεινό, ζωηρό το είδε στυλωμένο απάνω του. Κ’ έστρεψε μπρος του· η Μαρίκα φάνηκε μέσα στο σύννεφο του λιβανιού γονατιστή. Κ’ έξαφνα αισθάνθηκε και ο ίδιος κάτι σα λύγισμα στα γόνατα. Μα η γιαγιά και η κυρία Κατίγκω είχαν σηκωθεί, και το σύννεφο του λιβανιού είχε σκορπίσει ολόγυρα από τη Μαρίκα. Την είδε που στεκόταν πάλι ορθή και ακίνητη, κ’ έμενε ακίνητος κι αυτός με τα μάτια απάνω της. Όσο που ξαναγύρισε η Ευανθία πάλι· της ξαναέπεσε στο βλέμμα η κωμική μορφή του ψάλτη που έλεγε τώρα γοργά και βιαστικά το τελευταίο τροπάρι του. Και γύρισε στο Στέφανο για να γελάσει. Και γέλασε. Μα ο Στέφανος δεν πρόσεξε. Μπροστά του είχε η Μαρίκα κινηθεί· κινήθηκε ένα βήμα εμπρός κ’ έμεινε κει με το κεφάλι ορθό, μα έπειτα ξαναπροχώρησε ίσια στην Πύλη όπου είχε έβγει και στάθηκε ο παπάς κρατώντας το δισκοπότηρο στο χέρι. Ο ψάλτης μουρμούριζε κοντά στο Στέφανο, μουρμούριζε κλαυτά, ενοχλητικά, μα ο Στέφανος δεν άκουε. Έβλεπε τη Μαρίκα που είχε ανέβη ένα σκαλί κ’ έσκυψε πάλι εκεί το πρόσωπο και πρόσμενε. Πρώτη κοινώνησε η γιαγιά, η Μαρίκα έπειτα. Ο Στέφανος την είδε πως πλησίασε τα χείλη της αργά και τ’ άνοιξε σιγά· και κύκλοι κίτρινοι πολλοί, χλωμοί απλώθηκαν εκεί τριγύρω της στα μάτια του. Όταν έσβησαν, είδε πως η ψηλή λευκή λαμπάδα έκαιε ακόμη στο μανουάλι πίσω της. Στάθηκε και την κοίταζε που έκαιε· έκαιε σα γερμένη απάνω της. ………. Άμα βγήκαν έξω, το βλέμμα της Μαρίκας είχε μια λάμψη αλλιώτικη. Μα όταν πλησίασε το Στέφανο, ο Στέφανος σα να είχε καρφωθεί στη θέση του· η Μαρίκα, ορθή μπροστά του, τυλιγμένη στο σταχτί επανωφόρι της, του ήταν σαν άλλη. Πίσω της υψώνονταν στο σταχτερό ουρανό τα κυπαρίσσια ακίνητα· στεγνά, βαριά και μαύρα φάνηκαν του Στέφανου· και η Μαρίκα εκεί μπροστά του τού ήρθε μια στιγμή πως ήταν ο ίσκιος τους. Μα η κυρία Κατίγκω πλησίασε τη Μαρίκα και αφού τη φίλησε: - Παιδί μου, πώς είσαι; τη ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος έριξε απάνω της τα μάτια ασάλευτα· και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή και χαμογέλασε. Η κυρία Κατίγκω έμεινε σαν ξεχασμένη. - Ελάτε, τον καφέ σας, είπε έπειτα και πήρε τη Μαρίκα. Η υπηρέτρια είχε σερβίρει τον καφέ στο πέτρινο τραπέζι εμπρός στο εκκλησιδάκι, και η Ευανθία έδινε το φλιτζάνι στον παπά, όταν πλησίασε η κυρία Κατίγκω με τη Μαρίκα. Στάθηκαν κ’ έπιναν ορθές και οι δυο, και αντίκρυ τους ο Στέφανος. Η Ευανθία ήρθε και θύμισε πάλι στο Στέφανο την κόκκινη μύτη του ψάλτη κ’ έσκυψε έπειτα και το ψιθύρισε και της κυρίας Κατίγκως. - Τρελή, είπε σιγαλά η κυρία Κατίγκω, ενώ η Ευανθία γελούσε. - Μη δείχνεις, μη γυρίζεις, της ξαναψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, σα να φοβήθηκε μήπως τη νιώσει ο ψάλτης πως γέλασε γι’ αυτόν: - Για δέτε, είπε αμέσως κ’ έδειξε στο λόφο απέναντι. - Για δέτε κει! Όλοι γύρισαν και κοίταξαν. Στην πλαγιά ψηλά του λόφου φαινόνταν μερικές μορφές που μόλις ξεχώριζαν καλά πως ήταν άνθρωποι. Φαινόνταν σα να στέκονταν σε κύκλο και τριγύριζαν μπροστά τους κάτι που δεν το έβλεπαν τι ήταν. Όταν τις έδειξε η Ευανθία, έμειναν ακίνητες· έπειτα όμως άλλες έσκυψαν, άλλες κινήθηκαν· έπειτα πάλι στάθηκαν, και τώρα έμοιαζαν σα να τίναζαν εκείνο που κρατούσαν· ύστερα έσκυψαν ξανά σα να το άπλωσαν κάτω, μα πάλι ξανασηκώθηκαν και ξαναέμειναν ορθές, ασάλευτες τριγύρω του. - Παράξενο! τι να είναι; τι να κάνουν; ψιθύρισαν κ’ έμεναν όλοι και κοίταζαν σα να έβλεπαν μυστήριο. Μα ο ψάλτης που πρόσεξε τι κοίταζαν: - Είναι βαφιέδες· απλώνουν καλεμκεριά για να στεγνώσουν, τους εξήγησε. Όλοι πήραν αδιάφορα από κει τα μάτια. Μόνη η Μαρίκα έμεινε ακόμη γυρισμένη εκεί και κοίταζε, σα να μην άκουε ή σα να μη θέλησε ν’ ακούσει. Κοντά της έγερναν τα κλαδιά τα πεύκα, σταχτιά κι αυτά στο σταχτερό πρωί, και πέρα άπλωνε ωχρή, συννεφιασμένη η θάλασσα. Ήταν τα πεύκα που από κάτω τους είχε σταθεί λευκοντυμένη μια φορά η Μαρίκα, και ήταν η θάλασσα που έλαμπε τότε κάτω κατακόκκινη. Ο Στέφανος έμενε μπρος τους σα λησμονημένος. Μα έξαφνα πετάχτηκε μπροστά η Ευανθία. - Θεία Κατίγκω, πάμε λιγάκι παραπέρα, πάμε ως το λόφο; φώναξε και της έπιασε το μπράτσο. Η κυρία Κατίγκω, πριν απαντήσει, γύρισε τα μάτια στη Μαρίκα: ο Στέφανος είχε συρθεί κοντά της. Η Μαρίκα δε μίλησε και ξεκινήσαν. Το φθινόπωρο είχε προχωρήσει, και φύλλα λιγοστά απόμεναν στα δέντρα που άπλωναν εδώ και κει αραιά στο μικρό κάμπο τα μικρά κλαδιά τους σαν αδύνατα, μακριά, σκελετωμένα χέρια με δάχτυλα ανοιχτά, κ’ έδιναν όψη πιο μελαγχολική στη θολή μέρα. Μα κάτω στη γη είχε η χλόη κεντήσει, και πιο πέρα, ψηλότερα, όσο λιγόστευαν τα κοκκινόμαυρα ξερά αρμυρίκια της ακροθαλασσιάς, χνούδι ψιλό πρασίνιζε απαλά το χώμα και στρωνόταν, απλωνόταν πιο πράσινο και μαλακό όσο ανέβαινε στο λόφο. Καθώς πήγαινε μπροστά η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, το πράσινό της φόρεμα χανόταν κ’ έσβηνε μέσα στο πράσινο της χλόης. Και ο Στέφανος σα να την έχασε κι αυτός ολότελα από εμπρός του. Βάδιζε πίσω αργά στο πλάι της Μαρίκας κ’ έβλεπε κ’ ένιωθε μόνο τη Μαρίκα· στεκόταν όπου σταματούσε κείνη κ’ έβλεπε μόνο ό, τι αυτή κοίταζε. Μια στιγμή στάθηκε η Μαρίκα ν’ ακούσει ένα ροδάνι που γύριζε και ηχούσε με ήσυχο και αργό ρυθμό κάπου εκεί πίσω, δεν είδαν πού. Έπειτα ανέβηκε ψηλότερα και θέλησε να δη πέρα τους μύλους· τα φτερά τους δε φαίνονταν· ακίνητα όπως έμεναν, χανόνταν στο θολό αέρα της συννεφιασμένης μέρας. Παρέκει σταμάτησε και κοίταζε ένα κοπάδι ψαρών πουλιών που έφευγαν απάνω· μόλις ξεχώριζαν από τη σταχτερή τη συννεφιά ψηλά, μόλις φαινόνταν πως σαλεύαν· μια στιγμή έδειξαν σα να σταμάτησαν μετεωρισμένα. Μα έπειτα ο Στέφανος και η Μαρίκα τα είδαν που κινήθηκαν και χαμηλώσαν κ’ έγειραν κατά τη θάλασσα. - Αργοπόρησαν, ψιθύρισε η Μαρίκα. - Ναι, είπε ο Στέφανος, και προχώρησαν κι αυτοί. Παραπέρα σταμάτησαν πάλι. - Άκου, είπε ο Στέφανος. Σ’ ένα χαμόδεντρο λαλούσε κρυμμένο ένα πουλί· λαλούσε σιγαλά και η φωνή του ήταν ο μόνος ήχος που έτρεμε μελαγχολικά στην ερημιά του λόφου. - Ναι, είπε η Μαρίκα καθώς στάθηκε ν’ ακούσει. Μα το πουλί έπαψε με μιάς, και ήταν τώρα σα ν’ άκουσαν πιο μελαγχολική τη σιγαλιά του λόφου. Έπειτα άκουσαν τη φωνή της Ευανθίας πίσω από το λόφο. - Μαρίκα, την άκουσαν που φώναξε· μα η κυρία Κατίγκω δεν την άφησε να στρέψη πίσω, και είδαν μόνο ένα κλαδί που έπεσε στα πόδια τους. Ήταν κλαδί από ρείκι, και καθώς ο Στέφανος το πήρε να το δώσει της Μαρίκας, τα βιολετιά μικρούλια του άνθη έπαιξαν μπροστά της σα σπίθες φωτεινές. - Άνθισαν, είπε και κοίταξε κάτω την πλαγιά, αλλά δεν είδε παρά σταχτιά ξερόκλαδα που ανάμεσά τους πρασίνιζε μόνο το φόρεμα της Ευανθίας. Έπειτα απάντησαν κατσίκες που έβοσκαν, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Μαρίκα! Είχε σταθεί· και γύρισε και κοίταξε από κάτω. Κοίταζε απάνω προς τη Μαρίκα και το Στέφανο, όσο που στάθηκαν και κοίταξαν κι αυτοί. Ένιωσαν πως ήθελε να δείξει τις κατσίκες. Αλλά οι κατσίκες ήταν σκυμμένες κ’ έβοσκαν, και η Μαρίκα και ο Στέφανος είδαν μόνο τις σταχτερές τους ράχες μισοχαμένες στα σταχτιά κλαδιά. Μια μόνο με δέρμα θαμποκόκκινο, κεραμιδί, που στο σταχτή αέρα έπαιρνε τόνους κίτρινους, είχε σταθεί στο λόφο ολόρθη και κοίταζε· χωρίς να βόσκει. Μα ο Στέφανος και η Μαρίκα δεν είδαν πού κοίταζε· είδαν μόνο πως δεν κοίταζε τη θάλασσα. Γιατί όπως είχαν στρίψει στην πλαγιά, φάνηκε πάλι κάτω η θάλασσα. Ήταν θαμπή και μολυβένια, και απάνω της σερνότανε στο βάθος γκρίζα καταχνιά· οι βράχοι εμπρός της κοκκίνιζαν ωχρά, μα ίσκιους δεν έριχναν. Καθώς στάθηκαν και κοίταζαν, η Μαρίκα πρόσεξε πως πουθενά δεν έριχνε ίσκιο η θολή μέρα· και ο Στέφανος είδε πως τα μάτια της Μαρίκας ήταν χωρίς ίσκιο --- χωρίς άλλον ίσκιο από τους μαύρους κύκλους γύρω τους. Στιγμές στιγμές σα να χανόταν μάλιστα κι αυτοί στο φως που έχυνε το βλέμμα της. Αλλά το φως αυτό δεν ήταν φέγγος· ήταν ήμερο, γαληνό φως θαμπό, όμοιο με κείνο που έχυνε η συννεφιασμένη μέρα ολόγυρα. Σιγά σιγά η θολή μέρα σα να έπαιρνε και ξάνοιγε, και φως γλυκύτερο, πιο μαλακό φαινόταν πως ζητούσε ν’ απλωθεί χυμένο μια σαν από ψηλά μια σαν από τριγύρω, ο αέρας όμως έμενε πάντα θαμπός και η συννεφιά απλωμένη ασάλευτη, άφεγγη και σταχτερή. Για μια στιγμή ήταν σα να ξεγέλασε το Στέφανο μια βραδινή μελαγχολία· η Μαρίκα ορθή μπροστά του κοίταζε με τα μάτια σα χαμένα. Της έπιασε το χέρι και σα χαμένος σε όνειρο κι αυτός θέλησε μεμιάς να τη ρωτήσει: - Δεν είσαι πάλι ευτυχισμένη; Μα δεν τη ρώτησε· γιατί η Μαρίκα σα να τον μάντεψε, τον έκαμε να σταματήσει. Την είδε που είχε τα μάτια βυθισμένα κάτω στη θάλασσα και τους γιαλούς που ανοίγονταν σε σκοτεινούς κόλπους και άπλωναν σε γραμμές χαμένες θολά και αόριστα στη συννεφιά. Ήταν σα να σκοτείνιαζε, κ’ έπεφτε σιγαλά το βράδυ --- ένα βράδυ θολό και σιωπηλό που ακολουθούσε και σφράγιζε μια μέρα που πέρασε γοργά και ανώφελα κ’ έσβηνε τώρα αργά και μελαγχολικά. Αυτό τα αίσθημα είχε ο Στέφανος· μα καθώς αντίκρυσε τα μάτια της Μαρίκας, του φάνηκε πως είδε ν’ ανοίγεται μπροστά σ’ αυτά μια άλλη εικόνα --- μια εικόνα φαιδρή και φωτεινή· του φάνηκε σα να είδε να έτρεμε μπροστά τους ένα ασυννέφιαστο χλιαρό φθινόπωρο με φωτεινούς γιαλούς, με ρόδινα νερά και απαλό, χλιαρό, διάφανο αέρα. Και είδε κι ο ίδιος να φέγγη κάτω η αμμουδιά και είδε τους βράχους μενεξελείς και σαν ανάερους, και πέρα χρυσή και πορφυρή τη θάλασσα· και τη Μαρίκα ν’ ανοίγει απάνω τους τα χέρια σα φτερά. Κ’ έξαφνα σε μια άκρη κάτω χαμηλά μακριά ξεχώρισε το παλιό Χάλασμα, όμως το είδε σταχτερό και μαυρισμένο μπροστά στη σκοτισμένη θάλασσα· και είδε τη Μαρίκα που το κοίταζε κι αυτή. Αλλά τα μάτια της Μαρίκας τώρα δεν έλαμπαν και τα χέρια της δεν ήταν τεντωμένα πέρα σα φτερά για να πετάξουν· ήταν ριγμένα κάτω ακίνητα και κρέμονταν σαν κουρασμένα. Και κοίταζαν και οι δυο το Χάλασμα σα να το έβλεπαν πρώτη φορά με μάτια αλλιώτικα, με μάτια αγνώριστα, με μάτια ξένα· το κοίταζαν σα να το έβλεπαν πρώτη φορά παρατημένο μόνο κ’ έρημο στον έρημο και σκοτεινό γιαλό. Εκεί γύρισε σιγά, αργά η Μαρίκα. Και αφού τον κοίταξε: - Ξέρεις, του είπε έξαφνα, γιατί άνοιξε η γιαγιά την εκκλησία; Ο Στέφανος ταράχτηκε, σα να ένιωσε μεμιάς δυσάρεστο αίσθημα. - Γιατί η μητέρα σου φιλιώθηκε με τη δική μου, είπε ξανά η Μαρίκα, και του Στέφανου του φάνηκε πως είδε ένα χαμόγελο στα χείλη της. Κ’ ενώ ζητούσε να το εξηγήσει, η Μαρίκα πρόσθεσε σιγότερα: - Τι καλή που είναι. Και δείχνοντας στο λόφο επάνω: - Δες την πώς κάθεται. Ο Στέφανος δεν είχε προσέξει πριν, και τώρα ξαφνίστηκε όταν είδε τη γιαγιά που είχε καθίσει στο λόφο πίσω τους. - Ερχότανε μαζί μας και κουράστηκε, είπε η Μαρίκα. Και σα να είχε κουραστεί κι αυτή, έσκυψε σιγά και κάθισε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές ορθός κ’ έβλεπε τη γιαγιά που έγερνε το κεφάλι της σκυφτό, ακίνητο και τυλιγμένο στο μαύρο του μαντίλι. Έπειτα έσκυψε και κάθισε κι αυτός πλάι στη Μαρίκα. Κ’ έμειναν σιωπηλοί και οι δυο. Δεν έβλεπαν μπροστά τους άλλο από τη σταχτερή πλαγιά και πέρα τη μολυβένια θάλασσα. Η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, σα να είχαν χαθεί κάτω στη λαγκαδιά, δεν ξαναφάνηκαν. Μα έξαφνα ο Στέφανος και η Μαρίκα εκεί που κάθονταν και σώπαιναν, άκουσαν τη φωνή τους που ανέβαινε σμιχτή από βαθιά από κάτω. Τραγουδούσαν μαζί και οι δυο, κ’ έφτανε απάνω το τραγούδι τους τρεμουλιασμένο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο, προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Όταν έσβησε, η Μαρίκα είδε το Στέφανο που έσκυψε χαμηλότερα το μέτωπο. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Όταν ανέβηκαν πάλι στο λόφο η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω ήτα φαιδρές και οι δυο· και όταν γύριζαν έπειτα στο σπίτι με το αμάξι, η Ευανθία γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα. Θυμήθηκε με τη σειρά την κόκκινη μύτη του ψάλτη, το μονύελο του λοχαγού της Πρίφτη και τα πρασινοκόκκινα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Μα είδε πως δε γέλασε η κυρία Κατίγκω, και γύρισε τ’ αστείο σ’ ένα φίλο του Στέφανου χλωμό και θλιβερό, που είχαν απαντήσει στην πλατεία χτες με την κυρία Κατίγκω. - Μας λιποθύμησε. Και η Ευανθία μιμήθηκε τη σβηστή ψόφια φωνή του και μ’ ένα μορφασμό δοκίμασε να δείξει πώς κοίταζαν τα μάτια του: - Σα μυρμηγκιού· τι σιχαμένος! Τι είναι αλήθεια; - Ποιητής, της είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία σα να μην εννόησε αμέσως. Μα έπειτα: - Γι’ αυτό του κρέμονται τα πανταλόνια, γέλασε κ’ ενώ η Μαρίκα την κοίταξε έξαφνα. - Ξέρεις, γύρισε σ’ αυτή, εκεί που τον έβλεπα μπροστά μου είχα το φόβο πως θα του πέσουν. Γέλασαν όλοι και μαζί τους και η Μαρίκα. Έπειτα η Ευανθάι αστειεύθηκε μ’ ένα φόρεμα που είδε σε μια στο δρόμο, έπειτα πάλι γέλασε με τις κίτρινες γκέτες που φορούσε μια άλλη. - Πρόστυχη φαίνεται, ψιθύρισε. - Γυναίκα μαρμαρά, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα όταν περνούσαν στην πλατεία, τα μάτια της Ευανθίας πρόσεξαν με σεβασμό την τουαλέτα μιας κυρίας. - Μια τέτοια μωβ ταγιέρ θα κάνω, γύρισε και είπε της κυρίας Κατίγκως. Κ’ έπειτα έξαφνα κοιτάζοντας και τη Μαρίκα: - Τι ωραία που είναι η νέα καφέ ωλαί ζακέτα της Φιφίκας· ε, θεία Κατίγκω; Και βλέποντας και πάλι τη Μαρίκα. - Με τρεις σειρές κόκκινο κέντημα στη μέση, στο γιακά και στα μανίκια. Η Μαρίκα δε μίλησε, και η Ευανθία γύρισε έξω και ζήτησε να βρει κάτι άλλο να γελάσει. Μα όταν γύρισαν στο σπίτι, έχασε με μιας τη όρεξη· η γιαγιά δεν την άφησε να πάει με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Αγλαΐα είχε ακόμα πονοκέφαλο, κ’ έμειναν με τη Μαρίκα μόνες. Μια δυο στιγμές παρουσιάστηκε ο παππούς στην πόρτα και κοίταξε, μα δεν μπήκε μέσα· έμπαινε κ’ έβγαινε μόνο η γιαγιά. Ευανθία έστειλε το απόγευμα και πήρε το φιγουρίνι της Φιφίκας κ’ έσκυψε στο τραπέζι και το ξεφύλλιζε· η Μαρίκα έβγαλε τον παπαγάλο από το κλουβί και τον άφησε να κρύβεται τριγύρω στις γωνιές και να της φωνάζει: - Φλώρα, Φλώρα! Η Μαρίκα έκανε πως τον ζητούσε αλλού. - Φλώρα! έκραζε ο παπαγάλος πάλι και ξανακρυβόταν. Έπαιξε έτσι κάμποσο μαζί του όσο που βαρέθηκε· έπειτα κάθισε και κοίταζε έξω· κοίταζε το θολό φως που έτρεμε γύρω από τα ξερά κλαδιά της λεύκας στο παράθυρο. Εκεί η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι και δείχνοντάς της ένα σχέδιο στο φιγουρίνι: - Αυτό θα κάνω - τι λες; τη ρώτησε. - Καλό είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα αφού κοίταξε. Έπειτα, καθώς γύρισε, είδε τον παπαγάλο που είχε έρθει σιγά και κάθισε κοντά της και την κοίταζε με ακίνητα τα στρογγυλά μικρούλια μάτια του. Ένιωσε τι ήθελε, μα δε σηκώθηκε. Έμεινε κ’ έβλεπε μια αυτόν και μια το φόρεμα της Ευανθία, σα να ήθελε να βρει ποιο ήταν πιο πράσινο. Η Ευανθία είδε τον παπαγάλο που κοίταζε έτσι κωμικά, και γέλασε. - Τον πονηρό, είπε και άπλωσε το χέρι της να τον χαδέψει. Μα ο παπαγάλος τίναξε τη μύτη εμπρός και της δάγκασε το δάχτυλο. Η Ευανθία φώναξε, και καθώς τα μάτια της αντικρυστήκαν με του παπαγάλου, η Μαρίκα είδε πως και των δυο τα βλέμματα πέταξαν μια όμοια λάμψη· μια λάμψη κίτρινη. Ο παπαγάλος πήγε στο παράθυρο και στάθηκε στο ένα πόδι ορθός και κοίταζε από κει, ενώ η Μαρίκα και η Ευανθία έμεναν αμίλητες. Πίσω τους είχε έρθει σιγά η γιαγιά και στάθηκε, μα ήταν με τις παντούφλες και δεν την κατάλαβαν. Την πρόδωσε όμως ο παπαγάλος που φώναξε «γιαγιά», και η Ευανθία γύρισε και γέλασε. Μα η γιαγιά έμενε ορθή και κοίταζε, σα να μην ήξερε γιατί είχε μπει, σα να μην ήξερε τι κοίταζε. Η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι· και το έδειξε και της Μαρίκας πάλι και στάθηκαν και οι τρεις και το κοίταζαν. Αλλά σε λίγο ακούστηκε στο διάδρομο το βήμα της κυρίας Αγλαΐας, και ο παπαγάλος πρώτος μαζεύτηκε και ζάρωσε στην άκρη στο παράθυρο. Έπειτα σύρθηκε πίσω και η γιαγιά όταν την είδε δεν την περίμενε να σηκωθεί και είχε φορέσει τις παντούφλες. Περίμενε όσο που η κυρία Αγλαΐα πήγε και στάθηκε μπροστά στις γλάστρες της, και τότε έφυγε κλεφτά από την κάμαρα η γιαγιά. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε από τις γλάστρες της στην εταζέρα, έπειτα στο μπουφέ. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία, και η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι. Η κυρία Αγλαΐα το κοίταξε. Έπειτα, όταν κάθισε, το ξανακοίταξε, αλλά δεν είπε γνώμη. Θυμήθηκε μόνο την τουαλέτα της Φιφίκας. - Άμα θυμούμαι τα κίτρινα φτερά! είπε και γέλασε. Ύστερα ρώτησε για το ταξίδι της Φιφίκας. - Τι κωμωδία! είπε και ξαναγέλασε. Η Ευανθία την κοίταξε και δε μιλούσε. Μα όταν η κυρία Αγλαΐα τη ρώτησε: - Μα δε σου είπε ποιόν θα πάρει; το λοχαγό ή το νομάρχη; - Πιστεύω, το λοχαγό, απάντησε η Ευανθία κ’ έκαμε να γελάσει. Μα η κυρία Αγλαΐα δε γέλασε. - Βέβαια, ένας νομάρχης, είπε με τόνο σοβαρό. Δεν τελείωσε· εξήγησε μονάχα τι είναι ένας νομάρχης. Και διηγήθηκε όπως πάντα για τη νομαρχία. Μα ούτε η Μαρίκα ούτε η Ευανθία πρόσεχαν πολύ. Η Ευανθία δεν έδειξε πολλή διάθεση ούτε όταν ύστερα η κυρία Αγλαΐα ξαναπήρε το φιγουρίνι και κοίταζε το φόρεμα που της έδειξε πρωτύτερα. - Ναι, ναι, ψιθύριζε μόνο ή κουνούσε το κεφάλι σ’ ό,τι της έλεγε γι’ αυτό η κυρία Αγλαΐα. Σα να είχε αλλού το νου, σα να έγινε με μιας ανήσυχη. Η Μαρίκα την πρόσεξε που πήγε στο παράθυρο, που βγήκε έξω και ξαναγύρισε και ξαναβγήκε. Και μια στιγμή που έπιασε τα μάτια της που κοίταζαν στην πόρτα, γύρισε και την κοίταζε κι αυτή σα να μην ήθελε να κρύψει γιατί την κοίταζε. [Επεξεργασία] ΧΧΙΙΙ Ευανθία περίμενα άδικα· ο Στέφανος δεν πήγε. Ξεκίνησε να πάει, αλλά σταμάτησε στο δρόμο· μπροστά στη θάλασσα. Η μέρα πήρε προς το βράδυ και ξεθόλωνε, και η θάλασσα είχε γίνει κίτρινη στο μάκρος· μπροστά όμως έμενε σταχτιά, σταχτιά και μελαγχολική. Μερικά καΐκια αραγμένα με τα πανιά ριχτά φάνηκαν του Στέφανου σαν ξεχασμένα, πεταγμένα έρημα εκεί κ’ έκαναν το ακρογιάλι πιο σκοτεινό και θλιβερό. Έφυγε κείθε, μα στην πλατεία απάντησε το φίλο του ποιητή πιο θλιβερό. Δεν πρόσεξε τι του μιλούσε, πρόσεξε μόνο τα πανταλόνια του που κρέμονταν· και θυμήθηκε το αστείο της Ευανθίας, αλλά δε γέλασε. Έξαφνα είδε την κυρία Κατίγκω που περνούσε μαζί με τη Φιφίκα. Άφησε κείνον και πλησίασε αυτές. Μα η κυρία Κατίγκω μίλησε αμέσως για την Ευανθία, και η Φιφίκα ρώτησε: - Τι κάνει αλήθεια η Ευανθία; Ο Στέφανος την κοίταξε. Μόλις κρατήθηκε και δεν τη ρώτησε: τι κάνει ο λοχαγός. Ξαφνικά όμως μίλησε για τον κύριο νομάρχη. Και τις άφησε και κείνες και προχώρησε. Μα όταν πλησίασε στο σπίτι της Μαρίκας, ξανασταμάτησε σα να θυμήθηκε κάτι έξαφνα. Το σπίτι το έκρυβαν σχεδόν τα πεύκα, φαινόταν μόνο η σιδερένια πόρτα της αυλής. Στάθηκε και την κοίταζε, μα δεν πλησίασε. Προχώρησε στο δρόμο· και σε λίγο βρέθηκε πάλι μπροστά στη θάλασσα. Ήταν ακόμα σκοτεινή, το μάκρος όμως έφεγγε τώρα χρυσοκόκκινο, και ο ουρανός στην άκρη πέρα είχε βαφεί ολοπόρφυρος. Ο Στέφανος κάθισε. Βράδιαζε πάντα, και βάρκες ψαράδικες έφταναν μια μια και άραζαν στο γιαλό και κατέβαζαν τα πανιά. Ο Στέφανος κοίταζε ακίνητος. Λίγοι περίεργοι και παιδιά τριγύριζαν τις κόφες που οι ψαράδες αράδιασαν στην αμμουδιά. Έπειτα σκόρπισαν τα παιδιά· δυο τρία ήρθαν και στάθηκαν μπροστά του και τον κοίταζαν, ύστερα έκαμαν πέρα και πετούσαν πέτρες στο νερό. Έπειτα πέρασε μπροστά του μια ολόκληρη σειρά γυναίκες· οι ψαράδες γύρισαν και τις κοίταζαν καθώς πηγαίναν στη γραμμή δυο δυο, σα στρατιώτες. - Έρχονται από το βουνό· σπάζουνε πέτρες στα νταμάρια, είπε από πίσω το παιδί του καφενείου χωρίς κανείς να το ρωτήσει. Ο Στέφανος είδε που πέρασαν μπροστά του και του φάνηκε πως πρόσεξε τις τελευταίες: φορούσαν κίτρινα μαντίλια και χοντρά άσχημα παπούτσια. Έπειτα πέρασε ένας αξιωματικός καβάλα· ήταν καμπουριασμένος και φαίνονταν τα δόντια του, όμως δεν ήταν ο λοχαγός της Πρίφτη. Ο Στέφανος τον είδε πως σπιρούνισε μπροστά του το άλογο και χάθηκε. Είχαν χαθεί και τα παιδιά, και οι ψαράδες σήκωσαν τις κόφες τους. Έμεινε μπρος η θάλασσα μονάχα και τα σύννεφα, και ο Στέφανος ξεχάστηκε πάλι μπροστά στα σύννεφα. Πυκνά, γαλαζιομέλανα άπλωναν γύρω στην κοκκινάδα του ουρανού σε αόριστες μορφές και σχήματα, και άλλαζαν, έφευγαν και χάνονταν σαν τους ψαράδες, τα παιδιά και τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα και χάθηκαν. Ο Στέφανος ξεχάστηκε, σα να μην ήθελε να δει· και όμως είδε κει ψηλά πώς ένα σύννεφο αραίωνε αγάλι αγάλι κ’ έπαιρνε μορφή· άλλαζε χρώμα, σχήμα, γινότανε σταχτί έπειτα βιολέτινο, έπειτα μενεξεδένιο, γινότανε πουλί μεγάλο με απλωτά φτερούγια έπειτα έμενε ακίνητο σαν ήσυχο ροδόχρυσο βουνάκι στην ακρογιαλιά, όσο που έγινε πάλι μακρύ καράβι και κίνησε ν’ ανοίξει τα πανιά, να φύγει και να χαθεί μέσα στην κοκκινάδα σα μέσα σε πυρωμένο πέλαγο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια· δεν ήθελε να δει. Δεν ήθελε να δει, όπως δεν ήθελε να θυμηθεί. Και θυμήθηκε τις τελευταίες από τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα μπροστά του· θυμήθηκε πως ήταν νέες και πως φορούσαν άσχημα χοντρά παπούτσια. Έπειτα όμως θυμήθηκε με μιας ό, τι δεν ήθελε να θυμηθεί, ό, τι θυμήθηκε πρωτύτερα όταν σταμάτησε απέναντι στην πόρτα με την ξερή γαζία μπροστά. Είχε συρθεί ως εκεί σα να μην ένιωθε πώς σύρθηκε. Μα όταν είδε ξαφνικά την πόρτα θυμήθηκε με μιας κ’ έφυγε αμέσως, όπως έφυγε αμέσως και το μεσημέρι από το σπίτι, που μόλις μπήκε μέσα, τον πλησίασε σιγά η κυρία Κατίγκω και πιάνοντας τον ώμο του: - Την κράτησε η γιαγιά, του είπε μελαγχολικά. Ο Στέφανος έκαμε αμέσως κίνημα. Έπειτα του είπε πάλι σιγαλά η κυρία Κατίγκω: - Είδες πώς ήταν σήμερα η Μαρίκα; Ο Στέφανος μ’ ένα άλλο κίνημα την κάρφωσε στη θέση της. Τον ένιωσε και σώπασε. Σώπασε φοβισμένη και ο Στέφανος έφυγε ευθύς. Μα έπειτα που την ξαναβρήκε στην πλατεία με τη Φιφίκα, η πρώτη λέξη της ήταν η ίδια πάλι. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως είπε της Φιφίκας για τον κύριο νομάρχη, και τώρα του φάνηκε σα να μετάνιωσε γιατί το είπε. Δεν του άρεσε· δεν ήθελε να μετανιώσει - δεν ήθελε να θυμηθεί. Κοίταξε μπρος του. Του είχε φανεί πως ξαναήρθαν εκεί πάλι τα παιδιά. Δεν ήταν τα παιδιά, ήταν στη διπλανή ταβέρνα που ψιθύριζαν σιγαλές φωνές. Έπειτα ήρθαν δυο ψαράδες και στάθηκαν κοντά του ορθοί κ’ έβλεπαν πέρα· η θάλασσα ήταν τώρα κίτρινη βαθιά, μα ο ουρανός στο βάθος έμενε πάντα πορφυρός σαν πύρινος, σα ματωμένος. - Θα έχομε αέρα, του είπε σιγά απλώνοντας το χέρι πέρα ο ένας ψαράς. Ο άλλος δε μίλησε, μα ο Στέφανος είδε πως πήγαν και οι δυο κ’ έσερναν τις βάρκες τους στην αμμουδιά. Τους κοίταζε· κ’ έπειτα κοίταξε πάλι τα σύννεφα. Είχαν αρχίσει και άλλα σκόρπιζαν ψηλά, άλλα έλειωναν πνιγμένα στο φλογισμένο βάθος. Μα έξαφνα ένα από αυτά, ένα πυκνό, βαρύ, μεγάλο πριν να σβήσει πήρε παράξενη μορφή σαν άλογο, σαν άτι μαύρο που χίμιζε με το κορμί του ορθό στην πορφυρή, στην αιματένια θάλασσα. Ο Στέφανος σηκώθηκε· μα πριν στρίψει και ν’ αφήσει πίσω του τη θάλασσα, το ματωμένο βάθος του ουρανού είχε αχνίσει· έγινε κίτρινο και κείνο σαν τη θάλασσα. Σιγά σιγά έπειτα από λίγο μονάχα μια θολή ωχροκίτρινη χλωμάδα έτρεμε ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. Και ο Στέφανος καθώς της έριξε στερνή ματιά ενώ γύριζε στην πόλη, αισθάνθηκε πως ανατρίχιασε. Το βράδυ βρήκε πάλι την κυρία Κατίγκω μελαγχολική. - Δεν την άφησε πάλι η νονά, του είπε και τον κοίταξε. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Δεν πήγες; τον ρώτησε ύστερα από λίγο. - Σε περίμενε, ξαναψιθύρισε, μα αμέσως πρόσθεσε: - Η Μαρίκα. Τον είδε όμως που γύρισε τα μάτια αλλού, και σώπασε κι αυτή. Μα υστερότερα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Αλήθεια, Στέφανε, είπε ξανά, τι ήταν εκείνο που είπες της Φιφίκας; Και ο Στέφανος γυρίζοντας σα να θυμήθηκε: - Τι είπα; ρώτησε. - Για το νομάρχη. - Α ναι, για το νομάρχη. Και ο Στέφανος την κοίταξε: - Αστεία --- αστεία. Μα έπειτα γέλασε έξαφνα, γέλασε περίεργα. Και πλησιάζοντας την κυρία Κατίγκω: - Γι’ άκου, μητέρα, της είπε σιγαλά, τι λες, ο κύριος νομάρχης δε θα ήτανε καλός για τη …. ; Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω άνοιξε τα μάτια και περίμενε: - … την Ευανθία, συμπλήρωσε με μιάς ο Στέφανος. Η κυρία Κατίγκω έμεινε με ανοιχτά τα μάτια. Έμεινε μια στιγμή, έπειτα βγήκε άφωνη έξω. Ο στέφανος την κοίτ
Ο Αργύρης Εφταλιώτης (1849-1923) (ψευδώνυμο του Κλεάνθη Μιχαηλίδη) γεννήθηκε στο Μόλυβο της Λέσβου, γιος του δασκάλου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη. Στη γενέτειρά του πέρασε τα παιδικά και μαθητικά χρόνια του και πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο ιδιωτικό σχολείο του πατέρα του. Το 1866 πέθανε ο πατέρας του και ο δεκαεφτάχρονος τότε Αργύρης ανέλαβε να συνεχίσει τη διδασκαλία των συμμαθητών του ως το τέλος της χρονιάς. Το 1866 ξενιτεύτηκε λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε η οικογένειά του. Εργάστηκε αρχικά στην Πόλη, κοντά στον τραπεζίτη αδερφό της μητέρας του και κατόπιν στο Μάντσεστερ της Αγγλίας, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Αλέξανδρο Πάλλη και τον Δ.Π.Πετροκόκκινο και εντάχτηκε στον πυρήνα του δημοτικιστικού κινήματος. παράλληλα υπήρξε ενεργό μέλος του ελληνικού φιλολογικού συλλόγου Λόγιος Ερμής του Μάντσεστερ, πραγματοποίησε ομιλίες, μελέτησε τους αρχαίους έλληνες κλασικούς, καθώς επίσης άγγλους και γάλλους λογοτέχνες και μπήκε σε λόγιους και λογοτεχνικούς κύκλους. Η εμπορική του σταδιοδρομία στην Αγγλία υπήρξε επιτυχημένη και σύντομα άνοιξε κατάστημα με τη δική του επωνυμία. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 1870-1880 προσλήφθηκε στον εμπορικό οίκο των αδελφών Ράλλη και εγκαταστάθηκε στο Λίβερπουλ. Εκεί παντρεύτηκε την Ελισσάβετ Γκράχαμ. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας ταξίδεψε σε διάφορες πόλεις της Αγγλίας και στη Βομβάη των Ινδιών με έξι ενδιάμεσες επισκέψεις στην Ελλάδα ως το τέλος της ζωής του. Το 1891 επισκέφτηκε το Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Ψυχάρη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του κλονίστηκε η ψυχική υγεία του και αποσύρθηκε στο Cab d' Antibes της Γαλλίας, όπου πέθανε σε ηλικία 74 χρόνων. Η είσοδος του Εφταλιώτη στο χώρο της λογοτεχνίας τοποθετείται χρονικά γύρω στο 1869 με μεταφράσεις ποιημάτων και συγγραφή πρωτοτύπων ποιητικών έργων σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως η Ελληνική Βιβλιοθήκη. Ακολούθησαν μεταφράσεις έργων των Μπάιρον και Μακώλεϋ. Το 1889 με προτροπή του Αλέξανδρου Πάλλη που στάθηκε στενός φίλος και πνευματικός οδηγός του πήρε μέρος στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό με τη συλλογή του Τραγούδια ξενιτευμένου, που τιμήθηκε με έπαινο. Τον επόμενο χρόνο πήρε ξανά μέρος στον ίδιο διαγωνισμό με τις συλλογές Ο καθρέφτης του πύργου μου και Αγάπης λόγια, δε βραβεύτηκε ωστόσο, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση μεταξύ άλλων και του Παλαμά, ο οποίος επαίνεσε το έργο του Εφταλιώτη, απέδωσε την αδικία κατά του ποιητή στο ότι η γλώσσα του ήταν δημοτική και εναντιώθηκε στον τότε εισηγητή της κριτικής επιτροπής του Φιλαδέλφειου Άγγελο Βλάχο. Ο Εφταλιώτης συνέχισε να γράφει ποιήματα, όχι όμως συστηματικά. Από το 1891 στράφηκε συστηματικά προς την πεζογραφία, καλλιεργώντας τη δημοτική γλώσσα και εμμένοντας θεματικά στον πόνο της ξενιτιάς και τη λαχτάρα των ξενιτεμένων για την πατρίδα. Το πιο χαρακτηρηστικό πεζογράφημά του είναι οι Νησιώτικες ιστορίες, που εκδόθηκαν το 1894 και αποτελούν συλλογή ηθογραφικών διηγημάτων που δημοσίευε από το 1889 στην Εστία. Το 1900 εξέδωσε τη Μαζώχτρα και το Βουρκόλακα το μοναδικό θεατρικό έργο του (εμπνευσμένο από το τραγούδι Του νεκρού αδελφού και με στόχο την ανανέωση της νεοελληνικής δραματουργίας με θέματα από τη σύγχρονη ιστορία). Στη Μαζώχτρα ο Εφταλιώτης αποπειράται ένα πέρασμα από την απλή ηθογραφία στην ψυχογραφική διείσδυση. Έγραψε επίσης ένα μυθιστόρημα το Ο Μανόλης ο Ντελμπεντέρης. Παράλληλα από το 1892 ασχολήθηκε με τη διδακτική πεζογραφία και τις ιστορικές μελέτες, εκδίδοντας την Ιστορία της Ρωμιοσύνης (1901) και τα Ιστορικά ξεγυμνώματα (1908). Το 1914 ξεκίνησε να μεταφράζει την Οδύσσεια του Ομήρου, έργο που έμεινε ανολοκλήρωτο λόγω του θανάτου του. Τη συνέχισή του (ραψωδίες φ΄ - ω΄) ανέλαβε ο Νικόλαος Ποριώτης. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αργύρη Εφταλιώτη βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Εφταλιώτης Αργύρης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Θωμαΐδου- Μώρου Μάρθα , «Εφταλιώτης Αργύρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Μερακλής Μ.Γ., «Αργύρης Εφταλιώτης», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.262-265. Αθήνα, Σοκόλης, 1977 και Παγανός Γ.Δ. «Αργύρης Εφταλιώτης», Η παλαιότερη πεζογραφική μας παράδοση · Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Η΄ (1880-1900). Αθήνα, Σοκόλης, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Τα διηγήματα: Στρίγγλα Μάννα, Πάσχα ρωμέικο, Όνειρο στο κύμα Πώς το είχε πάθη, να καταντήση σχεδόν τρελός, κανείς δεν ήξευρεν. 'Aλλοι έλεγαν ότι του είχε προέλθει από έρωτα· άλλοι έλεγαν ότι, όταν υπηρέτει ως κληρούχος εις το πολεμικόν ναυτικόν, ο κυβερνήτης τού πλοίου, διά μικρόν πταίσμα τού είχεν επιβάλη υπερμέτρως σκληράν και βάρβαρον τιμωρίαν· άλλοι έλεγαν ότι η ιδία η μάνα του τον είχε τρελάνη, με τις στριγλιές και με τις βλασφήμιες της. Επήγαινεν ανάμεσα για χταπόδια ή για ψάρια με τις βάρκες. Αν του έδιδαν μερίδιον από την άγραν, το έπαιρνε, αν δεν του έδιδαν, δεν εζήτει. Η μητέρα του έτρεχε με τις φωνές εις τα σπίτια των ψαράδων, κ' εζητούσε διά της βίας το μερίδιον· εφώναζεν ότι αδικούσαν το παιδί της — ο Θεός κ' η γης να τους εύρη! Η γυναίκα του βαρκάρη με όρκους διεμαρτύρετο ότι δεν έβγαλεν ο άνδρας της ψάρια· ούτε γαρίδα! Η μητέρα του Ζάχου δεν τα επίστευεν αυτά, επειδή πολλάκις είχε καή η γούνα της! Αυτή η ιδία τον εβίαζε να πηγαίνη με τις βάρκες· αυτή τον ηνάγκαζε να πάη να σκάψη τ' αμπέλι – γιατί δεν είχε να πληρώση μεροκάματα· αυτή τον υπεχρέωνε να κάμνη όλες τις δουλειές. Εκείνος υπέκυπτεν εις την θέλησίν της την υπερτέραν, ως να ήτον ακόμη παιδίον. Και ήτον ως εικοσιπέντε ετών. Τον περισσότερον καιρόν, όταν δεν είχε δουλειά, ή όταν δεν του είχεν εύρη δουλειά η μητέρα του, τον επερνούσε καθήμενος επάνω εις μίαν πεζούλαν, αντικρύ εις το παραθυράκι της κουζίνας του νέου δημάρχου. Ο νέος δήμαρχος ήτον άγαμος, και είχεν αναλάβη υπό την σκέπην των πτερύγων του την δασκάλισσαν, ως ξένην και απροστάτευτον νέαν, ήτις εκατοικούσεν αντικρύ της οικίας του από τον επάνω δρόμον, παράλληλον της παραθαλασσίας αγοράς, προς την οποίαν έβλεπεν από την άλλην πλευράν η οικία τού δημάρχου. Εκεί, κάτω από τα παράθυρα της νεαράς δασκάλας και αντικρύ της δημαρχικής οικίας, εκάθητο ο Ζάχος μονοτόνως επί ώρας, κ' έπαιζε μονότονους ήχους, σχεδόν άνευ ρυθμού και μέλους με το μπουζούκι του. Εκεί, το δειλινόν θερινής ημέρας, έμελπε το άσμα· Κρέμετ' η καπότα στην αλυγαριά· ντέρτι και μαράζι κι' αναπαραδιά! Με το άσμα τούτο, και αν εζήτει να ελκύση την προσοχήν των νεαρών γειτονισσών, ακριβή συνείδησιν δεν είχε του πράγματος αλλά μάλλον, Σαούλ άμα και Δαυίδ εις τον εαυτόν του, επροσπάθει διά της μουσικής ταύτης να διασκεδάση την ιδίαν τρέλαν του. Πλην τότε, καθώς είχεν αρχίσει να τονίζη το άχαρι άσμα, μόλις παρήρχοντο ολίγα λεπτά, και ηκούετο φοβερά οξεία φωνή από το πέραν μπαλκόνι, από την άκρην της σειράς, πέντε ή εξ σπίτια πάρα-πέρα, προς το δυτικόν μέρος. – Ε! σκασμός! ...έλα γλήγορα!... Η βάρκα καρτερεί... Ο Ζάχος καταρχάς δεν έδιδε προσοχήν, ή μάλλον δεν αντελαμβάνετο ευκρινώς, κ' εξηκολούθει να παίζη το μπουζούκι του. Ήτο δειλινόν, και ήτον γλυκεία δροσίτσα εις το μπογάζι εκείνο του δρομίσκου. Με το άσμα του εβαυκάλιζε τον μεσημβρινόν ύπνον τής δασκάλας, ήτις είχε κάμη εξετάσεις και απήλαυε την άνεσιν των διακοπών, και με το άσμα του, ως με κέλευσμα, συνώδευε τα πλυσίματα των πιάτων, τα σφουγγαρίσματα, και όλα τ' ανεβοκατεβάσματα της Αμέρσας, της θεραπαινίδος του δημάρχου, η οποία ξυπόλυτη, ξεσκούφωτη, ξεκάλτσωτη, έκαμνε τις δουλειές της, και δεν εφαίνετο να δίδη προσοχήν εις το άσμα και εις τον τραγουδιστήν. Κατεδέχετο μόνον να γελά ενίοτε, όταν άλλες γειτόνισσες επείραζαν διά λόγων τον Ζάχον. Αυτή δεν του είχεν αποτείνη ποτέ τον λόγον. – Αχ! Ζάχο μου, Ζάχο! έλεγεν η Ακρίβω η Ανυφαντίνα. «Όποιος θέλη ν' αγαπήση, θέλει να χασομερήση! ...». Κ' εσένα, πού σ' αφήνει να χασομερήσης η προκομμένη η μάνα σου! Δευτέρα φωνή ήρχετο από το πέραν μπαλκόνι. Η Ζωγάρα, η μητέρα του Ζάχου, εξηκολούθει να φωνάζη: – Βρε συ, τίνος το λέω;... Θα τσακιστής από κει γλήγορα ή θα 'ρθω να σου κάμω τα μούτρα σου... μαύρα σαν το μπουζούκι!... Ο Ζάχος εις απάντησιν εγέλα τον γέλωτά του, τον σκαιόν και θλιβερόν. Η φωνή της μητρός του δεν επενήργει επ' αυτού μακρόθεν. Αλλ' η παρουσία της πλησίον ήτον εξόχως επιβάλλουσα. Ήτον Αύγουστος μην, καιρός που λαμβάνουν τα μέτρα τους οι άνθρωποι, όσοι μιμούνται τον μύρμηκα, όχι τον τέττιγα, και θέλουν να ξεχειμωνιάσουν. Η Ζωγάρα είχε διαθέσει ήδη τον υιόν της, τον είχεν ενοικιάσει, τον είχε βάλη εις αγώγι. Μεγάλες βάρκες θα έπλεαν προς ξύλευσιν και μεταφορά καυσόξυλων ανά τας έρημους ακρογιαλιάς, μακράν του λιμένος, κάτω από τους πευκώνας και τους δρυμούς της νήσου. Εις μίαν απ' αυτές τις βάρκες η Ζωγάρα είχε στρατολογήσει τον Ζάχον. Της εχρειάζοντο καυσόξυλα διά τον χειμώνα. Σαν είδεν η Ζωγάρα, ότι ο υιός της είχε κωφεύσει εις τας δύο προσκλήσεις της, επήρε μίαν μακράν στραβολέκαν ή μαγγούραν την οποίαν είχε διά στήριγμα εις τας εκδρομάς της ανά τους αγρούς —χρησιμεύουσαν προσέτι και διά να φθάνη τα σύκα εις τα ξεκλώναρα των δένδρων, των ιδικών της, καθώς και των γειτονικών, όσα ευρισκόμενα παρά το σύνορον εσκίαζον το αμπέλι το ιδικόν της— και κατέβη εις τον δρόμον. Ολίγα βήματα, κ' ευρέθη πλησίον του Ζάχου. – Γκρεμοτσακίσου τώρα, κι' άφσε το μπουζούκι σου! ... Να κάθωνται τρεις νομάτοι να σε καρτερούν εσένα! ... Θα πας για ξύλα, τώρα, είπαμε!... Αυτό δα είνε κοντά στο νου!... Ο Ζάχος, σαν είδε την μητέρα του, είδε και την μαγγούραν, ήκουσε και την φωνήν της πλησίον εκεί, εσηκώθη, επήρε το μπουζούκι του, κ' έφυγε τρέχων. Επήγε στο σπίτι, εφόρεσε τα ρούχα «της φωτιάς», επήρε το ζεμπίλι του και τα εφόδια και τα σύνεργα, αξίνην και κλαδευτήρι κτλ. , τα οποία είχεν έτοιμα η μάνα του, κ' επήγε να της φέρη ξύλα διά να ζεσταίνεται τον χειμώνα. Έλεγαν πως τον είχε τρελάνει η μάνα του!... Αυτό το παιδί τής είχε μείνη μόνον... Δύο άλλοι υιοί της είχον ξενιτευθή εις την Αμερικήν, εις τον Ειρηνικόν Ωκεανόν, εις την Πολυνησίαν... Είχε στείλη γράμματα εις προξένους και εις αρχάς, εις τας αστυνομίας των αμερικανικών πόλεων του Σικάγου και της Φιλαδελφείας... Δύο ή τρεις άλλοι «σουρτούκιδες», υιοί άλλων μητέρων, είχον ανευρεθή άλλοτε με τον τρόπο αυτόν. Αλλ' οι υιοί οι δικοί της δεν ανεκαλύφθησαν πουθενά. «Μήτε γράμμα μήτε απολογία». Ούτε φωνή ούτε ακρόασις. Ο κόσμος έλεγεν, ότι αυτή με την αστοργίαν της τους είχεν αποξενώσει, αυτή τους είχε κάμη να σουρτουκέψουν. Είχε δύο θυγατέρας, και ήτον χήρα, και οι υιοί της την είχαν παραιτήσει, κ' έκλαιε και ωδύρετο, κ' «εψήλωνεν ο νους της»! ...Πώς θα τας υπανδρεύση, πώς θα τας αποκαταστήση! ... Και τας εβλασφήμει, και τας κατηράτο, να μην είχαν ποτέ γεννηθή, να μη σώσουν να πάνε παραπάνω!... Και τας υπάνδρευσε καλά... Τας εστόλισε και τας εστεφάνωσε, την μίαν κατόπιν της άλλης... και τας εσκέπασε και τας εκουκούλωσε με το χώμα... «Πήραν την πλάκα πεθερά», πήραν το μνήμα προίκα, το μαύρο χώμα σύντροφο!... Τα δύο κορίτσια, ως φαίνεται, είχαν γείνη φθισικά, και απέθαναν όπως είχαν γεννηθή η μία δεκαοκτώ μήνας κατόπιν της άλλης... Κ' έτσι η μάνα τους δεν είχε πλέον καϋμόν, πώς θα τας υπάνδρευεν... Έλεγεν ο κόσμος ότι αυτή τας είχε ψωμοφάγη με την γρίνια, με τη στριγλιά της, με τις βλασφημίες και τις κατάρες... Κ' αι δύο κόραι ετάκησαν κ' εμαράνθησαν, κ' εκοιμήθησαν βαθειά εις τον τάφον, και δεν ήτο φόβος πλέον να της ζητήσουν προικιά! ... Κι' αυτή τας εμακάριζε, διότι επήγαν, αθώες, εις τον Παράδεισον. Της είχε μείνη μόνον αυτός ο υιός, ο Ζάχος, τον οποίον αυτή ωνόμαζεν «ο ζουρλός, ο αχαΐρευτος!» Και τον έστελλε διά να κάμνη όλας τας αγγαρείας, και να της φέρη και ξύλα. Α! αυτός ποτέ δεν θα της εζήτει προικιά. Η μόνη προίκα του ήτον αυτό το μπουζούκι, με το οποίον, μελαγχολικός Σαούλ, άχαρις Δαυίδ, διεσκέδαζε την τρέλαν του... Πλεια αυτό το έρμο το μπουζούκι η μάνα του το είχεν «αγκάθι στα μάτια της», κ' εσκέπτετο καμμίαν ημέρα να του το πετάξη, να το σφενδονήση εκεί που, αν ήθελε, ας επήγαινε να το εύρισκε! Επίστευεν ότι αυτό εμπόδιζε τον Ζάχον να είνε προκομμένος, και τον έκαμνε ανίκανον να εκτελή όλας τας αγγαρείας που ήθελεν αυτή. Το είχε κρύψει μίαν φοράν ή δύο. Εδίσταζε να το πετάξη όλως διόλου, ή να το σπάση και να το καταστρέψη... Ίσως να ήτο καλόν διά την Κυριακήν και τας εορτάς· όχι να κάθεται τας καθημερινάς το δειλινόν την ώραν που η Εύα εκρύβη εις τον Παράδεισον σαν εκροτίσθη με τ' αυτιά της – και να τραγουδή την «καπότα στην αλυγαριά» αντικρύ στα παράθυρα τού δημάρχου, διά να γελούν μαζύ του η δασκάλισσα, κ' η Ακρίβω η Ανυφαντίνα, κ' η Αμέρσα, κι' ο ίδιος ο δήμαρχος! Το είχε κρύψει, λοιπόν, (διά να μην το παρακάνη) κάτω εις το κατώγι του σπιτιού, την μία φοράν μέσα εις ένα πιθάρι άδειο, με σπασμένον στόμιον, και το στόμιον το εκάλυψε μ' ένα κόσκινον· την άλλην φορά ανάμεσα εις τα καυσόξυλα, υποκάτω εις τον σοφάν, εις το σκότος και εις την υγρασίαν. Αλλά και την μίαν και την άλλην φορά ο Ζάχος έψαξε, το ηύρε, εγέλασε μέγαν γέλωτα παράφρονος χαράς· το επήρε πάλιν, και της έφυγε, και ήρχισε «να το ρίχνη έξω», και να τραγουδή την «καπότα στην αλυγαριά». Τέλος την ημέρα εκείνην κατώρθωσεν αυτή να τον φέρη εις θεογνωσίαν, και τον εκατάφερε να πάη να της κουβαλήση καυσόξυλα, διά να έχη να ζεσταίνεται τον χειμώνα. Σιμά εις όλα τ' άλλα, ο κόσμος την είχε διά «γρουσούζα» διά «γουρνοπόδαρη». Ήτον απαισία. Άμα επρόκειτο ν' αποπλεύση καμμία βάρκα ή κανένα καΐκι και ο καραβοκύρης ή οι σύντροφοι την συνήντων εις τον δρόμον, εγύριζαν οπίσω και ανέβαλλον την αναχώρησιν. Όταν συνοδία τις ήτον ετοίμη ν' αναχωρήση εις εξοχικήν εκδρομήν, και την εύρισκε καθ' οδόν, έμενε, δεν ανεχώρει. Εάν εξεκίνει τις δι' εμπορικήν ή άλλην επιχείρησιν, αλλοίμονον αν την εύρισκεν εμπρός του! Όταν επρόκειτο περί αρραβώνος ή γάμου, και η πεθερά ή η γυναικαδέλφη την εύρισκε μπροστά της, και αυτή της ηύχετο «ώρες καλές!» ω! οι ώρες εκείνες εγίνοντο κακές ώρες, κ' εσήμαινον ότι δεν ήτον «κεσμέτι» να γείνη το μελετώμενον συνοικέσιον! Όταν μετά δύο ημέρας επέστρεψεν ο Ζάχος από τα ξύλα, αφού τα εξεμβαρκάρισαν, κ' εκουβάλησε κι' αυτός το μερίδιόν του, —η μητέρα του εφρόντισε να είνε παρούσα, καθώς θα έλεγεν η γείτων δασκάλα, εις όλον το ξεμβαρκάρισμα και το μοίρασμα, διά να μην γελάσουν τον Ζάχον και του δώσουν μισό μερδικό— κ' εγέμισε το κατώγι του σπιτιού της μητέρας του, ησθάνθη την ανάγκην τής αναψυχής, και «το έριξε» χειρότερα έξω, αυτός και το μπουζούκι του. Επί τρεις ημέρας, όχι μόνον παρήκουσεν εις τας διαταγάς της μητρός του, αλλ' ούτ' επαρουσιάσθη εις τους οφθαλμούς της. Είχε δραπετεύσει, είχε ξεπέσει εις άλλην γειτόνων, όπου «δεν έφθανεν η χάρη της». Αυτή τον εκυνηγούσε, και δεν ημπορούσε να τον συμμαζώξη, δεν ημπορούσε να τον ανακάλυψη. Ούτε ήλθεν εις την οικίαν διά να κοιμηθή την νύκτα. Εκοιμάτο, αυτή δεν ήξευρε πού, εις μικροκαπηλεία, εις τον Απάνω Μαχαλά, ή εις το ύπαιθρον. Μερικοί εύθυμοι νέοι, οπού έκαμνον θόρυβον εις τις γειτονιές την νύκτα, τον είχαν κάμη «παρέα», και τον έσερναν μαζύ τους, διά να τους παίζη την «καπότα στην αλυγαριά», και άλλα τραγούδια. Επί τρεις ημέρας και δύο νύκτας αυτός συνδιητάτο και συνηγελάζετο μαζύ τους. Εφαίνετο ότι η συντροφιά εκείνη τον έτρεφε με λωτόν, ότι τον επότιζε το ύδωρ της Λήθης κ' εξέχασεν, ο πτωχός, την μητέρα του. Τότε η Ζωγάρα έγεινε σκύλα, έγεινε τούρκα, μετενόησε πικρώς διατί να μην το έχη σπάσει, διατί να μην το έχη κάψει στην εστίαν της μίαν ημέραν χειμερινήν το μπουζούκι τού υιού της, αφού τούτο, ως της εφαίνετο, τον έκαμνε να χάνη τα μυαλά. Εν τω θυμώ της, δεν υπέφερεν αυτή να χολοσκάνη και να βράζη επί πολύ, όπως άλλαι γυναίκες, μέσα της, αλλά προέβη ευθύς εις γενναίαν απόφασιν. Το κατάστημα της τότε νεοϊδρύτου στρατιωτικής αστυνομίας ετύγχανε να είνε γειτονικόν, πλησίον εις την οικίαν της. Ιδούσα δύο νεαρούς χωροφύλακας παρά την θύραν του στρατώνος, επλησίασε και τους λέγει: – Δεν κάνετ' ένα έλεος, παιδιά, έτσι να σας δεχτούν με το καλό οι μανάδες σας — να πάτε να βρήτε κείνον το γυιό μου, τον παλαβό, να του πάρετε κείνο το μπουζούκι απ' τα χέρια του;... – Το μπουζούκι, είπες κυρά; ηρώτησεν ο ένας. – Κείνο το μπουζούκι! ... έτσι να σας χαρούν οι μανάδες σας! ... Γιατί σουρτούκεψε και μουρλάθηκε, κ' έχασε το μυαλό του... και δεν μπορώ να τον μαζώξω! ... όλο απ' αυτό το μπουζούκι... – Καλά κυρά. Οι δύο νεαροί χωροφύλακες μόνον αφορμήν εζήτουν. Το ν' αρπάσουν δύο ένοπλοι εν πράγμα από τας χείρας ενός αόπλου, δύο φρόνιμοι εν μουσικόν όργανον από τας χείρας τρελού, ακινδύνου μάλιστα τρελού, είνε τόσον εύκολον και τόσον διασκεδαστικόν. — Κ' έτσι το βράδυ εκείνο ο Ζάχος ευρέθη χωρίς μπουζούκι... Έχασε το όργανον του ο πτωχός τρελός, ο υποχονδριακός Σαούλ, ο ατερπής Δαυίδ, και τώρα κλαίει, άνευ ρυθμού και μέλους, κλαίει μέσα του την συμφοράν του, την οποίαν πικρώς μισοαισθάνεται. Δεν είχεν υπάγει εις τον Ειρηνικόν Ωκεανόν διά να εύρη τους δύο αδελφούς του, και δεν κατήλθεν υπό την κρύαν πλάκα εις την μαύρην γην, διά να συναντήση τας δύο αδελφάς του. Έμεινε κτήνος άμουσον και άχαρι εις την υπακοήν της μητρός του, διά να της κουβαλή ξύλα, όσον βαστούν οι πλάτες του! Και ως πόσα θα της κουβαλήση ακόμα! Και ως πόσους χειμώνας θα ζεσταίνεται αυτή! Μόνον μίαν ημέραν της είπε με ήθος πολύ ταπεινόν. – Δεν λες, μάνα, της Ακρίβως, να πη της Αμέρσας, να πη της δασκάλας, να πη του δημάρχου, κι ο δήμαρχος να πη του αστυνόμου, κι ο αστυνόμος να διατάξη τους χωροφυλάκους, να μου δώσουν το μπουζούκι μου πίσω! Έβλεπε τάχα, ως τρελός, την ιεραρχικήν άλυσιν, με την οποίαν εφαίνοντο να είνε δεμένοι όλοι οι φρόνιμοι; Και ησθάνετο ότι αυτός δεν ήτο απηλλαγμένος από την περίσφιγξιν της αλύσεως ταύτης; Τίς έμαθεν αν του απέδωκαν ποτέ το άχαρο μπουζούκι, το όργανον της παρηγορίας του; . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Μετά καιρόν εγνώσθη ότι ο εις των δύο νεαρών χωροφυλάκων είχε μετατεθή και έλαβε φύλλον πορείας. Ενώ ούτος έμελλε να επιβιβασθή εις πλοίον διά ν' απέλθη εις την Στερεάν, μεγάλη έρις και λογομαχία ήναψε μεταξύ των δύο ομοσκήνων περί της κατοχής του μπουζουκιού. Ο φεύγων επέμενε να το πάρη μαζύ του, ο μένων ήθελε να το κρατήση. Ο δεύτερος εκράτη την κεφαλήν του οργάνου, ο πρώτος ετράβα την ουράν. Ούτος ήτον λίαν θυμώδης και πείσμων, και σφόδρα εξαφθείς έκραξε: – Το σπάζω καλλίτερα! απ' το παράθυρο το ρίχνω, όχι!... θα το κράτησης εσύ! ... Και αμ' έπος αμ' έργον. Ο νεαρός ούτος χωροφύλαξ ωμοίαζε με τους αιρετικούς, οίτινες, διότι τους εξέφυγεν, επάνω εις την σειράν της διαλεκτικής των, μια κακοδοξία, εννοούν να εμμείνουν μέχρι θανάτου εις αυτήν, διά να μη χάσουν την φήμην ότι είνε αλάνθαστοι. Κατ' αρχάς, μάλλον ημιαστειευόμενος και ημιωργισμένος, εξέφερε την απειλήν ταύτην, είτα, διά να μη φανή ότι ματαίως ηπείλει, ηθέλησε να πραγματοποιήση την απειλήν. Διά σφοδρού κινήματος, απέσπασε το όργανον από τας χείρας του άλλου, χαλαρωθείσας προς στιγμήν από την απορίαν μεθ' ης εκείνος εκύτταζε τον σύντροφόν του, και διά του ανοικτού παραθύρου το εσφενδόνισεν έξω. Κάτωθεν ακριβώς του παραθύρου του πατώματος, ήτο το σιδηρόφρακτον παράθυρον του ισογαίου, το οποίον εχρησίμευεν ως κρατητήριον. Μία προβατίνα βαθύμαλλος, με τα δύο αρνιά της, τα οποία δεν είχαν ανάγκην να δεθούν διά να μη φύγουν, ήτον δεμένη από τα σίδερα του παραθύρου τούτου, οδηγηθείσα εκεί υφ' ενός των αγροφυλάκων ίσως. Το μπουζούκι, καθώς είχεν εκσφενδονισθή, περιεστράφη επί στιγμήν εις τον αέρα, και είτα έπεσεν ακριβώς επάνω εις την πολύμαλλον ράχιν της προβατίνας, ήτις εβέλασε θρηνωδώς. Το όργανον, εταλαντεύθη προς στιγμήν εκεί επάνω, ημβλύνθη η ορμή της πτώσεως του, κ' έπεσεν εις το έδαφος τόσον μαλακά, ώστε δεν έπαθε τίποτε. Την ιδίαν στιγμήν εν δεκαετές παιδίον, ο μικρός Αλέξης της Βάσως, της γειτόνισσας, διήρχετο τρέχον έμπροσθεν τού στρατώνος. Είχε ακούσει την ιστορίαν τού μπουζουκίου και ηγάπα πολύ τον Ζάχον, όστις ήτο και αυτός εν μέγα παιδίον. Καθώς είδε το όργανον να πέση, επλησίασεν, έκυψε, το ήρπασεν, έτρεξε πάραυτα εις την οικίαν της Ζωγάρας, κ' εφώναξε τον Ζάχον: – Να!... έλα πάρε το μπουζούκι σου! Πάσχα ρωμέικο Ο μπαρμπα-Πίπης, ο γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργια, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, συνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως, μετά των φίλων, και ήτο στομύλος και διηγείτο πολλά κι εμειδία προς αυτούς. Οταν εμειδία ο μπαρμπα - Πίπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κι επικλινής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων. Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα, όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται διά την προτίμησιν, την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν «ή εφτάκρατόρισσα της Αούστριας». Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδην, μα δόττο, δοττίσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιερπιέρρο, κε γκραν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράιλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται, οι Αγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter). Είχε γνωρίσει επίσης τον «Σόλωμο» κε ποέτα, του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα: Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη που εκρουβόταν για μας λευτεριά; Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι ανάφτει και σκορπιέται σε κάθε μεριά. Ο μπαρμπα-Πίπης έλειπεν υπέρ τα είκοσι έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κι έκαμεν εργασίας πολλάς. Εστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον «Εκτεση», διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και την τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους. «Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασιόν» - ο απατεώνας δεν έχει λύπηση. Ενίοτε πάλιν εμαλάττετο κι εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνους ατελείας. «Ουδ' η γης αναμάρτητος - άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκκάμπιλε». Και ύστερον, αφού ουδ' η γη είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Οταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκκάμπιλε, αλλά ινφαλλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίση την διαφοράν. Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας ήξευρε, τας ήξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του ήξευρε ρωμέικα». «Ελεγεν: «Αγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις!». Οταν με ηρώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρες υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Αγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις». Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Αγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου... Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188.... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Αθηνών εις Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ακόμη ανατείλει η σελίνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήταν ίσως πτωχός, δε θα είχε 50 λεπτά διά να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κι έκαμνεν οικονομίαν. Αλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ητο ευλαβής, και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Ανάστασιν εις τον Αγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας. Ητο ο μπαρμπα-Πίπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις Πειραιά διά ν' ακούση το Χριστός Ανέστη εις τον ναόν του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέικο κι ευφρανθή η ψυχή του. Και όμως ήτο... δυτικός! Ο μπαρμπα-Πίπης ήτο Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός, Ελλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α`, «είχε μεταλάβει ρωμέικα» όταν εκινδύνευε ν' αποθάνη εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς του έλεγέ τις: «Διατί δε βαπτίζεσαι, μπαρμπα-Πίπη;» η απάντησίς του ήτο, ότι άπαξ εβαπτίσθη, και ότι ευρέθη εκεί. Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης, με τη συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίνων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απομενομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εμβάδα του Ποντίφηκος, τα λοιπά είναι αδιάφορα. Ο μπαρμπα-Πίπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il Santo Spiridion ha fatto cquesto aso), ότε ο Αγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπαρμπα-Πίπης ποτέ δε θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους. Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις τη χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν της μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά τη μεσημβρινήν γωνίαν, κι εκεί εκάθισεν επί των χόρτων, αφού υπέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Εβγαλεν από την τσέπην την σπιρτοθήκην του, ήναψε σιγαρέττον κι εκάπνιζεν ηδονικώς. Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε, ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου. Εκείνην τη στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσα εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον. Ο μπαρμπα-Πίπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε τη χείρα προς τον άγνωστον κι έκραξεν εναγωνιως. - Φίλος! καλός! μη ρίχνης... Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπιισθοδρομήσεως, αλλά δεν επανέφερε το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν, ουδέ κατεβίβασε τη σκανδάλην. - Φίλος και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν. - Τι θέλω; επανέλαβεν ο μπαρμπα-Πίπης. Κάθουμαι και φουμάρω το τσιγάρο μου. - Και δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπον, ρε, για να φουμάρης το τσιγάρο σου! - Και γιατί; επανέλαβεν ο μπαρμπα-Πίπης. Τις σας έβλαψα; - Δεν ξέρω εγώ απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης, εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι άλλα πράματα μέσα. Μόνον κότες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες. Ητο πρόδηλον, ότι είχεν εκλάβει το γηραιόν φίλον μου ως ορνιθόκλοπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίση με την καραβίναν του. Ο μπάρμπα-Πίπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν. - Συ εγελάστηκες, απήντησεν, εγώ κότες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι, εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Ανάσταση στον Αγιο Σπυρίδωνα. Ο χωρικός εκάγχασε. - Στον Περαία; στον Αϊ - Σπυρίδωνα; κι από πού έρχεσαι; - Απ' την Αθήνα. - Απ' την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίες ν' ακούσης Ανάσταση; - Εχει εκκλησίες, μα εγώ το έχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Σπύρος. Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε. - Να φχαριστάς καημένε... Και τότε μόνον κατεβίβασεν τη σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του. - Να φχαριστάς, καημένε, την ημέραν που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν το 'χα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα! Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο ν' απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν. - Κάνεις άδικα και συγχωρεμένος να 'σαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε με ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε... δεν κάνεις καλά να με παίρνης για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κι επήγαινα, σου λέω, στον Πειραιά. - Ελα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε... Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κι έγινεν άφαντος. Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του. Το συμβεβηκός τούτο δεν εμπόδισε τον μπαρμπα-Πίπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνη πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Αγιον Σπυρίδωνα και να κάμη Πάσχα ρωμέικο. Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εφέτος εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα τη συνήθεια να εορτάζω εκτός του Αστεως το Αγιον Πάσχα. ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήμην ωραίος έφηβος, κ' έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ' εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημα μου ανά τους βράχους και τα βουνά. Τον χειμώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν μ' επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόμαζον οι χωρικοί μας, και μ' έμαθε γράμματα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και μέχρι τέλους τον προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν "δάσκαλε". Εις τους χρόνους της Επαναστάσεως ήτον μοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε μίαν Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέμι της Σμύρνης, την εβάπτισε και την ενυμφεύθη. Ευθύς μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, επί Καποδίστρια κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν ου μικράν φήμην, υπό το όνομα "ο Σωτηράκης ο δάσκαλος". Αργότερα αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενθυμήθη την παλαιάν υποχρέωσιν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς μοναχός την φοράν ταύτην, κωλυόμενος να ιερατεύη κ' εγκατεβίωσεν εν μετανοία, εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ότι εσώθη. Αφού έμαθα τα πρώτα γράμματα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου κατετάχθην αμέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς μου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα τριακοντούτης από το Πανεπιστήμιον· εξήλθα δικηγόρος με δίπλωμα προλύτου... Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορμής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου μου, θέσιν οιονεί αυλικού. Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ' εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου. * * * Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ' έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ' ανερχόμενα αποτόμως δια κρημνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο, το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον ιδικόν μου. Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν. Εφαινόμην κ' εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι σγουρά όπως οι θάμνοι κ' αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το ακούραστον φύσημα των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον. Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού μόνον εις τας ημέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ' έκαμνε τρις το σημείον του σταυρού, κ' έλεγεν: "Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε όλ' οι ξένοι κ' οι διαβάτες, και τα πετεινά τ' ουρανού, και να πάρω κ εγώ τον κόπο μου!" Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω, το εθέριζα εν μέρει. Εμιμούμην τους πεινασμένους μαθητάς του Σωτήρος, κ' έβαλλα εις εφαρμογήν τας διατάξεις του Δευτερονομίου χωρίς να τας γνωρίζω. Της πτωχής χήρας ήτον η άμπελος μόνον εις τας ώρας που ήρχετο η ίδια διά να θειαφίση, ν' αργολογήση, να γέμιση ένα καλάθι σταφύλια, ή να τρύγηση αν έμενε τίποτε διά τρύγημα. Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήμα ιδικόν μου. Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους μισθωτούς της δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποιοι επί τη προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου, εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας. Αυτοί πράγματι δεν μου ήθελαν το καλόν μου. Ήσαν τρομεροι ανταγωνισταί δι' εμέ. Το κυρίως κατάμερόν μου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των ελαιώνων και αμπέλων, εγώ όμως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί παραπαίω, ανάμεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις αγρίων θάμνων, χόρτου και χαμοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. Ήμην "παραγυιός", αντί μισθού πέντε δραχμών τον μήνα, τας οποίας ακολούθως μου ηύξησαν εις εξ. Σιμά εις τον μισθόν τούτον, το Μοναστήρι μου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και άφθονα μαύρα ψωμία ή πίττες, καθώς τα ωνόμαζαν οι καλόγηροι. Μόνον διαρκή γείτονα, όταν κατηρχόμην κάτω, εις την άκρην της περιοχής μου, είχα τον κυρ Μόσχον, ένα μικρόν άρχοντα λίαν ιδιότροπον. Ο κυρ Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν, εις ένα ωραίον μικρόν πύργον μαζί με την ανεψιάν του την Μοσχούλαν, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, επειδή ήτον χηρευμένος και άτεκνος. Την είχε προσλάβει πλησίον του, μονογενή, ορφανήν εκ κοιλίας μητρός, και την ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του. Ο κυρ Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και ταξίδια. Έχων εκτεταμένον κτήμα εις την θέσιν εκείνην, έπεισε μερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των, ηγόρασεν ούτως οκτώ η δέκα συνεχόμενα χωράφια, τα περιετείχισεν όλα ομού, και απετέλεσεν εν μέγα διά τον τόπον μας κτήμα, με πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων έκτασιν. Ο περίβολος διά να κτισθή εστοίχισε πολλά, ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το κτήμα· αλλά δεν τον έμελλε δι' αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον δι' εαυτόν και διά την ανεψιάν του. Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον, με δύο πατώματα, εκαθάρισε και περιεμάζευσε τους εσκορπισμένους κρουνούς του νερού, ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν μαγγάνου διά το πότισμα. Διήρεσε το κτήμα εις τέσσαρα μέρη· εις άμπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον με πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους με αιμασιάς ή μποστάνια. Εγκατεστάθη εκεί, κ' έζη διαρκώς εις την εξοχήν, σπανίως κατερχόμενος εις την πολίχνην. Το κτήμα ήτον παρά το χείλος της θαλάσσης, κ' ενώ, ο επάνω τοίχος έφθανεν ως την κορυφήν του μικρού βουνού, ο κάτω τοίχος, με σφοδρόν βορράν πνέοντα, σχεδόν εβρέχετο από το κύμα. * * * Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια κ' εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία μελαχροινή, κ' ενθύμιζε την νύμφην του ?σματος την ηλιοκαυμένην, την οποίαν οι υιοί της μητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ' αμπέλια· "Ιδού εί καλή, η πλησίον μου, ιδού εί καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί...". Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της. Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και μου εφαίνετο να ομοιάζη με την μικρήν στέρφαν αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον τρίχωμα, την οποία εγώ είχα ονομάσει Μοσχούλαν. Το παράθυρον του πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον, ο οποίος ήρχιζε να βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού, οπού ήσαν χαμόκλαδα, ευώδεις θάμνοι, και αργιλλώδης γη τραχειά. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή μου. Έως εκεί κατηρχόμην συχνά, κ' έβοσκα τας αίγας των καλογήρων, των πνευματικών πατέρων μου. Μίαν ημέραν, δεν ηξεύρω πώς, ενώ εμέτρουν καθώς εσυνήθιζα τας αίγας μου (ήσαν όλαι πενηνταέξ κατ εκείνον τον χρόνον· άλλοτε ανεβοκατέβαινεν ο αριθμός των μεταξύ εξήντα και σαρανταπέντε), η Μοσχούλα, η ευνοούμενη μου κατσίκα, είχε μείνει οπίσω, και δεν ευρέθη εις το μέτρημα. Τας εύρισκα όλας 55. Εάν έλειπεν άλλη κατσίκα, δεν θα παρετήρουν αμέσως την ταυτότητα, αλλά μόνον την μονάδα πού έλειπεν· αλλ' η απουσία της Μοσχούλας ήτον επαισθητή. Ετρόμαξα. Τάχα ο αετός μου την επήρε; Εις τα μέρη εκείνα, τα κάπως χαμηλότερα, οι αετοί δεν κατεδέχοντο να μας επισκέπτωνται συχνά. Το μέγα ορμητήριον των ήτον υψηλά προς δυσμάς, εις το κατάλευκον πετρώδες βουνόν, το καλούμενον Αετοφωλιά φερωνύμως. Αλλά δεν μου εφαίνετο όλως παράδοξον ή ανήκουστον πράγμα, ο αετός να κατήλθεν εκτάκτως, τρωθείς από τα κάλλη της Μοσχούλας, της μικράς κατσίκας μου. Εφώναζα ως τρελός: -Μοσχούλα!... πού ειν' η Μοσχούλα; Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσία της Μοσχούλας, της ανεψιάς του κυρ Μόσχου, εκεί σιμά. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον. Ο τοίχος του περιβολιού του κτήματος, και η οικία η ακουμβώσα επάνω εις αυτόν, απείχον περί τα πεντακόσια βήματα από την θέσιν οπού ευρισκόμην εγώ με τας αίγας μου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς μου, η παιδίσκη ανωρθώθη, προέκυψεν εις τον παράθυρον και έκραξε: -Τί έχεις και φωνάζεις; Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω· εν τοσούτω απήντησα: -Φωνάζω εγώ την κατσίκα μου, τη Μοσχούλα!... Με σένα δεν έχω να κάμω. Καθώς ήκουσε την φωνήν μου, έκλεισε το παράθυρον κ' έγινεν άφαντη. Μίαν άλλην ημέραν με είδε πάλιν από το παράθυρον της εις εκείνην την ιδίαν θέσιν. Ήμην πλαγιασμένος εις ένα ίσκιον, άφηνα τας αίγας μου να βοσκούν, κ' εσφύριζα ένα ήχον, εν άσμα του βουνού αιπολικόν. Δεν ηξεύρω πώς της ήλθε να μου φωνάξη: - Έτσι όλο τραγουδείς!;.. Δε σ' άκουσα ποτέ μου να παίζης το σουραύλι!... Βοσκός και να μην έχη σουραύλι, σαν παράξενο μου φαίνεται!... Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή... Την φοράν ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πως της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ήξεύρω ότι μου έστειλε δι' αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ' ένα τάσι γεμάτο πετμέζι. * * * Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε ? καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν' "αρμυρίσουν" εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την "ελιμπίστηκα", κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα. Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις την ράχιν. Δι αυτού είχα κατέλθει, και δι' αυτού έμελλα πάλιν να επιστρέψω εις το βουνόν, την νύκτα εις την στάνην μου. ?φησα εκεί τα γίδια μου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σίγα διά να καθίσουν να ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κ' εκάθισαν ήσυχα. Επτά ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και σα ήκουον μακρόθεν τους κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας. Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ έφθασα κάτω εις την θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν. Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάννα του, διά να καθίση να δειπνήση. Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσων. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον ακρογιαλιάν, κ έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων μέτρων όλον τον αιγιαλόν. Επέταξα αμέσως το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους. Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να έβγω από την θάλασσαν, δεν θα εχόρταινα ποτέ το κολύμβημα, αν δεν είχα την έννοιαν του κοπαδιού μου. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς εμέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν μου διά να καθίσουν ήσυχα, ερίφια ήσαν, δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα μικρά παιδιά. Εφοβούμην μήπως τινά αποσκιρτήσουν και μου φύγουν, και τότε έπρεπε να τρέχω να τα ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά οδηγούμενος μόνον από τον ήχον των κωδωνίσκων των τραγών. Όσον αφορά την Μοσχούλαν, διά να είμαι βέβαιος, ότι δεν θα μου φύγη πάλιν, καθώς μου είχε φύγει την άλλην φοράν, οπότε ο άγνωστος κλέπτης (ω να τον έπιανα) της είχε κλέψει, ο ανόητος, τον επίχρυσον κωδωνίσκον με το κόκκινον περιδέραιον από τον λαιμόν, εφρόντισα να την δέσω μ' ένα σχοινάκι εις την ρίζαν ενός θάμνου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, εις την βάσιν του οποίου είχα αφήσει τα ρούχα μου πριν ριφθώ εις την θάλασσαν. Επήδησα ταχέως έξω, εφόρεσα το υποκάμισον μου, την περισκελίδα μου, έκαμα ένα βήμα διά να ανάβω. ?νω της κορυφής του βράχου, του οποίου η βάσις εβρέχετο από την θάλασσαν, θα έλυα την Μοσχούλαν, την μικρήν αίγα μου, και με διακόσια ή περισσότερα βήματα θα επέστρεφα πλησίον εις το κοπάδι μου. Ο μικρός εκείνος ανήφορος, ο ολισθηρός κρημνός ήτο δι' εμέ άθυρμα, όσον ένα σκαλοπάτι μαρμάρινης σκάλας, το οποίον φιλοτιμούνται να πηδήσουν εκ των κάτω προς τα άνω αμιλλώμενα τα παιδιά της γειτονιάς. Την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κυρ Μόσχου, κ' ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορα της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ήλιου, συνήθως ελούετο. -Έκαμα δύο-τρία βήματα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου, καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόμενος από την κορυφήν του βράχου, και είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ' ελούετο... * * * Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ' εκινείτο εδώ κ' εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυμβά. Δια να φύγω έπρεπεν εξ άπαντος να πατήσω επί μιαν στιγμήν ορθός εις την κορυφήν του βράχου, είτα να κύψω όπισθεν θάμνων, να λύσω την αίγα μου, και να γίνω άφαντος κρατών την πνοήν μου, χωρίς τον ελάχιστον κρότον η θρούν. Αλλ' η στιγμή καθ' ην θα διηρχόμην διά της κορυφής του βράχου ήρκει διά να με ίδη η Μοσχούλα. Ήτον αδύνατον, καθώς εκείνη έβλεπε προς το μέρος μου, να φύγω αόρατος. Το ανάστημα μου θα διεγράφετο διά μίαν στιγμήν υψηλόν και δεχόμενον δαψιλώς το φως της σελήνης, επάνω του βράχου. Εκεί η κόρη θα με έβλεπε, καθώς ήταν εστραμμένη προς τα εδώ. Ω! πώς θα εξαφνίζετο. θα ετρόμαζεν ευλόγως, θα εφώναζεν, είτα θα με κατηγόρει διά σκοπούς αθεμίτους, και τοτε αλλοίμονον εις τον μικρόν βοσκόν! Η πρώτη ιδέα μου ήτον να βήξω, να της δώσω αμέσως είδησιν, και να κράξω: "? Βρέθηκα εδώ, χωρίς να ξέρω... Μην τρομάζης!... φεύγω αμέσως, κοπέλα μου!" Πλην, δεν ηξεύρω πώς, υπήρξα σκαιός και άτολμος. Κανείς δεν με είχε διδάξει μαθήματα κοσμιότητος εις τα βουνά μου. Συνεστάλην, κατέβην πάλιν κάτω εις την ρίζαν του βράχου κ' επερίμενα. "Αυτή δεν θ' αργήση, έλεγα μέσα μου· τώρα θα κολυμπήση, θα ντυθή και θα φύγη... θα τραβήξη αυτή το μονοπάτι της, κ εγώ τον κρημνό μου!..." Κ' ενθυμήθην τότε τον Σισώην, και τον πνευματικόν του μοναστηρίου, τον παπα-Γρηγόριον, οίτινες πολλάκις με είχον συμβουλεύσει να φεύγω, πάντοτε, τον γυναικείον πειρασμόν! Εκ της ιδέας του να περιμένω δεν υπήρχεν άλλο μέσον ή προσφυγή, ειμή ν' αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν, με τα ρούχα, όπως ήμην, να κολυμβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά, όλον το προς δυσμάς διάστημα, το από της ακτής όπου ευρισκόμην, εντεύθεν του μέρους όπου ελούετο η νεάνις, μέχρι του κυρίως όρμου και της άμμου, επειδή εις όλον εκείνο το διάστημα, ως ημίσεος μιλίου, η ακρογιαλιά ήτον άβατος, απάτητος, όλη βράχος και κρημνός. Μόνον εις το μέρος όπου ήμην εσχηματίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού, μεταξύ σπηλαίων και βράχων. Θ' άφηνα την Μοσχούλαν μου, την αίγα, εις την τύχην της, δεμένη εκεί επάνω, άνωθεν του βράχου, και άμα έφθανα εις την άμμον με διάβροχα τα ρούχα μου (διότι ήτο ανάγκη να πλεύσω με τα ρούχα), στάζων άλμην και αφρόν, θα εβάδιζα δισχίλια βήματα διά να επιστρέψω από άλλο μονοπάτι πάλιν πλησίον του κοπαδιού μου, θα κατέβαινα τον κρημνόν παρακάτω διά να λύσω την Μοσχούλαν την αίγα μου, οπότε η ανεψιά του κυρ Μόσχου θα είχε φύγει χωρίς ν' αφήση βεβαίως κανέν ίχνος εις τον αιγιαλόν. Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν, θα ήτο μέγας κόπος, αληθής άθλος, θα εχρειάζετο δε και μίαν ώραν και πλέον. Ουδέ θα ήμην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού μου. Δεν υπήρχεν άλλη αίρεσις, ειμή να περιμένω. Θα εκράτουν την αναπνοήν μου. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν μου. ?λλως ήμην εν συνειδήσει αθώος. Εντοσούτω όσον αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεανίδα. Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων... Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον, όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα μ έβλεπε, και θα ημπορούσα ν' αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθεν της. Ούτε η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ' ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου, κ' εντεύθεν του άντρου. Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια. * * * Δεν δύναμαι να είπω αν μου ήλθον πονηροί, και συνάμα παιδικοί ανόητοι λογισμοί, εν είδει ευχών κατάραι. "Να εκινδύνευεν έξαφνα! να έβαζε μιά φωνή! να έβλεπε κανένα ροφόν εις τον πυθμένα, τον οποίον να εκλάβη διά θηρίον, διά σκυλόψαρον, και να εφώναζεν βοήθειαν!..." Είναι αληθές, ότι δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον, το πλέον εις το κύμα. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, αλλοκότως, μου επανήλθε πάλιν η πρώτη ιδέα... Να ριφθώ εις τα κύματα, προς το αντίθετον μέρος, εις τα όπισθεν, να κολυμβήσω όλον εκείνο το διάστημα έως την άμμον, και να φύγω, να φύγω τον πειρασμόν!... Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον... Αίφνης εις τας ανάγκας του πραγματικού κόσμου μ' επανέφερεν η φωνή της κατσίκας μου. Η μικρή Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζη!... Ώ, αυτό δεν το είχα προβλέψει. Ημπορούσα να σιωπώ εγώ, αλλά δυστυχώς δεν ήτον εύκολον να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα μου. Δεν ήξευρα καλά αν υπήρχον πρόχειροι φιμώσεις διά τα θρέμματα, επειδή δεν είχα μάθει ακόμη να κλέπτω ζωντανά πράγματα, καθώς ο άγνωστος εχθρός, ο οποίος της είχε κλέψει τον κωδωνίσκον· αλλά δεν της είχε κόψει και την γλώσσαν διά να μη βελάζη. - Με ράμνον πολύκλαδον εις το στόμα, ή με σπαρτίον περί το ρύγχος, ή όπως άλλως· αλλά και αν το ήξευρα πού να το συλλογισθώ! Έτρεξα τότε παράφορος να σφίγξω το ρύγχος της με την παλάμην, να μη βελάζη... Την στιγμήν εκείνην ελησμόνησα την κόρην την κολυμβώσαν χάριν αυτής ταύτης της κόρης. Δεν εσκέφθην αν ήτον φόβος να με ίδη, και ημιωρθώθην κυρτός πάντοτε, κ επάτησα επί του βράχου, διά να προλάβω και φθάσω πλησίον της κατσίκας. Συγχρόνως μ' εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν έτρεφα προς την πτωχήν αίγα μου. Το σχοινίον με το όποιον την είχα δέσει εις την ρίζαν του θάμνου ήτον πολύ κοντόν. Τάχα μην "εσχοινιάσθη", μην εμπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλος της, μην ήτον κίνδυνος να πνίγη το ταλαίπωρον ζώον; * * * Δεν ηξεύρω αν η κόρη η λουσμένη εις την θάλασσαν ήκουσε την φωνήν της γίδας μου. Αλλά και αν την είχε ακούσει, τί το παράδοξον; Ποίος φόβος ήτον; Το ν' ακούη τις φωνήν ζώου εκει που κολυμβά, αφού δεν απέχει ειμή ολίγας οργυιάς από την ξηράν, δεν είναι τίποτε έκτακτον. Αλλ' όμως, η στιγμή εκείνη, που είχα πατήσει εις την κορυφήν του βράχου, ήρκεσεν. Η νεαρά κόρη, είτε ήκουσεν είτε όχι την φωνήν της κατσίκας -μάλλον φαίνεται ότι την ήκουσε, διότι έστρεψε την κεφαλήν προς το μέρος της ξηράς...- είδε τον μαύρον ίσκιον μου, τον διακαμόν μου, επάνω εις τον βράχον, ανάμεσα εις τους θάμνους, και αφήκε μισοπνιγμένην κραυγήν φόβου... Τότε με κατέλαβε τρόμος, συγκίνησις, λύπη απερίγραπτος. Τα γόνατα μου εκάμφθησαν. Έξαλλος εκ τρόμου, ηδυνήθην ν' αρθρώσω φωνήν, κ' έκραξα: -Μη φοβάσαι!... δεν είναι τίποτε... δεν σου θέλω κακόν! Και εσκεπτόμην λίαν τεταραγμένος αν έπρεπε να ριφθώ εις την θάλασσαν, μάλλον, διά να έλθω είς βοήθειαν της κόρης, ή να τρέξω και να φύγω... Ήρκει η φωνή μου να της έδιδε μεγαλύτερον θάρρος ή όσον η παραμονή μου και το τρέξιμόν μου εις βοήθειαν. Συγχρόνως τότε, κατά συγκυρίαν όχι παράδοξον, καθότι όλοι οι αιγιαλοί και αι θάλασσαι εκείναι εσυχνάζοντο από τους αλιείς, μια βάρκα εφάνη να προβάλλη αντίκρυ, προς το ανατολικομεσημβρινόν μέρος, από τον πέρα κάβον, τον σχηματίζοντα το δεξιόν οιονεί κέρας του κολπίσκου. Εφάνη πλέουσα αργά, ερχομένη προς τα εδώ, με τας κώπας· πλην η εμφάνισις της, αντί να δώση θάρρος εις την κόρην, επέτεινε τον τρόμον της. Αφήκε δεύτερον κραυγήν μεγαλυτέρας αγωνίας. Εν ακαρεί την είδα να βυθίζεται, και να γίνεται άφαντη εις το κύμα. Δεν έπρεπε τότε να διστάσω. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν οργυιάς, από το μέρος όπου ηγωνία η κόρη, εγώ απείχα μόνον πέντε ή εξ οργυιάς. Πάραυτα, όπως ήμην, ερρίφθην είς την θάλασσαν, πηδήσας με την κεφαλήν κάτω, από το ύψος του βράχου. Το βάθος του νερού ήτον υπέρ τα δύο αναστήματα. Έφθασα σχεδόν εις τον πυθμένα, ο οποίος ήτο αμμόστρωτος, ελεύθερος βράχων και πετρών, και δεν ήτο φόβος να κτυπήσω. Πάραυτα ανέδυν και ανήλθον εις τον αφρόν του κύματος. Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιάς από το μέρος του πόντου, όπου εσχηματίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόμενοι εις τον αφρόν της θαλάσσης, οι οποίοι θα ήσαν ως μνήμα υγρόν και ακαριαίον διά την ατυχή παιδίσκην τα μονά ίχνη τα οποία αφήνει ποτέ εις την θάλασσαν αγωνιών ανθρώπινον πλάσμα!... Με τρία στιβαρά πηδήματα και πλευσίματα, εντός ολίγων στιγμών, έφθασα πλησίον της... Είδα το εύμορφον σώμα να παραδέρνη κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθόν του πόντου ή εις τον αφρόν του κύματος, εγγύτερον του θανάτου ή της ζωής· εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου, και ανήλθον. Καθώς την είχα περιβάλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χιλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ!... Εντούτοις δεν παρείχε σημεία ζωής ολοφάνερα... Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα, αυθορμήτως, διά να δυνηθή ν' αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου, και έπλευσα, με την χείρα την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως. Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου· ήθελε την ζωήν της· ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν! Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ' ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο... Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του... * * * Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν ηξεύρω τί γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι. Αλλ' εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος μικρή μου κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι "εσχοινιάσθη"· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την είχα δεμένη, και επνίγη!... Μετρίως ελυπήθην, και την έκαμα θυσίαν προς χάριν της. Κ' εγώ έμαθα γράμματα, εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων, κ' έγινα δικηγόρος... Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς, ήτον επόμενον! Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της λουομένης κόρης, μ έκαμε να μη γίνω κληρικός; Φευ! ακριβώς η ανάμνησις εκείνη έπρεπε να με κάμη να γίνω μοναχός. Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι "αν ήθελαν να με κάνουν καλόγερον, δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι...". Διά την σωτηρίαν της ψυχής μου ήρκουν τα ολίγα εκείνα κολλυβογράμματα, τα όποια αυτός με είχε διδάξει, και μάλιστα ήσαν και πολλά!... Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το όποιον εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποιον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως "σχοίνισμα κληρονομίας" δι' εμέ, όπως η Γραφή λέγει. Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!..." Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851 - 1911) O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1851 και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου του 1911, στη Σκιάθο. Ο πατέρας του, Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ήταν ιερέας. Μεγαλώνοντας σε τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον ήταν φυσικό ο Αλέξανδρος να επηρεαστεί και να συνδεθεί με μια βαθιά ευλάβεια με τον χριστιανισμό και τα εκκλησιαστικά γενικότερα. Παρόλη τη φτώχεια και τη στέρηση που συνόδεψε τα παιδικά του χρόνια ο Παπαδιαμάντης αγαπάει τα γράμματα και καταφέρνει με πολλές δυσκολίες, μετά από πολλές διακοπές να τελειώσει το γυμνάσιο και να γραφτεί στην φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Όμως δεν θα καταφέρει ποτέ να τελειώσει τις σπουδές του. Παραδίδει μαθήματα για να βγάλει τα προς το ζην και παράλληλα μελετάει με πάθος αρχαία ελληνική γραμματεία αλλά και την Ευρωπαϊκή λογοτεχνία της εποχής του. Μαθαίνει μόνος του αγγλικά και γαλλικά. Για να ζήσει κάνει μεταφράσεις, δουλεύει ως διορθωτής σε εκδόσεις και δημοσιεύει κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά. Ταυτόχρονα αρχίζει να εκπληρώνει το όνειρο του να γίνει συγγραφέας και κάνει την είσοδο του στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα " Η μετανάστις " που δημοσιεύεται στον Νεολόγο της Πόλης. Ο κυρ Αλέξανδρος για τους απλούς ανθρώπους που τον γνωρίζουν αλλά και για τους νεους λογοτέχνες της εποχής που τον συναντούν στο στέκι του, το καφενεδάκι της δεξαμενής, εντυπωσιάζει με την πλατιά του μόρφωση αλλά και με τα μυθιστορήματα και διηγήματα του που δημοσιεύει. Εντυπωσιάζει επίσης με την ασκητική μορφή του αλλά και την ασκητική ζωή του. Διάφορα οικογενειακά προβλήματα, η οικονομικές του δυσκολίες αλλά και ο θάνατος του αδερφού του, τον οδηγούν στον αλκοολισμό. Το 1908 αποφασίζει να επιστρέψει στο αγαπημένο του νησί την Σκιάθο για να βρει την ηρεμία και τη γαλήνη που του τόσο πολύ του έλειψαν, έστω στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πεθαίνει μετά από μια σύντομη αρρώστια ενώ λίγες μέρες πριν το ελληνικό κράτος που μέχρι τότε δεν τον είχε βοηθήσει σε τίποτε, τον παρασημοφορεί αναγνωρίζοντας την μεγάλη του πνευματική προσφορά. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Γράφει σε μια ιδιότυπη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα που πιθανόν να χρειάζεται μετάφραση για κάποιον που μιλάει μόνο δημοτική, ενώ τους διαλόγους των απλών ανθρώπων του νησιού του που είναι και οι περισσότεροι ήρωες των διηγημάτων του, τους γράφει στο δημοτική ντοπιολαλιά της Σκιάθου. Παρόλα αυτά τα κείμενα του έχουν τεράστια εκφραστική δύναμη. "Ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων" κατέχει δικαιωματικά μια θέση στο πάνθεον των πιο σημαντικών Ελλήνων λογοτεχνών. Έργα του H Μετανάστις Η Έκπτωτος Ψυχή Oι Έμποροι των Εθνών Η Γυφτοπούλα Το Χριστόψωμο Η Χήρα Παπαδιά H Υπηρέτρια. Η Σταχτομαζώχτρα. Εξοχική Λαμπρή Η Μαυρομαντηλού Ο Φτωχός Άγιος Ο Αμερικάνος και άλλα Στο Χριστό στο Κάστρο Ο Τυφλοσύρτης Βαρδιάνος στα Σπόρκα Της Κοκώνας το σπίτι Η Νοσταλγός Η Γλυκοφιλούσα Πατέρα στο σπίτι Άγια και Πεθαμένα Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη T'αγνάντεμα Tα Δαιμόνια στο ρέμμα Υπό την Βασιλικήν Δρύν Η Φόνισσα Η Φωνή του Δράκου Ο Πεντάρφανος Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου Φορτωμένα Κόκκαλα Το Μοιρολόγι της Φώκιας Τα Δυο Τέρατα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Γεώργιος Βιζυηνός Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου, Βιογραφικά. - Σήμερα πια θα φάγω μια βούκα ψωμί να πάγη στην καρδιά μου! - Είπεν η μήτηρ μου καθεζομένη μεταξύ εμού και του αδελφού μου παρά την λιτήν τράπεζαν, ην ο υπηρέτης είχε παραθέσει εις το δωμάτιόν μας. - Πρώτα κάμε το, και ύστερα πε το, μητέρα. - Απήντησε πειρακτικώς ο αδελφός μου, διότι από τινος πολλάκις μεν ήκουε την καλήν ταύτην πρόθεσιν, ποτέ όμως δεν την έβλεπε πραγματουμένην. Η μήτηρ, συνειθισμένη εις παρομοίας του νεωτέρου της υιού παρατηρήσεις, ουδ’ επρόσεξε καν εις τους λόγους του. Αλλ’ επιστραφείσα προς την όπισθεν αυτής θύραν, ίνα βεβαιωθή ότι είναι κεκλεισμένη, - Και μη μου αφήσετε, είπεν, αυτή την σεισουράδα να ξαναμβή δω μέσα. Ω, χαρά στο μας αλήθεια, σταις τούμπαις και τους σάλτους! Σεισουράδα ήτον ο Γάλλος υπηρέτης του επί τον Βόσπορον ξενοδοχείου, εν ω η μήτηρ μου ήλθε να με συναντήση, μόλις αφικόμενον εκ της Εσπερίας. Το πρωτοφανές διά την επαρχιώτιδα σχήμα του φράκου, αι συνεχείς του καταξυρίστου Γάλλου υποκλίσεις, ενέπνευσαν εις αυτήν ευθύς εξ αρχής ακατάληπτον αντιπάθειαν. Και το χειρότερον ήτο, ότι ο δυστυχής υπηρέτης προσπαθών και καλά να κατακτήση την εύνοιάν της επολλαπλασίαζε τους σάλτους και ταις τούμπαις αυτού, υποκλινόμενος ούτω πιθηκιστικώς, ώστε εκορύφωσε, κατ’ αυτάς έτι τας πρώτας ημέρας, την εναντίον αυτού αγανάκτησιν της μητρός μου, ήτις και τον εβάπτισε με το όνομα της σεισοπυγίδος, διότι, έλεγεν, είχε θηλυκό, τουτέστι καταξύριστον πρόσωπον και δεν ημπορούσε να σταθή στα ξερά του, χωρίς να σκύψη το κεφάλι και να σείση την ουρά του. Μετά τινας ούτω πως εμπαικτικάς παρατηρήσεις και επί του όλου παραστήματος και της ενδυμασίας του ατυχούς Λουή, η μήτηρ μου διέκοψεν ανεπαισθήτως το γεύμα της και, προσηλώσασα τους οφθαλμούς εις το παράθυρον, εβυθίσθη ολίγον κατ’ ολίγον εις σκέψεις, κατά την συνήθειάν της. Ο Βόσπορος εκυλίετο χαριέντως υπό τα βλέμματά μας· πολυάριθμα ισχνοτενή ακάτια διέσχιζον τα κυανά του νερά κατ’ αντιθέτους διευθύνσεις, ως χελιδόνες πετώσαι μετ’ απαραμίλλου ταχύτητος. Η μήτηρ μου τα παρετήρει δι’ απλανών ομμάτων· και μετά μακράν σιωπήν αναστεξάσασα βαθέως, - Διες εσύ! είπε, πως περνούν τα χρόνια, και γυρνούν τα πράγματα! Δεν θα γυρίση το παιδί μου, έλεγα, δεν θα προφθάση να έλθη πίσω, και θ’ αποθάνω, και θα μείνουν τα μάτια μου ανοιχτά, από την λαχτάρα που έχουν να το διούνε! Όλ’ ημερίτσα παραφύλαγα τους δρόμους και ρωτούσα τους διαβάτας. Και όταν εβράδυαζεν, άφην’ ανοιχτή την θύρα έως στα μεσάνυχτα. Μη σφαλείς, Μηχαήλε, μπορεί να έλθ’ ακόμη. Και δεν θέλω να έλθη το παιδί μου και να ’βρη κλειστή την θύρα μου. Φθάνει που είναι τόσα χρόνια έρημο και ξένο, ας μην έρθη και στο χωριό του να του φανή πως δεν έχει κανέναν εις τον κόσμο, που να φυλάγη τον ερχομό του. Σαν επλάγιαζα, σ’ έβλεπα στον ύπνο μου, και μ’ εφαίνετο πως άκουα την φωνή σου, κ’ εσηκονόμουν και άνοιγα την θύρα: ήλθες, παιδί μου; - Ήταν ο αγέρας, που σβυντζίνιζε στον δρόμο. Και έτσι ξημέρονε, και έτσι βράδυαζε. Οχτώ χρονάκια πέρασαν, ψωμί δεν επήγε στην καρδιά μου. Γιατί, δεν θα προφθάση να έλθη το παιδί μου, έλεγα, και θα πεθάνω και θα μείνουν τα μάτια μ’ ανοιχτά! Και διες εσύ! Τώρα που σ’ έχω κοντά μου, τώρα που σε θωρώ, μου φαίνεται σαν να ήταν χθες που διάβηκες και σήμερα που ήλθες. Και οι πίκραις που ήπια, παιδί μου, και οι τρομάραις που ετράβηξα είναι σαν να μην ήτανε ποτέ! Εδώ έκοψε μηχανικώς ολίγον άρτον, ως εάν ήθελε να εξακολουθήση το φαγητόν της· αλλά πριν τον θέση εις το στόμα, ητένισε πάλιν διά του παραθύρου, είδε τον αείρροον Βόσπορον, είδε τα παλινοστούντα σκάφη, και στενάξασα εκ μέσης καρδίας επανέλαβεν αργά και θλιβερά· - Έτσι περνούν τα χρόνια, και γυρνούν τα πράγματα! Απ’ εκεί που εφοβούμουν δεν έπαθα τίποτε· και απ’ εκεί που ήμουν ήσυχη ήλθε το κακό! Επήγες εις την άκρη του κόσμου, παιδί μου, και δεν εχάθηκες, κ’ εγύρισες. Και ο Χρηστάκης μας - πέντε ώραις δρόμον επήγε, κ’ έμεινεν εκεί!... Ε... μόνον οι νεκροί δεν γυρίζουν πίσου!... Ήτανε παραμονή των Φωτών - ξεύρεις πως είναι η καρδιά μου σε τέτοιαις επίσημαις ημέραις. Ενθυμήθηκα τον μακαρίτη τον πατέρα σου, κ’ ενθυμήθηκα, πως μια τέτοια παραμονή, σαν είδες του κόσμου τα παιδιά που κρατούσαν ταις σουρβιαίς και σούρβιζαν τους ανθρώπους μέσ’ στον δρόμο, πήρες και συ μια σκούπα και άρχησες να χτυπάς τον πατέρα σου πα’ στην ράχη και να τον σουρβίζης: “Σούρβα, σούρβα! γερό κορμί, γερό σταυρί, όλο γειά και δύναμι, και του χρόν’ γεροί!” Έτσι μικρό που ήσουνε, ήξευρες τα λόγια. Και το χάρηκεν ο μακαρίτης, και σε πήρε στην αγκαλιά του και σε φίλησε: - Έχε την ευχή μου, και να μου τρανέψης! - Και σ’ έδωκε μια πεντάρα, και μ’ εκούνησε με το δάχτυλο και με είπε. - Αυτό το παιδί, γυναίκα, θα γένη! - Πού το ήξευρε, πως ύστερ’ από τρεις μήνες θε να σ’ άφην’ ορφανό! Και που το ήξευρε, πως οι παραμοναίς των Φωτών θε νάρχουνταν και θα περνούσαν και συ θα κακοπάθιαζες στην ξενητειά κι εγώ θε νάκλαιγα μονάχη! Έτσι κ’ εκείνη την παραμονή. Ο Μιχαήλος που με ήξευρεν, επήγεν από νωρίς εις το βουνό και έφερε μια σουρβιά: Ένα μεγάλο κλωνί γεμάτο σφιχτά και πράσινα μάτια - Μ’ αυτά τα σούρβα, μάνα, θα διούμεν απόψε την τύχη μας. - Σαν ήρθεν ο Χρηστάκης στο σπίτι, εκαθήσαμε στο παραγώνι κ’ εχωρίσαμε την φωτιά σε δυο μεριαίς, και άρχησεν ο Μιχαήλος να βάζη τα σούρβα στην μέση πα’ στην καυτερή την πλάκα, για να διούμε την τύχη μας. Πρώτα πρώτα σ’ ωνομάτισεν εσένα, κ’ έκοψε σούρβο και το έβαλε. Και μόλις τώβαλεν, εβρόντηξε και πήδηξε κι’ εβγήκεν απ’ την στιά. Έχε την ευχή μου, Μιχαήλο! του είπα. Απόψε εύφρανες την καρδιά μου. Σαν είν’ ο Γιωργής μας γερός, είμασθ’ όλοι καλά! Ύστερα μ’ ωνομάτισεν εμένα. Ε! κ’ εγώ, πες, καλά πήγα. Ύστερα ωνομάτισε τον Χρηστάκη - και διες εσύ! Το μάτι της σουρβιάς έμεινε πα’ στην πλάκα που τώβαλε, σιγανό και ακίνητο, ώστε που εμαύρισε κ’ εκάπνισε κ’ έγειρεν ολίγο και εκάηκε! - Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! του είπα. Δεν έβαλες καλό σούρβο! Κ’ επήρα την σουρβιάν από το χέρι του κ’ εδιάλεξα το πιο καλό το μάτι και άνοιξα καινούριο τόπο στην φωτιά και το έβαλα... Εκάπνισεν ολίγο, εμαύρισεν, ετανίσθη κ’ έμεινε στον τόπο! Τότ’ εγέλασεν ο Χρηστάκης δυνατά κ’ επήρεν ένα δαυλί και ανεκάτωσε τα κάρβουνα και είπε: - Εγώ, μητέρα, είμαι βασταγερός άνθρωπος, το ξέρεις. Έτσι εύκολα εύκολα δεν πηδώ να φύγω μέσ’ από λίγη ζέστη σαν και λόγου σας. Αν θέλης να ιδής την τύχη μου, φέρ’ εδώ! - Και πήρε το κλωνί από το χέρι μου και το έβαλε μέσ’ στην φωτιά. Κ’ επυρώθηκαν τα σούρβα και ήρχησαν να βροντούν και να πηδούνε... Τώρα, λέγε μου εσύ ό,τι θέλεις. Σούρβα είναι σούρβα, το ξέρω. Και την τύχη την βλέπουν για την συνήθεια, όχι για την αλήθεια, κι’ αυτό σωστό. Μα όταν θυμηθώ τους κούφιους εκείνους κρότους και ταις μακρυναίς τουφεκιαίς που ύστερ’ από λίγαις ημέραις άρχησαν ν’ ακούγωνται τριγύρω στα χωριά, μου ξεσηκόνετ’ η καρδιά μου, και δεν μπορώ να ησυχάσω. Το πράγμα ήταν καθαρό και ξάστερο, μα μεις δεν το ψηφήσαμε, μόνο το πήραμ’ ελαφρυά κ’ εγελάσαμεν. Εκεί πάνου στα γέλοια άνοιξεν η θύρα κ’ εμβήκεν ο Χαραλαμπής του Μητάκου. Τον ξεύρεις. Ήταν συνομήλικος του Χρηστάκη και τον έμοιαζε πολύ στο ανάστημα και ταις πλάταις. Όσον ήτο μικρός ήρχετο συχνά στο σπίτι μας· μα σαν εμεγάλωσε κ’ επήρεν άσχημο δρόμο, δεν ημπορούσα να τον βλέπω μπροστά μου. Γιατί πολλαίς φοραίς έκαμνε το κακό, και τον έπαιρναν για τον Χρηστάκη. Τόσο πολύ τον έμοιαζε· και σαν συντεχνίταις όπου ήτανε φορούσαν και τα ίδια τα ρούχα. Γι’ αυτό τον έβαλα μιαν ημέρα μπροστά. Από τότε δεν εξαναπάτησε στο κατώφλοιό μας· κ’ εκείνη την βραδειά ήλθε. - Καλησπέρα, κυρά! Καλό στα κάμνετε! - Καλό στον Λαμπή. Αν με φέρνης κάνα γράμμα, κάτσε να σε κεράσω. - Όχι, κυρά, εγώ την παραίτησα πια την πόστα. Και ήρθα ίσα ίσα να ξαναπώ του Χρηστάκη να μην αφήση να την πάρη κανένας άλλος. Εκεί, σαν να μ’ εταράχθηκεν η καρδιά μου! - Και γιατί, Λαμπή; - Γιατ’ είναι καλή δουλειά η πόστα, κυρά, καλή δουλειά! - Και σαν είναι καλή δουλειά η πόστα, γιατί δεν την κρατείς του λόγου σου, που την είχες ως στα τώρα; Θαρρείς του έδωκε κανείς μια μαχαιριά, και άλλαξεν η θωριά του και άρχησε να μασσά τα λόγια του. - Εγώ, κυρά, δυο χρόνια πήγα κ’ έφερα την πόστ’ από το σιδερόδρομο, έκαμ’ αρκετούς παράδες. Τώρα πια ας κάμουν και οι φίλοι. - Άκουσε να σε πω, του είπα τότε, Λαμπή! Εσύ αν έκαμες παράδες, καθώς το λένε - Θεός κ’ η ψυχή σου! Εμείς τέτοιους παράδες δεν τους χρειαζόμασθε. Έπειτα, ξεύρεις· οι καϋμέδες δεν έχουν πλέον πέραση. Και αυτός που κουβαλεί την πόστα δεν μπορεί πλέον ν’ αρχοντήνη με τα υστερήματα, που στέλνει κανένα ορφανό, ξενητεμμένο, μέσ’ στο γράμμα, να μνημονέψουν τον πατέρα του. Όσο για την άλλη τέχνη που σ’ αρχόντηνε, Λαμπή, να ο Θεός και ας σε κρίνη. Εμένα το παιδί μου είναι χριστιανός και τίμιος άνθρωπος, και ξεύρει να βγάλη το ψωμί του με τον ίδρω του προσώπου του. Έτσι του είπα, γιατί το ήξευρα πως ήταν κλέφτης. Και κει που του τάλεγα, παιδί μου, τον έπιασε μια τρεμούλα και άσπρισαν τα χείλια του, και αγρίεψεν η ματιά του, σαν σεληνιασμένος. - Ω, Παναγία μου! τρεις φοραίς άνοιξε το στόμα του να συντύχη, και τρεις φοραίς άκουσα τα δόντια του να κροτιούνται, παιδί μου, μα την φωνήν του δεν την άκουσα! Έτσι εστριφογύριζε το νεκρόχλωμό του πρόσωπο! Και είδα την άπειρή του φρίκη και την ματιά του την τρομαγμένη, που ξέταζε κλεφτάτα κλεφτάτα τα ρούχα, και το δεξί του χέρι, ως ανάμεσα στα δάχτυλα! Ωσάν να ήτανε χρισμένος κάτι τι κι’ εφοβούνταν μην το διούμε. Και ύστερ’ από τον φρικτόν αγώνα - Ω, Παναγία μου! σαν κανείς που ψυχομαχά λαιμοπνιγμένος, παιδί μου, - Μην ακούς τον κόσμο, κυρά! Εγώ είμαι καλός άνθρωπος! είπε, κ’ έκρυψε το πρόσωπο με τα χέρια του, κ’ εβγήκε, και δεν εκαλονύχτισε!... - Θωρείς, μητέρα; Είπε τότε ο Χρηστάκης. Σε τώλεγα και δεν το πίστευες. Εσκότωσεν άνθρωπο, και τον πιάνει το αίμα. Όλος ο κόσμος το λέγει και συ δεν το πιστεύεις. Άμα πης πως ξεύρεις κάτι τι που έκαμεν -ας είναι και για δοκιμή μονάχα- θαρρεί πως του λες για το φονικό. Θαρρεί πως εφάνηκε το αίμα στα χέρια του, για να τον προδώση. - Αφού δεν το είδες με τα μάτια σου, του είπα, τι σε μέλει και τον κακολογάς. Κάθε αρνί κρεμιέται από το ίδιο του ποδάρι. Και αν είναι αλήθεια, έχει Θεό που θα τον κρίνη και ας όψεται. Κάμε μου μόνο την χάρι, και μη ανακατόνεσαι στην υπόθεσι της πόστας: Αυτός χωρίς αιτία βέβαια δεν την παραιτά. - Δεν ακούς που σου το λέγω, μητέρα; Είπε πάλ’ εκείνος. Είναι το αίμα που τον πιάνει! Το αίμα, που έχυσε στον δρόμο του, εστοιχειώθηκε τώρα, και δεν τον αφήνει να περάση. Προχθές αναγκάσθηκε να γυρίσ’ από τα μισόδρομα και ν’ αφήση την πόστα. Ακούεις, είδε κάποιον που τον παραμόνευε: Χωρίς άλλο ήταν το αίμα. Γιατί λέγουν, πως όποιος σκοτώση άνθρωπο και δεν σκεφθή να γλύψη από το μαχαίρι του το αίμα, ή θα στοιχειωθή να τον πνίξη καμμιά μέρα, ή θα τον μαρτυρεύη, ως που να τ’ ομολογήση και να τον κρεμάσουν. - Νάχης την ευχή μου, παιδάκι μου, μη μου ξεσηκόνεις την καρδιά μου περισσότερο. Και, νάχης την ευχή της Παναγίας, μην ανακατόνεις αυτά τα πράγματα! Γιατί σ’ ακούει κανείς από την εξουσία κ’ ευρίσκεις τον μπελά σου! Άφησε και την πόστα και τον ποστιέρη να κουρεύωνται, και βλέπε την δουλειά σου, σαν νοικοκυροπαίδι. Μα κείνος ο μακαρίτης -τον ήξευρες πώς ήτανε- δεν τον εχωρούσεν ο τόπος να καθήση. Τον έμαθα τέχνη και τον άνοιξ’ αργαστήρι, για να πιάση τον τόπο του πατέρα του. Μα, έλα που αγαπούσε να γυρνά μέσα στους δρόμους! - Απ’ εδώ ως στο Λουλεβουργάζι, είπεν, είναι πέντε ώραις δρόμος. Μια φορά κάθε δεκαπέντε θα πάγω και θα έλθω, γιατί ν’ αφήσω να ωφεληθή άλλος; - Όχι, νάχης την ευχή μου! Δεν σ’ αφήνω να πάρης την πόστα! Υποσχέσου μου πως δεν την παίρνεις, γιατί θα με κάμης να χάσω την ησυχία μου! - Ε! καλά, είπε τότε. Δεν την παίρνω. Άφησε να μείνης καναδυό μήνες χωρίς γράμμα, και να διής εσύ πως θα το μετανοιώσης. Αυτό μ’ έγγιξεν εκεί που με πονούσε. Τα γράμματά σου δεν ήρχοντο τακτικά, γιατί τα άνοιγαν στον δρόμο. Και δεν φθάνει, που δεν άφηναν μέσα τίποτε, μόνον ύστερα εντρέπονταν να τα φέρουν ανοιγμένα, και έτσι έμενα εγώ χωρίς ειδήσεις σου, κ’ εκαθόμουν κ’ έκλαια. Μολαταύτα δεν του είπα τίποτε. Τόσον καιρό υπόφερα, ας υποφέρ’ ακόμα. Όταν ήλθεν η ημέρα της πόστας, τον βλέπω κ’ εμβαίνει με τον σάκκο του κονακιού στην αμασχάλη, και με το τουφέκι στον ώμο του. - Τώρα πια, μητέρα, είπε, το κεραστικό δεν θα πηγαίνη σε ξένα χέρια. Αύριο που θα σε φέρω το γράμμα του Γεωργή, θα μου το δώσης εμένα. Ορίστε; - Είχαν περάσει κοντά δώδεκα ημέραις από εκείνη την βραδειά, που του το είχα εμποδίσει. Όπως πάντοτε, έτσι και τότε είχαν ξεχασθή πλέον οι προφητείαις της παραμονής των Φωτών. Μα τον γυιόν του Μητάκου δεν τον ελησμόνησα. Γι’ αυτό άρχησα να τον νειδίζω, πως έκαμε δουλειά του κεφαλιού του. Μα κείνος πού ν’ ακούση! Επήρε την υποχρέωση πάνου του! Υπεσχέθηκε στους προεστούς και στον Καϋμακάμη! Σαν είδα που παν τα λόγια μου χαμένα, τον έδωσα κ’ εγώ το γράμμα σου, και, έχε τον νου σου δα, παιδί μου, του είπα, να μη χάσης το γράμμα του Γεωργή μας! - Θαρρώ πως τόνε βλέπω ακόμα! Έβγαλε το φέσι του, εφίλησε το χέρι μου, κ’ επήγε... Ποιος το ήξευρε να μη τον αφήση!... Την άλλη την ημέρα ήτανε νάρθη ο καινούριος ο Δεσπότης. Οι επίτροποι και οι προεστοί επήγαν από νωρίς εις τον σιδηρόδρομο· οι δάσκαλοι με τα παιδιά του σχολειού αραδιασμένα· οι παπάδες και οι άλλοι χωριανοί εβγήκαν καμμιάν ώρα δρόμο, για να τον προσωπαντήσουν. Ο Μιχαήλος επήγε κ’ εκείνος μαζί τους. Έμεινεν άδειο θαρρείς το χωριό. Η ώρα της πόστας ήλθε, μα δεν ανησύχησα για τον Χρηστάκη: Χωρίς άλλο θα έλθη με τη συνοδεία του Δεσπότη. Ο καιρός ήταν καλός κ’ εγώ εφύλαγα στο παραθύρι. Σαν είδα τον κόσμον από μακρά που επέστρεφε, έσιαξα το φακιόλι μου κ’ εβγήκα ως έξω από το χωριό να φιλήσω κ’ εγώ του Δεσπότη το χέρι. Τα εξαπτέρυγα και οι σημαίαις της εκκλησίας έλαμπαν από μακρυά εις τον ήλιο, και κατόπιν εγυάλιζαν οι σταυροί και τα φελώνια των παππάδων. Πίσω, στο ένα πλάγι, διέκρινα χρυσοσέλωτο το άσπρο άτι, που επήγαν για τον Δεσπότη· μα όσο και αν εκόντευε, Δεσπότης δεν εφαίνετο επάνω του. Βγα! είπα με τον νου μου, και άρχησα να πλησιάζω ανήσυχη και βιαστική. - Φεύγα, κυρά! εφώναξε τότε έν’ από τα παιδιά, που έτρεχαν εμπρός εμπρός με τα γιορτερά τους. Φεύγα πίσω, γιατ’ έρχεται τ’ ασκέρι! Ακούς εκόψαν τον σιδερόδρομο και μας επήραν τον Δεσπότη! Εκεί ετινάχθηκεν η καρδιά μου! Ο πόλεμος ακούετο, μα οι Ρούσσοι ήτανε μακρυά, ξεύρω κ’ εγώ; στα Μπαλκάνια, μας έλεγαν, κι ακόμη παρά πέρα. Και τώρα να κόψουν έξαφνα τον σιδερόδρομο. - Είδες, είπα, και θα πάθη τίποτε το παιδί! και εκόπηκαν τα γόνατά μου κ’ έμεινα στον τόπο. Εκεί επρόφθαξε το πλήθος βιαστικό και τρομαγμένο. Κ’ επρόβαλ’ ο Σταυρός με τα ξαπτέρυγα κ’ επρόβαλ’ ο παππάς με το θυμιατήρι, και πρόβαλαν τέσσαρες νομάτοι μ’ ένα λείψανο στον ώμο, και στο πλάγ’ ο Μιχαήλος ανεμαλιάρης και λουσμένος εις τα δάκρυα... Αχ! παιδί μου! παιδάκι μου!... Ποιος το ήξευρε να τον εμποδίση!- Εδώ η τρέμουσα φωνή της συνεπνίγη υπό των λυγμών και των κλαυθμών της. Ήτον η πρώτη φορά εκείνην την ημέραν. Και επειδή εγνώριζον την φύσιν της δυστυχούς μητρός μου, ούτε εγώ την διέκοψα, ούτε τον αδελφόν μου αφήκα. Η θλίψις υπερεπλημμύρει την φιλόστοργον αυτής καρδίαν, και αν δεν την άφηνεν να εκχειλίση άπαξ και δις και τρις της ημέρας, δεν ηδύνατο να εύρη ανακούφισιν. Το φοβερόν τραύμα είχε πλήξει τον πολυπαθή μας οίκον προ τριών και επέκεινα ετών. Αλλ’ η πρόσφατος έλευσις εμού, όστις δεν είχον ιδή το φρικτόν εκείνο δράμα εκ του πλησίον, ανέξανε τας μόλις ουλωθείσας πληγάς της ταλαίνης. Η εμή παρουσία καθίστα την απώλειαν του μακαρίτου πολύ μάλλον επαισθητοτέραν, διότι, καθώς έλεγεν η μήτηρ μου δικαίως, εφαίνετο πλέον πως η χαρά μας δεν ειμπορούσε να είναι σωστή. Τόσον ολίγους που τους αφήκα τους εδικούς μου, τους εύρισκον ολιγωτέρους. Και ούτε εγώ να τον φιλήσω, ούτε ο πτωχός αδελφός μου ηδύνατο πλέον να ευφρανθή επί τη επανόδω τού τόσον καιρόν προσδοκηθέντος αδελφού του! Και έκλαιε λοιπόν η δύστηνος και διηγείτο την θλιβεράν εκείνην ιστορίαν, ως εάν είχε συμβή αυτήν την προτεραίαν. Και όταν αι πλήμμυραι των δακρύων ανεκούφιζον ολίγον την βαρυπενθή αυτής καρδίαν, νομίζετ’ ελησμόνει την δυστυχίαν της; Πολλού γε και δει. Την θλίψιν διά τον φόνον του αγαπητού μας αδελφού διεδέχετο η αμείλικτος οργή κατά του φονέως. - Καμμιά φορά, μοι έλεγε κατ’ ιδίαν ο αδελφός μου, ενόμιζον πως άρχιζε να ξεχνά τον Χρηστάκη, μα ποτέ δεν την είδα να ξεχάση τον φονιά του. Καθ’ όλον το μεταξύ διάστημα ούτε Δεσπότη, ούτε Καϋμακάμη αφήκεν ήσυχον διά να τη εύρουν τον φονέα του τέκνου της. Κατ’ αρχάς ενομίσθη, ότι εφονεύθη, συντυχών εις την συμπλοκήν κατά την επί του σταθμού του Λουλεβουργάζ έφοδον. Αλλά μετ’ ολίγον επιστώθη, ότι τούτο δεν ήτο δυνατόν. Οι επελθόντες προς παραλαβήν του αρχιερέως εύρον τον σταθμόν τούτον ερημωμένον υπό των επιτοπίων αρχών προ δύο ήδη ημερών, εξ ου χρόνου πάσα συγκοινωνία μετά της πρωτευούσης ήτο διακεκομμένη, τους δε Ρώσσους αμαχητί καταλαβόντας το χωρίον, αλλά μόλις περί τα μέσα της προηγηθείσης εκείνης νυκτός. Τον πτωχόν αδελφόν μου όμως ανεκάλυψαν εν τη ατάκτω αυτών επιστροφή παρά την γέφυραν της λεωφόρου, πολύ μακράν του χωρίου, και νεκρόν πολύ προ της αφίξεως των Ρώσσων. Δεν εφονεύθη λοιπόν τυχαίως, ουδ’ εν συμπλοκή. Αλλ’ ούτ’ επίτηδες ήτο δυνατόν να εφονεύθη υπό στρατιωτών ή ληστών. Διότι ούτε οι μεν θα άφηναν τον νεκρόν ασύλητον, ούτε οι δε ανέπαφον τον ταχυδρομικόν σάκκον. Πάσα δε επίσημος έρευνα κατέληγεν εις το ψηλαφητόν συμπέρασμα ότι ο φόνος εγένετο εξ ενέδρας και ουχί προς σκοπόν ληστεύσεως. Διά τούτο η μήτηρ μου επέμενεν εις την εύρεσιν και τιμωρίαν του φονέως. Ο τρόπος δι’ ου ο πρώην κακής φήμης ταχυδρόμος παρέπεισε τον ανύποπτον νεανίαν να διαδεχθή το επικίνδυνον αυτού έργον, παρείχεν εις τας ερεύνας αυτής τον οδηγητικόν μίτον. - Δεν μπορεί να είναι αλλοιώς, έλεγεν. Ο φονιάς πρέπει να ήταν μανιασμένος μαζί του, και πρέπει να το ήξευρε. Αλλέως δεν μπορούσε να τον παραμονεύση αυτή την πρώτη την ημέρα, που πήρε την πόστα πάνου του. Είναι λοιπόν χωρίς άλλο χωριανός μας, ή κανείς από τα περίχωρα. Όταν επήραν αυτόν, που είχε πρώτα την πόστα, στην φυλακή, είπα πως έκαμεν ο Θεός κρίσι. Μα ύστερ’ από δύο ημέραις τον έβγαλαν, γιατί ευρέθη, πως, όταν έγεινε το φονικό, εκείνος ήταν στο χωριό μας. Ποιος το ξεύρει; Ίσως κ’ εψευτομαρτύρησαν... Μα τώρα, που ήρθες πια και συ, παιδί μου, μην αφήστε τον αδερφό σας ανεκδίκητο. Μη με βλέπεις έτσι και σιωπάς! Αν δεν είχα παιδιά στον κόσμο, θενάκοφτα τα μαλλιά μου, θενάβαζα ανδρίκια ρούχα, και με το τουφέκι στον ώμο θενά κυνηγούσα τα ιχνάρια του φονιά, ως που να κδικήσω τον νεκρό μου. Γιατί διές, παιδί μου, ο φτωχός μας ο Χρηστάκης δεν ευρίσκει ησυχία, μόνο παλεύει μέσ’ στο μνήμα του όσαις φοραίς νοιώθει το φονιά του να πατή τα χώματα. Και τον νοιώθει, παιδί μου! στην άκρη του κόσμου να ευρίσκεται, εκείνος τον νοιώθει, σαν να του πατούσε την καρδιά του! Γι’ αυτό εκδίκησι! πρέπει να γενή εκδίκησι! Ο μη γνωρίσας την αγαθοτάτην ταύτην μητέρα προ του θανάτου του υιού της, θα την εκλάβη ίσως ως γυναίκα τραχέος και σκληρού χαρακτήρος, αφού εγώ αυτός εδυσκολευόμην πλέον να ανεύρω εν αυτή την άπειρον εκείνην φιλανθρωπίαν, ήτις την έκαμνε να φείδηται και να συμπονή και αυτήν την άψυχον φύσιν, και ως εκ της οποίας δεν υπέφερε να ίδη ουδέ μίαν όρνιθα σφαζομένην. Διότι, ναι μεν, εκδίκησιν λέγουσα, ηννόει κυρίως δικαιοσύνην. Αλλά την δικαιοσύνην ταύτην δεν ηννόει άνευ προσωπικής αυτής ικανοποιήσεως προσμετρουμένην μόνον υπό της απαθούς χειρός του νόμου. - Να τον ιδώ κρεμασμένον, έλεγε, να τραβήξω το σχοινί του και ύστερα ας αποθάνω! Τόσον φρικαλέως επιθυμητή εφαίνετο η εκδίκησις εις την φιλοστοργίαν της φυσικής και αμορφώτου γυναικός! Τα ψυχρά της επιστήμης σκέμματα, δι’ ων εδοκίμαζον ενίοτε να καταπραΰνω τας ορμάς της θερμής αυτής καρδίας, εξητμίζοντο πριν φθάσωσι τον σκοπόν αυτών, ως μικραί σταγόνες ύδατος, όταν πίπτωσιν επί σφοδρώς φλεγομένης καμίνου. Ούτω και κατ’ εκείνην την ημέραν. Όταν μετά μακράν διδαχήν περί της θέσεως των ατόμων απέναντι της δημοσίου δικαιοσύνης, τη υπεσχέθην ότι θα κινήσω πάντα λίθον προς εύρεσιν και τιμωρίαν του κακούργου, - Ναι! είπε, μετά τινος αγρίας εντρυφήσεως. Να τον ιδώ κρεμασμένο, να τραβήξω το σχοινί του, και ύστερ’ ας πεθάνω! Αλλ’ αίφνης εκρούσθη η θύρα, και, μετά προφανούς δυσαρεσκείας είδε την καταξύριστον μορφήν του υπηρέτου ευσεβάστως παρακύπτουσαν όπισθεν του θυροφύλλου. - Τι τρέχει, Λουή; τον ηρώτησα εισερχόμενον. - Μία Τούρκισσα, απήντησεν υποκλινόμενος προ της συνωφρυωμένης μητρός μου, μία Τούρκισσα προς επίσκεψιν. - Προς επίσκεψιν ημών; Δεν είναι δυνατόν! Θα έχης λάθος, Λουή, πήγαινε! Δεν γνωρίζομεν καμμίαν Τούρκισσαν. Αλλ’ ενώ τον απέπεμπον ούτω, χάριν της μητρός μου, ηκούσθη ταραχή εν τω διαδρόμω και φωναί ως εριζόντων. Ο Λουής υπεκλήθη εκ νέου όσον οίον τε βαθέως, όπως με πείση, ότι ημείς ήμεθα οι ζητούμενοι. Αλλ’ αίφνης η θύρα ανοίγει μετά φοβερού πατάγου, ωθήσασ’ αυτόν να πέση κατακέφαλα, ενώ μία γραία, σχεδόν απερικάλυπτος Οθωμανίς ερρίπτετο εις τους πόδας της μητρός μου, μετά λυγμών και δακρύων. Φαίνεται ότι οι έξω υπηρέται τη εκώλυον την είσοδον και εκ της απελπισίας αυτής εβίασε την θύραν. Ο εμβρόντητος Λουής επρόφθασε να συνέλθη και εκδιώξη διά λακτισμών τον δειλώς ακολουθούντα αυτήν υψηλότατον λευκοσάρικον σοφτάν, αλλ’ ο αδελφός μου, παρεμβάς, ως τον είδεν, επέπληξε τον υπηρέτην και εισήγαγε μετά μεγάλης χαράς τον ισχνόν και λευκόχλωμον εκείνον Τούρκον, ως εάν ήτο ο οικειότατος αυτώ φίλος. - Είναι ο Κιαμήλης μας, είπεν, επιδεικτικώς προς εμέ, και αυτή θα είναι η μητέρα του! Η μήτηρ μου μόλις και μετά βίας απαλλαγείσα των περιπτυγμών της Οθωμανίδος, ητένισεν υψηλά προς την συμπαθητικήν του σοφτά μορφήν μετά παραδόξου στοργής, και - Εσύ είσαι Κιαμήλη, παιδί μου; τον ηρώτησε. Και πώς είσαι; Καλά; Δεν σ’ εγνώρισα με αυτή την φορεσιά σου! Ο Τούρκος έκυψε μετά δακρύων εις τους οφθαλμούς και λαβών εφίλησε την άκραν του φορέματός της. - Ο Θεός πολλά καλά να σε δίνη, Βαλινδέ! είπε. Μέρα νύχτα παρακαλώ να κόβη από τα χρόνια μου να βάζη στα δικά σου. - Η μήτηρ μου εφαίνετο υπερβολικά ευχαριστημένη· ο Μιχαήλος επήγε να τα χάση από την χαράν του, απευθύνων μυρίας ερωτήσεις και περιποιήσεις πότε εις τον ισχνοτενή εκείνον πρασινορασοφόρον και πότε εις την μητέρα του. Μόνον εγώ και ο Λουής ιστάμεθα άφωνοι και ενεοί. Επί τέλους λαβών τον αδελφόν μου κατά μέρος, - Έλα, άφησε τα γέλοια σου, λέγω, και ειπέ μου τι συμβαίνει εδώ πέρα; Τι σας είναι αυτοί; - Τώρα θα σε το πω, είπεν ο αδελφός μου γελών έτι περισσότερον. Τώρα θα σε το πω. Πήγαινε, Λουή! δυο καφέδες γρήγορα! Μα κύτταξε, να μην τους κάμης πάλε σαν τα φράγκικά σου τ’ αποπλύματα! Α-λά-τούρκα, και χωρίς ζάχαρι! Ακούς; Και ταύτα λέγων εισήλθε μετ’ εμού εις το προσεχές δωμάτιον. - Αυτός είναι ένας Τούρκος, που τον εγιάτρευεν η μητέρα εφτά μήνες εις το σπίτι μας, και αυτή είναι η μάνα του, που ήλθε τώρα να της πη το Σπολλάτη! Είπεν ο αδελφός μου, γελάσας προς μεγάλην μου έκπληξιν. - Ένας Τούρκος, που τον εγιάτρευεν η μητέρα εφτά μήνας! Και από τότε έγεινεν η μητέρα νοσοκόμος των Τούρκων; Ηρώτησα εγώ συνωφρυωμένος εξ αγανακτήσεως. Πρέπει να σημειώσω, ότι ο Μιχαήλος εσυνείθιζε ν’ αστεΐζηται επί των αδυναμιών της μητρός ημών, τόσω μάλλον ασμένως, όσω μάλλον αγγογύστως και προθύμως τας επλήρονεν εκ του ιδίου του βαλαντίου. Τίποτε δεν τον ηυχαρίστει τόσον, όσον να μιμήται την μητέρα μας, δρώσαν υπό την επήρειαν αδυναμίας τινός, της οποίας τα στοιχεία παρεμόρφου επί το κωμικώτερον κατά τρόπον όλως ίδιον αυτώ. Η ανοχή της καλής μητρός, ήτις εγέλα και αυτή, οσάκις τον ήκουεν, ερρίζωσεν εν αυτώ έτι μάλλον την κακήν ταύτην συνήθειαν. Διά τούτο, όταν με είδεν αγανακτούντα επί τω ακούσματι, - Άκουσε να σε πω, μοι είπεν. Αν εννοής να τα έχης έτσι καταιβασμένα, δεν σε λέγω τίποτε. Θα μου χαλάσης την ιστορία. Κάλλιο να την αφήσουμε μίαν άλλην ημέρα, για να γελάσης και συ με την καρδιά σου, να γελάση κ’ η μητέρα κομμάτι, που τόσαις ημέραις δεν εγέλασεν ακόμη με τα σωστά της, η καϋμένη. - Έλα! τω είπον τότε. Η μητέρα φαίνεται πολύ ευχαριστημένη από την επίσκεψιν, και είναι όλως διόλου ενασχολημένη με τους Τούρκους της, που δεν ειμπορώ να χωνέψω. Ως που να πιουν τον καφέ τους και να μας ξεφορτωθούν, ειπέ μου την ιστορία. - Άκουσε λοιπόν, μοι είπεν. Ειξεύρεις πόσον η μητέρ’ ανησυχούσεν όταν έλειπες. Και δεν φθάνει που ανησυχούσεν εκείνη, μόνον δεν άφηνε και τον κόσμο στην ησυχία του. Ποιος περνά να τον σταματήση μέσ’ στον δρόμο· ποιος έφθανεν από πουθενά, να πα να τον ρωτήση: μη σε είδαν, μη σε άκουσαν. Την ξεύρεις. Ένα πρωί πρωί ετρυγούσαμε τα πεπόνια στο χωράφι. Έξαφνα βλέπ’ ένα διαβάτη που περνούσε. Δεν τον αφήνει να πάγη στην δουλειά του, μόνο τρέχει στην φράκτη. - Ώρα καλή, θειέ! - Πολλά τα έτη, κυρά! - Από την Ευρώπη έρχεσαι; - Όχι, κυρά, από το χωριό μου. Και πού είν’ αυτή η Ευρώπη; - Να, ξεύρω κι’ εγώ; αυτού που είναι το παιδί μου. Δεν άκουσες να λένε τίποτε για το παιδί μου; - Όχι, κυρά. Και πώς το λένε το παιδί σου; - Αμ’ ξέρω και ’γω μαθές; Ο νουνός του το βάφτισε Γιωργί, και πατέρας του ήτανε ο Μιχαλιός ο πραμματευτής, ο άνδρας μου. Μα κείνο, ακούς, επρόκοψε και πήρεν ένα όνομα από τα περιγραμμάτου· και τώρα, σαν το γράφουνε μέσ’ σταις εφημερίδες, δεν ηξεύρω κι εγώ η ίδια, το παιδί μου είναι μαθές που λένε, ή κανένας φράγκος! - Την ιστορία, Μιχαήλε! την ιστορία του Τούρκου! διέκοψα εγώ ανυπομόνως. - Στάσου δα! είπεν εκείνος. Η ιστορία ήλθεν ύστερ’ από την κουβέντα. Ύστερ’ από την κουβέντα, βλέπεις την μητέρα και κόφτει το πιο καλό, το πιο μεγάλο πεπόνι. - Αμ’ δεν παίρνεις κάνα πωρικό από τον κήπο μας, θειε; - Ευχαριστώ, κυρά, δεν έχω τόπο να το βάλω. - Δεν πειράζει, θειε, το καθαρίζω και το τρώγεις. - Ευχαριστώ, κυρά, με κρατεί κοιλόπονος. - Έλα να χαρής, κάμε μου την χάρι. Γιατί, διές, έχω παιδί στην ξενητιά, κ’ έχω καρδιά καμμένη. Κι’ αφού δεν μπορώ να το στείλω στο παιδί μου, φα’ το καν του λόγου σου που είσαι ξένος. Ίσως τωύρη κι’ εκείνο από κανέναν άλλονε. Ο άνθρωπος έχασε την υπομονή του. - Ντζάνουν καλά, χριστιανή για! μα σαν έχης παιδί στην ξενιτιά, τι σε φταίγω εγώ να βάλω, έτσι θεονήστικος, όλην αυτή την χολέρα μέσ’ στο στομάχι μου! Μη θαρρής πως εβαρέθηκα την ζωή μου; Εγώ έχω γυναίκα που με καρτερά, κ’ έχω παιδιά να θρέψω. Μα σαν θέλης και καλά να χρησιμοποιήσης το πεπόνι σου, στείλε το στου Γερο-Μούρτου το χάνι. Εκεί κοντά ένας ξένος παλεύει με τον θάνατο, θερμασμένος εδώ και τρεις εβδομάδες. Άμα γευθή αυτήν την χολέρα, πίστεψέ με, θα γλυτώση και αυτός από την θέρμη και η θέρμη απ’ αυτόνε. - Τέλος πάντων! του είπα, ετελείωσαν τα επεισόδια; Άρχησε πλέον την ιστορία! - Στάσου δα! απήντησεν εκείνος πειρακτικώς. Μήπως είμεθα εις την Ευρώπην που πουλούν το κρέας δίχως κόκκαλα; Σε λέγω την ιστορία καθώς εγένηκεν. Αν δεν σ’ αρέση, άφησέ την κατά μέρος. Πάμε να διούμε την χανούμισσα! - Σε ήθελα να είσαι από πουθενά, εξηκολούθησεν έπειτα, να ιδής την μητέρα, όταν το άκουσε. - Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! - Και έπεσε το πεπόνι από τα χέρια της, κι’ έγεινε σαν πήττα! Κ’ έσιαξε το φακιόλι στο κεφάλι της, κ’ επήρε τον δρόμο. Δηλαδή τα σπαρμένα και τ’ άσπαρτα χωράφια κατ’ ευθείαν για να φθάση όσον το δυνατόν γρηγορώτερα. Εγώ που την ήξευρα, την αφήκα να πάγη. Μα σαν επροχώρησε καμπόσο και είδε που δεν το εκούνησα, εγύρισε πίσω θυμωμένη, και, - Τι χάσκεις απ’ αυτού, μωρέ πολλακαμμένε; - εφώναξε. - Ε; φυλάγεις να το πω για να σαλέψης; Αν σε βαστά μην την ακολουθείς; Θα ήταν καλή να με φακιολίση με καμμιά βωλάκα. Αφήκα λοιπόν την δουλειά μου, κ’ έπεσα καταπόδι της. Πού να την φθάσης! Βρε αγκάθια, βρε χανδάκια, βρε φράχταις - δεν έβλεπε τίποτε. Τίποτε άλλο, παρά του Γερο-Μούρτου τον σκεπό που εκοκκίνιζε μακρυά μέσ’ στα σπαρμένα. Σαν έφθασε κοντά, άρχησαν τα γόνατά της να τρέμουν κ’ εκάθησε σε μια πέτρα. - Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! Και πως δεν μου το είπες πως ήταν ένας άρρωστος δωπέρα; - Αμ’ τι να σε το πω! Μήπως είσαι γιατρός για να τον γειάνης; Εκείνο, ως και ο Παππά-Δήμος, που τ’ άκουσε, δεν επήγε να τον διή. Γιατ’ είναι, λέγει, Τούρκος, κ’ οι Τούρκοι δεν πληρόνουν, για ευχέλαιο. - Τούρκος είπες; εφώναξε τότε, και ήλθεν ολίγο σην θωριά της. - Σαν είναι Τούρκος - Δόξα σοι ο Θεός! Είχα μια φοβέρα μήπως ήταν το Γιωργί μας! - Κρίμα που δεν σου το είπα πρωτήτερα, μητέρα, να μη χαλάσης του κόσμου τα χωράφια και να κάμης τα πόδια μου κόσκινο μέσ’ στ’ αγκάθια. Από τη βία σου, μ’ έκαμες να πάρω τον δρόμο αξυπόλυτος. - Μα κείνη, στο μεταξύ, ξανακίνησε προς του Μούρτου το χάνι. Εκεί που έπεσα πάλε καταπόδι της, κ’ επήγα να πηδήξω ένα χανδάκι, ακούω κάποιον και βογκά. Στρέφω και θωρώ, ένας Τούρκαρος χαμαί, με κίτρινο πρόσωπο, με κόκκινα μάτια! Έτσι εύκολα που γελώ στη ζωή μου, ποτέ δεν εγέλασα για άρρωστον άνθρωπο. Κ’ εκείνη την ημέρα δεν ημπόρεσα να βασταχθώ, γιατί, δεν ηξεύρεις. Εδώ ήταν μια βάτος, κι’ εδώ μι’ αγριαγγινάρα. Κι’ ο Τούρκος, που παράδερνε παραλαλώντας εις την μέση, εγύριζε στη βάτο, και της έκαμνε τεμενάδες, και την γλυκομιλούσε, και της έκαμνεν εργολαβία. Εγύριζε στην αγριαγγινάρα κ’ έτριζε τα δόντια, κι αγρίευε τα μάτια, κ’ εσήκωνε με βρυσιαίς το χέρι του, να της κόψη το κεφάλι! Τα μεγάλα του λόγια από την μια και η αδυναμία του από την άλλη ήτανε να σκάσης από τα γέλοια. Μα σαν ήλθεν η μητέρα και με είδε, σου έκαμεν ένα θυμό! ένα θυμό! Θεός να σε φυλάγη! - Τι στέκεις και γελάς αυτού, βρε χάχα; Ε; τι στέκεις και γελάς! Ο άνθρωπος ψυχομαχά, και συ το χαίρεσαι; Πιάσ’ από κεινά! Φορτώσου τον στην ράχη σου! - Καλέ, χριστιανή, αυτός είναι μιάμισυ φορά μακρύτερος από μένα, πώς θέλεις να τον φορτωθώ στην ράχη μου! - Πιάσ’ απ’ εκεινά, σε λέγω, γιατί ξέρεις; Αν σε βαστά μην το κάμης! Έπιασα λοιπόν και με φόρτωσε τον Τουρκαλά στην ράχη μου κ’ επήραμε τον δρόμο. Ο Γερο-Μούρτος έλιαζε την κοιλιά μου έξω από την θύρα του χανιού. Σαν μας είδε, εγέλασε βαθειά μέσ’ στον λαιμό του κ’ εφώναξεν. - Ωρέ, δεν μου φορτώνεσαι κάλλιο κειό τον ψόφιο γάδαρο, για να κερδαίσης καν τα πέταλά του, μόνο σκομαχάς έτσι στα χαμένα για να πας την λοιμική στο σπίτι σου; Εγώ δεν απηλογήθηκα γιατί, καταλαμβάνεις, αναπνοή για χορατά δεν μ’ επερίσσευε. Μα η μητέρα, την ξεύρεις την μητέρα. Του εδιάβασε τον εξάψαλμο για την απονιά του! Σαν τον εφέραμε στο σπίτι, εστρώσαμε το στρώμα του Χρηστάκη και τον επλαγιάσαμε. Ο Χρηστάκης ο μακαρίτης εγύριζε τότε στα χωριά της επαρχίας, με ταις πραμματειαίς επάνω στ’ άλογο. Ήτανε πριν ανοίξη το μαγαζί του. Και σαν έμαθε πως έχουμε τον άρρωστο εις το σπίτι, επήγε κ’ έρριψε την κάππα του εις της θειάς μας το σπίτι, στο Κρυονερό. Η μητέρα τον εμάλονε πάντοτε για ταις ακαταστασίαις του, κ’ εκείνος ο μακαρίτης αφορμήν εγύρευε για να ξωμένη, να ζη του κεφαλιού του. Εφτά μήνες είχαμε τον άρρωστο στο σπίτι, εφτά μήνες δεν επάτησε το κατώφλοιό μας. Ως που αναγκάσθηκεν η μητέρα να τον στείλη μαζί μου στην Πόλι, πριν γιατρευθή όλως διόλου. - Και πώς είχε ξεπέσει στο χωριό μας; ηρώτησα εγώ. Και πώς συνέβη ν’ αρρωστήση; - Χουμ! είπεν ο αδελφός μου ξύων την κεφαλήν του. Αυτό κ’ εγώ μόνον άκραις μέσαις το γνωρίζω. Μήπως μάφηκε μαθές η μητέρα να τον ερωτήσω, καθώς ήθελα; -Άνθρωποι είμεθα, έλεγε, και οι αρρώσταις είναι για τους ανθρώπους. Αλλοίμονο σ’ όποιον δεν έχει ποιος να τον κυττάξη! Και ποιος ηξεύρει, αν αυτήν την ώρα και το Γιωργί μας δεν είν’ άρρωστο στη ξενιτιά, χωρίς κανένα εδικό στο πλάγι του! Μην κάθεσαι λοιπόν και μου ψιλορωτάς τον άνθρωπο, μόνο γειάνε τον πρώτα! Ο Κιαμήλης είναι καλός, πολύ καλός ο καϋμένος, εξηκολούθησεν ο αδελφός μου, και πολλαίς φοραίς άνοιξε μονάχος του να με πη το πώς αρρώστησε. Μα όσαις φοραίς το δοκίμαζε τόνε ξανάπιανεν η θέρμη. Εδώ μας διέκοψεν εισελθούσα η μήτηρ μου μετά των ξένων της. Η κοντή και πως εύσωμος Οθωμανίς είχε τακτοποιημένον το λευκότατον αυτής γιασμάκιον και συνεκράτει επί το κοσμιώτερον τον μαύρον και μακρόν αυτής φερετζέν, υπό τον ποδόγυρον του οποίου μόλις έβλεπες τα μυτωτά και κίτρινα παπούτσια της. Αλλά βαθείαν εντύπωσιν μοι ενεποίησε τώρα η ωχρά και μελαγχολική του Κιαμήλ όψις, τα χαρακτηριστικά της οποίας μοι εφάνησαν τόσον ήμερα, τόσον ηδέα, ώστ’ εκέρδησεν ούτως ειπείν εξ εφόδου την συμπάθειάν μου. Τούτο δεν διέφυγε την προσοχήν της μητρός, ήτις εγνώριζε την προς τους Τούρκους αντιπάθειάν μου. Δι’ αυτό ατενίσασα φιλοστόργως προς αυτόν ενώ μοι τον παρουσίαζεν, - Ο αρίσκος* ο Κιαμήλης!, είπεν, είναι πολύ, πολύ καλό παιδί. Τρώγει και κόλλυβα· πίνει και αγίασμα· φιλά και του παππά το χέρι· τι να κάμη! Όλα για να γειάνη. Οι οφθαλμοί της μητρός του επληρώθησαν δακρύων. Μόλις δε τοις απέτεινα δύο τρεις λέξεις εις την γλώσσαν των, και ήρχησαν να με πληρώσιν ευχών κ’ ευλογιών, επαίνων κ’ εγκωμίων με τας γνωστάς εκείνας υπερβολάς της τουρκικής εθιμοτυπίας. Αλλ’ η μήτηρ μου διακόψασα τον χείμαρρον της ρητορικής αυτών αποτόμως, - Τώρα καθήστε, είπε, να διούμε τι θα κάνουμε. Η χανούμισσα, παιδί μου, έχει ένα γυιο στον Ζαπτιέ, που είναι από τους πρώτους ανακριτάδες. Της είπα την συμφορά που μας εγείνηκε· θα τον βάλη να μας εύρη τον φονιά! Η καϋμένη! δεν ηξεύρεις τι καλή που είναι! Τι κρίμα, που δεν το ήξευρα να έρθω προτήτερα στην Πόλι! Ως τα τώρα θα τον είχα τρεις φοραίς κρεμασμένο, και θα ήμουν απ’ αυτή την μεριά τουλάχιστον ήσυχη! Η Τούρκισσα ηννόησεν ολίγον περί τίνος επρόκειτο. - Ναι, είπε, ο υιός μου ο Εφέντης, και ο δούλος σας ο Κιαμήλης και εγώ η σκλάβα σας, ως του Σουλτάνου το κατώφλοιο θενά πάμε, μα την υπόθεσί σας χαμαί δεν θα την αφήσουμε. Χωρίς άλλο την είχαν ως τα τώρα μηντέρ αλτί (υπό τον τάπητα) και δι’ αυτό δεν επιάσθηκ’ ο φονιάς. Ο γυιος μου, ο Εφέντης είναι ανακριτής εις τον Ζαπτιέ, την γη να σχίση να έμβη ο κακούργος, πάλι θα τον εύρη. - Και, τίποτε· εξηκολούθησεν ο Κιαμήλης, με την συμπαθητικήν φωνήν του. Ούτε λεπτό έξοδα! Ο Εφέντης ο αδελφός μου με μια κονδυλιά τα διορθώνει. Και αν θέλη ο Θεός, πάγω κ’ εγώ στην επαρχία για την ανάκριση. Όταν σκοτώθηκε το παιδί της Βαλιδές μου, είναι σαν να σκοτώθηκεν ο Εφέντης ο αδελφός μου. Πρέπει να γενή εκδίκησι! Απερίγραπτον ευχαρίστησιν ενεποίει ο ζήλος αμφοτέρων όχι μόνον εις την μητέρα, αλλά και εις τον αδελφόν μου και εις εμέ αυτόν, όστις εσκεπτόμην τώρα, ότι και η προς αλλοθρήσκους γενομένη ευεργεσία δεν απωλέσθη επί ματαίω. Εφ’ ικανήν ώραν συνδιελέχθημεν επί του θέματος, κ’ εγώ, όστις ήμην τελείως απηλπισμένος περί ανακαλύψεως του φονέως, διά τε τον παρεμπεσόντα χρόνον και διά τας ευθύς μετά τον φόνον επισυμβάσας ως εκ του πολέμου καταστροφάς εν τη επαρχία ημών, δεν ήργησα να πεισθώ ότι είναι πιθανόν ακόμη να δοθή δικαιοσύνη εις τον ατυχή νεκρόν μας. Ήτο λοιπόν πολύ φυσικόν, αν τώρα ήρχησα να περιποιώμαι τους μόνους δυνατούς να μας παρασταθώσι προς εκπλήρωσιν του καθήκοντος ημών τούτου. Άμα ως η γραία Οθωμανίς παρετήρησε την διάθεσίν μου ταύτην, - Και τώρα είπε, Σουλτάνε μου, δος τα κλειδιά στον ξενοδόχο· από σήμερα και να πάγη είσθε μουσαφήριδές μου. Τούτο ήτον όλως διόλου απροσδόκητον. Οι Τούρκοι, ιδίως εν μεγαλοπόλεσιν, όχι μόνον δεν κατοικούν υπό μίαν με χριστιανούς στέγην, αλλ’ ουδ’ εις την αυτήν συνοικίαν τούς ανέχονται. Τι ήτο λοιπόν τούτο; Μι’ από τας πολλάς δουλοπρεπείς φιλοφρονήσεις; Αλλ’ όχι, η γραία δεν ωμίλει διά τον τύπον. - Εσύ είσαι διαβασμένος άνθρωπος, μοι έλεγε, και γνωρίζεις του Θεού τον νόμον. Κ’ εάν είχα μόνο μία πεθαμή τόπο στην οικουμένη, και ήξευρα πως η ευλογημένη γυναίκα που εκοίταξε τ’ ορφανό μου εφτά μήνες εις το στρώμα του παιδιού της ευρίσκετ’ εδώ πέρα ξένη, και δεν της έδιδα το αναπαυτήριο της κεφαλής μου να πατήση το ποδάρι της - δεν θα έκλειεν ο Θεός την θύραν του ελέους του εις την προσευχήν μου; Δεν θα εσήκωνε την ευλογίαν από τα έργα των χειρών μου; Δεν θ’ απέστρεφε το πρόσωπόν του από το κουρμπάνι μου; Έλα, ζαχαρένιε μου! Μην το κάμης και κριματισθώ! Και παρεμβάς ο Κιαμήλης και φιλήσας την άκραν του φορέματός μου, - Μη σας κακοφανή, είπε, γιατί δεν ήλθαμε να σας πάρουμε πρωτήτερα. Το μάθαμε πως είσθ’ εδώ, και δύο μέραις τώρα γυρνούμε να σας εύρουμε. Όλα τα χάνια κατά σειράν επήραμεν. Όλη την πόλιν εκοσκινίσαμε. Μα εμείς, απλοί άνθρωποι, είμασθε σαν τα βώδια. Κοντά στον νουν ήτανε, πως αφέντης σαν του λόγου σου πορεύεται αλά φράγκα, και κάθεται στο ξενοδοχείο. Τώρα που σας ηύραμε, δεν μπορεί να γείνη αλλοιώς. Και αποταθείς προς την μητέρα μου· Δεν είν’ έτσι, σουλτάνα μου; είπε. Εμείς τα εσυμφωνήσαμε πλέον. Αυτός ο κιαφίρης ο Σεισουράδας δεν θα σε χαλάση πια το κέφι σου. Μια κλωτσιά που μ’ έδωκε του την σχωρνώ για το χατήρι σου, μα δωπέρα δεν μένουμε πλέον. Δεν είν’ έτσι; - Ναι, είπεν η μητέρα μου, δεν μένουμε, σαν το θέλη και ο Γεωργής! Ακούς εκεί, τη Σεισουράδα να χτυπήση το παιδί μου, τον Κιαμήλη! Τότε παρετήρησα ότι καθ’ ην ώραν εγώ ήκουον την ιστορίαν του Κιαμήλ παρά του αδελφού μου, οι τρεις εναπομείναντες είχον συνομώσει κατά του ξενοδόχου και του ατυχούς Λουή. Έπειτα η γραία Οθωμανίς ανέκρουσε μίαν ανατολικωτάτην δέησιν. - «Επτά ημέρας θα καθήσω έξω από το ενδιαίτημά σου· επτά φοράς την ημέραν θα φιλώ το κατώφλοιον της θύρας σου· επτά φοράς την ώρα» κτλ. - κ’ εγώ έχασα επτά φοράς την υπομονήν μου. Άλλως τε, η πρόσκλησις αύτη μοι εφαίνετο ευνοϊκή διά την υπόθεσίν μας. Διά τούτο αφήκα την μητέρα μου να πράξη όπως θα τη ήρεσκεν. Μόλις παρήλθεν ημίσεια ώρα και η Οθωμανίς μετά του υιού της απήρχετο εν αληθεί θριάμβω, άγοντες μεθ’ εαυτών την μητέρα και τον αδελφόν μου, ως εάν ήσαν τα μάλλον περιζήτητα λάφυρα. Εις εμέ ούτε αι υποθέσεις, ούτε αι διαθέσεις μου επέτρεπον ν’ αλλάξω κατοικίαν. Απεποιήθην λοιπόν να δεχθώ την ξενίαν των όπως την προσέφερον. Υπεσχέθην όμως ότι ευθύς ως τελειώσω τας εισαγωγικάς ενεργείας παρά ταις αρμοδίαις αρχαίς προς αναζήτησιν του φονεύσαντος τον αδελφόν μας, θα τους επισκέπτωμ’ επί μακρόν και καθ’ εκάστην εν τω οίκω των. Η εργασία αύτη δεν εχρειάσθη πολύν χρόνον. Διότι, όπου ο νόμος δεν υπάρχει παρά εν τη καλή θελήσει των καθ’ έκαστα αρχών, ή χρονίζει και η απλουστέρα υπόθεσις επ’ άπειρον, ή τελειούται εν μια στιγμή και η μάλλον περίπλοκος. Και ναι μεν η εδική μας δεν ήτο δυνατόν να τελειώση ούτως αστραπηδόν, αλλ’ ήδη κατ’ αυτάς τας πρώτας ημέρας των μετά του υπουργείου της αστυνομίας συνεννοήσεών μου, διετάχθησαν εν τη επαρχία ημών πολλαί συλλήψεις, ο δε υιός της φίλης ημών Οθωμανίδος, ο ανακριτής, όλως ζήλος και αφοσίωσις, εξεκίνησεν εκ της πρωτευούσης, συνοδευόμενος υπό του αδελφού μου, κ’ εφωδιασμένος με πάσαν πληρεξουσιότητα προς ανάκρισιν των συλληφθέντων και προς καταδίωξιν άλλων υπόπτων. Εις τον ανυπόμονον Κιαμήλ δεν επετρέψαμεν να συναπέλθη, τούτο μεν χάριν της επισφαλεστάτης υγιείας του, τούτο δε όπως μη μείνωσιν αι δύο γραίαι όλως διόλου μόναι. - Και τώρα πια που εβάλαμε το νερό στ’ αυλάκι, μας έλεγε μετά τινας ημέρας η μήτηρ μου, έρχου δα, παιδί μου, να περνάς την ημέρα μαζί μας. Εμείς είμεθα όλη μέρα στο σπίτι, γιατί ετελειώσαμε τους γύρους μας. Και πού δεν μ’ επήγε το παιδί μου ο Κιαμήλης! και πού δεν μ’ επήγεν η χανούμισσα! Πρώτα πρώτα επήγαμεν εδώ κοντά στην Αγιά-Σοφιά. Ύστερα μ’ επήγαν κ’ επροσκύνησα στον τάφο του Κωνσταντίνου, στο Μεφά-μεϊδάνι. Να πας και συ δα, παιδί μου! Εδώ μεριά έχουν τον Αράπη, που τον εσκότωσε, σκεπασμένο όλο λαχούρια και χαλιά. Κ’ εκεί μεριά τον φτωχό τον βασιλέ, με μόνο μια μικρή κανδύλα πα’ στο μνήμα του! Κ’ επήγαμε και σ’ ένα τζαμί και είδαμεν επάνω σ’ ένα παλαιό δένδρο την αλυσίδα, που ήταν κρεμασμένη η χείρα της Δικαιοσύνης. Κ’ επήγαμε και στο Μβαλουκλί, και είδαμε τα ψάρια, που ζωντάνεψαν μέσ’ στο τηγάνι, όταν επάρθηκεν η Πόλι. Και επάνω στην Πόρτα που επάρθηκεν, είδαμε τα γράμματα, που έγραψεν ο άγγελος εκείνη την ημέρα, τάχα για την Πόλι. «Το χειρ’ χειρ’ χειρότερο»! Τα είδαμε, μα, σαν αγράμματη που είμαι, δεν τα διάβασα. Και τι να τα διαβάσω, παιδί μου! Μήπως δεν το βλέπουμε κάθε μέρα πως πηγαίν’ η Πόλι; Και πού αλλού δεν πήγαμε! Και τι δεν είδαμε! Μα τώρα που τελείωσαν, άρχησα πάλε να στενοχωρούμαι. Γι’ αυτό έρχου κάθε μέρα να σε βλέπω, νάχης την ευχή μου, και να με λέγης δα κι όλα, πώς πηγαίν’ η κρίσι μας. Η οικία της χήρας Οθωμανίδος κείται επί της ευρείας μεν τώρα, αλλ’ όχι πλέον ως πριν γραφικωτάτης οδού, της Νδιβάν-γιολού, ου μακράν της πλατείας του βυζαντινού ιπποδρομίου. Προφανώς είναι παλαιόν κτήμα, ευπόρου άλλοτε οικογενείας. Διότι ενώ αι παρακείμεναι οικίαι φαίνονται αλυπήτως κολοβωμέναι υπό της ευρύνσεως του δρόμου, η της Οθωμανίδος διακρίνεται δι’ ενός προαυλίου, στενοτάτου μεν νυν, και επιτρέποντος τοις εν τω εξώστη καθημένοις να βλέπωσιν υπέρ τον χαμηλόν αυτού τοίχον πάντα τα εν τη οδώ, όπως δήποτε όμως λειψάνου της προτέρας ευρυχωρίας. Όπισθεν αυτής έχει ωραίον κηπίσκον με υψηλοτάτους κισσοσκεπείς τοίχους και με μικρόν περίπτερον εις την μίαν πλευράν. Εις τους τοίχους τούτους οφείλει κυρίως την ως εκ θαύματος διάσωσιν του μεγίστου αυτής μέρους από της μεγάλης πυρκαϊάς, ήτις είχεν αποτεφρωμένην ολόκληρον την όπισθεν της οδού εκείνης συνοικίαν. Μέρος της απέναντι του περιπτέρου πλευράς του τοίχου, καταρρεύσαν, φαίνεται, κατά την πυρκαϊάν, ανοικοδομήθη εκ του προχείρου, επιτρέψαν την εις αυτήν προσαρμογήν μικράς θύρας, δι’ ης ο οίκος απέκτησε νέαν συγκοινωνίαν με τα εκτός, πολύ συντομωτέραν εις τον από του υπουργείου της Αστυνομίας διά των αχανών ερειπίων προσερχόμενον. Εν τούτοις η κατά βάθος αύτη ευρυχωρία εμηδενίζετο υπό της απωλείας, ην το πλάτος της οικίας υπέστη κατά την πυρκαϊάν. Διότι οικονομικαί δυσχέρειαι δεν επέτρεπον την επιδόρθωσιν της βλαβείσης πλευράς· αι δ’ εκ του προχείρου προσκαρφωθείσαι ημίκαυστοι σανίδες άφινον τα κατ’ αυτήν δωμάτια παντί ανέμω αναπεπταμένα, και εντελώς ακατοίκητα. Και όμως εν τη οικία ταύτη εχώρει όχι μόνον η γραία Οθωμανίς μετά του Κιαμήλη, όχι μόνον ο Εφέντης μετά της πολυπληθεστάτης αυτού οικογενείας, αλλά και η μήτηρ μου και ο αδελφός μου, και δη πάντες οι εγγύς και μακράν συγγενείς ημών, όσοι ήρχοντο προς επίσκεψίν μου. Διότι ο πιστός Κιαμήλης ευθύς ως εμυρίζετό τινα, τον ιχνηλάτει μέχρις ότου, ανευρών την κατοικίαν, μετέφερε τα πράγματά του εις τον οίκον της μητρός αυτού, έστω και διά της βίας. Η δε καλή Οθωμανίς έχαιρεν επί τούτω· διότι, έλεγε, δύο κακούς ανθρώπους δεν τους χωρεί ούτε όλη η οικουμένη· ενώ χίλιοι καλοί άνθρωποι κάμνουν μουχαμπέτι και μέσα εις ένα καρυδότσουφλο! Τοιαύτη ήτον η οικία εν η επί τέσσαρας σχεδόν εβδομάδας διέτριβον τον πλείω της ημέρας χρόνον, μεταβαίνων τακτικά καθ’ εκάστην. Τας δεξιώσεις της γραίας Οθωμανίδος τας ήκουον από των δικτυωτών παραθύρων αυτής, πριν έτι κρούσω την επί του Νδιβάν-γιολού θύραν. Η έλευσίς μου επεριμένετο εκ του εξώστου. Η δ’ εμφάνισίς μου επροξένει εν τω οίκω ταραχήν ομοίαν με τον θόρυβον πολλών πτηνών επτοημένων εκ της εμφανίσεως αιλούρου τινός προ του μεγάλου κλωβού των. Ήσαν αι φωναί των γυναικών, των παίδων και των παιδισκών του Εφέντου, αίτινες εσκίρτων φεύγουσ’ εν ατάκτω σπουδή εις το χαρέμιόν των, εκ φόβου μήπως τας ιδώ άνευ γιασμακίου. Ο Κιαμήλης με το μικρόν και χιονόλευκον σαρίκιόν του, τον μακρόν και πράσινον τσουμπέν του, με την ωχράν και συμπαθητικήν αυτού μορφήν, υψηλός όσον σχεδόν και ο τοίχος του προαυλίου, μοι ήνοιγε τακτικά την θύραν με το γλυκύ και μελαγχολικόν αυτού μειδίαμα επί των χειλέων, μέχρις εδάφους υποκλινόμενος διά τον εγκάρδιον τεμενάν της υποδοχής. Αι δύο γραίαι είχον πάντοτε έτοιμον κανέν γλύκισμα ευχάριστον εις εμέ, ή κανέν παραμύθιον έτι πολύ ευχαριστότερον. Προ πάντων η Οθωμανίς ήτο κατενθουσιασμένη δι’ εμέ, όστις, έλεγε, τόσο σοφός και σπουδασμένος που ήμουνε, δεν έγεινα ειδωλολάτρης άπιστος, μόνον επίστευα με όλη την καρδιά μου - εις τα παραμύθια! Μόνον διά δύο τινά εμεμψιμοίρει τρομερά εναντίον μου. Πρώτον διότι κατ’ ουδένα τρόπον υπέφερον ν’ ακούσω τι περί των θαυμάτων της μαγείας, δεύτερον όμως διότι δεν κατεδέχθην ακόμη να ξενισθώ μίαν νύκτα υπό την στέγην του πτωχικού της. Και δεν εστάθη μεν δυνατόν να συμφωνήσωμεν ποτέ επί του πρώτου, συνεβιβάσθημεν όμως επί τέλους ως προς το δεύτερον. Από ημέρας εις ημέραν επεριμένομεν τον υιόν της τον ανακριτήν να επιστρέψη. Είχεν ήδη στείλει περί τους είκοσιν υπόπτους εις τας φυλακάς της Κωνσταντινουπόλεως, όπου μετήνεγκε την κρίσιν ημών, όπως απαλλαγή της επηρείας των επαρχιακών αρχών. Όταν φθάση ο Εφέντης, είπον εις την γραίαν, την νύκτα εκείνην θα κοιμηθώ εις τον οίκον σου. Θα έχω πολλά να πληροφορηθώ. Τρεις ημέρας μετά τούτο, εάν δεν απατώμαι, επέστρεψεν ο ανακριτής. Ο αδελφός μου, όστις έφθασε την προτεραίαν, μοι διηγήθη πολλά περί της σκληράς αυτού δραστηριότητος. - Αύριον λοιπόν θα έλθω μετά το δειλινόν, τοις είπον, όταν θα ήναι εδώ και ο Εφέντης. Μη με προσμένετ’ ενωρίτερον. Την επιούσαν αναβάς εν εκ των παρά την Παλαιάν Γέφυραν μισθουμένων δημοσίων ιππαρίων, και μη φεισθείς του ηλιοκαούς και γυμνού τας κνήμας ιππηλάτου, όστις, ιδρώτι περιρρεόμενος, έτρεχε καθ’ όλην την οδόν παρά την ουράν του γοργού και πειθηνίου αλόγου, έφθασα προ της οικίας πολύ ενωρίτερον ή ό,τι υπεσχέθην. Διά τούτο δεν παρεξενεύθην, μη ακούσας ταύτην την φοράν τας δεξιώσεις της Οθωμανίδος, όπισθεν του δικτυωτού παραθύρου της. Αλλ’ όταν, ανοιγείσης της θύρας, είδον ενώπιόν μου μικρόν, βλακωδώς προσατενίζον με τουρκόπαιδον, και ουχί την ωχράν του Κιαμήλ όψιν, ποιούντος τον μεγάλον αυτού τεμενάν με το αιωνίως μελαγχολικόν εκείνο μειδίαμα, δεν ηξεύρω πώς διετέθην ξένως και παραδόξως. Εκτός του παιδός, ουδείς εφαίνετο εν τη αυλή. Εισήλθον εις το πλακόστρωτον και πως δροσερόν κατώγειον - κ’ εδώ ούτε ψυχή. Εκάλεσα μετά τινος ανυπομονησίας την μητέρα μου, τον αδελφόν μου, ουδείς απεκρίθη. Η μικρά προς τον κήπον θύρα εις το βάθος του κατωγείου ήτο, παρά το σύνηθες, ολίγον ανοικτή. Και αφού δεν ηδυνάμην ν’ ανέλθω την κλίμακα πριν ή βεβαιωθώ ότι το χαρέμιον απεσύρθη εκ της σάλλας, εχώρησα διστάζων προς αυτήν, και παρακύψας είδον εις τον κήπον. Πλησίον του υψηλού κισσοσκεπούς τοίχου, κατά το ήμισυ εις την σκιάν, εκάθηντο η μήτηρ μου, η Οθωμανίς και άλλη τις ρακένδυτος και ασκεπής την κεφαλήν γραία, κατά το φαινόμενον πιναρά ρωμηοκατσιβέλα, ήτοι Αθιγγανίς ελληνόφωνος. Υψηλότερον των λοιπών καθημένη, εκράτει επί των γονάτων αυτής ύπτιον κόσκινον, εφ’ ου κύπτουσαι η Οθωμανίς και η μήτηρ μου, εφαίνοντο προσπαθούσαι να εννοήσωσι κάτι τι, μετά προφανούς εκπλήξεως και απορίας. Μετά μακράν σιωπήν· - Καθώς σε λέγω, είπεν η Αθιγγανίς μετά δογματικής εμφάσεως. Ο φονιάς είναι κοντά σας· γυρίζει τριγύρω σας· μην τον ζητάτε μακρυά. - Χα! είπεν η μήτηρ μου, μετά θριαμβευτικής χαράς. Λοιπόν επιάσθηκε! Θα είναι από αυτούς που έστειλεν ο Εφέντης δεμένους. Ελησμόνησα να σε πω πως οι ύποπτοι ευρίσκονται στην Πόλι. - Σε είπα να μη μου λέγης τίποτε, χωρίς να σ’ ερωτώ, αλλοιώς θα με χαλάσης τα μάγια! είπε δυσανασχετούσα η Πυθία των τριόδων, και έσεισε το κόσκινον ισχυρώς και ηκούσθη εν αυτώ κρότος, ως συγκρουομένων οσπρίων. - Έλα, μην κακιόνεις! είπεν η Οθωμανίς, ας τα ρίξωμεν ακόμη μια. Μέτρησέ τα πάλι. - Χουμ! είπεν η μάντισσα, τρεις και η αλήθεια! Καλά! Μα καθώς σας είπα, μη με λέτε τίποτε. Εκείνο ό,τι και αν είναι, θα το πούνε τα κουκκιά. Κύτταξ’ εδώ, κοκκώνα, τον φονιά, τον βγάλλω πάλιν έξω. - Και λαβούσα από του κοσκίνου ένα μελαψόν κύαμον έρριψεν αυτόν υπέρ την κεφαλήν και όπισθεν αυτής εκστομίσασα μίαν κατάραν. - Τώρα, είπεν έπειτα, σεις μετρήσετέ τα κι εγώ να τα ρωτήσω. Η μήτηρ μου έλαβε το κόσκινον, έχυσε τους κυάμους εις την ποδιάν της, και θέσασα αυτό πάλιν επί των γονάτων της Αθιγγανίδος ήρχισε να ενθέτη μετρούσα τους κυάμους ανά ένα μετά τοσούτης προσοχής και ακριβείας, μεθ’ όσης ίσως ουδέποτε φιλάργυρος εμέτρησε πολυτίμους μαργαρίτας, μέλλων να τους εμπιστευθή εις ξένας χείρας. - Σωστά είναι; ηρώτησεν η Αθιγγανίς, ρίψασα τους ψαρούς αυτής πλοκάμους επί των ωμοπλατών της. - Ναι! απεκρίθη η μήτηρ μου, σωστά σαράντα. Η Αθιγγανίς έλαβε τότε το κόσκινον και περιαγαγούσα επί των εν αυτώ κυάμων οικειότητος εκφραστικόν βλέμμα και συνταράξασ’ αυτούς δις και τρις, ως εάν ήθελε ν’ αφυπνίση το βαθέως εν αυτοίς κοιμώμενον μαντικόν πνεύμα, ανεφώνησεν επί το επιτακτικώτερον! - Άνθρωπος σκοτώθηκε, ποιος να τον εσκότωσε; - Τρεις τους λύκους, τρεις τους κλέφταις, τρεις τ’ ασκέρια τα σκασμένα· τρεις για τους κρυφούς εχθρούς του, και κουκκιά σαρανταένα. - Και ταύτα επάδουσα εχώριζε τους κυάμους εις διαφόρους τριάδας, κατά το φαινόμενον, αποδιδούσα εις εκάστην διάφορον θέσιν και ιδιότητα. - Τρεις τους κλέφταις, τρεις τους λύκους, τρεις τ’ ασκέρια τα σκασμένα, τρεις για τους κρυφούς εχθρούς του και κουκκιά - σαρανταένα! - Πόσα κουκκιά εμέτρησες, κοκκώνα; - Σαράντα, είπεν η μήτηρ μου. - Και σαράντα ήτανε, είπεν η Αθιγγανίς. Μα, μβήκε μέσα κι’ ο φονιάς κ’ έγειναν σαράντα ένα. Θωρείς τον έχω μαγεμμένο, κ’ είμ’ άξια να τον φέρω μέσ’ στο κόσκινό μου κι από την άκρηα του κόσμου. Αφού αι δύο γυναίκες εβεβαιώθησαν περί του εκ θαύματος αυξηθέντος αριθμού των κυάμων, η μάντισσα ετάραξε το κόσκινον επανειλημμένως, και μετά ταχυδακτυλουργικής δεξιότητος ετίναξε τρεις φοράς τα όσπρια υψηλά εις τον αέρα, και τρεις φοράς τα υπεδέχθη εν τω κοσκίνω πάλιν, χωρίς ουδέ εν να εκπέση. Μεθ’ ο, θείσα το κόσκινον επί των γονάτων και κύψασα επ’ αυτού, σοβαρώς ήρξατο να μελετά, ως μοι εφαίνετο, τας συμπτώσεις των κυάμων. Η μήτηρ μου και η Οθωμανίς εσπούδαζον και αυταί μετά πολλής ευλαβείας. - Κύτταξε! είπεν η Αθιγγανίς μετά μακράν θρησκευτικήν σιωπήν. - Εδώ είναι ο φονιάς και εδώ είσαι συ. Κανένας δεν είναι τόσο κοντά σου, όσον αυτός και τα παιδιά σου. Γι’ αυτό, σε λέγω, μην τον ζητάς μέσα στην Πόλι, μην τον ζητάς στα μακρυά. Θενάναι κανένας χωριανός, κανένας εδικός σου. Η μεγάλη περιέργεια μεθ’ ης προσείχον εις τα γινόμενα μ’ έκαμε φαίνεται να λησμονήσω, ότι ήμην κατάσκοπος μέχρι τούδε και να ερεισθώ βαρύτερόν πως επί της θύρας του κηπαρίου. Πριν ή το εννοήσω, η θύρα ηνοίγη μετά τρυγμού, κ’ εγώ εφωράθην ιστάμενος όπισθεν αυτής. - Βγα! επεφώνησεν η μήτηρ έκπληκτος, διά την απρόοπτον παρουσίαν μου. - Εδώ είσαι, παιδί μου; Και πώς δεν ήλθεν ο Μιχαήλος να με το πη; Χαρά στον, τον πολλακαμμένο! Η τε μήτηρ μου και η Οθωμανίς εφαίνοντο δυσαρέστως πως εξαφανισθείσαι υπό του τρόπου, καθ’ ον εφωράθησαν εν τη ενασχολήσει των, και αμφότεραι δεν ήξευρον πώς να μοι αποκρύψωσι πλέον τα γεγονότα. Εγνώριζον, ως είπον, τον κατά δεισιδαιμονιών και μαγισσών ιδία πόλεμόν μου. Προ τινών ημερών έτι είχον εκδιώξει κακήν κακώς μίαν, ήτις επέμενε και καλά να ιδή την μοίραν μου. Και προφανώς εξέλεξαν την απόκεντρον εκείνην γωνίαν διά τας μαντείας αυτών, χάριν ασφαλείας. Αι μεμψιμοιρίαι των κατά του αδελφού μου εδήλουν, ότι τον είχον τάξει επί της θύρας να προφυλάττη την έλευσίν μου, και ότι προέδωκε το καθήκον του, αφήσας με να εισχωρήσω μέχρις αυτών απροάγγγελτος. Η πονηρά Πυθία εμάντευσε την θέσιν των πραγμάτων, ευθύς ως είδε το σκυθρωπόν πρόσωπόν μου· και περισυναγαγούσα τους κυάμους και τα κόσκινά της εν σπουδή παρυπεξήλθε διά της ετέρας του κήπου θύρας, ως βρεμμένη γάτα. Αναμφιβόλως έσχε την προβλεπτικότητα να προπληρωθή. Η αμηχανία των δύο ευπίστων γναικών, η αδεξιότης αυτών προς εύρεσιν προχείρου τινός αφορμής προς δικαιολογίαν των, μ’ έκαμε να μετανοήσω διά την αδιακρισίαν μου. Διά τούτο προσποιηθείς τελείαν άγνοιαν των γεγονότων, - Βελόναις αγοράζετε, μητέρα; ηρώτησα μετ’ αδιαφορίας. - Ναι, παιδί μου! είπεν η μήτηρ μου μετά τινος δισταγμού, πες πως αγοράζουμε βελόναις, για να ’μβαλλώσουμε τα ψέμματα. Και πότε ήλθες; - Τώρα δα, μητέρα, μόλις έφθασα. - Και πούν’ αυτό το κακόπαιδο, ο Μιχαήλος. Πώς δεν ήρθε να με το μηνύση; - Δεν ηξεύρω, μητέρα, δεν είναι κανένας στην αυλή, άλλο από το παιδί, που μου άνοιξε την θύρα. - Αμ’ ποιος ηξεύρει πού θα πήγε πάλι. Δεν τον χωρεί ο τόπος να καθήση. Η Οθωμανίς εξηκολούθει να με βλέπη πλαγίως και πονηρώς με το μειδίαμα της δυσπιστίας επί των χειλέων, περιμένουσα την έκρηξιν της αγανακτήσεώς μου δι’ όσα είδον. Αλλ’ εγώ αντί πάσης επιτιμήσεως, περιττής πλέον τώρα, προσεποιήθην με όλα τα δυνατά μου, ότι δεν είδον τίποτε. - Πάμε λοιπόν μέσα, είπε, τώρα θα έλθη και ο Εφέντης. Τότε ηκούσθη πάλιν άνωθεν των κεφαλών ημών ο συνήθης του υποχωρούντος χαρεμίου θόρυβος. Προφανώς οι κάτοικοί του ήσαν μέχρι τούδε προσηλωμένοι εις τα επί του κηπαρίου παράθυρα, παρακολουθούντες μετ’ ευλαβούς σιγής τας κοσκινομαντείας της Αθιγγανίδος. Μόλις είχομεν επαναλάβει τας συνήθεις προσαγορεύσεις και φιλοφρονητικάς χειρονομίας, και ανηγγέλθη έξωθεν η είσοδος του Εφέντη. Μετά πολλής δυσκολίας ανεγνώρισα τον σκιατραφή και φραγκοφορεμένον τούτον Τούρκον, διότι ο ήλιος της επαρχίας ενώ απεχρωμάτισεν επιλευκάνας τας κυριωτέρας επιφανείας της ενδυμασίας του, είχε μαυρίσει την λευκήν αυτού μορφήν, ούτως, ώστε δεν έβλεπες πού ετελείωνον αι παρειαί και πού ήρχιζε το βαθύχρουν κ’ επιμελώς περικεκαρμένον αυτού γένειον. Όσον λακωνικαί ήσαν αι άλλοτε εν τω γραφείω του Ζαπτιέ δεξιώσεις ημών, τόσον εύρρους ήτο σήμερον η ρητορική του υπαλλήλου, τόσον εξεζητημένη, ώστε να με ανησυχή, ως προς την αποτελεσματικότητα της αποστολής του. - Αφήσατέ μας μόνους, είπον προς τας γυναίκας. Ο Εφέντης θα έχη να μοι διηγηθή λυπηράς λεπτομερείας, ακαταλλήλους διά τα νεύρα σας. Αι γυναίκες εξήλθον. Ο Εφέντης εσκυθρώπιασε. - Λεπτομερείας, είπε, θα είχον πραγματικώς να σας αφηγηθώ φρικαλέας. Δεν το κάμνω, διά να μη λυπηθήτε εκ περισσού, μανθάνοντες πόσα κρίματα επήρα στον λαιμό μου! Το αποτέλεσμα της αποστολής είναι έτσι κ’ έτσι πολύ λυπηρόν, και πρέπει να το μάθετε. - Είναι μηδέν. Είναι αποτυχία! Αποτυχία, ως προς την εδικήν μας υπόθεσιν. Διότι αι ανακρίσεις μου έφεραν πολλά κακουργήματα εις φως και πολλοί ένοχοι θα λάβωσι τα επίχειρα της κακίας των, αλλ’ ο φονεύς του αδελφού μας δεν ευρέθη. Ή πρέπει να εφονεύθη κατά τας επισυμβάσας καταστροφάς εν τη επαρχία, ή πρέπει να είναι ο ταχυδρόμος, ον ο μακαρίτης διεδέχθη. Αυτός ο ταχυδρόμος θα με κάμη να χάσω τον νουν μου! Τον ευρίσκω αποδεδειγμένον αυτουργόν πολλών κακουργημάτων, τον ευρίσκω πιθανώτατον ένοχον εις τον φόνον του πτωχού αδελφού μας, αλλ’ αδυνατώ να τον εύρω αυτόν τον ίδιον! Αδυνατώ να τον συλλάβω! Μόλις έφθασα ταύτην την πρωίαν, έδωκα τας αυστηροτάτας διαταγάς. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι κρύπτεται εν τη πρωτευούση. Ξεύρεις. Η γρηά ζητά τον ψύλλο μέσ’ στο πάπλωμα κ’ εκείνος κάθεται πά’ στα ματογυάλια της. Όμως μην ειπής ακόμη τίποτε εις την Βαλινδέ, την κοκκώνα. Είπα και εις τον Μιχαήλο το ίδιο. Όταν μ’ ερώτησε σήμερον πρωί, της είπα, πως η θέσις μου μ’ απαγορεύει να ειπώ τίποτε πριν αποφανθή το δικαστήριον. Η καϋμένη η κοκκώνα! Δεν είπε τίποτε, αλλά φοβούμαι πως εννόησε την αποτυχίαν μου. Είπον ήδη πόσον κατ’ αρχάς εδυσπίστουν και εις αυτάς τας δραστηριωτέρας ενεργείας της δικαιοσύνης εν τη υποθέσει ταύτη, το μεν ως εκ του παρεμπεσόντος μακρού χρόνου, το δε ως εκ της επισυμβάσης εν τη επαρχία λεηλασίας και σφαγής. Τις οίδεν εάν οι φονείς δεν εύρον τα επίχειρα της κακίας αυτών θεόθεν, απολεσθέντες εν τη γενική εκείνη καταστροφή, μόνοι αυτοί δικαίως, μεταξύ τόσων αθώων; Αλλ’ όταν μετ’ ολίγον εγνώρισα τον Εφέντην μετέβαλον γνώμην, και ήλπισα κ’ εγώ μετά των λοιπών, ότι ο ζήλος αυτού θα ικανοποιήση τον νόμον και θα μας βοηθήση προς εκπλήρωσιν του θλιβερού προς τον προσφιλή ημών νεκρόν καθήκοντος. Αι ειδήσεις του ανακριτού αυτού, μη αποκρύπτουσαι μείζονα ή ότι ωμολόγουν αποτυχίαν, εξηφάνισαν τας ελπίδας εκείνας διά παντός. Ουδέν υπελείπετο πλέον τώρα ειμή να μετριάσω την επί της μητρός ημών εντύπωσιν της ειδήσεως, αναβάλλων αυτήν όσον το δυνατόν περισσότερον. Ο ατυχής Εφέντης, τεθλιμμένος εν πάση ειλικρινεία, συνεφώνει μετ’ εμού περί εγκαταλείψεως πάσης περαιτέρω καταδιώξεως, προ πάντων ότε τον εβεβαίωσα πόσον σπαράσσεται η καρδία μου, διά τους αθώους, όσοι εδεινοπάθησαν, καθειρχθέντες ως ύποπτοι κατά τας αυστηράς αυτού ανακρίσεις. Ως προς τον πρώην ταχυδρόμον η εδική μας υπόθεσις δεν εκέρδιζε διά της συλλήψεώς του. Αφού επανειλημμένως ήδη απεδείχθη εν δικαστηρίω το alibi αυτού. Ενόμιζον ότι η μήτηρ μου προσεδόκα έξωθεν του δωματίου ανυπόμονος να μάθη τας ειδήσεις του Εφέντη. Αλλ’ όταν εγερθείς παρέκυψα διά της θύρας να ίδω, την διέκρινα εις τους πρόποδας της κλίμακος, ελέγχουσαν χαμηλή τη φωνή, αλλά λίαν σφοδρώς τον αδελφόν μου Μιχαήλον, όστις μετά μίαν στιγμήν, πλήρης ταραχής καθώς ήτο, εξέδραμε της οικίας. - Να μη σε ιδώ να έλθης πίσω χωρίς να φέρης τον Κιαμήλη! εφώνησεν η μήτηρ μου κατόπιν του. - Τι τρέχει, μητέρα; ηρώτησα εγώ, όταν είδον την μεγάλην ανησυχίαν επί της μορφής της. - Τίποτε, παιδί μου, τίποτε. Και εισήλθον εις το μαγειρείον, μηδέν περί της υποθέσεως ημών ερωτήσασα. Τόσον πολύ την απησχόλει, φαίνεται, η έλλειψις του Κιαμήλη! Ήτον η πρώτη φορά καθ’ ην έβλεπον τον Εφέντην εις τον οίκον του. Ύστερον από τόσους αγώνας υπέρ ημών, δίκαιον ήτο να δειχθώ προς αυτόν όσον οίον τε φιλοφρονητικός και ευγνώμων, προ πάντων, αφού έβλεπον πόσον ηθύμει διά την ακαρπίαν των αγώνων εκείνων. Εκάθησα λοιπόν παρ’ αυτώ, και ηρξάμεθα οικείως συνδιαλεγόμενοι επί διαφόρων θεμάτων, κυρίως πολιτικών. Όταν εν τη ρύμη του λόγου τον ηρώτησα τι φρονεί περί του κόμματος των λεγομένων Νεοτούρκων εν Κωνσταντινουπόλει, εγερθείς έκλεισε την θύραν του δωματίου. - Εγώ, είπε, φίλε μου, ανήκω εις το προοδευτικόν τούτο κόμμα. - Είτα, εξαγαγών του θυλακίου του εν κλειδίον, ήνοιξε το όπισθεν της θύρας, εντός του τοίχου εκτισμένον ερμάριον, και εξακολουθών να ομιλή, - Η ταπεινή μου γνώμη είναι, είπεν, ότι οι συντηρητικοί είναι στάσιμοι, η δε στασιμότης δεν είναι πρόοδος. Και ταύτα λέγων, εξήγαγεν εκ του ταμείου και έφερε να παραθέση ενώπιόν μου επί του σοφά ένα δίσκον. Μία χιλιάρικη, δύο ποτήρια, και μερικά πιατάκια πλήρη πιστακίων, σταφίδων και ζαχαρωτών ευρίσκοντο επί του δίσκου. - Εννοώ λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Εφέντης, καθεζόμενος απέναντί μου, εννοώ ν’ αφήσωμεν τα παλαιά και σκουριασμένα και να εμφορηθώμεν νέου πνεύματος, νέων ιδεών. Και ταύτα λέγων επλήρωσε τα προ ημών ποτήρια μετά μεγάλης δεξιότητος. Τότε παρετήρησα, ότι το νέον πνεύμα δι’ ου οι Νεότουρκοι εμφορούνται, ήτο - οινόπνευμα! Εγνώριζον, ότι πολλοί των Εφέντηδων το τσούζουσιν ιεροκρυφίως. Αλλά ποτέ δεν ηδυνάμην να φαντασθώ, ότι άνθρωπος εν σχετικώς βραχεί διαστήματι ηδύνατο να πίη περί την μίαν οκάν μαστίχας, και τούτο άνευ ύδατος! Όταν ήλθον να μας προσκαλέσωσιν εις το δείπνον και είδον τον καλόν εκείνον άνθρωπον παραπαίοντα από τοίχου εις τοίχον, τότε εννόησα διατί το εις ο ανήκε κόμμα καρκινοβατεί μόνον επί της οδού της προόδου, και μοι ήλθεν όρεξις να γελάσω. Αλλ’ όταν είδον την στυγνήν της Οθωμανίδος μορφήν, την τεταραγμένην της μητρός μου όψιν, όταν είδον ότι κεκρυμμένον τι δυστύχημα τους έκαμνε να μη προσέχωσι καν εις τους τραυλισμούς του Εφέντου, δεν ηξεύρω ποία μυστηριώδης δύναμις συνετάραξε την καρδίαν μου! Προφανώς συνέβαινε κάτι τι πολύ θλιβερώτερον της μέθης του Εφέντου. Η ώρα παρήρχετο, αλλ’ ούτε ο αδελφός μου, ούτε ο Κιαμήλ ήρχετο να δειπνήση μεθ’ ημών. Η πληκτική σιγή, ην έκαστος ημών ετήρει, εκορύφωνεν ολονέν την ανησυχίαν μου, και αφού η μήτηρ ηρνείτο ν’ αποκριθή εις τας ερωτήσεις των οφθαλμών μου, - Πού είναι ο Μιχαήλος, μητέρα; την ηρώτησα, διακόψας το φαγητόν. - Τώρα θα έλθη, παιδί μου, είπεν εκείνη μετά θλιβερού τόνου. - Και ο Κιαμήλης; ηρώτησα εκ νέου. Η μήτηρ μου έθηκε τον δάκτυλον επί των χειλέων, και μοι ένευσεν εν ονόματι του Θεού να σιωπήσω! Η γραία Οθωμανίς, ήτις έκυπτε την καταβεβλημένην αυτής κεφαλήν μετ’ απεριγράπτου θλίψεως, δεν εσήκωσε τους οφθαλμούς αυτής, αλλ’ εταράχθη σπασμωδικώς εις το όνομα του τέκνου της. Έπειτα συνελθούσα, - Μη χαλάς την όρεξί σου, Σουλτάνε μου, είπε, προσπαθούσα επί ματαίω να μειδιάση. - Δεν είναι τίποτε. Ο Κιαμήλης εβγήκε, και άργησε να έλθη, μα δεν είναι τίποτε. - Δόξα σοι ο Θεός! είπον τότε εγώ, αναπνεύσας. Εφοβήθην μην ησθένησεν. Αφού είναι καλά, θα έλθη όπου και αν είναι. - Δόξα σοι ο Θεός! επανέλαβεν η γραία στενάζουσα βαθέως. Και ως εάν ήτο υπερβολική ζέστη, ήνοιξε το γιασμάκιόν της πλέον ή ότι το έκαμε μέχρι τούδε ενώπιόν μου, και ήρχισε να αερίζηται διά της μιας αυτού άκρας. Τα δάκρυα εστενοχώρουν τους μεγάλους αλλά βαθουλούς πως οφθαλμούς της γραίας, η ανατολική της οποίας καλλονή μόλις διεφαίνετο πλέον επί του μαραμένου προσώπου της. - Και τόσο γερό που είναι το παιδί μου, επρόσθεσεν έπειτα, πάλε δόξα σοι ο Θεός! - Μόνον ολίγον χλωμός που είναι, τη είπον εγώ προς παρηγορίαν. Αλλοιώς είναι γερό παιδί. - Γερό, ανεστέναξεν εκείνη. Γερό, αλλά τι το θέλω! Από μέσα έχει το σκουλήκι, που του αλέθει την καρδιά! Και σαν του αναβή καμμιά φορά στο κεφάλι - Θεός να φυλάγη τα παιδιά του κόσμου και ύστερα το δικό μου! Θεός να σε φυλάγη, Σουλτάνε μου και σένα! Καρά σεβδά τον είπανε, εξηκολούθησε θρηνητικώς η γραία, και καρά σεβδάς είναι. Γιατί πολλών μητέρων καρδιαίς εμαύρισε, πολλά παλληκάρια έβαλε μέσα στη γη τη μαύρη! Η κοκκώνα με διηγήθη την ιστορία του χωριανού σας που πήρε το φαρμάκι στα Ψωμαθιά για την κόρη του Ξανθούλη, και του έβγαλαν τραγούδι και το λαλούσαν μέσ’ στον δρόμο... Θεός να φυλάγη το παιδί μου!- Εγνώριζον την ιστορίαν του χωριανού μας. Εκ του υπαινιγμού αυτής συνεπέρανα το πάθος του δυστυχούς Κιαμήλη. Η ωχρά μορφή, οι ρεμβώδεις οφθαλμοί, το μελαγχολικόν εκείνο στοιχείον εν όλη αυτού τη υπάρξει, οι διαλείποντες πυρετοί, η αδιαλείπτως φθίνουσα υγεία του ώφειλον να με κάμουν να το μαντεύσω. - Λοιπόν ο Κιαμήλης αγαπά χωρίς ν’ ανταγαπάται; - Και χωρίς ελπίδα ν’ αγαπηθή ποτέ! εστέναξεν η μήτηρ αυτού. Διότι η σκύλα είναι πανδρεμμένη πλέον. - Α! είπον, αυτό δεν μ’ αρέσκει. Πρέπει να βοηθήσουμε τον Κιαμήλη να την λησμονήση. Η δυστυχής εξερράγη εις παρακλήσεις, εις ευχάς και ευλογίας, εις επαίνους και εγκώμια, πάντα υπερβολικά κατά την ανατολικήν συνήθειαν, αλλ’ αληθώς εκ του βάθους της καρδίας αυτής εξερχόμενα. - Εάν μου κάμης αυτό το καλό, είπεν επί τέλους, θα γενώ σκλάβα σου, να σκουπίζω το κατώφλοιον του σπιτιού σου με τας βλεφαρίδας των οφθαλμών μου! - Είτα ήρχησε να διηγήται. Ήταν πριν γενή το Μονοπωλείον του καπνού στην Πόλι. Ο Κιαμήλης μου δεν ήτον παιδί για να γένη σοφτάς και να κάθεται με τα χέρια σταυρωμένα, καθώς τον βλέπεις τώρα. Είχεν ένα συντροφικό καπνοπωλείο, που σαν αυτό δεν ήταν άλλο. Ο σύντροφός του επωλούσε λιανικώς στην Πόλι, και το παιδί μου εγύριζε σταις επαρχίαις και ’γόραζε χονδρικώς από τους καπνογεωργούς. Εκεί στην επαρχία, εσχετίσθη με τον υιόν ενός κτηματίου. Έτσι γλυκό παιδί που ήτανε ο Κιαμήλης μου, όλος ο κόσμος το αγαπούσε. Μα ο υιός του κτηματίου τον αγάπησε πάρα πολύ. - Κάλλιο να μην είχε σώσει! - Γιατί τον αγάπησε κι ο Κιαμήλης μου πολύ, και τον έφερε στην Πόλι, και πήγαν στον ιμάμη, και άνοιξε του καθενός την φλέβα, και ήπιεν ο ένας από το αίμα του άλλου κ’ έγειναν κανκαρδάσηδες (αιματαδελφοί). Σαν αγαπήθηκαν τόσο πολύ, - Έλα να σε κάμω γαμβρό μου! του είπε. Έχω μιαν αδελφή στο κτήμα μας - η ωραία των ωραίων. Μια φορά να την διής, θα χάσης τον νου σου. - Ε! και ο Κιαμήλης μου νέος ήτανε, και καλός ήτανε, και άξιος ήτανε. Μα ο πατέρας της κόρης - τον αγαπούσε, δεν λέγω πως δεν τον αγαπούσε - μα γαμβρόν του δεν τον ήθελε. Γιατί ήτανε, λέγει, Σουλτάνης από αυτούς που γεννιούνται από ταις σκλάβαις του σουλτάνου, και ήθελε να πάρη κανένα Μπέη, κανένα Πασσά. Μα οι νέοι τα εσιάξανε μεταξύ τους, και η κόρη -π’ ανάθεμά της!- αγάπησε τον Κιαμήλη τόσο πολύ, που ο γέρος αναγκάσθηκε να δαγκάση τα χείλη του και να σιωπήση, έτσι αψύς και υπερήφανος που ήταν. Γιατί άλλο παιδί από τη Ναζιλέ δεν είχε και δεν ήθελε να την λυπήση. Έτσι εδώσανε σημάδι και αρραβωνιασθήκανε. Ποιος το ήξευρε να τους πανδρεύση τότε, και να τους φέρη στην Πόλι. Μα βλέπεις στο μεταξύ έγεινε το Μονοπωλείο, και έκλεισαν όλα τα καπνάδικα του κόσμου, και άφηκαν τόσους ανθρώπους χωρίς δουλειά. Και ο Κιαμήλης μου, άφησε που εζήμιωσε τόσο, μόνον έμεινε και αργός. Έτσι επήγε στου πεθερού του να έχη και αυτός ενασχόλησι στο κτήμα, πότε με το ένα, πότε με το άλλο, μαζί με τον γυναικάδελφόν του, και απεφάσισε και αυτός να ζήση στην επαρχία για το χατήρι της αρραβωνιαστικής, που δεν ήθελε τώρα να χωρισθή από τον πατέρα της. - Παιδί μου, Κιαμήλη, του έλεγα, καρπός που κρατεί σφιχτά στο δένδρο του είναι άγουρος ακόμη. Και κορίτσι που δεν μπορεί ν’ αφήση το σπίτι του γονιού του δεν είναι ακόμη για γυναίκα. Μα ο Κιαμήλης, που την αγαπούσεν, έκαμνεν ό,τι του γύρευεν εκείνη. Σαν εζύγωσεν ο καιρός του γάμου, ο Κιαμήλης και ο αδελφοποιτός του ανέβησαν εις τ’ άλογο για νάλθουνε στην Πόλι να ψουνίσουνε. Ο σιδερόδρομος ήταν κοντά, μα οι νέοι αγαπούσαν τ’ άλογα, κ’ ήθελαν και καλά να μβούνε καβαλάρηδες στην Πόλι, με τα χρυσά κομβία στα γελέκια τους, με τα κουμπούρια στη μέση και ταις καραβίναις στην πλάτη τους. Έτσι εξεκίνησαν με τα φλουριά στα κεμέρια τους. Έτσι έφθασαν ως στο γεφύρι του Λουλεβουργάζ, το ίδιο το γεφύρι που σκοτώθηκεν ύστερα και ο φτωχός ο αδελφός σου. Το γεφύρι, καθώς με είπεν ο Εφέντης που το είδε, είναι στενό και αψηλό· ο ποταμός είναι βαθύς και γρήγορος· την μιαν όχθη γυμνός και την άλλη σκεπασμένος με πολλαίς και άγριαις ιτιαίς και άλλα δένδρα που σμίγονται με το δάσος που αρχίζει παρά πέρα. Ο μεθυσμένος Εφέντης δεν ήτο εις θέσιν να εξελέγξη την ορθότητα της περιγραφής, διότι προ πολλού ήδη ερρογχάλιζεν εξαπλωμένος παρά την τράπεζαν. - Μόλις είχαν φθάσει ως την μέση του γεφυριού, εξηκολούθησεν η γραία, και ο Κιαμήλης, το παιδί μου, είδε μέσ’ από ταις ιτιαίς μια φλόγα, κι άκουσε μια τουφεκιά! Και πριν προφθάση να τα νοιώση, παιδί μου, έπεσεν ο σύντροφός του πληγωμένος! Κ’ εξιππάσθηκε το άλογο του Κιαμήλη, κ’ έγειρε σε μια μεριά κ’ έσπασε το κάγκελο του γεφυριού κ’ έπεσε στον ποταμό μαζί με το παιδί μου! Θεός να φυλάγη τον κόσμο από την κακή την ώρα! Ποιος ηξεύρει πόσαις ώραις επάλαιψε με το θάνατο! Μα βλέπεις δεν ήτανε γραφτό του. Το άλογο ευρέθηκε σκοτωμένο, κ’ εκείνος εγλύτωσε. Ευχαριστώ σε, Κύριε! Κ’ έτσι που εγλύτωσε, πάλε δόξα σοι ο Θεός! Τρεις ημέραις δεν ήξευρε πού ήτανε. Σαν ήλθε κομμάτι στον εαυτό του, εκατάλαβε πως ευρίσκεται μέσα σ’ ένα μύλο. Τόσο μακρυά τον παρέσυρε το ρεύμα μπερδευμένον στα λουριά του αλόγου! Κι’ αν δεν επρόσθανε να τον γλυτώσ’ ο μυλωνάς στην ύστερη στιγμή του - Ας είναι δα! Πολύς καλός άνθρωπος δεν ήτο κι ο μυλωνάς, μα, ας είναι. Γιατί, σαν ήλθε το παιδί μου στον εαυτό του, εκατάλαβε πως του επήρε το κεμέρι από τη μέση του. Μα δεν είπε τίποτε. Έτσι κ’ έτσι θα του το έδιδε με το χέρι του. Τον ευχαρίστησε λοιπόν όπως ημπορούσε, κ’ επήρε τον δρόμο, να πα’ στου πεθερού του το κτήμα, να ιδή μην έπαθεν ο αδελφοποιτός του τίποτε, να φέρη την είδησι. Μα σαν έφθασε μισοπεθαμένος ως την θύρα του, δεν τον έβαλε μέσα. Μόνον εγύρισε το πρόσωπό του από την άλλη μεριά για να μην τον βλέπη, και, - Αφήκες να σκοτώσουν τον αδελφοποιτό σου, του είπε, χωρίς ν’ αδειάσης το τουφέκι σου· κ’ έρχεσαι στο σπίτι μου, χωρίς το κεφάλι του φονιά στο χέρι σου; Είσαι άνανδρος! Είσαι προδότης! Και τον εσκούντησεν έξω, κ’ έκλεισε την θύρα! Χωρίς ζωή στο κορμί του, χωρίς παρά στην τσέπη του! Ποιος ηξεύρει σε ποιο κάμπο θα ήσαν τώρα σκόρπια τα κόκκαλά του, αν δεν είχε την τύχη να ξεπέση στο χωριό σας, αν δεν ευρίσκετο η αγία αυτή γυναίκα, η βαλιδέ η μητέρα σου, να τον πρεμαζεύση στο σπίτι της και να τον κυττάξη. Εμείς οι Τούρκοι λέμε, πως όλ’ οι Χριστιανοί θα πάνε στην κόλασι· μα σαν συλλογιούμαι το καλό που έκαμεν η μητέρα σου, λέγω με τον νουν μου: Σαν δεν πάγ’ αυτή η Χριστιανή στον παράδεισο, δεν ηξεύρω ποιος Τούρκος θενά πάγη! Ας είναι δα! Ταις βουλαίς του Θεού κανείς δεν ταις ηξεύρει! Όλον εκείνο τον καιρό το είχα χαμένο το παιδί μου. Το φονικό που έγεινε το μάθαμε, μα ο Εφέντης δεν ήτο τότε ακόμη στον Ζαπτιέ, και ο Σουλτάνης ο πεθεροκαμένος του Κιαμήλη απεκρίθη πως δεν τον ξαναείδεν. Έτσι τον εγράψαμε στα πεθαμμένα. Όταν ήλθεν ο αδελφός σου και μου τον έφερε λιγνό λιγνό και νεκροχλωμιασμένο, μ’ εφάνη πως εβγήκεν από το μνήμα του. Και τόση χαρά να δίδη ο Θεός στη ζωή σας, παιδί μου, όση χαρά αισθάνθηκα εγώ εκείνη την ημέρα! Αλήθεια επέρασε πολύς καιρός, μα στα υστερνά έγεινε καλά το παιδί μου. Σαν έγεινε καλά, εσηκώθη να φύγη. - Πού θα πας, παιδί μου; - Στην αρραβωνιαστική μου, μητέρα, στον πεθερό μου. - Και τι θα πας σε τέτοιο πεθερό, παιδί μου; Άφησέ τον να κουρεύεται! - Όχι, μητέρα, δεν γίνεται. Πρέπει να μάθη, πως δεν είμαι ούτε προδότης, ούτε άνανδρος άνθρωπος. Πρέπει να μιλήσω μαζί του. Έτσι εσηκώθηκε κ’ επήγε. Ύστερ’ από δυο τρεις εβδομάδες εγύρισεν οπίσω χωρίς να τον περιμένω. Μα άλλος επήγε, και άλλος εγύρισε! Πού επήγε, τι έκαμε, λόγο δεν μας είπε. Μόνον, άμα ήλθεν, έπεσε στο στρώμα με την θέρμη. Ήτανε Γενάρης. - Δεν σου το είπα, παιδί μου, να μη ταξειδεύσης μέσ’ στον χειμώνα; Να που αρρώστησες πάλι! - Κάλλιο να απέθνησκ’ από τον χειμώνα, μητέρα, παρά να πάθω ό,τι έπαθα! Αυτό ήταν όλο που μου είπε, και μου έδωκε τα σημάδια, που εστείλαμε στην κόρη του Σουλτάνη, όταν την αρραβωνιάσθηκε. Τότε εκατάλαβα την αρρώστια του! Η σκύλα επανδρεύθηκε κ’ επήρεν έναν άλλον! Από τον Θεόν να τωύρη! Επήρε το κρίμα του παιδιού μου στον λαιμό της. Τον βλέπεις πώς έγεινεν! Από τον καϋμό του εγράφθηκε δόκιμος εις τον Τεκέ εδώ κοντά μας, και πάγει κάθε Παρασκευή και τρώγει μαζί με τους νδερβησάδες το αφιόνι, και γονατίζει μ’ αυτούς και αναστενάζει, ως που αιματώνουν τα σπλάγχνα του, και χτυπά τα στήθια του, ως που τον βγάλλουν λιποθυμημένον από την μέση τους. Και αν ήτον μόνον τούτο δεν πειράζει. Γιατί ο Σεΐχης, ο πρώτος των νδερβησάδων, τον αγαπά πολύ γι’ αυτό, και με είπε, πως μίαν ημέρα το παιδί μου θενά γείνη άγιος. Μα ένα κακό που του έρχεται καμμιά φορά, αυτό θα με κάμη να χάσω τον νουν μου! Τον είδες πως είναι ήσυχος και γλυκός και σιωπηλός. Το έγεινεν αφ’ ότου έμαθεν πως επανδρεύθηκεν η αγαπητικιά του, πολύ περισσότερον παρ’ ότι ήτανε προτού. Μα καιρούς καιρούς τον βλέπεις και αγριεύει, και τον πιάνει μια ανησυχία και δεν χωρεί μέσα στα ρούχα του, και δεν ηξεύρει τι κάμνει! Έτσι και σήμερα. Την ώρα που εμείς ήμεθα πίσω στον κήπο με την Ατσιγγάνα, εμβήκεν έξαφνα σαν τον τρελλό στο σπίτι, άρπαξε κάτι τι από τ’ αρμάρι κ’ εβγήκε κ’ έφυγε. Εμείς δεν τον είδαμε. Μα ο Μιχαήλος που εβάλαμε να φυλάγη μήπως έλθης, τον είδε και άνοιξε την αγκάλη του να τον εμποδίση. Μα εκείνος, σαν να έβλεπε τον όξω απ’ εδώ μπροστά του, έβγαλε, λέγει, μια βλαστημιά κ’ εσκόντησε τον Μιχαήλο κατά γης κ’ εβγήκε κ’ έφυγε! Γι’ αυτό δεν σε άνοιξε την θύρα σήμερα το παιδί μου, και γι’ αυτό δεν ηύρες κανένα να σε υποδεχθή. Γιατί ο Μιχαήλος, σαν ήλθε στον εαυτό του, έπεσε κατόπι στον Κιαμήλη, μήπως και τον φθάση, μα δεν ειμπόρεσε. Και ήλθε πίσου να μας ειπή τι συνέβη, κ’ εβγήκε πάλε, μήπως και τον εύρη πουθενά κοντά στην θάλασσα... Θεός να φυλάγη το παιδί μου από την θάλασσα! Και αναστέναξεν η γραία και έδωκεν ελευθερίαν εις τους χειμάρρους των δακρύων της! Άλλως εφανταζόμην το δείπνον της εσπέρας ταύτης, και άλλως ετελείωσεν. Εδώ ερρογχάλιζε, κτηνωδώς μεθυσμένος, ο πλήρης ζήλου, ο δραστήριος εκείνος ανακριτής, ον μέχρι τούδε ενόμιζον πρότυπον εγκρατούς, αφωσιωμένου υπαλλήλου. Εκεί εθρηνώδει, βεβυθισμένη εις την εσχάτην δυστυχίαν, η γραία Οθωμανίς, ήτις προ τόσων ημερών ητοιμάζετο να εορτάση διά παντοίων τουρκικών διασκεδάσεων την εσπέραν της παρ’ αυτή διαμονής μου, και ήτις δεν εύρισκεν απόψε παραμυθίαν ουδ’ εις αυτάς τας τρυφερωτάτας φροντίδας της μητρός μου. Και ο Κιαμήλ ο νηφάλιος, ο σώφρων Κιαμήλ, όστις και αγίασμα έπινε και του παπά το χέρι φιλούσε, και χάριν του οποίου κυρίως ελησμόνουν την προς τους ομοθρήσκους του αντιπάθειάν μου, μοι παρουσιάζετο αίφνης ως ανήκων εις την μάλλον φανατικήν τάξιν δερβισών οιμωζόντων, ως άνθρωπος δυστυχής, του οποίου αι φρένες, ίσως εκ του ατυχούς έρωτος, ίσως εκ της μεγάλης χρήσεως του οπίου, ήσαν παρασεσαλευμέναι, έπασχον τούτ’ αυτό περιοδικάς εκλείψεις! Και όμως, μίαν στιγμήν, εσκέφθην να εξέλθω κ’ εγώ προς αναζήτησίν του. Αλλ’ εκτός ότι δεν θα ήξευρον πού να υπάγω, εσυλλογίσθην αργότερον τον αιδήμονα, τον ευλαβή χαρακτήρα του, και εφαντάσθην πόσον επιβλαβώς ηδύνατο να επηρεάση την ασθενή αυτού φύσιν η ιδέα, ότι έσχε μάρτυρα της δυστυχίας αυτού και εμέ, ον τόσον εξαιρετικώς ετίμα και εσέβετο. Επειδή δε η ώρα παρήρχετο, και ούτε ο αδελφός μου, ούτε ο Κιαμήλ επέστρεφε, - Μου έρχεται μία ιδέα, είπον, προς τας γυναίκας. Ο Μιχαήλος βεβαίως θα εύρε τον Κιαμήλ· αλλ’ ο Κιαμήλ, ύστερον από ό,τι συνέβη, εντροπιάρης καθώς είναι, θ’ αποποιήται να έλθη εις το σπίτι, ως εκ της παρουσίας μου. - Καλά το ηύρες! είπεν η μήτηρ μου. Ίσως περιπατούν έξω εις τον δρόμον και περιμένουν να σβύση το φως από την σάλλα, και ύστερα να μβούνε. Άιντε, παιδί μου, για να μην ανησυχή περισσότερο η χανούμισσα, έλα να σε δείξω που θενά πλαγιάσης. Μετά τινας ματαίας παρηγορίας προς την ταλαίπωρον Οθωμανίδα, η μήτηρ μου προηγήθη, μικρόν ελαιόλυχνον κρατούσα, και εγώ την ηκολούθησα. - Σου εστρώσαμεν εις το κιόσκι, μοι είπεν ενώ κατηρχόμεθα την κλίμακα. Εσύ κοιμάσαι πολύ ελαφρυά, και τα παιδιά ξυνούν πρωί και κάμνουν πολύ θόρυβο. Γι’ αυτό σ’ εστρώσαμε στο κιόσκι. Όταν η μήτηρ μου ήνοιξε την θύραν του περιπτέρου, ευώδης οσμή καιομένου αρωματικού ξύλου προσέβαλε την όσφρησίν μου. Τα πάντα εν τω οικίσκω εφαίνοντο εκτάκτως ηυτρεπισμένα. Αλλ’ η αθυμία, ην είχον εισερχόμενος εις αυτόν, δεν μοι επέτρεψε να περιεργασθώ τίποτε. Μία αόριστος ανησυχία, εν κρυφόν προαίσθημα αγνώστου τινός δυστυχήματος εκυρίευε την καρδίαν μου. Διά τούτο, όταν η μήτηρ μου ήρχησε να μ’ ερωτά περί των ως προς τον φονέα του αδελφού μου ανακοινώσεων του Εφέντου, υπήρξα, το ενθυμούμαι ακόμη, λίαν αινιγματικός και βραχυλόγος, καταλυπήσας αυτήν, χωρίς να το σκεφθώ. Πολλήν ήδη ώραν μετά την αποχώρησιν της μητρός μου, εκαθήμην έτι οκλάδην επί του ερυθρού χραμίου του χαμηλού σοφά, κύπτων προς το αμυδρόν φως ελεεινού λυχναρίου, και προσπαθών να διασκεδάσω τας σκέψεις και τας ζωηράς της φαντασίας μου εικόνας διά της αναγνώσεως, δεν ενθυμούμαι πλέον τώρα τίνος βιβλίου. Αλλά τ’ αντικείμενα της νοεράς οράσεως παρεμπρόσθουν μεταξύ εμού και του βιβλίου, πολύ φωτεινότερα των φύλλων αυτού, και η ανάγνωσίς μου καθ’ όλον το διάστημα δεν ήτο παρά μηχανικός των οφθαλμών περίπατος επί των γραμμών εκάστης σελίδος. Δις ή τρις εξηπλώθην χαμαί επί του μοσχοβολούντος στρώματός μου με όμματα διά της βίας κεκλεισμένα, αλλ’ εις μάτην. Η οσμή του μόσχου, ην απέπνεον τα χειροκέντητα προσκεφάλαιά μου, τόσον μεθυστική, τόσον ναρκωτική, δεν ίσχυε να αποκοιμίση την συγκίνησίν μου. Η ιστορία του δυστυχούς Κιαμήλ εξελίσσετο εν ζωνταναίς εικόσιν ενώπιον των κλειστών οφθαλμών μου. Πόσον κοινωνικός, πόσον ευομίλητος θα ήτο άλλοτε ο φιλέρημος, ο σιωπηλός, και διά τούτο ανιαρός τώρα, σοφτάς, όστις κατέκτησεν ούτως ασυνήθως την φιλίαν ενός εκ των Σουλτάνιδων, οίτινες εν τη οθωμανική αριστοκρατία κατέχουσι την εγωιστικωτέραν θέσιν, μ’ όλην την προοδεύουσαν πτωχείαν των! Και τι φιλία θα ήτο εκείνη; τι αδελφοποίησις! Αναμφιβόλως ο νέος Σουλτάνης εύρεν εν αυτή ευδαιμονίαν πολύ πλείω της συνήθους, και φιλάδελφος ων, έσπευσε να ποιήση μέτοχον αυτής και την ωραίαν αδελφήν του. Τώρα εφανταζόμην τον Κιαμήλ, εν κρυφή ειδυλλιακή αγάπη μετά της μελλούσης μνηστής του, μέτοχον συγκινήσεων κ’ αισθημάτων τόσον αγνώστων τοις ομοφύλοις αυτού, και όμως τόσον φυσικών εις την ευαίσθητον αυτού καρδίαν. Τώρα πάλιν δαμαστήν θυμοειδούς ίππου, καλπάζοντα παρά το πλευρόν του αδελφοποιτού του, με την γραφικήν στολήν της επαρχιακής νεολαίας, με τα ζωηρά χρώματα και τον οπλισμόν αυτού αστράπτοντα, και μετ’ ολίγον τον εφανταζόμην εν φοβερά συγχύσει κρημνιζόμενον μετά του αφηνιασμένου ίππου του από του μεγάλου εκείνου ύψους της γεφύρας και απελπιστικώς παλαίοντα προς την μανίαν του ζώου, προς την λύσσαν των σφοδρών ρευμάτων, προς τον θάνατον, ως έλεγεν η μήτηρ του, έως ου, εξαντληθείς και αποκαμών, αφίνετο να σύρεται περιπεπλεγμένος πιθανώς εις τα λωρία του αναβολέως, παίγνιον των ορμητικών υδάτων και αυτός και το εκπνέον ήδη άλογον. Και έπειτα ο στυγνός εκείνος εγωιστής, ο απάνθρωπος Σουλτάνης, όστις έκλειε τόσον ανιλεώς την θύραν αυτού εις τον ημιθανή μνηστήρα της ιδίας αυτού θυγατρός! Και έπειτα πάλιν ο δυστυχής Κιαμήλ ασπλάγχνως ερριμένος παρά το Χάνιον του Γέρο-Μούρτου, κατατρυχόμενος υπό του πυρετού και όμως εκτεθειμένος εις τα ψύχη της νυκτός και τους καύσωνας της ημέρας, διά την ανέχειάν του, εξαιτούμενος εν τη παραφροσύνη του έλεος παρά μιας βάτου, ίσως της μνηστής του, και απειλών να σφάξη μίαν αγριαγγινάραν, ίσως τον φονέα του αδελφοποιτού του! - Και πώς να εύρη ο ατυχής νέος τον φονέα; Και πώς να εκδικήση τον αδελφοποιτόν του; Και τον εύρεν άρα γε; Και τον εξεδίκησε; Και εάν εξεδίκησε τον αδελφόν της μνηστής του, διατί τότε τον εγκατέλειπεν εκείνη, ενώ ώφειλε να τον αγαπά διπλασίως τώρα; Βεβαίως ο ήμερος του Κιαμήλ χαρακτήρ δεν ίσχυσε να εκπληρώση το άγριον καθήκον της σκληράς, της αιμοχαρούς αυτοδικίας. Και πριν ή κακουργήση προς ικανοποίησιν της θυριώδους του πενθερού του καρδίας, προετίμησε να φονεύση την ιδίαν αυτού καρδίαν διά παντός, καταστρέφων όλην αυτής την ευδαιμονίαν. Ίσως θα ήτο καλλίτερον εάν δεν έκαμνεν αυτός εξαίρεσιν· εάν εφέρετο ως αληθής Οθωμανός, εκδικών τον αδελφοποιτόν αυτού κατά τον βάρβαρον εκείνον τρόπον, ον παρά μεν τοις ομοφύλοις του υπερορά ο νόμος, παρά δε τοις Χριστιανοίς ουδ’ αυτή η φιλανθρωποτάτη της γης θρησκεία ηδυνήθη ακόμη να καταργήση. Τοιαύται εικόνες και τοιαύται σκέψεις απησχόλουν την διάνοιάν μου, ότε κρότος βημάτων εν τη εισόδω του περιπτέρου μ’ έκαμε να τιναχθώ αίφνης εκ της θέσεώς μου. Εισερχόμενος είχον ιδεί εκεί χαμαί στρώματά τινα. Προφανώς ο δι’ ον ήσαν προωρισμένα ήρχετο να κοιμηθή. Ίσως είναι ο αδελφός μου, είπον και ήνοιξα την θύραν. Εν τω αραιώ του προθαλάμου σκότει διεγράφετο αμυδρώς το ισχνόν και υψηλόν του Κιαμήλ ανάστημα με το φωσφοροειδώς λευκάζον σαρίκιόν του, το οποίον ήγγιζε σχεδόν την οροφήν του δωματίου. - Το ξεύρουν μέσα πως ήλθες, Κιαμήλη; Η μητέρα σου ήτο πολύ ανήσυχος, είπον, προσπαθήσας να κρύψω την εμήν ανησυχίαν. - Τώρα πάγει πια! είπεν ο Κιαμήλ ακίνητος αυτού, μετά φωνής ανεξηγήτως παραδόξου.- Τώρα ετελείωσε το κακό. Θα ησυχάση κ’ εκείνη, θα ησυχάσω κ’ εγώ! - Εύγε, Κιαμήλη! είπον εγώ, ενθαρρύνων αυτόν να με ακολουθήση εις το δωμάτιόν μου. Εγώ το ξεύρω πως είσαι γνωστικό παιδί. Το ξεύρω πως αυτό θα είναι πλέον η τελευταία φορά. - Ναι, είπεν ο Κιαμήλ μετά πεποιθήσεως. - Η τελευταία! Αλλ’ οποία υπήρξεν η έκπληξίς μου, όταν τον είδον εισελθόντα εις το δωμάτιόν μου! Η ωχρά μορφή του, εφ’ ης αφ’ ενός μεν αντηνακλάτο το λευκόν του σαρικίου του χρώμα, αφ’ ετέρου δε το πράσινον του ράσου του, εφαίνετο ως μορφή νεκρού προ πολλού εκπνεύσαντος! Τα χείλη του ήσαν πελιδνά, οι οφθαλμοί του σβεσμένοι, αι κινήσεις αυτού ως κινήσεις πτώματος υπό την επήρειαν μυστικού τινος γαλβανισμού διατελούντος. Οι δε συνεχείς παλμοί της αμυδράς του λυχναρίου μου λάμψεως ανησύχως κυμαινόμενοι επ’ αυτού, καθίστων την εμφάνισίν του ριγηλώς φρικαλέαν, ως εμφάνισιν νεκρικού τινος φάσματος! Δεν ηξεύρω πως ηδυνήθην να τηρήσω την παρουσίαν του πνεύματός μου. Αλλ’ ενθυμούμαι ακόμη μετά φρίκης, ότι τον ενηγκαλίσθην και τον εφίλησα προς ενθάρρυνσιν. Τόσον πολύς ήτον ο προς τον δυστυχή οίκτος μου! Όταν ησύχασεν ολίγον, ανέπνευσεν εκ βάθους και - Τώρα πια ετελείωσεν! είπε. Τώρα θα ησυχάσω! - Και εξεστόμισεν άσεμνον βλασφημίαν κατά τινος τρίτου, μόνον δι’ υβριστικού επιθέτου ονομάσας αυτόν. - Δεν φθάνει που εσκότωσε τον αδελφοποιτόν μου, είπεν έπειτα, δεν φθάνει που κατέστρεψε την ευτυχία και την υγεία μου, μόνο ήρχετο κάθε λίγο να μου φαρμακώνη και την αθλία ζωή, που μ’ επερίσσευε! Και όταν είδεν ότι εγώ δεν εύρισκον τι πρόχειρον να του ειπώ, - Ξεύρω, είπε. Εσύ είσαι διαβασμένος άνθρωπος και θα γελάσης. Γι’ αυτό δεν σε είπα τίποτε, ως τώρα. Μα ο Σεΐχης του Τεκέ μας είναι πιο διαβασμένος από σένα, είναι άγιος. Και όποιος κάμνει τον λόγο του, κάμνει την βουλή του Θεού. Τρία χρόνια τώρα με καταδιώκει ο βρυκόλακας, κανείς δεν μ’ εγλύτωσε. Στο πανηγύρι επήγαινα, μπροστά μου τον εύρισκα· στο παζάρι επήγαινα μπροστά μου τον εύρισκα, ως που με απέλπισε, και παράτησα την δουλειά μου και πήγα κ’ έγεινα σοφτάς. Καλά που έκαμα! Γιατί ο Σεΐχης μας που σε είπα, αυτός μ’ εγλύτωσε. Ας έχουμε την ευλογία του! «Μη τον βλέπεις που μοιάζει τον σκοτωμένο», με είπεν. «Ο βρυκόλακας είναι μόνον ένα τουλούμι γεμάτο αίμα. Φέρε με ένα μαυρομάνικο μαχαίρι να σε το διαβάσω· και άμα τον ξαναϊδής, τρύπα τον, να χυθή το αίμα! Άλλη μια φορά δεν θα ξαναβγή μπροστά σου. Τότε διέκρινα μετά φρίκης, ότι αι χείρες του ήσαν καθημαγμέναι και κηλιδωμένον το ένδυμά του. Κρύος ιδρώς με περιέλουσεν! - Ω! Κιαμήλ, έχυσες αίμα! - Όχι! είναι μόνον το αίμα του βρυκόλακα, του σκοτωμένου. - Και τίνος σκοτωμένου ήτον ο βρυσκόλακας; ηρώτησα εγώ τρέμων καθ’ όλα μου τα μέλη. - Αυτού που σκότωσε τον αδελφοποιτόν μου, απεκρίθη εκείνος. - Και ποιος λοιπόν εσκότωσε τον φονέα του αδελφοποιτού σου; - Ποιος άλλος είχε το καθήκον παρά εγώ, είπεν ο Τούρκος μετά τοιαύτης υπερηφανείας, ώστε να τον βδελυχθώ. - Και πώς; Τέτοιο κακό! εψέλλισα έπειτα μηχανικώς μάλλον και αβουλήτως. - Χμ! είπεν ο Τούρκος. Δεν είναι γραμμένο στο χαρτί σας; Μάχαιραν δώσεις, μάχαιραν λάβης! Ο διάβολος που χύνει την σφαίρα για τον φονιά, χύνει και μια για τον εκδικητή του. Άκουσε λοιπόν. Ίσως δεν ηξεύρεις ότι ο φονιάς του αδελφοποιτού μου μ’ έκαμε να κινδυνέψω, να ληστευθώ από ένα μυλωνά, να διωχθώ από τον πεθερό μου, και να ξεπέσω άρρωστος στο χωριό σας. Μάθε το λοιπόν, να που σου το λέγω. Άμα ήλθ’ από το σπίτι σας στην Πόλι κ’ ένοιωσα τον εαυτό μου καλά, επήρα το τουφέκι κ’ επήγα πίσω στον μυλωνά, που μ’ έβγαλ’ από τον ποταμό μισαποθαμμένο. - Μου έκλεψες ένα κεμέρι, του είπα, με πεντακόσια φλουριά· μου έσωσες μια ζωή, πέντε παράδες δεν αξίζει. Εσύ που λογυρίζεις τόσο συχνά στην άκρη του ποταμού, χωρίς άλλο θα γνωρίζης ποιος εσκότωσε τον αδελφοποιτό μου, την ημέρα που μ’ έσυρες έξω. Κύτταξε τον λύκο του τουφεκιού μου σηκωμένο! Αν με το πης, σε χαρίζω, ό,τι μου έκλεψες. Αν το κρύψης, χάνεις την ζωή σου! - Έτσι του είπα, και καλά έκαμα. Γιατί ο μυλωνάς ήταν δειλός κλεφταποδόχος, και σαν είδε τα στενά, -Υποσχέσου, μοι είπε, πως δεν θα κάμης το φονικό μέσ’ στον μύλο μου και σου δείχνω τον άνθρωπό σου. Υποσχέθηκα. - Κρύψου, λοιπόν, μοι είπεν, εδώ από πίσου. Όπου και να είναι, θα φθάση ένας με τον ταχυδρομικό του σάκκο στην αμασχάλη, με το τουφέκι στον ώμο του. Αυτός είναι ο φονιάς του σουλτανέλη. Ονομάζεται Χαραλαμπής, υιός του Μητάκου. Κάθε δεκαπέντε περνά το ίδιο το γεφύρι, που έπεσες με τ’ άλογο. Τα ώτα μου εβόιζον ισχυρώς, μόλις τον ήκουον. Ο Τούρκος εξηκολούθησεν. - Μα πριν προφθάσω ακόμα να κρυφθώ, να κ’ εμβήκε το σκυλί μέσα καθώς μου το περιέγραψε. Τον λύκο τον είχα σηκωμένο, μα έλα που έδωκα τον λόγο μου; Εφοβήθηκα μην εννοήση τίποτε, και με κάμη να τον παραβώ. Έτσι εβγήκα, κ’ ετράβηξα προς το γεφύρι. Απ’ εδώ θα περάση, είπεν ο μυλωνάς. Εδώ τον εκαρτέρησα, στον ίδιο τον τόπο που έστεκεν, όταν εσκότωσε τον αδελφοποιτό μου. Εκεί τον είδα κ’ επλησίαζεν εις το γεφύρι. Μα καθώς ήτανε χειμώνας, και τα κλαδιά χωρίς φύλλα, και καθώς είχε την υποψία μέσα του, μ’ εσκιάχθηκε πριν ζυγώση αψηλά, στην μέση του γεφυριού, κ’ εστράφη πίσου κι’ άρχησε να τρέχη. Έπεσα κατόπι του μ’ όλη μου τη δύναμι, μα ήτανε γρηγορώτερος. Δύο φοραίς ετράβηξα πάνω του, δυο φοραίς απάντησε το σκυλί φεύγοντας. Καλά!, είπα, όπου και να πας θα ξαναπεράσης! Α! αυτό λοιπόν ήτο το στοιχειωμένον αίμα, περί ου έλεγεν ο ατυχής αδελφός προς την μητέρα, ότι εσταύρωσε τον φονέα καθ’ οδόν και τον έκαμε να επιστρέψη και να παραιτηθή της μετακομίσεως του ταχυδρομείου! Αι τρίχες μου ηνωρθώθησαν· τα μέλη μου έτρεμον, ως φύλλα φθινοπώρου· δεν ήμην σχεδόν κύριος των αισθήσεών μου. Ο Τούρκος εξηκολούθησε· - Δεκαπέντε μέραις επέρασαν, δεκαπέντε μέραις τον εφύλαγα καρτέρι. Ήτανε στον καιρό του πολέμου. Ο Καϋμακάμης του τόπου έκοψε το σιδηρόδρομο του Λουλεβουργάζ, και έδωσε διαταγή να φύγουν προς την Πόλι· εγώ δεν εσάλεψα. Μια νύχτ’ ακόμη αν περνούσε θα μ’ εσκότωσαν οι Ρούσσοι. Μα ο Θεός μ’ εφύλαξε και μ’ έστειλε τον άνθρωπό μου. Ο ψυχρός ιδρώς έρρεε ποταμηδόν από του μετώπου μου. Ενθυμούμαι ότι δις εχύθην να σφίγξω τον λαιμόν του, να πνίξω την ομολογίαν εις τον λάρυγγά του. Αλλ’ η φρίκη με είχε κατακεραυνώσει. Κ’ ενώ εσωτερικώς ενόμιζον ότι κινούμαι, εξωτερικώς έμενον αδρανής, ως άνθρωπος αποπεπληγμένος. Ο Τούρκος εξηκολούθησεν· - Αυτήν την φορά ήμην καλά κρυμμένος· και για να του πάρω κάθε υποψία τον αφήκα να περάση το γεφύρι. Και σαν είδα πως καταίβηκε στην όχθη κ’ έσκυψε να πιή νερό, επερίμεν’ ακόμη μια στιγμή, για να μη πάρω το κρίμα στο λαιμό μου... Κ’ ύστερα ετράβηξα... - Ω! Άθλιε! Εφόνευσες τον αδελφόν μου! Τότε ηκούσθη εν τω κήπω συγκεχυμένος θόρυβος, εν ω διέκρινον την φωνήν του μικροτέρου μου αδελφού κράζοντος: - Εδώ! εδώ μέσα κοιμάται! Φλόγες πυρσών και λαμπάδων εφώτισαν αιματηρώς τους επί των τοίχων κισσούς, και λάμψις ξιφών και τουφεκίων εχώρησε διά της μικράς θύρας προς το περίπτερον. Ήτον η αστυνομία! Η θύρα μου ηνεώγη μετά πατάγου και πρώτος εισήλθεν ο αδελφός μου. -Άφησ’ τον να τον πάρουν! ανέκραξεν. Είναι φονιάς! Εσκότωσε τον Χαραλαμπή του Μητάκου! Εσκότωσε τον χωριανό μας εμπρός στα μάτια μου! Το δωμάτιον επλήσθη νυκτοφυλάκων, πυροσβεστών και αστυνομικών κλητήρων. Ο Κιαμήλ καρφωμένος εις την θέσιν του, αφήκε να τον δέσουν χωρίς τινος αντιστάσεως, χωρίς συγκινήσεως. Εκεί προήλθεν εκ του πλήθους ο οδηγών αυτούς αξιωματικός, και χαιρετήσας ευγενώς - Τι σύμπτωσις, μοι είπε, κύριε! Τι παράξενος σύμπτωσις σας φέρει εις τον οίκον του φονέως; Τότε τον ανεγνώρισα μόλις. Τον είχον σχετισθή κατά τους πηγαινοερχομούς μου εις το υπουργείον της αστυνομίας. Εγνώριζε την υπόθεσίν μας. Και είχεν αμειφθή διά πάσαν προς ευόδωσιν αυτής προσπάθειάν του. Τον έλαβον λοιπόν κατά μέρος, και τω εξήγησα, πως ο ψυχρώς και απαθώς θεωρών ημάς Κιαμήλ, εφόνευσε μεν άλλοτε τον αδελφόν μου, νομίζων ότι εκδικείται τον φονέα του αδελφοποιτού του, εφόνευσε δε απόψε τον υπό της αστυνομίας ζητούμενον ένοχον ταχυδρόμον, ου την πραγματικήν παρουσίαν εξελάμβανεν, εν τη πλάνη του, ως δαιμονικήν εμφάνισιν προς καταδίωξίν του ερχομένην. Ο αξιωματικός έσφιξε συμπαθητικώς την χείρα μου, και απήγαγε τον δεσμώτην. Τη επαύριον λίαν πρωί κατ’ επίμονον απαίτησίν μου εγκατέλειπεν η μήτηρ μου την βδελυράν εκείνην οικίαν απερχομένη κατ’ ευθείαν εις το χωρίον μας. Δεν συνέφερε κατ’ ουδένα τρόπον να μάθη την αλήθειαν... Είχον παρέλθει τρία περίπου έτη από της νυκτός εκείνης, ότε εισηρχόμην εις το χωρίον μας, πρώτην φοράν αφ’ ότου το εγκατέλιπον παις έτι ων. Πολλά μεταξύ επισυμβάντα νεώτερα δυστυχήματα είχον επισκιάσει τρόπον τινά το παλαιόν εκείνο. Αλλ’ όσω μάλλον επλησίαζον εις τον οίκον μας, τόσο μάλλον προέκυπτεν εκ του βάθους των χρόνων η θλιβερά αυτού ιστορία, τόσω μάλλον ανενεούτο. Η οδοιπορική μου άμαξα παρήλαυνεν ήδη προ μιας ετοιμορρόπου, εγκαταλελειμμένης οικίας. Πας άλλος ήθελεν αισθανθή βαθέως ελεγειακήν θλίψιν, εάν, μετά μακράν επανερχόμενος απουσίαν, εύρισκε νεκρικήν σιγήν εκεί όπου αφήκεν εύθυμον ηχηρόν βίον, καταστροφήν και ερημίαν, εκεί όπου απέλιπε την ευεστώ και την άνεσιν. Εις εμέ τα κλειστά παράθυρα, οι χαίνοντες τοίχοι, η χορτοφυούσα αυλή, ο απερίφρακτος και παντί λυμεώνι αναπεπταμένος κήπος, δεν ηξεύρω πώς ενεποίει παραδόξως ικανοποιητικήν εντύπωσιν. Μοι εφαίνετο ότι θα ελυπούμην, εάν εξηκολούθει ο οίκος εκείνος ν’ ακμάζη. Διότι ήτον ο οίκος του Μητάκου, ο οίκος του Λαμπή, του πρώην ταχυδρόμου. Και τον ταχυδρόμον τούτον δεν ηδυνάμην να μη θεωρώ αίτιον του φόνου του δυστυχούς αδελφού μου. Ο καθ’ αυτό φονεύς είχε παραφρονήσει ενώπιόν μου, κατ’ αυτήν την πρώτην δικαστικήν ανάκρισιν, ευθύς ως εβεβαιώθη τίνος καρδίαν διεπέρασεν η σφαίρα, ην διηύθυνε κατά του φονέως του αδελφοποιτού του. Αλλ’ ως σκοπόν της υπό της τυφλής εκδικήσεως ριφθείσης εκείνης βολής ο ένοχος υιός του Μητάκου υπεκατέστησε μετ’ αθεοφόβου πανουργίας τα στήθη του πτωχού αδελφού μου, όστις είχε την ατυχίαν να τον ομοιάζη όχι μόνον κατά το ανάστημα και την στάσιν, αλλά και κατ’ αυτά τα ενδύματα. Ήτο πλέον αποδεδειγμένον, ότι μόνον διά τούτο παρέπεισε τον εύπιστον νεανίαν να τον διαδεχθή εν τη υπηρεσία του, και εγνώσθη, ότι ήτο τόσον βέβαιος περί του αποτελέσματος της βδελυράς πανουργίας του, ώστε προείπε χαιρεκάκως και αυτήν την ώρα του ολέθρου του αδελφού μου! Όταν εφθάσαμεν προ της οικίας ημών, εξεπλάγην ιδών ένα πιναρόν, ρακένδυτον, γυμνόποδα Δερβίσην, εξερχόμενον της αυλής και τρέχοντα ν’ ανοίξη την θύραν της αμάξης. - Αμάν, σουλτανήμ! Κοκκώνα μπήλμεσιν! Το σώμα μου ανετριχίασεν εκ φρίκης! Αυταί ήσαν αι μόναι λέξεις, ας εξεφώνησεν ο Κιαμήλ, ότε εν πλήρει δικαστηρίω παραφρονήσας έπιπτε λιπόθυμος προ των ποδών μου! - Διά τον Θεόν, Σουλτάνε μου, να μην το μάθη η κοκκώνα! Και ο απαίσιος ήχος της φωνής αυτού, ήχος, ον θα ενόμιζε τις εξελθόντα εκ βαθέος τινός τάφου μάλλον παρά εκ στόματος ανθρώπου, ετάραξε τόσον τα νεύρα μου, ώστε όταν ερρίφθην εις τας αγκάλας της προσδραμούσης μητρός μου, δεν ηξεύρω οποίον παράξενον κράμα βδελυγμίας και οίκτου επλήρου την καρδίαν μου. Ούτως εισεχώρησα εις την αυλήν στρέφων τα νώτα προς το μέρος, όθεν υπέθετον το βδέλυγμα εκείνο παρακολουθούν με. Παρά την ετέραν του οίκου μας πλευράν ήτον ανοικτή η θύρα του κήπου. Εν τω κήπω τούτω ακμάζει ακόμη μία μηλέα, υπό την σκιάν της οποίας τόσον ευτυχείς συνεπαίζομεν άλλοτε, εγώ και οι αδελφοί μου. Αλλ’ αι ηχηραί εκείναι φωναί, οι παιδικοί μας γέλωτες δεν ακούονται πλέον εκεί. Αιωνία σιγή βασιλεύει υπ’ αυτήν, και λευκός λίθινος σταυρός, προ του οποίου καίει ακοίμητος λύχνος, μαρτυρεί την ιερότητα του τόπου. Εκεί κείται τεθαμμένος ο πολύκλαυστος αδελφός μου. Εκεί διηύθυνα δακρυρροών τα βήματά μου. Τα λαμπρότερα ρόδα, τα εκλεκτότερα άνθη κοσμούσι το αναπαυτήριον αυτού. Ο κήπος ημών ήτο πολύ ατημέλητος άλλοτε. Τώρα είναι πλήρης ανθέων, τα οποία φαίνονται ως εάν ανέβλυσαν πολυπληθή εκ του τάφου εκείνου και διεχύθησαν ολίγον κατ’ ολίγον μέχρι των απωτάτων γωνιών του κήπου. - Όλα τα καλλιεργεί ο φτωχός ο Κιαμήλης! εψιθύρισεν η μήτηρ μου θλιβερώς. Αι τρίχες μου ηνωρθώθησαν εκ νέου. Και στραφείς, μετά σπασμωδικώς κινουμένων χειλέων, προς τον περί ου ελάλει, - Σε προστάζω, τον είπον, να μη ξαναπατήσης εις το σπίτι μας! - Ω, ο αρίσκος! ανέκραξεν η μήτηρ μου, μετ’ απεριγράπτου πόνου. Τίνος το λέγεις, παιδί μου; Αμ’ ο φτωχός ούτε ακούει, ούτε μιλεί πλέον! Είναι τρελλός ο καϋμένος! Ο Κιαμήλ προσήλου τους αλαμπείς αυτού οφθαλμούς εις το βάθος του ορίζοντος, ως άνθρωπος ουδόλως εννοών τα περί αυτόν συμβαίνοντα. Επί της κεφαλής εφόρει τώρα πρασινόζωστον κιουλάφιον Δερβίσου, το οποίον τον καθίστα μέχρι γελοίου βαθμού υψηλότατον. Περί το κατεσκληκός αυτού σώμα εκρέματο ερρακωμένον το καφτάνιον της εις ην ανήκε μοναχικής τάξεως. Οι αγκώνες αυτού διεφαίνοντο διά των ρηγμάτων των ιματίων του, αλλά ήτον εζωσμένος λαμπράν δερματίνην ζώνην φέρουσαν επί του θηλυκωτήρος μέγαν εκλεκτόν λίθον, όνυχα της Μέκκας. Η δε μορφή αυτού, είτε ως εκ της απαθείας εν η διετέλει τώρα, είτε ως εκ της επιδράσεως του ηλίου, εφαίνετο υγιεστέρα παρά πρότερον. - Να κουρεύωνται! Είπεν η μήτηρ μου, βλέπουσα προς αυτόν μετ’ οίκτου. - Τον έκαμαν άγιον! Αφ’ ότου ετρελλάθηκε τον έκαμαν άγιον. Και του φιλούν το χέρι, και του φέρνουν φαγητά, και του φέρνουν ρούχα, και θέλουν να τον πάρουν εις του καϋμακάμη το σπίτι. Μα εκείνος δεν τρώγει παρά ξερό ψωμί, δεν φορεί παρά αυτά που βλέπεις, και κοιμάται κατά γης μέσ’ στην αχυρώνα. Και δεν θέλει να φύγη από κοντά μου ό,τι κι αν του κάμουν. Μόνον σαν τον στενοχωρήσουν παρά πολύ, μόνο σαν ταραχθή, βγάζει μία παράξενη φωνή - Για τον Θεό, Σουλτάνε μου, να μην το μάθη η κοκκώνα! - Άλλο απ’ αυτό δεν ηξεύρει τίποτε! Ο αρίσκος ο Κιαμήλης! Και ενώ εκείνη έλεγε ταύτα, εγώ εσυλλογιζόμην την ανήμερον άλλοτε οργήν της κατά του φονέως, το παράπονόν της, ότι ο πτωχός ημών αδελφός εταράσσετο εν τω τάφω του, οσάκις ο φονεύς αυτού επάτει το χώμα, έστω και εις την άκραν του κόσμου, και ανετριχίαζε το σώμα μου εκ της ιδέας, ότι ο φονεύς εκείνος περιπατεί καθ’ εκάστην επί αυτού του τάφου του θύματός του, και έτρεμον μη το πληροφορηθή η ταλαίπωρος. Αυτό θα την εφόνευεν! - Μολαταύτα, τη είπον, εάν τον διώξης εσύ, είμαι βέβαιος, ότι θα φύγη να πάγη με τους εδικούς του. Κάμε μου την χάριν και διώξε τον από το σπίτι μας. - Αμ’ τι λογής δα! ανεφώνησεν εκείνη σχεδόν δακρύουσα. - Εγώ θυμούμαι καμμιά φορά εκείνη την σεισουράδα, που του έδωσε μια κλωτσιά και τον έδιωξεν από το δωμάτιό μας, και λέγω να είχα ένα χέρι απ’ εδώ ως στην Πόλι, να του δώσω μια στο θηλυκό του πρόσωπο. Και συ με λες να τον διώξω εγώ με τα χέρια μου; Κείνος, βλέπεις, άφησε την μητέρα του και ήρθεν εις εμένα. Κουβαλεί νερό, πάγει στον μύλο, πάγει τα ψωμιά στον φούρνο, σκάφτει τ’ αμπέλια, σκουπίζει την αυλή, καλλιεργεί τα λουλούδια πάνω στον τάφο του Χρηστάκη μας· ως και το κανδήλι θέλει να τ’ ανάφτη με το χέρι του! Κ’ εγώ δα μαθές πώς να τον διώξω ύστερα, αφού τον εκύτταξα εφτά μήνες μέσ’ στο στρώμα, σαν το παιδί μου! Ας τώβρη από τον Θεό όποιος τον εκατάντησε σε τέτοια δυστυχία! Έλα, νάχης την ευχή μου, γυιόκα μου, άφες τον ταλαίπωρο με την συμφορά του, και πες μου δα μαθές, ευρέθηκεν ο φονιάς; Ως τόσο δεν ειμπόρεσε να βρεθή ποιος ήτανε! - Όχι! απεκρίθην εγώ, όστις τον έβλεπον ενώπιόν μου. Διότι ανελογίσθην όσα μοι έλεγε περί αυτού· παρέβαλον την αγαθότητα του παράφρονος με την βδελυράν πανουργίαν του πρώην ταχυδρόμου, και δεν ήξευρον να εύρω, ποίος εκ των δύο ήτον ο φονεύς του αδελφού μου! Γεώργιος Βιζυηνός (1849 - 1896) Ο Γεώργιος Βιζυηνός γεννήθηκε το 1849 στη Βιζύη της Θράκης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Μιχαηλίδης. Έμεινε ορφανός από πατέρα στα πέντε του χρόνια και στα δέκα του στάλθηκε στην Πόλη, κοντά σε κάποιον συγγενή του για να μάθει τη ραπτική τέχνη. Δύο χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του τελευταίου, ο οποίος υπήρξε τυραννικός απέναντι στο μικρό Γεώργιο, στάλθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου ως υποτακτικός του αρχιεπισκόπου Σοφρωνίου Β΄ με φροντίδα του ευεργέτη του εμπόρου Γιάγκου Γεωργιάδη Τσελεμπή. Στην περίοδο της παραμονής του στην Κύπρο (περίπου 1868 ως 1872) τοποθετούνται οι πρώτες σπουδές του, τις οποίες ακολούθησαν το 1872 μαθήματα στο Ελληνικό Λύκειο του Πέραν στην Κωνσταντινούπολη, υπό τη διεύθυνση του Γεωργίου Χασιώτη και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης με δάσκαλο και συμπαραστάτη του τον τυφλό ποιητή και θεολόγο Ηλία Τανταλίδη. Ο επόμενος χρόνος της ζωής του Βιζυηνού σημαδεύτηκε από τη γνωριμία του με τον τραπεζίτη και εθνικό ευεργέτη Γεώργιο Ζαρίφη, ο οποίος τον έθεσε για πολλά χρόνια υπό την προστασία του. Με τη βοήθεια του τελευταίου ο Βιζυηνός τύπωσε στην Κωνσταντινούπολη την πρώτη του ποιητική συλλογή Ποιητικά Πρωτόλεια και έφυγε για την Αθήνα, όπου τελείωσε το γυμνάσιο της Πλάκας. Το 1874 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό το επικό ποίημα Ο Κόδρος και βραβεύτηκε με εισήγηση του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, όμως η βράβευσή του προκάλεσε αρνητικά σχόλια και αντιδράσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους. Το ίδιο έτος γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας για ένα χρόνο και το 1875 έφυγε για σπουδές στη Γερμανία. Είχε προηγηθεί μια δεύτερη (αποτυχημένη αυτή τη φορά) συμμετοχή του στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με το ποίημα Διαμάντω. Στη Γερμανία σπούδασε (1875 – 1880) στο Γκαίτιγκεν, τη Λειψία (υπήρξε μαθητής του Βίλχελμ Βουντ) και το Βερολίνο (με δάσκαλο τον Έντουαρντ Τσέλλερ) και το ενδιαφέρον του στράφηκε κυρίως στη φιλοσοφία και την ψυχολογία. Η διδακτορική διατριβή του είχε ως θέμα την ψυχολογική και παιδαγωγική αξία του παιδικού παιχνιδιού. Στο μεταξύ το 1876 βραβεύτηκε ξανά στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με εισήγηση του Θεόδωρου Ορφανίδη για τη λυρική ποιητική συλλογή Βοσπορίδες αύραι, ενώ τον επόμενο χρόνο (1877) τιμήθηκε με έπαινο για τις Εσπερίδες. Το 1881 επισκέφτηκε το Σαμακόβι (ή Σαμάκοβο) της Ανατολικής Θράκης για να ασχοληθεί με μια επιχείρηση μεταλλείων, υπόθεση η οποία είχε στενή σχέση με τη μελλοντική ψυχική του ασθένεια. Το 1882 επέστρεψε στην Αθήνα, ταξίδεψε στο Παρίσι και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου ετοίμασε τη νέα του διατριβή με τίτλο Η φιλοσοφία του Καλού παρά Πλωτίνω. Το 1884 πέθανε ο Γεώργιος Ζαρίφης, ο οποίος υπήρξε προστάτης του για 11 χρόνια και ο Βιζυηνός μπήκε στην τελευταία περίοδο της ζωής του, η οποία συνοδεύτηκε από οικονομική ανέχεια. Συνέχισε να ασχολείται με την αποτυχημένη μεταλλευτική επιχείρηση στο Σαμοκόβι, ενώ εργάστηκε ταυτόχρονα ως δάσκαλος της μέσης εκπαίδευσης και από το 1890 ως καθηγητής ρυθμικής και δραματολογίας στο Ωδείο Αθηνών. Εκεί γνώρισε το 1892 τη μόλις δεκατετράχρονη μαθήτριά του Μπετίνα Φραβασίλη, την οποία ερωτεύτηκε. Ο άτυχος έρωτάς του στάθηκε μοιραίος, καθώς προστέθηκε στα προηγούμενα χτυπήματα της ζωής του και τον οδήγησε στη ψυχασθένεια. Το ίδιο έτος εγκλείεται στο Δρομοκαΐτειο, όπου έζησε σε κατάσταση προϊούσας παραλυσίας και πέθανε το 1896 σε ηλικία σαράντα επτά χρονών. Στο λογοτεχνικό έργο του Βιζυηνού συναντώνται στοιχεία από την Φαναριώτικη παράδοση με στοιχεία ηθογραφίας και ψυχογραφικής διείσδυσης, καθώς επίσης επιδράσεις από τα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής του. Οι καρποί της συνύπαρξης αυτής ωριμάζουν στο πέρασμα του χρόνου, τόσο στην ποίηση, όσο και στην πεζογραφία του. Ως το ωριμότερο από τα ποιητικά έργα του θεωρείται η συλλογή Ατθίδες αύραι, που τυπώθηκε στο Λονδίνο (1883) και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τον Κωστή Παλαμά. Έγραψε επίσης λαογραφικές, φιλοσοφικές και άλλες μελέτες. Το είδος στο οποίο διέπρεψε ωστόσο στάθηκε το διήγημα. Ο Βιζυηνός από τους πρωτοπόρους της στροφής του νεοελληνικού διηγήματος προς τις λαϊκές παραδόσεις και τον ψυχογραφικό ρεαλισμό, ευθυγραμμιζόμενος με τα αιτήματα της γενιάς του 1880. Την πεζογραφική του παραγωγή αποτελούν πέντε διηγήματα (δυο από τα οποία παιδικά), τρεις νουβέλες και τέσσερα αφηγήματα δημοσιευμένα στα περιοδικά Εστία, Διάπλασις των παίδων, Εβδομάς και στην εφημερίδα Ακρόπολις. Παύλος Νιρβάνας Ερωτικαί εκδικήσεις, Βιογραφικά. Όταν βλέπω κάποιον να περπατή επάνω-κάτω, όπως ο μακαρίτης ο Bέρθερος, και να μελετά μίαν ερωτικήν εκδίκησιν, λέγω από μέσα μου: «Iδού ένας άνθρωπος, που ετοιμάζεται να κάμη μίαν ανοησίαν!». Kαθένας την κάμνει με τον τρόπον του. Άλλος φονεύει. Aλλά ο θάνατος είναι μυστήριον. Άλλος αυτοκτονεί. Aλλά η αυτοκτονία είναι μία ηλιθιότης. Άλλος σπεύδει να υπανδρευθή με το πρώτον αδέσποτον θήλυ, που συναντά εις τον δρόμον του, φανταζόμενος ότι εκδικείται με τον τρόπον αυτόν εκείνην, που έπαυσε να τον αγαπά. Aυτό είναι ξεκαρδιστική κωμωδία. Άλλος γράφει ένα δράμα, εις το οποίον καυτηριάζει τας γυναίκας με πεπυρακτωμένον σίδηρον. Aυτός, απλούστατα μαξιλαρώνεται. Yπήρξεν ένας άνθρωπος, ο οποίος, δια να εκδικηθή την γυναίκα του, κατήργησεν, εν στιγμή παραφοράς, το φύλον του με την μάχαιραν του δημίου. Mε αυτόν γελούν οι αιώνες. Kανείς, με μίαν λέξιν, δεν εστάθη ικανός να εκδικηθή επαξίως μίαν γυναίκα εις τον κόσμον αυτόν. Tο πράγμα είναι ευεξήγητον. Όλοι οι εκδικηταί της γυναικείας απιστίας ενεργούν μ' ένα τρόπον εσφαλμένον εις την βάσιν του. Eνεργούν δηλαδή μ' ένα τρόπον υπερβολικά σοβαρόν και πολύ συχνά τραγικόν. Προτιμούν την τραγωδίαν εκεί, όπου κατ' εξοχήν θα ήτο ενδεδειγμένη η φάρσα. Yποδύονται τον κόθορνον του τραγωδού, ενώ ο ακαταλληλότερος άνθρωπος δια να παίξη ένα σοβαρόν ρόλον εις το θέατρον της ζωής είναι ο ατυχήσας εραστής. Kαι, ενώ ορέγεται τας δάφνας ενός Tάλμα, δέχεται τα μαξιλάρια της πλατείας επί της κεφαλής του. Δι' αυτό ακριβώς οι σοφώτεροι δεν περιπατούν πια επάνω-κάτω, μετά την προδοσίαν ή την εγκατάλειψιν, όπως ο μακαρίτης Bέρθερος, και δεν μελετούν μίαν εκδίκησιν. Σηκώνονται από το γεύμα, όπου εμισοτελείωσαν το φαγί των, σκουπίζουν το στόμα των με την πετσέταν, πληρώνουν και φεύγουν, ως να μη τους συνέβη τίποτε, αφίνοντες έναν άλλον ν' αποτελειώση την μερίδα των. Έτσι διασώζουν την αξιοπρέπειάν των, χωρίς να μείνουν και εντελώς ανεκδίκητοι. Διότι γνωρίζουν ότι είναι εντελώς περιττόν να εκδικήται καθένας χωριστά την αιωνίαν γυναίκα. Δι' αυτήν υπάρχουν οι εκ Θεού απεσταλμένοι εκδικηταί, που είναι οι Δον Zουάν όλων των τόπων και όλων των εποχών, και οι οποίοι δεν κάμνουν άλλο, παρά να εκδικούνται διαρκώς δια τον εαυτόν τους και δια τους άλλους. Eν τούτοις, οφείλομεν να κάμωμεν τιμητικήν εξαίρεσιν δια τον άνθρωπον, ο οποίος προ ολίγων ημερών επραγματοποίησε πρωτότυπον εκδίκησιν εις την Aκρόπολιν αυτήν της κοινοτοπίας, που είναι αι Aθήναι. Eίδατε από τας εφημερίδας, τί έκαμεν ο μεγαλοφυής αυτός. Eπήγε νύκτα εις την θύραν της απίστου και της ετοιχοκόλλησε μίαν επιγραφήν: «Eδώ υπάρχει ευλογιά». Tίποτε άλλο! Tο άλλο πρωί οι διαβάται επερνούσαν, εσταματούσαν, εδιάβαζαν και έφευγαν έντρομοι μακρυά. O γαλατάς δεν εκτύπησε την θύραν εκείνο το πρωί. O μανάβης δεν εσταμάτησεν. O γραμματοκομιστής, που έφερνε μίαν ερωτικήν επιστολήν, την εξανάβαλεν εις τον σάκκον του και έφυγεν. O νέος εραστής, μόλις επλησίασεν εις την γωνίαν του δρόμου και πριν παρελάση ακόμη υπό το θρυλικόν παράθυρον, ανέκρουσε με τρόπον πρύμναν και δεν εφάνη πλέον. Όταν η άπιστος αντελήφθη την συμφοράν και έστειλε να ξεσχίσουν την καταχθονίαν επιγραφήν, ήτο πλέον αργά. O προδοθείς εραστής είχεν εκδικηθή! Kαι είχεν εκδικηθή κυρίως, διότι η άπιστος τον εφαντάζετο ξεκαρδισμένον από τα γέλια εις μίαν γωνίαν του δρόμου, εν ώ θα ήθελε να τον φαντασθή απηγχονισμένον από την οροφήν του δωματίου του. Όταν τον ερώτησαν εις την Aστυνομίαν, διατί προέβη εις την αθλίαν αυτήν πράξιν, λέγουν ότι απεκρίθη αφελέστατα: ― Ήθελα να της στείλω τη βλογιά στα όμορφα μουτράκια της. Aφού δεν μπορούσα να το κάμω, της την έστειλα στην πόρτα της. Aς μπολιασθή να είναι ήσυχη! Kαι η Aστυνομία απέλυσε τον εραστήν και έστειλε τον αστυίατρον να εμβολιάση την ερωμένην, δια κάθε ενδεχόμενον και δια την ησυχίαν της συνοικίας. H φάρσα και η εκδίκησις έλαβε τοιουτοτρόπως την ωραίαν της συνέχειαν. Παύλος Νιρβάνας: Οδοιπόρος Δε θέλω εγώ τριαντάφυλλα στον έρημό μου δρόμο, δέντρο δεν θέλω να σταθώ, πηγή να ξεδιψάσω. Εγώ ανεβαίνω το βουνό, μ' ένα σταυρό στον ώμο. Του φθινοπώρου ας απλωθούν τα φύλλα, να περάσω. Ο Παύλος Νιρβάνας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη) γεννήθηκε στη Μαριούπολη της Ρωσίας, γιος του εμπόρου Κωνσταντίνου Απ. Κουμιώτη από τη Σκόπελο και της Μαριέτας Ιω. Ράλλη από τη γνωστή οικογένεια της Χίου. Σε παιδική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1883-1890) και μετά την αποφοίτησή του κατατάχθηκε στο βασιλικό ναυτικό ως ανθυπίατρος. Η πορεία του ήταν ανοδική και ως το 1922, οπότε παραιτήθηκε με το βαθμό του αρχίατρου είχε διατελέσει πρόεδρος της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Ναυτικού και τμηματάρχης του Υπουργείου Ναυτικών. Μετά την παραίτησή του αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και τη συγγραφή. Το 1928 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Από τα μαθητικά του χρόνια έδωσε δείγματα της αγάπης του για τη λογοτεχνία και σε νεαρή ηλικία δημοσίευσε άρθρα στις εφημερίδες του Πειραιά Σφαίρα και Πρόνοια. Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Νιρβάνα στα γράμματα τοποθετείται το 1884, οπότε εξέδωσε την ποιητική συλλογή Δάφναι εις την 25ην Μαρτίου και παράλληλα άρχισε να δημοσιεύει χρονογραφήματα (στις εφημερίδες Άστυ, Ακρόπολη και από το 1905 στην Εστία με το ψευδώνυμο Κύριος Άσοφος) και κείμενα σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής (Τέχνη, Παναθήναια, Νέα Εστία, Το Περιοδικόν μας, Ασμοδαίος, Μη χάνεσαι κ.α.). Σε νεαρή ηλικία πήρε επίσης μέρος στην έκδοση του σατιρικού περιοδικού Αθήναι ως μέλος της λογοτεχνικής Συντροφιάς των δώδεκα. Η δεύτερη και τελευταία ποιητική του συλλογή είχε τίτλο Παγά λαλέουσα (1907) ενώ έγραψε επίσης μελέτες, κριτικά δοκίμια, διηγήματα, θεατρικά έργα και δύο μεταφράσεις από τον Πλάτωνα και τον Κνουτ Χάμσουν. Ο Παύλος Νιρβάνας τοποθετείται τόσο χρονικά όσο και βάσει του συνόλου του έργου του στον κύκλο του Κωστή Παλαμά. Η γραφή του είναι επηρεασμένη από τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα του αισθητισμού και συμβολισμού, καθώς και από τη φιλοσοφική σκέψη του Φρειδερίκου Νίτσε, με την οποία ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή από τις σελίδες της Τέχνης του Κώστα Χατζόπουλου, όπου υπήρξε συνιδρυτής. Αξιόλογα είναι τα κριτικά του δοκίμια, ενώ στο χώρο της πεζογραφίας ασχολήθηκε αρχικά με το διήγημα και στη συνέχεια με το μυθιστόρημα. Στο πεζογραφικό του έργο κυριαρχούν ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία, ενώ τα θεατρικά του έργα κινούνται στα πρότυπα της ιψενικής γραφής. Έντονη παρουσιάζεται στο έργο του η επιρροή που δέχτηκε από τη φιλοσοφία του Νίτσε. Η γλωσσική του έκφραση πέρασε σταδιακά από την καθαρεύουσα σε μια μεικτή γλώσσα και τέλος στη δημοτική, με σταθερό χαρακτηριστικό το εξαιρετικά φροντισμένο ύφος. Το 1928 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, θέση από την οποία συνέβαλε στην ανάδειξη λογοτεχνών όπως οι Ιωάννης Κονδυλάκης, Σπύρος Μελάς και Γρηγόριος Ξενόπουλος. Πέθανε το 1937, σε ηλικία εξηνταενός χρόνων, από βρογχοπνευμονία, στο σπίτι του στο Μαρούσι. Κωνσταντίνος Θεοτόκης Πίστομα Κορφιάτικες ιστορίες, Βιογραφικά. Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης. Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια. O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε. Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία. Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε: "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;" T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας. "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία." Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε: "Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!" Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα. Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε. "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος." "Tον σκότωσες!" Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε. Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι. Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο. Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε. Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του: "Bάλ'το πίστομα μέσα". Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872 - 1923) Ο Στέφανος-Κωνσταντίνος (Ντίνος) Θεοτόκης, γεννήθηκε, στην οικία που διατηρούσε η οικογένεια του στην πόλη της Κέρκυρας, στις 13 Μαρτίου 1872. Ήταν ένα από τα δέκα παιδιά του Μάρκου-Αλοΰσιου Θεοτόκη και της Αγγελικής Πολυλά, ανεψιάς του Ιακώβου Πολυλά. Σε ηλικία 17 ετών, το 1889, γνώστης ήδη τριών ξένων γλωσσών (της ιταλικής, της γαλλικής και της γερμανικής), αναχώρησε για το Παρίσι και εγγράφηκε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Παραμένει στο Παρίσι για δύο χρόνια και στη συνέχεια επιστρέφει στην Κέρκυρα μέσω Βενετίας, όπου γνωρίζει την Βαρώνη Ερνεστίνη Μάλλοβετς φον Μάλλοβιτς ουντ Κοσορ (Mallowetz von Mallowitz und Kossor). Το 1893 επιστρέφει στην Βενετία και παντρεύεται την Ερνεστίνη στις 11 Σεπτεμβρίου 1893 στην Πράγα. Εγκαταλείπει τις σπουδές του και μαζί με τη σύζυγό του επιστρέφουν στην Κέρκυρα και εγκαθίστανται στους Καρουσάδες. Το 1895, εκδίδεται στα γαλλικά το πρώτο πεζογράφημά του Vie de montagne, από το οποίο φάνηκε η ιδιαίτερη συγγραφική του κλίση, ενώ παράλληλα γεννιέται η κόρη του Τίνα (Τίνερλ - Tinerl). Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης επηρεάστηκε αρχικά από τη γερμανική ιδεοκρατία και ιδιαίτερα από τον Νίτσε. Τρανή απόδειξη Το Πάθος (1899), που αποτελεί πιστή απήχηση του Τάδε έφη Ζαρατούστρας (1883-4). Την εποχή αυτή ζει μία αρχικά ήρεμη ζωή στους Καρουσάδες, την οποία εκτός από τα βιβλία του και το συγγραφικό του έργο, τη θερμαίνει η φιλία του με τον Μαβίλη. Μαζί συμμετέχουν σε εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες (όπως η επανάσταση της Κρήτης το 1896 και της Θεσσαλίας το 1897) και σε τοπικές πρωτοβουλίες, (εναντίον της απόφασης του δήμου της Κέρκυρας για την εγκατάσταση ρουλέτας στο νησί, το 1902). Το 1898, βρίσκεται στο Γκράτς όπου παρακολουθεί για διάστημα έξι μηνών πανεπιστημιακά μαθήματα. Στο ταξίδι αυτό συνοδεύεται από την οικογένεια του. Το 1900 χάνει την κόρη από μηνιγγίτιδα και αφοσιώνεται στο έργο του. Συμμετέχει στην Συντροφιά των Εννέα και σχεδιάζει την οργάνωση ενός συνεδρίου δημοτικιστών στην Κέρκυρα με την παρουσία του Αλέξ. Πάλλη (1905). Παράλληλα, μεταφράζει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, και από τα σανσκριτικά Βέδες και αποσπάσματα επών απ’ την ινδική λογοτεχνία και δημοσιεύει σχετικές του μεταφράσεις και τα πρώτα του πεζά στα περιοδικά της εποχής (Η τέχνη 1898-1916, Ο Διόνυσος 1901-1902, Ο Νουμάς 1904-1916). Ταξιδεύει για επιμόρφωση και πάλι στην Ευρώπη, παρακολουθώντας με την ιδιότητα του ακροατή για τέσσερα εξάμηνα μαθήματα στο πανεπιστήμιο του Μονάχου (1907- 1909). Επιστρέφοντας, συνδέεται με τον Χατζόπουλο με τον οποίο αλληλογραφεί ανταλλάσσοντας ιδέες, ενώ το 1911 ψυχραίνεται με τον Μαβίλη για ιδεολογικούς λόγους. Συμμετείχε στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού ομίλου και του Αλληλοβοηθητικού εργατικού συνδέσμου Κερκύρας (1910-1914), ενώ παράλληλα υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του κινήματος για την χειραφέτηση των γυναικών. Η εποχή αυτή είναι η πλέον παραγωγική και δραστήρια περίοδος του Κ. Θεοτόκη. Γνώστης πλέον δέκα γλωσσών πέραν των Ελληνικών, πέντε ομιλουμένων (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά) και πέντε νεκρών (αρχαία Ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, αρχαία περσικά και σανσκριτικά) εκδίδει μεταφράσεις και δικά του αυτοτελή έργα στην Κέρκυρα (Η τιμή και το χρήμα, Η Σακούνταλα του Καλιδάσα), στην Τυβίγγη (Τα Γεωργικά του Βιργιλίου) και στην Αλεξάνδρεια (Το Νάλας και Νταμαγιάντη από το ινδικό έπος Μαχαμπαράτα, σε μετάφραση Λ. Μαβίλη και συμπλήρωση δική του). Έχει πλέον εγκατασταθεί από το 1914 στην πόλη της Κέρκυρας. Το μεταφραστικό του έργο δεν περιορίζεται σε μεταφράσεις από τα σανσκριτικά και τα λατινικά αλλά εμπλουτίζεται με μεταφράσεις από ποιήματα του Σαίξπηρ (Οθέλλος, Τρικυμία, Μακβέθ), του φιλοσοφικού ποιήματος του Λουκρητίου Περί Φύσεως και έργων αρχαίων ελλήνων συγγραφέων. Τότε καταστρώνεται, στις δύο αρχικές μορφές του και το μυθιστόρημα Οι σκλάβοι στα δεσμά τους και ολοκληρώνεται η Ιστορία της ινδικής λογοτεχνίας. Το 1917 μετακομίζει στην Αθήνα, όπου του προσφέρεται η θέση του διευθυντού Λογοκρισίας από την οποία και παραιτείται μετά από δύο μέρες (1917). Διορίζεται προσωρινά ως έκτακτος υπάλληλος στην «Υπηρεσία Ξένων και Εκθέσεων» και οριστικά στην Εθνική Βιβλιοθήκη, αρχικά ως γραμματέας και έπειτα προάγεται σε τμηματάρχη β' τάξεως (1918). Την περίοδο αυτή έρχονται στο φως τα δοκιμότερα πεζά έργα του (Κατάδικος, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους) και μεταφράσεις του όπως από τον Γκαίτε (Ερμάννος και Δωροθέα), από τον Σαίξπηρ (Άμλετ, Βασιληάς Λήρ), από τον Φλωμπέρ (Η κυρία Μποβαρύ, δύο τόμοι) και από τον Russel (Τα προβλήματα της Φιλοσοφίας). Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου πολέμου και την πτώση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας η γυναίκα του Ερνεστίνη χάνει όλη της την περιουσία, την οποία είχε κληρονομήσει μετά τον θάνατο των άκληρων αδελφών της, δηλαδή στο διάστημα 1903-1914 μετά τον γάμο της με τον συγγραφέα. Προσβεβλημένος από την επάρατη νόσο (1922) συνεχίζει το συγγραφικό του έργο με το πεζό: «Ο παπά Ιορδάνης Περίχαρος και η ενορία του». Πρόλαβε να γράψει τις πρώτες τριάντα σελίδες. Πέθανε στο σπίτι του ζωγράφου Άγγελου Γυαλινά, στην Κέρκυρα, την 1η Ιουλίου 1923 αφήνοντας το μερίδιό του από την πατρική του περιουσία στη σύζυγό του Ερνεστίνη. Εμμανουήλ Ροΐδης Ιστορία ενός τουφεκισμού Αφίνοντες άθικτον το πολύπλοκον ζήτημα της ανάγκης της θανατικής ποινής, τούτο μόνον αρκούμεθα περί των τελευταίων αθρόων καρατομήσεων να παρατηρήσωμεν, ότι προς επιτυχίαν του κυριωτάτου αυτής σκοπού, ήτοι της εκφοβίσεως των υποψηφίων φονέων, εθεωρήθησαν πανταχού και πάντοτε δύο τινά ως απαραίτητα: Η εφαρμογή της φοβεράς ποινής, εφ' όσον είναι ακόμη νωπή η εκ του κακουργήματος εντύπωσις, και η εκτέλεσις αυτής εις τον τόπον όπου τούτο διεπράχθη. Την αγγελίαν της απορρίψεως της αναιρέσεως και της αιτήσεως χάριτος κομίζει εν Γαλλία εις τον κατάδικον αυτός ο ιερεύς ο επιφορτισμένος να τον εξομολογήση, ακολουθούμενος παρά πόδας υπό του δημίου. Μεταξύ του φόνου του αρχιεπισκόπου των Παρισίων και της καρατομήσεως του φονέως εμεσολάβησαν ένδεκα μόνον ημέραι, εντός των οποίων ανεκρίθη, εδικάσθη, κατεδικάσθη και απεκεφαλίσθη. Η τοιαύτη σπουδή ήτο αληθώς κάπως έκτακτος, αλλά και ο συνήθης μέσος όρος του μεταξύ της καταδίκης και της εκτελέσεως αυτής χρόνου σπανίως υπερβαίνει τας δυο εβδομάδας, ως δύναταί τις να πεισθή αναπολών εις την μνήμην του τα κατά την καρατόμησιν του Λαπομμερί, του Τρόμπαν, του Δεβιέζ, του Πράδον, του Πραντζίνη και των άλλων ονομαστών κακούργων. Και εφ' όσον μεν η υπόθεσις ευρίσκεται εκκρεμής προ του ακυρωτικού, ο κατάδικος δύναται ευλόγως να ελπίζει· άμα δε ουδέν έχει πλέον να ελπίση, η απελπισία του δεν παρατείνεται πέραν της ημισείας ώρας, όση δηλ. απαιτείται δια να ενδυθή, εξομολογηθή και να μεταβή εκεί όπου επήχθη η λαιμητόμος. Ούτω γίνεται και εις την Αυστρίαν, την Ιταλίαν, την Αγγλίαν και την Γερμανίαν με μόνην την διαφοράν ότι εις τα δύο τελευταία κράτη είναι ακόμη βραχύτεραι αι προθεσμίαι. Η εντός ωρισμένου και ουχί μακρού χρόνου εκτέλεσις της θανατικής αποφάσεως εθεωρήθη πανταχού επιβαλλομένη, όχι μόνον προς επιτυχίαν του σκοπού της ποινής αλλά και υπό του οφειλομένου εις τον μέλλοντα να την υπομείνη ανθρωπίνου οίκτου. Εις τί τω όντι δύναται να χρησιμεύση η παράτασις της αγωνίας του ουδέν πλέον δικαιουμένου να ελπίζη; Τα ανωτέρω, τα απανταχού ισχύοντα, φαίνονται τόσον αναμφισβητήτως δίκαια, φιλάνθρωπα και ορθά, ώστε άλυτον αίνιγμα απομένει πώς μόνον αι ελληνικαί κυβερνήσεις κατώρθωσαν να προτιμήσωσι τα ακριβώς ενάντια. Η μετά πάροδον ολοκλήρων ετών θανάτωσις του φονέως άγει αυτούς εκείνους τους εν αρχή μετ' αδημονίας ερωτώντας “διατί δεν κόπτουν το θηρίον”, να ερωτώσι “διατί σφάζεται ο άνθρωπος”, αφού λησμονηθή το έγκλημά του. Ο πριν και παρ' ημίν συνήθης εν αυτώ τω τόπω όπου διεπράχθη το κακούργημα αγνισμός αυτού δια του αίματος του επί μακρόν χρόνον μαστίσαντος την επαρχίαν γνωστού εις πάντας κακούργου, ήτο βεβαίως πολύ σωφρονιστικώτερος της σφαγής εις άλλον τόπον αγνώστου εις τους παρισταμένους καταδίκου. Και τούτο όμως εθεωρήθη εσχάτως ως επουσιώδες και πολύ απραγμονέστερον να ιδρυθή έν κεντρικόν σφαγείον. Εκείνο το οποίον δεν υπήρξε δυνατόν να κατορθωθή εις τας Αθήνας δια την σφαγήν των ζώων, κατωρθώθη εις το Ναύπλιον δια την σφαγήν ανθρώπων. Τας πριν περιοδείας της λαιμητόμου διεδέχθησαν αι περιοδικαί αθρόων καταδίκων σφαγαί. Απίστευτον φαίνεται αλλά και ακριβέστατον είναι ότι διατηρούνται παρ' ημίν κεντρικαί αποθήκαι καταδίκων εκ των οποίων εξάγεται ανά διετίαν ή τριετίαν δεκαπεντάς ανθρώπων δια να σφαγή. Η διαλογή των θυμάτων, αγνοούμεν αν κατά κλήρον ή κατ' άλλον τρόπον γίνεται μεταξύ τριπλασίου, τετραπλασίου ή και δεκαπλασίου αριθμού συγκαταδίκων εις την αυτήν ποινήν. Οι κατάδικοι τω όντι εις θάνατον αποτελούσι παρ' ημίν ιδιαιτέραν και ικανώς πολυάριθμον τάξιν καταδίκων, τελείως άγνωστον εις πάσαν άλλην χώραν, δια τον λόγον ότι πανταχού ο καταδικασθείς εις θάνατον ή θανατώνεται ή αξιούμενος χάριτος μεταβάλλεται εντός τακτής προθεσμίας από καταδίκου εις θάνατον εις κατάδικον εις δεσμά ή εις άλλην οιανδήποτε ποινήν. Μόνον εν Ελλάδι ημπορεί να πολυχρονήση υπό την ιδιότητα καταδίκου εις θάνατον, δυνάμενος μεν ν' αποθάνη και εκ γεροντικού μαρασμού, αλλά και δεκτικός καρατομήσεως από μιας εις άλλην ημέραν, χωρίς να ηξεύρη διατί. Όπως το ξίφος επί της κεφαλής του Δαμοκλέους, ούτω επικρέμαται ισοβίως και επί της ιδικής του η κοπίς της λαιμητόμου. Πάντα ταύτα φαίνονται τόσον άτοπα, αλλόκοτα, απάνθρωπα και βδελυρά, ώστε εκλίνομεν επί πολύν χρόνον να πιστεύσωμεν, ότι υπήρχον ίσως ιδιαίτεροί τινες ιστορικοί, διοικητικοί, πολιτικοί ή άλλοι άγνωστοι εις ημάς λόγοι, επιβάλλοντες τας τοιαύτας εκτροπάς από της απανταχού κρατούσης συνηθείας. Τους λόγους τούτους εζητήσαμεν πλειστάκις να πληροφορηθώμεν ερωτώντες δικαστάς, εισαγγελείς, τμηματάρχας, υπουργούς και όσους άλλους ηδυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως αρμοδίους να φωτίσωσιν ημάς περί τούτου. Αι απαντήσεις όμως αυτών ημιλλώντο κατά την ποικιλίαν προς τα χρώματα της Ίριδος ή της στολής του Αρλεκίνου. Εκ των αντιφάσεων αυτών ουδέν άλλο ηδυνήθημεν να συμπεράνωμεν παρά μόνον ότι ουδ' αυτοί εκαλογνώριζαν, διατί πρέπει η Ελλάς ν' αποτελή μοναδικήν εξαίρεσιν της απανταχού επικρατούσης τάξεως και σοβαρότητος περί την διαχείρισιν του απονεμομένου εις το Κράτος φοβερού δικαιώματος του φονεύειν. Το μόνον βέβαιον είναι ότι δια της μακράς συνηθείας κατήντησαν τα παρ' ημίν διαπραττόμενα ασυνείθιστα να χάσωσι την φρικαλέαν αυτών πρωτοτυπίαν. Ο τύπος γράφει εκάστοτε περί τούτων, απλώς δια τον τύπον, ολίγας τινάς γραμμάς ουδεμιάς αξιουμένας απαντήσεως παρά των υπευθύνων, και τα πράγματα εξακολουθούσι να διανύωσι την τακτικήν ή μάλλον την άτακτον αυτών τροχιάν. Ως δεν κατώρθωσαν οι αστρονόμοι να εξηγήσωσι διατί, ενώ πάντες οι λοιποί πλανήται στρέφονται περί εαυτούς από δυσμών προς ανατολάς, μόνος ο πλανήτης Ουρανός στρέφεται απ' ανατολών προς δυσμάς, ούτως αδύνατον φαίνεται ν' ανευρεθή και ο λόγος δια τον οποίον ουδέν πρέπει να γίνεται εις την Ελλάδα, όπως εις πάντα τα λοιπά κράτη, τα έχοντα την αξίωσιν να λέγωνται πολιτισμένα. Και όχι μόνο αδύνατος είναι η ανεύρεσις του λόγου, αλλά και η αναζήτησις αυτού φαίνεται μετέχουσα του γελοίου. Ο ερωτών λ.χ. διατί είναι παρ' ημίν δεκαπλάσιος του αλλαχού των φόνων και των αναιρέσεων ο αριθμός· διατί την ποινήν της φυλακίσεως αντικαθιστά εις τα εγκλήματα του τύπου η της προφυλακίσεως· διατί εξ όλων των κρατών του Αίμου μόνη η Ελλάς δεν πρέπει να έχη στρατόν· διατί δεν καταδιώκονται οι κλέπτοντες τας δικογραφίας εκ του γραφείου της Βουλής· διατί μεταβάλλονται εις κοπρώνας τα αρχαία μνημεία, διατί αντί του κ. Τσούντα διδάσκει ο κ. Οικονόμου την αρχαιολογίαν, ή πώς συμβαίνει να θεωρή ο κ. Δηλιγιάννης επιλήψιμον την εξύβρισιν του Βασιλέως, κινδυνεύει να κατηγορηθή ως καθ' υπερβολήν απλοϊκός, ως αναζητητής ψύλλων εις τ' άχυρα, ως κοπανιστής αέρος, αν όχι και ως ιδιότροπος, δύστροπος, παράξενος, ασυμβίβαστος και ανάξιος να συγκαταλέγεται μεταξύ των εξύπνων Ρωμηών. Ο τίτλος διορθωτού του ρωμέικου κατήντησε ν' αμιλλάται κατά την γελοιότητα προς τον του τετραγωνισμού του κύκλου. Τούτον φοβούμενοι περιωρίσθημεν από ικανών ήδη ετών να λέγωμεν εις τους αναγνώστας μας παραμύθια περί γάτων, σκύλων, αλόγων, βοών και Συριανών συζύγων. Σήμερον όμως προτιμώμεν κατ' εξαίρεσιν να διηγηθώμεν εις αυτούς μίαν αληθεστάτην ιστορίαν, ήτις έχει το πλεονέκτημα να ομοιάζη παραμύθι και πλην αυτού να συνδέεται στενώς με το μέγα ζήτημα της θανατικής ποινής. Ως πάντες γνωρίζουσι, το εκτάκτως φοβερόν της ποινής αυτής έγκειται εις τας προηγουμένας της εκτελέσεως αγωνιώδεις ώρας του καταδίκου. Ενώ τον εφορμώντα κατ' εχθρικού προμαχώνος στρατιώτην ή τον πνέοντα τα λοίσθια ασθενή υποστηρίζει μέχρι τελευταίας πνοής η ελπίς ότι ενδέχεται να σωθώσιν, εις μόνον τον κατάδικον επιβάλλεται ν' αντικρύση την απόλυτον βεβαιότητα της επικειμένης αυτού εκμηδενίσεως. Αν ήτο δυνατόν ν' απαλλαχθή του φοβερού τούτου αντικρυσμού, θα εστερούντο του κυριωτάτου αυτών επιχειρήματος οι εξεγειρόμενοι κατά της θανατικής ποινής, ως ελπίζομεν να πεισθώσιν οι αναγνώσται της κατωτέρω αψευδούς διηγήσεως. Η ουσία της ιστορίας ταύτης παρέμενεν ως συγκεχυμένον και αδέσποτον παιδικόν άκουσμα εις γωνίαν τινά της μνήμης μας, ότε έτυχε να την ακούσωμεν επιβεβαιουμένην και συμπληρουμένην εν αυτώ τω τόπω όπου συνέβη παρ' αυτού του ανεψιού του ήρωος αυτής. Περιηγούμενοι κατά τον χειμώνα του 187... την Σικελίαν και διατρίβοντες από τινων ημερών εις την Μεσσίναν, έτυχεν εσπέραν τινά να ζητήσωμεν άσυλον κατ' αιφνιδίας καταιγίδος εις το πλησιόχωρον ελληνικόν προξενείον. Πλην του κ. προξένου, παλαιού ημών φίλου, εύρομεν εις την αίθουσαν έν ανδρόγυνον, το οποίον μας επαρουσίασε μειδιών μετά τινος ειρωνείας, ως τον πανοσιώτατον καπουκίνον Δομένικον Λαμαδόρον, ήτοι Κυριακούλην Χρυσοσπάθην και την... κυρίαν του. Τούτο δεν ήτο αστειότης. Μετά την κατάκτησιν τω όντι της Ρώμης υπό των Ιταλών και την επικράτησιν των προοδευτικών ιδεών πολλοί Σικελοί καλόγεροι εθεώρησαν πρέπον ν' αποτινάξωσι την κουκούλαν και να νυμφευθώσιν. Έν μόνον βλέμμα επί του ξερασωθέντος ήρκεσε να με πείση ότι έκαμε κάλλιστα να λάβη γυναίκα. Επί ώμων Άτλαντος και λαιμού ταύρου έφερε κεφαλήν, της οποίας αδύνατον ήτο να μη θαυμάση τις την ανθηράν όψιν, την πυκνήν τρίχα, τας ικανάς να χρησιμεύσωσιν ως ρόπαλον εις τον Σαμψώνα σιαγόνας, τα κατακόκκινα χονδρά χείλη και το μακάριον μειδίαμα, το αποκαλύπτον οδόντας ιπποποτάμου. Το μάσημα και τα φιλήματα του πανοσιωτάτου πρέπει να ηκούοντο εις απόστασιν πεντήκοντα τουλάχιστον βημάτων. Ο κ. πρόξενος και εγώ ωμοιάζαμεν πίθηκον παραβαλλόμενοι προς αυτόν. Ουδ' ήτο δυνατόν ν' ανεύρη γυναίκα αξιωτέραν της ιδικής του να εντρυφήση εις τα τοιαύτα αυτού προσόντα. Οι μαύροι οφθαλμοί της εφλογοβόλουν και η κοκκινόξανθος κόμη της έλαμπεν ως χαλκίνη περικεφαλαία. Δεν ήτο όσον εκείνος χονδρή, αλλ' υψηλή, εύσωμος και εύμορφη απ' επάνω έως κάτω. Λέγω δε απ' επάνω έως κάτω ουχί κατά τύχην, αλλά διότι είχεν ανυψώσει ολίγον το φόρεμά της δια να ξηράνη εις την εστίαν τα υποδήματά της, τα κάθυγρα εκ της αιφνιδίας πλημμύρας. Ουδέποτε έτυχε να ζηλεύσω τόσον πολύ εις άλλον άνθρωπον το πλάτος των ώμων του, τους οδόντας του, το πολύ αίμα του, την ευρωστίαν του και την γυναίκα του. Μετ' ολίγον μ' έκαμε να ζηλεύσω και άλλο αυτού προτέρημα, την ευθυμίαν και την κωμικήν δύναμιν, την οποίαν κατώρθωνε να μεταδίδη και εις τα πενθιμώτατα θέματα ομιλίας. Κατά τας ημέρας εκείνας περί ουδενός άλλου εγίνετο λόγος παρά περί της προσφάτου καρατομήσεως του ληστάρχου Ταρτάλια, όστις, αφού εδόξασε την Σικελικήν κλεφτουργιάν, τρέψας πολλάκις εις φυγήν τους καραβινιέρους, είχε δειλιάσει προ του δημίου. ― Αν ήμην εγώ πνευματικός του, είπεν ο προκαλόγηρος, θα κατώρθωνα να τον κάμω ν' αποθάνη παληκαρίσια, με την εφεύρεσιν του μακαρίτου θείου μου Πάτερ Βαρνάβα. Είναι η μόνη ικανή να κάμη και τον δειλότερον κατάδικον ν' αντικρύση χωρίς φόβον την φούρκαν ή την καρμανιόλαν. ― Και εις τί συνίσταται αυτή η εφεύρεσις; ηρώτησα μετά περιεργείας. ― Εις το να μη πιστεύση ο κατάδικος ότι πρόκειται να τον κόψουν ή να τον κρεμάσουν. ― Τούτο, παρετήρησα, φαίνεται κάπως δύσκολον, όταν έχη έμπροσθέν του την μηχανήν και αφού του υπεσχέθη τον παράδεισον ο παπάς. ― Και τίς η ανάγκη, απήντησε, να του υποσχεθή ο παπάς τον παράδεισον και όχι άλλο τι καλλίτερον; ― Αλλά τί καλύτερον από τον παράδεισον ημπορεί να υποσχεθή εις άνθρωπον αγόμενον εις την λαιμητόμον; ― Ημπορεί να του υποσχεθή ότι έχει ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια πριν μεταβή εις τας αιωνίους μονάς. ― Δεν σας εννοώ. ― Πώς δεν με εννοείτε; Δεν προτιμάτε και σεις τα μακαρόνια της γης από τα ωσαννά και τα αλληλούια του ουρανού, ή μήπως δεν προτιμάτε από τους άλλους αγγέλους τας ζωντανάς γυναίκας, όταν μάλιστα ομοιάζουν με την ιδικήν μου και στεγνώνουν τας κνήμας των εις την φωτιάν; Αν μου ειπήτε όχι, δεν θα σας πιστεύσω, διότι την τρώγετε με τα μάτια απ' επάνω έως κάτω, και κάμνετε πολύ καλά, επρόσθεσε μειδιών, διότι αξίζει τον κόπον, κ' εγώ δεν ζηλεύω. Δια να μη φανή παράδοξον το τοιούτον είδος ομιλίας, δεν είναι περιττόν να προσθέσω ότι υπερέβαινε τότε παν όριον των ξερασωμένων καλογήρων η αδιαντροπία και η επίδειξις ασεβείας, ως να ήθελον ν' αποζημιωθώσι δια την πρώην επιβαλλομένην εις αυτούς υπό του επαγγέλματός των συστολήν και υποκρισίαν. Ταύτα όμως δεν εξήγουν και πώς ηδύνατο ο πνευματικός να υποσχεθή εις κατάδικον πολλά έτη και φαγοπότια αντικρύ της λαιμητόμου. Την εύλογον ταύτην απορίαν μου ηυδόκησεν επί τέλους να λύση ο Χρυσοσπάθης διηγούμενος τα εξής: ― Γνωρίζετε βέβαια ότι πριν γείνει μία η Ιταλία, η νήσος μας ήτο παράρτημα του βασιλείου της Νεαπόλεως και ότι εμίσουν οι Σικελοί τους Νεαπολίτας όσον οι Πολωνοί τους Μοσχοβίτας. Και όχι μόνον τους απεστρέφοντο ως αλλοφύλους και τυράννους, αλλά και τους επεριφρόνουν ως ανάνδρους. Κατά την εποχήν λοιπόν όπου το μίσος κατά της Νεαπόλεως ευρίσκετο εις την ακμήν του, ολίγους μήνας μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1848 και τον βομβαρδισμόν της Μεσσίνας, Ναπολιτάνος στρατιώτης της φρουράς του Παλέρμου ονομαζόμενος Σάνδρος έτυχε να μαχαιρώση δι' ερωτικούς λόγους τον λοχίαν του και να καταδικασθή εις θάνατον υπό του στρατοδικείου. Η εκτέλεσις όμως της αποφάσεως επρόσκοπτε κατά της εξής σπουδαίας δυσχερείας, την οποίαν είχαν λησμονήσει να λάβουν υπ' όψιν των οι στρατοδίκαι· ότι την κακήν ιδέαν των Σικελών περί της ανδρείας των στρατιωτών του βασιλέως Φερδινάνδου θα επεκύρωνε και θα εκορύφωνεν η κατά την ημέραν της εκτελέσεως δειλία του καταδίκου. Η αλήθεια είναι ότι ο Ναπολιτάνος δύναται να φανή ανδρείος μόνον όταν είναι θυμωμένος ή μεθυσμένος, όχι όμως και ν' αντικρύση τον θάνατον με ψυχραιμίαν. Την ανησυχίαν ταύτην ηύξανεν η συμπεριφορά του καταδικασθέντος, όστις δεν έπαυε να κλαίη και να οδύρεται εις την φυλακήν του. Βέβαιον λοιπόν εφαίνετο ότι θα κατήσχυνε τον στρατόν της κατοχής αποθνήσκων ανάνδρως. Τούτο όμως ήτο τόσον ασύμφορον την επιούσαν καταστολής επαναστάσεως και την παραμονήν ίσως εκρήξεως άλλης, ώστε οι προϊστάμενοι αυτού εθεώρησαν πρέπον να γράψωσιν εις Νεάπολιν ζητούντες την μετατροπήν εις δεσμά της θανατικής ποινής. Ο βασιλεύς ήτο εύσπλαχνος και ηρέσκετο ν' απονέμη χάριν, επ' αυτού μάλιστα του ικριώματος της αγχόνης, εις πολιτικούς και άλλους καταδίκους, ουδέποτε όμως εχαρίτωσεν εγκληματήσαντα στρατιώτην, θεωρών τούτο ως επιζήμιον εις την πειθαρχίαν. Αντί λοιπόν της ζητηθείσης χάριτος έφθασε μετά τρεις ημέρας εκ Νεαπόλεως η διαταγή να εκτελεσθή η απόφασις ανυπερθέτως. Κατά το διάστημα τούτο είχε κορυφωθή η ανυπομονησία των κατοίκων του Παλέρμου να ίδωσι Ναπολιτάνον στρατιώτην λιποψυχούντα προ του θανάτου, τον οποίον είχον υπομείνει πρό τινων εβδομάδων τόσον ηρωικώς οι Σικελοί πατριώται οι καταδικασθέντες υπό των εκτάκτων δικαστηρίων. Η πεποίθησις των Πανορμιτών επί την ανανδρίαν του καταδίκου ήτο τοιούτη, ώστε δεν εδίσταζαν να στοιχηματίζωσι δέκα τάληρα αντί ενός ότι θα ελιποθύμει επί του τόπου της εκτελέσεως. Ταύτα ήτο επόμενον ν' αυξήσωσιν έτι μάλλον την αμηχανίαν των αρχών. Ο διοικητής συνεκάλει αλλεπάλληλα συμβούλια προς εύρεσιν ενός οιουδήποτε τρόπου προφυλάξεως του στρατού από της επικειμένης δυσφημίας, κατά τα οποία πολλαί και ποικίλαι επροτείνοντο γνώμαι. Οι μεν ήθελον να μεθυσθή ο κατάδικος δι' οίνου της Μαρσάλας ανακατωμένου με ρακήν, πριν οδηγηθή εις τον τόπον της εκτελέσεως, οι δε να τουφεκισθή την νύκτα εις τα υπόγεια του φρουρίου, ενώ άλλοι επρότειναν ν' αναμιχθή κοπανισμένον υαλίον εις το φαγητόν του ή να εγχυθή υδράργυρος εις το αυτίον του ενώ εκοιμάτο.[1] Αλλ' ο μεν λαθραίος τουφεκισμός θ' απεδείκνυε την κυβέρνησιν συμμεριζομένην την περί της ανανδρίας των στρατιωτών της επικρατούσαν γνώμην, η δε ανάμιξις κοπανισμένου υαλίου εις το φαγητόν και η καθ' ύπνους έγχυσις υδραργύρου ήσαν κάπως δυσεφάρμοστοι, δια τον λόγον ότι από τριών ήδη ημερών ο κατάδικος ούτε έτρωγεν ούτε εκοιμάτο. Οι συσκεπτόμενοι έξυαν την κεφαλήν των ματαίως αναζητούντες άλλο τι καλύτερον, ότε επαρουσιάσθη προ αυτών ο θείος μου Πάτερ Βαρνάβας, αναλαμβάνων αντί εκατόν ταλήρων, πληρωτέων μετά την επιτυχίαν, να διαθέση τον κατάδικον ν' αποθάνη αφόβως και γενναίως. Ερωτηθείς δια τίνος τρόπου ήλπιζε να κατορθώση τούτο, ηρκέσθη ν' απαντήση ότι η απόλυτος μυστικότης ήτο απαραίτητος όρος επιτυχίας και ότι ήτο εξ ίσου βέβαιος ότι θα επιτύχει όσον και ότι θα δύση ο ήλιος εις την θάλασσαν μετά μίαν ώραν. Ο Πάτερ Βαρνάβας εφημίζετο ως έξυπνος άνθρωπος. Η φήμη του αύτη, η πεποίθησις μετά της οποίας ωμίλει και προ πάντων η ανικανότης προς εύρεσιν άλλης διεξόδου, έπεισαν το συμβούλιον να δεχθή την πρότασιν του πανοσιωτάτου, υποσχόμενον την ζητηθείσαν αμοιβήν. Ώρα της εκτελέσεως ωρίσθη η δεκάτη της επιούσης και τόπος αυτής η ευρύχωρος παρά την προκυμαίαν πλατεία. Ρίγος και σπασμοί κατέλαβον τον κατάδικον, όταν είδεν εισαγόμενον τον συνήθη πρόδρομον των τουφεκιστών ρασοφόρον. Ούτος, ευθύς άμα έμειναν μόνοι, έσπευσε να προλάβη την επικειμένην λιποθυμίαν του δυστυχούς, λέγων εις αυτόν «μη φοβείσαι, έρχομαι να σε αναγγείλω ότι ο βασιλεύς ηυδόκησε να σου απονείμη χάριν». ― Χάριν! ανέκραξεν ο κατάδικος καταφιλών τας χείρας του καπουκίνου. Λοιπόν δεν θα με τουφεκίσουν; Είσαι βέβαιος περί τούτου; ― Βεβαιότατος. Είδα με τα μάτια μου το διάταγμα με την υπογραφήν του βασιλέως. Η χάρις όμως θα σε δοθή εις τον τόπον της εκτελέσεως. Ενθυμείσαι τους τρεις επαναστάτας, εις τους οποίους εδόθη πέρυσι χάρις επάνω εις την αγχόνην, ενώ ο βρόχος ήτο περασμένος εις τον λαιμόν των; ― Τους ενθυμούμαι. ― Ούτω και σε θα σε οδηγήσουν εις την πλατείαν της προκυμαίας, θα σε τοποθετήσουν αντικρύ εις απόσπασμα δέκα στρατιωτών, θα διαταχθεί πυρ, και τότε μόνον θα λάβης την χάριν. Δεν είχα το δικαίωμα να σου το φανερώσω· αλλά σε το λέγω, διότι ο βασιλεύς δεν θέλει τον θάνατόν σου και ήτο κίνδυνος ν' αποθάνης εις τον δρόμον από την τρομάραν. Θάρρος λοιπόν. Έχεις ακόμα να φας πολλά μακαρόνια, πριν μεταβής εις τον άλλον κόσμον. Η προσλαλιά αύτη ήρκεσε να διαλύση πάντα δισταγμόν και πάντα φόβον του καταδίκου. Ωμοίαζεν άνθρωπον από το στήθος του οποίου θα εσήκωναν βαρύ βράχον. Εδάκρυεν, εγέλα, εζητωκραύγαζε υπέρ του βασιλέως, υπέσχετο λαμπάδας εις όλους τους αγίους και επί τέλους εζήτησε να παρασύρη τον πνευματικόν του να χορεύσουν μαζί μίαν ταραντέλλαν. ― Τί κάμνεις, αθεόφοβε! είπεν ούτος. Λησμονείς ότι εχάθημεν και οι δύο, αν γνωσθή ότι σου εφανέρωσα το μυστικόν; Γονάτισε και εξομολογήσου. Ο κατάδικος εγονάτισεν, είπεν όσα είχε να είπη, έλαβεν άφεσιν αμαρτιών και απεχαιρέτισε τον πανοσιώτατον αποκαλών αυτόν σωτήρα του και υποσχόμενος να θαμβώση την επιούσαν τους θεατάς δια της αφοβίας του προ των τουφεκιστών. Ευθύς μετά την έξοδον του καπουκίνου εισήλθεν ο δεσμοφύλαξ, τον οποίον μεγάλως εξέπληξεν η εύθυμος διάθεσις του πρώην νυχθημερόν οδυρομένου. ― Δεν ηξεύρεις, είπεν εις αυτόν, ότι αύριον εις τας δέκα θα σε τουφεκίσουν; ― Το ηξεύρω πολύ καλά· γεννηθήτω το θέλημα του Θεού. Ηξεύρω όμως ότι έχω το δικαίωμα να ζητήσω να φάγω ό,τι θέλω εις το τελευταίον μου γεύμα. Παράγγειλε να μου φέρουν μίαν μακαρονάδα, ένα ψητόν καπόνι και κρασί των Συρακουσών. Μετά τριήμερον νηστείαν και αγρυπνίαν έφαγεν ως λάμια και απλωθείς έπειτα εις την κλίνην του ερρουχάλισε μακαρίως, μέχρις ού ήλθεν την επιούσαν να τον εξυπνήση ο επί της εκτελέσεως αποσπασματάρχης. Αφού δις εχασμήθη, εζήτησεν ο κατάδικος ως τελευταίας χάριτας ένα καφέ δια ν' αποτινάξη τον ύπνον από τα βλέφαρά του, μίαν ψήκτραν για να καθαρίση την στολήν του, έν γαρούφαλον και την άδειαν να βαδίση με λυτάς χείρας εις τον τόπον της εκτελέσεως. Αφού εβούτηξε δύο παξιμάδια εις τον καφέ του, επλύθη, εκτενίσθη, ανώρθωσεν ως άγκιστρα τους μύστακάς του, επέρασε το γαρούφαλον εις την κομβιοδόχην του κολοβίου του και στρεφόμενος έπειτα προς τον αποσπασματάρχην είπεν εις αυτόν μετά θαυμαστής αταραξίας: «Είμαι έτοιμος, κύριε λοχία». Πάντες οι παριστάμενοι ηπόρουν δια την αιφνιδίαν μεταμόρφωσιν του δειλού κάπωνος εις ανδρικόν πετεινόν και οι πάντες συνέχαιρον δια την έξοχον κατηχητικήν ικανότητα τον θείον μου Βαρνάβαν, όστις εδέχετο μετά της προσηκούσης εις το σχήμα του μετριοφροσύνης τα συγχαρητήρια. Αν και ήτο χειμών κατά το ημερολόγιον, ο καιρός ήτο εαρινός, ο ουρανός ανέφελος, η αύρα χλιαρά και εμοσχοβόλουν αι πορτοκαλέαι. Κανείς άλλος τόπος δεν έχει ζεστάς ημέρας τον χειμώνα πλην της Σικελίας. ― Και της Ελλάδος, διέκοψα εγώ. ― Έχετε δίκαιον, απήντησεν ο προκαλόγηρος. Ελησμόνουν ότι η μικρή σας Ελλάς ήτο πριν επαρχία της Μεγάλης και είχε πρωτεύουσαν τας Συρακούσας και βασιλέα τον Χαρώνδαν. ― Ταύτα, απήντησα γελών, είναι δεκτικά συζητήσεως. Αλλά τελειώσατε, παρακαλώ, την ιστορίαν σας. ― Έλεγα λοιπόν ότι ο καιρός ήτο ωραίος. Τα εργαστήρια είχον κλεισθή και όλοι οι Πανορμίται, άνδρες και γυναικόπαιδα, είχον σωρευθή εις τον δρόμον, τα παράθυρα, τους εξώστας και τας στέγας των χαμηλών οικιών, περιμένοντες την διάβασιν του καταδίκου. Οι κυβερνητικοί διέδιδαν ότι ούτος είχεν ανδρειωθεί και θ' απέθνησκεν ως γενναίος στρατιώτης, οι δε Σικελοί επέμειναν να στοιχηματίζωσι δέκα προς έν ότι θ' απέθνησκεν ως Ναπολιτάνος. Δεν εβράδυναν όμως να πεισθώσιν ότι δεν ήξιζε τίποτε το στοίχημά των. Αντί να σύρεται ως μόσχος εις την σφαγήν, ο κατάδικος εβάδιζεν εν μέσω των μελλόντων να τον τουφεκίσωσι στρατιωτών γαλήνιος και μεγαλοπρεπής ως θεός του Ολύμπου. Οσάκις συνήντα γνωρίμους του καθ' οδόν έτεινε εις αυτούς την χείρα και εις τα συλλυπητήρια και τας ενθαρρύνσεις αυτών απήντα δια καταλλήλου ρητού της προς χρήσιν του στρατού χρηστομαθείας του Σοαβίου: «Ο δίκαιος δεν φοβείται τον θάνατον»· «Ο άνθρωπος είναι παροδίτης της γης»· «Ο θάνατος είναι μετάβασις εις την αθανασίαν», ή άλλου τοιούτου και ευθύς έπειτα ετάχυνε το βήμα, ως θέλων ν' ανακτήση τον απολεσθέντα χρόνον. Οι Ναπολιτάνοι εθριάμβευον και επευφήμουν και οι Σικελοί έκλιναν δυσθύμως προς τα κάτω την κεφαλήν. Προ της θύρας οινοπωλείου δύο συστρατιώται του, ορθοί επί σκαμνίων, τον επροσκάλεσαν να πίη έν τελευταίον ποτήριον οίνου μετ' αυτών. Δεχθείς προθύμως την πρόσκλησιν ύψωσε το ποτήριον ανακράζων: «Εις την υγείαν της Α. Μεγαλειότητος του ενδόξου και αγαθού ημών βασιλέως Φερδινάνδου. Ο Θεός να τον ευλογή και να τον πολυχρονίζη». Την φοράν ταύτην επευφήμησαν τον κατάδικον πλην των Ναπολιτάνων και πολλοί εκ των Σικελών, εις δε τους λοιπούς μία μόνη απέμενεν ελπίς, ότι το ασύνηθες τούτο θάρρος ήτο προϊόν μιας οπωσδήποτε τεχνητής διεγέρσεως και θα εξέλειπεν επί του τόπου της εκτελέσεως. Η ελπίς αύτη θα επραγματοποιείτο ίσως αν δεν είχε προνοήσει ο θείος μου Βαρνάβας να παρευρεθή εκεί δια να τον ενθαρρύνη δια νεύματος και της επιδείξεως της άκρας χαρτίου, το οποίον δεν ηδύνατο να είναι άλλο παρά η υποσχεθείσα χάρις. Ο κατάδικος ουδέν απολέσας της αταραξίας του, υπήγε να τοποθετηθή αυθορμήτως αντικρύ των τουφεκιστών εις την κανονισμένην απόστασιν δέκα βημάτων, απωθήσας τον προσελθόντα να περιδέση κατά το σύνηθες τους οφθαλμούς του δια μαντυλίου δεκανέα. Οι στρατιώται ηύθυναν ήδη κατά του στήθους του τα όπλα αναμένοντες το τελευταίον πρόσταγμα, ότε αντήχησαν εκ διαφόρων συγχρόνως ομίλων φωναί: «Δεν μας αποχαιρετάς, Σάνδρε;» Το αποχαιρέτημα τούτο είναι εις τον τόπον μας δικαίωμα του καταδίκου και σχεδόν καθήκον επιβαλλόμενον εις αυτόν υπό της παραδόσεως. Άλλος το προετοιμάζει και άλλος το αυτοσχεδιάζει, άλλος λέγει πολλά και άλλος ολίγα, έκαστος κατά τον βαθμόν της ρητορικής του ικανότητος, όλοι όμως προσπαθούν να είπουν κάτι δια να μη υποτεθή ότι εβούβανεν αυτούς ο φόβος. Ο Σάνδρος δεν ήτο ρήτωρ, ήτο όμως αρκετά καλός τενόρος. Μη ευρίσκων τί να είπη αξιομνημόνευτον ανέμελψεν αντί προσλαλιάς το άσμα των 'Μασναδιέρων' του Βέρδι: Tra - la, Trala lala, n'andremo d'un salto nel mondo di la. Ήτοι: θα πάγω μ' έvα πήδημα ίσια στοv άλλον κόσμοv! Το κύκνειον τούτο άσμα ήτο βεβαίως επίκαιρον, η φωνή του καταδίκου ωραία και η αφοβία, μεθ' ης ητοιμάζετο να πηδήση εις τον άλλον κόσμον, αληθώς πρωτοφανής. Ευλόγως λοιπόν εξερράγη το πλήθος εις επευφημίας και χειροκροτήματα, οίων ουδέποτε ηξιώθησαν εις το θέατρον ούτε ο Ρόπας, ούτε ο Μάριος, ούτε ο Φασκίνης, ουδ' αυτή ίσως η Μαλιβράν. Ταύτα αντήχουν ακόμη, ότε ύψωσε το ξίφος ο έχων το πρόσταγμα αξιωματικός, ήστραψαν τα τουφέκια και δέκα σφαίραι ετρύπησαν το στήθος του καταδίκου. Ο θάνατος επήλθεν τόσον ακαριαίος, ώστε δεν επρόφθασε να εξαλείψη το διαστέλλον τα χείλη του μειδίαμα ευδαίμονος αυταρεσκείας. Ειπέτε μου τώρα, παρακαλώ, αν πιστεύετε ότι ηδύνατο ο θείος μου Βαρνάβας να κάμη τον άνθρωπον εκείνον ν' αποθάνη τόσον ευχαριστημένος και ν' αφίση μνήμην ήρωος, αν του ωμίλει περί της ευσπλαγχνίας του Θεού και της μακαριότητος του Παραδείσου, αντί να του υποσχεθή ότι είχεν ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια; ― Ομολογώ ότι το πράγμα επιδέχεται αμφισβήτησιν. Δεν εννοώ όμως πώς ο μακαρίτης θείος σας απεδέχετο να δοξάζη παρ' αξίαν ως ήρωας τους εχθρούς της πατρίδος του Ναπολιτάνους; ― Δεν το εννοείτε διότι δεν γνωρίζετε, ως φαίνεται, ότι οι Φράγκοι ρασοφόροι δεν έχουν άλλην πατρίδα πλην της Εκκλησίας, ουδ' άλλον αρχηγόν πλην του Πάπα. Έπειτα ο θείος μου ήτο, ως σας είπα, έξυπνος άνθρωπος και είχε στοιχηματίσει κ' εκείνος πολλά ότι θ' απέθνησκεν ο κατάδικος γενναίως. Η βροχή είχε παύσει και το ανδρόγυνον ηγέρθη να μας αποχαιρετήση. Εξερχόμενος με επροσκάλεσεν ο προκαλόγηρος να υπάγω να ίδω την συλλογήν του Σικελικών αρχαιοτήτων, και την πρόσκλησιν ταύτην επεκύρωσεν η κυρία του δι' ενός προσηνεστάτου arivederci. Εκατοίκουν το πρώτον πάτωμα μικράς οικίας εις την άκραν της οδού Γαριβάλδη. Επί της κοσμούσης την θύραν χαλκίνης πλακός ανεγινώσκετο υπό το όνομα του ενοίκου ο τίτλος 'αρχαιολόγος' (antiquario), σημαίνων εν Σικελία 'πωλητής αρχαιοτήτων'. Η δεξίωσις υπήρξε φιλοφρονεστάτη. Η οικοδέσποινα ευηρεστήθη να μου προσφέρη καφέ και να με θαμβώση και πάλιν με την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών και της χρυσής της κόμης, ο δε ξερασωμένος αρχαιολόγος, αφού μοι παρεχώρησεν αντί εκατό μόνον φράγκων δύο 'σπάνια' νομίσματα των Συρακουσών, ηυδόκησε να με πληροφορήση ότι, αν πλην των οφθαλμών και της κόμης επεθύμουν να μεταΐδω και τας κνήμας της κυρίας του, ηδυνάμην ν' απολαύσω την ευχαρίστησιν ταύτην μεταβαίνων το εσπέρας εις το θέατρον Vittorio Emmanuele, όπου ήτο δευτέρα χορεύτρια. Όπως οι καλόγηροι, ούτω είχαν αρχίσει να υπανδρεύωνται εις την Σικελίαν και αι χορεύτριαι. Εμμανουήλ Ροΐδης (1836 - 1904) Ο Ροΐδης γεννήθηκε στη Σύρο το 1836 αλλά μεγάλωσε στη Γένοβα ακολουθώντας στις μετακινήσεις του τον έμπορο πατέρα του. Σπούδασε φιλοσοφία στη Γερμανία και μετά το τέλος των σπουδών του εγκαθίσταται στην Αθήνα. Εξακολουθεί να ασχολείται με τις οικογενειακές επιχειρήσεις αλλά τον κερδίζει το γράψιμο και η δημοσιογραφία. Άσκησε μέσα από τις στήλες του έντονη κριτική σε όλο το φάσμα της πολιτικής , κοινωνικής και πνευματικής ζωής της πατρίδας μας του 19ου αιώνα , με ένα λόγο καυστικό, πνευματώδη, σατυρικό γεμάτο χιούμορ και σαρκασμό. Το ύφος του ήταν πρωτότυπο ξεχωριστό και ο ίδιος ξεχωριστός. Τρομερός αφηγητής, έγραφε σε μια ιδιαίτερη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα δουλεμένη και εξυψωμένη σε ένα γλωσσικό εργαλείο γεμάτο δύναμη και λεπτές αποχρώσεις ενώ με τον λόγο του, τις απόψεις του, τις στήλες του ήταν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της επικράτησης της δημοτικής σαν επίσημης γλώσσας. Το 1866 εκδίδει το μυθιστόρημα του "Πάπισσα Ιωάννα" που τον κάνει γνωστό παγκόσμια και τον κατατάσσει στους σημαντικότερους Έλληνες πεζογράφους. Το έργο είναι μια σάτιρα της καθολικής εκκλησίας του μεσαίωνα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, χαρίζοντας φήμη στον Ροίδη αλλά και έγινε αιτία αφορισμού του από την ελληνική εκκλησία, κάτι που μάλλον αύξησε το ενδιαφέρον του κοινού. Ο Ροΐδης πνεύμα ασυμβίβαστο και σπινθηροβόλο κατάφερε με το μοναδικό του ύφος να καθιερωθεί στα ελληνικά γράμματα και να αποτελέσει τον προάγγελο των μεγάλων έργων της ελληνικής πεζογραφίας του 20ου αιώνα Το 1875 ίδρυσε την δική του πολιτική εφημερίδα με τον τίτλο "Ασμοδαίος", που με σατυρικό πάντα ύφος δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Διετέλεσε και έφορος στην Εθνική μας βιβλιοθήκη για ένα διάστημα. Πέθανε το 1904. Έργα του: Πάπισσα Ιωάννα Ιστορία ενός σκύλου Ιστορία μιας γάτας Ιστορία ενός αλόγου Ψυχολογία Συριανού συζύγου Η μηλιά Το παράπονο ενός νεκροθάπτου ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ Κωνσταντίνος Χατζόπουλος Φθινόπωρο διήγημα, 1917 Η γιαγιά ήταν ορθή στη σκάλα όταν χτύπησε το κουδούνι της αυλόπορτας. - Είναι η κυρία Κατίγκω, είπε μέσα η υπηρέτρια. Η κυρία Αγλαΐα, που ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, έκαμε κίνημα και ψιθύρισε: - Έλα, τελείωνε γρήγορα. Η υπηρέτρια γύρισε και την κοίταξε: ξαπλωμένη πάντα έβλεπε προς το παράθυρο. - Ήρθε η Ευανθία; ακούστηκε από κάτω η φωνή της κυρίας Κατίγκως. - Έλα απάνω, είπε η γιαγιά. - Έλα απάνω, φώναξε κι ο παπαγάλος που λιαζόταν στο μπαλκόνι. Η κυρία Κατίγκω προχώρησε ένα βήμα και ξαναρώτησε: - Ήρθε αλήθεια; Στο παράθυρο παρουσιάστηκε η λευκή όψη του παππού σαν προσωπίδα κρεμασμένη πίσω από το τζάμι με τα μάτια ασάλευτα. Η κυρία Κατίγκω που είχε κάμει άλλο ένα βήμα προς τη σκάλα, σταμάτησε και γύρισε γοργά το πρόσωπο. - Έλα απάνω, ξαναμίλησε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξαναπροχώρησε· η όψη του παππού παρουσιάστηκε στο άλλο παράθυρο. Η κυρία Κατίγκω έπιασε το κλαδί μιας ροδοδάφνης που ήταν εμπρός στη σκάλα· όπως το έπιασε το μάδησε. Μέσα η κυρία Αγλαΐα άκουσε τις παντούφλες της γιαγιάς που σύρθηκαν. - Ποιος είναι μέσα; ρώτησε η κυρία Κατίγκω. Η γιαγιά είχε κατεβεί τη μισή σκάλα. - Ποιος είναι μέσα; είπε σιγότερα η κυρία Κατίγκω και κοκκίνισε. Είχε ανεβεί κι αυτή δυο σκαλοπάτια. - Τι στέκεσαι; είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξανακοκκίνισε. Τα μάτια του παππού σα να τρυπούσαν πίσω της το τζάμι. Πήδησε τα σκαλιά, έδωσε το χέρι της γιαγιάς και ανέβηκαν μαζί τη σκάλα. Η υπηρέτρια έτρεξε στην πόρτα. - Μέσα η κυρία ησύχασε, είπε φωναχτά. Η κυρία Κατίγκω γύρισε στη γιαγιά. Η γιαγιά δεν της άφησε το χέρι. - Έλα, έλα, είπε και την έσυρε κοντά της μέσα. Πέρασαν στην τραπεζαρία. Η Ευανθία έτρεξε στην πόρτα, και η κυρία Κατίγκω την άρπαξε στην αγκαλιά: - Να σε χαρώ! - Δες την πως έγινε, είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω έκλαιε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο. - Η μητέρα σου, είπε σιγά κι άφησε το κέντημά της στο κάθισμα. Έπειτα σηκώθηκε και ήρθε κ’ έδωσε το χέρι στην κυρία Κατίγκω: - Μαμά, καλημέρα. Η κυρία Κατίγκω τη φίλησε. Ο Στέφανος δεν κινήθηκε από το παράθυρο, όπου ήταν καθισμένος. - Πώς έγινε! ξαναείπε η γιαγιά. Ο Στέφανος της ένεψε: - Έλα γιαγιά. Κ’ έδειξε ένα κάθισμα κοντά του. Η κυρία Κατίγκω ξαναγκάλιασε την Ευανθία. - Χρυσή μου! Η Ευανθία έσκυψε στο στήθος της. - Με θυμόσουνα ποτέ;… Έτσι σας έσφιγγα --- Και η κυρία Κατίγκω χάδευε τα μαλλιά της Ευανθίας κ’ εξακολούθησε να κλαίει: - Τις δυο. Και δείχνοντας το Στέφανο: - Και κείνος κοίταζε. - Μητέρα, έλα τώρα, ένεψε με το χέρι ο Στέφανος· μα η γιαγιά ήρθε κοντά του. - Άσ’ την , του ψιθύρισε. Η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι, και η ματιά της απαντήθηκε με τη ματιά του Στέφανου. Η Μαρίκα ήρθε και κάθισε κοντά του και ξαναέπιασε το κέντημα. Ένα φύσημα φούσκωσε την κουρτίνα στο παράθυρο. Η Μαρίκα έβηξε ελαφρά. - Να κλείσω; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, ένεψε η Μαρίκα. Η γιαγιά έκαμε να έρθει κοντά της. - Μα γιαγιά! τη σταμάτησε η Μαρίκα, και η γιαγιά τέντωσε το αφτί· πάλι με τις παντούφλες! δε μου το έταξες; - Καλά, καλά, ψιθύρισε η γιαγιά. Η Ευανθία ξανακοίταξε, κι ο Στέφανος γύρισε προς το παράθυρο. - Έλα γιαγιά, είπε έπειτα· μα η γιαγιά πήγε στην Ευανθία. Έξω, εμπρός στο παράθυρο μια λεύκα σιγοκινούσε τα φύλλα της κοκκινισμένα. Τα πεύκα πλάι ίσκιωναν την αυλή βαριά. Η βρύση τριγυρισμένη από κισσό, έσταζε αργά στην πέτρινη λεκάνη, όπου βουτούσανε δυο πάπιες. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έριξε κάτω μια ματιά. Έπειτα κοίταξε πάλι τον ουρανό, όπου ο ήλιος πολεμούσε ν’ ανοίξει δρόμο μέσα σε σύννεφα σταχτιά, που ξέκοβαν και σκόρπιζαν κουρελιασμένα από την κορυφή του αντικρινού ορθόβραχου βουνού. Καθώς ο Στέφανος ακούμπησε το χέρι στο τζαμόφυλλο και τι κίνησε, ο ήλιος χτύπησε στο τζάμι· η αντιφεγγιά έπεσε στην όψη της Μαρίκας κ’ έπαιξε και απλώθηκε στο πάτωμα. Η Μαρίκα έκλεισε τα μάτια. - Στέφανε! φώναξε η κυρία Κατίγκω. - Γείρε το, ψιθύρισε η Μαρίκα. Καθώς έστρεψε πάλι ο Στέφανος, το τζάμι ξανακινήθηκε και ο Στέφανος μόλις πρόφτασε να δη που έσβηνε η αντηλιά στα πόδια της Ευανθίας. - Τι; ρώτησε. - Το τζάμι. Ο Στέφανος έκαμε να το κλείσει. - Ξεχασμένος είσαι, είπε η Μαρίκα· τι έβλεπες; Ο Στέφανος δεν της απάντησε· την κοίταξε σα να μην είχε ακούσει. Η Ευανθία και η κυρία Κατίγκω απέναντι μιλούσαν τώρα και γελούσαν. Η Μαρίκα κεντούσε σιωπηλή. - Στέφανε! γύρισε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε. -Πως θα χαρεί ο πατέρας σου! - Ναι, κι ο παππούς πως χάρηκε! είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε ελαφρά. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, χάρηκε, είπε ξανά η γιαγιά. Η Μαρίκα έσκυψε πάλι στο κέντημα, και η κυρία Κατίγκω ξαναέπιασε το χέρι της Ευανθίας: - Δεν την ξαναφήνομε να φύγει, ε νονά; - Ναι, έκαμε να πει η γιαγιά, μα η Μαρίκα έβηξε και η κυρία Κατίγκω γύρισε κείθε: - Στέφανε, κλείσε! φώναξε. - Μα δε φυσά, μαμά, είπε η Μαρίκα. - Σήκω απ’ αυτού, της φώναξε η γιαγιά. - Έλα κάθισε δω, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία τραβήχτηκε να κάμει θέση στον καναπέ, η Μαρίκα όμως κάθισε στο σκαμνάκι που ήταν εμπρός στα πόδια της κυρίας Κατίγκως. Κάθισε κ’ έσκυψε πάλι στο κέντημα. Και σώπασαν. - Τι κεντάς; τη ρώτησε έπειτα η κυρία Κατίγκω. - Μια μάρκα. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε να δη. - Ωραία είναι, είπε· αλλά όπως σήκωσε πάλι τα μάτια, φώναξε έξαφνα: - Μα Στέφανε! Ο Στέφανος γύρισε· η γιαγιά που είχε σηκωθεί σταμάτησε στην πόρτα. - Καπνίζεις---; Κλείσε! ξαναφώναξε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε άλλη μια στιγμή· έπειτα πέταξε το τσιγάρο κ’ έκλεισε το τζάμι. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα. - Φυσά λιγάκι, ο καιρός κρύωσε, είπε η Ευανθία. - Θα είχατε αέρα στο βαπόρι, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, που είχε στρέψει προς το παράθυρο, είδε πως ο Στέφανος είχε τα μάτια απάνω της· και μια στιγμή δεν απάντησε. - Τι, θεία Κατίγκω; είπε ύστερα. Η Μαρίκα την κοίταξε: - Ρώτησε αν είχατε αέρα στο βαπόρι. - Όχι πολύ, είπε η Ευανθία και σώπασε. Η γιαγιά που είχε βγει ήρθε πάλι. - Μαρίκα, μίλησε. Η Μαρίκα κοίταξε. - Σε θέλει μέσα, της ψιθύρισε η γιαγιά. - Η γιαγιά δεν ησυχάζει, είπε η Ευανθία. - Τι; τέντωσε τ’ αφτί η γιαγιά. - Σήμερα μαγείρεψες μονάχη, είπε δυνατότερα η Ευανθία. - Ναι, μαγείρεψα, είπε η γιαγιά κ’ έμεινε κοιτάζοντας την πόρτα που η Μαρίκα έφυγε - - Ήσουν μέσα; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα ξαπλωμένη πάντα στον καναπέ. Η Μαρίκα στάθηκε ορθή μπροστά της. - Ναι, απάντησε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε. Είδε σουφρωμένα τα φρύδια της και πρόσεξε πως στα μάγουλά της πάλευαν να σβήσουν τα ελαφρά κοκκινωπά τους στίγματα. Την κοίταξε μια στιγμή κ’ έπειτα: - Ποιος άλλος είναι; ρώτησε. - Ο Στέφανος, απάντησε η Μαρίκα. - Άλλος, ρωτώ. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια. - Το ξέρεις, είπε. - Ναι, όμως πρόσεξε μη μου τη φέρουν μέσα. Η Μαρίκα την ξανακοίταξε. Έπειτα αφού κοίταξε κάτω άλλη μια στιγμή, έκαμε ένα βήμα προς τον καναπέ, σαν αρπαγμένη από έξαφνο αίσθημα. - Γιατί όλα αυτά, μαμά; γιατί; δοκίμασε να πει, ένα όμως νεύμα της κυρίας Αγλαΐας τη σταμάτησε. Έμεινε ορθή και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα χωρίς να κινηθεί: - Πήγαινε και πρόσεξε μη μου τη φέρουν· αυτό σε ήθελα, ψιθύρισε και γύρισε τα μάτια αλλού. Η Μαρίκα ήρθε πάλι στην τραπεζαρία. Η κυρία Κατίγκω και η γιαγιά σκυφτές, μιλούσαν ψιθυριστά χείλη με χείλη. Ο Στέφανος είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε, η Ευανθία στεκόταν κοντά στο ξανανοιγμένο παράθυρο. Μια αντηλιά έπαιζε τριγύρω στα μαλλιά της. Η Μαρίκα σταμάτησε στην πόρτα. Χωρίς να θέλει γύρισε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της κονσόλας. Τα κόκκινα στίγματα είχαν απλωθεί από τα μήλα σ’ όλο το μάγουλο· στα άχρωμα χείλη της είδε λευκότερα σημάδια, σα να τα δάγκασε. Ο Στέφανος φύσηξε τον καπνό προς το παράθυρο έξω. Η Ευανθία τον κοίταξε. Πίσω της σάλευε τα φύλλα η λεύκα, στον ουρανό άπλωναν τα σύννεφα σα μαδημένα. Ο στέφανος ξανακάπνισε, η Ευανθία τον πλησίασε και είπε: - Και συ κοίταζες. Ο Στέφανος δε μίλησε. Ξαναφύσηξε τον καπνό, κι ο καπνός σκόρπισε ωχρογάλανος γύρω στο πρόσωπο της Ευανθίας· έπειτα χρωματίστηκε μενεξεδένιος κ’ έσβησε σταχτοκίτρινος, πρασινωπός. Η Μαρίκα έκαμε να ξανακαθίσει στο σκαμνάκι. - Ναι, ναι, νονά, είπε η κυρία Κατίγκω, σα να έκλεινε την ομιλία. Η γιαγιά είδε τη Μαρίκα. - Τι ήθελε; τη ρώτησε. - Τίποτε, είπε η Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε χωρίς να θέλει. - Μα, γιαγιά, πήγαινε ντύσου· θα έρθει έξαφνα κανένας, είπε σιγά η Μαρίκα. - Μαρίκα! φώναξε την ίδια ώρα η Ευανθία από το παράθυρο. Η Μαρίκα πήγε. - Για δες· δεν έχει αλλάξει κάτι εδώ; - Το σπίτι εκεί· χτίστηκε τώρα, είπε η Μαρίκα. - Α, ναι, φαινόταν ο γιαλός. - Και η εκκλησίτσα. - Με τα δυο πευκάκια. - Και τα κυπαρίσσια, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία σώπασε. Και η Μαρίκα, ενώ ο Στέφανος την κοίταζε: - Θα πάμε να την ανοίξομε. Ε, δε θα την ανοίξομε, γιαγιά; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Την εκκλησίτσα. Μα η Μάρθα στάθηκε μπρος στο παράθυρο, και η κυρία Κατίγκω φώναξε: - Μα, Στέφανε! Η γιαγιά άπλωσε τα χέρια. Ο Στέφανος σηκώθηκε, η Μαρίκα όμως τον κράτησε. Και η Ευανθία, τραβώντας τη κοντά της: - Μαρίκα, φώναξε, θυμάσαι τη γριά με τις κατσίκες; Η Μαρίκα δε μίλησε. Ο Στέφανος έκλεισε πίσω το παράθυρο. - Και το βράχο στο ακρογιάλι; - Που ανέβαινες και φώναζες, είπε η Μαρίκα. - Και βούιζε η θάλασσα. - Η σπηλιά βούιζε. - Ναι, η σπηλιά. - Και τη φοβόσουν. - Τη γριά φοβόμουνα με τις κατσίκες, είπε η Ευανθία, και ο Στέφανος που ήρθε κοντά, ψιθύρισε: - Που δε σαλεύαν. - Ναι, δε σαλεύανε και τους πετούσα πέτρες για να σαλέψουν· και τότε έβγαινε η γριά και μου έδειχνε τα γούλια της με το μακρύ δόντι που έφτανε ως κάτω απ’ το πηγούνι. Μια μέρα με κυνήγησε, κ’ έτρεξα σπίτι -- - Ξυπόλυτη; είπε η Μαρίκα. - Ναι, κ’ η μαμά σου μ’ έδειρε. Η Μαρίκα σα να κοκκίνισε, και η Ευανθία καθώς την κοίταζε η γιαγιά, φώναξε: - Γιαγιά, θυμάσαι; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Που μ’ έδειρες. - Τρελή, είπε η γιαγιά, και η Ευανθία γυρνώντας στην κυρία Κατίγκω: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. - Θεία Κατίγκω, ξαναφώναξε η Ευανθία, θυμάσαι που μ’ έδερνε η γιαγιά; - Τρελή, ψιθύρισε πάλι η γιαγιά κ’ έκαμε να τη χαδέψει καθώς ήρθε και στάθηκε μπροστά της. - Πώς της πηγαίνουνε τα πράσινα! είπε η κυρία Κατίγκω σιγά στο Στέφανο, που είχε έρθει και κάθισε στο πλάι της. - Ναι, της πηγαίνουν, είπε η Μαρίκα που στεκόταν από πίσω ορθή· και κοίταξε το Στέφανο. Μα όταν ο Στέφανος πήγε κοντά της και την είδε πως ήταν ανήσυχη: - Με κάνει νευρική, του είπε καθώς της έπιασε το χέρι. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η γιαγιά. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Που κάθεται με τις παντούφλες, είπε ξανά η Μαρίκα. Ο Στέφανος την έπιασε από τη μέση και βημάτισαν μαζί στην κάμαρα. Η Ευανθία στεκόταν στο παράθυρο με τη γιαγιά· ο Στέφανος είδε πως η κυρία Κατίγκω την κοίταζε σαν ξεχασμένη. - Στενοχωρήθηκες· θες να καπνίσεις; του είπε η Μαρίκα που πρόσεξε πως είχε ξεχαστεί κι αυτός. - Όχι, απάντησε ο Στέφανος και της ξαναέπιασε τη μέση. Περπάτησαν πάλι, όμως δίχως να μιλήσουν. Εκεί είδαν την Ευανθία που πήγε πάλι στην κυρία Κατίγκω, και ο Στέφανος πρόσεξε πως τον κοίταζαν και οι δυο, η κυρία Κατίγκω σα λησμονημένη πάντα. Έπειτα άκουσαν πως κάτι ψιθύρισε η γιαγιά· και γύρισαν. - Ναι, ναι, είπε η γιαγιά, σα να μιλούσε μόνη της· και στάθηκαν και την κοίταζαν. Μα η Ευανθία πετάχτηκε έξαφνα κ’ έπιασε από τη μέση τη γιαγιά: - Να σε χορέψω; - Τρελή! είπε και την έσπρωξε η γιαγιά, και η Ευανθία στάθηκε κ’ έβλεπε γελώντας τη Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, μα ο Στέφανος σα να μην πρόσεχε. ΄Επειτα στρέφοντας προς τη γιαγιά: - Αλλά, γιαγιά, έκαμε να πει, μα ο Στέφανος την τράβηξε προς το παράθυρο. Στάθηκαν και κοιτάζαν έξω. Η Ευανθία πήρε τη γιαγιά και κάθισαν στο πλάι της κυρίας Κατίγκως, η Ευανθία στο σκαμνάκι εμπρός στα πόδια της. Ο Στέφανος και η Μαρίκα γυρίζοντας την είδαν που έπιασε το χέρι της: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε, σα να ξυπνούσε, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! - Τι παιδί μου; - Τραγούδησέ μας. - Μα Ευανθία, είπε η Μαρίκα από αντικρύ, όμως η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω την έβλεπε σα να μην ένιωθε, η Ευανθία ψιθύρισε: - Στη φυσαρμόνικα, ένα τραγούδι. - Μα Ευανθία, είπε πάλι η Μαρίκα· η Ευανθία όμως έφερε τη φυσαρμόνικα και παρακάλεσε ξανά; - Θεία Κατίγκω! - Όχι χρυσή μου, δεν μπορώ, δοκίμασε να πη η κυρία Κατίγκω, μα η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Και η γιαγιά που έβλεπε την Ευανθία, είπε κι αυτή: - Έλα Κατίγκω. Η Μαρίκα κοίταξε τη γιαγιά κ’ έπειτα το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος ψιθύρισε: - Έλα, μητέρα. Η Μαρίκα έκαμε κίνημα,. αλλά η κυρία Κατίγκω είχε πάρει τη φυσαρμόνικα. - Δεν μπορώ, ξαναείπε σιγαλά. Ανέβασε όμως το βέλο της πιο απάνω και φάνηκε αποκάτω μελαψό, αφτιασίδωτο το μέτωπο. Η Μαρίκα γύρισε τα μάτια αλλού, ενώ η κυρία Κατίγκω έφερνε τα δάχτυλα στα κόκκαλα της φυσαρμόνικας. Τα κίνησε σ’ αυτά, σα να δοκίμαζε. Αλλά σταμάτησε μεμιάς· σταμάτησε και κοίταζε μπροστά της. - Σα φύλλο, της είπε η Ευανθία σιγά, καθώς σταμάτησε. Μα η κυρία Κατίγκω την κοίταξε μονάχα, σα να μην άκουσε. Έπειτα έριξε τα μάτια της πάλι μπροστά, ίσια στο Στέφανο, και βλέποντας χαμένα εκεί έπαιξε και τραγούδησε: Τα μάτια σου κλαίνε, Λενίτσα Λενιώ…. τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Ο Στέφανος έκαμε κίνημα, αλλά η κυρία Κατίγκω εξακολούθησε: Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά, αχ άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. Η φωνή της κυρίας Κατίγκως έτρεμε· τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Ο Στέφανος της άρπαξε τη φυσαρμόνικα. Η Μαρίκα είχε γυρίσει και κοίταζε την Ευανθία, η κυρία Κατίγκω σκέπασε τα μάτια με τα χέρια. - Κατίγκω! Κατίγκω! είπε η γιαγιά. - Το ξέρατε, ψιθύρισε η Μαρίκα. Η γιαγιά της έριξε μια άφωνη ματιά. - Αχ ναι, είπε σιγά έπειτα κ’ έφυγε συρτά…. Έξω πύκνωσαν και χαμήλωσαν τα σύννεφα και η κάμαρα σκοτείνιασε. - Θα βρέξει, είπε η Ευανθία ορθή εμπρός στο παράθυρο. Η Μαρίκα την κοίταξε. Από κάτω ακούστηκαν οι πάπιες που χτυπούσαν τα φτερά τους, και η Ευανθία έσκυψε στο τζάμι. Η κυρία Κατίγκω κατέβασε πάλι το βέλο της. - Στέφανε, θα μείνεις; είπε και σηκώθηκε. - Να έρθω μαζί; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα γύρισε και τον κοίταξε. - Όχι, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θεία Κατίγκω, φεύγεις κιόλα; φώναξε η Ευανθία που γύρισε από το παράθυρο και την είδε που έσιαζε στον καθρέφτη το καπέλο της. - Μαμά, μείνε λιγάκι, είπε και η Μαρίκα. - Πρέπει να πάω, απάντησε η κυρία Κατίγκω· θα έρθω άλλη μέρα, γύρισε στην Ευανθία που την πλησίασε. - Αν δεν έρθεις πριν εσύ, είπε σιγαλότερα και ακούμπησε το χέρι απάνω της. Η Ευανθία την κοίταξε. - Περιμένεις μια στιγμή; τη ρώτησε γοργά και πήδησε στην πόρτα. Η κυρία Κατίγκω έκαμε να στρέψει πάλι μέσα, μα καθώς έστρεψε, κινήθηκε στο πλάι η άλλη πόρτα και μέσα από το άνοιγμα είδε δυο μάτια καρφωμένα απάνω της. Μια στιγμή σα να καρφώθηκε κι αυτή στη θέση της. Μα αμέσως, χωρίς να το αισθανθεί: - Στέφανε! έβγαλε φωνή. - Πάμε! του ξαναφώναξε, όπως έστρεψε ο Στέφανος και κοίταξε. - Αλλά… δεν είπες; θέλησε να ψιθυρίσει ο Στέφανος. - Όχι, όχι, πάμε, ένεψε γοργά η κυρία Κατίγκω κ’ έφυγε. Καθώς περνούσε στο διάδρομο, η πόρτα της κυρίας Αγλαΐας έκλεισε δυνατά μπροστά της, σαν επίτηδες. Και η υπηρέτρια ορθή έξω από την πόρτα εκεί, την κοίταζε… Η Μαρίκα συνόδεψε το Στέφανο στο διάδρομο. Η Ευανθία ήρθε τρεχάτη μ’ ένα δεματάκι. - Έφυγαν; είπε ρίχνοντας ματιά στην άδεια κάμαρα. Η Μαρίκα την κοίταξε μονάχα· και στρέφοντας και πάλι μέσα είδε στην άλλη πόρτα την όψη του παππού σα σφηνωμένη μέσα στο άνοιγμα. Κ’ έμεινε και την κοίταζε. Η κυρία Κατίγκω περίμενε το Στέφανο έξω στο δρόμο. - Μα, μητέρα, τι έπαθες; ρώτησε ο Στέφανος. - Τίποτε, είπε βιαστικά η κυρία Κατίγκω. - Τίποτε, πάμε, ξαναείπε και του έπιασε το χέρι. Άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταλαματιές, και τάχυναν το βήμα. Αραιοί διαβάτες περνούσαν γρήγορα χωρίς να χαιρετήσουν. Μια στιγμή άνοιξε πίσω κάποια σιδερένια πόρτα και ξαναέκλεισε με ορμή, και η κυρία Κατίγκω στριμώχτηκε σφιχτότερα στο Στέφανο. Μια δυνατή πνοή σήκωσε έπειτα σύννεφο τη σκόνη και τους τύλιξε σε λίγο μέσα. Όταν πέρασε, είχαν φτάσει στο ακρογιάλι. Σε μερικά καΐκια αραγμένα εκεί κατεβάζαν τα πανιά· οι γλάροι πετούσαν γύρω τους σε χαμηλά στενά τόξα, και η θάλασσα απλωνόταν ανήσυχα βουβή και σκοτεινή. Η κυρία Κατίγκω σταμάτησε όταν έφτασαν στο σπίτι και ανέβηκαν τη σκάλα. Εκεί έκλεισε την πόρτα, έπιασε το χέρι του Στέφανου και του είπε: - Παιδί μου, Στέφανε… να ζήσεις, άκου: μην ξαναπάς σ’ αυτό το σπίτι. - Αλλά, μητέρα…, έκαμε να πει ο Στέφανος, μα η κυρία Κατίγκω τον σταμάτησε: - Μη, μην ξαναπάς! Και η φωνή της και η ματιά είχαν βαθιά κάτι παρακαλεστικό και τρομαγμένο. Και ο Στέφανος έμεινε μπροστά της άφωνος, ενώ η μπόρα χτυπούσε στα τζάμια με όλη της την πρώτη ορμή. [Επεξεργασία] ΙΙ - Ωραία μέρα, είπε η Ευανθία κοιτάζοντας προς το παράθυρο. Η Μαρίκα έριξε πίσω το κεφάλι και στύλωσε τα μάτια έξω. Ο ήλιος έλαμπε, ο ουρανός έφεγγε. - Βγαίνομε έξω; είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα δε μίλησε, ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα. - Πάμε περίπατο; ξαναείπε η Ευανθία. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Σου αρέσει αλήθεια; είπε σιγά. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα σιγά κι αυτός: - Μα δε σου είπα! Η Μαρίκα ξανακοίταξε μπροστά της κ’ έπειτα γύρισε πάλι: - Όχι, το χρώμα δε μου πάει· είμαι κίτρινη. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Για ξαναφόρα το, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή. - Το κέντημα στη ζώνη δε μου αρέσει, ψιθύρισε έπειτα. - Τότε βγάλε το, της είπε ο Στέφανος. - Βάλε μόνο μια κορδέλα με μια αγράφα, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα κρέμασε τα χέρια και κοίταξε το Στέφανο. - Είμαι κίτρινη, είπε σιγά. - Είσαι ωραία, της είπε ο Στέφανος σιγότερα, ενώ η Ευανθία ξεφύλλιζε ένα φιγουρίνι απάνω στο τραπέζι. Η Μαρίκα έμεινε με τα χέρια κρεμασμένα κάτω· η Ευανθία ήρθε μπροστά της. - Να, σαν αυτή, είπε κ’ έδειξε ένα σχέδιο στο φιγουρίνι. Η Μαρία κοίταξε. - Και τούτη η τάγια εδώ… κάμε την έτσι, είπε η Ευανθία. - Δε μου αρέσει, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα και γύρισε προς το παράθυρο. Ο Στέφανος της έπιασε το χέρι: - Φαίνεσαι κουρασμένη. Η Ευανθία άφησε το φιγουρίνι. Φόρεσε αυτή το επανωφόρι και πήγε στον καθρέφτη. - Εγώ έτσι θα το έκανα, είπε και μάζεψε το ύφασμα στη μέση· πού έχεις μια κορδέλα; Κρατώντας τα χέρια στη μέση κοίταζε στον καθρέφτη. Στο βάθος έβλεπε τη Μαρίκα σκυφτή και τα μάτια του Στέφανου ριγμένα στον καθρέφτη. Της φάνηκε σα να κοκκίνισε, και πήρε τη ματιά από κει. Μισογυρνώντας το κορμί ξανακοίταξε τη μέση της και φώναξε; - Μαρίκα! Η Μαρίκα γύρισε. - Να, δες εδώ… Στην πόρτα παρουσιάστηκε ο άσπρος σκούφος και η σταχτιά ρόμπα του παππού με τα σιρίτια ξεφτισμένα στα μανίκια. Κάτω απ’ το σκούφο γυάλιζαν ανήσυχα τα μάτια του. Η Ευανθία γύρισε κείθε. - Καλημέρα, παππού, φώναξε. Ο παππούς κοίταξε γύρω, σα να ζητούσε κάτι. - Τι είναι παππού; ξαναείπε η Ευανθία. Ο παππούς ήρθε στο τραπέζι, έπειτα πήγε στον κομό. - Γυρεύεις τίποτε; ρώτησε πάλι η Ευανθία. - Τα σπίρτα… μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, και ο Στέφανος σηκώθηκε. - Πάρε τα δικά μου, παππού, είπε και του έδωσε τα σπίρτα. Ο παππούς ήρθε και στάθηκε μπρος στο παράθυρο. Στάθηκε, κοίταξε έξω μια στιγμή κ’ έπειτα είπε: - Τη νύχτα έβρεξε. - Το απόγευμα, παππού, είπε η Ευανθία. - Τη νύχτα, είπε ξανά ο παππούς. - Τη νύχτα, ναι, οληνύχτα, είπε η Μαρίκα κοιτάζοντας την Ευανθία. Ο παππούς γύρισε και σύρθηκε έξω, και η Ευανθία βλέποντας τη Μαρίκα: - Τη νύχτα, ψιθύρισε σα μηχανικά. Μα έπειτα πιάνοντας τον ώμο της Μαρίκας; - Αλήθεια, δε μου τέλειωσες την ιστορία, είπε σαν ξαφνικά. - Ποια ιστορία; - Που μου άρχισες ψες βράδυ στο παράθυρο, για τ’ άστρα. - Α, ναι, θυμήθηκε η Μαρίκα. Και γυρίζοντας στο Στέφανο: Για τον Ωρίωνα, είπε κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος τινάχτηκε, σα να ξαφνίστηκε. - Έλα, πες τη, ξαναζήτησε η Ευανθία και περίμενε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε η υπηρέτρια που έβγαλε φωνή, και η Ευανθία έτρεξε κει. Ο Στέφανος κοιτάχτηκε με τη Μαρίκα. - Ευανθία! φώναξε γοργά η Μαρίκα. Μα η Ευανθία δε γύρισε. Σταμάτησε στην πόρτα εμπρός στον παππού που έτρεχε κοντά στην υπηρέτρια. - Τα σπίρτα, της ψιθύρισε ο παππούς. - Τα σπίρτα μου τα ξαναπήρε, ψιθύρισε πάλι και στάθηκε και κοίταζε την Ευανθία. - Ευανθία, ξαναφώναξε η Μαρίκα, έλα άκουσε το μύθο. Η Ευανθία γύρισε. Μα σα να ξέχασε: - Τι; ρώτησε. - Για τον Ωρίωνα, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο: - Α ναι, ποιος ήταν; Η Μαρίκα σταμάτησε, μα έπειτα: - Ένας που αγάπησε την Άρτεμη, είπε. - Α ναι, κι αυτή; Μα η Μαρίκα δεν απάντησε. Η γιαγιά ήρθε στην πόρτα και πήρε από το χέρι τον παππού. Η Ευανθία στάθηκε και κοίταζε, ενώ ο παπαγάλος φώναζε από το διάδρομο: - Παππού! παππού! Ο Στέφανος πλησίασε στο παράθυρο που ήταν ορθή η Μαρίκα. - Φαίνεσαι κουρασμένη· δεν κοιμήθηκες καλά; τη ρώτησε. - Ω ναι, είπε η Μαρίκα. Σώπασαν λίγες στιγμές. Από κάτω ανέβαινε η υγρασία της νοτισμένης γης. Η μισομαδημένη λεύκα έμενε ακίνητη· μόνο σε μια άκρη ενός κλαδιού σάλευαν δυο καρδερίνες. Στην αντικρινή ταράτσα παρδαλές πλατιές κουβέρτες απλωμένες έμοιαζαν σημαίες που με το κόκκινό τους βάθος έδιναν όψη φαιδρή στην ερημιά του μικρού δρόμου. Ένας φλώρος κρεμασμένος κάπου σε κλουβί σκόρπισε έξαφνα ένα συρτό μονότονο κελάδημα, και οι καρδερίνες απάντησαν μ’ ένα πιο σύντομο ψιθυρητό. Ο Στέφανος έπιασε τον ώμο της Μαρίκας. Μια από τις καρδερίνες πήδησε στο άλλο κλαδί κουνώντας τη λευκοστιγμένη μαύρη ουρά. Τα σταχτοκίτρινα φτερούγια έπαιξαν παρδαλά στον ήλιο, και από το μικρό κεφάλι έσμιξαν λάμψεις κόκκινες σα ρουμπινιού. Ο Στέφανος θέλησε να δείξει της Μαρίκας το πουλί, μα η Μαρίκα κοίταζε αντίκρυ. Κοίταζε αντίκρυ προς το ορθόβραχο βουνό που ίσκιωνε αποκάτω του μαβιά το γυμνό σταχτερό λόφο· λευκόχριστα σπιτάκια στριμωγμένα στο πλευρό του λόφου αραδιαστά, έμοιαζαν σα σκαλοπάτια προς το βαρύ σκοτεινό κάστρο που ύψωνε στην κορυφή κεραμιδόχρωμα τα μισογκρεμισμένα τείχη του. Η Μαρίκα κοίταζε τους ίσκιους που έριχνε το ψηλό βουνό στο λόφο, και ο Στέφανος, σα να θέλησε να τους σκορπίσει από μπροστά της, της έπιασε τη μέση κ’ έκαμε πάλι να της δείξει το πουλί. - Για δες, ψιθύρισε. Μα όταν η Μαρίκα γύρισε να δει, το πουλί είχε φύγει. - Για δες. Και ο Στέφανος έδειξε κάτω τον τοίχο της αυλής, όπου ένα βυσσινοκόκκινο περιπλοκάδι πλεγμένο με τον πράσινο κισσό απλωνότανε μαζί του κλαδιστό σα φλέβες αίμα, σαν παρακλάδια βουνών και ποταμιών σε χάρτη, κ’ έκανε αληθινά τον τοίχο σαν εικόνα χρωματισμένη φανταστικά. Η Μαρίκα έσκυψε και κοίταξε. Έπειτα σήκωσε το σώμα και αφού κοίταξε και πάλι μπροστά της, ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Στέφανε, είπε. Ο Στέφανος την κοίταξε. Η Μαρίκα σταμάτησε μια στιγμή. - Θυμάσαι πότε άρχισε η αγάπη μας; ρώτησε αμέσως έπειτα αργά και σαν ψιθυριστά. - Από το βράδυ εκείνο, είπε ο Στέφανος αργά κι αυτός. - Ποιο βράδυ; Όταν σε φώναξε η γιαγιά; Ο Στέφανος σα να ένεψε. - Όχι πρωτύτερα; Ο Στέφανος την κοίταξε. - Όχι πρωτύτερα; ξαναείπε πάλι αργά η Μαρίκα. Κι όταν σε φώναξε η γιαγιά, ε για πε μου, πρόσθεσε ύστερα. - Ήσουνα τόσο ωραία στο ηλιοβασίλεμα. - Θέλεις να πεις, τότε δεν ήμουνα χλωμή. - Μαρίκα, είπε ο Στέφανος και της έπιασε το χέρι. - Ναι, κ’ ήτανε τόσο ζεστός ο αέρας. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή και ανάσανε, σα ν’ ανάσαινε εκείνον τον αέρα. Έπειτα ξανακοιτάζοντας το Στέφανο στα μάτια: - Ξέρεις γιατί σε φώναξε η γιαγιά; είπε. - Γιατί; ρώτησε ο στέφανος. - Επίτηδες, είπε η Μαρίκα, και στα χείλη της τρεμούλιασε ένα χαμόγελο που μόλις το είδε ο Στέφανος. Και ο Στέφανος μη νιώθοντας. - Επίτηδες; ρώτησε πάλι σα μηχανικά. - Ναι, ήξερε πως δεν το ήθελε η μαμά, είπε η Μαρίκα χωρίς να πάρει τη ματιά από πάνω του. Το χέρι του Στέφανου που κρατούσε το δικό της χαλάρωσε άθελα. - Λοιπόν καλύτερα να μη με φώναζε; Η Μαρίκα έσφιξε πιο πολύ το χέρι του κ’ έσυρε κοντύτερα το Στέφανο: - Όχι, Στέφανε, όχι· δεν είπα αυτό, είπε γοργά. Και όσο ο Στέφανος την κοίταζε άφωνος, εξακολούθησε: - Είπα μόνο πως η γιαγιά κάνει ό, τι δεν αρέσει της μαμάς. Να, σήμερα μάλωσαν πάλι. Μπήκε στην κάμαρά της δίχως να χτυπήσει. Και η μαμά ήταν άντυτη. Ο Στέφανος χαμογέλασε. - Το ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Και μένα δε μου αρέσει. Και μένα με κάνει νευρική συχνά. - Που γυρνά με τις παντούφλες, ξαναγέλασε ο Στέφανος. - Ναι, κι αυτό το κάνει γιατί ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Ο Στέφανος έκαμε να τη χαδέψει: - Παιδί, παιδί. - Ναι, ναι· θέλεις να σου πω κ’ ένα άλλο; είπε η Μαρίκα και σταμάτησε. - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος και την κοίταξε προσμένοντας. - Να, και την Ευανθία την έφερε, και η Μαρίκα δεν πρόσεξε ένα κίνημα του Στέφανου, γιατί ξέρει πως δεν την ήθελε η μαμά. - Και τη μητέρα μου, κ’ εμέ τον ίδιο, είπε ο Στέφανος μ’ ένα χαμόγελο. Βρέθηκαν ένα βήμα ο ένας μακριά από τον άλλο. Η Μαρίκα χαμήλωσε τα μάτια, ο Στέφανος κοίταζε έξω. Σώπασαν μια στιγμή. Έπειτα η Μαρίκα ήρθε και του άρπαξε και τα δυο χέρια: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Έλα, φίλησέ με, του φώναξε μεμιάς και τον αγκάλιασε. Ο Στέφανος τη φίλησε. - Και σένα, είπε έξαφνα η Μαρίκα, σα να συνέχιζε το στοχασμό της. Γιατί σ’ έφερε σένα, γι’ αυτό την αγαπώ. Κ’ ενώ ο Στέφανος σώπαινε. - Τη γιαγιά, πρόσθεσε και ακούμπησε τα χέρια στους ώμους του. - Ξέρεις, Στέφανε, πώς μου είναι; είπε έπειτα από μια στιγμή. - Πώς; ρώτησε ο Στέφανος μηχανικά, σαν άθελα. - Σα μοίρα, είπε αργά η Μαρίκα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τον. - Σα μοίρα μου, ξαναψιθύρισε, κι αμέσως, σα μ’ έξαφνο ξέσπασμα: Έλα, φίλησέ με πάλι, φώναξε γοργά. Στα μάτια, ναι, στα μάτια· το ξέρεις πως μου αρέσουνε φιλιά στα μάτια, είπε με αργότερη, βραχνότερη φωνή κ’ έγειρε το κεφάλι στο λυγισμένο μπράτσο του Στέφανου. [Επεξεργασία] ΙΙΙ Ο Στέφανος, γυρνώντας σπίτι, κάθισε στο καφενείο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα μπροστά του στρωνόταν κατακόκκινη στο ηλιοβασίλεμα. Μια όμοια λάμψη φώτιζε τη θάλασσα το βράδυ εκείνο που η γιαγιά τον έκραξε στο εκκλησιδάκι έξω εκεί στην ακροθαλασσιά. Η Μαρίκα στέκονταν ορθή, και το ανοιχτόχρωμο φόρεμά της έφευγε κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα. Ο Στέφανος δεν τη γνώρισε, μάντεψε όμως ποια ήταν άμα είδε τη γιαγιά. Έδωσαν τα χέρια και κοιτάχτηκαν, παράξενα του φάνηκε. Του φάνηκε ακόμα πως η Μαρίκα κοκκίνισε. Ο Στέφανος έλειπε χρόνια, και η γιαγιά τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Η Μαρίκα του είπε μόνο καλώς ήρθες. Ύστερα τον ρώτησε για τη μαμά του. Ο Στέφανος θυμάται πως της απάντησε με τόνο: - Η μητέρα μου; Καλά, ευχαριστώ. Έπειτα γύρισε στη γιαγιά και είπε: - Ρώτησα για σας, νονά. Και ύστερα πρόσθεσε: - Και χάρηκα … Θυμάται πως δεν τελείωσε, γιατί τον κοίταξε η Μαρίκα· τον κοίταξε πάλι παράξενα. Έπειτα γύρισε η ομιλία αλλού. Η γιαγιά του είπε πως ευχαριστήθηκε πολύ που άκουσε πως θα μείνει τώρα εδώ, να πάρει το γραφείο του πατέρα του. - Ο καημένος ο Γιάγκος κουράζεται πολύ, είπε. - Και η Κατίγκω, πρόσθεσε, ναι, τι καλά που θα είναι και για την Κατίγκω. - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Και η Ευανθία, νονά; ρώτησε έπειτα από μια στιγμή. Η Μαρίκα τον κοίταξε, ενώ η γιαγιά απάντησε: - Προχτές μας έγραψε. Καλά είναι. Το χειμώνα που μας πέρασε ήρθε και μας είδε. Μα η θεία της αρρώστησε, και δεν κάθισε πολύ. - Τα έμαθα, είπε ο Στέφανος. Και πρόσθεσε: - Από τη μητέρα μου. - Ναι, η Κατίγκω την αγαπά πολύ· της φαίνεται πως βλέπει ... Και η γιαγιά σώπασε. ΄Επειτα μίλησαν γι’ άλλα πράγματα. Ο Στέφανος τις συνόδεψε ως το σπίτι. Όταν χωρίστηκαν, η Μαρίκα τον κοίταξε πάλι παράξενα ενώ του έδινε το χέρι. Και όταν έμπαινε στην πόρτα, γύρισε και τον ξαναείδε. Αυτό το βράδυ ήταν η πρώτη αρχή. - Όχι πρωτύτερα; Όσο και αν έκανε ο Στέφανος να θυμηθεί, πρωτύτερα θυμόταν τη Μαρίκα μόνο μικρή, που την έφερνε η γιαγιά και παίζανε. Αυτή, αυτός και οι δυο Ευανθίες. Πότε στον κήπο, πότε στην ακροθαλασσιά, και το χειμώνα στο βουνό πίσω από το κάστρο, που έτρεχε μέσα στην πρασινάδα η ρεματιά. Ταχτικά, καθημερινά σχεδόν. - Κατίγκω! έτοιμα τα παιδιά; φώναζε η γιαγιά από την αυλόπορτα. -Έρχονται αμέσως, απαντούσε η κυρία Κατίγκω, κι ο Στέφανος βιαζότανε να κατεβεί τα σκαλιά δυο δυο. - Το νου σου! δε σου φεύγει· θα σκοτωθείς! του φώναζε από πίσω η κυρία Κατίγκω, που κατέβαζε την Ευανθία της από το χέρι. Ο Στέφανος κρατούσε κιόλα το χέρι της άλλης Ευανθίας, όταν έφτανε η κυρία Κατίγκω με την αδερφή. - Πάλι μονάχη σου, νονά; έλεγε η κυρία Κατίγκω και χαιρετιότανε με τη γιαγιά. - Η υπηρέτρια δεν άδειαζε, απαντούσε η γιαγιά και κοίταζε την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω, που ένιωθε τη ματιά, της ψιθύριζε σιγά στο αυτί. - Ναι, ναι, καλύτερα. - Να λείπω· δε βαστιέται· πάντα με τη νομαρχία, έλεγε και η γιαγιά σιγά κ’ ήθελε να σταθεί ν’ αλλάξει ακόμα λίγα λόγια με την κυρία Κατίγκω, μα ο Στέφανος είχε πιάσει από το χέρι τις δυο Ευανθίες και ήταν έξω πια από την αυλόπορτα. - Ευανθία, Ευανθία! φώναζε η γιαγιά, και γύριζαν για μια στιγμή και οι δυο Ευανθίες. - Ευανθία! ξαναφώναζε, αλλά δε γύριζε καμιά. - Εγώ τα φταίω με τ’ όνομα, αλλά μου αρέσει, έλεγε η γιαγιά και σταματούσε να ψιθυρίσει κάτι ακόμα της κυρίας Κατίγκως· μα η Μαρίκα την τραβούσε από το φόρεμα, κ’ έφευγε η γιαγιά. Σε λίγο ήταν έξω στο ακρογιάλι, και τα παιδιά γέμιζαν τα κουβαδάκια τους στον άμμο. Η γιαγιά έβγαζε από το τζαντάκι την κάλτσα της και τα γυαλιά. Έπειτα άπλωνε το μαντήλι κάτω, και τα παιδιά σώριαζαν μέσα τα κοχύλια που μάζευαν. Και όταν το μαντήλι γέμιζε, τα έφερναν και τα έριχναν στην ποδιά της γιαγιάς. - Έλα, φτάνει πιά· μου μουσκέψατε το φόρεμα, τους έλεγε η γιαγιά. Και άφηνε την κάλτσα και τα βοηθούσε να μοιράζουν τα κοχύλια. Οι δυο Ευανθίες μάλωναν πάντα μεταξύ τους, και ο Στέφανος και με τις δυο. Η Μαρίκα γέμιζε σιωπηλή το κουβαδάκι με όσα της έδινε η γιαγιά. Και κάθιζε στον άμμο και τ’ άδειαζε και τα ξανάδειαζε· τα σώριαζε, τ’ αράδιαζε σε γραμμές και τα κοίταζε. Έπειτα σήκωνε πάλι τα μάτια και κοίταζε μπροστά της τον αέρα, τα πεύκα που στέκονταν ακίνητα στους βράχους, τη θάλασσα που έσμιγε πέρα σε μια γραμμή θολή και ασάλευτη τον ουρανό. Οι δυο Ευανθίες και ο Στέφανος άφηναν τα κοχύλια και πηδούσαν στο νερό. Πρώτη η Ευανθία της γιαγιάς. Κυνηγιόντανε, βουτούσαν ως τα γόνατα, έβρεχαν τα μεσοφόρια· πιτσίλιζαν τις πλάτες και νοτίζαν τα μαλλιά. Τα καστανόξανθα μαλλιά της Ευανθίας έφεγγαν στον ήλιο. Η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. - Μαρίκα, έλα και συ· δε θέλεις; της έλεγε η γιαγιά. Η Μαρίκα κοίταζε. - Τι; έλεγε ύστερα. - Να μπεις στη θάλασσα. - Όχι. - Γιατί; κρυώνεις; Η Μαρίκα κοίτα τη γιαγιά. - Ναι, θέλησε να πει μια μέρα, μα σταμάτησε, σα να μην ήθελε να πει το ψέμα. - Δεν το θέλει η μαμά, είπε ύστερα σιγά. - Η μαμά πολλά δε θέλει, μα δεν της το λέμε, ψιθύρισε η γιαγιά· έλα! - Και εγώ δε θέλω, είπε η Μαρίκα σα με πείσμα. - Γιατί; - Γιατί δεν το θέλει η μαμά, απάντησε η μικρή και κοίταξε τη γιαγιά στα μάτια. Η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως στάθηκε κει μπροστά και γέλασε. - Δε σε ξαναπαίζουμε, είπε της Μαρίκας κ’ έδωσε γοργή κλωτσιά στα κοχύλια της τ’ αραδιασμένα χάμω. Η Μαρίκα έκλαψε και δεν ξαναήρθε πια με τη γιαγιά. Η Ευανθία διηγήθηκε των παιδιών την άλλη μέρα πως η μητέρα της Μαρίκας μάλωσε με τη γιαγιά. ΄Επειτα άκουσαν τη γιαγιά που ψιθύριζε κρυφά με την κυρία Κατίγκω. - Είναι ανυπόφορη· ολοένα με τη νομαρχία, έλεγε η γιαγιά. - Μου γύρισε κ’ εμέ τις πλάτες, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θέλει να διώξει και την Ευανθία. - Και ο νονός; - Όπως κατάντησε ο νονός! Και η γιαγιά αναστέναξε. ........................................... Η κυρία Κατίγκω έπαιρνε συχνά τη φυσαρμόνικα κ’ έπαιζε των παιδιών· και η γιαγιά τους τραγουδούσε: Τα πουλιά στα κλώνια ζυγά ζυγά, και τα χελιδόνια ... Και τα παιδιά ζητούσανε να βρουν τη ρίμα. - Μες στη φωλιά, έλεγε το ένα. - Στη αμμουδιά, έλεγε το άλλο. Η γιαγιά δεν την ήξερε κι αυτή και δεν αποτελείωνε το τραγούδι. Και τα παιδιά γελούσαν. Κάποτε έπαιρναν τη φυσαρμόνικα και στο ακρογιάλι, και όταν έφεγγε το φεγγάρι έβγαιναν με τη βάρκα έξω στη θάλασσα. Ο πατέρας κάθιζε στα κουπιά, ο Στέφανος κοντά του, και οι δυο Ευανθίες στο πλάγι της κυρίας Κατίγκως. Η γιαγιά κρατούσε το κοφινάκι με τις φέτες τα ψωμιά. - Φεγγάρι, φεγγαράκι, τραγουδούσαν τα παιδιά, και η κυρία Κατίγκω τ’ ακολουθούσε με τη φυσαρμόνικα. Οι δυο Ευανθίες ακουμπούσανε στα γόνατά της, και η κυρία Κατίγκω έριχνε πίσω το κεφάλι και κοίταζε τη θάλασσα. Ο Στέφανος χτυπούσε με το χέρι το νερό σα με κουπί ή σηκωνόταν κ’ έστεκε ορθός στη βάρκα και γύρευε να την κάμει να τρεκλίσει. - Στέφανε! του φώναζε η μητέρα. - Παλικαριές, ψιθύριζε η Ευανθία. - Έλα τώρα, του έλεγε η γιαγιά, που άρχιζε να μοιράζει τα ψωμάκια. Τότε άρχιζε να τραγουδά ο πατέρας. Δεν ήξερε να τραγουδά σωστά, μουρμούριζε μόνο κομμένα λόγια και κοίταζε την κυρία Κατίγκω, που με το κεφάλι γερμένο πίσω και με τη φέτα το ψωμί αφημένη στα γόνατα έμενε ακίνητη και σιωπηλή κ’ έβλεπε τη θάλασσα. - Κατίγκω, ξεχάστηκες, της έλεγε η γιαγιά. - Έλα, μαμά, της φώναζε η Ευανθία. Ο πατέρας άφηνε τα κουπιά και την περίμενε να τραγουδήσει. Η κυρία Κατίγκω αγαπούσε μελαγχολικά τραγούδια, και ο Στέφανος δεν την ήθελε ν’ αρχίσει. Σκουντούσε τον πατέρα να ξαναπιάσει τα κουπιά. Μα και η Ευανθία της γιαγιάς σκουντούσε την κυρία Κατίγκω: - Έλα θεία Κατίγκω! - Σα φύλλο, θεία Κατίγκω, ξαναπαρακαλούσε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω έπαιρνε τη φυσαρμόνικα σιγά σιγά σαν κουρασμένη και άρχιζε να τραγουδά: Σα φύλλο κίτρινο και μαραμένο ... - ΄Όχι, όχι κίτρινο· το άλλο, την έκοβε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω άλλαζε το σκοπό, και τραγουδούσαν και οι δυο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Η άλλη Ευανθία τις ακολουθούσε σιγαλά. Έπειτα σώπαινε μεμιάς. Η κυρία Κατίγκω έπαυε το σκοπό κι αυτή και άφηνε να σβήνει στα νερά μόνη η φωνή της Ευανθίας της γιαγιάς: προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Ένα βράδυ το τραγουδούσαν στην ακρογιαλιά μαζί με την κυρία Κατίγκω καθισμένες χάμω στην αμμουδιά. Και ξαφνικά το άκουσαν από πίσω. Τους φάνηκε πως ήταν η ηχώ του βράχου. Γύρισαν να δουν, και η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε σαν ξαφνιασμένη. Μα η Ευανθία γνώρισε δυο μάτια που έφεγγαν στη σκοτεινιά. - Ο παππούς! είν’ ο παππούς, φώναξε. Και πήγε ίσια επάνω του και ξαναφώναξε: - Με τη Μαρίκα! Ήταν αληθινά ο παππούς και κρατούσε από το χέρι τη Μαρίκα. - Η Μαρίκα! φώναξε και η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως. Η Μαρίκα στεκότανε σαν ξαφνιασμένη και δεν άφηνε το χέρι του παππού. - Πάμε, πάμε, του σκουντούσε το γόνατο με το χέρι. Ο παππούς έμενε ακίνητος. - Ήρθα για τη γιαγιά, ψιθύρισε της κυρίας Κατίγκως. Μα η γιαγιά έλειπε το βράδυ αυτό. Η Ευανθία θέλησε να πάρει τη Μαρίκα από το χέρι του παππού Μα η Μαρίκα της είπε σιγαλά: - Δεν το ξέρει η μαμά. Και τράβηξε την Ευανθία. Η Ευανθία πήγε μαζί της, κ’ έφυγαν και οι δυο με τον παππού. Η άλλη Ευανθία κι ο Στέφανος έμειναν πίσω με την κυρία Κατίγκω. - Φοβήθηκα, είπε η Ευανθία. - Είδες πώς έφεγγαν τα μάτια του; είπε ο Στέφανος· γιατί μητέρα; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έπιασε μόνο από το χέρι και τα δυο παιδιά. Η Μαρίκα δεν ξαναήρθε στο ακρογιάλι. …………………………….. Ύστερα ερχόταν ο χειμώνας κ’ έστρωνε την αμμουδιά με σταχτοπράσινα μουσκεμένα φύκια. Ο αέρας σφύριζε μελαγχολικά στα κιτρινισμένα βούρλα και στη μαδημένη καλαμιά. Η γιαγιά έφερνε τότε τα παιδιά έξω στους λόφους πίσω από το κάστρο, όπου ο ήλιος έλαμπε χαρωπά στη νέα χλόη. Ανέβαιναν από το μονοπάτι σέρνοντας το αμαξάκι με τις κούκλες και σταματούσανε στη γέφυρα κ’ έβλεπαν κάτω το κανάλι που άραζαν τα ψαράδικα καΐκια με τα κόκκινα πανιά, και οι μαούνες άδειαζαν τα πορτοκάλια φανταχτερούς σωρούς στο μώλο. Έπειτα έγερναν κάτω κ’ έβγαιναν στο λαγκάδι όπου κυλούσε η ρεματιά. Ο Στέφανος σκαρφάλωνε ψηλά στις λευκαμένες πέτρες, οι δυο Ευανθίες γύρευαν στην άκρη βώλους και παρδαλά χαλίκια. - Στέφανε! εκεί είν’ ένας, φώναζε η αδερφή κ’ έδειχνε μέσα στο κελαρυστό νερό. Ο Στέφανος πηδούσε δω, βουτούσε κει, κλονιζόταν μια στιγμή· ύστερα ζυγιαζότανε στην πέτρα ώσπου έσκυβε τέλος κ’ έβγαζε το βώλο. - Να, πιάστε τον, φώναζε κρατώντας τον ψηλά. Οι δυο Ευανθίες κοίταζαν το πετραδάκι που γυάλιζε στον ήλιο και άπλωναν τα χέρια. -Να, πιάστε τον, ξαναφώναζε ο Στέφανος και τις γελούσε δεύτερη φορά. - Α, α! ξεφώνιζαν λαχταριστά οι δυο μικρές ώσπου άρπαζε το βώλο η Ευανθία της γιαγιάς. Η γιαγιά έβλεπε βρεγμένα το πόδια του Στέφανου και φώναζε πως θα το πει το βράδυ της κυρίας Κατίγκως. Ο Στέφανος έταζε πως δε θα ξαναπατήσει στο νερό, μα η Ευανθία έβλεπε σε λίγο κάτι που ρόδιζε ψηλά στον άλλον όχτο. - Μια κάππαρη, μια κάππαρη! έβγαζε φωνή και κοίταζε το Στέφανο. Και ο Στέφανος πηδούσε, σκαρφάλωνε, ξανβουτούσε στο νερό και γύριζε με μια μικρούτσικη ανεμώνη, που είχε φυτρώσει ανάμεσα στα ξερά κλαδιά της κάππαρης. Η Ευανθία ζάρωνε το πρόσωπο και πετούσε το άνθος, και η γιαγιά μάλωνε πάλι το Στέφανο που είχε ξαναβραχεί. Η γιαγιά έφερνε στο μαντίλι της φέτες ψωμί με μέλι, και πορτοκάλια· και η κυρία Κατίγκω γέμιζε τα τζαντάκια των παιδιών με κουλουράκια. Τους τα μοίραζε η γιαγιά, κ’ έτρωγαν και τα τρία καθιστά χάμω στη χλόη. Ο σκύλος του σπιτιού που τους ακολουθούσε κάποτε, στεκότανε και κοίταζε. Της Ευανθίας της γιαγιάς της άρεσε να του πετά ψωμί κ’ έπειτα να τον κυνηγά. - Μη, θα πέσεις! φώναζε η γιαγιά. Η Ευανθία χανόταν πίσω από το λόφο και τ’ άλλα δυο παιδιά μαζί της. Εκεί έβγαιναν μπροστά οι κατσίκες, και η Ευανθία σταματούσε τρομαγμένη: - Κοιτάχτε τις τι μαύρες που είναι· κοιτάχτε τις πώς δεν κουνιούνται! Ο Στέφανος και η άλλη Ευανθία ήθελαν να γελάσουν, μα στο τέλος φοβόντανε κι αυτοί. Σταχτερόμαυρες, γυαλιστερές έμοιαζαν οι κατσίκες σα μπρούτζινες και φαίνονταν αληθινά σα να ήταν καρφωμένες στο βουνό κ’ έτρωγαν ολοένα. Κάποτε σηκώναν το κεφάλι και στύλωναν μπροστά τους τα μικρά κίτρινα μάτια τους ασάλευτα, σα να έβλεπαν κάτι που τα παιδιά δεν το έβλεπαν. Και τότε η Ευανθία τρόμαζε περισσότερο κ’ έτρεχε να κρυφτεί πίσω από τη γιαγιά. Και σιγάζαν και τα τρία εκεί. Από το νταμάρι αντίκρυ, στην κορυφή του λόφου που κοκκίνιζε στον ήλιο μαβιά χαλκή, αντηχούσε μετάλλινος σα χτύπος ρολογιού ο ήχος των λοστών. Και όταν έπαυε, τα παιδιά το ήξεραν και περίμεναν να πεταχτεί απάνω η τούφα του καπνού, κ’ ένα κομμάτι βράχου να τιναχτεί ψηλά σε τρίμματα, όπως τινάζονται τα τόξα του νερού στο σιντριβάνι. - Αά, αά, φώναζαν τα παιδιά και πηδούσαν μεμιάς απάνω. Έπειτα έσβηνε σιγά ο καπνός και η σκόνη, και το λαγκάδι ξαναησύχαζε. Κάπου κάπου ακούονταν τώρα οι κόπανοι των γυναικών που έπλεναν μακρύτερα στη ρεματιά. Ο λόφος άσπριζε γελαστά από τ’ απλωμένα ρούχα, και στον αέρα μετεωρίζονταν τρεμουλιαστοί , σαν κρεμασμένοι από τον ουρανό ψηλά, αϊτοί με ουρές και αφτιά πολύχρωμα. Ο Στέφανος και οι δυο Ευανθίες έμεναν και τους κοίταζαν πως έτρεμαν ψηλά και πως ανέβαιναν πάντα ψηλότερα ώσπου χανόντανε σε μικρά στίγματα στο γαλανό. Ο Στέφανος δοκίμασε να σηκώσει κι αυτός έναν ψηλά. Οι Ευανθίες τον βοηθούσαν στην αρχή, μα έπειτα γύριζαν στις κούκλες τους· έπλεναν τα πανιά τους στη ρεματιά και τα στέγνωναν στον ήλιο. Έπειτα είδε ο Στέφανος άλλα παιδιά που έπιαναν πουλιά μες στα χωράφια, κι άφησε τον αϊτό. Η κυρία Κατίγκω του πήρε ένα κλουβί, μα ο Στέφανος το έφερνε κει έξω κάθε μέρα. Σώριαζε πέτρες κ’ έστηνε απάνω ένα ξερό κλαδί, κολλούσε στο κλαδί βεργίτσες αλειμμένες με ιξό και ξαπλωνόταν παραπίσω και περίμενε να έρθει να καθίσει το πουλί. Το περίμενε ώρες και το ονειρευόταν τη νύχτα. Η Ευανθία της γιαγιάς γελούσε πίσω του ή πετούσε πέτρες να ρίξει χάμω το κλαδί. Μα ο Στέφανος περίμενε. Μια μέρα, καθώς έστρεψε, είδε έξαφνα από πίσω τη Μαρίκα. Στεκότανε και κοίταζε. Την είχε φέρει η υπηρέτρια, μα τις άλλες μέρες ξαναήρθε πάλι με τη γιαγιά. Και στεκότανε και κοίταζε. Ο Στέφανος άκουε τ’ άλλα παιδιά που έκραζαν με τα χείλη τα πουλιά, και δοκίμαζε να μιμηθεί κι αυτός τον ήχο. Δεν το κατόρθωνε, και οι Ευανθίες τον περιγελούσαν. Τις κυνηγούσε με τις πέτρες κ’ έπειτα γύριζε πάλι και κάθιζε κ’ έκραζε να έρθει το πουλί. Και η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. Όσο που η κυρία Αγλαΐα ξαναμάλωσε με τη γιαγιά, και η Μαρίκα ξαναχάθηκε. Και ο Στέφανος περίμενε πάλι μονάχος να πιάσει το πουλί. ……………………………. Πέρασε ο χειμώνας χωρίς να το πιάσει. Πριν όμως έρθει ακόμα η άνοιξη, αρρώστησε έξαφνα η μια Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω καρφώθηκε απάνω από το κεφάλι της, η γιαγιά ερχόταν και συντρόφευε την κυρία Κατίγκω. Δεν ξαναβγήκαν στο βουνό. Ο Στέφανος και η Ευανθία της γιαγιάς έπαιζαν μόνοι τους στον κήπο. Το σπίτι απάνω ήταν σιωπηλό. Η υπηρέτρια έφερνε αδιάκοπα νερό από τη βρύση και πήγαινε και ξαναπήγαινε στο φαρμακείο, ο γιατρός ερχόταν και τη νύχτα αργά. Έπειτα άρχισε να ξενυχτά στο σπίτι και η γιαγιά. Και μαζί της έμενε και η Ευανθία. Κοιμότανε στη σάλα χάμω με τη γιαγιά, κι ο Στέφανος στον καναπέ. Δε μιλούσανε πολύ· ψιθυριστά μονάχα, όπως και οι μεγάλοι. Κάποτε ξεχνούσαν και σηκώναν τη φωνή, μα τους έρχονταν αμέσως στο νου η άρρωστη και σώπαιναν. Στην κάμαρα που ήταν πεσμένη δεν τους άφηναν να μπούν. Μια μέρα μόνο πλησίασαν κλεφτά στην πόρτα και είδαν τα χέρια της απλωμένα ακίνητα απάνω από το σκέπασμα. Η κυρία Κατίγκω της άλλαζε το βρεγμένο πανί στο μέτωπο. Τραβήχτηκαν σιγαλά πίσω. - Της έκοψαν και τα μαλλιά, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία ψιθύρισε: - Εγώ δε θ’ άφηνα να μου τα κόψουν. Την άλλη μέρα άκουσαν πως έστειλαν να φέρουν χιόνι από το βουνό. Και στάθηκαν και κοιταχτήκαν. Έπειτα ρώτησαν τη γιαγιά: - Γιατί; - Το πρόσταξε ο γιατρός, τους είπε. Δεν ένιωσαν· και ρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, απάντησε η γιαγιά. Κατέβηκαν κ’ έπαιζαν στην αυλή και περίμεναν το χιόνι. Το έφερε ο υπηρέτης στοιβαγμένο και τυλιγμένο μέσα σε άμμο και άχυρο. - Τι κρύο που είναι, είπε ο Στέφανος που το άγγιξε. - Θα της το βάλουν στο κεφάλι, ψιθύρισε η Ευανθία. Τράβηξαν να παν να παίξουν, μα η Ευανθία γύρισε και θέλησε να κόψει ένα κομμάτι χιόνι. Η υπηρέτρια τη χτύπησε στο χέρι, και η Ευανθία ξαναγύρισε στο Στέφανο: - Ήθελα να έκανα ένα βώλο. - Θυμάσαι μια φορά που χιόνισε; είπε ύστερα. - Ναι, και φάγαμε και βράχνιασες, είπε ο Στέφανος. Και μπήκαν κ’ έπαιξαν στον κήπο. Στο σπίτι ήταν η ίδια ησυχία πάντα· πατούσαν σιγαλά και ψιθύριζαν μονάχα. Την άλλη μέρα έφεραν και άλλο γιατρό. Τα παιδιά όταν είδαν τη γιαγιά, ξαναρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, είπε η γιαγιά. Σε άλλους όμως που είχαν στείλει να ρωτήσουν, την άκουσαν πως έλεγε: - Τα ίδια. Και στάθηκαν και την κοίταζαν. - Καλύτερα είναι, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Μα χωρίς αυτά να κάνουν θόρυβο, τους φώναξε πνιχτά: - Σιγότερα, σιγότερα. Τα παιδιά κοιτάξανε το ένα το άλλο. Έπειτα έφυγαν πατώντας στα δάχτυλα. Ύστερα ο Στέφανος θυμήθηκε πως τελείωσαν τα κουλουράκια. - Δε θα φτιάξομε άλλα, νονά; είπε της γιαγιάς. - Τι; τέντωσε η γιαγιά το αφτί. - Κουλουράκια, γιαγιά, είπε η Ευανθία. Η γιαγιά κοίταξε τα παιδιά δίχως να μιλήσει. - Να είναι έτοιμα όταν σηκωθεί η Ευανθία, της είπε ο Στέφανος σιγά στο αφτί. Και θυμήθηκε πως τα έπλαθε η μητέρα με την υπηρέτρια. Αυτός και η Ευανθία δεν έφευγαν από κοντά απ’ τη σκάφη, όσο που τους έδιναν κι αυτών ζυμάρι κ’ έπλαθαν ανθρωπάκια, ζώα κι άλλα πράγματα περίεργα, και παρακαλούσαν τη μητέρα να τα στείλει να ψηθούν κι αυτά στο φούρνο. Η κυρία Κατίγκω φώναζε στο Στέφανο: - Φύγε από κει· μη με σκοτίζεις. Κάποτε του έδινε και μια στα δάχτυλα. Στην Ευανθία όμως αδύνατο ν’ αντισταθεί. - Μαμά, μαμάκα, τη χάιδευε η μικρή και της αγκάλιαζε το λαιμό καθώς ήταν σκυμμένη. Το θυμήθηκε ο Στέφανος κ’ έμεινε συλλογισμένος· του ήρθε να τρέξει μέσα στην άρρωστη αδερφή. Μα η Ευανθία τον τράβηξε, και κατέβηκαν πάλι να παίξουν. Στην πορτοκαλιά του κήπου έμεναν ακόμα πορτοκάλια στην κορυφή. - Ρίχνομε ένα κάτω; είπε η Ευανθία, κι ο Στέφανος πήγε κ’ έφερε ένα μακρύ ξύλο από το πλυσταριό. Η υπηρέτρια τον είδε από το παράθυρο κ’ έβαλε φωνή: - Τώρα να φέρω τον πατέρα σου! Την ίδια στιγμή άνοιξε η αυλόπορτα, και τα παιδιά έτρεξαν να κρυφτούν πίσω από τα κάγκελα του κήπου. Η Ευανθία τεντώθηκε και κρυφοκοίταζε. - Ξέρεις ποιος είναι; γύρισε και ψιθύρισε γοργά. Ο Στέφανος άνοιξε τα μάτια ανήσυχα, σα φοβισμένα. - Η θεία Αγλαΐα είναι, είπε η Ευανθία. Και πρόσθεσε σιγότερα: - Της πέρασε· έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. - Έφερε και τη Μαρίκα; ρώτησε έπειτα. Η Ευανθία τον κοίταξε: - Τη θέλεις; Ο Στέφανος δεν απάντησε. Μα ύστερα από λίγο ψιθύρισε: - Γιατί να ήρθε; Και ανέβηκε στο σπίτι. Και η Ευανθία κοντά. Η κυρία Αγλαΐα καθότανε στη σάλα με τον πατέρα του και άλλες δυο κυρίες. - Σιγά, σιγά, ψιθύρισε η γιαγιά και πάλι των παιδιών άμα τα είδε. Εκείνα δεν τόλμησαν να τη ρωτήσουν αν ήρθε και η Μαρίκα. Ξανακατέβηκαν άφωνα στον κήπο. Όταν ξανανέβηκαν στο σπίτι, μια κυρία κρατούσε την κυρία Κατίγκω σωριασμένη στο διάδρομο σε μια καρέκλα, και κάτι της ψιθύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε αντίκρυ, και η κυρία Κατίγκω γύρισε και τον κοίταζε σα να μην τον γνώριζε. Μα έπειτα του ένεψε και πήγε. - Στέφανε, Στέφανε, είπε και του έπιασε τα χέρια, η Ευανθία… Πνίγηκε η φωνή της, και ο πατέρας πετάχτηκε από μέσα και άρπαξε το Στέφανο. Τον κάθισε στα γόνατά του λίγες στιγμές και του χάδεψε τα μαλλιά. Έπειτα τον άφησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω. Η άλλη κυρία έφερε ένα μπουκαλάκι και τη μύρισαν. Η Ευανθία στεκότανε σαν καρφωμένη στο πάτωμα και κοίταζε. Η μητέρα ξαναμπήκε στην άρρωστη, και η γιαγιά έβαλε των παιδιών και έφαγαν. Αμίλητα. Σε όλο το σπίτι βασίλευε σιγή. Μόνο η υπηρέτρια πηγαινοερχόταν, και η γιαγιά σερνότανε στις κάμαρες. Ο πατέρας, καθισμένος στην τραπεζαρία, κάπνιζε ολοένα. Ο γιατρός ξαναήρθε στην άρρωστη, έπειτα βγήκε και κάθισε με τον πατέρα λίγη ώρα. Μιλούσαν σιγαλά. Σε λίγο ξαναήρθε και η κυρία Αγλαΐα. Έκραξε τη γιαγιά, μίλησαν κρυφά στο διάδρομο και ξαναμπήκαν μέσα. Ο Στέφανος τις κοίταζε σα φοβισμένος, η Ευανθία είχε βρει τις κούκλες τις άρρωστης κ’ έπαιζε μόνη της σε μια άκρη. Ο Στέφανος κατέβηκε στον κήπο χωρίς να ξέρει κι αυτός γιατί. Είχε συννεφιάσει, και τα δέντρα στέκονταν ήσυχα και σκοτεινά. Μόνο τα πορτοκάλια κοκκίνιζαν ανάμεσα στα φύλλα της πορτοκαλιάς. Ο Στέφανος είδε στημένο στα κλαδιά το μακρύ ξύλο, καθώς το είχε αφήσει το πρωί. Το πήρε και χτύπησε με όση είχε δύναμη, ώσπου γκρέμισε ένα πορτοκάλι από την κορυφή. Έσκυψε το πήρε, ανέβηκε στο σπίτι και τράβηξε ίσα στον πατέρα. - Θέλω να το πάω της Ευανθίας μέσα, είπε κ’ έδειξε το πορτοκάλι με τον κλώνο, όπως είχε πέσει από την πορτοκαλιά. Ο πατέρας τον κοίταξε. - Ναι, ναι, ψιθύρισε και του αγκάλιασε τον ώμο. - Τώρα, είπε πάλι ο Στέφανος. - Ναι, τώρα άμα … ξυπνήσει σε λιγάκι, ξαναψιθύρισε ο πατέρας με δαγκαμένα χείλη. Έσφιξε απάνω του το κεφάλι του παιδιού και γύρισε το πρόσωπο. Ο Στέφανος έμεινε κρατώντας το πορτοκάλι. Έπειτα το άφησε στα γόνατα του πατέρα και πήγε κοντά στην Ευανθία. - Κοιμάται, της είπε σιγαλά. Η Ευανθία μιλούσε με τις κούκλες και δεν τον πρόσεξε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές κοντά της και κοίταζε τις δυο κυρίες που κάθονταν στον καναπέ. Κάθονταν αμίλητες και κοίταζαν στην πόρτα. - Έλα δω, του φώναξε τώρα η Ευανθία, μα ο Στέφανος δεν πήγε. Στάθηκε ακίνητος εκεί κ’ έριχνε κρυφές ματιές στην πόρτα, σα να περίμενε κάτι κι αυτός. - Έλα δω, του ξαναμίλησε η Ευανθία. Ο Στέφανος κοίταξε στο διάδρομο, όπου του φάνηκε πως άνοιξε σιγά η εξώπορτα. Είχε ανοίξει αλήθεια και παρουσιάστηκε ο παππούς. Ήρθε με σιγαλά πατήματα στην πόρτα και χωρίς να χαιρετήσει στάθηκε ορθός εκεί. Στάθηκε και κοίταζε. Μαζί του μπήκε από το διάδρομο μια κρύα πνοή και ανατρίχιασε το Στέφανο. Έτρεξε στον πατέρα και ακούμπησε στον ώμο του. Ο πατέρας του χάδεψε το μέτωπο. Το πορτοκάλι ήταν ακόμα στα γόνατά του. Ο Στέφανος δε θέλησε ούτε να το ’γγίξει. Οι δυο κυρίες στον καναπέ μίλησαν κάτι , δε γύρισε ούτε κει. Ακουμπισμένος στον πατέρα κοίταζε στο παράθυρο. Ένα πουλί ήρθε μια στιγμή στο τζάμι και στάθηκε· στάθηκε τόσο κοντά, σα να ήθελε να μπει στο σπίτι. Έπειτα πέταξε πάλι. Ο Στέφανος πλησίασε στο τζάμι. Έξω τα σύννεφα κρεμούσαν βαριά και χαμηλά, σα να σερνόντανε στη θάλασσα. Σε λίγο άρχισε να ψιχαλίζει. Ο Στέφανος έμεινε ορθός και κοίταζε τους κύκλους που έκαναν οι σταλαγματιές στη θάλασσα. Πρώτα μικροί, στενοί, πλάταιναν έπειτα, άπλωναν όσο που έσβηναν. Και αμέσως πλάι τους, απάνω τους, παρέκει γίνονταν άλλοι πολλοί, μικροί, μεγάλοι, αμέτρητοι, παντού όσο έφτανε το μάτι στη μουντή συννεφιασμένη θάλασσα. Ο Στέφανος έμεινε ώρα εκεί και κοίταζε. Μια στιγμή ήρθε η Ευανθία και στάθηκε και αυτή και κοίταζε. Από πίσω ο πατέρας κάπνιζε ολοένα, οι δυο κυρίες άλλαζαν κάπου κάπου ένα ψιθύρισμα που μόλις το άκουε κανείς. Ο παππούς έμενε ορθός στην πόρτα. Έπειτα μπήκε η γιαγιά και πήρε τον πατέρα έξω. Ο Στέφανος είδε τις κυρίες που κοιτάχτηκαν. Η μια από αυτές τον τράβηξε κοντά της. Ο Στέφανος τη γνώριζε, μα εκείνη τη στιγμή του φάνηκε σα να την έβλεπε πρώτη φορά· τόσο παράξενα τον κοίταζε. Η Ευανθία ξαναγύρισε στις κούκλες. Εκεί ακούστηκε μια δυνατή κραυγή από την κάμαρα της άρρωστης. Ο Στέφανος γνώρισε πως ήταν της μητέρας. Η κυρία του άφησε το χέρι κ’ έτρεξε έξω πίσω από την άλλη. Τα δυο παιδιά έμειναν μόνα στην κάμαρα κοιτάζοντας το ένα το άλλο. Ο παππούς είχε χαθεί. Της μητέρας η φωνή δεν ξανακούστηκε, μα τα βήματα έξω δεν πατούσαν πια σιγά. Ήταν σα να έτρεχαν όλοι τώρα μες στο σπίτι. Κ’ έτρεξε κι ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοντά του. Μα η κυρία Αγλαΐα παρουσιάστηκε μπροστά τους και τους πήρε από το χέρι. Πήγαν μαζί χωρίς να νιώθουν. Η Ευανθία κρατούσε στο χέρι της μια κούκλα, ο Στέφανος το πορτοκάλι που σήκωσε από κάτω, όπου είχε πέσει του πατέρα καθώς σηκώθηκε γοργά. Καθώς κατέβαιναν στη σκάλα, ανεβαίναν άλλοι. Ο Στέφανος δεν είδε ποιοι, του φαινόταν μόνο πως πίσω του γέμιζε το σπίτι. Έξω έβρεχε και η κυρία Αγλαΐα φώναξε ένα αμάξι. Τους κατέβασε στην πόρτα της. Απάνω βρήκαν τη Μαρίκα μόνη. Τους κοίταζε με ξαφνισμένα μάτια. Η Ευανθία έτρεξε κοντά της. - Μαρίκα, άρχισε να πει, η Ευανθία… Η κυρία Αγλαΐα όμως δεν την άφησε να τελειώσει. - Πάει ταξίδι, είπε κ’ έπιασε το Στέφανο από το χέρι. Η Μαρίκα άνοιξε πλατύτερα τα μάτια της και τον κοίταξε βαθιά, σα να είχε νιώσει. Και ο Στέφανος άπλωσε το χέρι και της έδωσε το πορτοκάλι που είχε κόψει για την αδερφή. [Επεξεργασία] ΙV Η στιγμή αυτή ήταν χαμένη ολότελα στο νου του Στέφανου. Είχε σβήσει σα να μη στάθηκε ποτέ. Και τώρα, καθισμένος στο ακρογιάλι μπροστά στη βραδιασμένη θάλασσα, έβλεπε την εικόνα της να τρέμει εμπρός του σα μακρινό καθρέφτισμα και σιγά -σιγά να ξεχωρίζει καθαρότερη ολοένα, όπως η μαύρη πλάκα μέσα στο υγρό κάτω από την κόκκινη αναλαμπή στο σκοτεινό θάλαμο. Τα δυο μεγάλα μαύρα μάτια της μικρής Μαρίκας τον κοίταζαν από την εικόνα αυτή τόσο παράξενα βαθιά και του σαλεύαν την ανάμνηση, όπως ένα τραγούδι ξαναθυμημένο στη βραδινή γαλήνη. Έβλεπε τη μικρή Μαρίκα με το σταχτί της φόρεμα, όπως την είδε το σκοτεινό εκείνο δειλινό που ήρθε σ’ αυτή με τη μητέρα της και με την Ευανθία. Κ’ έξαφνα, σα μαγικά, η μικρούλα αυτή γινόταν ένα με τη μεγαλωμένη κόρη που στεκόταν κάτω από τα πεύκα ορθή, λευκοντυμένη, σα να τον περίμενε όταν τον έκραξε η γιαγιά. Τα μάτια και το κοίταγμα ήταν τα ίδια, σα να ήταν μια και μόνη οι δυο αυτές στιγμές, και δεν τις χώριζε το διάστημα δώδεκα χρόνων που πέρασαν στο μεταξύ. Τα χρόνια αυτά ο Στέφανος δεν είχε μήτε απαντηθεί με τη Μαρίκα. Λίγες μέρες ύστερα από το θάνατο της αδερφής έφυγε μαζί με την κυρία Κατίγκω, που της κλονίστηκαν τα νεύρα κ’ έπρεπε να ταξιδέψει. Έπειτα τον είχαν κλείσει στο σχολείο. Όταν ήρθε μια φορά στο σπίτι, η Μαρίκα έλειπε μαζί με τη μητέρα της. Όταν ήρθε πάλι δεύτερη φορά, βρήκε χωρισμένα τα δυο σπίτια. Την Ευανθία την είχε πάρει μακριά μια θεία της, η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω. Είχε θυμώσει με τον πατέρα του. - Δίκιο έχει, του είπε η κυρία Κατίγκω όταν τη ρώτησε, μα κι ο πατέρας σου τι να έκανε· ποιόν άλλον έχει η … Δεν μπορούσε να προφέρει ακόμη το όνομα της Ευανθίας, όμως του εξήγησε πως ο πατέρας του, σα δικηγόρος, κίνησε δίκη της κυρίας Αγλαΐας για την κληρονομιά της Ευανθίας και ζήτησε από μέρος της θείας της την απαγόρευση του παππού, γιατί τον έκανε όπως ήθελε η κυρία Αγλαΐα. Έπειτα έφυγε ο Στέφανος για χρόνια από το σπίτι. Όταν ξαναγύρισε, η γιαγιά είχε ξεθυμώσει, και η κυρία Κατίγκω του μίλησε γι’ αυτή και για την Ευανθία. Και όταν έπειτα πρωτοαπάντησε τη γιαγιά με τη Μαρίκα μεγαλωμένη πια, η Μαρίκα του έφερε στο νου την Ευανθία και με αυτή μαζί την άλλη Ευανθία, την αδερφή. Και όταν ξαναπαντήθηκαν και δεύτερη φορά με τη Μαρίκα, και κείνη τον ξανακοίταξε παράξενα και τον ρώτησε ξανά για τη μαμά, στο νου του Στέφανου πέρασε πάλι η Ευανθία και η αδελφή, οι δυο μαζί Ευανθίες σα σμιγμένες σε μια ανάμνηση θολή και θλιβερή, όπως και ζούσανε στο σπίτι. Για καιρό έβλεπε τη Μαρίκα ο Στέφανος σα μια παλιά και ξέθωρη φωτογραφία που του ξυπνούσε στη μνήμη μια άλλη εικόνα, μια άλλη μορφή ξένη με αυτή, εχθρική σχεδόν με αυτή. Η κυρία Κατίγκω ούτε βλεπότανε ποτέ με την κυρία Αγλαΐα ούτε μιλούσε ποτέ λόγο γι’ αυτή και τη Μαρίκα. Ένα βράδυ είχε βγει ο Στέφανος περίπατο με την κυρία Κατίγκω και απαντήθηκαν με τη γιαγιά και τη Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε με τη γιαγιά, μα στη Μαρίκα κούνησε μόνο το κεφάλι. Στάθηκαν λίγες στιγμές μαζί. Οι τρεις μιλούσαν, η Μαρίκα σκάλιζε σκυφτή το χώμα με την άκρη της ομπρέλας της. Κοίταξε το Στέφανο μόνο όταν ξαναέδωσαν τα χέρια. Καθώς έφευγε με τη γιαγιά, ο Στέφανος την έβλεπε μόνο από πίσω. Το ανάστημά της ξεχώριζε λιγνότερο στη σκούρα φορεσιά. Άμα έστριψε στο δρόμο, έσκυψε πάλι το κεφάλι της. - Δεν της έδωσες το χέρι, είπε στη μητέρα του ο Στέφανος. - Αυτό έλειπε, είπε η κυρία Κατίγκω· κ’ έπειτα πρόσθεσε: - Δε φέρθηκε κι αυτή καλά. Ο Στέφανος ένιωσε πως ήθελε να πει στην Ευανθία· αλλά του φάνηκε παράξενο: τη φορά αυτή, μόλις τώρα του ήρθε στη μνήμη η Ευανθία. Και όταν είδε πάλι μια φορά στο δρόμο τη Μαρίκα και τη χαιρέτησε, τη χαιρέτησε πριν συλλογιστεί αν έπρεπε να χαιρετήσει. Έπειτα ξαναπαντήθηκε με τη Μαρίκα στο σπίτι μιας ξαδέρφης και των δυο. Στη σάλα ήταν πολλοί, και ο Στέφανος δεν την πρόσεξε που καθόταν στο πιάνο. Ορθή μπροστά της η Φιφίκα Πρίφτη τελείωνε το τραγούδι Στο Ζάππειο σε πρωτόειδα, και χειροκροτούσαν όλοι. Ο λοχαγός Γιαλούδης κ’ ένας δικηγόρος, συνάδελφος του Στέφανου, σηκώθηκαν και της έσφιξαν το χέρι. Ο Στέφανος προχώρησε και τη χαιρέτησε και τη συγχάρηκε κι αυτός. Εκεί γύρισε η Μαρίκα το κεφάλι. Κοιτάχτηκαν, σα να ξαφνιάστηκαν και οι δυο. Μα ο λοχαγός μπήκε στη μέση και τους χώρισε. Πλησίασε και είπε κάτι της Μαρίκας. Η Μαρίκα ξαναέσκυψε στο πιάνο, κ’ ενώ ο Στέφανος γύρισε και χαιρετούσε και τους άλλους, το πιάνο έπαιζε το σκοπό: Η κυρά μας η δασκάλα που είν’ άγρια και κακιά … Η Φιφίκα Πρίφτη δεν το τραγούδησε, το σφύριξε μονάχα ο λοχαγός κουνώντας το κεφάλι και τους ώμους με το ρυθμό. Ύστερα ήρθε το τσάι. Ο λοχαγός και ο δικηγόρος κάθισαν σ’ ένα τραπεζάκι κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη. Ο Στέφανος μιλούσε ορθός με το νομομηχανικό. - Για δες τους, του σφύριξε η ξαδέρφη του, ενώ του σερβίριζε το τσάι. Ο Στέφανος γύρισε και είδε. Ο δικηγόρος τέντωνε μπρος το στήθος κ’ έδειχνε το φουσκωτό χρωματιστό του λαιμοδέτη με μια χρυσή άγκυρα λοξά μπηγμένη, ο λοχαγός καμπουριασμένος πετούσε το κεφάλι έξω, σχεδόν ίσια με το πρόσωπο της κόρης. Κρατούσε δαγκαμένο το τσιγάρο και σούφρωνε το ένα μάγουλο καθώς κοίταζε με το μονόκλ, σε τρόπο που να φαίνονται τα δόντια του σα σκύλου που τα δείχνει πριν γαυγίσει. Η Φιφίκα Πρίφτη τον άκουε να της διηγείται και χαμογελούσε. Ήταν κόρη πλούσιου σαπουνά και αγαπημένη της κυρίας Κατίγκως. Κομψή και νόστιμη, ο Στέφανος μιλούσε ευχάριστα μαζί της και ήξερε πως η Θεώνη, όπως λεγόταν η ξαδέρφη του, την έφερε στο τσάι επίτηδες γι’ αυτόν. Σε λίγο η Θεώνη ξαναέριξε ματιά του Στέφανου, ματιά που έλεγε: Τι κάθεσαι! Ο Στέφανος γύρισε πάλι και είδε· ο λοχαγός είχε πλησιάσει πιο κοντά τη δεσποινίδα Πρίφτη. Μα δυο βήματα από πίσω της στεκόταν ορθή δίπλα σε μια λατάνια η Μαρίκα. Φορούσε φόρεμα ανοιχτό τριανταφυλλί, και οι ίσκιοι της λατάνιας έπεφταν κ’ έτρεμαν απάνω του σαν κοκκινόμουντα νερά. Τα μάτια του Στέφανου σταμάτησαν έξαφνα στη Μαρίκα. Η Θεώνη πήγε και κάθισε κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη και τον ξαναέκραξε με μια ματιά· κ’ έπειτα με το όνομά του. Μα ο Στέφανος τράβηξε ίσια στη Μαρίκα. Το βράδυ, όταν η κυρία Κατίγκω τον ρώτησε ποιος ήταν και τι έγινε στο τσάι, ο Στέφανος δεν είπε ούτε πως ήταν η Μαρίκα εκεί. Την άλλη μέρα βρέθηκε κάτω από το σπίτι της. Η Μαρίκα στάθηκε στο παράθυρο ορθή, ακίνητη ώσπου πέρασε. Ξαναπαντήθηκαν στο σπίτι της Θεώνης και ξαναπαντήθηκαν και πάλι, σα να το είχαν συμφωνήσει. Βγήκαν περίπατο μαζί και οι τρεις, πρώτα στο δρόμο της ακροθαλασσιάς, έπειτα όμως στ’ απόμερα, στην εξοχή, στους λόφους που έπαιζε μικρός ο Στέφανος με τις δυο Ευανθίες, και πιο μακρύτερα, όπου τα λαγκάδια της ρεματιάς ομορφαίναν περισσότερο, οι λόφοι γίνονταν βουνάκια, πέτρινα πάντα, κοκκινόμαβα, με πεύκα αραιά και ρείκια πιο πυκνά και σφάλαχτα και σπάρτα που όταν ανθίζαν τον Απρίλη έβαφαν όλον τον τόπο σα με αίμα κίτρινο --- ένα κίτρινο που το αγαπούσε χωριστά η Μαρίκα κ’ έμενε άφωνη κοιτάζοντάς το όταν έχυνε τα βράδια χρυσόξανθες αναλαμπές στα ρόδινα νερά του μικρού κόλπου, που έκανε πίσω από το κάστρο η θάλασσα. Εκεί έξω δεν απαντούσανε ψυχή. Μόνο κανένα κυνηγό και γαϊδουράκια, που όπως κατεβαίναν ολοσκέπαστα από τα κλαδιά που ήταν φορτωμένα, έμοιαζαν σα θάμνα φουντωτά που σάλευαν, φαινόντανε σα βώλοι χαλκοπράσινοι που ξεκολλούσαν και κυλούσαν γλιστρώντας κάτω στην πλαγιά. Μακρύτερα έβοσκαν κοπάδια τράγοι, και τα κουδούνια ηχούσαν εδώ βοερά από το βάθος και σαν απόκοσμα, εκεί απαλά από τη ράχη, μελαγχολικά. Κάτω στης λαγκαδιάς το χάσμα άγρια περιπλοκάδια πλεγμένα σε κουμαριές και σκίνα και σε ρείκια σχηματίζαν λόχμες, μικρούς θόλους που έφεγγαν βιολετοκόκκινοι όταν άνοιγαν τα ρείκια, έλαμπαν ασπριδεροί με μουντούς, παρδαλούς τόνους όταν ανθίζαν τα περιπλοκάδια. Η Μαρίκα και ο Στέφανος, πιασμένοι μπράτσο, γλιστρούσαν στις πλαγιές, σερνόντανε στα μονοπάτια, μιλούσανε λιγότερο παρότι σώπαιναν και ονειρεύονταν. Η Θεώνη τους ακολουθούσε πότε κοντά, πότε από πίσω, πότε τους άφηνε να προχωρούνε μόνοι, να κρύβονται για μια στιγμή στα θάμνα, να κάθονται στα φρύδια και να στέκονται στις κορυφές ορθοί σα στύλοι και να κοιτάζουνε τη θάλασσα, που ανοίγονταν μπροστά τους πάντα πλατύτερη κ’ έφεγγε όλη στο ηλιοβασίλεμα σα χρυσή πλάκα απέραντη πυρωμένη σε πυρκαγιά ολοπόρφυρη. Και μια μέρα, καθώς στέκονταν αντίκρυ εκεί στη θάλασσα, και την κοιτάζανε χεροπιασμένοι, έσφιξε ο ένας περισσότερο το χέρι του άλλου. Ο Στέφανος δεν το θυμάται ποιος. Και μια στιγμή βρεθήκαν με σμιγμένα χείλη. Έπειτα έμειναν ακουμπώντας τα χέρια ο ένας στον ώμο του άλλου, έμειναν άλλη μια στιγμή έτσι και κοιτάζονταν στα μάτια. Ο Στέφανος θυμάται πως η όψη της Μαρίκας ήταν κατακόκκινη. Έπειτα έλυσαν άφωνοι τα χέρια και κατέβηκαν το λόφο. Όσες φορές περάσαν από το λόφο, δε σταμάτησαν στο μέρος. Γλιστρούσαν σιωπηλοί. Μια μέρα μόνο, ένα βράδυ που η θάλασσα έλαμπε περισσότερο παρά άλλο βράδυ, και από πάνω κρεμόντανε τα σύννεφα ωχρά, ρόδινα εμπρός και κόκκινα βαθιά στο μάκρος, σταθήκανε και πάλι. Και η Μαρίκα έγειρε στο ώμο του και κοίταζε. Κοίταξε άφωνη λίγες στιγμές, έπειτα έπιασε το χέρι του και γύρισε και τον έβλεπε στα μάτια. Ο Στέφανος έσκυψε και της φίλησε το μέτωπο. Η Μαρίκα ακούμπησε ξανά στον ώμο του. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, είπε σιγαλά. Ο Στέφανος της γέλασε. Της γέλασε και σώπαινε. - Στέφανε, ψιθύρισε πάλι η Μαρίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Είναι και κείθε, και από εκείθε πέρα; ξαναείπε σιγαλά η Μαρίκα κ’ έδειξε στο μάκρος, που χάνονταν τα σύννεφα ολοπόρφυρα. - Τι; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος. Μα ένα πουλί πέταξε μπρος από τα πόδια του ίσια, ολόισια προς τ’ απάνω· κ’ ένας ήχος χτυπητός και λαγαρός σκορπίστηκε έξαφνα, σα να τρικύμισε κυματιστά όλον τον αέρα. Τρεμουλιαστό, ίσια απάνω, κατακόρυφα ανέβαινε το πέταγμα του σταχτερού πουλιού, και λαγαρότερο, τρικυμιστότερο και πάντα πιο ηχερό σα σάλπισμα πρωινό γέμιζε το κελάδημά του τον αιθέρα. Σώπαιναν και κοίταζαν απάνω όσο που χάθηκε σε μικρό στίγμα τα σταχτερό πουλί, και ο ήχος σβήστηκε σ’ έναν ψιθυριστό απόηχο ψηλά στο γαλανό. - Ω είναι, είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα και γυρτή στον ώμο του Στέφανου κατέβηκε το λόφο. Όταν το βράδυ γύριζαν στην πόλη, ο Στέφανος έφερνε τη Μαρίκα και τη Θεώνη ως τη γέφυρα, και αυτού τις άφηνε, και κείνος πήγαινε από τον άλλο δρόμο. Μα το βράδυ αυτό η Μαρίκα δεν του άφησε το χέρι· τον έσυρε μαζί της ως τη γέφυρα, και σταθήκαν κ’ έσκυψαν στα κάγκελα κ’ έβλεπαν κάτω. Είχε νυχτώσει και άναψαν τα φώτα. Δεν περνούσε κανείς στη γέφυρα, και μόνο στο κανάλι κάτω πηγαίναν πέρα δώθε μερικές σκιές. Στάθηκαν και κοιτάζαν κάτω και σωπαίναν, σα να ήθελαν ν’ ακούσουν ένα ψιθύρισμα που έφτανε από κάτω από τη γέφυρα. Από αντίκρυ, από τους κήπους, ένα απόγειο έφερνε μια μυρουδιά ελαφρή από ανθισμένες πασχαλιές. Η Μαρίκα σύρθηκε πιο κοντά στο Στέφανο, και ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι. Όταν χωριστήκαν ύστερα, φιλήθηκαν πρώτη φορά εμπρός στην ξαδέρφη τους. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν στη σκοτεινιά. Ο Στέφανος θυμάται πως εκεί που γύριζε έπειτα στην πόλη, είχε μπροστά του όλη την ώρα τα μάτια της Μαρίκας. Και θυμάται τώρα πως εκεί που πήγαινε θυμήθηκε έξαφνα την Ευανθία. Έτσι έξαφνα, έτσι μια στιγμή. Έπειτα η ανάμνηση έσβησε πάλι εμπρός στα μάτια της Μαρίκας. Και την άλλη μέρα που είδε τη Μαρίκα, η Μαρίκα του είπε: - Ξέρεις, Στέφανε, η Θεώνη μου θύμωσε χτες βράδυ όταν χωρίσαμε από σένα. - Γιατί από λάθος τη φώναξα Ευανθία, πρόσθεσε γελώντας· φοβάται πως αγαπώ περισσότερο την Ευανθία. - Και δεν την αγαπάς; ρώτησε ο Στέφανος. - Ανοησίες, απάντησε η Μαρίκα και σώπασε. - Αν κ’ έπρεπε, είπε πάλι έπειτα από μια στιγμή. - Γιατί; ρώτησε ο Στέφανος. - Γιατί κι αυτή --- η Θεώνη --- σε πήγαινε στην Πρίφτη. - Ανοησίες, είπε τώρα ο Στέφανος. Και σώπασαν πάλι. Μα ύστερα από λίγο η Μαρίκα ξαναείπε: - Ωστόσο είναι παράξενο στ’ αλήθεια. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Να, πολλές φορές μου φαίνεται πως είναι αλήθεια η Ευανθία που έρχεται κοντά μας. Ο Στέφανος την κοίταξε, αλλά δε μίλησε. Θυμάται πως είχε όλη την ώρα κάποια στενοχώρια να μιλήσει. Μα η Μαρίκα μιλούσε πιο πολύ τη μέρα αυτή, μιλούσε πιο πολύ παρότι σώπαινε άλλες μέρες. ……………… Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη. Και η Μαρίκα ήταν τόσο ευτυχισμένη να βυθά, να πλέει, να χάνεται σα σε όνειρο μέσα σ’ αυτό. Και σώπαινε. Κ’ έπειτα άρχιζε πάλι να μιλεί, να φλυαρεί. Κι’ έπειτα πάλι ξανασώπαινε. Κ’ έτρεχε μπρος, έμενε πίσω, ξαναγύριζε στο Στέφανο κ’ έγερνε απάνω του, βάδιζε πλάι του, ψιθύριζε, άπλωνε τα χέρια ψηλά στο φως, πέρα στη θάλασσα, τα έριχνε πάλι κάτω, τα ανάπαυε στον ώμο του, τα δίπλωνε τριγύρω στο λαιμό του. Μισοέκλεινε τα μάτια στο πρόσωπό του εμπρός και ξανάνοιγε πάλι τα μάτια πλατιά κ’ εκστατικά στο γαλανό, στα χρυσά νέφη, στα ρόδινα νερά. - Μου αρέσει, μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε· τον άφηνε να της χαδεύει τα μαλλιά και ήταν τόσο ευτυχισμένη. - Μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε κ’ έδειχνε απάνω το γλαυκό κ’ έδειχνε γύρω το χρυσό φως και κάτω τις ανεμώνες που έσκαζαν πλήθη πολλά στη γη και πλούμιζαν με τόνους ωχρορόδινους το σκούρο χώμα. Τόνοι νεκροί, κιτρινωποί, χαλκοί γλιστρούσαν εδώ και κει στους πράσινους ακόμα θάμνους και στα κλαδιά, όπου κοκκινίζαν ζωηρά τα κούμαρα. Ο Στέφανος και η Μαρίκα χάνονταν στους θόλους, σταματούσαν κι άκουαν τους σπίνους που λαλούσαν το σιγαλό σκοπό τους στα κλαδιά, τους μικρούς σπουργίτες που ψιθύριζαν στα θάμνα, τους μακρινούς, κομμένους ήχους που φτάνουν πάντα αόριστοι και μελαγχολικοί από την ερημιά και γεμίζουν τη σιγή με κάποια ανησυχία. Σταματούσαν και τους άκουαν και σώπαιναν, και η Μαρίκα άφηνε το Στέφανο να τη φιλεί και του ξανάλεγε: - Μου αρέσει το φθινόπωρο. Κάποιοι αργοπορημένοι βάτοι πρόβαλαν μια μέρα λευκοανθισμένοι, χλωμοκόκκινοι εκεί εμπρός τους, και ο Στέφανος τους έδειξε της Μαρίκας. - Είναι σαν άνοιξη, της είπε. Και θυμάται τώρα πως η Μαρίκα τον κοίταξε με μακρύ βλέμμα κ’ έπειτα: - Είναι σα γέλασμα, ψιθύρισε αργά και τον κοιτούσε. Η φωνή της είχε έναν τόνο σα βραχνό, ελαφρά βραχνό, ανεπαίσθητα βραχνό. Ο Στέφανος όμως τον πρόσεξε. - Και τον αγαπώ, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα με τον ίδιον τόνο στη φωνή και τον κοίταζε στα μάτια. Ο Στέφανος την κοίταξε κι αυτός σαν παραξενεμένος κ’ έμεινε μελαγχολικός. Μα σε λίγο ξαναβγήκανε στο λόφο· η θάλασσα άστραψε πάλι πέρα κ’ ένας αέρας χλιαρός από τα πλάτη σκόρπισε το σύννεφο. Η Μαρίκα ξανάπλωσε τα χέρια σα φτερά, και η φωνή της ηχούσε ξάστερη. Είχαν φτάσει κοντά στο Χάλασμα, ένα παλιό ερειπωμένο σπίτι που τα παράθυρά του ανοιγόντανε άδεια κοντά, μπροστά στη θάλασσα. Η Μαρίκα αγαπούσε να σταματά εκεί· τριγύρω κοκκίνιζαν ξεροί, γυμνοί μονάχα βράχοι, και οι ροδοδάφνες που δοκιμάσαν να φυτέψουν μια φορά απέξω από το χάλασμα, απόμεναν λειψές και μόλις που κοκκίνιζαν· εμπρός στην πόρτα του όμως απλωνόταν πλατιά, μεγάλη η θάλασσα. Η Μαρίκα σταμάτησε και τώρα εκεί· και τέντωσε το χέρι και την έδειξε. Κοντά της η Θεώνη κοίταζε σα να έπληττε· και ολόγυρα στους λόφους και αντίκρυ στο ορθόβραχο βουνό και απάνω στο γλαυκό και κάτω στη ροδισμένη θάλασσα άπλωνε τη χλιαρή γαλήνη του το αργό και φωτεινό φθινόπωρο. ………………… Μα η κυρία Κατίγκω έμαθε τους περίπατους και θύμωσε με τη Θεώνη. Η κυρία Αγλαΐα τα έβαλε με τη γιαγιά κ’ έπειτα με την ίδια τη Μαρίκα. Της θύμισε τη νομαρχία και της είπε: - Αδύνατο! Αδύνατο να γίνει! Δεν ήθελε μήτε να φανταστεί για τη Μαρίκα κάτι κατώτερο από νομαρχία. Και γέλασε ανάμεσα στα δόντια: - Στο σπίτι της κυρίας Κατίγκως! Μα και για την κυρία Κατίγκω η προίκα της Μαρίκας δεν ήταν αρκετή· η κυρία Κατίγκω αγαπούσε κιόλα τη Φιφίκα Πρίφτη και το έκοψε κι αυτή στο Στέφανο: - Μονάχα τη Φιφίκα. Έτσι έπαψαν οι περίπατοι, και ο Στέφανος έβλεπε σπάνια τώρα τη Μαρίκα. Θυμάται πως ήταν μελαγχολικός και διάβαζε πάντα το Βέρθερο· δε μιλούσε πια με την κυρία Κατίγκω, ούτε η γιαγιά ερχότανε σ’ αυτή. Ώσπου μια μέρα ζήτησε έξαφνα η Μαρίκα να δη το Στέφανο. Ειδωθήκαν στης Θεώνης, και η Μαρίκα ήταν ωχρή· μα έπειτα κοκκίνισε μεμιάς. - Να φύγομε, του είπε. Και όταν είδε πως ο Στέφανος δεν απαντούσε. - Τότε έλα στη μαμά, του είπε πάλι ξαφνικά. Ο Στέφανος αποφάσισε και πήγε, και η κυρία Αγλαΐα του έσφιξε περίεργα το χέρι και μιλήσαν φιλικά. Φαινόταν σα να ξέχασε τη νομαρχία κ’ έδειχνε πως είχε κάτι να του πει. Μα δεν το είπε· όταν έφευγε του ψιθύρισε μονάχα: - Ήθελα να μιλούσατε με τη γιαγιά. Μα και η γιαγιά προτίμησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω· και της είπε την απόφαση που πήρε να δωρίσει στη Μαρίκα το κτήμα που είχε για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε όταν το άκουσε: - Αλλά, νονά! Μα όταν έπειτα λογάριασε πως με το κτήμα αυτό η προίκα της Μαρίκας ανέβαινε ψηλότερα από της Φιφίκας Πρίφτη, είπε σιγαλότερα: - Για να το πω του Γιάγκου. Και φώναξε τον κύριο Γιάγκο κ’ έδωσαν το λόγο τους. Μα την ώρα που θα έφευγε η γιαγιά, η κυρία Κατίγκω την έκραξε στην άκρη. - Κοίταξε όμως, νονά, της είπε, όσο είσαι ζωντανή δεν πρέπει να το μάθει η Ευανθία. - Ναι, απάντησε η γιαγιά. - Ξέρεις πόσο την αγαπώ· δε θέλω να πικραθεί, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, ναι είπε ξανά η γιαγιά, φιλήθηκε με την κυρία Κατίγκω και αγκάλιασε το Στέφανο. Κ’ έτρεξε στην κυρία Αγλαΐα και στη Μαρίκα που περίμεναν. Η κυρία Αγλαΐα φίλησε και κείνη τη Μαρίκα, όταν όμως έγιναν οι αρραβώνες δεν παρουσιάστηκε. Η Μαρίκα βγήκε χλωμή μόνο με τη γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ήταν νευρική όλη την ώρα. Στην πόρτα φάνηκε ο άσπρος σκούφος του παππού, και όταν βγήκε από τη σάλα η υπηρέτρια με το δίσκο, ο παπαγάλος φώναξε από το κλουβί. Η Μαρίκα χλόμιασε περισσότερο. Και κει που έφευγαν έπειτα, ο Στέφανος την πρόσεξε πως έβηξε ξερά. Η κυρία Κατίγκω, όταν γύρισαν στο σπίτι, αγκάλιασε και φίλησε το Στέφανο. - Αφού το θέλησες, με την ευχή μου, του είπε, ωστόσο… Ο Στέφανος την κοίταξε. - … καλύτερα να μη γινότανε, ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έσκυψαν και οι δυο κ’ έμειναν σιωπηλοί. [Επεξεργασία] V Όμως την άλλη μέρα άλλαξε η κυρία Κατίγκω, πήγε στη γιαγιά και στη Μαρίκα. Και όταν γύρισε στο σπίτι είπε στον κύριο Γιάγκο: - Δεν ξέρεις τι καλή που είναι η Μαρίκα. Κ’ έπειτα: - Και κ ε ί ν η βγήκε σήμερα και με χαιρέτησε. Ο κύριος Γιάγκος κατάλαβε πως εννοούσε την κυρία Αγλαΐα. - Μου θυμώνει μόνο όταν πιάνεται με τη νονά, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έπειτα πάλι: - Τώρα που πήρε η κόρη της το κτήμα, δεν έχει πια μαζί μας τίποτε. Μα έξαφνα: - Δεν ξέρεις πώς το έχω μέσα μου, είπε σιγότερα. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε. - Τι; ρώτησε. - Που το πήραμε της Ευανθίας, απάντησε η κυρία Κατίγκω και μελαγχόλησε. Έπειτα όμως πηγαίνοντας πιο κοντά του: - Ξέρεις τι περιμένει; του είπε. - Ποιος; ρώτησε ο κύριος Γιάγκος. - Η…, απάντησε η κυρία Κατίγκω, και ο κύριος Γιάγκος εννόησε πάλι, περιμένει να γίνει ο Στέφανος νομάρχης. Με αυτό την έκαμαν και δέχτηκε. Ο κύριος Γιάγκος γέλασε: - Ε, και συ τάχα δεν το θέλεις; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έτρεξε μέσα και φίλησε το Στέφανο. Γρήγορα όμως ξαναμάλωσε η κυρία Αγλαΐα με τη γιαγιά και ξαναέκλεισε την πόρτα στην κυρία Κατίγκω. Μα πρόφτασε η Μαρίκα, και ο Στέφανος δεν το έμαθε. Όταν το έμαθε έπειτα, είχε συνηθίσει. Δεν πρόσεχε. Πρόσεχε κ’ έβλεπε μόνο τη Μαρίκα. Και τώρα, ενώ ο Στέφανος κάθεται εκεί αντικρύ στη θάλασσα και φέρνει στη μνήμη του όλα αυτά ένα-ένα σα να τα ξαναζεί, έχει μπροστά του πάντα την εικόνα της Μαρίκας· της Μαρίκας ορθής κάτω από τα βραδιασμένα πεύκα, σκυφτής στ’ αραδιασμένα κοχύλια της στον άμμο, ακίνητης μπροστά στη θάλασσα ενώ έπαιζαν τ’ άλλα παιδιά· ριγμένα απάνω του τα μελαγχολικά μεγάλα μαύρα μάτια της, του φαίνονταν σα να του ανοίγουν έξαφνα ένα μυστικό. Κ’ έξαφνα πάλι εκεί θυμάται ο Στέφανος τη χτεσινή σκηνή με την κυρία Κατίγκω όταν γύρισαν στο σπίτι, και στο παράθυρο ξέσπαζε η βροχή. Η κυρία Κατίγκω είχε έπειτα όλο το βράδυ σκοτεινό το πρόσωπο, και η σιγή της ήταν πνιγερή όλη την ώρα στο τραπέζι. Για να την αποφύγει, ο Στέφανος βγήκε έξω στο μπαλκόνι· βγήκε και στάθηκε σκυφτός. Δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί και γύρισε τα μάτια του απάνω. Με έξαφνα τα σταμάτησε εκεί παράξενα ο Ωρίων που ανέβαινε από το βουνό. Ανέβαινε λαμπρός, υγρός σα μόλις λουσμένος στη βροχή κ’ έλαμπε κει παράξενα στημένος ολόρθος στο βουνό. Ο Στέφανος θυμάται πως τον κοίταζε ώρα, σα να τον πρόσεχε πρώτη φορά, σα να τον έβλεπε έτσι εκεί πρώτη φορά. Και θυμάται πως ανατρίχιασε· του φάνηκε μεμιάς σα να τον κοίταζε και κάποιος άλλος, κάποιος κοντά του, πίσω, πλάι του. Έστρεψε πίσω, πλάι ---δεν ήτανε κανείς. Και σήκωσε πάλι τα μάτια απάνω κ’ έβλεπε τον Ωρίωνα. Και σήμερα έξαφνα η Μαρίκα του μίλησε για τον Ωρίωνα. Ο Στέφανος τινάχτηκε όπως και την ώρα που άκουσε τη Μαρίκα να μιλεί γι’ αυτόν. Σταμάτησε και κοίταξε μπροστά του πέρα σα να έβλεπε κει να έτρεμε ν’ ανοίξει πάλι κάποιο μυστικό. Μα ξαναέσκυψε, και η Μαρίκα ήταν πάλι εμπρός του ορθή· ορθή κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα, ορθή από πίσω του και πρόσμενε να έρθει να καθίσει το πουλί, ορθή μπροστά του κ’ έπαιρνε από το χέρι του το πορτοκάλι που είχε κόψει αυτός ο ίδιος για την αδερφή… Γύρω άρχισε να σκοτεινιάζει, και η θάλασσα είχε βαφεί με χρώμα κίτρινο που χλόμιαζε ολοένα σιγοσβήνοντας σε σταχτερή άχνα. Και του Στέφανου, καθώς κοίταζε τη θάλασσα, του φάνηκε πως γέμισε όλη με τους κύκλους που την είδε να γεμίζει το σκοτεινό απομεσήμερο που πέθαινε η μικρή αδερφή. Ξανατινάχτηκε. Όταν σήκωσε πάλι τα μάτια δεν ήταν γύρω του κανείς. Τα τραπέζια του καφενείου όλα έρημα, στην τζαμόπορτα έπαιζε μια λάμψη, σα φως που σπάζει σε αδειανό καθρέφτη. Σηκώθηκε σιγά και τράβηξε προς το ακρογιάλι. Η θάλασσα σιωπηλή σκοτείνιαζε ολοένα, στα καΐκια ανάβανε θαμπά μικρά φανάρια, και η λάμψη τους έμενε ακίνητη σαν καρφωμένη ορθή μες στο νερό. Ούτε άνθρωπος, ούτε ίσκιος γύρω· μόνο ένα ναυτόπουλο εκεί κάπου σκορπούσε σα στεναγμό το σιγαλό παθητικό τραγούδι του: Θάλασσα πλατιά, μαύρη ξενιτιά… Μελαγχολία παράξενη κυρίεψε έξαφνα το Στέφανο ενώ βάδιζε και άκουε που ξεψυχούσε το τραγούδι πίσω του· σα να του ξύπνησε μεμιάς η θλίψη ολόκληρης μιας ξενιτιάς, μιας ερημιάς. Αλλά ποιας ξενιτιάς, ποιας ερημιάς; Ο Στέφανος σταμάτησε. Και μια στιγμή καθώς σταμάτησε, του ήρθε πως τάχα ήταν κλεισμένος στα τείχη του σχολείου μια φορά· είχε μπροστά του πέρα την ξένη θάλασσα και τραγουδούσε ο ίδιος το τραγούδι που έσβηνε τώρα πίσω του. Το τραγουδούσε και θυμόταν τη δική του θάλασσα και την κυρία Κατίγκω που του έγραφε πως κάθεται και την κοιτάζει μόνη. Κ’ έξαφνα του έρχεται στο νου πως του είχε γράψει κάποτε η κυρία Κατίγκω: Είχαμε τώρα εδώ την Ευανθία. Ο Στέφανος την είχε λησμονήσει. Θυμόταν μόνο την κυρία Κατίγκω όταν έβλεπε τη θάλασσα. Και ο Στέφανος ξανασταμάτησε. Θυμήθηκε πάλι μεμιάς πως γύρισε ένα καλοκαίρι σπίτι του. Ήταν τότε που η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω· κ’ ένα βράδυ ξαφνίστηκε καθώς πήγαινε στο δρόμο. Τον σταμάτησε τρεχάτη η Ευανθία. - Ήρθα να κάνω μπάνια και να με δει η γιαγιά· πες της θείας Κατίγκως πως θα έρθω να τη δω, του είπε σιγά, σχεδόν στο αφτί. Και του έσφιξε το χέρι κ’ έφυγε. Και μια βραδιά ήρθε αλήθεια. Αγκαλιάστηκαν με την κυρία Κατίγκω και μίλησαν πολλά Ο Στέφανος στεκόταν στο μπαλκόνι. Και μια στιγμή ήρθε η Ευανθία εκεί κοντά του. Πρώτα στάθηκε αμίλητη, έπειτα του είπε: - Έμαθα θα φύγεις. - Ναι, της απάντησε. - Και γω θα φύγω, δε θα μείνω όλον το μήνα, είπε η Ευανθία. Και σώπασαν και οι δυο. Κάτω απλωνότανε μπροστά τους σιωπηλή κ’ η θάλασσα. Και ο Στέφανος σα να την είδε να γεμίζει όλη με τους κύκλους. Μια στιγμή κ’ έπειτα οι κύκλοι έσβησαν. Έσβησαν όπως έσβησαν και τώρα που απλώθηκαν μπροστά του πάλι μια στιγμή… Ο Στέφανος ήταν στην πόρτα του. Είδε την τραπεζαρία φωτισμένη: τον περίμεναν. Συλλογίστηκε την κυρία Κατίγκω αμίλητη και σκοτεινή. Και στάθηκε. Σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Όμως ανέβηκε. Τον περίμεναν να φάνε, και η κυρία Κατίγκω τον καλησπέρισε χαρούμενη. - Ήταν εδώ η Ευανθία, του είπε· δες τι μου έφερε. Και του έδειξε ένα κέντημα, ένα μαξιλαράκι μ’ ένα κόκκινο μεγάλο ρόδο φουσκωτό, στη μέση από φόντο κίτρινο. Ο Στέφανος το κοίταξε. Το φως της λάμπας έριχνε απάνω του ζωηρούς κρεμεζιούς τόνους --- του Στέφανου του φάνηκαν σαν αιματένιοι. - Πώς χάρηκε ο πατέρας σου, είπε η Κατίγκω. Ε, Γιάγκο; Ο κύριος Γιάγκος κοίταξε. - Την… Ευανθία, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, μεγάλωσε, είπε ο κύριος Γιάγκος. Η κυρία Κατίγκω αναστέναξε, και ο κύριος Γιάγκος άλλαξε ομιλία. Παραπονέθηκε για τους κεφτέδες. - Τους έκαψε, είπε. Έπειτα φώναξε την υπηρέτρια για τις σκνίπες που πλημμύριζαν το τραπέζι: - Κλείνετε πρώτα πριν ανάψετε το φως, σας είπα! Ο Στέφανος έτρωγε αμίλητος, η κυρία Κατίγκω έγινε πάλι μελαγχολική. Άμα τελείωσαν και ο Στέφανος σηκώθηκε να φύγει, η κυρία Κατίγκω τον πλησίασε στην πόρτα. - Θα έβγεις έξω; του είπε. Ο Στέφανος ένεψε «ναι», και η κυρία Κατίγκω τον κοίταξε άφωνη μια στιγμή στα μάτια. Έπειτα γύρισε να φύγει, μα πάλι σταμάτησε και τέλος τόλμησε: - Που ήσουν σήμερα; Ο Στέφανος την κοίταξε μονάχα. Και η κυρία Κατίγκω πλησιάζοντας και βάζοντας ελαφρά το χέρι της στον ώμο του ψιθύρισε: - Καλά, καλά· καλύτερα που πήγες. Και γύρισε και μπήκε μέσα. Ο Στέφανος έμεινε μια στιγμή χωρίς να κινηθεί. - Η ίδια πάντα, η ίδια πάντα, είπε έπειτα και τράβηξε στην κάμαρά του. [Επεξεργασία] VI Την άλλη μέρα βρήκε ο Στέφανος την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. - Δε σηκώθηκε η Μαρία, του είπε. Ο Στέφανος της έδωσε το χέρι και σταμάτησε: - Είναι ίσως αδιάθετη; Η Ευανθία δεν απάντησε. - Ήταν εδώ η Φιφίκα, είπε έπειτα. Και πρόσθεσε: - Ήρθε για μένα. Και κοίταζε το Στέφανο. Στην πόρτα ήρθε και στάθηκε ο παππούς. - Έλα, παππού, του μίλησε η Ευανθία. Ο παππούς κοίταξε μέσα μια στιγμή, έπειτα γύρισε κ’ έφυγε. - Θα ταξιδέψει, είπε η Ευανθία. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η Φιφίκα· θα έφευγε σήμερα, μα δεν της ετοιμάσανε το φόρεμα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν, είπε ξανά αφού κάθισε. Κι έπειτα από μια στιγμή: - Βάζω στοίχημα πως δε θ’ αρέσει της Μαρίκας. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Το φόρεμα· θα το βρει πρόστυχο. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Όπως βρίσκει πρόστυχη και τη Φιφίκα. Και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο· και είπε πάλι σα με πείσμα: - Μα εμέ μου αρέσει. Και της θείας Κατίγκως της αρέσει. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε ν’ ακούσει· η κυρία Αγλαΐα μπήκε μέσα. Η Ευανθία σηκώθηκε και καλημέρισε. Η κυρία Αγλαΐα μόλις κίνησε τα χείλη. Έπειτα άπλωσε αλύγιστα και αργά το χέρι της στο Στέφανο. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έφερε σ’ αυτό τα χείλη. Η κυρία Αγλαΐα πήγε ως το παράθυρο κ’ έριξε έξω μια ματιά· έπειτα γύρισε στη γωνία όπου είχε τ’ άνθη της και στάθηκε μπροστά σε μια μπεγκόνια. Δοκίμασε το χώμα και χάδεψε τα φύλλα της. Καθώς τα άγγιξε, μια παρδαλή απαλή λάμψη τρεμούλιασε μπροστά στην Ευανθία που πλησίασε κεί· τα κόκκινα καμπανωτά άνθη από δυο τουλίπες στημένες παρά πίσω έριχναν τόνους κόκκινους. Ο Στέφανος θυμήθηκε μπροστά τους το πορφυρό ρόδο στο κέντημα που χάρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω· κ’ έμεινε και τους κοίταζε. Η Ευανθία πρόσεχε στην κυρία Αγλαΐα που πήγε σε μια εταζέρα. Πήγε και στάθηκε μπροστά σ’ αυτή κ’ έσυρε απάνω της ελαφρά τα δάχτυλα· αφού έκαμε ύστερα το ίδιο και στο πιάνο, γύρισε γρήγορα και πάτησε το κουμπί του κουδουνιού που ήταν απάνω στο τραπέζι. Η υπηρέτρια ήρθε να της σερβίρει τον καφέ, μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε απότομα: - Ποια ξεσκόνισε δω μέσα; Η υπηρέτρια έσκυψε τα μάτια κάτω. Να ξεσκονίσεις πάλι, είπε η κυρία Αγλαΐα και κάθισε μπρος στον καφέ της. Κ’ ενώ άπλωνε έπειτα σιγά το βούτυρο σε μια φετίτσα, σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε την Ευανθία: - Τι φορούσε η Πρίφτη; - Ένα σερζ μοβ με ζακετίτσα, απάντησε η Ευανθία. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα: - Το ξέρω· δεν της πάει καθόλου. - Πώς; έκαμε να πει η Ευανθία, μα μόνο το ψιθύρισε. - Δε θα το πάρει αυτό μαζί της, είπε ύστερα. - Πού να το πάρει; - Στην Ιταλία· θα πάει με τον πατέρα της. Η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια. Και με χαμόγελο: - Κι ο λοχαγός μαζί; είπε. Η υπηρέτρια ήρθε και ξεσκόνιζε, και η Ευανθία δεν απάντησε. Είπε μόνο για το νέο φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν. Και πρόσθεσε: - Κάνουν πάλι πλατιές τις φούστες . Η άκρη ρου άσπρου σκούφου του παππού φάνηκε που έσκυψε στην πόρτα. Μα τραβήχτηκε αμέσως πίσω, και η κυρία Αγλαΐα δεν τον είδε. Η υπηρέτρια τοποθετούσε πάλι στην εταζέρα τα πράγματα που είχε σηκώσει, και η κυρία Αγλαΐα πρόσεχε κει και φώναξε της υπηρέτριας: - Λίγο πιο πέρα, δεξιότερα… - Όχι! πιο εδώ --- τι ζώο! είπε δυνατότερα όσο που τέλος: Αυτού, καλά, ψιθύρισε ευχαριστημένη και γύρισε στην Ευανθία: Πλατιές, μα δε μου αρέσουν. Αλλά η Ευανθία δεν απάντησε. Ο Στέφανος είχε στρέψει προς το παράθυρο· ο ήλιος χτυπούσε και φώτιζε τη λεύκα απέξω· τα φύλλα της ήταν πιο χαλκοκόκκινα και μαδημένα. Όταν ξαναγύρισε τα μάτια μέσα είδε πως η Ευανθία τον κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα τίναζε μέσα στο δίσκο τα ψίχουλα από το βούτημά της… - Φλώρα, Φλώρα! ακούστηκε από το διάδρομο η φωνή του παπαγάλου. Φλώρα ήταν το όνομα της υπηρέτριας που είχαν στο σπίτι όταν πήρανε τον παπαγάλο. Η Μαρίκα τον έμαθε να το φωνάζει, και όταν έφυγε η υπηρέτρια ο παπαγάλος φώναζε πάντα το όνομα αυτό άμα πλησίαζε η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε, έστρεψε στην πόρτα που έμπαινε η Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε πρώτα το Στέφανο, έπειτα φιλήθηκε με την κυρία Αγλαΐα και την Ευανθία. - Τι ωραία μέρα! γύρισε προς το παράθυρο, αφού χαιρέτησε το Στέφανο. - Θα βγούμε με το αμάξι, είπε η κυρία Αγλαΐα. Η Μαρίκα πήγε ίσια στο πιάνο κ’ έπειτα στην εταζέρα. Τα δοκίμασε, ήταν ξεσκονισμένα. Ύστερα σταματώντας απέναντι στη εταζέρα: - Να μην μπορεί να μάθει ακόμα! είπε σα μόνη της και πλησίασε και πήρε κ’ έσιαζε τα πράγματα που ήταν σ’ αυτή. Μα η κυρία Αγλαΐα που δεν τον είδε φώναξε: - Μαρίκα! - Να μην μπορεί να μάθει! ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Καλά ήταν· εσύ τα χάλασες, της ξαναφώναξε η κυρία Αγλαΐα. Μα η Μαρίκα σα να μην την άκουσε, έβαλε τα βάζα όπως ήθελε αυτή, και η κυρία Αγλαΐα έκανε να σηκωθεί: - Αλλά, Μαρίκα! - Έτσι, στραβά τα βάζουν τώρα· το είδε στης κυρίας προέδρου, είπε η Ευανθία. Ο Στέφανος περίμενε να πει η κυρία Αγλαΐα στη νομαρχία δεν τα βάζουν έτσι, μα η κυρία Αγλαΐα δε μίλησε· σήμανε μόνο το κουδούνι. Η υπηρέτρια ήρθε και ξαναέσιαξε τα βάζα. Η Μαρίκα πήγε στο Στέφανο. - Έτσι με κάνει πάντα νευρική, του είπε και στάθηκε κοντά του στο παράθυρο. - Το είδα αλήθεια στης κυρίας προέδρου, ξαναείπε, μα η μαμά έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος θέλησε ν’ αλλάξει θέμα. - Κοίταξε κει, της είπε κ’ έκαμε να της δείξει κάτι, δεν ήξερε κι ο ίδιος τι. Η Μαρίκα έσκυψε· μα καθώς έσκυψε, η ματιά της πήρε τον ίσκιο της γιαγιάς που σκούπιζε κάτω στην αυλή. Τινάχθηκε ορθή πάλι. - Όλοι εδώ μέσα μα κάνουν νευρική, είπε και γύρισε γοργά στην κάμαρα. Η Ευανθία είχε καθίσει και κεντούσε και καθώς σήκωσε μια στιγμή τα μάτια, τα έριξε στη Μαρίκα και στο Στέφανο. Κι αυτοί στρέφοντας μέσα την είδαν που τους κοίταζε. Η Ευανθία δεν πήρε από πάνω τους τα μάτια. Η κυρία Αγλαΐα γυρισμένη εκείθε, καθάριζε τα φύλλα της μπεγκόνιας. Η Μαρίκα έμεινε σα συγχυσμένη, η Ευανθία ατάραχη. Ο Στέφανος είδε όμως στη ματιά της μια λάμψη κίτρινη, μια λάμψη που του θύμισε ξαφνικά τη ματιά μιας γάτας κοκκινόμαλλης που είχαν μια φορά στο σπίτι όταν ήτανε μικρός και του άνοιξε συχνά πληγές στα δάχτυλα. Όταν η κυρία Αγλαΐα γύρισε πάλι το πρόσωπο στην κάμαρα, τους είδε που κοιταζόντανε άφωνοι και είχε το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσα στους τρεις. - Τι κάθεστε; θα βγούμε με το αμάξι, είπε γοργά η κυρία Αγλαΐα. - Αλλά μαμά, πετάχτηκε η Μαρίκα. Το είχα να πάω στα μαγαζιά, να δω ένα ύφασμα, πρόσθεσε αφού σώπασε μια στιγμή. Μα το πρόσθεσε σε τόνο που έδειχνε πως η ιδέα της είχε έρθει μόνο εκείνη τη στιγμή. - Στο γύρισμα σταματούμε και το βλέπεις, είπε η κυρία Αγλαΐα και την κοίταξε με βλέμμα που φανέρωνε πως ένιωσε την πρόφαση. Και τράβηξε κατά την πόρτα. Η Ευανθία πήγε κοντά. Η Μαρίκα στάθηκε μπρος στο Στέφανο, που έμενε ορθός στη θέση του, έτοιμος να κινηθεί, μα σα να μην ήξερε προς πού να κινηθεί. - Κι αυτή, κι αυτή με κάνει νευρική, του είπε, μόλις η Ευανθία χάθηκε έξω από την πόρτα. Σταμάτησε άλλη μια στιγμή μπροστά του, κ’ έπειτα ακολούθησαν άφωνοι και οι δυο. [Επεξεργασία] VII Το αμάξι τράβηξε το δρόμο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα στρωνόταν πέρα ήσυχη, ωχρογάλανη. Σωπαίναν και οι τέσσεροι· η Μαρίκα κοντά στο Στέφανο, η Ευανθία αντίκρυ του πλάι στην κυρία Αγλαΐα. Έξαφνα η θεία Αγλαΐα θυμήθηκε πάλι το φόρεμα της Πρίφτη. - Γκρίζο είπες; ρώτησε την Ευανθία. - Ναι, γκρίζο, απάντησε η Ευανθία. Δεν πρόσθεσε με τρία βολάν, κοίταξε μόνο στα μάτια τη Μαρίκα. Και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή. Σε λίγο περνούσανε τη γέφυρα του μόλου κ’ έσκυψαν κ’ έβλεπαν κάτω και οι δυο. Μεγάλοι σωροί ρόδια ήταν στημένοι πυραμιδωτά στο μόλο ανάμεσα σε στοίβες σάκους και ψηλές σειρές τετράγωνα ολοκαίνουργα κασόνια. - Τι κόκκινα! ψιθύρισε η Ευανθία βλέποντας τα ρόδια. - Μαρίκα, θυμήσου να στείλομε να πάρομε, είπε η κυρία Αγλαΐα. Από τις αποθήκες του μόλου κάτω από τη γέφυρα έφτανε απάνω κρατητός ο βρόντος άπειρων σφυριών που καρφώναν ολοένα. Η Μαρίκα σφάλισε τ’ αφτιά με τις παλάμες, ώσπου πέρασαν τη γέφυρα. - Ήρθαν απόψε δυο ιγγλέζικα για να φορτώσουν, είπε ο Στέφανος. - Πόσο αγοράζουν; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος είπε την τιμή, και ξανασωπάσαν πάλι. Η Ευανθία σηκώνοντας τα μάτια αντίκρισε μια στιγμή το Στέφανο. Η Μαρίκα κοίταζε ένα μικρό άσπρο σύννεφο στον ουρανό. Είχε υψωθεί εκεί, η Μαρίκα δεν το είχε δει από πού, και στάθηκε ψηλά και σάλευε μια εδώ μια εκεί, σα να μην ήξερε προς τα πού να πάει. Η Ευανθία γύρισε και την κοίταξε - Μαρίκα! φώναξε έπειτα με μιας. Η Μαρίκα γύρισε. - Να μην πάρομε και τη γιαγιά! Η Μαρίκα τής έριξε μόνο ένα βλέμμα δίχως ν’ απαντήσει, και ο Στέφανος είδε πάλι στη ματιά της Ευανθίας την κίτρινη αναλαμπή που του θύμισε πρωτύτερα την παλιά γάτα. Ο δρόμος φάνηκε στη θάλασσα και ανέβαινε προς το βουνό. Το αμάξι πήγαινε τώρα αργά, και η Μαρίκα ακουμπισμένη πίσω κοίταξε πάλι το σύννεφο. Είχε πυκνώσει τώρα μια στιγμή, έπειτα ξαναραίωσε και άπλωσε σα μαλλί ξασμένο, σκόρπισε αραιότερο, κομματιαστό, ώσπου έσβησε. -Μαρίκα, ξαναφώναξε η Ευανθία, καλά είναι τα μαλλιά μου; Είχε βγάλει το καπέλο, το ακούμπησε στα γόνατα, κ’ έσιαζε τα μαλλιά και κοίταζε. Η Μαρίκα δεν της απήντησε. Γύρισε μόνο στην κυρία Αγλαΐα και είπε: - Δεν πάμε πίσω; - Ναι, με το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Αλήθεια· να δούμε στο λιμάνι και τα ιγγλέζικα, είπε η Ευανθία. Το αμάξι ανέβαινε σε μια πλαγιά κατάφυτη με αμπέλια τρυγημένα πια και με κοκκινισμένα φύλλα, και ο δρόμος ισκιωνόταν από το κάστρο που άφησαν πίσω προς την αντολή· στην άκρη των αυλακιών του δρόμου φύτρωναν ωχρόλευκα αγριολούλουδα, λευκογάλανα σκυλάκια, και από τους όχτους μύριζε ακόμα η ξερή ρίγανη. Η Μαρίκα κούμπωσε το φόρεμά της. - Κρυώνεις; Ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα δεν απάντησε, μα ο Στέφανος φώναξε στον αμαξά: - Χτύπα λιγάκι. Άμα κατηφόρισαν στο λόφο, ο ήλιος ξαναθέρμανε το δρόμο και η θάλασσα φάνηκε πάλι κάτω φωτεινή λουρίδα. Το αμάξι κυλούσε τώρα γοργότερα, μα ένα σφύριγμα μέσα από τα δέντρα το σταμάτησε με μιας σε μια καμπή. Ήταν το τραίνο που περνούσε δυο βήματα σχεδόν μπροστά. Η Ευανθία πετάχτηκε ορθή και σήκωσε το χέρι. Μερικά κεφάλια πρόβαλαν έξω από τα παράθυρα των βαγονιών. Η Ευανθία έκαμε να νέψει με το χέρι, μα η κυρία Αγλαΐα την κράτησε. - Τρελή! Έβγαλε φωνή. Η Ευανθία γέλασε, αλλά δεν κάθισε. - Ο λοχαγός! Ο λοχαγός της Πρίφτη, φώναξε έπειτα κοιτάζοντας κατά το τραίνο. Η κυρία Αγλαΐα άφησε την Ευανθία και γύρισε κι αυτή να δει, ενώ ο τριγμός του τραίνου που χανόταν πάλι μες στα δέντρα σκέπασε τη φωνή της Ευανθίας. Η Μαρίκα την κοίταξε περίεργα και γύρισε στο Στέφανο. Η κυρία Αγλαΐα μίλησε πάλι για το ταξίδι και τα τρία βολάν της Πρίφτη. Το αμάξι πλησίαζε προς το λιμάνι και πλάι του σταματούσαν στο σκονισμένο δρόμο χωριάτισσες που πήγαιναν ξυπόλυτες και με πανέρια στο κεφάλι. Εμπρός στο πρώτο καφενεδάκι που απαντήσαν ύστερα, στεκόταν ένα αμάξι· και σ’ ένα από τα τραπέζια κάτω από τους ψηλούς ευκάλυπτους ήταν δυο κύριοι καθισμένοι. Χαιρέτησαν το Στέφανο με το καπέλο. - Ποιος είν’ ο άλλος; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. - Ο νέος εφέτης, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα κούνησε το κεφάλι δεύτερη φορά. Η Ευανθία έσκυψε να κοιτάξει, μα η κυρία Αγλαΐα την τρόμαξε με μια κραυγή. Η Ευανθία είχε ξεχάσει στα γόνατά της το καπέλο και η κυρία Αγλαΐα της ξαναφώναξε: - Μα τι ντροπή! Και τη βίασε να το φορέσει αμέσως. Περνούσαν τα πρώτα σπίτια του λιμανιού, και στις πόρτες έβγαιναν οι γυναίκες και κοίταζαν. Δυο κάρα που πέρασαν έπειτα τρεχάλα, τους έπνιξαν μέσα σε σκόνη μελανωπή. Η κυρία Αγλαΐα τίναξε το φόρεμά της, η Ευανθία γέλασε. Τέλος φάνηκαν κάτω μαυροκόκκινοι όγκοι μακρουλοί τα δυο ιγγλέζικα καθισμένα στ’ ακίνητα νερά σα βουλιαγμένα. Πρώτη τα έδειξε η Ευανθία. Ο Στέφανος έκαμε να στρέψει, μα η Μαρίκα του έδειχνε την ίδια ώρα σε άλλο μέρος. Σ’ ένα λόφο που άφησαν πίσω, άπλωνε ένας μύλος τα μεγάλα του πλατιά πανιά· μια πνοή έκανε να τα κινήσει και σαλεύαν μια στιγμή· μα η πνοή δεν είχε δύναμη και σταματούσαν κ’ έμεναν πάλι σα δεμένα. Η Μαρίκα τα κοίταζε σα να περίμενε τον άνεμο να τα κινήσει, και τα ξαναέδειξε του Στέφανου. Η Ευανθία άκουσε το βίντσι που αντηχούσε τριχτά, σκληρά από το λιμάνι, και φώναξε: - Φορτώνουν. Μαρίκα, πάμε να δούμε πώς φορτώνουν; Η Μαρίκα δε μίλησε. Μόνο η κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Αν πάει κι άλλος καλός κόσμος. Μα η Ευανθία ξαναφώναξε: - Άκου, Μαρίκα! Η Μαρίκα δε μίλησε και πάλι, έδειχνε μόνο του Στέφανου. Μα ο Στέφανος απάντησε της Ευανθίας: - Ναι, πάμε. Η Μαρίκα γύρισε μεμιάς· και ο Στέφανος είδε σαν ξαφνιασμένος πως του άφησε το χέρι κ’ έστρεψε προς το άλλο μέρος. - Τι είναι; της ψιθύρισε σκύβοντας κοντά της. Δεν του απάντησε· έβλεπε πέρα τα φτερά του μύλου που έμεναν πάντα ακίνητα, κρέμονταν σαν παραλυμένα. Άμα έφτασαν στην προκυμαία, αραιός κόσμος περπατούσε κει. Κάθε άλλος θόρυβος του λιμανιού πνιγόταν από το βίντσι των δυο ιγγλέζικων. Μαούνες φορτωμένες με σωρούς κασόνια στριμώχνονταν τριγύρω τους. Η Ευανθία σα να τα ξέχασε διόλου, ούτε γύρισε τα μάτια εκείθε. Κοίταζε τον κόσμο που περνούσε. Πρώτα πρόσεξε μια γούνα που βγήκε πρώιμα, έπειτα ένα φόρεμα αχερί: - Τι χρώμα! - Ναι, άσχημο, είπε η κυρία Αγλαΐα και στύλωσαν και οι δυο τα μάτια εκεί. Μια βιτρίνα που οι δαντέλες τη γέμιζαν κρεμασμένες σαν κουρτίνες, τους τράβηξε έπειτα το βλέμμα και η Ευανθία φώναξε: - Μαρίκα! Αλλά δυο κύριοι χαιρέτησαν από το δρόμο, και η Ευανθία ρώτησε ποιοι είναι. Έπειτα έσκυψε να γνωρίσει δυο κυρίες που τα πρόσωπά τους κρύβονταν κάτω από τις κόκκινες ομπρέλες τους. - Είναι η Ζαζά με τη μητέρα της, είπε η κυρία Αγλαΐα που τις γνώρισε από το φόρεμα. - Πώς σκύβει έτσι; - Σφίγγεται άσχημα. Παιδιά ξυπόλυτα και κόσμος με τριμμένα ρούχα, μαζεμένος γύρω σε μια μαϊμού που χόρευε, τις έκαμε και γύρισαν στο άλλο πλευρό ώσπου πέρασαν. Έπειτα τους ξαναχαιρέτησαν απέξω και η Ευανθία ξαναρώτησε ποιοι ήταν. Μα έπειτα βλέποντας δυο νέους σ’ ένα αμάξι καθισμένους με τα πόδια τεντωμένα εμπρός, γύρισε και γέλασε. - Τι, τα παπούτσια τους βγήκαν να δείξουν; είπε και ξαναγέλασε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε αυστηρά. - Μα, Ευανθία, την παρατήρησε. Αλλά η Ευανθία γέλασε πάλι. Είχαν φτάσει εμπρός στο καφενείο της προκυμαίας που μαζευόταν ο καλός κόσμος, και ο αμαξάς σταμάτησε. Η Ευανθία πήδησε κάτω πρώτη και προχώρησε· η κυρία Αγλαΐα θέλησε να την κρατήσει, μα καθώς έστρεφε, σταμάτησε κ’ έβγαλε σχεδόν φωνή: - Ο κύριος νομάρχης! Ο κύριος νομάρχης στάθηκε με το καπέλο του στο χέρι: - Τι ευχαρίστηση! Η Ευανθία έμεινε ακίνητη και η κυρία Αγλαΐα σύστησε: - Η ανεψιά μου. Δυο κύριοι που περνούσαν πλάι, γύρισαν και κοίταξαν· και η κυρία Αγλαΐα πρόσθεσε: - Ο κύριος νομάρχης, αρχαίος φίλος μας. Και σιγότερα: - Που μας λησμόνησε. Ο κύριος νομάρχης έμεινε σα στενοχωρημένος και ψιθύρισε: - Πράγματι, παράλειψις. Αλλά, δοκίμασε να δικαιολογηθεί, περιοδείες, συμβούλια, λιμενικά, τα ξέρετε… Και σα με ξαφνική έμπνευση: - Την ξέρετε τη νομαρχία. Κι έμειναν και οι δυο μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Είχαν σταθεί απέξω από το καφενείο, και ο κύριος νομάρχης χτύπησε σ’ ένα τραπέζι και πρόσφερε καθίσματα. Ο Στέφανος με τη Μαρίκα πλησίασαν, και καθίσαν όλοι. Μίλησαν πρώτα για τον ωραίο καιρό. - Κάναμε το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Και θα ήταν έμορφα, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, έμορφα, πολύ έμορφα. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα κ’ έριξε ένα βλέμμα εμπρός της· έπειτα έφερε σιγά το χέρι στα μαλλιά και τα έστρωσε με την παλάμη. - Δεν έχει κόσμο σήμερα, είπε. Και η Ευανθία που θυμήθηκε τώρα τα ιγγλέζικα, ψιθύρισε: - Θα είναι στα βαπόρια. Η κυρία Αγλαΐα της έριξε αυστηρή ματιά και γύρισε στον κύριο νομάρχη: - Σωστούς τρεις μήνες, τους σημείωσα --- ε, Μαρίκα; Μα η Μαρίκα δεν ήθελε ν’ αφήσει το Στέφανο να της ρίξει στους ώμους τη ζακετίτσα της, και η κυρία Αγλαΐα είπε αυστηρά: - Ναι, φόρεσέ τη. - Φορέστε τη, φορέστε τη, είπε και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα έφερε το χέρι πάλι πίσω στα μαλλιά. Έπειτα ξαναγύρισε: - Τον κύριο νομάρχη! Ο κύριος νομάρχης της πρόσφερε το γλύκισμα και άρχισαν να μιλάνε για τη νομαρχία, όπως πάντοτε όταν βλέπονταν. -Ναι, ναι, έλεγε η κυρία Αγλαΐα. - Ναι, ναι· όπως μια φορά. Μια φορά που ο κύριος νομάρχης ήταν γραμματεύς και η κυρία Αγλαΐα κυρία νομάρχου. Τους έκοψε η Ευανθία που ξαναθυμήθηκε τα ιγγλέζικα. - Στάθηκαν έξω, είπε του Στέφανου. Η κυρία Αγλαΐα την ξανακοίταξε αυστηρά· μα ο κύριος νομάρχης γύρισε έξαφνα: - Ναι, έχομε και τα ιγγλέζικα, είπε· τα είδατε; Και στρέφοντας στο Στέφανο άρχισε να μιλεί για τις τιμές που υψώθηκαν. - Ναι, απότομα, είπε ο Στέφανος. - Ευχάριστο, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, ευχάριστο. Το βίντσι των βαποριών ακούστηκε πάλι που έτριζε. - Φορτώνουν, είπε ο κύριος νομάρχης. - Στάθηκαν έξω, ξαναείπε η Ευανθία. Εννοούσε έξω από το βραχίονα του λιμανιού. - Ναι, πολύ έξω, είπε ο κύριος νομάρχης, και η ομιλία ήρθε στο λιμάνι που ακόμα έμενε ατελείωτο. - Μου φαίνεται άλλαξε το σχέδιο, είπε ο Στέφανος. Ο κύριος νομάρχης χαμογέλασε: - Μόνο το σχέδιο! Και κουνώντας το κεφάλι στην κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Τα ξέρετε… Μα εκεί που ο λόγος ξαναγύρισε στη νομαρχία, ο κύριος νομάρχης σηκώθηκε έξαφνα. Από τη γωνία του καφενείου παρουσιάστηκε η Φιφίκα Πρίφτη κρατώντας μπράτσο την κυρία Κατίγκω. Μόλις τους είδαν, η κυρία Κατίγκω έκαμε κίνημα. Μα ήταν αργά· ορθός εμπρός τους ο κύριος νομάρχης τους άπλωνε το χέρι και πρόσφερε καθίσματα. Η κυρία Κατίγκω πήγε ευθύς στην Ευανθία: - Χρυσή μου! Και τη φίλησε. Η Μαρίκα καθισμένη κοντά στο Στέφανο κοίταζε σιωπηλή προς το λιμάνι, που οι μακρουλοί μεγάλοι όγκοι των δυο ιγγλέζικων του έφραζαν το άνοιγμα και θάμπωναν εκεί μπροστά τους το φωτεινό χρώμα της θάλασσας. Η κυρία Κατίγκω χαιρέτησε και τη Μαρίκα. Έπειτα ήρθε πάλι στην Ευανθία και της είπε μελαγχολικά: - Τι κρίμα που δεν ήσουνα στην πρόβα! Κάθισε κοντά της και μίλησαν για το φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. Ο κύριος νομάρχης είχε γυρίσει στη Φιφίκα: - Λοιπόν αύριο; - Το μάθατε; - Τι ευτυχία! Η Φιφίκα γέλασε: - Που φεύγω; - Που σας βλέπομε πριν φύγετε. Και ο κύριος νομάρχης ακουμπώντας τις παλάμες διπλωμένες στην αργυρή λαβή του μπαστουνιού του την κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα κατέβασε τα φρύδια, όπως συνήθιζε όταν τη δυσαρεστούσε κάτι. Η Ευανθία έδειξε απέναντι μια τουαλέτα με πλατιά φουσκωτή φούστα: - Για δέτε κει! να τρία βολάν. Γύρισαν και κοίταξαν· η κυρία Αγλαΐα μισοκλείνοντας τα μάτια. Μα έξαφνα γύρισε η κυρία Αγλαΐα: - Τι αηδία, ε, Μαρίκα; Η Μαρίκα δεν απάντησε· καθώς έστρεψε, είδε μόνο πως η Ευανθία κοίταζε το Στέφανο. - Τι αηδία, ε; είπε ξανά η κυρία Αγλαΐα, και η Φιφίκα το ένιωσε και κοκκίνισε. Μα ο Στέφανος γύρισε αμέσως και τη ρώτησε: - Πηγαίνετε στην Ιταλία; - Ναι, στη Γένοβα, απάντησε σα συγχυσμένη· μα έπειτα: Ο θείος επέμενε να πάμε να μας δη, τόνισε σαν επίτηδες. Ο θείος ήταν πλούσιος έμπορος στη Γένοβα, γνωστός στην πόλη· και ο κύριος νομάρχης τόνισε κι αυτός: - Καθήκον. - Τι λαμπρός άνθρωπος! είπε έπειτα· και πατριώτης! Και στρέφοντας προς την Αγλαΐα πρόσθεσε: - Το γνωρίζω από τη νομαρχία. Τα φρύδια της κυρίας Αγλαΐας ξαναχαμήλωσαν. Μα η Ευανθία έσκυψε έξαφνα και κάτι είπε της Φιφίκας, και η Φιφίκα γέλασε. Ο κύριος νομάρχης, καθώς έστρεψε σ’ αυτή, έμεινε παίζοντας την αργυρή λαβή του μπαστουνιού του ανάμεσα στα δάχτυλα. Όταν ξαναέστρεψε είδε την κυρία Αγλαΐα που τον κοίταζε. - Ανεψιά σας είπατε; έσκυψε και της ψιθύρισε. - Ναι, από τον άντρα μου, απάντησε η κυρία Αγλαΐα, όταν εννόησε πως ρωτούσε για την Ευανθία. - Αχά! είναι --- θυμούμαι τη μητέρα της. Η Φιφίκα αντίκρυ ξαναγέλασε, και ο κύριος νομάρχης έμεινε μια στιγμή. - Από τη νομαρχία, του ξέφυγε έπειτα, μα αμέσως το ένιωσε και είπε γοργά: - Ναι, ναι, που είχε τον τελώνη. - Τον ελεγκτή, κύριε νομάρχα!... Ο κύριος νομάρχης τινάχτηκε σα να συνήρθε ξαφνικά κ’ ένιωσε πως κοκκίνισε. - Δε φαντάζεσαι τι ωραία που χτενίζει, έλεγε της Ευανθίας η Φιφίκα· ούτε αισθάνεσαι το χτένι. - Και λούζει ωραία, λένε, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ω, έκτακτα· με νέα μέθοδο. Και ιδίως το στέγνωμα· η τέχνη της είναι το στέγνωμα· με τον ατμό. Η Ευανθία κοίταζε τη Φιφίκα. Και η Μαρίκα που καθόταν άφωνη σα μόνη της, έριξε βλέμμα στα μαλλιά της Ευανθίας απέναντι. Η Ευανθία κοκκίνισε που το είδε· κοκκίνισε και χαμήλωσε τα μάτια. Της φάνηκε πως ήθελε να της θυμίσει πως χτες αυτή την έλουσε η γιαγιά. Μα η Φιφίκα που την κρατούσε από το χέρι, της είπε ξαφνικά: - Τι ωραία που είναι, Ευανθία, τα μαλλιά σου! - Ωραία, ναι, είπε και η κυρία Κατίγκω. Και η Ευανθία που ξανασήκωσε τα μάτια είδε πως όλοι, και ο Στέφανος μαζί, κοιτάζαν τα μαλλιά της. Μόνη η Μαρίκα είχε γυρίσει το βλέμμα αλλού. Η κυρία Αγλαΐα μιλούσε πάλι με τον κύριο νομάρχη. - Ναι, ναι, όπως τότε. - Ναι, ναι, όπως μια φορά. Μα η Ευανθία ξαναψιθύρισε με τη Φιφίκα, και ο κύριος νομάρχης σα να ξεχάστηκε ξανά. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με την παλάμη πίσω στα μαλλιά της· η Φιφίκα την κοίταζε από αντικρύ. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε και εκείνη· την κοίταξε άφωνη. Έπειτα της χαμογέλασε μονάχα. Μα μισοκλείνοντας τα βλέφαρα της είπε αμέσως: - Λυπήθηκα που δε σας είδα το πρωί. - Αλλά ντυνόμουνα να βγούμε, πρόσθεσε με τα φρύδια πάλι ορθά. Η Ευανθία κοιτάχτηκε με την κυρία Κατίγκω· η Φιφίκα όμως απάντησε ήσυχα: - Μα εγώ ήρθα μόνο για την Ευανθία. Το είπε κ’ έμεινε ακίνητη. Η κυρία Αγλαΐα είδε πως έμεινε ακίνητη και η αργυρή λαβή του μπαστουνιού στα χέρια του κυρίου νομάρχη. Ο Στέφανος έριξε ένα βλέμμα στη Μαρίκα· η Μαρίκα κοίταζε τη θάλασσα. Μα έπειτα όταν γύριζαν στο σπίτι, η Μαρίκα πλησίασε μια στιγμή το Στέφανο, που τις συνόδευε ως την πόρτα. Ήταν παράξενα χλωμή και του έπιασε το χέρι νευρικά. -Ξέρεις Στέφανε, του είπε, ξέρεις τι σκέφτηκα έξαφνα; - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Θα ήταν καλύτερα να έπαιρνες την … Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταξε σαν ξαφνισμένα· - Την Πρίφτη, είπε η Μαρίκα. Και τον άφησε να την κοιτάζει εκεί και χάθηκε στην πόρτα. [Επεξεργασία] VIII - Την Πρίφτη! Ο Στέφανος πήγαινε σκυφτός στο σπίτι· δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί. Και μια στιγμή που του φάνηκε έξαφνα πως κάτι έλαμψε μπροστά του, δεν ήταν τα μαλλιά της Πρίφτη. Σήκωσε ευθύς τα μάτια απάνω, σα να ήθελε να μην το δει. Και είδε τη θάλασσα. Του φάνηκε πως έλαμπε όλη. Και όταν έπειτα ανέβηκε στο σπίτι, ήρθε γελαστή κοντά του η κυρία Κατίγκω και τον κοίταξε και του είπε: - Τι όμορφη που ήταν σήμερα η Ευανθία. Και πήρε και γέμιζε δυο βάζα με άνθη. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε με τι άνθη, είδε μόνο πως έφεγγαν στα βάζα τ’ άνθη. Μα έξαφνα ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω· και ρώτησε: - Μα η Μαρίκα τι είχε; Ο Στέφανος έκαμε ν’ απαντήσει: τι; Μα δεν απάντησε· είπε μόνο: - Τι κωμικός που ήταν ο νομάρχης. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε, πρόσθεσε ο Στέφανος. - Κι αυτή. Η κυρία Κατίγκω εννόησε πια, όμως δε θύμωσε· είπε μόνο μελαγχολικά: - Μου κακοφαίνεται που φεύγει. Και αφού ξεχάστηκε για μια στιγμή, ψιθύρισε: - Θα πάρω εδώ την Ευανθία για λίγες μέρες. Ο Στέφανος έκανε να την κοιτάξει, και η κυρία Κατίγκω ξαναείπε: - Η γιαγιά θα μου τη δώσει. Και σώπασαν. Είχαν σταθεί εμπρός στο παράθυρο κ’ έβλεπαν τη θάλασσα. Ένα αεράκι τη σγούρανε ωχροπράσινη, ισκιωμένη μεριές μεριές από αραιά πλοκαμωτά, αλλού σταχτιά αλλού άσπρα σύννεφα με κίτρινες αντιφεγγιές εδώ και κει. Το μάκρος χανότανε σκουρότερο, πια σταχτερό. Από το λιμάνι ακούονταν τριχτός ο βρόντος που έκανε το βίντσι των ιγγλέζικων. - Φορτώνουν, είπε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Και του Στέφανου του φάνηκε πως άκουσε σα μακρινό αντίλαλο: - Φορτώνουν· άκου, Μαρίκα, πώς φορτώνουν. Και γύρισε. Εκεί η κυρία Κατίγκω πρόσθεσε: - Θα πάμε με την Ευανθία να τα δούμε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος. Όταν ξαναέστρεψε έπειτα, η κυρία Κατίγκω έβλεπε τη θάλασσα. Μα ύστερα από λίγο πάλι ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Δε μου είπες τι είχε σήμερα η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε ξανά. Κοίταξε μπρος του με μάτια σα μισόκλειστα για μια στιγμή. Έπειτα ψιθύρισε: - Η Μαρίκα; - Τίποτε δεν είχε, είπε δυνατότερα και ξανακοίταξε μπροστά του: η θάλασσα σα ν’ ανατρίχιασε όλη μια στιγμή, βάφηκε χαλκοπράσινη ελαφρά. Με έπειτα ξαναησύχασε και απέμεινε απλωμένη με μουντά στίγματα, σαν ξέθωρος παλιός καθρέφτης σκουριασμένος. Τα σκόρπια σύννεφα στον ουρανό είχαν σκουράνει. Ο Στέφανος έμεινε κει σκυφτός. [Επεξεργασία] ΙΧ Τα σύννεφα είχαν μαυρίσει και σκέπαζαν όλον τον ουρανό όταν μετά το μεσημέρι ο Στέφανος ανέβαινε τη σκάλα της Μαρίκας. Η Μαρίκα τον περίμενε στην πόρτα. Ήταν χλωμή, μα γέλασε όταν τον είδε. Του έπιασε το χέρι και βλέποντάς τον στο πρόσωπο: - Στέφανε, του είπε σιγά, αν μπορείς λησμόνησε ό, τι σου είπα. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε στα μάτια. - Ναι, Μαρίκα. - Λησμόνησέ το και συγχώρεσέ με· μα με πειράζει, με κάνει νευρική. Ο Στέφανος περίμενε· και η Μαρίκα ξαναψιθύρισε: - Με κάνει τόσο νευρική η Φιφίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε πάλι στα μάτια. Την κοίταξε σα να ήθελε να δει σ’ αυτά αν είχε πει το αληθινό όνομα. Μα η Μαρίκα σα να ένιωσε κάτι και φοβήθηκε, του έπιασε και το άλλο χέρι, τον έσυρε κοντά της κ’ έσκυψε στο στήθος του το πρόσωπο. Έμεινε έτσι μια στιγμή, έπειτα ορθώθηκε ξανά και πιάνοντάς τον από τη μέση τον έφερε μπρος στο παράθυρο. Και δείχνοντας τη θολωμένη μέρα έξω είπε: - Πώς μου αρέσει, δεν ξέρεις πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε. Στάθηκε ακουμπισμένη πάλι απάνω του. Ήταν εμπρός στο ανοιχτό παράθυρο, και τα ξερά χαλκά φύλλα της λεύκας κρέμονταν σαν πνιγμένα στο μολυβή αέρα του σκοτισμένου δειλινού που σύγχυζε σε άχνα αόριστη τον κάμπο πέρα κ’ έβαφε με χρώμα θαμπού μουντού ατσαλιού τον όγκο του απέναντι βουνού. - Πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. Δεν έπνεε πνοή, και ο λόγος φάνηκε στο Στέφανο σαν ψιθύρισμα της ίδιας θολωμένης ώρας. Δε μίλησε από φόβο μην ταράξει τη σιγή της. Έσκυψε μόνο στη Μαρίκα και της φίλησε το μέτωπο. Κ’ έμειναν και οι δυο άφωνοι κοιτάζοντας στο μάκρος. Έπειτα η Μαρίκα βάζοντας το χέρι γύρω στο λαιμό του: - Στην ησυχία αυτή, είπε σιγά. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα αλλάζοντας τόνο μεμιάς και φέρνοντας το πρόσωπο σιμώτερα προς το δικό του: - Δεν ξέρω, Στέφανε, γιατί, μα με πειράζει το πολύ το φως κοντά σου, είπε και τον κοίταξε κατάματα. Την κοίταξε και ο Στέφανος: το βλέμμα της είχε σαν κάποια ανησυχία, σαν κάποιο τρόμο, όπως και η φωνή της. Έμειναν έτσι μερικές στιγμές. Ο Στέφανος δεν έβρισκε τι να μιλήσει. Μα όταν έκαμε κάτι να πει… - Ω σώπα· κοίταζέ με μόνο, τον σταμάτησε η Μαρίκα, κ’ έμειναν πάλι άφωνοι βλέποντας έξω. Αλλά μια ξαφνική πνοή τους έκαμε να τιναχτούν. Ήρθε μεμιάς και κούνησε τη λεύκα σα χέρι αόρατο, χωρίς να της ταράξει τα κλαδιά. Μόνο τα φύλλα έτριξαν στα κλαδιά με ήχο ξερό σαν ξέσκισμα. Έπειτα πέρασε η πνοή και ξαναχύθηκε βουβή σιγή, που άφηνε ν’ ακούεται το πέσιμο των φύλλων κάτω. Η Μαρίκα κοίταξε άφωνη το Στέφανο. Έπειτα έσκυψε στο παράθυρο: τα ξερά φύλλα είχαν γεμίσει την αυλή. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε. Καθώς κοιτάζαν στο παράθυρο, άκουσαν πίσω τους φωνή. Γύρισαν και είδαν, ορθό, ακίνητο μπροστά τους τον παππού. Κοιταχτήκαν πάλι αμίλητοι και οι δυο. - Θα βρέξει, ψιθύρισε ο παππούς και κοίταζε έξω το βαρύ αέρα. - Ναι, παππού, θα βρέξει, είπε και η Μαρίκα σαν αυτόματα. Ο παππούς γύρισε και την κοίταξε με μια μακριά θαμπή ματιά. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί ξανανατρίχιασε. ΄Επειτα γύρισε άφωνος ο παππούς και σύρθηκε αργά και τρικλιστά κατά την πόρτα. Η ράχη της σταχτιάς τριμμένης ρόμπας του σταμάτησε έξω από την πόρτα μια στιγμή. Έπειτα χάθηκε. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Τον παππού, τον άμοιρο παππού, ψιθύρισε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε έξαφνα φωνή, και σε λίγο είδαν την υπηρέτρια που έτρεχε. Και από πίσω, ενώ η γιαγιά έσερνε από το χέρι τον παππού, ο παππούς μουρμούριζε: - Τα σπίρτα --- μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κάθισε άφωνη στον καναπέ. Έπειτα είπε ξαφνικά: - Τι φόβο είχα μην μπει μεμιάς η Ευανθία. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε. - Δε θέλω να βλέπει κανένας τον παππού τέτοιες στιγμές. Κ’ έπειτα από λίγο πάλι: - Ξέρεις γιατί; Γιατί μου φαίνεται πως ο παππούς είναι εντελώς δικός μου. Κι αυτός δεν ξέρεις πόσο μ’ αγαπά. Και τι καλά μιλεί μαζί μου. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε ολοένα. - Τι νομίζεις μου έταξε προχτές; είπε σιγώτερα η Μαρίκα. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα μια στιγμή ως να δίστασε. - Στο γάμο μας δε θα έμπει με τη ρόμπα, είπε έπειτα· και στη ματιά της έπαιξε μια λάμψη. Ο Στέφανος τη χάιδεψε ελαφρά στο πρόσωπο μ’ ένα χαμόγελο, και η Μαρίκα αφού τον κοίταξε μια στιγμή εξακολούθησε με τη φωνή ζωηρότερη: - Και ξέρεις τι; Χτες ήρθε κα με πήρε σιγαλά στην κάμαρά του και τι λες μου έδειξε; Τη ρεδιγκότα του. Την είχε βγάλει από το ντουλάπι και την ξεσκόνισε μονάχος. Δεν είπε λέξη, αλλά κατάλαβα. Σταμάτησε, μα έπειτα πάλι μεμιάς: - Αχ, Στέφανε, δεν ξέρεις πώς θα χαιρόμουν αν ερχόταν ο παππούς στο γάμο μας. _ Και γω, είπε ο Στέφανος σιγά, και η Μαρίκα κοιτάζοντάς τον τώρα κατάματα: - Και θα χαιρόμουν πιο πολύ αν ήταν εκεί μόνος ο παππούς, μόνο η γιαγιά, η μαμά, οι δικοί σου βέβαια, και κανένας άλλος. Και σα να τη σταμάτησε η ματιά του Στέφανου· κανένας ξένος, είπε σιγαλότερα. Και ο Στέφανος χωρίς να πάρει κι αυτός το βλέμμα από το δικό της πρόσωπο: - Ούτε ο κύριος νομάρχης; ρώτησε. Η Μαρίκα δεν το περίμενε κ’ έμεινε μια στιγμή άφωνη. - Γελάς! ψιθύρισε έπειτα, ενώ στην πόρτα έμπαινε η Ευανθία. Μπήκε με παράπονο για τον καιρό που χάλασε. - Και είπαμε με τη θεία Κατίγκω να πάμε στα ιγγλέζικα, είπε με απογοητευμένο πρόσωπο. Και βλέποντας προς το παράθυρο: - Το πρωί ποιος το περίμενε πώς θα σκοτείνιαζε έτσι. Μα εμείς με τη γιαγιά θα πάμε ωστόσο. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα που είχε πιάσει. - Πού; ρώτησε. - Στη θεία Κατίγκω. Δε μίλησε κανένας μια στιγμή. Έπειτα η Ευανθία πηγαίνοντας προς τη Μαρίκα: - Δεν είναι καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; ρώτησε. Τα είχε χτενίσει αφέλειες. Και ρίχνοντας το βλέμμα αντίκρυ στον καθρέφτη γέλασε πάλι η όψη της. - Δε μου παν καλύτερα έτσι; ξαναγύρισε προς τη Μαρίκα. Η Μαρίκα δίχως να προσέξει όσο ήθελε η Ευανθία: - Καλύτερα, είπε μόνο και ξαναέσκυψε πάλι στο κέντημα. Και η Ευανθία γυρίζοντας τότε στο Στέφανο: - Αλήθεια, είναι καλύτερα έτσι; ρώτησε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε να δώσει απάντηση. Η Μαρίκα είχε στυλώσει μεμιάς κι αυτή τα μάτια απάνω του. Έμειναν έτσι αμίλητοι λίγες στιγμές και οι τρεις. Και η κυρία Αγλαΐα που μπήκε μέσα ύστερα από λίγο, είχε το ίδιο αίσθημα που είχε και το πρωί, το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσά τους. [Επεξεργασία] Χ Ο Στέφανος βρήκε την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. Καθόταν στο παράθυρο κοντά και διάβαζε. Άμα τον είδε σήκωσε τα μάτια, και ο Στέφανος κάθισε αντίκρυ της. Πρώτα μίλησαν για τον καιρό. - Τι πλήξη, είπε η Ευανθία και άφησε να πέσει το βιβλίο από το χέρι της. - Φθινόπωρο, είπε ο Στέφανος. Έβρεχε και η βροχή κρεμότανε σαν πυκνό δίχτυ έξω από τα τζάμια κ’ έκρυβε κάθε θέα· πλυμένα από τη βροχή κοκκίνιζαν μόνο θαμπά τα φύλλα που έμεναν ακόμα στα κλαδιά της λεύκας. Λίγες στιγμές δε μίλησε κανείς. Η Ευανθία έσυρε το δάχτυλο στο τζάμι, σα να ήθελε να γγίσει τις στάλες της βροχής που νότιζαν το τζάμι απέξω. Έπειτα γύρισε έξαφνα: - Μας περίμενε χθες το απόγευμα η θεία Κατίγκω; - Νομίζω, είπε ο Στέφανος. - Πώς δε μου το είπες τότε; - Πού το ήξερα! Η Ευανθία τον κοίταξε στα μάτια, σα να μην πίστεψε. Ο Στέφανος σηκώθηκε κ’ έκαμε βήματα προς το άλλο παράθυρο. - Αλήθεια πλήξη, ψιθύρισε ρίχνοντας βλέμμα έξω, σα να ήθελε να κόψει εκεί την ομιλία. Το πρωί που έφευγε από το σπίτι τον σταμάτησε η μητέρα του στην πόρτα. - Στέφανε, του είπε, πώς ήθελα να ερχόταν η Ευανθία εδώ για λίγες μέρες. Δεν της το λες; - Εγώ; είπε ο Στέφανος κάπως απότομα, χωρίς να θέλει. - Θα πήγαινα μονάχη, μα το ξέρεις: δεν ήθελα να ξαναπαντηθώ… - Αλλά, μητέρα, έκοψε την κυρία Κατίγκω ο Στέφανος, δεν τ’ αφήνετε όλα αυτά επιτέλους! Η κυρία Κατίγκω κάτι θέλησε να πει, μα ο Στέφανος δεν την άφησε. - Για χάρη μου, είπε· το ξέρεις, δεν είναι κακή, μονάχα νευρική. Η κυρία Κατίγκω δεν ξαναμίλησε. Και τώρα ο Στέφανος καθώς πλησίασε πάλι την Ευανθία: - Ναι, ναι, του ήρθε μεμιάς να πει, μα η Ευανθία τον πρόλαβε. - Για πε μου αλήθεια, του είπε σιγαλά, γιατί δε μου είπες χτες αν σου αρέσουν καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; Το είπε τόσο ξαφνικά, που ο Στέφανος δε μπόρεσε πάλι να μιλήσει. Την κοίταξε μονάχα --- κοιτάχτηκαν και οι δυο για μια στιγμή. Και σα να ξαφνίστηκαν και οι δυο που άνοιξε η πόρτα. Μπήκε η γιαγιά και πήγε ίσα στο Στέφανο. - Η Μαρίκα έβηξε τη νύχτα, του είπε σιγά και ανήσυχα. - Πολύ; ρώτησε ο Στέφανος. Η γιαγιά τον κοίταξε. - Είναι η υγρασία, ξαναείπε ο Στέφανος. - Σηκώθηκε; ρώτησε ύστερα πιο δυνατά. - Θα σηκωθεί· δεν μπόρεσα να την κρατήσω, απάντησε η γιαγιά. - Δεν προσέχει, δεν προσέχει, ξαναψιθύρισε κοιτάζοντας ανήσυχα πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος έμεινε σκυφτός. Χτες βράδυ που έφευγε, η Μαρίκα κατέβηκε μαζί του κάτω. Τον κράτησε μπροστά στην πόρτα, ακούμπησε στον ώμο του και του είπε: - Δε μ’ αγαπάς, δε μ’ αγαπάς σαν πρώτα, Στέφανε. Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Έπειτα, σα να ξέχασε τι είπε, κρεμάστηκε στο μπράτσο του και τον έσυρε έξω: - Έλα να περπατήσομε λίγο στον κήπο. Και τον έσυρε ως τον κήπο. Η νύχτα ήταν σιωπηλή και σκοτεινή· δεν έφεγγε πουθενά φως. Έκαναν λίγα βήματα σιωπηλοί και οι δυο. Όπως πατούσαν, κάτι έτριξε κάτω μια στιγμή ξερά, και η Μαρίκα ψιθύρισε: - Είναι τα φύλλα… - Τα φύλλα που ακούσαμε που έπεσαν, είπε σιγώτερα και σώπασε --- σωπάσανε πάλι και οι δυο. Έπειτα η Μαρίκα έγινε μεμιάς φαιδρή. Του είπε κατιτί και γέλασε. Έπειτα θυμήθηκε τη ρεδιγκότα που της έδειξε ο παππούς. - Φαντάσου, Στέφανε, του είπε και τον κοίταζε, σα να ήθελε να δει τα μάτια του στο σκότος. Ξαναέφεραν στον κήπο δυο-τρεις γύρους, όσο που ένιωσαν πως άρχισε να ψιχαλίζει. Όταν την άφησε στην είσοδο, είδε πως ήτανε χλωμή και πως κατέβηκε χωρίς επανωφόρι. - Ναι, δεν προσέχει. Γύρισε από το παράθυρο, όπου είχε σταθεί και κοίταζε έξω τη βροχή. Η γιαγιά τον έβλεπε άφωνη, η Ευανθία είχε πάρει πάλι το βιβλίο. - Αχ ναι, αχ ναι, ανέκραξε η γιαγιά κ’ έμεινε σιωπηλή ξανά. Ο Στέφανος άναψε τσιγάρο και ξαναγύρισε προς το παράθυρο. Η βροχή θόλωνε πάντα το τζάμι. Μια ξαφνική πνοή την έφερε για μια στιγμή λοξά και χτύπησε στο τζάμι, σα να έσπασαν απάνω του σε θρύμματα πλήθος ψιλά ατσαλένια σύρματα. Η Ευανθία τινάχτηκε. - Καιρός! ψιθύρισε και κοίταξε έξω. Ποιος ξέρει, να έφυγε τάχα η Φιφίκα; - Ποιός; ρώτησε η γιαγιά. - Η Φιφίκα Πρίφτη. - Να πάει πού; - Ταξίδι, απάντησε η Ευανθία. Κ’ έπειτα στρέφοντας στο Στέφανο: - Ξέρεις, Στέφανε, είπε, έχω μια ιδέα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Η Φιφίκα δε θα πάει στην Ιταλία. - Αλλά; - Αλλού --- πάει ν’ αρραβωνιαστούνε με το λοχαγό. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Θα δεις --- η μητέρα της δε θέλει, και πάει με τον πατέρα της ν’ αρραβωνιάσουν μυστικά· γι’ αυτό έφυγε κι ο λοχαγός. - Ποιος; ρώτησε η γιαγιά τεντώνοντας το αφτί. - Κανένας, είπε η Ευανθία και ξαναπήρε το βιβλίο ενώ ο Στέφανος την κοίταζε περίεργα. Η γιαγιά έφυγε και ο Στέφανος κάθισε και κάπνιζε κ’ εξακολουθούσε να την κοιτάζει. Η βροχή χτύπησε πάλι στο παράθυρο, και μαζί της σύρθηκαν στο τζάμι και τα ξερά κλαδιά της λεύκας. Ο Στέφανος τα είδε που σείστηκαν, και του φάνηκαν σα δάχτυλα, σαν αχαμνά γνώριμα δάχτυλα που έκρουσαν το τζάμι. Είχε μελαγχολήσει, και ο αέρας εκεί μέσα του ήταν σα να τον έπνιγε. - Πλήξη, έκαμε να ψιθυρίσει για να τινάξει τη θλιβερή διάθεση, μα επάνω εκεί η Ευανθία του είπε ξαφνικά: - Μα μην το πεις της θείας Κατίγκως. Και τον κοίταζε. - Τι να μην πω; ρώτησε ο Στέφανος. - Αυτά για τη Φιφίκα. Ο Στέφανος σα να είχε λησμονήσει. - Τι; ψιθύρισε· μα έπειτα: Α ναι, είπε έξαφνα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τη. - Θα μου θυμώσει, και δε θέλω να μου θυμώσει η θεία Κατίγκω, είπε η Ευανθία και τον πλησίασε· του έπιασε τον ώμο και είπε σιγώτερα: - Μην της το πεις. Ο Στέφανος της γέλασε. Και η Ευανθία έξαφνα: - Δε με περίμενε χτες βράδυ η θεία Κατίγκω; ρώτησε και τον κοίταζε. - Ναι, σε περίμενε, είπε ο Στέφανος χωρίς να το νοήσει. Η Ευανθία μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα ξαφνικά πάλι: - Τι κρίμα να μην πάμε στα ιγγλέζικα· ήθελα να τα δω πριν φύγουν. - Θ’ αργήσουνε να φύγουν, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοιτάζοντάς τον πάντα: - Αλλά θα φύγω εγώ. -Αστεία. Ο Στέφανος σώπασε μια στιγμή. Έπειτα, σα μηχανικά, ρώτησε¨ - Πότε; - Γρήγορα, απάντησε η Ευανθία. Ο Στέφανος δε μίλησε. Άκουσαν πάλι τη βροχή που ξαναχτύπησε στο τζάμι κ’ έμειναν όρθιοι εκεί κοντά κοντά και κοιταζόνταν. [Επεξεργασία] ΧΙ Το δειλινό άμα ξαναήρθε ο Στέφανος, η Ευανθία ήταν στο πιάνο. - Δεν μπόρεσα να την κρατήσω· σηκώθηκε και ντύνεται, του είπε η γιαγιά που τον απάντησε έξω στο διάδρομο. Ο Στέφανος μπήκε σιγά στην κάμαρα και κάθισε κοντά στην πόρτα. Η Ευανθία δεν τον ένιωσε κ’ εξακολούθησε να παίζει. Είχε τελειώσει μια μαζούρκα και δοκίμαζε να παίξει άλλο χορό, μα ο ρυθμός της ξέφευγε. Ξαναδοκίμασε, δεν μπόρεσε. Έπειτα σταμάτησε. Σταμάτησε και γύρισε τα φύλλα. Έπειτα τ’ άφησε κι αυτά και γύρισε προς το παράθυρο. Έξω δεν έβρεχε, μα ο ουρανός ήταν βαρύς και σταχτερός, και η κορυφή του αντικρινού βουνού μέσα στα σωριασμένα σύννεφα φαινόταν σαν κρατήρας που σκόρπιζε καπνό. Έπειτα ο αέρας ανέμιζε τα σύννεφα και κείνα έπαιρναν σχήματα παράξενα· φούντωναν σε δάσος με στριμωχτά πυκνά τεράστια δέντρα, γίνονταν μολυβόμαυρα ψηλά βουνά, πελώριοι όγκοι πάγων μουντόλευκων που έπλεαν σε σταχτερή, μελανή θάλασσα κ’ έσπαζαν απάνω στα βουνά κ’ έσμιγαν με τη θάλασσα και γίνονταν και κείνα θάλασσα κ’ έπειτα υψώνονταν και πάλι σε βουνά κάτασπρα σα χιονοσκέπαστα όσο πού πάλι ξανάπλωναν σε θάλασσα --- μια θάλασσα τώρα λευκή σαν παγωμένη. Μπροστά σ’ αυτό το αέρινο παιχνίδι ο Στέφανος σα να ξεχάστηκε. Η Ευανθία ξανάρχισε να παίζει, μα αυτός δεν άκουε το σκοπό, κοίταζε μόνο τις εικόνες που προβάλλονταν εκεί στα σύννεφα που έφευγαν αργά στο διάστημα. Μια του φάνταζαν σα χώρες άγνωστες και μαγικές, και μια του θύμιζαν κόσμους που γνώρισε, τόπους που του φαινόταν πως τους είδε ή πως τους ονειρεύτηκε σ’ ένα μακρινό χειμερινό ταξίδι, που η θύμισή του το κρατούσε σαν όραμα φανταστικό ώσπου έσμιγαν σε μιάν απέραντη λευκή έκταση χωρίς ούτε ένα στίγμα μελανό· στεριές, νησιά, ουρανός και θάλασσα --- ένα ταξίδι ξεχασμένο που του έμενε πάντα σαν όνειρο χωρίς σωστή συναίσθηση αν το έκανε ποτέ ή μόνο το φαντάστηκε. Μα εκεί τινάχτηκε μεμιάς· ο ήχος που άφησε το πιάνο έξαφνα του ήρθε σα γνωστός. Του φάνηκε πως ξύπνησε με τα σωστά όταν γύρισε και είδε την Ευανθία που έπαιζε σκυφτή. Μα έπειτα από μια στιγμή ξαφνίστηκε πιο δυνατά. Ο παππούς ορθός στην πόρτα τραύλιζε με βραχνή τρεμουλιαστή φωνή το τραγούδι που έπαιζε η Ευανθία: προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Η Ευανθία πετάχτηκε. Βλέποντας πίσω της το Στέφανο κοκκίνισε όλη. Και η Μαρίκα, που φάνηκε την ώρα αυτή στην πόρτα, τους είδε να κοιτάζονται άφωνοι. - Έλα, παππού, έλα μέσα, θα τραγουδήσομε όλοι μαζί, είπε η Μαρίκα δίνοντας το χέρι της στο Στέφανο. Φαινότανε φαιδρή, μα ο Στέφανος είδε στα χείλη της τ’ άσπρα σημάδια των δοντιών που γνώριζε - Έλα, Ευανθία, ξαναπαίξε το, ξαναμίλησε η Μαρίκα με χαμόγελο και με ματιά που η Ευανθία την ένιωσε και χλώμιασε. ==Χλώμιασε και την κοίταξε κι αυτή, και μια στιγμή έμεινε ακίνητη. ΄Επειτα πήγε στο παράθυρο. Ο Στέφανος έμεινε κει που είχε σταθεί κοντά στην πόρτα. - Ελάτε τότε να σας το παίξω εγώ, είπε η Μαρίκα και κάθισε στο πιάνο. Το έπαιξε κ ‘ έπειτα γύρισε και κοίταξε. - Δεν το τραγούδησες παππού· δεν το έπαιξα καλά όπως η Ευανθία, ξαναείπε κ’ έριξε πάλι ματιά στην Ευανθία. Η Ευανθία έμενε ακόμα στο παράθυρο, ο Στέφανος ορθός στην ίδια θέση. Μόνο ο παππούς κινήθηκε να φύγει. Αλλά η Μαρίκα τον σταμάτησε: - Σκάσου παππού, και θα σου παίξω ένα άλλο. Άμα άρχισε να παίζει πάλι, ο Στέφανος έκαμε κίνημα. Η Μαρίκα έπαιζε το τραγούδι της κυρίας Κατίγκως: Λενίτσα Λενιώ, τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά· αχ, άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. ΄Επαιξε και τραγούδησε τις δυο στροφές γοργά, δίχως να τις χωρίσει. Μα έπειτα σταμάτησε· και με φωνή αργότερη, ψιθυριστή αλλά καθαρά ξανατραγούδησε: Αχ πού να θυμάσαι, Λενίτσα Λενιώ, εκεί που κοιμάσαι σε πεύκο σκιερό. Όταν σηκώθηκε, ο παππούς στεκόταν και την κοίταζε με μάτια ακίνητα. Η Ευανθία είχε γυρίσει στο παράθυρο και κοίταζε έξω. Μα ο Στέφανος πετάχτηκε στο διάδρομο, όπου η κυρία Κατίγκω είχε πέσει στα χέρια της γιαγιάς πνιγμένη σε λυγμούς. Την άκουσαν και μαζευτήκαν όλοι γύρω της. Ο Στέφανος τη σήκωσε. Από μέσα έτρεξε γοργά και η κυρία Αγλαΐα. Άμα είδε την κυρία Κατίγκω, σταμάτησε έξαφνα κοιτάζοντας το Στέφανο και τη Μαρίκα, σα να ρωτούσε να μάθει τι έγινε. Μα αμέσως πάλι προχώρησε και της έδωσε το χέρι. Στης γιαγιάς τα μάτια έφεγγε η χαρά ενώ περνούσαν όλοι στην τραπεζαρία. Μα σε λίγο βγήκε η γιαγιά ξανά έξω και στάθηκε κ’ έψαχνε γύρω με τα μάτια. Και ο παπαγάλος από το κλουβί του στο βάθος του διάδρομου σα να την ένιωσε, άρχισε να κράζει με τη βραχνή και σα σαρκαστική φωνή του: - Παππού, παππού. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία μαζί της. Το βράδυ πρόσεξε μόνη της το γλύκισμα --- φρυγανιές με μαρμελάδα, που ήξερε πως άρεσαν της Ευανθίας --- έβαλε μπρος στη θέση της ένα βάζο με φθινοπωρινά ρόδα λευκά και κίτρινα και κάθισε έπειτα κοντά της. Όλη την ώρα στο τραπέζι ήθελε να της χαμογελά, η ματιά της όμως ήταν μελαγχολική σα να έβλεπε όνειρο και η φωνή της φαινότανε συγκινημένη. Η Ευανθία της θύμισε το γκρι σεβιότ που είδαν σ’ ένα εμπορικό καθώς περνούσαν, έπειτα τους πλισέδες που στάθηκαν και κοίταζαν σε άλλη βιτρίνα: - Τι έμορφοι, θεία Κατίγκω! Ύστερα της μίλησε για τη Φιφίκα: - Η Φιφίκα, ναι· να δούμε, θα μας γράψει; ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. - Από την Ιταλία, είπε η Ευανθία και πρόσεξε στα μάτια την κυρία Κατίγκω. Μα η κυρία Κατίγκω δε μίλησε, και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος δε μίλησε. Δεν ήξερε γιατί ήταν σα στενοχωρημένος και χωρίς διάθεση, δεν ένιωθε γιατί γύριζε πάντα και ζητούσε ν’ ανοίξει με τον πατέρα του ομιλία. - Είδες, η Τράπεζα μας έκαμε έφεση, του είπε μια στιγμή. - Ναι, είδα, απάντησε ο κύριος Γιάγκος κ’ εξακολούθησε να τρώγει. Ο Στέφανος θυμήθηκε ύστερα άλλα δικόγραφα, και ο κύριος Γιάγκος ξαναπάντησε με μονοσύλλαβα. Άμα έφαγε και το γλυκό ο κύριος Γιάγκος διηγήθηκε πως κέρδισε στη λέσχη το νομάρχη. Και είπε κάποιο αστείο γι’ αυτόν. - Τι κωμικός που είναι, είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία γέλασε: - Νέος είναι, ρώτησε, ή βάφεται; - Αυτό είναι μυστικό της … νομαρχίας, είπε ο κύριος Γιάγκος και κοίταξε την Ευανθία. Η Ευανθία δεν εννόησε αμέσως· μα έπειτα: - Α, της νομαρχίας! είπε και ξαναγέλασε. Και η κυρία Κατίγκω ψιθύρισε: - Ξέρεις, Γιάγκο, σήμερα μιλήσαμε. - Όχι δα! - Με χαιρέτησε όταν πήγα για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω δεν είπε περισσότερα, και ο κύριος Γιάγκος σκουπίζοντας με την πετσέτα τα μουστάκια του την κοίταζε. Έπειτα έσπρωξε τα πιάτα από μπροστά του κ’ έκαμε θέση, σα να ετοιμάστηκε για να μιλήσει: - Λοιπόν. - Αυτά με το νομάρχη, είπε ύστερα και ακούμπησε τα χέρια στο τραπέζι. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία: - Πες μας λοιπόν τι άλλα; Πήγες στα ιγγλέζικα; Η Ευανθία σα να ξαφνίστηκε. - Όχι, είπε κ’ έριξε στην κυρία Κατίγκω μια ματιά. Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. -Όχι, ξαναείπε η Ευανθία· θα φύγουν; - Θα φύγουν, βέβαια θα φύγουν. Και στρέφοντας στο Στέφανο ο κύριος Γιάγκος: - Θυμήσου αύριο να γίνει η ανακοπή, του είπε. - Μα δε θα φόρτωναν ακόμα, ξαναγύρισε στην Ευανθία. ‘Η αποφόρτωσαν; ρώτησε πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε διόλου. Σκυμμένος κοίταζε τα κίτρινα και άσπρα ρόδα στο τραπέζι. Το φως της λάμπας έπεφτε απάνω τους και τα έκανε να φέγγουν ωχρότερα· σαν κέρινα. Μα ο ίσκιος τους απάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο ήταν κοκκινωπός. - Στέφανε, ξαναμίλησε ο κύριος Γιάγκος, και ο Στέφανος σηκώνοντας τα μάτια αντίκρυσε το πρόσωπο της Ευανθίας απάνω από τα ρόδα. Τον κοίταζε με βλέμμα που έλαμπε όλο φως. Ο κύριος Γιάγκος είχε καθίσει στο τραπεζάκι στη γωνία και ανακάτευε τα κόκαλα του ντόμινου. Είχαν συνήθεια να παίζουν κάθε βράδυ μια παρτίδα με το Στέφανο, και ο Στέφανος πήγε και κάθισε αντικρύ του σαν αυτόματα. Η Ευανθία ακούμπησε στον ώμο της κυρίας Κατίγκως κ’ έμεινε και κοίταζε σιωπηλή. Έπειτα ζήτησε ένα κέντημα και ξανακάθισε κοντά κοντά με την κυρία Κατίγκω και μιλούσανε ψιθυριστά. Όταν τέλειωσε το παιγνίδι, ο Στέφανος δεν έμεινε πολύ μαζί τους. Και όταν έφευγε και πήγαινε να κοιμηθεί και η Ευανθία, η κυρία Κατίγκω γύρισε στον άντρα της. - Είδες; του είπε. Ο κύριος Γιάγκος χασμουρήθηκε. - Θα με κέρδιζε αν λογάριαζε καλά. Αλλά δεν πρόσεχε. Η κυρία Κατίγκω μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα βλέποντας πάλι στην πόρτα απ’ όπου έφυγε η Ευανθία. - Να είχε μείνει εδώ από τότε! είπε μελαγχολικά. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε στα μάτια νυσταγμένος. - Όνειρα, όνειρα, ψιθύρισε όταν ένιωσε· και τράβηξε να πάει να κοιμηθεί. [Επεξεργασία] ΧΙΙΙ Ο Στέφανος δεν έπεσε να κοιμηθεί· βγήκε στο δρόμο. Έκαμε προς την προκυμαία που ήταν η λέσχη, όπου συνήθιζε και πήγαινε συχνά το βράδυ. Πριν φτάσει, σταμάτησε στα φωτισμένα παράθυρα του καφενείου απέναντι στη λέσχη. Έπαιζε μέσα μουσική και στάθηκε σα να ήθελε ν’ ακούσει. Έξαφνα άνοιξε η πόρτα και μαζί μ’ ένα σκοπό της «Κάρμεν» πετάχτηκε έξω ο κύριος νομάρχης και πίσω του ένας αξιωματικός. Ο κύριος νομάρχης στάθηκε, ο αξιωματικός πέρασε μπρός του ψιθυρίζοντας τραγουδιστά: Qu’ un oeil me regarde et que l’ amour m’ attend --- - Μπαίνετε μέσα; ρώτησε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, είπε ο Στέφανος, αλλά δεν μπήκε. Στάθηκε και τους κοίταζε να δει αν πήγαιναν στη λέσχη. Μα ενώ τους κοίταζε, γνώρισε στον αξιωματικό το λοχαγό της Πρίφτη. Σα να ξαφνίστηκε. Θυμήθηκε τι του είχε πει η Ευανθία κ’ έμεινε κοιτάζοντας. Μπροστά του, στον υγρό πισσοστρωμένο δρόμο έπαιζαν τα φώτα με κιτρινοκόκκινες αναλαμπές, πίσω του έσβηναν οι ήχοι του Τορεαδόρ: et que l’ amour m’ attend Tor·ador! Ο νομάρχης και ο λοχαγός ανέβηκαν στη λέσχη, ο Στέφανος προχώρησε στην προκυμαία. Θυμήθηκε πάλι τι του είχε πει η Ευανθία για το λοχαγό, μα όταν αισθάνθηκε τη θάλασσα κοντά του, το ξαναξέχασε. Η θάλασσα ήταν σκοτεινή μα ησυχασμένη, και ο ουρανός απάνω ξάστερος. Τ’ άστρα έριχναν από ψηλά υγρές ακτίνες, μα δεν έφταναν να φέξουν κάτω τα θαμπά νερά. Ο Στέφανος ένιωθε μόνο την υγρή πνοή τους, τη βαθειά πνοή του πόντου που απλωνόταν πέρα και ο ουρανός του τέντωνε από πάνω σκοτεινό μανδύα, σα να ήθελε να του φυλάξει τη σιωπή. Ο Στέφανος σα ν’ άκουε μέσα του όλη αυτή τη σιωπή του απέραντου μεγάλου πόντου. Του ήταν σα μια σιωπή που έτρεμε βαθιά της κάτι ανήσυχο και σάλευε κάτι κρυφό και σκοτεινό. Σταμάτησε - ήταν το ίδιο εκείνο κρυφό και σκοτεινό που τον είχε κυνηγήσει πάντα, τον ακολούθησε παντού, εδώ σα βραδινή ομίχλη σε ταξίδι, εκεί σα μελαγχολικό τραγούδι στην πρωινή χαρά. Σταμάτησε - σταμάτησε και κοίταζε στα θαμπά βάθη. Και θυμήθηκε το πουλί που δεν μπόρεσε ποτέ να πιάσει μια φορά και το πουλί που ήρθε και χτύπησε στο τζάμι το δειλινό που πέθανε η μικρή αδερφή. Κ’ έξαφνα πάλι θυμήθηκε το μακρινό ταξίδι του άλλοτε· ένα όνειρο· ένα όνειρο κι αυτό χαμένο: Η θάλασσα απλωνόταν σκοτεινοπράσινη έκταση κυματισμένη με μουντούς αφρούς, χαμένη πέρα σε μια ομίχλη σταχτερή. Πού πήγαινε δεν το ήξερε και τότε , ούτε τώρα το θυμάται. Θυμάται μόνο πως στο πλάι του γελούσε μια ιλαρή φωνή κ’ έφεγγαν γεμάτα φως δυο μάτια, που τ’ ακολούθησε σα χίμαιρα και σαν επαγγελία πέρα από τους πάγους. Μα οι παλιοί κύκλοι, οι κύκλοι της βροχής στη θάλασσα γέμισαν εκεί μεμιάς θαμπά τους πάγους, και το πουλί ήρθε και στάθηκε στο τζάμι. Και --- ο Στέφανος τινάχτηκε --- από πίσω έπαιζε κάποιος με τις κούκλες της αδερφής που πέθανε. Ο Στέφανος δε γύρισε. Κοίταζε τους κύκλους που γέμισαν πάλι μπροστά του τα θαμπά νερά. Για αν μη ζαλιστεί, σήκωσε τα μάτια απάνω· τ’ άστρα έτρεμαν ψηλά με φως υγρό. Άφησε πίσω του τη θάλασσα σκυφτός. Δεν ξέρει γιατί ξαναθυμήθηκε το λοχαγό. Τον είδε αλήθεια χτες το τραίνο η Ευανθία; -- Έπειτα θυμήθηκε πως πρέπει να κάμει την ανακοπή αύριο πρωί. Μα έπειτα βρέθηκε πάλι μακριά. Μια τρόικα τον έσερνε γοργά· ο πάγος έτριζε κάτω, και τα κουδούνια των αλόγων ηχούσαν εύθυμους χορούς στη σιωπηλή ερημιά. Γύρω τα κρύσταλλα κρεμόντανε σε μύρια σχήματα, σάλευαν κ’ έφευγαν θαμπές σκιές, θολές μορφές παράξενες, και απάνω τ’ άστρα έφεγγαν μέσα από μια κρυστάλλινη άχνα, κρυστάλλινα κι αυτά σαν παγωμένα. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως τ’ άστρα τον κοίταζαν από ψηλά σαν ξαφνισμένα και σαν ξένα, και σήκωσε πάλι τα μάτια. Μα τ’ άστρα του φάνηκαν τώρα και δω σαν ξένα. Και αντίκρυ τ’ ορθόβραχο βουνό που πρόβαλε από το άνοιγμα του δρόμου, του φάνταζε κι αυτό παράξενα. Έμοιαζε σα να χάθηκε στο βάθος του μισοσκότεινου ουρανού κ’ έγινε άυλο σύννεφο, αγανή διάφανη ομίχλη φωτεινή κρεμασμένη ανάερα κάτω από τ’ άστρα. Ο Στέφανος σα να λησμόνησε πού ήταν. Μόνο το λοχαγό της Πρίφτη δε λησμόνησε. Τι μόνο αυτός δεν του ήταν ξένος; Και γιατί ψιθύρισε έτσι το τραγούδι του, έτσι σα να του το σφύριξε στο πρόσωπο; Σταμάτησε κοιτάζοντας το φως του φαναριού που έπαιζε στο ρείθρο μπροστά στο πεζοδρόμιο. Έπαιζε πράσινο κοκκινωπά, έπειτα κίτρινο· έπειτα έμενε ακίνητο, ωχρό μες στο θολό νερό, ωχρό σα ρόδο κίτρινο. Εκεί άκουσε από πίσω μια φωνή. Τινάχτηκε. - Στέφανε, είχε ψιθυρίσει σιγαλά η φωνή, και ο Στέφανος γύρισε κείθε. Γνώρισε τη Μαρίκα που στεκόταν ορθή στη σιδερένια πόρτα. Πήγε κοντά, ίσια κοντά της· πήγε σα να μην είχε ξαφνιστή. - Σε περίμενα, του είπε η Μαρίκα, το ήξερα πως θα ’ρθεις. Τον έσυρε στην είσοδο και κείθε στην αυλή που έτρεχε η βρύση κάτω από τα πεύκα. Εκεί σταμάτησε. Η βρύση στάλαζε σιγά στην πέτρινη λεκάνη, και η Μαρίκα έσκυψε και τη σφάλισε. Έπειτα κάθισαν και οι δυο στο μακρύ κάθισμα που ήταν εκεί, και η Μαρίκα του έπιασε το χέρι. - Το ήξερα, ναι, και πώς σ’ ευχαριστώ, του είπε σιγά. Έφερε το πρόσωπό της τόσο κοντά εμπρός στο δικό του πρόσωπο, ώστε η πνοή της τον άγγιξε θερμή, σαν πύρινη. - Ναι, πώς σ’ ευχαριστώ, ξαναψιθύρισε και του έσφιξε το χέρι. Ο Στέφανος απόμεινε άφωνος, σα να μην ένιωθε. - Που ήρθες --- που ήξερες πως σε περίμενα. Ο Στέφανος έμεινε άφωνος πάλι μια στιγμή, μα αμέσως, σαν κάτι να του ανοίχτηκε μπροστά του ξαφνικά: - Ναι, ήξερα, είπε και του ήταν σα να ξύπνησε μεμιάς, και τώρα γνώριζε πού ήταν και τώρα έβλεπε μέσα του τι ήταν εκείνο που τον είχε σύρει εδώ. - Ναι, ήξερα … Και σα ν’ ανοίγονταν βαθιά του κάτι ολοένα φωτεινότερο: - Ω, Μαρίκα, ψιθύρισε κ’ έσκυψε και της φίλησε το χέρι. Η Μαρίκα ανασηκώθηκε: - Μ’ αγαπάς, Στέφανε; μ’ αγαπάς αλήθεια; Έβγαλε σχεδόν φωνή και τον κοίταζε σα να ήθελε να δει τα μάτια του. - Ναι, μόνο εσέ, Μαρίκα, είπε ο Στέφανος με ξέσπασμα έξαφνο. Μα ένιωσε τίναγμα ελαφρό στο χέρι της Μαρίκας που κρατούσε, και σταμάτησε. Η Μαρίκα μια στιγμή δε μίλησε· μα έπειτα αμέσως: - Μόνο εμέ, είπε σιγά· κ’ έπειτα σιγότερα και αργότερα; - Το ήξερα και σε περίμενα. Ο Στέφανος πρόσεξε πως η φωνή της πήρε μεμιάς το βραχνό τόνο που τον σύγχυζε. - Ναι, σε περίμενα. - Με είδες από το παράθυρο; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα δεν τον άφησε: - Όχι! το φως είδα μονάχα απ’ το παράθυρο· κ’ έτρεξα κάτω και σε είδα που το κοίταζες και με περίμενες. - Ναι, σε περίμενα, είπε ο Στέφανος και είχε το αίσθημα πως το είπε μέσα του μια άλλη φωνή, ξένη φωνή. - Άλλο βράδυ ποτέ δεν έχω ανοίξει το παράθυρο. Μα απόψε το άνοιξα· το άνοιξα και στάθηκα. Και ο αέρας μου φύσηξε στο πρόσωπο, σα να ήταν πάλι ένα απ’ τα βράδια τα παλιά αντικρύ στη θάλασσα, και μου έφερνε όπως μια φορά όλη την πνοή της θάλασσας. Κ’ έπειτα αισθάνθηκα μια μυρουδιά σαν από πασχαλιές που ερχόταν σα να έφτανε από πέρα από τη θάλασσα. Μα έπειτα πάλι η μυρουδιά μου φάνηκε παράξενη· ήταν μια μυρουδιά από κάτι σα μιμόζες, πολλές, αμέτρητες μιμόζες, κήπους ολάκερους σπαρμένους με μιμόζες· μια μυρουδιά που με περνούσε, με πότιζε, γλιστρούσε και μου στάλαζε βαθιά, με αγκάλιαζε σαν κύμα αόρατο, σαν κύμα πνιγερό, σαν κύμα κίτρινο. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και άνοιξα πάλι το παράθυρο. Το άνοιξα και κοίταζα σα να περίμενα, σα να ένιωθα πως έπρεπε ν’ ακούσω κάτι που έπρεπε να το ακούσω απόψε, δίχως άλλο απόψε. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και βγήκα πάλι στο παράθυρο, και τότε είδα το φως στο δρόμο κ’ έτρεξα. Σώπασε, κ’ ενώ σώπαινε και ο Στέφανος. - Έτρεξα αμέσως, όπως δεν έτρεξα ποτέ, όπως λαχτάρησα μόνο να τρέξω, είπε με σιγαλότερη φωνή κ’ έμεινε σα καρφωμένη εμπρός του. Ο Στέφανος καθώς της έπιασε το χέρι, το ένιωσε που έκαιγε σα φλογισμένο από τον πυρετό. - Μαρίκα, της ψιθύρισε και την έγειρε στο στήθος του. Μαρίκα, ξαναείπε χαδεύοντάς της τα μαλλιά. Κ’ έμειναν σωπαίνοντας και οι δυο· μόνο η Μαρίκα ψιθύρισε μια στιγμή: - Πόσο είμαι ευτυχισμένη. Μα έπειτα, εκεί όπως έμενε γερμένη, κοιτάζοντας απάνω χωρίς να κινηθεί, είπε έξαφνα: - Γιατί φέγγουν παράξενα τ’ αστέρια απόψε; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς την κοίταζε ολοένα δίχως να μιλήσει. - Τι είναι τάχα πέρα από τ’ αστέρια; το σκέφτηκες ποτέ; ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Το ατέλειωτο ίσως, είπε ο Στέφανος. - Τι; ρώτησε η Μαρίκα. - Και συ; και γω; είπε έπειτα σιγά. Κ’ έμεινε πάλι σιωπηλή. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε σα να ήθελε να δη τα μάτια της μες στο σκοτάδι. Μα καθώς θέλησε ύστερα η Μαρίκα κάτι να ξαναπεί, σταμάτησε έξαφνα· και ο Στέφανος ένιωσε πως σταμάτησε για να μη βήξει. Τινάχτηκε χωρίς να θέλει. - Μαρίκα, είναι υγρασία, της είπε. Και θέλησε να τη σηκώσει, να την παρακαλέσει ν’ ανεβεί στο σπίτι. Μα η Μαρίκα δεν τον άκουε. - Όχι, Στέφανε, μη θες να φύγω, είπε και τον έσυρε πάλι κοντά της· μη θες να φύγω. Αντί να πέσω να κοιμηθώ κατέβηκα σε σένα· κατέβηκα όπως δεν κατέβηκα ποτέ, όπως δε θα κατέβαινα ποτέ. Μια στιγμή καθώς κατέβαινα, σταμάτησα, αλλά δε γύρισα· έπρεπε απόψε να έρθω σ’ εσέ, γι’ αυτό δε γύρισα: γιατί δεν ήθελα να κοιμηθώ, γιατί δεν έπρεπε να κοιμηθώ, γιατί αν ήτανε να κοιμηθώ --- αλλά δεν ήθελα να κοιμηθώ, φοβόμουνα να κοιμηθώ, φοβόμουνα μην κοιμηθώ και δεν ακούσω ξέρεις τι, ναι, Στέφανε, το ξέρεις! Του Στέφανου του ήταν σα ν’ άκουε παραμιλητό· σα να τον άγγιζε φωτιά καθώς του έσφιγγε τα χέρια, και καθώς την έφερε κοντά του, τώρα είδε πως είχε κατεβεί μισόγυμνη όπως θα έπεφτε να κοιμηθεί. Τρόμαξε και δεν μπόρεσε ούτε να μιλήσει. Δε σκέφτηκε πια να τη φέρει απάνω, την άφησε να σωριαστή στο στήθος του. Καθώς κοίταζε μπροστά του, είδε κάτω τα πόδια της γυμνά. - Αλλά, Μαρίκα, θέλησε να πει, μα η Μαρίκα δεν άκουε· κοίταζε μπροστά της με μάτια τεντωμένα σα σ’ έκσταση. Κοίταζε ώρα πολλή. Έπειτα, ενώ ο Στέφανος έμενε σιωπηλός, σα να έβλεπε παράλογο όνειρο, η Μαρίκα του έπιασε σιγά το χέρι και ψιθύρισε: - Ω πάρε τα από εμπρός μου εκεί. Ο Στέφανος κοίταζε μπρος, δεν ήταν τίποτε· στο βάθος έτρεμαν μονάχα τ’ άστρα. Καθώς γύρισε προς τη Μαρίκα του φάνηκε πως είχε τώρα τα μάτια της κλειστά. Όταν τα ξανάνοιξε, την πήρε σιγαλά και την έφερε μπροστά στη σκάλα. Η Μαρίκα την ανέβηκε άφωνη· καθώς ανέβαινε φαινότανε του Στέφανου σαν άυλη σκιά. Στάθηκε και την κοίταζε όσο που χάθηκε στην πόρτα. Μα καθώς κοίταζε, είδε ξαφνικά σ’ ένα παράθυρο την όψη του παππού: ήταν ακίνητη σαν κολλημένη εκεί στο τζάμι. Ο Στέφανος γύρισε αμέσως και γλίστρησε γοργά έξω από την αυλόπορτα. Η πνοή της νύχτας τον χτύπησε πιο υγρή στο πρόσωπο. Καθώς έστρεφε στο δρόμο, το ορθόβραχο βουνό στο βάθος φαινόταν πάλι σα σύννεφο ή σαν αχνή ανάερη ομίχλη. Μα απάνω του, ψηλά στον ουρανό έλαμπε ο Ωρίων ορθός, ολόφωτος. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε· μα δε σταμάτησε. Όταν έφτασε στην προκυμαία ξαναπαντήθηκε με τον κύριο νομάρχη και με το λοχαγό. Κατέβαιναν από τη λέσχη. Καθώς πέρασε από κοντά τους, ο λοχαγός σφύριζε πάλι το σκοπό της Κάρμεν: Τορεαδόρ! [Επεξεργασία] XIV Όταν ξύπνησε ο Στέφανος πρωί και πήγε στην τραπεζαρία βρέθηκε μπρος στην Ευανθία. Καθόταν μόνη και είχε ανοιχτό μπροστά της ένα λεύκωμα με εικόνες και το ξεφύλλιζε. Στο τραπέζι ήταν ακόμα το βάζο με τα κίτρινα και λευκά ρόδα. Καθώς έσκυβε, η χλωμή τους λάμψη έπαιζε στο πρόσωπό της. Ο Στέφανος σταμάτησε στην πόρτα όσο που η Ευανθία σήκωσε τα μάτια. Δεν ένιωσε γιατί σταμάτησε· μα όταν πλησίασε, η Ευανθία τον κοίταξε σα να ήταν ώρα εκεί και δεν τον πρόσεξε. Έπειτα αφού έσκυψε πάλι μια στιγμή στο λεύκωμα, γύρισε και τον ρώτησε: - Εσύ το έφερες; - Πιστεύω, είπε ο Στέφανος αφού έριξε ματιά στο λεύκωμα. Η Ευανθία δε μίλησε πάλι μια στιγμή· μα όταν ο Στέφανος ήρθε και κάθισε στο τραπέζι αντίκρυ της, ξανασήκωσε τα μάτια και καθώς ο Στέφανος την κοίταζε. - Ήσουνα ψες στη λέσχη; τον ρώτησε έξαφνα. Ο Στέφανος δεν απάντησε. Και η Ευανθία: - Δεν ήσουνα; δεν έπαιξες; ρώτησε πάλι. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. Η Ευανθία ξαναέσκυψε στο λεύκωμα και σώπασε. Έπειτα, έξαφνα πάλι, σήκωσε ένα φύλλο και δείχνοντάς το: - Σου αρέσει αυτή; είπε. Ήταν μια στρογγυλή μορφή με χείλη παχουλά και με στριφτά σγουρά γύρω στο μέτωπο. -Τι να μου αρέσει; - Τα μάτια της, είπε η Ευανθία· και κοιτάζοντάς τον: - Δε μοιάζει της Φιφίκας, ε; Κ’ έπειτα, πάλι ξαφνικά: - Σου άρεσε ποτέ η Φιφίκα; Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε πάντα περίεργα. - Ε, δε σου άρεσε; τον ξαναρώτησε. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Σου άρεσε· γι’ αυτό η Μαρίκα τη ζηλεύει. - Ανοησίες, είπε πάλι ο Στέφανος και τράβηξε από το λεύκωμα ένα φύλλο κ’ έσκυψε κι αυτός και κοίταζε. Όταν το άφησε, η Ευανθία το πήρε από μπροστά του. - Γυναίκες είναι; ρώτησε· γιατί έχουν έτσι ανοιχτά τα χείλη; - Είναι άγγελοι που τραγουδούν, της είπε ο Στέφανος. - Και τούτα που κρατούν στα χέρια; - Κρίνα. - Κρίνα! είπε η Ευανθία σα να σταμάτησε στη λέξη, και κοίταξε πάλι την εικόνα. Μα έπειτα, ο Στέφανος πλησίασε, δείχνοντας την επιγραφή σ’ ένα άλλο φύλλο ξαναρώτησε: - Τι λέει εδώ; Ο Στέφανος έσκυψε και της εξήγησε. Η εικόνα έδειχνε δυο παιδιά που περνούσαν ένα ρυάκι. Το μεγαλύτερο κρατούσε στον ώμο του ένα τρίτο, πιο μικρό· εμπρός πήγαινε ένας σκύλος, και καθώς βάθαινε το νερό πιο πέρα, ο σκύλος γύριζε πίσω το κεφάλι προς τα παιδιά σα να τους έλεγε: κουράγιο! Έσκυψαν και οι δυο κοντά κοντά και κοίταζαν. Έπειτα, η Ευανθία σα να ήταν βέβαιη πως κι ο Στέφανος συλλογιζότανε το ίδιο. - Μα είδες πως η Μαρίκα είπε ψέματα, γύρισε και είπε. Ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια. - Πως μ’ έδειρε η γιαγιά… - … γιατί έτρεξα ξυπόλυτη, πρόσθεσε η Ευανθία. Ο Στέφανος την κοίταζε. - Μα εσύ το είπες, θέλησε να της θυμίσει. Αλλά μπήκε η υπηρέτρια και τον σταμάτησε. Μπήκε κ’ έφερε το γάλα του. Και όταν σε λίγο ήρθε μέσα η κυρία Κατίγκω βρήκε την Ευανθία που το σερβίριζε. Στάθηκε στην πόρτα και κοίταζε. Μα η Ευανθία έτρεξε και την αγκάλιασε. - Τι ωραία, φώναξε, τι ωραία, θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω τη χάδεψε στον ώμο και τη φίλησε. Και η Ευανθία γέρνοντας απάνω της ξαναψιθύρισε: - Τι ωραία που είναι δω, θεία Κατίγκω! Το είπε γοργά γοργά ως να μην το πρόσεξε. Και κοίταξε την κυρία Κατίγκω κατάματα. Έπειτα την έπιασε από τη μέση και ήρθαν και οι δυο και στάθηκαν μπροστά στο Στέφανο. Και η Ευανθία γέλασε δυνατά. Ο Στέφανος δεν ήξερε γιατί του φάνηκε σε μεθυσμένη ξαφνικά, όπως ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω που είχε σκύψει και φίλησε το Στέφανο, γύρισε στη Ευανθία: - Τι χρυσή μου; - Θα πάμε στα ιγγλέζικα; Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε ακίνητος. - Θα πάμε· εμείς οι δυο μονάχες μας θα πάμε, ξαναείπε η Ευανθία και κάθισε, με το σώμα ριγμένο πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω εκεί που τίναζε τα ψίχουλα που είχε σκορπίσει στο τραπέζι ο Στέφανος, είπε έξαφνα: - Ξέρεις αλήθεια πως δεν έφυγε η Φιφίκα; Η Ευανθία σήκωσε το σώμα και την κοίταξε περίεργα. Και ο Στέφανος αμέσως, σα να του ξέφυγε: - Ναι, είδα και γω το λοχαγό στη λέσχη. Η κυρία Κατίγκω έριξε ματιά στο Στέφανο σα δυσαρεστημένη. - Αρρώστησε έξαφνα η μητέρα της κ’ έμειναν, είπε· τώρα μου το έλεγε ο πατέρας σου. Και γυρίζοντας στη Ευανθία: - Θα πάμε έπειτα να δούμε τη Φιφίκα. - Είναι ο πατέρας μέσα; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, κατέβηκε, είπε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος κοίταξε την ώρα, σα μόλις τώρα να θυμήθηκε πως έπρεπε να σηκωθεί. Μα καθώς σηκώθηκε, η Ευανθία τον πλησίασε. - Ήσουν λοιπόν στη λέσχη; ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. - Δεν ήσουν; δεν έπαιξες; Ο Στέφανος πάλι δεν απάντησε. Μα έπειτα: - Γιατί; ρώτησε μεμιάς. Και η Ευανθία: - Γιατί μου αρέσει το παιγνίδι. Αν ήμουν άντρας θα έπαιζα, είπε, κ’ έκαμε προς το μπαλκόνι· και στάθηκε και κοίταζε έξω. Ο Στέφανος πήγε κοντά της. Κάτω από το μπαλκόνι απλώνονταν η θάλασσα. Ο Στέφανος μόλις αντίκρυσε τη χλωμοπράσινη έκταση, σταμάτησε. Σταμάτησε σα να του ανοίχτηκε μεμιάς μπροστά του κάτι που το πρωί όταν ξύπνησε του ήταν ακόμα σαν αλλόκοτο, παράλογο όνειρο. Και τώρα του ξαναήρθε αυτό στο νου σαν ξαφνική αστραπή· παράξενο, παράλογο και τώρα, παραμίλημα και τώρα, ίσκιος και όνειρο και τώρα. Όμως του στάθηκε μπροστά και τώρα σαν κάτι απόκρυφο και σκοτεινό, τον γέμισε για μια στιγμή και τώρα σαν κάτι που ήταν αδύνατο να το χωρέσει μόνο μια στιγμή, αδύνατο να το χωρέσουν μόνο χρόνια, αδύνατο να το χωρέσει ακόμα και το ανοιχτό άπειρο που απλώνονταν εμπρός του εκεί. Έκαμε να το στοχαστή, όμως θέλησε καλύτερα να το τινάξει πέρα. Παράξενο! του ήρθε στο νου ο λοχαγός και το τραγούδι που του σφύριξε στο πρόσωπο: Tor·ador! Και θέλησε να μιλήσει της Ευανθίας για το λοχαγό. Μα η Ευανθία γυρίζοντας απάνω του τα μάτια του είπε: - Ξέρεις γιατί σε ρώτησα αν έπαιζες; Ο Στέφανος σα να μην ένιωσε. - Γιατί χτες βράδυ σε φανταζόμουν πως έπαιζες. Και η Ευανθία τον ξανακοίταξε. Έπειτα γέλασε. Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε σα ξαφνισμένος: - Για δες, είπε και έδειξε έξω πέρα. Έξω πάρα η θάλασσα στρωνόταν ήσυχη, όμως στο χρώμα της, με όλο τον καθαρό πρωινό ουρανό, σα να έμενε κάτι από τη θολάδα της χθεσινής βροχής. Ήταν γαλανοπράσινο, και μια ψιλή άχνα κρεμόταν σαν κομμάτια ξεφτισμένης γάζας εδώ και κει απάνω στα νερά και στις κορφές των βράχων. Μα τα νησιά στο μάκρος έφεγγαν διάφανα, βιολετογάλανα και ήταν σα να έπλεαν και να σαλεύαν στον αέρα. Μπροστά μπροστά έξω από το λιμάνι άσπρα και κόκκινα πανιά φαντάζαν σα φτερά ανοιγμένα και καθώς έμεναν ακίνητα φαινόντανε σα να περίμεναν. Αυτά έδειξε η Ευανθία στο Στέφανο κ’ έκαμε ν’ ακουμπήσει το χέρι της στον ώμο του. Μα η κυρία Κατίγκω βγήκε στο μπαλκόνι και άλλαζε το νερό στο βάζο με τα ρόδα. Και κει που έμπαινε πάλι μέσα με το βάζο, η Ευανθία έσκυψε και μύρισε τα ρόδα. Ο Στέφανος κοίταξε κει το πρόσωπο της Ευανθίας σα να έριξε ένα κόκκινο αντιφέγγισμα στα λευκά ρόδα. Έμειναν σιωπηλοί και οι δυο άμα μπήκε μέσα η κυρία Κατίγκω. Μα έξαφνα ακούστηκε από το λιμάνι τριχτός κρότος. Ήταν το βίντσι των βαποριών που ξανάρχιζαν την εργασία. Και η Ευανθία σαν ηλεκτρισμένη, φώναξε μεμιάς: - Θεία Κατίγκω! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Τα ιγγλέζικα φορτώνουν. Μα πριν προφτάσει να βγει έξω η κυρία Κατίγκω, σκύβοντας η Ευανθία στο Στέφανο του είπε σιγαλά: - Πώς ήθελα να πάω στα ιγγλέζικα μαζί σου. Ε, έρχεσαι; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς τον κοίταζε κι αυτή κατάματα. - Ναι, της ψιθύρισε κ’ έβλεπε μπρος του σα να μην ένιωθε ενώ πλησίαζε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία χτύπησε τα χέρια, όταν της έταξε και η κυρία Κατίγκω πως θα πάνε. Και όταν ο Στέφανος τις άφησε και κίνησε να φύγει, εκεί που έβγαινε στην πόρτα του φώναξε η κυρία Κατίγκω: - Σούπα με ρύζι θα έχομε το μεσημέρι· μην αργήσεις και χαλάσει. [Επεξεργασία] XV Ενώ εργαζόταν στο γραφείο του ο Στέφανος, έλαβε ένα μπιλιέτο της Μαρίκας. Τον παρακαλούσε να πάει να τη δει πριν από το μεσημέρι. Και πήγε. Τη βρήκε που στεκόταν στο διάδρομο και τον περίμενε. Καθώς του έσφιξε το χέρι και τον κοίταξε, η ματιά της έφεγγε. Αλλά στην κάμαρα που μπήκαν ήταν η κυρία Αγλαΐα. Ορθή μπροστά στις γλάστρες της ψαλίδιζε τα φύλλα μιας φοινικιάς. Χαιρέτησε το Στέφανο με νεύμα μόνο. - Πώς σκάζω που μου κιτρινίζουν έτσι, είπε όταν ο Στέφανος ήρθε κοντά της. _ Ναι, κρίμα, είπε ο Στέφανος. Κ’ έπειτα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Πλύσιμο με καπνό βρεγμένο, είπε ξανά. - Το δοκίμασα, δεν ωφελεί, απάντησε η κυρία Αγλαΐα κ’ εξακολούθησε να ψαλιδίζει. Ο Στέφανος γύρισε στη Μαρίκα· στεκότανε κοντά του και όπως ο ήλιος γέμιζε την κάμαρα, το πρόσωπό της φαινότανε μέσα στο χρυσό φως σα μεταμορφωμένο. Της έπιασε το χέρι και στάθηκαν και κοιτάζονταν. Ύστερα καθώς σύρθηκαν προς το παράθυρο κ’ έβλεπαν έξω, η Μαρίκα δείχνοντας μια πιγόνια που γέμιζε τον τοίχο αντίκρυ μ’ εξωτικά βυσσινοπόρφυρα άνθη σα ροδιάς. - Τι ωραία! ψιθύρισε. Μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε έξαφνα το Στέφανο: - Το έμαθε η μαμά σου πως δεν έφυγε η Φιφίκα; - Ναι, είπε ο Στέφανος και γύρισε προς την κυρία Αγλαΐα. Η κυρία Αγλαΐα τον κοίταξε· κ’ έπειτα με χαμόγελο, που ο Στέφανος δεν ένιωσε αν ήταν για τη μητέρα του ή τη Φιφίκα. - Μα γιατί δεν έφυγε, τον ξαναρώτησε. Και ο Στέφανος, χωρίς να ξέρει γιατί, χαμογέλασε κι ο ίδιος. - Αρώστησε η μητέρα της, απάντησε. Και όταν η κυρία Αγλαΐα ρώτησε πάλι έπειτα: Και ο λοχαγός; -- ο Στέφανος διηγήθηκε έξαφνα το χθεσινό του απάντημα με το νομάρχη και το λοχαγό έξω από το καφενείο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με τεντωμένα μάτια: - Στο καφενείο - ο κύριος νομάρχης; - Ναι, και τραγουδούσε, είπε ο Στέφανος. - Ο κύριος νομάρχης; Ο Στέφανος ένιωσε πως τα σύγχισε. - Ο λοχαγός, απάντησε. Και είπε το τραγούδι που σφύριζε ο λοχαγός. Η κυρία Αγλαΐα γέλασε, ενώ ο Στέφανος έμεινε σιωπηλός σα να μετάνιωσε. Είχε το αίσθημα πως δίχως να το νιώσει πρόδωσε κάτι --- δικό του ή ξένο, δεν ήξερε καλά. Και όταν, αφού βγήκε η κυρία Αγλαΐα έξω, η Μαρίκα τον πλησίασε, έμεινε σα στενοχωρημένος. Αλλά η Μαρίκα του γέλασε καθώς πλησίασε, και η ματιά της έφεγγε σα λαμπρυσμένη ενώ τον κοίταζε. Και τον έσυρε κοντά της και του είπε: - Ξέρεις γιατί σ’ έφερα εδώ έτσι ξαφνικά; Ο Στέφανος δε μίλησε. - Γιατί αν και το ήξερα πως θα ερχόσουν και αν δε σ’ έφερνα, όμως δεν ήθελα να φοβηθώ πως δε θα ερχόσουν. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε παράξενα. - Ναι, εξακολούθησε, να φοβηθώ· χθες βράδυ δε φοβόμουνα, μα σήμερα φοβόμουνα μη φοβηθώ. Ο Στέφανος φαντάστηκε πως θ’ άκουγε πάλι παραμιλητό. - Κι αυτό δεν το ήθελα· γιατί ήθελα και θέλω, Στέφανε, να είμαι ευτυχισμένη, είπε πάλι η Μαρίκα. Ναι, μόνο ευτυχισμένη. Και τον έφερε σιγά σιγά προς τη γωνία που ήταν οι γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας. - Ευτυχισμένη και χαρούμενη σαν τ’ άνθη αυτά, εξακολούθησε και του έδειξε τις κόκκινες τουλίπες που έγερναν σκορπώντας λάμψεις γελούμενες στα πράσινα φυτά και στ’ άλλα παρδαλά φύλλα τριγύρω τους. Καθώς μιλούσε, στο πρόσωπό της έπαιζε όμοια λάμψη. Ήταν χαρούμενο· μα οι ωχροκόκκινες κηλίδες του γύρω στα μήλα φάνηκαν σα ροδόφυλλα του Στέφανου, ροδόφυλλα ζωγραφιστά σα λευκή κέρινη λαμπάδα και του ήταν σα να του στάλαζαν βαθιά μια ανήσυχη μελαγχολία. Αλλά η Μαρίκα γυρίζοντάς τον έξαφνα προς το παράθυρο του έδειξε πάλι τα βυσσινοκόκκινα άνθη στον τοίχο απέναντι. - Και κείνα εκεί! του είπε. Κ’ ενώ κοιτάζαν και οι δυο τ’ άνθη. - Τι μακρύ που είναι φέτος το φθινόπωρο, είπε ξανά. Κ’ έπειτα από μια μικρή σιγή και πάλι: - Ω να μην τέλειωνε ποτέ, ψιθύρισε. Η γιαγιά που ήρθε μέσα, σα να τους ξύπνησε. Καθώς είδε το Στέφανο σταμάτησε, σα να μην περίμενε πως θα τον δει εκεί. Έπειτα τον καλημέρισε· και ξαφνικά: - Η Ευανθία μας ξέχασε, του είπε. - Μας ξέχασε, είπε πάλι σα να μην έβρισκε άλλο τίποτε να πει. Η Μαρίκα γύρισε και την κοίταζε. - Την κράτησε η Κατίγκω, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Και η κυρία Αγλαΐα που έμπαινε: - Κρατούμε και μεις το Στέφανο, είπε. - Ναι, ναι, μαμά, είπε και η Μαρίκα· και ο Στέφανος την είδε πάλι γελαστή. Κ’ έμεινε κ’ έφαγε μαζί τους. Θυμήθηκε πως τον περίμεναν στο σπίτι μόνο όταν ήρθε η κυρία Κατίγκω έπειτα από το μεσημέρι. - Εδώ έμεινες; του είπε μπαίνοντας· τουλάχιστο δεν έστελνες· το ήξερες, είχαμε σούπα! Η Μαρίκα γέλασε· κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω γύρισε και την κοίταξε. - Μαμά, της είπε, εμείς φταίμε· τον κρατήσαμε έξαφνα. - Η μαμά τον κράτησε, πρόσθεσε με μιας. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε φιλικά με την κυρία Αγλαΐα. Και η Ευανθία μπαίνοντας γρήγορα: - Θεία Αγλαΐα, Μαρίκα, ελάτε· στις τρεις μας περιμένουν, φώναξε από την πόρτα. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα· ήταν όλη κόκκινη, το πρόσωπό της και το φόρεμα. - Ελάτε! Και πριν να τη ρωτήσουν «πού;» ξαναφώναξε η Ευανθία: - Θα πάμε στα ιγγλέζικα. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε έξαφνα: - Αστειεύεσαι; - Μα πηγαίνουν; πηγαίνει ο κόσμος καθώς πρέπει; ρώτησε την κυρία Κατίγκω. - Θα είναι η Φιφίκα, έλεγε την ίδια ώρα η Ευανθία, η Μαρίκα όμως μ’ έξαφνο κίνημα: - Αλλά μαμά, πετάχτηκε, δεν είπαμε…; - Ναι, ένεψε η κυρία Αγλαΐα, ενώ η Ευανθία πρόσθετε: - Και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε: - Ο κύριος νομάρχης! - Ναι, ο κύριος νομάρχης, είπε η Ευανθία. Και την κοίταζε σα με χαμόγελο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε μια στιγμή άφωνη· έπειτα είπε: - Δεν μπορούμε, παραγγείλαμε το αμάξι. Η Ευανθία γύρισε απότομα τα μάτια της στο Στέφανο. Ο Στέφανος κοίταζε κάτω. Μα όταν σε λίγο έφυγαν πάλι μόνες η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, η Μαρίκα πρόσεξε πως η Ευανθία βγήκε χωρίς να ρίξει βλέμμα στο Στέφανο. Σταμάτησε και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα είχε σταθεί άφωνη κι αυτή. - Μα τι αστείος, ψιθύρισε έπειτα έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Ο κύριος νομάρχης, ήθελε να πει· μα το ένιωσε και διορθώθηκε γοργά: - Ναι, τι αστείος ο λοχαγός. Κ’ έκαμε να δει το Στέφανο. Μα ο Στέφανος είχε γυρίσει κ’ έβλεπε προς το παράθυρο. [Επεξεργασία] XVI - Πώς χάρηκα! είπε η Ευανθία καθώς κατέβαινε με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε. - Που το μετάνιωσε· την είδες πώς έγινε όταν άκουσε για το νομάρχη; Η κυρία Κατίγκω δε μίλησε. Και σώπασε και η Ευανθία. Έπειτα, καθώς πήγαιναν, η κυρία Κατίγκω την πρόσεξε που ήταν χλωμή. Και όταν έφτασαν στην προκυμαία και περίμεναν, και η κυρία Κατίγκω της έπιασε το χέρι, το ένιωσε κατάψυχρο. - Πάμε στον ήλιο, της ψιθύρισε· κρυώνεις; - Φυσά λιγάκι, είπε η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την ξανακοίταξε σαν ξαφνισμένη· η θάλασσα ήταν ακίνητη, το δειλινό ανέφελο, χλιαρό. Μα δε φαινότανε ούτε η Φιφίκα ούτε ο κύριος νομάρχης. - Δεν έρχονται, είπε η Ευανθία εκεί που περπατούσανε στον ήλιο. - Δεν είναι τρεις ακόμα. - Και τέταρτο, ξαναείπε η Ευανθία κοιτάζοντας την ώρα της. - Πας μπρος, θέλησε να πει η κυρία Κατίγκω, μα βλέποντας την Ευανθία χλωμή και ανήσυχη: - Είσαι αδιάθετη; τη ρώτησε. Η Ευανθία την κοίταξε· μα έπειτα έξαφνα: - Ναι, είπε, πάμε σπίτι. Η κυρία Κατίγκω φώναξε ένα αμάξι. Στο σπίτι που ήρθαν, έμαθαν πως μόλις είχε φύγει ο Στέφανος. - Ήρθε και ρώτησε αν περάσατε από δω, είπε η υπηρέτρια. - Ήτανε μόνος; ρώτησε γοργά η Ευανθία και είχε ξανακοκκινίσει. - Ναι, απάντησε η υπηρέτρια, στη σκάλα ρώτησε· μου φάνηκε πως σταμάτησε στην πόρτα αμάξι. - Ήταν αυτές, είπε η Ευανθία· και όταν έφυγε η υπηρέτρια: Μετάνιωσαν άμα άκουσαν πως θα ερχότανε και ο κύριος νομάρχης. Κ’ έμεινε κοιτάζοντας την κυρία Κατίγκω, σα να περίμενε να πει εκείνη να γυρίσουν πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω βλέποντάς τη που ξαναχλώμιασε: - Έλα, είπε, βγάλε το καπέλο σου και κάθισε. Και φώναξε να φέρουν τσάι. Η Ευανθία έμεινε σαν ξεχασμένη, καθώς την κάθισε η κυρία Κατίγκω στον καναπέ και της σερβίρισε το τσάι. Ώρα πολλή δε μίλησαν και οι δυο. Μια στιγμή μόνο η κυρία Κατίγκω, ενώ καθότανε κοντά της κρατούσε το χέρι της, είπε σιγά: - Να στείλομε για τη νονά; Μα η Ευανθία της ένεψε: όχι· κ’ έμειναν για ώρα πάλι αμίλητες, κοιτάζοντας και οι δυο μπροστά τους σα να είχαν τώρα λησμονηθεί και οι δυο. Έξω ο ήλιος βυθίζοντας στη θάλασσα έβαφε τον ουρανό με χρώμα κίτρινο - ένα κίτρινο όχι χρυσό και αστραφτερό, αλλά χλωμό και άλαμπο σαν ώχρα· το αχνό του αντίφεγγο χτυπούσε κρύο και μελαγχολικό στο τζάμι και χυνόταν ψυχρότερο και πιο θολό στην κάμαρα. Η κυρία Κατίγκω αισθάνθηκε ν’ ανατριχιάζει και φώναξε και άναψαν το τζάκι. Σε λίγο μια φεγγοβολή πήδησε έξαφνα σαν απαλή αστραπή πετώντας κόκκινες θερμές αναλαμπές στους αργυρούς δίσκους και στα κρύσταλλα των τραπεζιών και του μπουφέ μέσα στην κάμαρα. Και όταν γέμισε έπειτα η χλιαρή πνοή της τον αέρα, η Ευανθία ανασηκώθηκε κ’ έπιασε το χέρι της κυρίας Κατίγκως. - Τι ωραία που είναι εδώ, είπε σιγά και ακούμπησε στον ώμο της. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω της χάδευε ελαφρά το μάγουλο: - Ναι, δεν μπορώ πια εκεί· αν ήταν να ξαναπάω εκεί, καλύτερα να φύγω. - Αύριο να φύγω, είπε πάλι κ’ έκρυψε το πρόσωπο στο στήθος της κυρίας Κατίγκως. Η κυρία Κατίγκω ένιωσε πού εκεί. Έσκυψε και τη φίλησε. - Χρυσή μου, ψιθύρισε μονάχα σα να ένιωθε κάτι περισσότερο παρότι είχε πει η Ευανθία. Και σα να μην μπορούσε να πει κάτι περισσότερο κι αυτή: - Χρυσή μου, ξαναψιθύρισε και την έσφιξε στην αγκαλιά της. [Επεξεργασία] XVII Το βράδυ ο Στέφανος τις βρήκε και τις δυο κοντά στο τζάκι. Η κυρία Κατίγκω καθόταν στο σκαμνάκι, η Ευανθία ακουμπούσε στα γόνατά της ξαπλωμένη σ’ ένα δέρμα τίγρης που είχαν φέρει από τη σάλα. Σκυφτή, έριχνε μπρος της μια πασιέντσα. Στο τζάκι ήταν σβησμένη η φλόγα, μα κάτω από το φως της λάμπας έφεγγε ζωηρά το κόκκινό της φόρεμα. Ο Στέφανος στάθηκε πρώτα μια στιγμή, έπειτα κάθισε απέναντί τους. Η Ευανθία δεν κινήθηκε, δεν έσυρε ούτε το πόδι της που απλωμένο έβγαινε κάτω από το φόρεμα· και ο Στέφανος κοίταζε σιωπηλός τα χαρτιά που αράδιαζε η Ευανθία, όταν έξαφνα αυτή σταμάτησε. - Δε βγαίνει, είπε και σήκωσε τα μάτια. - Βγάλε από πάνω, της είπε ο Στέφανος. - Δεν ωφελεί· πρέπει να έβγει μόνη της, είπε η Ευανθία και τον κοίταξε. - Είδες; γύρισε έπειτα προς την κυρία Κατίγκω· ήταν η τρίτη. - Η δεύτερη, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε. - Η τρίτη, ψιθύρισε· όμως ξαναέριξε. Και τώρα βγήκε. - Να, μπράβο! είπε η κυρία Κατίγκω κ’ έκαμε να σηκωθεί. Μα η Ευανθία την κράτησε: - Ήταν αλήθεια η δεύτερη; - Ναι, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία δε μίλησε· έπειτα κοιτάζοντας το Στέφανο: - Κάτι είχαμε βάλει, είπε. Μα ο Στέφανος ρώτησε «τι;» γύρισε αμέσως στην κυρία Κατίγκω και της είπε ξαφνικά: - Μη, μην το πεις! Η κυρία Κατίγκω γέλασε και σηκώθηκε. Η Ευανθία έμεινε όπως ήταν ξαπλωμένη· ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι της απάνω στο σκαμνάκι και κοίταζε μπροστά της. Η κυρία Κατίγκω ήρθε στο Στέφανο· τον κοίταξε σα να ήθελε να του πει κάτι, αλλά σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε μόνο: - Είναι έξω ψύχρα; - Λιγάκι, είπε ο Στέφανος. Είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε και κοίταζε την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε στη φωτιά και καθώς φύσηξε τα ξύλα, μια λάμψη κόκκινη έπαιξε έξαφνα πίσω από την Ευανθία. Του Στέφανου του φάνηκε σα να πετάχτηκε από το φόρεμα της Ευανθίας και από εκεί χτύπησε κ’ έσπασε στο δέρμα της τίγρης όπου ήταν ξαπλωμένη. Οι μαύρες και κίτρινες γραμμές του σπιθίρισαν, και μια στιγμή σα να σάλεψαν. Έπειτα έμειναν πάλι ακίνητες και σκοτεινές. Έλαμπαν μόνο εμπρός του εκεί τα γυάλινα κίτρινα μάτια του κεφαλιού της τίγρης· έλαμπαν και τον κοίταζαν κατάματα. Και η Ευανθία βλέποντάς τον πως κοίταζε κι αυτός εκεί κατάματα σαν ξεχασμένος, κλώτσησε την κεφαλή της τίγρης με το πόδι. Ο Στέφανος ξαφνίστηκε, και η Ευανθία γέλασε. Και τεντώνοντας το πόδι και δείχνοντας το κόκκινο γοβάκι που φορούσε, είπε: - Είδες τι μου χάρισε η θεία Κατίγκω; Ο Στέφανος το κοίταξε. Γνώρισε αμέσως τις κόκκινες βελούδινες παντούφλες που είχε φέρει κάποτε ο ίδιος της κυρίας Κατίγκως. Αλλά και αμέσως θυμήθηκε πως η κυρία Κατίγκω του είχε πει πως ήθελε να τις χαρίσει της Μαρίκας. Και σταμάτησε. - Ωραίες είναι, είπε σα μηχανικά, ενώ τον κοίταζε η Ευανθία. Έπειτα έμειναν πάλι σιωπηλοί. Μα όταν η κυρία Κατίγκω βγήκε από την κάμαρα, η Ευανθία ξαπλωμένη πάντα ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Πήγατε; του είπε ξαφνικά. - Πού; ρώτησε ο Στέφανος. Μα η Ευανθία δεν απάντησε. Τον κοίταξε μονάχα και σώπασε λίγες στιγμές. Μα έπειτα κοιτάζοντάς τον πάλι: - Ξέρεις τι είχα ρίξει στην πασίεντζα; ρώτησε με μιάς· θέλεις να μάθεις; - Ναι, είπε ο Στέφανος, μα η Ευανθία έμεινε πάλι σιωπηλή. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε σαν ξαφνισμένος: - Αν θα φύγω, ψιθύρισε τέλος αργά. - Και τι βγήκε; ρώτησε ο Στέφανος. Η Ευανθία δεν απάντησε· φώναξε μόνο της κυρίας Κατίγκως που έμπαινε πάλι μέσα εκείνη τη στιγμή: - Μην του το πεις, θεία Κατίγκω. Και πετάχτηκε με μιας ορθή όταν είδε πως έμπαινε μαζί και ο κύριος Γιάγκος. - Ωραία, ανάψατε φωτιά, είπε ο κύριος Γιάγκος αφού τη χαιρέτησε. Έτριψε τα χέρια και ήρθε και κάθισε κοντά. Είχε κερδίσει πάλι απόψε τον κύριο νομάρχη και ήταν χαρούμενος. Γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα στο τραπέζι που καθίσαν έπειτα. Και η κυρία Κατίγκω δεν ήταν μελαγχολική, και ο Στέφανος μιλούσε καθισμένος απέναντι στην Ευανθία. Έπειτα, όταν ο κύριος Γιάγκος με το Στέφανο έπαιζαν την παρτίδα τους στο ντόμινο, η κυρία Κατίγκω και η Ευανθία κάθισαν κοντά τους και κοίταζαν. Όταν τελείωσαν το ντόμινο, ο Στέφανος τους έκαμε κάποια παιγνίδια με τα χαρτιά της τράπουλας. Η Ευανθία τον κοίταζε στα χέρια και ζητούσε να μαντέψει πώς τους ξεγελούσε. Και μια στιγμή εκεί που ο Στέφανος της έδινε στο χέρι τα χαρτιά και άγγιξαν τα δάχτυλά τους, η Ευανθία δεν τράβηξε το χέρι αμέσως. Έμεινε και τον κοίταζε στα μάτια. Μα έπειτα σηκώθηκε με μιάς ο Στέφανος· καληνύχτισε και βγήκε. - Πάει στη λέσχη, ψιθύρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω. - Α μπα, πάει κάτω να εργαστεί, είπε η κυρία Κατίγκω χωρίς να πιστεύει ό, τι είπε. Ο Στέφανος πήγε στη λέσχη. Το ένιωσε μόνο όταν μπήκε μέσα και είδε πως του ένεψε ο κύριος νομάρχης. Σκυμμένος στην κορυφή του πράσινου μεγάλου τραπεζιού ο κύριος νομάρχης είχε μπροστά του σωρούς τα κόκκινα και λευκά κόκκαλα· ο λοχαγός είχε καθίσει απάνω στο τραπέζι και κουνώντας το πόδι του βροντούσε το σπιρούνι στη γωνία του τραπεζιού· το βροντούσε σα με ρυθμό και σφύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε ορθός αντίκρυ και άκουσε σα να ήθελε να πιάσει το ρυθμό. Έπειτα πρόσεξε πώς γυάλιζε το φως στα δόντια και στο μονόκλ του λοχαγού και πώς χτυπούσε στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη και σταματούσε κει με ακτίνες πράσινες. Και κει θυμήθηκε πως είχε σταματήσει κι αυτός πρωτύτερα αντίκρυ σ’ ένα φως που έφεγγε σ’ ένα παράθυρο. Είχε κινήσει και πήγαινε να δει το φως, είδε όμως το φως ακίνητο πίσω από το κλεισμένο τζάμι και σταμάτησε. Δεν ένιωθε γιατί, όμως σταμάτησε· και κοίταζε σα να ήθελε να δει αν έκαιε πράγματι φως μέσα στην κάμαρα ή ήταν μόνο αντίφεγγο που έσπαζε από κάπου απέναντι. Έπειτα κοίταζε σα να ζητούσε να βρει τι χρώμα είχε το φως· έπειτα είδε πως το φως ήταν μακριά. Και είδε πως ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος κ’ αισθάνθηκε μια κρύα πνοή να πνέει από τη θάλασσα. Η μικρή πλατεία όπου είχε σταθεί ήταν έρημη, μα οι κορμοί των κοντών δέντρων του φάνηκαν σα ζωντανές παράξενες μαύρες μορφές που ήθελαν να κινηθούν. Ο Στέφανος δεν έβλεπε τα φύλλα, μα τα αισθάνθηκε πως έτρεμαν σα ν’ ανατρίχιαζαν στην κρύα πνοή της θάλασσας. Και δε γύρισε στη θάλασσα. Γύρισε πίσω. Στην προκυμαία έφεγγαν τα φώτα και οι άνθρωποι πηγαινοερχόντανε. Χαιρέτησε δυο τρεις· και βρέθηκε στη λέσχη έξαφνα. Και τώρα έμενε ορθός και κοίταζε τις πράσινες ακτίνες στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Έπειτα ξανακοίταξε το λοχαγό, έπειτα το παιχνίδι· έπειτα κάθισε με μιάς και ο ίδιος κ’ έπαιξε. Όταν γύρισε σπίτι, είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ανέβηκε στα δάχτυλα τη σκάλα για αν μην ξυπνήσουνε στο σπίτι. Μα καθώς έμπαινε στο διάδρομο, σταμάτησε· μια θαμπόλευκη μορφή που σάλεψε μπροστά του τον σταμάτησε. Τινάχτηκε όταν τον πλησίασε η μορφή, μα γνώρισε αμέσως τη φωνή που του ψιθύρισε: - Ήσουν στη λέσχη; - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Έπαιζες; -Ναι, είπε πάλι ο Στέφανος. - Και γω περίμενα. Ο Στέφανος ξαναξαφνίστηκε. Είδε με μιας μπροστά του το φωτισμένο παράθυρο, όπου απέναντι είχε σταθεί πρωτύτερα και κοίταζε. Μα η φωνή κοντά του τον ξαναξύπνησε: - Για να σου πω τι βγήκε. - Τι βγήκε; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Πως δε θα φύγω, είπε η φωνή, και ο Στέφανος είχε ξυπνήσει ολότελα. Αλλά δε μίλησε. Έμεινε ακίνητος· μα σα κίνησε μόνο τα χέρια προς τη μορφή που σάλεψε και κείνη προς τα πίσω, προς την πόρτα όπου στεκότανε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος λίγες στιγμές ακόμα, έπειτα όμως έφυγε αμέσως μέσα προς το διάδρομο πριν ανοίξει καλά η πόρτα πίσω και δει καλύτερα στο φως που χύθηκε από μέσα ποια ήταν η μορφή. [Επεξεργασία] XVIII Έφυγε, σα να φοβήθηκε να δει. Και το πρωί πάλι φοβήθηκε να δει. Φώναξε και του έφεραν στην κάμαρά του τον καφέ και κατέβηκε αμέσως κάτω στο γραφείο. Όταν τελείωσε, τράβηξε ίσια στης Μαρίκας. Τη βρήκε που καθότανε στην κάμαρα με τη γιαγιά, μα είδε αμέσως πως ήταν φοβερά χλωμή. Δεν τόλμησε να τη ρωτήσει. Κάθισε μόνο και μιλούσε πράγματα αδιάφορα με αυτή και τη γιαγιά. Μα όταν έξαφνα τον ρώτησε η γιαγιά αν θα έρθει η Ευανθία, και της απάντησε: «Δεν ξέρω, δεν την είδα σήμερα», είδε πως η Μαρίκα έστρεψε αλλού το βλέμμα. Έμεινε μια στιγμή σα συγχυσμένος. Μα όταν έφυγε η γιαγιά κ’ έμειναν μόνοι, πλησίασε πρώτος τη Μαρίκα. - Κάθισες ψες αργά; τη ρώτησε. - Όχι, κοιμήθηκα νωρίς, απάντησε ήσυχα η Μαρίκα. - Μα το παράθυρο είχε φως αργά. Η Μαρίκα τον κοίταξε. - Τι ήρθες; περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα ψιθύρισε, ήσυχα πάλι: - Το ξέχασα αναμμένο. Ο Στέφανος της έπεισε με μιας και τα δυο χέρια: - Ω Μαρίκα, ω Μαρίκα! Κ’ ενώ η Μαρίκα τον κοίταζε ατάραχη: - Δεν ξέρεις τι είσαι για μένα, ξέσπασε ξαφνικά και της γέμισε φιλιά τα χέρια. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ όλη νύχτα, εξακολούθησε, όλη τη νύχτα είχα τα μάτια σου μπροστά μου… Και έλεγε αλήθεια. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν πράγματι όλη τη νύχτα μπροστά στο Στέφανο. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα είχε μπροστά του την πόρτα που άνοιξε έξαφνα στο φως του καντηλιού και φώτισε μια λευκή μορφή που έμεινε ορθή με απλωμένα χέρια πίσω του --- αλλά τα χέρια αυτά, παράξενο! τα γνώριζε, ήταν τα χέρια της Μαρίκας. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα έβλεπε μπρος του δυο μάτια υγρά και φωτεινά που τον κοιτάζαν ενώ έφευγε --- αλλά, παράξενο! τα μάτια αυτά ήταν τα μάτια της Μαρίκας. Στιγμές στιγμές δυο κόκκινα σημάδια έφεγγαν κάτω στο πάτωμα σα βελουδένια, έλαμπαν εμπρός στ’ αγρυπνισμένα μάτια του σαν άλικα μεγάλα ρόδα που έπλεαν σε πρωινά νερά, και απάνωθέ τους έτρεμε κάτι θαμπόλευκο, κυματιστό και σαν αέρινο· στιγμές πάλι το άσπρο αυτό γινόταν κόκκινο, άλλαζε σε κρεμεζί, σε ρουμπινί κ’ έλαμπε μπρος του ζωηρά σα φλόγα, μια φλόγα που έφεγγαν μέσα της δυο μάτια --- αλλά τα μάτια ήταν της Μαρίκας. Ύστερα πάλι ξαναέσβηνε το κόκκινο σιγά σιγά, ξαναγινόταν άχνα αγανή, λευκός αφρός που έλιωνε σ’ ένα γιαλό, γινόταν αέρας διάφανος και φως που έπαιζε κ’ έτρεμε κ’ έφευγε και γλιστρούσε απάνω από μια θάλασσα άπειρη. Μια θάλασσα…. Και ο Στέφανος είδε τους σκοτεινούς κύκλους ξανά να του γεμίζουνε τη θάλασσα. Ήταν σα να ήθελαν οι κύκλοι αυτοί να σβήσουν τα μάτια της Μαρίκας που έφεγγαν μέσα από τη θάλασσα --- τα μάτια της Μαρίκας που ανοίγονταν τώρα μπροστά του εκεί μεγάλα ολόμαυρα και μελαγχολικά μέσα στους βαθουλούς μεγάλους κύκλους γύρω τους. Ο Στέφανος τα κοίταζε. Ήταν κρύα και σκοτεινά, σαν τη συννεφιασμένη θάλασσα, κ’ έβλεπαν εμπρός τους ασάλευτα και καρφωμένα, σα να ζητούσανε να σκίσουν τη σταχτερή άχνα μακριά, σα να γυρεύαν να βυθίσουν πέρα από αυτή μέσα στο χλωμό φως μακρύτερα, στο φως που κάτι σαν αντίφεγγό του έτρεμε κιτρινωπά κ’ έπαιζε θλιβερά στις κόρες τους. - Τα μάτια σου, θέλησε να ξαναπει ο Στέφανος, μα η ψυχρή και άφεγγη λάμψη τους τον πάγωσε. Και ψιθύρισε, σα να ξυπνούσε ξαφνικά: - Μαρίκα, τι έπαθες, τι έχεις; Αλλά η Μαρίκα έριξε το βλέμμα κ’ έμεινε άφωνη και ακίνητη. - Μαρίκα, ξαναψιθύρισε ο Στέφανος· μα έπειτα έμεινε άφωνος κι αυτός. Έγινε μερικές στιγμές σιγή στην κάμαρα· μια σιγή ανήσυχη. Και όσο βαστούσε αυτή, ο Στέφανος είχε το αίσθημα πως έπεφτε αργά σιγά κάτι σα σταχτερή βαριά κουρτίνα ανάμεσά τους. Μα εκεί, ενώ ο Στέφανος κρατούσε πάντα τα χέρια της, η Μαρίκα σήκωσε πάλι τα μάτια: - Ήρθες, αλήθεια, χτες βράδυ; ρώτησε κοιτάζοντάς τον έξαφνα. - Ναι, ήρθα, είπε ο Στέφανος. Αλλά σταμάτησε. - Ήρθα και κοίταζα το φως και πρόσμενα, είπε αμέσως έπειτα. Μα ξανασώπασε, σα να μην είχε να πει άλλο τίποτε. Έμειναν και κοιτάζονταν. Έπειτα σηκώθηκαν και περπάτησαν μαζί μέσα στην κάμαρα. Κ’ ενώ στάθηκαν μπροστά στις γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας, όπου οι τουλίπες έφεγγαν ολοκόκκινες στον ήλιο που έπεφτε απάνω τους από το παράθυρο, η Μαρίκα αφήνοντας το χέρι της να πέσει σαν άψυχο μέσα στο χέρι του Στέφανου, είπε σιγά: - Δεν ξέρω, μα δεν είμαι --- δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένη. Και η ματιά της ξαναπήρε το ωχρό και άφεγγο χρώμα που είχε παγώσει πρωτύτερα το Στέφανο. [Επεξεργασία] ΧΙΧ Ο Στέφανος ήρθε σιωπηλός στο σπίτι. Η κυρία Κατίγκω είδε το σύννεφο στο πρόσωπό του και τον πλησίασε και τον ρώτησε: - Είναι αδιάθετη η Μαρίκα; - Όχι, καλά είναι, απάντησε ο Στέφανος κ’ έμεινε πάλι σιωπηλός. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε και τον κοίταζε ενώ έμπαινε η Ευανθία. Ερχόταν γρήγορα, μα όταν είδε το Στέφανο σταμάτησε. Καθώς μπήκε, το φόρεμά της πέταξε λάμψεις κόκκινες στον ήλιο που γέμιζε την κάμαρα. Στάθηκε μια στιγμή· έπειτα πλησιάζοντας σιγά την κυρία Κατίγκω είπε: - Η γιαγιά παράγγειλε να πάμε. - Πηγαίνομε, απάντησε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε: - Αλλά δεν είπαμε θα έρθει η Φιφίκα; - Α ναι, το ξέχασα. Η κυρία Κατίγκω φαινόταν πράγματι σαν ξεχασμένη. - Της παραγγέλνομε --- ή πάμε στη νονά αργά, είπε ύστερα. - Α, όχι στη γιαγιά αργά· θα με κρατήσει, έσκυψε και είπε σιγαλότερα η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την έσυρε κοντά της και τη χάδεψε. Ο Στέφανος καθώς την κοίταξε είδε που ξαναέλαμψε το φόρεμά της. Και είδε πως φορούσε τα κόκκινα βελούδινα γοβάκια. Σα να γέμισε όλη η κάμαρα με ρόδα κόκκινα, τα ρόδα που έπλεαν οληνύχτα εμπρός του στα πρωινά νερά --- γύρισε αλλού κ’ έκαμε κίνημα σα να ήθελε να φύγει. Μα η Ευανθία τον πλησίασε. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω είχε γυρίσει και κάτι έσιαζε στην κάμαρα και ύστερα βγήκε, η Ευανθία στάθηκε μπροστά του ορθή και βλέποντάς τον κατάματα έκαμε κάτι να του πει. Αλλά έξαφνα σταμάτησε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος και κοιτάχτηκαν μια στιγμή και οι δυο σαν ξαφνιασμένοι. Μα ευθύς η Ευανθία: - Ξέρεις, του είπε, η Φιφίκα θα πάρει το λοχαγό. Το είπε σα να ήταν αυτό που είχε να πει. Αλλά και ο Στέφανος, σα να είχε νιώσει: - Το ξέρω, είπε με τόνο αδιάφορο και σαν ξερό. Η Ευανθία κοκκίνησε όλη. Και γύρισε αμέσως μ’ ένα τίναγμα, σα να είχε αγγίξει κάπου με το χέρι και κάηκε έξαφνα. Και καθώς ξαναέμπαινε η κυρία Κατίγκω μέσα, πήγε ίσια απάνω της: - Θεία Κατίγκω, ο Στέφανος θέλει να φύγω, είπε και σταμάτησε μπροστά της. Και θέλησε να κρύψει μ’ ένα χαμόγελο κάποιο τρεμούλιασμα που είχε η φωνή της. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε σαν ξαφνιασμένη. Ο Στέφανος έμεινε συγχυσμένος μια στιγμή. Έπειτα βλέποντας πως η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε περίεργα. - Αηδίες, ψιθύρισε σιγά. - Αστεία, είπε πάλι δυνατότερα και βημάτισε στην κάμαρα, ενώ η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία κοντά της και την ακούμπησε στον ώμο της. Μα όταν ο Στέφανος πήγε έπειτα και κάθισε στην άκρη, η Ευανθία ήρθε και ξαναστάθηκε μπροστά του και γελούσε. - Αλλά, Ευανθία, έκαμε να της πει, μα η Ευανθία αφού περίμενε και ξαναβγήκε έξω η κυρία Κατίγκω: - Δε λες αλήθεια, του είπε σφυριχτά, σα μέσα από τα δόντια. - Αλλά, Ευανθία, θέλησε να ψιθυρίσει πάλι ο Στέφανος, μα η Ευανθία τον έκοψε μα μιάς: - Ναι, ναι - δε μου έταξες να έρθεις μαζί στα ιγγλέζικα; Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος χαμήλωσε το βλέμμα. Όταν το ξανασήκωσε, η Ευανθία δε γελούσε· τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα, μεγάλα, μα άλαμπα και ωχρά. Τα μάτια δεν είχαν σκοτεινούς μεγάλους κύκλους γύρω τους, τα μάγουλα όμως ήταν χλωμά. Και όταν ο ήλιος δοκίμασε να παίξει πάλι στο κόκκινο το φόρεμα, δε γέμισε την κάμαρα με ρόδα πορφυρά· κίτρινα ρόδα ωχρά σκορπίστηκαν μπροστά στο Στέφανο καθώς κοίταζε την Ευανθία. Κ’ ενώ την κοίταζε, ξαφνικά με μια φωνή που δεν τη γνώρισε και ο ίδιος: - Ευανθία, ψιθύρισε σιγά και άπλωσε τα χέρια εμπρός. Μα έπειτα, πάλι σιγά, τα έσυρε πίσω κ’ έγειρε σ’ αυτά το μέτωπο. Η Ευανθία έκαμε να σκύψει. Αλλά δεν έσκυψε· έφερε μόνο το χέρι στα μαλλιά του και τα χάδεψε· απαλά. [Επεξεργασία] ΧΧ - Πήγαν χτες; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος δεν ένιωσε, και η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια από το κέντημά της και πρόσθεσε: - Στα ιγγλέζικα. - Δεν ξέρω --- δε ρώτησα, είπε ο Στέφανος. Μα η Μαρίκα έμεινε σκυμμένη στο δικό της κέντημα. Και ξανασώπασαν. Έπειτα η κυρία Αγλαΐα ξαναείπε έξαφνα: - Ο κύριος νομάρχης σα να νοστιμεύεται την Πρίφτη. Κ’ ενώ ούτε ο Στέφανος ούτε η Μαρίκα μίλησαν: - Να δούμε πώς θα τη μοιράσουν με το λοχαγό, είπε πάλι. Και γυρνώντας στο Στέφανο: - Η μητέρα σου τι λέει; ρώτησε. Ο Στέφανος σήκωσε τους ώμους. - Και το παιγνίδι του ταξιδιού τι να σημαίνει; Και η κυρία Αγλαΐα γέλασε. Έπειτα μίλησε πάλι για τον κύριο νομάρχη: - Τον είχαμε στη νομαρχία. Ήταν καλός υπάλληλος. Ο μπαμπάς σου τον συμπαθούσε, είπε της Μαρίκας που την κοίταζε κείνη τη στιγμή. ΄Επειτα έφερε την ομιλία στη νομαρχία. - Κάθε Παρασκευή δίναμε τσάι εμείς, κάθε Δευτέρα ο Άγγλος πρόξενος· έπειτα αλλάξαμε, το κάναμε Τετάρτη· να δεις γιατί. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε το κέντημα και συλλογίστηκε. - Α ναι, είπε έπειτα, κάθε Παρασκευή είχα συμβούλιο στο σύλλογο των κυριών· την Τρίτη στην εταιρία των εργοχείρων που ήμουν πρόεδρος. - Ναι, μου διηγηθήκατε, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα ξανασκύβοντας στο κέντημά της: - Τότε η νομαρχία είχε μεγάλη δικαιοδοσία, ψιθύρισε, τότε ήταν κατιτί να είναι κανείς νομάρχης. Ο Στέφανος συμφώνησε. - Μα οπωσδήποτε ένας νομάρχης είναι καλύτερος από το λοχαγό, είπε πάλι έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Και γυρίζοντας έξαφνα πάλι στη Μαρίκα: - Τι άσχημο που ήταν το φόρεμα της Πρίφτη· και το καπέλο με τα κίτρινα φτερά. Αλλά η Μαρίκα σα να μην πρόσεχε· κίνησε μόνο το κεφάλι και κοίταζε μπροστά της. Και ο Στέφανος γύρισε και είδε πως η Μαρίκα δεν κοίταζε ούτε στο κέντημα που είχε στα χέρια· κοίταζε πέρα στον ήλιο που βασίλευε. Ο Στέφανος περίμενε όσο που σώπασε η κυρία Αγλαΐα. Σηκώθηκε ύστερα σιγά και πήγε στο παράθυρο. Νέφη μικρά είχαν σωριαστή κομματιαστά κ’ έφεγγαν κοκκινωπά σα σφυροκοπημένες χάλκινες πλάκες στην άκρη του ουρανού, που από κάτω του έπαιζε αστραφτερή στο βάθος στενή γραμμή μονάχα η θάλασσα. Αντίκρυ το ορθόβραχο υψωνόταν ήσυχο, βαμμένο απαλό χρώμα γιουλί και διάφανο. Ο Στέφανος έμενε ορθός εκεί και κοίταζε. Πίσω η κυρία Αγλαΐα κάτι ξαναψιθύρισε, μα ο Στέφανος ούτε την άκουσε. Και δεν την άκουσε ούτε όταν έφυγε· άκουσε μόνο το βήμα της Μαρίκας που τον πλησίασε σιγά και στάθηκε κοντά του και κοίταζε κι αυτή. Μα τα χαλκοβαμμένα σύννεφα είχαν σκορπίσει· απλώθηκαν στη θέση τους βαθιόμαβες στενές λουρίδες που έλιωναν σιγά σιγά σε καταχνιά βιολέτινη, βαθιά, μουντά βιολέτινη. Μονάχα το ορθόβραχο βουνό έμενε αντίκρυ τους μενεξελί, θολότερο, σκουρότερο, μα ακόμα φωτεινό και διάφανο. Στέκονταν και οι δυο και κοίταζαν. Κοίταζαν πώς σκούραινε ολοένα το βουνό, πώς η ομίχλη πέρα γινότανε πιο σταχτερή και πώς κάτω μακριά σκοτείνιαζε η γραμμή της θάλασσας. Έξω είχε σβήσει στον αέρα κάθε αναλαμπή, κ’ ένα θολό μισόφωτο έτρεμε μέσα στην κάμαρα όταν γύρισαν κ’ έκαμαν να σαλέψουν από το παράθυρο. Μα εκεί έξαφνα πήδησε μπρος τους η Ευανθία και τους σταμάτησε στη θέση τους. - Μαρίκα, φώναξε, λοιπόν θα πάμε το πρωί; Μου το παράγγειλε η γιαγιά. - Θα πάμε, ναι, απάντησε η Μαρίκα. Και η Ευανθία που είδε το Στέφανο που κοίταξε σα να μην ένιωθε: - Στην εκκλησίτσα· τι, δεν ξέρεις; γύρισε σ’ αυτόν. - Δεν του το είπες; είπε πάλι της Μαρίκας. - Ναι, το λησμόνησα, απάντησε η Μαρίκα. - Μα εσύ το ήθελες, λέει η γιαγιά, και το έταξε να την ανοίξει. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, εγώ, ένεψε ύστερα κ’ έριξε μπροστά της μια ματιά, που χάθηκε στη σκοτεινιά που έπεφτε στην κάμαρα. Για το Στέφανο μόνο δε χάθηκε· την είχε εμπρός του όλη την ώρα έπειτα εκεί που γύριζε στο σπίτι βαδίζοντας σκυφτός κοντά στη θάλασσα. [Επεξεργασία] ΧΧΙ Ο παπάς τελείωνε τη λειτουργία στο εξωκλήσι της ακρογιαλιάς όταν σταμάτησε στην πόρτα του το αμάξι με την Ευανθία, το Στέφανο και την κυρία Κατίγκω. Ήρθαν αργά γιατί και ο Στέφανος και η Ευανθία άργησαν να ετοιμαστούν. Έπειτα η κυρία Κατίγκω θυμήθηκε στο δρόμο πως δεν είχε αφήσει της μαγείρισσας βούτυρο για το ραβανί, που είχε ζητήσει ο κύριος Γιάγκος για το μεσημέρι. - Δεν μπορώ· ο πατέρας σου το περιμένει, είπε στο Στέφανο η κυρία Κατίγκω. Έπρεπε να γυρίσουν. Στην εκκλησία ήταν μονάχες η γιαγιά με τη Μαρίκα. Η κυρία Αγλαΐα, όταν πήγαν να την ξυπνήσουν, δεν μπόρεσε να σηκωθεί. - Στη νομαρχία δεν ανοίγαμε εξωκλήσια, είπε της Μαρίκας, αλλά η Μαρίκα είπε μόνο της γιαγιάς: - Η μαμά έχει πονοκέφαλο. Και ήρθε πρωί πρωί μαζί της. Το πρωί ήταν ψυχρό και υγρό, τα δέντρα νοτισμένα, και κάτω στο ακρογιάλι απλώνονταν ωχρόσκουρες λουρίδες καταχνιάς. Η γιαγιά είχε ταμένο να πάνε με τα πόδια, και η Μαρίκα τυλίχτηκε στο επανωφόρι της κα βάδιζε. Καθώς περνούσαν κάτω από τα δέντρα δεν έβλεπε τον ίσκιο της, μα όταν βγήκανε στο λόφο τον ξαναείδε που σερνόταν σταχτερός κοντά στο μαύρο της γιαγιάς. Νόμιζε πως ερχόταν η ίδια πίσω και τον έβλεπε. Κατέβαιναν το λόφο μόνες· δεν περνούσε γύρω τους κανείς και δε μιλούσαν και οι δυο. - Κουράστηκες; ρώτησε μόνο μια στιγμή η γιαγιά. - Όχι, της ένεψε η Μαρίκα. - Όχι γιαγιά, της ξαναείπε και κατέβηκαν πάλι το λόφο σιωπηλές. Στο ακροθαλάσσι κάτω άσπριζε το εκκλησιδάκι μες στα πεύκα και παραμπρός του υψώνονταν δυο κυπαρίσσια ορθά, σταχτερά μες στο θολό πρωί. Σε λίγο όμως η Μαρίκα στάθηκε. - Κουράστηκες; την ξαναρώτησε η γιαγιά. Αλλά η Μαρίκα δεν απάντησε. Κοίταξε μόνο πίσω σα να ήθελε να δει αν είχε σταματήσει ο ίσκιος της. - Όχι, γιαγιά, είπε τότε και κοίταξε πάλι μπροστά της κάτω. Η καταχνιά είχε συρθεί, είχε απλωθεί πιο χαμηλά στη θάλασσα. - Όχι, γιαγιά, είπε ξανά και ξανακίνησε. Τα κυπαρίσσια υψώνονταν μπροστά τους κάτω πάντα σταχτιά και ασάλευτα. Όταν τα έφτασαν και πέρασαν κοντά τους, η Μαρίκα άκουσε που ψιθύριζαν στους κλώνους τους πρωινά πουλιά. Μα δε σταμάτησε· μπήκε στην εκκλησία μαζί με τη γιαγιά. Και όταν ήρθαν έπειτα η Ευανθία και ο Στέφανος, είδαν τη σταχτερή μορφή της ορθή σκυφτή και χαμένη μέσα στο αχνό γαλάζιο νέφος του λιβανιού που γέμιζε την εκκλησία. Γύρισαν άθελα και κοιταχτήκαν καθώς στάθηκαν πίσω της, ενώ η κυρία Κατίγκω πήγε στο πλάι της γιαγιάς. Η Μαρίκα φάνηκε πως τους ένιωσε, μα δεν κινήθηκε. ΄Εμειναν μερικές στιγμές σκυφτοί και οι δυο. Έπειτα η Ευανθία έδειξε του Στέφανου τον ψάλτη. Καθώς έμπαιναν πρωτύτερα της χτύπησε ευθύς στα μάτια η χοντρή κόκκινη μύτη του· και γέλασε. Μα η κυρία Κατίγκω της ένεψε και σώπασε. Και τώρα την έδειξε πάλι στο Στέφανο. Έπειτα τον σκούντησε πάλι να προσέξει πως ο ψάλτης έψελνε κλαυτά σα να νιαούριζε. - Ναι, της είπε ο Στέφανος και ξαναγύρισε πάλι το βλέμμα εμπρός του. Η Μαρίκα έμενε πάντα σκυφτή στην ίδια θέση. Είχε σταθεί κοντά στο μανουάλι που έκαιαν τα κεριά· στη μέση μια λευκή ψηλή λαμπάδα, γύρω μικρότερα λευκά και κίτρινα κεριά. Ο Στέφανος έριξε κει μια ματιά· η λαμπάδα είχε μισοκαεί, είχε λυγίσει, αλλά δεν έσταζε κάτω στις πλάκες, όπως τα κίτρινα μικρά κεριά. Όταν τα κεριά έγερναν ή έλιωναν, πήγαινε και τα σήκωνε ή τα έσβηνε η γιαγιά· όσο που έσβησαν όλα κ’ έμεινε κ’ έκαιε η λαμπάδα μόνη. Έκαιε κ’ έλιωνε χωρίς να στάζει, και ο Στέφανος την κοίταζε πως έκαιε και φωτούσε χλωμά το μαυρισμένο τέμπλο, που χρυσογλυμμένο κάποτε, τώρα κοκκίνιζε θαμπά και ξέθωρα στην κίτρινη αχνή λάμψη των καντηλιών που κρέμονταν μπρος στις εικόνες του. Η Ωραία Πύλη, ανοιγμένη εκείνη τη στιγμή, έδειχνε το ιερό βαθιά με φως θαμπότερο· ο παπάς σάλευε μέσα αόριστη σκιά και ο Στέφανος κοίταζε τώρα εκεί περίεργα σα να έβλεπε κάτι που ήξερε πως το είχε ξαναδεί, αλλά και του φαινόταν πως τώρα το πρωτοέβλεπε. Ο ψάλτης όμως στο πλευρό του μουρμούριζε κλαυτά, μουρμούριζε ενοχλητικά· και ο παπάς καθώς κινούσε μέσα στο θαμπό φως τα χέρια κ’ έσκυβε και ξανασήκωνε και ξαναέσκυβε το σώμα και κινούσε κάτι εμπρός του σα να το άπλωνε, σα να το τίναζε, του έκαμε έξαφνα μια εντύπωση σαν κωμική. Αλλά δε γέλασε, αν κ’ ένιωσε την Ευανθία που γελούσε πλάι του. Δε γέλασε, γιατί μια λάμψη κινήθηκε μες στο ιερό. Και είδε πως η Μαρίκα σήκωσε έξαφνα το πρόσωπο· το σήκωσε και κοίταξε σα να είχε πέσει η λάμψη απάνω της. Την ώρα αυτή ύψωνε κι ο ψάλτης τη φωνή και ο παπάς απλώνοντας το χέρι έσυρε το παραπέτασμα, σα να έφραζε τα άδυτο από τα βλέμματα του Στέφανου. Ο Στέφανος δεν έκαμε να κινηθεί. Άκουσε μόνο πως ο ψάλτης κάτι ξαναψιθύρισε σιγά και ο παπάς απάντησε κρυμμένος τώρα στα βάθη του ιερού. Έγινε για στιγμές σιγή και όλοι έσκυψαν το μέτωπο. Ο Στέφανος ένιωσε πως το έσκυψε κι αυτός. Όταν το ξανασήκωσε είδε κοντά του γονατισμένη τη γιαγιά και πλάι της σκυφτή και την κυρία Κατίγκω. Μα η Μαρίκα εμπρός του ήταν χαμένη. Ο παπάς είχε έβγει εμπρός στην πύλη και θυμιάτιζε, και ο καπνός του λιβανιού έπεσε πυκνό σύννεφο απάνω της και τη σκέπασε, την έκρυψε. Μα εμπρός στο σύννεφο του λιβανιού έλαμψε φωτεινά μ’ ένα φανταστικό παιγνιδιστό αντιφέγγισμα το φόρεμα της Ευανθίας. Ήταν πράσινο, αλλά εμπρός στο Στέφανο έπαιξε πορφυρό, ρόδινα πράσινο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια ευθύς, σα να μην ήθελε να δει· γύρισε κ’ έβλεπε στο τέμπλο εμπρός του. Ξυσμένη, μαυρισμένη στην παλιά κορνίζα της ήταν εκεί η μητέρα του θεού. Μισόσβηστο το πρόσωπό της, και το φόρεμα ξεθωριασμένο· άσβηστη έμενε μόνο η όψη του παιδιού με το χαμόγελο στα χείλη και τα μεγάλα μάτια του. Στο χέρι του μόλις ξεχώριζε πια η σφαίρα που κρατούσε το παιδί, μα κάτω κάτω στην εικόνα έμενε αμαύριστο το πόδι της μητέρας που πρόβαλε από το ξεβαμμένο μπλάβο φόρεμα, και φαινόνταν ζωηρά τα ξεπεταγμένα μάτια και τα κόκκινα γλωσσίδια του φιδιού που συντριβόταν κάτω από το πόδι, πατημένο με το μεγάλο δάχτυλο. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί έμεινε στιγμές πολλές βλέποντας την εικόνα αυτή. Όταν έστρεψε, η Ευανθία τον κοίταζε παράξενα. Το φόρεμά της δεν έλαμψε τώρα μπροστά του πράσινο· είδε μόνο το πρόσωπό της πορφυρό καθώς αντίκρυσε τα μάτια της. Και σα να αισθάνθηκε κάτι με μιάς, ο Στέφανος πήρε και πάλι ευθύς το βλέμμα του. Από το τέμπλο, από την κορυφή ψηλά της Πύλης είδε ένα μάτι που τον κοίταζε· ένα μάτι όχι από πρόσωπο, μα μόνο από μια κόχη ενός ματιού. Ξεβαμμένο, θαμπό κι αυτό όπως το τέμπλο, όμως ο Στέφανος το είδε φωτεινό, ζωηρό το είδε στυλωμένο απάνω του. Κ’ έστρεψε μπρος του· η Μαρίκα φάνηκε μέσα στο σύννεφο του λιβανιού γονατιστή. Κ’ έξαφνα αισθάνθηκε και ο ίδιος κάτι σα λύγισμα στα γόνατα. Μα η γιαγιά και η κυρία Κατίγκω είχαν σηκωθεί, και το σύννεφο του λιβανιού είχε σκορπίσει ολόγυρα από τη Μαρίκα. Την είδε που στεκόταν πάλι ορθή και ακίνητη, κ’ έμενε ακίνητος κι αυτός με τα μάτια απάνω της. Όσο που ξαναγύρισε η Ευανθία πάλι· της ξαναέπεσε στο βλέμμα η κωμική μορφή του ψάλτη που έλεγε τώρα γοργά και βιαστικά το τελευταίο τροπάρι του. Και γύρισε στο Στέφανο για να γελάσει. Και γέλασε. Μα ο Στέφανος δεν πρόσεξε. Μπροστά του είχε η Μαρίκα κινηθεί· κινήθηκε ένα βήμα εμπρός κ’ έμεινε κει με το κεφάλι ορθό, μα έπειτα ξαναπροχώρησε ίσια στην Πύλη όπου είχε έβγει και στάθηκε ο παπάς κρατώντας το δισκοπότηρο στο χέρι. Ο ψάλτης μουρμούριζε κοντά στο Στέφανο, μουρμούριζε κλαυτά, ενοχλητικά, μα ο Στέφανος δεν άκουε. Έβλεπε τη Μαρίκα που είχε ανέβη ένα σκαλί κ’ έσκυψε πάλι εκεί το πρόσωπο και πρόσμενε. Πρώτη κοινώνησε η γιαγιά, η Μαρίκα έπειτα. Ο Στέφανος την είδε πως πλησίασε τα χείλη της αργά και τ’ άνοιξε σιγά· και κύκλοι κίτρινοι πολλοί, χλωμοί απλώθηκαν εκεί τριγύρω της στα μάτια του. Όταν έσβησαν, είδε πως η ψηλή λευκή λαμπάδα έκαιε ακόμη στο μανουάλι πίσω της. Στάθηκε και την κοίταζε που έκαιε· έκαιε σα γερμένη απάνω της. ………. Άμα βγήκαν έξω, το βλέμμα της Μαρίκας είχε μια λάμψη αλλιώτικη. Μα όταν πλησίασε το Στέφανο, ο Στέφανος σα να είχε καρφωθεί στη θέση του· η Μαρίκα, ορθή μπροστά του, τυλιγμένη στο σταχτί επανωφόρι της, του ήταν σαν άλλη. Πίσω της υψώνονταν στο σταχτερό ουρανό τα κυπαρίσσια ακίνητα· στεγνά, βαριά και μαύρα φάνηκαν του Στέφανου· και η Μαρίκα εκεί μπροστά του τού ήρθε μια στιγμή πως ήταν ο ίσκιος τους. Μα η κυρία Κατίγκω πλησίασε τη Μαρίκα και αφού τη φίλησε: - Παιδί μου, πώς είσαι; τη ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος έριξε απάνω της τα μάτια ασάλευτα· και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή και χαμογέλασε. Η κυρία Κατίγκω έμεινε σαν ξεχασμένη. - Ελάτε, τον καφέ σας, είπε έπειτα και πήρε τη Μαρίκα. Η υπηρέτρια είχε σερβίρει τον καφέ στο πέτρινο τραπέζι εμπρός στο εκκλησιδάκι, και η Ευανθία έδινε το φλιτζάνι στον παπά, όταν πλησίασε η κυρία Κατίγκω με τη Μαρίκα. Στάθηκαν κ’ έπιναν ορθές και οι δυο, και αντίκρυ τους ο Στέφανος. Η Ευανθία ήρθε και θύμισε πάλι στο Στέφανο την κόκκινη μύτη του ψάλτη κ’ έσκυψε έπειτα και το ψιθύρισε και της κυρίας Κατίγκως. - Τρελή, είπε σιγαλά η κυρία Κατίγκω, ενώ η Ευανθία γελούσε. - Μη δείχνεις, μη γυρίζεις, της ξαναψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, σα να φοβήθηκε μήπως τη νιώσει ο ψάλτης πως γέλασε γι’ αυτόν: - Για δέτε, είπε αμέσως κ’ έδειξε στο λόφο απέναντι. - Για δέτε κει! Όλοι γύρισαν και κοίταξαν. Στην πλαγιά ψηλά του λόφου φαινόνταν μερικές μορφές που μόλις ξεχώριζαν καλά πως ήταν άνθρωποι. Φαινόνταν σα να στέκονταν σε κύκλο και τριγύριζαν μπροστά τους κάτι που δεν το έβλεπαν τι ήταν. Όταν τις έδειξε η Ευανθία, έμειναν ακίνητες· έπειτα όμως άλλες έσκυψαν, άλλες κινήθηκαν· έπειτα πάλι στάθηκαν, και τώρα έμοιαζαν σα να τίναζαν εκείνο που κρατούσαν· ύστερα έσκυψαν ξανά σα να το άπλωσαν κάτω, μα πάλι ξανασηκώθηκαν και ξαναέμειναν ορθές, ασάλευτες τριγύρω του. - Παράξενο! τι να είναι; τι να κάνουν; ψιθύρισαν κ’ έμεναν όλοι και κοίταζαν σα να έβλεπαν μυστήριο. Μα ο ψάλτης που πρόσεξε τι κοίταζαν: - Είναι βαφιέδες· απλώνουν καλεμκεριά για να στεγνώσουν, τους εξήγησε. Όλοι πήραν αδιάφορα από κει τα μάτια. Μόνη η Μαρίκα έμεινε ακόμη γυρισμένη εκεί και κοίταζε, σα να μην άκουε ή σα να μη θέλησε ν’ ακούσει. Κοντά της έγερναν τα κλαδιά τα πεύκα, σταχτιά κι αυτά στο σταχτερό πρωί, και πέρα άπλωνε ωχρή, συννεφιασμένη η θάλασσα. Ήταν τα πεύκα που από κάτω τους είχε σταθεί λευκοντυμένη μια φορά η Μαρίκα, και ήταν η θάλασσα που έλαμπε τότε κάτω κατακόκκινη. Ο Στέφανος έμενε μπρος τους σα λησμονημένος. Μα έξαφνα πετάχτηκε μπροστά η Ευανθία. - Θεία Κατίγκω, πάμε λιγάκι παραπέρα, πάμε ως το λόφο; φώναξε και της έπιασε το μπράτσο. Η κυρία Κατίγκω, πριν απαντήσει, γύρισε τα μάτια στη Μαρίκα: ο Στέφανος είχε συρθεί κοντά της. Η Μαρίκα δε μίλησε και ξεκινήσαν. Το φθινόπωρο είχε προχωρήσει, και φύλλα λιγοστά απόμεναν στα δέντρα που άπλωναν εδώ και κει αραιά στο μικρό κάμπο τα μικρά κλαδιά τους σαν αδύνατα, μακριά, σκελετωμένα χέρια με δάχτυλα ανοιχτά, κ’ έδιναν όψη πιο μελαγχολική στη θολή μέρα. Μα κάτω στη γη είχε η χλόη κεντήσει, και πιο πέρα, ψηλότερα, όσο λιγόστευαν τα κοκκινόμαυρα ξερά αρμυρίκια της ακροθαλασσιάς, χνούδι ψιλό πρασίνιζε απαλά το χώμα και στρωνόταν, απλωνόταν πιο πράσινο και μαλακό όσο ανέβαινε στο λόφο. Καθώς πήγαινε μπροστά η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, το πράσινό της φόρεμα χανόταν κ’ έσβηνε μέσα στο πράσινο της χλόης. Και ο Στέφανος σα να την έχασε κι αυτός ολότελα από εμπρός του. Βάδιζε πίσω αργά στο πλάι της Μαρίκας κ’ έβλεπε κ’ ένιωθε μόνο τη Μαρίκα· στεκόταν όπου σταματούσε κείνη κ’ έβλεπε μόνο ό, τι αυτή κοίταζε. Μια στιγμή στάθηκε η Μαρίκα ν’ ακούσει ένα ροδάνι που γύριζε και ηχούσε με ήσυχο και αργό ρυθμό κάπου εκεί πίσω, δεν είδαν πού. Έπειτα ανέβηκε ψηλότερα και θέλησε να δη πέρα τους μύλους· τα φτερά τους δε φαίνονταν· ακίνητα όπως έμεναν, χανόνταν στο θολό αέρα της συννεφιασμένης μέρας. Παρέκει σταμάτησε και κοίταζε ένα κοπάδι ψαρών πουλιών που έφευγαν απάνω· μόλις ξεχώριζαν από τη σταχτερή τη συννεφιά ψηλά, μόλις φαινόνταν πως σαλεύαν· μια στιγμή έδειξαν σα να σταμάτησαν μετεωρισμένα. Μα έπειτα ο Στέφανος και η Μαρίκα τα είδαν που κινήθηκαν και χαμηλώσαν κ’ έγειραν κατά τη θάλασσα. - Αργοπόρησαν, ψιθύρισε η Μαρίκα. - Ναι, είπε ο Στέφανος, και προχώρησαν κι αυτοί. Παραπέρα σταμάτησαν πάλι. - Άκου, είπε ο Στέφανος. Σ’ ένα χαμόδεντρο λαλούσε κρυμμένο ένα πουλί· λαλούσε σιγαλά και η φωνή του ήταν ο μόνος ήχος που έτρεμε μελαγχολικά στην ερημιά του λόφου. - Ναι, είπε η Μαρίκα καθώς στάθηκε ν’ ακούσει. Μα το πουλί έπαψε με μιάς, και ήταν τώρα σα ν’ άκουσαν πιο μελαγχολική τη σιγαλιά του λόφου. Έπειτα άκουσαν τη φωνή της Ευανθίας πίσω από το λόφο. - Μαρίκα, την άκουσαν που φώναξε· μα η κυρία Κατίγκω δεν την άφησε να στρέψη πίσω, και είδαν μόνο ένα κλαδί που έπεσε στα πόδια τους. Ήταν κλαδί από ρείκι, και καθώς ο Στέφανος το πήρε να το δώσει της Μαρίκας, τα βιολετιά μικρούλια του άνθη έπαιξαν μπροστά της σα σπίθες φωτεινές. - Άνθισαν, είπε και κοίταξε κάτω την πλαγιά, αλλά δεν είδε παρά σταχτιά ξερόκλαδα που ανάμεσά τους πρασίνιζε μόνο το φόρεμα της Ευανθίας. Έπειτα απάντησαν κατσίκες που έβοσκαν, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Μαρίκα! Είχε σταθεί· και γύρισε και κοίταξε από κάτω. Κοίταζε απάνω προς τη Μαρίκα και το Στέφανο, όσο που στάθηκαν και κοίταξαν κι αυτοί. Ένιωσαν πως ήθελε να δείξει τις κατσίκες. Αλλά οι κατσίκες ήταν σκυμμένες κ’ έβοσκαν, και η Μαρίκα και ο Στέφανος είδαν μόνο τις σταχτερές τους ράχες μισοχαμένες στα σταχτιά κλαδιά. Μια μόνο με δέρμα θαμποκόκκινο, κεραμιδί, που στο σταχτή αέρα έπαιρνε τόνους κίτρινους, είχε σταθεί στο λόφο ολόρθη και κοίταζε· χωρίς να βόσκει. Μα ο Στέφανος και η Μαρίκα δεν είδαν πού κοίταζε· είδαν μόνο πως δεν κοίταζε τη θάλασσα. Γιατί όπως είχαν στρίψει στην πλαγιά, φάνηκε πάλι κάτω η θάλασσα. Ήταν θαμπή και μολυβένια, και απάνω της σερνότανε στο βάθος γκρίζα καταχνιά· οι βράχοι εμπρός της κοκκίνιζαν ωχρά, μα ίσκιους δεν έριχναν. Καθώς στάθηκαν και κοίταζαν, η Μαρίκα πρόσεξε πως πουθενά δεν έριχνε ίσκιο η θολή μέρα· και ο Στέφανος είδε πως τα μάτια της Μαρίκας ήταν χωρίς ίσκιο --- χωρίς άλλον ίσκιο από τους μαύρους κύκλους γύρω τους. Στιγμές στιγμές σα να χανόταν μάλιστα κι αυτοί στο φως που έχυνε το βλέμμα της. Αλλά το φως αυτό δεν ήταν φέγγος· ήταν ήμερο, γαληνό φως θαμπό, όμοιο με κείνο που έχυνε η συννεφιασμένη μέρα ολόγυρα. Σιγά σιγά η θολή μέρα σα να έπαιρνε και ξάνοιγε, και φως γλυκύτερο, πιο μαλακό φαινόταν πως ζητούσε ν’ απλωθεί χυμένο μια σαν από ψηλά μια σαν από τριγύρω, ο αέρας όμως έμενε πάντα θαμπός και η συννεφιά απλωμένη ασάλευτη, άφεγγη και σταχτερή. Για μια στιγμή ήταν σα να ξεγέλασε το Στέφανο μια βραδινή μελαγχολία· η Μαρίκα ορθή μπροστά του κοίταζε με τα μάτια σα χαμένα. Της έπιασε το χέρι και σα χαμένος σε όνειρο κι αυτός θέλησε μεμιάς να τη ρωτήσει: - Δεν είσαι πάλι ευτυχισμένη; Μα δεν τη ρώτησε· γιατί η Μαρίκα σα να τον μάντεψε, τον έκαμε να σταματήσει. Την είδε που είχε τα μάτια βυθισμένα κάτω στη θάλασσα και τους γιαλούς που ανοίγονταν σε σκοτεινούς κόλπους και άπλωναν σε γραμμές χαμένες θολά και αόριστα στη συννεφιά. Ήταν σα να σκοτείνιαζε, κ’ έπεφτε σιγαλά το βράδυ --- ένα βράδυ θολό και σιωπηλό που ακολουθούσε και σφράγιζε μια μέρα που πέρασε γοργά και ανώφελα κ’ έσβηνε τώρα αργά και μελαγχολικά. Αυτό τα αίσθημα είχε ο Στέφανος· μα καθώς αντίκρυσε τα μάτια της Μαρίκας, του φάνηκε πως είδε ν’ ανοίγεται μπροστά σ’ αυτά μια άλλη εικόνα --- μια εικόνα φαιδρή και φωτεινή· του φάνηκε σα να είδε να έτρεμε μπροστά τους ένα ασυννέφιαστο χλιαρό φθινόπωρο με φωτεινούς γιαλούς, με ρόδινα νερά και απαλό, χλιαρό, διάφανο αέρα. Και είδε κι ο ίδιος να φέγγη κάτω η αμμουδιά και είδε τους βράχους μενεξελείς και σαν ανάερους, και πέρα χρυσή και πορφυρή τη θάλασσα· και τη Μαρίκα ν’ ανοίγει απάνω τους τα χέρια σα φτερά. Κ’ έξαφνα σε μια άκρη κάτω χαμηλά μακριά ξεχώρισε το παλιό Χάλασμα, όμως το είδε σταχτερό και μαυρισμένο μπροστά στη σκοτισμένη θάλασσα· και είδε τη Μαρίκα που το κοίταζε κι αυτή. Αλλά τα μάτια της Μαρίκας τώρα δεν έλαμπαν και τα χέρια της δεν ήταν τεντωμένα πέρα σα φτερά για να πετάξουν· ήταν ριγμένα κάτω ακίνητα και κρέμονταν σαν κουρασμένα. Και κοίταζαν και οι δυο το Χάλασμα σα να το έβλεπαν πρώτη φορά με μάτια αλλιώτικα, με μάτια αγνώριστα, με μάτια ξένα· το κοίταζαν σα να το έβλεπαν πρώτη φορά παρατημένο μόνο κ’ έρημο στον έρημο και σκοτεινό γιαλό. Εκεί γύρισε σιγά, αργά η Μαρίκα. Και αφού τον κοίταξε: - Ξέρεις, του είπε έξαφνα, γιατί άνοιξε η γιαγιά την εκκλησία; Ο Στέφανος ταράχτηκε, σα να ένιωσε μεμιάς δυσάρεστο αίσθημα. - Γιατί η μητέρα σου φιλιώθηκε με τη δική μου, είπε ξανά η Μαρίκα, και του Στέφανου του φάνηκε πως είδε ένα χαμόγελο στα χείλη της. Κ’ ενώ ζητούσε να το εξηγήσει, η Μαρίκα πρόσθεσε σιγότερα: - Τι καλή που είναι. Και δείχνοντας στο λόφο επάνω: - Δες την πώς κάθεται. Ο Στέφανος δεν είχε προσέξει πριν, και τώρα ξαφνίστηκε όταν είδε τη γιαγιά που είχε καθίσει στο λόφο πίσω τους. - Ερχότανε μαζί μας και κουράστηκε, είπε η Μαρίκα. Και σα να είχε κουραστεί κι αυτή, έσκυψε σιγά και κάθισε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές ορθός κ’ έβλεπε τη γιαγιά που έγερνε το κεφάλι της σκυφτό, ακίνητο και τυλιγμένο στο μαύρο του μαντίλι. Έπειτα έσκυψε και κάθισε κι αυτός πλάι στη Μαρίκα. Κ’ έμειναν σιωπηλοί και οι δυο. Δεν έβλεπαν μπροστά τους άλλο από τη σταχτερή πλαγιά και πέρα τη μολυβένια θάλασσα. Η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, σα να είχαν χαθεί κάτω στη λαγκαδιά, δεν ξαναφάνηκαν. Μα έξαφνα ο Στέφανος και η Μαρίκα εκεί που κάθονταν και σώπαιναν, άκουσαν τη φωνή τους που ανέβαινε σμιχτή από βαθιά από κάτω. Τραγουδούσαν μαζί και οι δυο, κ’ έφτανε απάνω το τραγούδι τους τρεμουλιασμένο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο, προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Όταν έσβησε, η Μαρίκα είδε το Στέφανο που έσκυψε χαμηλότερα το μέτωπο. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Όταν ανέβηκαν πάλι στο λόφο η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω ήτα φαιδρές και οι δυο· και όταν γύριζαν έπειτα στο σπίτι με το αμάξι, η Ευανθία γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα. Θυμήθηκε με τη σειρά την κόκκινη μύτη του ψάλτη, το μονύελο του λοχαγού της Πρίφτη και τα πρασινοκόκκινα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Μα είδε πως δε γέλασε η κυρία Κατίγκω, και γύρισε τ’ αστείο σ’ ένα φίλο του Στέφανου χλωμό και θλιβερό, που είχαν απαντήσει στην πλατεία χτες με την κυρία Κατίγκω. - Μας λιποθύμησε. Και η Ευανθία μιμήθηκε τη σβηστή ψόφια φωνή του και μ’ ένα μορφασμό δοκίμασε να δείξει πώς κοίταζαν τα μάτια του: - Σα μυρμηγκιού· τι σιχαμένος! Τι είναι αλήθεια; - Ποιητής, της είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία σα να μην εννόησε αμέσως. Μα έπειτα: - Γι’ αυτό του κρέμονται τα πανταλόνια, γέλασε κ’ ενώ η Μαρίκα την κοίταξε έξαφνα. - Ξέρεις, γύρισε σ’ αυτή, εκεί που τον έβλεπα μπροστά μου είχα το φόβο πως θα του πέσουν. Γέλασαν όλοι και μαζί τους και η Μαρίκα. Έπειτα η Ευανθάι αστειεύθηκε μ’ ένα φόρεμα που είδε σε μια στο δρόμο, έπειτα πάλι γέλασε με τις κίτρινες γκέτες που φορούσε μια άλλη. - Πρόστυχη φαίνεται, ψιθύρισε. - Γυναίκα μαρμαρά, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα όταν περνούσαν στην πλατεία, τα μάτια της Ευανθίας πρόσεξαν με σεβασμό την τουαλέτα μιας κυρίας. - Μια τέτοια μωβ ταγιέρ θα κάνω, γύρισε και είπε της κυρίας Κατίγκως. Κ’ έπειτα έξαφνα κοιτάζοντας και τη Μαρίκα: - Τι ωραία που είναι η νέα καφέ ωλαί ζακέτα της Φιφίκας· ε, θεία Κατίγκω; Και βλέποντας και πάλι τη Μαρίκα. - Με τρεις σειρές κόκκινο κέντημα στη μέση, στο γιακά και στα μανίκια. Η Μαρίκα δε μίλησε, και η Ευανθία γύρισε έξω και ζήτησε να βρει κάτι άλλο να γελάσει. Μα όταν γύρισαν στο σπίτι, έχασε με μιας τη όρεξη· η γιαγιά δεν την άφησε να πάει με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Αγλαΐα είχε ακόμα πονοκέφαλο, κ’ έμειναν με τη Μαρίκα μόνες. Μια δυο στιγμές παρουσιάστηκε ο παππούς στην πόρτα και κοίταξε, μα δεν μπήκε μέσα· έμπαινε κ’ έβγαινε μόνο η γιαγιά. Ευανθία έστειλε το απόγευμα και πήρε το φιγουρίνι της Φιφίκας κ’ έσκυψε στο τραπέζι και το ξεφύλλιζε· η Μαρίκα έβγαλε τον παπαγάλο από το κλουβί και τον άφησε να κρύβεται τριγύρω στις γωνιές και να της φωνάζει: - Φλώρα, Φλώρα! Η Μαρίκα έκανε πως τον ζητούσε αλλού. - Φλώρα! έκραζε ο παπαγάλος πάλι και ξανακρυβόταν. Έπαιξε έτσι κάμποσο μαζί του όσο που βαρέθηκε· έπειτα κάθισε και κοίταζε έξω· κοίταζε το θολό φως που έτρεμε γύρω από τα ξερά κλαδιά της λεύκας στο παράθυρο. Εκεί η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι και δείχνοντάς της ένα σχέδιο στο φιγουρίνι: - Αυτό θα κάνω - τι λες; τη ρώτησε. - Καλό είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα αφού κοίταξε. Έπειτα, καθώς γύρισε, είδε τον παπαγάλο που είχε έρθει σιγά και κάθισε κοντά της και την κοίταζε με ακίνητα τα στρογγυλά μικρούλια μάτια του. Ένιωσε τι ήθελε, μα δε σηκώθηκε. Έμεινε κ’ έβλεπε μια αυτόν και μια το φόρεμα της Ευανθία, σα να ήθελε να βρει ποιο ήταν πιο πράσινο. Η Ευανθία είδε τον παπαγάλο που κοίταζε έτσι κωμικά, και γέλασε. - Τον πονηρό, είπε και άπλωσε το χέρι της να τον χαδέψει. Μα ο παπαγάλος τίναξε τη μύτη εμπρός και της δάγκασε το δάχτυλο. Η Ευανθία φώναξε, και καθώς τα μάτια της αντικρυστήκαν με του παπαγάλου, η Μαρίκα είδε πως και των δυο τα βλέμματα πέταξαν μια όμοια λάμψη· μια λάμψη κίτρινη. Ο παπαγάλος πήγε στο παράθυρο και στάθηκε στο ένα πόδι ορθός και κοίταζε από κει, ενώ η Μαρίκα και η Ευανθία έμεναν αμίλητες. Πίσω τους είχε έρθει σιγά η γιαγιά και στάθηκε, μα ήταν με τις παντούφλες και δεν την κατάλαβαν. Την πρόδωσε όμως ο παπαγάλος που φώναξε «γιαγιά», και η Ευανθία γύρισε και γέλασε. Μα η γιαγιά έμενε ορθή και κοίταζε, σα να μην ήξερε γιατί είχε μπει, σα να μην ήξερε τι κοίταζε. Η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι· και το έδειξε και της Μαρίκας πάλι και στάθηκαν και οι τρεις και το κοίταζαν. Αλλά σε λίγο ακούστηκε στο διάδρομο το βήμα της κυρίας Αγλαΐας, και ο παπαγάλος πρώτος μαζεύτηκε και ζάρωσε στην άκρη στο παράθυρο. Έπειτα σύρθηκε πίσω και η γιαγιά όταν την είδε δεν την περίμενε να σηκωθεί και είχε φορέσει τις παντούφλες. Περίμενε όσο που η κυρία Αγλαΐα πήγε και στάθηκε μπροστά στις γλάστρες της, και τότε έφυγε κλεφτά από την κάμαρα η γιαγιά. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε από τις γλάστρες της στην εταζέρα, έπειτα στο μπουφέ. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία, και η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι. Η κυρία Αγλαΐα το κοίταξε. Έπειτα, όταν κάθισε, το ξανακοίταξε, αλλά δεν είπε γνώμη. Θυμήθηκε μόνο την τουαλέτα της Φιφίκας. - Άμα θυμούμαι τα κίτρινα φτερά! είπε και γέλασε. Ύστερα ρώτησε για το ταξίδι της Φιφίκας. - Τι κωμωδία! είπε και ξαναγέλασε. Η Ευανθία την κοίταξε και δε μιλούσε. Μα όταν η κυρία Αγλαΐα τη ρώτησε: - Μα δε σου είπε ποιόν θα πάρει; το λοχαγό ή το νομάρχη; - Πιστεύω, το λοχαγό, απάντησε η Ευανθία κ’ έκαμε να γελάσει. Μα η κυρία Αγλαΐα δε γέλασε. - Βέβαια, ένας νομάρχης, είπε με τόνο σοβαρό. Δεν τελείωσε· εξήγησε μονάχα τι είναι ένας νομάρχης. Και διηγήθηκε όπως πάντα για τη νομαρχία. Μα ούτε η Μαρίκα ούτε η Ευανθία πρόσεχαν πολύ. Η Ευανθία δεν έδειξε πολλή διάθεση ούτε όταν ύστερα η κυρία Αγλαΐα ξαναπήρε το φιγουρίνι και κοίταζε το φόρεμα που της έδειξε πρωτύτερα. - Ναι, ναι, ψιθύριζε μόνο ή κουνούσε το κεφάλι σ’ ό,τι της έλεγε γι’ αυτό η κυρία Αγλαΐα. Σα να είχε αλλού το νου, σα να έγινε με μιας ανήσυχη. Η Μαρίκα την πρόσεξε που πήγε στο παράθυρο, που βγήκε έξω και ξαναγύρισε και ξαναβγήκε. Και μια στιγμή που έπιασε τα μάτια της που κοίταζαν στην πόρτα, γύρισε και την κοίταζε κι αυτή σα να μην ήθελε να κρύψει γιατί την κοίταζε. [Επεξεργασία] ΧΧΙΙΙ Ευανθία περίμενα άδικα· ο Στέφανος δεν πήγε. Ξεκίνησε να πάει, αλλά σταμάτησε στο δρόμο· μπροστά στη θάλασσα. Η μέρα πήρε προς το βράδυ και ξεθόλωνε, και η θάλασσα είχε γίνει κίτρινη στο μάκρος· μπροστά όμως έμενε σταχτιά, σταχτιά και μελαγχολική. Μερικά καΐκια αραγμένα με τα πανιά ριχτά φάνηκαν του Στέφανου σαν ξεχασμένα, πεταγμένα έρημα εκεί κ’ έκαναν το ακρογιάλι πιο σκοτεινό και θλιβερό. Έφυγε κείθε, μα στην πλατεία απάντησε το φίλο του ποιητή πιο θλιβερό. Δεν πρόσεξε τι του μιλούσε, πρόσεξε μόνο τα πανταλόνια του που κρέμονταν· και θυμήθηκε το αστείο της Ευανθίας, αλλά δε γέλασε. Έξαφνα είδε την κυρία Κατίγκω που περνούσε μαζί με τη Φιφίκα. Άφησε κείνον και πλησίασε αυτές. Μα η κυρία Κατίγκω μίλησε αμέσως για την Ευανθία, και η Φιφίκα ρώτησε: - Τι κάνει αλήθεια η Ευανθία; Ο Στέφανος την κοίταξε. Μόλις κρατήθηκε και δεν τη ρώτησε: τι κάνει ο λοχαγός. Ξαφνικά όμως μίλησε για τον κύριο νομάρχη. Και τις άφησε και κείνες και προχώρησε. Μα όταν πλησίασε στο σπίτι της Μαρίκας, ξανασταμάτησε σα να θυμήθηκε κάτι έξαφνα. Το σπίτι το έκρυβαν σχεδόν τα πεύκα, φαινόταν μόνο η σιδερένια πόρτα της αυλής. Στάθηκε και την κοίταζε, μα δεν πλησίασε. Προχώρησε στο δρόμο· και σε λίγο βρέθηκε πάλι μπροστά στη θάλασσα. Ήταν ακόμα σκοτεινή, το μάκρος όμως έφεγγε τώρα χρυσοκόκκινο, και ο ουρανός στην άκρη πέρα είχε βαφεί ολοπόρφυρος. Ο Στέφανος κάθισε. Βράδιαζε πάντα, και βάρκες ψαράδικες έφταναν μια μια και άραζαν στο γιαλό και κατέβαζαν τα πανιά. Ο Στέφανος κοίταζε ακίνητος. Λίγοι περίεργοι και παιδιά τριγύριζαν τις κόφες που οι ψαράδες αράδιασαν στην αμμουδιά. Έπειτα σκόρπισαν τα παιδιά· δυο τρία ήρθαν και στάθηκαν μπροστά του και τον κοίταζαν, ύστερα έκαμαν πέρα και πετούσαν πέτρες στο νερό. Έπειτα πέρασε μπροστά του μια ολόκληρη σειρά γυναίκες· οι ψαράδες γύρισαν και τις κοίταζαν καθώς πηγαίναν στη γραμμή δυο δυο, σα στρατιώτες. - Έρχονται από το βουνό· σπάζουνε πέτρες στα νταμάρια, είπε από πίσω το παιδί του καφενείου χωρίς κανείς να το ρωτήσει. Ο Στέφανος είδε που πέρασαν μπροστά του και του φάνηκε πως πρόσεξε τις τελευταίες: φορούσαν κίτρινα μαντίλια και χοντρά άσχημα παπούτσια. Έπειτα πέρασε ένας αξιωματικός καβάλα· ήταν καμπουριασμένος και φαίνονταν τα δόντια του, όμως δεν ήταν ο λοχαγός της Πρίφτη. Ο Στέφανος τον είδε πως σπιρούνισε μπροστά του το άλογο και χάθηκε. Είχαν χαθεί και τα παιδιά, και οι ψαράδες σήκωσαν τις κόφες τους. Έμεινε μπρος η θάλασσα μονάχα και τα σύννεφα, και ο Στέφανος ξεχάστηκε πάλι μπροστά στα σύννεφα. Πυκνά, γαλαζιομέλανα άπλωναν γύρω στην κοκκινάδα του ουρανού σε αόριστες μορφές και σχήματα, και άλλαζαν, έφευγαν και χάνονταν σαν τους ψαράδες, τα παιδιά και τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα και χάθηκαν. Ο Στέφανος ξεχάστηκε, σα να μην ήθελε να δει· και όμως είδε κει ψηλά πώς ένα σύννεφο αραίωνε αγάλι αγάλι κ’ έπαιρνε μορφή· άλλαζε χρώμα, σχήμα, γινότανε σταχτί έπειτα βιολέτινο, έπειτα μενεξεδένιο, γινότανε πουλί μεγάλο με απλωτά φτερούγια έπειτα έμενε ακίνητο σαν ήσυχο ροδόχρυσο βουνάκι στην ακρογιαλιά, όσο που έγινε πάλι μακρύ καράβι και κίνησε ν’ ανοίξει τα πανιά, να φύγει και να χαθεί μέσα στην κοκκινάδα σα μέσα σε πυρωμένο πέλαγο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια· δεν ήθελε να δει. Δεν ήθελε να δει, όπως δεν ήθελε να θυμηθεί. Και θυμήθηκε τις τελευταίες από τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα μπροστά του· θυμήθηκε πως ήταν νέες και πως φορούσαν άσχημα χοντρά παπούτσια. Έπειτα όμως θυμήθηκε με μιας ό, τι δεν ήθελε να θυμηθεί, ό, τι θυμήθηκε πρωτύτερα όταν σταμάτησε απέναντι στην πόρτα με την ξερή γαζία μπροστά. Είχε συρθεί ως εκεί σα να μην ένιωθε πώς σύρθηκε. Μα όταν είδε ξαφνικά την πόρτα θυμήθηκε με μιας κ’ έφυγε αμέσως, όπως έφυγε αμέσως και το μεσημέρι από το σπίτι, που μόλις μπήκε μέσα, τον πλησίασε σιγά η κυρία Κατίγκω και πιάνοντας τον ώμο του: - Την κράτησε η γιαγιά, του είπε μελαγχολικά. Ο Στέφανος έκαμε αμέσως κίνημα. Έπειτα του είπε πάλι σιγαλά η κυρία Κατίγκω: - Είδες πώς ήταν σήμερα η Μαρίκα; Ο Στέφανος μ’ ένα άλλο κίνημα την κάρφωσε στη θέση της. Τον ένιωσε και σώπασε. Σώπασε φοβισμένη και ο Στέφανος έφυγε ευθύς. Μα έπειτα που την ξαναβρήκε στην πλατεία με τη Φιφίκα, η πρώτη λέξη της ήταν η ίδια πάλι. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως είπε της Φιφίκας για τον κύριο νομάρχη, και τώρα του φάνηκε σα να μετάνιωσε γιατί το είπε. Δεν του άρεσε· δεν ήθελε να μετανιώσει - δεν ήθελε να θυμηθεί. Κοίταξε μπρος του. Του είχε φανεί πως ξαναήρθαν εκεί πάλι τα παιδιά. Δεν ήταν τα παιδιά, ήταν στη διπλανή ταβέρνα που ψιθύριζαν σιγαλές φωνές. Έπειτα ήρθαν δυο ψαράδες και στάθηκαν κοντά του ορθοί κ’ έβλεπαν πέρα· η θάλασσα ήταν τώρα κίτρινη βαθιά, μα ο ουρανός στο βάθος έμενε πάντα πορφυρός σαν πύρινος, σα ματωμένος. - Θα έχομε αέρα, του είπε σιγά απλώνοντας το χέρι πέρα ο ένας ψαράς. Ο άλλος δε μίλησε, μα ο Στέφανος είδε πως πήγαν και οι δυο κ’ έσερναν τις βάρκες τους στην αμμουδιά. Τους κοίταζε· κ’ έπειτα κοίταξε πάλι τα σύννεφα. Είχαν αρχίσει και άλλα σκόρπιζαν ψηλά, άλλα έλειωναν πνιγμένα στο φλογισμένο βάθος. Μα έξαφνα ένα από αυτά, ένα πυκνό, βαρύ, μεγάλο πριν να σβήσει πήρε παράξενη μορφή σαν άλογο, σαν άτι μαύρο που χίμιζε με το κορμί του ορθό στην πορφυρή, στην αιματένια θάλασσα. Ο Στέφανος σηκώθηκε· μα πριν στρίψει και ν’ αφήσει πίσω του τη θάλασσα, το ματωμένο βάθος του ουρανού είχε αχνίσει· έγινε κίτρινο και κείνο σαν τη θάλασσα. Σιγά σιγά έπειτα από λίγο μονάχα μια θολή ωχροκίτρινη χλωμάδα έτρεμε ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. Και ο Στέφανος καθώς της έριξε στερνή ματιά ενώ γύριζε στην πόλη, αισθάνθηκε πως ανατρίχιασε. Το βράδυ βρήκε πάλι την κυρία Κατίγκω μελαγχολική. - Δεν την άφησε πάλι η νονά, του είπε και τον κοίταξε. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Δεν πήγες; τον ρώτησε ύστερα από λίγο. - Σε περίμενε, ξαναψιθύρισε, μα αμέσως πρόσθεσε: - Η Μαρίκα. Τον είδε όμως που γύρισε τα μάτια αλλού, και σώπασε κι αυτή. Μα υστερότερα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Αλήθεια, Στέφανε, είπε ξανά, τι ήταν εκείνο που είπες της Φιφίκας; Και ο Στέφανος γυρίζοντας σα να θυμήθηκε: - Τι είπα; ρώτησε. - Για το νομάρχη. - Α ναι, για το νομάρχη. Και ο Στέφανος την κοίταξε: - Αστεία --- αστεία. Μα έπειτα γέλασε έξαφνα, γέλασε περίεργα. Και πλησιάζοντας την κυρία Κατίγκω: - Γι’ άκου, μητέρα, της είπε σιγαλά, τι λες, ο κύριος νομάρχης δε θα ήτανε καλός για τη …. ; Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω άνοιξε τα μάτια και περίμενε: - … την Ευανθία, συμπλήρωσε με μιάς ο Στέφανος. Η κυρία Κατίγκω έμεινε με ανοιχτά τα μάτια. Έμεινε μια στιγμή, έπειτα βγήκε άφωνη έξω. Ο στέφανος την κοίτ
O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1851 και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου του 1911, στη Σκιάθο. Ο πατέρας του, Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ήταν ιερέας. Μεγαλώνοντας σε τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον ήταν φυσικό ο Αλέξανδρος να επηρεαστεί και να συνδεθεί με μια βαθιά ευλάβεια με τον χριστιανισμό και τα εκκλησιαστικά γενικότερα. Παρόλη τη φτώχεια και τη στέρηση που συνόδεψε τα παιδικά του χρόνια ο Παπαδιαμάντης αγαπάει τα γράμματα και καταφέρνει με πολλές δυσκολίες, μετά από πολλές διακοπές να τελειώσει το γυμνάσιο και να γραφτεί στην φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Όμως δεν θα καταφέρει ποτέ να τελειώσει τις σπουδές του. Παραδίδει μαθήματα για να βγάλει τα προς το ζην και παράλληλα μελετάει με πάθος αρχαία ελληνική γραμματεία αλλά και την Ευρωπαϊκή λογοτεχνία της εποχής του. Μαθαίνει μόνος του αγγλικά και γαλλικά. Για να ζήσει κάνει μεταφράσεις, δουλεύει ως διορθωτής σε εκδόσεις και δημοσιεύει κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά. Ταυτόχρονα αρχίζει να εκπληρώνει το όνειρο του να γίνει συγγραφέας και κάνει την είσοδο του στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα " Η μετανάστις " που δημοσιεύεται στον Νεολόγο της Πόλης. Ο κυρ Αλέξανδρος για τους απλούς ανθρώπους που τον γνωρίζουν αλλά και για τους νεους λογοτέχνες της εποχής που τον συναντούν στο στέκι του, το καφενεδάκι της δεξαμενής, εντυπωσιάζει με την πλατιά του μόρφωση αλλά και με τα μυθιστορήματα και διηγήματα του που δημοσιεύει. Εντυπωσιάζει επίσης με την ασκητική μορφή του αλλά και την ασκητική ζωή του. Διάφορα οικογενειακά προβλήματα, η οικονομικές του δυσκολίες αλλά και ο θάνατος του αδερφού του, τον οδηγούν στον αλκοολισμό. Το 1908 αποφασίζει να επιστρέψει στο αγαπημένο του νησί την Σκιάθο για να βρει την ηρεμία και τη γαλήνη που του τόσο πολύ του έλειψαν, έστω στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πεθαίνει μετά από μια σύντομη αρρώστια ενώ λίγες μέρες πριν το ελληνικό κράτος που μέχρι τότε δεν τον είχε βοηθήσει σε τίποτε, τον παρασημοφορεί αναγνωρίζοντας την μεγάλη του πνευματική προσφορά. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Γράφει σε μια ιδιότυπη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα που πιθανόν να χρειάζεται μετάφραση για κάποιον που μιλάει μόνο δημοτική, ενώ τους διαλόγους των απλών ανθρώπων του νησιού του που είναι και οι περισσότεροι ήρωες των διηγημάτων του, τους γράφει στο δημοτική ντοπιολαλιά της Σκιάθου. Παρόλα αυτά τα κείμενα του έχουν τεράστια εκφραστική δύναμη. "Ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων" κατέχει δικαιωματικά μια θέση στο πάνθεον των πιο σημαντικών Ελλήνων λογοτεχνών. Έργα του H Μετανάστις Η Έκπτωτος Ψυχή Oι Έμποροι των Εθνών Η Γυφτοπούλα Το Χριστόψωμο Η Χήρα Παπαδιά H Υπηρέτρια. Η Σταχτομαζώχτρα. Εξοχική Λαμπρή Η Μαυρομαντηλού Ο Φτωχός Άγιος Ο Αμερικάνος και άλλα Στο Χριστό στο Κάστρο Ο Τυφλοσύρτης Βαρδιάνος στα Σπόρκα Της Κοκώνας το σπίτι Η Νοσταλγός Η Γλυκοφιλούσα Πατέρα στο σπίτι Άγια και Πεθαμένα Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη T'αγνάντεμα Tα Δαιμόνια στο ρέμμα Υπό την Βασιλικήν Δρύν Η Φόνισσα Η Φωνή του Δράκου Ο Πεντάρφανος Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου Φορτωμένα Κόκκαλα Το Μοιρολόγι της Φώκιας Τα Δυο Τέρατα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Γεώργιος Βιζυηνός Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου, Βιογραφικά. - Σήμερα πια θα φάγω μια βούκα ψωμί να πάγη στην καρδιά μου! - Είπεν η μήτηρ μου καθεζομένη μεταξύ εμού και του αδελφού μου παρά την λιτήν τράπεζαν, ην ο υπηρέτης είχε παραθέσει εις το δωμάτιόν μας. - Πρώτα κάμε το, και ύστερα πε το, μητέρα. - Απήντησε πειρακτικώς ο αδελφός μου, διότι από τινος πολλάκις μεν ήκουε την καλήν ταύτην πρόθεσιν, ποτέ όμως δεν την έβλεπε πραγματουμένην. Η μήτηρ, συνειθισμένη εις παρομοίας του νεωτέρου της υιού παρατηρήσεις, ουδ’ επρόσεξε καν εις τους λόγους του. Αλλ’ επιστραφείσα προς την όπισθεν αυτής θύραν, ίνα βεβαιωθή ότι είναι κεκλεισμένη, - Και μη μου αφήσετε, είπεν, αυτή την σεισουράδα να ξαναμβή δω μέσα. Ω, χαρά στο μας αλήθεια, σταις τούμπαις και τους σάλτους! Σεισουράδα ήτον ο Γάλλος υπηρέτης του επί τον Βόσπορον ξενοδοχείου, εν ω η μήτηρ μου ήλθε να με συναντήση, μόλις αφικόμενον εκ της Εσπερίας. Το πρωτοφανές διά την επαρχιώτιδα σχήμα του φράκου, αι συνεχείς του καταξυρίστου Γάλλου υποκλίσεις, ενέπνευσαν εις αυτήν ευθύς εξ αρχής ακατάληπτον αντιπάθειαν. Και το χειρότερον ήτο, ότι ο δυστυχής υπηρέτης προσπαθών και καλά να κατακτήση την εύνοιάν της επολλαπλασίαζε τους σάλτους και ταις τούμπαις αυτού, υποκλινόμενος ούτω πιθηκιστικώς, ώστε εκορύφωσε, κατ’ αυτάς έτι τας πρώτας ημέρας, την εναντίον αυτού αγανάκτησιν της μητρός μου, ήτις και τον εβάπτισε με το όνομα της σεισοπυγίδος, διότι, έλεγεν, είχε θηλυκό, τουτέστι καταξύριστον πρόσωπον και δεν ημπορούσε να σταθή στα ξερά του, χωρίς να σκύψη το κεφάλι και να σείση την ουρά του. Μετά τινας ούτω πως εμπαικτικάς παρατηρήσεις και επί του όλου παραστήματος και της ενδυμασίας του ατυχούς Λουή, η μήτηρ μου διέκοψεν ανεπαισθήτως το γεύμα της και, προσηλώσασα τους οφθαλμούς εις το παράθυρον, εβυθίσθη ολίγον κατ’ ολίγον εις σκέψεις, κατά την συνήθειάν της. Ο Βόσπορος εκυλίετο χαριέντως υπό τα βλέμματά μας· πολυάριθμα ισχνοτενή ακάτια διέσχιζον τα κυανά του νερά κατ’ αντιθέτους διευθύνσεις, ως χελιδόνες πετώσαι μετ’ απαραμίλλου ταχύτητος. Η μήτηρ μου τα παρετήρει δι’ απλανών ομμάτων· και μετά μακράν σιωπήν αναστεξάσασα βαθέως, - Διες εσύ! είπε, πως περνούν τα χρόνια, και γυρνούν τα πράγματα! Δεν θα γυρίση το παιδί μου, έλεγα, δεν θα προφθάση να έλθη πίσω, και θ’ αποθάνω, και θα μείνουν τα μάτια μου ανοιχτά, από την λαχτάρα που έχουν να το διούνε! Όλ’ ημερίτσα παραφύλαγα τους δρόμους και ρωτούσα τους διαβάτας. Και όταν εβράδυαζεν, άφην’ ανοιχτή την θύρα έως στα μεσάνυχτα. Μη σφαλείς, Μηχαήλε, μπορεί να έλθ’ ακόμη. Και δεν θέλω να έλθη το παιδί μου και να ’βρη κλειστή την θύρα μου. Φθάνει που είναι τόσα χρόνια έρημο και ξένο, ας μην έρθη και στο χωριό του να του φανή πως δεν έχει κανέναν εις τον κόσμο, που να φυλάγη τον ερχομό του. Σαν επλάγιαζα, σ’ έβλεπα στον ύπνο μου, και μ’ εφαίνετο πως άκουα την φωνή σου, κ’ εσηκονόμουν και άνοιγα την θύρα: ήλθες, παιδί μου; - Ήταν ο αγέρας, που σβυντζίνιζε στον δρόμο. Και έτσι ξημέρονε, και έτσι βράδυαζε. Οχτώ χρονάκια πέρασαν, ψωμί δεν επήγε στην καρδιά μου. Γιατί, δεν θα προφθάση να έλθη το παιδί μου, έλεγα, και θα πεθάνω και θα μείνουν τα μάτια μ’ ανοιχτά! Και διες εσύ! Τώρα που σ’ έχω κοντά μου, τώρα που σε θωρώ, μου φαίνεται σαν να ήταν χθες που διάβηκες και σήμερα που ήλθες. Και οι πίκραις που ήπια, παιδί μου, και οι τρομάραις που ετράβηξα είναι σαν να μην ήτανε ποτέ! Εδώ έκοψε μηχανικώς ολίγον άρτον, ως εάν ήθελε να εξακολουθήση το φαγητόν της· αλλά πριν τον θέση εις το στόμα, ητένισε πάλιν διά του παραθύρου, είδε τον αείρροον Βόσπορον, είδε τα παλινοστούντα σκάφη, και στενάξασα εκ μέσης καρδίας επανέλαβεν αργά και θλιβερά· - Έτσι περνούν τα χρόνια, και γυρνούν τα πράγματα! Απ’ εκεί που εφοβούμουν δεν έπαθα τίποτε· και απ’ εκεί που ήμουν ήσυχη ήλθε το κακό! Επήγες εις την άκρη του κόσμου, παιδί μου, και δεν εχάθηκες, κ’ εγύρισες. Και ο Χρηστάκης μας - πέντε ώραις δρόμον επήγε, κ’ έμεινεν εκεί!... Ε... μόνον οι νεκροί δεν γυρίζουν πίσου!... Ήτανε παραμονή των Φωτών - ξεύρεις πως είναι η καρδιά μου σε τέτοιαις επίσημαις ημέραις. Ενθυμήθηκα τον μακαρίτη τον πατέρα σου, κ’ ενθυμήθηκα, πως μια τέτοια παραμονή, σαν είδες του κόσμου τα παιδιά που κρατούσαν ταις σουρβιαίς και σούρβιζαν τους ανθρώπους μέσ’ στον δρόμο, πήρες και συ μια σκούπα και άρχησες να χτυπάς τον πατέρα σου πα’ στην ράχη και να τον σουρβίζης: “Σούρβα, σούρβα! γερό κορμί, γερό σταυρί, όλο γειά και δύναμι, και του χρόν’ γεροί!” Έτσι μικρό που ήσουνε, ήξευρες τα λόγια. Και το χάρηκεν ο μακαρίτης, και σε πήρε στην αγκαλιά του και σε φίλησε: - Έχε την ευχή μου, και να μου τρανέψης! - Και σ’ έδωκε μια πεντάρα, και μ’ εκούνησε με το δάχτυλο και με είπε. - Αυτό το παιδί, γυναίκα, θα γένη! - Πού το ήξευρε, πως ύστερ’ από τρεις μήνες θε να σ’ άφην’ ορφανό! Και που το ήξευρε, πως οι παραμοναίς των Φωτών θε νάρχουνταν και θα περνούσαν και συ θα κακοπάθιαζες στην ξενητειά κι εγώ θε νάκλαιγα μονάχη! Έτσι κ’ εκείνη την παραμονή. Ο Μιχαήλος που με ήξευρεν, επήγεν από νωρίς εις το βουνό και έφερε μια σουρβιά: Ένα μεγάλο κλωνί γεμάτο σφιχτά και πράσινα μάτια - Μ’ αυτά τα σούρβα, μάνα, θα διούμεν απόψε την τύχη μας. - Σαν ήρθεν ο Χρηστάκης στο σπίτι, εκαθήσαμε στο παραγώνι κ’ εχωρίσαμε την φωτιά σε δυο μεριαίς, και άρχησεν ο Μιχαήλος να βάζη τα σούρβα στην μέση πα’ στην καυτερή την πλάκα, για να διούμε την τύχη μας. Πρώτα πρώτα σ’ ωνομάτισεν εσένα, κ’ έκοψε σούρβο και το έβαλε. Και μόλις τώβαλεν, εβρόντηξε και πήδηξε κι’ εβγήκεν απ’ την στιά. Έχε την ευχή μου, Μιχαήλο! του είπα. Απόψε εύφρανες την καρδιά μου. Σαν είν’ ο Γιωργής μας γερός, είμασθ’ όλοι καλά! Ύστερα μ’ ωνομάτισεν εμένα. Ε! κ’ εγώ, πες, καλά πήγα. Ύστερα ωνομάτισε τον Χρηστάκη - και διες εσύ! Το μάτι της σουρβιάς έμεινε πα’ στην πλάκα που τώβαλε, σιγανό και ακίνητο, ώστε που εμαύρισε κ’ εκάπνισε κ’ έγειρεν ολίγο και εκάηκε! - Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! του είπα. Δεν έβαλες καλό σούρβο! Κ’ επήρα την σουρβιάν από το χέρι του κ’ εδιάλεξα το πιο καλό το μάτι και άνοιξα καινούριο τόπο στην φωτιά και το έβαλα... Εκάπνισεν ολίγο, εμαύρισεν, ετανίσθη κ’ έμεινε στον τόπο! Τότ’ εγέλασεν ο Χρηστάκης δυνατά κ’ επήρεν ένα δαυλί και ανεκάτωσε τα κάρβουνα και είπε: - Εγώ, μητέρα, είμαι βασταγερός άνθρωπος, το ξέρεις. Έτσι εύκολα εύκολα δεν πηδώ να φύγω μέσ’ από λίγη ζέστη σαν και λόγου σας. Αν θέλης να ιδής την τύχη μου, φέρ’ εδώ! - Και πήρε το κλωνί από το χέρι μου και το έβαλε μέσ’ στην φωτιά. Κ’ επυρώθηκαν τα σούρβα και ήρχησαν να βροντούν και να πηδούνε... Τώρα, λέγε μου εσύ ό,τι θέλεις. Σούρβα είναι σούρβα, το ξέρω. Και την τύχη την βλέπουν για την συνήθεια, όχι για την αλήθεια, κι’ αυτό σωστό. Μα όταν θυμηθώ τους κούφιους εκείνους κρότους και ταις μακρυναίς τουφεκιαίς που ύστερ’ από λίγαις ημέραις άρχησαν ν’ ακούγωνται τριγύρω στα χωριά, μου ξεσηκόνετ’ η καρδιά μου, και δεν μπορώ να ησυχάσω. Το πράγμα ήταν καθαρό και ξάστερο, μα μεις δεν το ψηφήσαμε, μόνο το πήραμ’ ελαφρυά κ’ εγελάσαμεν. Εκεί πάνου στα γέλοια άνοιξεν η θύρα κ’ εμβήκεν ο Χαραλαμπής του Μητάκου. Τον ξεύρεις. Ήταν συνομήλικος του Χρηστάκη και τον έμοιαζε πολύ στο ανάστημα και ταις πλάταις. Όσον ήτο μικρός ήρχετο συχνά στο σπίτι μας· μα σαν εμεγάλωσε κ’ επήρεν άσχημο δρόμο, δεν ημπορούσα να τον βλέπω μπροστά μου. Γιατί πολλαίς φοραίς έκαμνε το κακό, και τον έπαιρναν για τον Χρηστάκη. Τόσο πολύ τον έμοιαζε· και σαν συντεχνίταις όπου ήτανε φορούσαν και τα ίδια τα ρούχα. Γι’ αυτό τον έβαλα μιαν ημέρα μπροστά. Από τότε δεν εξαναπάτησε στο κατώφλοιό μας· κ’ εκείνη την βραδειά ήλθε. - Καλησπέρα, κυρά! Καλό στα κάμνετε! - Καλό στον Λαμπή. Αν με φέρνης κάνα γράμμα, κάτσε να σε κεράσω. - Όχι, κυρά, εγώ την παραίτησα πια την πόστα. Και ήρθα ίσα ίσα να ξαναπώ του Χρηστάκη να μην αφήση να την πάρη κανένας άλλος. Εκεί, σαν να μ’ εταράχθηκεν η καρδιά μου! - Και γιατί, Λαμπή; - Γιατ’ είναι καλή δουλειά η πόστα, κυρά, καλή δουλειά! - Και σαν είναι καλή δουλειά η πόστα, γιατί δεν την κρατείς του λόγου σου, που την είχες ως στα τώρα; Θαρρείς του έδωκε κανείς μια μαχαιριά, και άλλαξεν η θωριά του και άρχησε να μασσά τα λόγια του. - Εγώ, κυρά, δυο χρόνια πήγα κ’ έφερα την πόστ’ από το σιδερόδρομο, έκαμ’ αρκετούς παράδες. Τώρα πια ας κάμουν και οι φίλοι. - Άκουσε να σε πω, του είπα τότε, Λαμπή! Εσύ αν έκαμες παράδες, καθώς το λένε - Θεός κ’ η ψυχή σου! Εμείς τέτοιους παράδες δεν τους χρειαζόμασθε. Έπειτα, ξεύρεις· οι καϋμέδες δεν έχουν πλέον πέραση. Και αυτός που κουβαλεί την πόστα δεν μπορεί πλέον ν’ αρχοντήνη με τα υστερήματα, που στέλνει κανένα ορφανό, ξενητεμμένο, μέσ’ στο γράμμα, να μνημονέψουν τον πατέρα του. Όσο για την άλλη τέχνη που σ’ αρχόντηνε, Λαμπή, να ο Θεός και ας σε κρίνη. Εμένα το παιδί μου είναι χριστιανός και τίμιος άνθρωπος, και ξεύρει να βγάλη το ψωμί του με τον ίδρω του προσώπου του. Έτσι του είπα, γιατί το ήξευρα πως ήταν κλέφτης. Και κει που του τάλεγα, παιδί μου, τον έπιασε μια τρεμούλα και άσπρισαν τα χείλια του, και αγρίεψεν η ματιά του, σαν σεληνιασμένος. - Ω, Παναγία μου! τρεις φοραίς άνοιξε το στόμα του να συντύχη, και τρεις φοραίς άκουσα τα δόντια του να κροτιούνται, παιδί μου, μα την φωνήν του δεν την άκουσα! Έτσι εστριφογύριζε το νεκρόχλωμό του πρόσωπο! Και είδα την άπειρή του φρίκη και την ματιά του την τρομαγμένη, που ξέταζε κλεφτάτα κλεφτάτα τα ρούχα, και το δεξί του χέρι, ως ανάμεσα στα δάχτυλα! Ωσάν να ήτανε χρισμένος κάτι τι κι’ εφοβούνταν μην το διούμε. Και ύστερ’ από τον φρικτόν αγώνα - Ω, Παναγία μου! σαν κανείς που ψυχομαχά λαιμοπνιγμένος, παιδί μου, - Μην ακούς τον κόσμο, κυρά! Εγώ είμαι καλός άνθρωπος! είπε, κ’ έκρυψε το πρόσωπο με τα χέρια του, κ’ εβγήκε, και δεν εκαλονύχτισε!... - Θωρείς, μητέρα; Είπε τότε ο Χρηστάκης. Σε τώλεγα και δεν το πίστευες. Εσκότωσεν άνθρωπο, και τον πιάνει το αίμα. Όλος ο κόσμος το λέγει και συ δεν το πιστεύεις. Άμα πης πως ξεύρεις κάτι τι που έκαμεν -ας είναι και για δοκιμή μονάχα- θαρρεί πως του λες για το φονικό. Θαρρεί πως εφάνηκε το αίμα στα χέρια του, για να τον προδώση. - Αφού δεν το είδες με τα μάτια σου, του είπα, τι σε μέλει και τον κακολογάς. Κάθε αρνί κρεμιέται από το ίδιο του ποδάρι. Και αν είναι αλήθεια, έχει Θεό που θα τον κρίνη και ας όψεται. Κάμε μου μόνο την χάρι, και μη ανακατόνεσαι στην υπόθεσι της πόστας: Αυτός χωρίς αιτία βέβαια δεν την παραιτά. - Δεν ακούς που σου το λέγω, μητέρα; Είπε πάλ’ εκείνος. Είναι το αίμα που τον πιάνει! Το αίμα, που έχυσε στον δρόμο του, εστοιχειώθηκε τώρα, και δεν τον αφήνει να περάση. Προχθές αναγκάσθηκε να γυρίσ’ από τα μισόδρομα και ν’ αφήση την πόστα. Ακούεις, είδε κάποιον που τον παραμόνευε: Χωρίς άλλο ήταν το αίμα. Γιατί λέγουν, πως όποιος σκοτώση άνθρωπο και δεν σκεφθή να γλύψη από το μαχαίρι του το αίμα, ή θα στοιχειωθή να τον πνίξη καμμιά μέρα, ή θα τον μαρτυρεύη, ως που να τ’ ομολογήση και να τον κρεμάσουν. - Νάχης την ευχή μου, παιδάκι μου, μη μου ξεσηκόνεις την καρδιά μου περισσότερο. Και, νάχης την ευχή της Παναγίας, μην ανακατόνεις αυτά τα πράγματα! Γιατί σ’ ακούει κανείς από την εξουσία κ’ ευρίσκεις τον μπελά σου! Άφησε και την πόστα και τον ποστιέρη να κουρεύωνται, και βλέπε την δουλειά σου, σαν νοικοκυροπαίδι. Μα κείνος ο μακαρίτης -τον ήξευρες πώς ήτανε- δεν τον εχωρούσεν ο τόπος να καθήση. Τον έμαθα τέχνη και τον άνοιξ’ αργαστήρι, για να πιάση τον τόπο του πατέρα του. Μα, έλα που αγαπούσε να γυρνά μέσα στους δρόμους! - Απ’ εδώ ως στο Λουλεβουργάζι, είπεν, είναι πέντε ώραις δρόμος. Μια φορά κάθε δεκαπέντε θα πάγω και θα έλθω, γιατί ν’ αφήσω να ωφεληθή άλλος; - Όχι, νάχης την ευχή μου! Δεν σ’ αφήνω να πάρης την πόστα! Υποσχέσου μου πως δεν την παίρνεις, γιατί θα με κάμης να χάσω την ησυχία μου! - Ε! καλά, είπε τότε. Δεν την παίρνω. Άφησε να μείνης καναδυό μήνες χωρίς γράμμα, και να διής εσύ πως θα το μετανοιώσης. Αυτό μ’ έγγιξεν εκεί που με πονούσε. Τα γράμματά σου δεν ήρχοντο τακτικά, γιατί τα άνοιγαν στον δρόμο. Και δεν φθάνει, που δεν άφηναν μέσα τίποτε, μόνον ύστερα εντρέπονταν να τα φέρουν ανοιγμένα, και έτσι έμενα εγώ χωρίς ειδήσεις σου, κ’ εκαθόμουν κ’ έκλαια. Μολαταύτα δεν του είπα τίποτε. Τόσον καιρό υπόφερα, ας υποφέρ’ ακόμα. Όταν ήλθεν η ημέρα της πόστας, τον βλέπω κ’ εμβαίνει με τον σάκκο του κονακιού στην αμασχάλη, και με το τουφέκι στον ώμο του. - Τώρα πια, μητέρα, είπε, το κεραστικό δεν θα πηγαίνη σε ξένα χέρια. Αύριο που θα σε φέρω το γράμμα του Γεωργή, θα μου το δώσης εμένα. Ορίστε; - Είχαν περάσει κοντά δώδεκα ημέραις από εκείνη την βραδειά, που του το είχα εμποδίσει. Όπως πάντοτε, έτσι και τότε είχαν ξεχασθή πλέον οι προφητείαις της παραμονής των Φωτών. Μα τον γυιόν του Μητάκου δεν τον ελησμόνησα. Γι’ αυτό άρχησα να τον νειδίζω, πως έκαμε δουλειά του κεφαλιού του. Μα κείνος πού ν’ ακούση! Επήρε την υποχρέωση πάνου του! Υπεσχέθηκε στους προεστούς και στον Καϋμακάμη! Σαν είδα που παν τα λόγια μου χαμένα, τον έδωσα κ’ εγώ το γράμμα σου, και, έχε τον νου σου δα, παιδί μου, του είπα, να μη χάσης το γράμμα του Γεωργή μας! - Θαρρώ πως τόνε βλέπω ακόμα! Έβγαλε το φέσι του, εφίλησε το χέρι μου, κ’ επήγε... Ποιος το ήξευρε να μη τον αφήση!... Την άλλη την ημέρα ήτανε νάρθη ο καινούριος ο Δεσπότης. Οι επίτροποι και οι προεστοί επήγαν από νωρίς εις τον σιδηρόδρομο· οι δάσκαλοι με τα παιδιά του σχολειού αραδιασμένα· οι παπάδες και οι άλλοι χωριανοί εβγήκαν καμμιάν ώρα δρόμο, για να τον προσωπαντήσουν. Ο Μιχαήλος επήγε κ’ εκείνος μαζί τους. Έμεινεν άδειο θαρρείς το χωριό. Η ώρα της πόστας ήλθε, μα δεν ανησύχησα για τον Χρηστάκη: Χωρίς άλλο θα έλθη με τη συνοδεία του Δεσπότη. Ο καιρός ήταν καλός κ’ εγώ εφύλαγα στο παραθύρι. Σαν είδα τον κόσμον από μακρά που επέστρεφε, έσιαξα το φακιόλι μου κ’ εβγήκα ως έξω από το χωριό να φιλήσω κ’ εγώ του Δεσπότη το χέρι. Τα εξαπτέρυγα και οι σημαίαις της εκκλησίας έλαμπαν από μακρυά εις τον ήλιο, και κατόπιν εγυάλιζαν οι σταυροί και τα φελώνια των παππάδων. Πίσω, στο ένα πλάγι, διέκρινα χρυσοσέλωτο το άσπρο άτι, που επήγαν για τον Δεσπότη· μα όσο και αν εκόντευε, Δεσπότης δεν εφαίνετο επάνω του. Βγα! είπα με τον νου μου, και άρχησα να πλησιάζω ανήσυχη και βιαστική. - Φεύγα, κυρά! εφώναξε τότε έν’ από τα παιδιά, που έτρεχαν εμπρός εμπρός με τα γιορτερά τους. Φεύγα πίσω, γιατ’ έρχεται τ’ ασκέρι! Ακούς εκόψαν τον σιδερόδρομο και μας επήραν τον Δεσπότη! Εκεί ετινάχθηκεν η καρδιά μου! Ο πόλεμος ακούετο, μα οι Ρούσσοι ήτανε μακρυά, ξεύρω κ’ εγώ; στα Μπαλκάνια, μας έλεγαν, κι ακόμη παρά πέρα. Και τώρα να κόψουν έξαφνα τον σιδερόδρομο. - Είδες, είπα, και θα πάθη τίποτε το παιδί! και εκόπηκαν τα γόνατά μου κ’ έμεινα στον τόπο. Εκεί επρόφθαξε το πλήθος βιαστικό και τρομαγμένο. Κ’ επρόβαλ’ ο Σταυρός με τα ξαπτέρυγα κ’ επρόβαλ’ ο παππάς με το θυμιατήρι, και πρόβαλαν τέσσαρες νομάτοι μ’ ένα λείψανο στον ώμο, και στο πλάγ’ ο Μιχαήλος ανεμαλιάρης και λουσμένος εις τα δάκρυα... Αχ! παιδί μου! παιδάκι μου!... Ποιος το ήξευρε να τον εμποδίση!- Εδώ η τρέμουσα φωνή της συνεπνίγη υπό των λυγμών και των κλαυθμών της. Ήτον η πρώτη φορά εκείνην την ημέραν. Και επειδή εγνώριζον την φύσιν της δυστυχούς μητρός μου, ούτε εγώ την διέκοψα, ούτε τον αδελφόν μου αφήκα. Η θλίψις υπερεπλημμύρει την φιλόστοργον αυτής καρδίαν, και αν δεν την άφηνεν να εκχειλίση άπαξ και δις και τρις της ημέρας, δεν ηδύνατο να εύρη ανακούφισιν. Το φοβερόν τραύμα είχε πλήξει τον πολυπαθή μας οίκον προ τριών και επέκεινα ετών. Αλλ’ η πρόσφατος έλευσις εμού, όστις δεν είχον ιδή το φρικτόν εκείνο δράμα εκ του πλησίον, ανέξανε τας μόλις ουλωθείσας πληγάς της ταλαίνης. Η εμή παρουσία καθίστα την απώλειαν του μακαρίτου πολύ μάλλον επαισθητοτέραν, διότι, καθώς έλεγεν η μήτηρ μου δικαίως, εφαίνετο πλέον πως η χαρά μας δεν ειμπορούσε να είναι σωστή. Τόσον ολίγους που τους αφήκα τους εδικούς μου, τους εύρισκον ολιγωτέρους. Και ούτε εγώ να τον φιλήσω, ούτε ο πτωχός αδελφός μου ηδύνατο πλέον να ευφρανθή επί τη επανόδω τού τόσον καιρόν προσδοκηθέντος αδελφού του! Και έκλαιε λοιπόν η δύστηνος και διηγείτο την θλιβεράν εκείνην ιστορίαν, ως εάν είχε συμβή αυτήν την προτεραίαν. Και όταν αι πλήμμυραι των δακρύων ανεκούφιζον ολίγον την βαρυπενθή αυτής καρδίαν, νομίζετ’ ελησμόνει την δυστυχίαν της; Πολλού γε και δει. Την θλίψιν διά τον φόνον του αγαπητού μας αδελφού διεδέχετο η αμείλικτος οργή κατά του φονέως. - Καμμιά φορά, μοι έλεγε κατ’ ιδίαν ο αδελφός μου, ενόμιζον πως άρχιζε να ξεχνά τον Χρηστάκη, μα ποτέ δεν την είδα να ξεχάση τον φονιά του. Καθ’ όλον το μεταξύ διάστημα ούτε Δεσπότη, ούτε Καϋμακάμη αφήκεν ήσυχον διά να τη εύρουν τον φονέα του τέκνου της. Κατ’ αρχάς ενομίσθη, ότι εφονεύθη, συντυχών εις την συμπλοκήν κατά την επί του σταθμού του Λουλεβουργάζ έφοδον. Αλλά μετ’ ολίγον επιστώθη, ότι τούτο δεν ήτο δυνατόν. Οι επελθόντες προς παραλαβήν του αρχιερέως εύρον τον σταθμόν τούτον ερημωμένον υπό των επιτοπίων αρχών προ δύο ήδη ημερών, εξ ου χρόνου πάσα συγκοινωνία μετά της πρωτευούσης ήτο διακεκομμένη, τους δε Ρώσσους αμαχητί καταλαβόντας το χωρίον, αλλά μόλις περί τα μέσα της προηγηθείσης εκείνης νυκτός. Τον πτωχόν αδελφόν μου όμως ανεκάλυψαν εν τη ατάκτω αυτών επιστροφή παρά την γέφυραν της λεωφόρου, πολύ μακράν του χωρίου, και νεκρόν πολύ προ της αφίξεως των Ρώσσων. Δεν εφονεύθη λοιπόν τυχαίως, ουδ’ εν συμπλοκή. Αλλ’ ούτ’ επίτηδες ήτο δυνατόν να εφονεύθη υπό στρατιωτών ή ληστών. Διότι ούτε οι μεν θα άφηναν τον νεκρόν ασύλητον, ούτε οι δε ανέπαφον τον ταχυδρομικόν σάκκον. Πάσα δε επίσημος έρευνα κατέληγεν εις το ψηλαφητόν συμπέρασμα ότι ο φόνος εγένετο εξ ενέδρας και ουχί προς σκοπόν ληστεύσεως. Διά τούτο η μήτηρ μου επέμενεν εις την εύρεσιν και τιμωρίαν του φονέως. Ο τρόπος δι’ ου ο πρώην κακής φήμης ταχυδρόμος παρέπεισε τον ανύποπτον νεανίαν να διαδεχθή το επικίνδυνον αυτού έργον, παρείχεν εις τας ερεύνας αυτής τον οδηγητικόν μίτον. - Δεν μπορεί να είναι αλλοιώς, έλεγεν. Ο φονιάς πρέπει να ήταν μανιασμένος μαζί του, και πρέπει να το ήξευρε. Αλλέως δεν μπορούσε να τον παραμονεύση αυτή την πρώτη την ημέρα, που πήρε την πόστα πάνου του. Είναι λοιπόν χωρίς άλλο χωριανός μας, ή κανείς από τα περίχωρα. Όταν επήραν αυτόν, που είχε πρώτα την πόστα, στην φυλακή, είπα πως έκαμεν ο Θεός κρίσι. Μα ύστερ’ από δύο ημέραις τον έβγαλαν, γιατί ευρέθη, πως, όταν έγεινε το φονικό, εκείνος ήταν στο χωριό μας. Ποιος το ξεύρει; Ίσως κ’ εψευτομαρτύρησαν... Μα τώρα, που ήρθες πια και συ, παιδί μου, μην αφήστε τον αδερφό σας ανεκδίκητο. Μη με βλέπεις έτσι και σιωπάς! Αν δεν είχα παιδιά στον κόσμο, θενάκοφτα τα μαλλιά μου, θενάβαζα ανδρίκια ρούχα, και με το τουφέκι στον ώμο θενά κυνηγούσα τα ιχνάρια του φονιά, ως που να κδικήσω τον νεκρό μου. Γιατί διές, παιδί μου, ο φτωχός μας ο Χρηστάκης δεν ευρίσκει ησυχία, μόνο παλεύει μέσ’ στο μνήμα του όσαις φοραίς νοιώθει το φονιά του να πατή τα χώματα. Και τον νοιώθει, παιδί μου! στην άκρη του κόσμου να ευρίσκεται, εκείνος τον νοιώθει, σαν να του πατούσε την καρδιά του! Γι’ αυτό εκδίκησι! πρέπει να γενή εκδίκησι! Ο μη γνωρίσας την αγαθοτάτην ταύτην μητέρα προ του θανάτου του υιού της, θα την εκλάβη ίσως ως γυναίκα τραχέος και σκληρού χαρακτήρος, αφού εγώ αυτός εδυσκολευόμην πλέον να ανεύρω εν αυτή την άπειρον εκείνην φιλανθρωπίαν, ήτις την έκαμνε να φείδηται και να συμπονή και αυτήν την άψυχον φύσιν, και ως εκ της οποίας δεν υπέφερε να ίδη ουδέ μίαν όρνιθα σφαζομένην. Διότι, ναι μεν, εκδίκησιν λέγουσα, ηννόει κυρίως δικαιοσύνην. Αλλά την δικαιοσύνην ταύτην δεν ηννόει άνευ προσωπικής αυτής ικανοποιήσεως προσμετρουμένην μόνον υπό της απαθούς χειρός του νόμου. - Να τον ιδώ κρεμασμένον, έλεγε, να τραβήξω το σχοινί του και ύστερα ας αποθάνω! Τόσον φρικαλέως επιθυμητή εφαίνετο η εκδίκησις εις την φιλοστοργίαν της φυσικής και αμορφώτου γυναικός! Τα ψυχρά της επιστήμης σκέμματα, δι’ ων εδοκίμαζον ενίοτε να καταπραΰνω τας ορμάς της θερμής αυτής καρδίας, εξητμίζοντο πριν φθάσωσι τον σκοπόν αυτών, ως μικραί σταγόνες ύδατος, όταν πίπτωσιν επί σφοδρώς φλεγομένης καμίνου. Ούτω και κατ’ εκείνην την ημέραν. Όταν μετά μακράν διδαχήν περί της θέσεως των ατόμων απέναντι της δημοσίου δικαιοσύνης, τη υπεσχέθην ότι θα κινήσω πάντα λίθον προς εύρεσιν και τιμωρίαν του κακούργου, - Ναι! είπε, μετά τινος αγρίας εντρυφήσεως. Να τον ιδώ κρεμασμένο, να τραβήξω το σχοινί του, και ύστερ’ ας πεθάνω! Αλλ’ αίφνης εκρούσθη η θύρα, και, μετά προφανούς δυσαρεσκείας είδε την καταξύριστον μορφήν του υπηρέτου ευσεβάστως παρακύπτουσαν όπισθεν του θυροφύλλου. - Τι τρέχει, Λουή; τον ηρώτησα εισερχόμενον. - Μία Τούρκισσα, απήντησεν υποκλινόμενος προ της συνωφρυωμένης μητρός μου, μία Τούρκισσα προς επίσκεψιν. - Προς επίσκεψιν ημών; Δεν είναι δυνατόν! Θα έχης λάθος, Λουή, πήγαινε! Δεν γνωρίζομεν καμμίαν Τούρκισσαν. Αλλ’ ενώ τον απέπεμπον ούτω, χάριν της μητρός μου, ηκούσθη ταραχή εν τω διαδρόμω και φωναί ως εριζόντων. Ο Λουής υπεκλήθη εκ νέου όσον οίον τε βαθέως, όπως με πείση, ότι ημείς ήμεθα οι ζητούμενοι. Αλλ’ αίφνης η θύρα ανοίγει μετά φοβερού πατάγου, ωθήσασ’ αυτόν να πέση κατακέφαλα, ενώ μία γραία, σχεδόν απερικάλυπτος Οθωμανίς ερρίπτετο εις τους πόδας της μητρός μου, μετά λυγμών και δακρύων. Φαίνεται ότι οι έξω υπηρέται τη εκώλυον την είσοδον και εκ της απελπισίας αυτής εβίασε την θύραν. Ο εμβρόντητος Λουής επρόφθασε να συνέλθη και εκδιώξη διά λακτισμών τον δειλώς ακολουθούντα αυτήν υψηλότατον λευκοσάρικον σοφτάν, αλλ’ ο αδελφός μου, παρεμβάς, ως τον είδεν, επέπληξε τον υπηρέτην και εισήγαγε μετά μεγάλης χαράς τον ισχνόν και λευκόχλωμον εκείνον Τούρκον, ως εάν ήτο ο οικειότατος αυτώ φίλος. - Είναι ο Κιαμήλης μας, είπεν, επιδεικτικώς προς εμέ, και αυτή θα είναι η μητέρα του! Η μήτηρ μου μόλις και μετά βίας απαλλαγείσα των περιπτυγμών της Οθωμανίδος, ητένισεν υψηλά προς την συμπαθητικήν του σοφτά μορφήν μετά παραδόξου στοργής, και - Εσύ είσαι Κιαμήλη, παιδί μου; τον ηρώτησε. Και πώς είσαι; Καλά; Δεν σ’ εγνώρισα με αυτή την φορεσιά σου! Ο Τούρκος έκυψε μετά δακρύων εις τους οφθαλμούς και λαβών εφίλησε την άκραν του φορέματός της. - Ο Θεός πολλά καλά να σε δίνη, Βαλινδέ! είπε. Μέρα νύχτα παρακαλώ να κόβη από τα χρόνια μου να βάζη στα δικά σου. - Η μήτηρ μου εφαίνετο υπερβολικά ευχαριστημένη· ο Μιχαήλος επήγε να τα χάση από την χαράν του, απευθύνων μυρίας ερωτήσεις και περιποιήσεις πότε εις τον ισχνοτενή εκείνον πρασινορασοφόρον και πότε εις την μητέρα του. Μόνον εγώ και ο Λουής ιστάμεθα άφωνοι και ενεοί. Επί τέλους λαβών τον αδελφόν μου κατά μέρος, - Έλα, άφησε τα γέλοια σου, λέγω, και ειπέ μου τι συμβαίνει εδώ πέρα; Τι σας είναι αυτοί; - Τώρα θα σε το πω, είπεν ο αδελφός μου γελών έτι περισσότερον. Τώρα θα σε το πω. Πήγαινε, Λουή! δυο καφέδες γρήγορα! Μα κύτταξε, να μην τους κάμης πάλε σαν τα φράγκικά σου τ’ αποπλύματα! Α-λά-τούρκα, και χωρίς ζάχαρι! Ακούς; Και ταύτα λέγων εισήλθε μετ’ εμού εις το προσεχές δωμάτιον. - Αυτός είναι ένας Τούρκος, που τον εγιάτρευεν η μητέρα εφτά μήνες εις το σπίτι μας, και αυτή είναι η μάνα του, που ήλθε τώρα να της πη το Σπολλάτη! Είπεν ο αδελφός μου, γελάσας προς μεγάλην μου έκπληξιν. - Ένας Τούρκος, που τον εγιάτρευεν η μητέρα εφτά μήνας! Και από τότε έγεινεν η μητέρα νοσοκόμος των Τούρκων; Ηρώτησα εγώ συνωφρυωμένος εξ αγανακτήσεως. Πρέπει να σημειώσω, ότι ο Μιχαήλος εσυνείθιζε ν’ αστεΐζηται επί των αδυναμιών της μητρός ημών, τόσω μάλλον ασμένως, όσω μάλλον αγγογύστως και προθύμως τας επλήρονεν εκ του ιδίου του βαλαντίου. Τίποτε δεν τον ηυχαρίστει τόσον, όσον να μιμήται την μητέρα μας, δρώσαν υπό την επήρειαν αδυναμίας τινός, της οποίας τα στοιχεία παρεμόρφου επί το κωμικώτερον κατά τρόπον όλως ίδιον αυτώ. Η ανοχή της καλής μητρός, ήτις εγέλα και αυτή, οσάκις τον ήκουεν, ερρίζωσεν εν αυτώ έτι μάλλον την κακήν ταύτην συνήθειαν. Διά τούτο, όταν με είδεν αγανακτούντα επί τω ακούσματι, - Άκουσε να σε πω, μοι είπεν. Αν εννοής να τα έχης έτσι καταιβασμένα, δεν σε λέγω τίποτε. Θα μου χαλάσης την ιστορία. Κάλλιο να την αφήσουμε μίαν άλλην ημέρα, για να γελάσης και συ με την καρδιά σου, να γελάση κ’ η μητέρα κομμάτι, που τόσαις ημέραις δεν εγέλασεν ακόμη με τα σωστά της, η καϋμένη. - Έλα! τω είπον τότε. Η μητέρα φαίνεται πολύ ευχαριστημένη από την επίσκεψιν, και είναι όλως διόλου ενασχολημένη με τους Τούρκους της, που δεν ειμπορώ να χωνέψω. Ως που να πιουν τον καφέ τους και να μας ξεφορτωθούν, ειπέ μου την ιστορία. - Άκουσε λοιπόν, μοι είπεν. Ειξεύρεις πόσον η μητέρ’ ανησυχούσεν όταν έλειπες. Και δεν φθάνει που ανησυχούσεν εκείνη, μόνον δεν άφηνε και τον κόσμο στην ησυχία του. Ποιος περνά να τον σταματήση μέσ’ στον δρόμο· ποιος έφθανεν από πουθενά, να πα να τον ρωτήση: μη σε είδαν, μη σε άκουσαν. Την ξεύρεις. Ένα πρωί πρωί ετρυγούσαμε τα πεπόνια στο χωράφι. Έξαφνα βλέπ’ ένα διαβάτη που περνούσε. Δεν τον αφήνει να πάγη στην δουλειά του, μόνο τρέχει στην φράκτη. - Ώρα καλή, θειέ! - Πολλά τα έτη, κυρά! - Από την Ευρώπη έρχεσαι; - Όχι, κυρά, από το χωριό μου. Και πού είν’ αυτή η Ευρώπη; - Να, ξεύρω κι’ εγώ; αυτού που είναι το παιδί μου. Δεν άκουσες να λένε τίποτε για το παιδί μου; - Όχι, κυρά. Και πώς το λένε το παιδί σου; - Αμ’ ξέρω και ’γω μαθές; Ο νουνός του το βάφτισε Γιωργί, και πατέρας του ήτανε ο Μιχαλιός ο πραμματευτής, ο άνδρας μου. Μα κείνο, ακούς, επρόκοψε και πήρεν ένα όνομα από τα περιγραμμάτου· και τώρα, σαν το γράφουνε μέσ’ σταις εφημερίδες, δεν ηξεύρω κι εγώ η ίδια, το παιδί μου είναι μαθές που λένε, ή κανένας φράγκος! - Την ιστορία, Μιχαήλε! την ιστορία του Τούρκου! διέκοψα εγώ ανυπομόνως. - Στάσου δα! είπεν εκείνος. Η ιστορία ήλθεν ύστερ’ από την κουβέντα. Ύστερ’ από την κουβέντα, βλέπεις την μητέρα και κόφτει το πιο καλό, το πιο μεγάλο πεπόνι. - Αμ’ δεν παίρνεις κάνα πωρικό από τον κήπο μας, θειε; - Ευχαριστώ, κυρά, δεν έχω τόπο να το βάλω. - Δεν πειράζει, θειε, το καθαρίζω και το τρώγεις. - Ευχαριστώ, κυρά, με κρατεί κοιλόπονος. - Έλα να χαρής, κάμε μου την χάρι. Γιατί, διές, έχω παιδί στην ξενητιά, κ’ έχω καρδιά καμμένη. Κι’ αφού δεν μπορώ να το στείλω στο παιδί μου, φα’ το καν του λόγου σου που είσαι ξένος. Ίσως τωύρη κι’ εκείνο από κανέναν άλλονε. Ο άνθρωπος έχασε την υπομονή του. - Ντζάνουν καλά, χριστιανή για! μα σαν έχης παιδί στην ξενιτιά, τι σε φταίγω εγώ να βάλω, έτσι θεονήστικος, όλην αυτή την χολέρα μέσ’ στο στομάχι μου! Μη θαρρής πως εβαρέθηκα την ζωή μου; Εγώ έχω γυναίκα που με καρτερά, κ’ έχω παιδιά να θρέψω. Μα σαν θέλης και καλά να χρησιμοποιήσης το πεπόνι σου, στείλε το στου Γερο-Μούρτου το χάνι. Εκεί κοντά ένας ξένος παλεύει με τον θάνατο, θερμασμένος εδώ και τρεις εβδομάδες. Άμα γευθή αυτήν την χολέρα, πίστεψέ με, θα γλυτώση και αυτός από την θέρμη και η θέρμη απ’ αυτόνε. - Τέλος πάντων! του είπα, ετελείωσαν τα επεισόδια; Άρχησε πλέον την ιστορία! - Στάσου δα! απήντησεν εκείνος πειρακτικώς. Μήπως είμεθα εις την Ευρώπην που πουλούν το κρέας δίχως κόκκαλα; Σε λέγω την ιστορία καθώς εγένηκεν. Αν δεν σ’ αρέση, άφησέ την κατά μέρος. Πάμε να διούμε την χανούμισσα! - Σε ήθελα να είσαι από πουθενά, εξηκολούθησεν έπειτα, να ιδής την μητέρα, όταν το άκουσε. - Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! - Και έπεσε το πεπόνι από τα χέρια της, κι’ έγεινε σαν πήττα! Κ’ έσιαξε το φακιόλι στο κεφάλι της, κ’ επήρε τον δρόμο. Δηλαδή τα σπαρμένα και τ’ άσπαρτα χωράφια κατ’ ευθείαν για να φθάση όσον το δυνατόν γρηγορώτερα. Εγώ που την ήξευρα, την αφήκα να πάγη. Μα σαν επροχώρησε καμπόσο και είδε που δεν το εκούνησα, εγύρισε πίσω θυμωμένη, και, - Τι χάσκεις απ’ αυτού, μωρέ πολλακαμμένε; - εφώναξε. - Ε; φυλάγεις να το πω για να σαλέψης; Αν σε βαστά μην την ακολουθείς; Θα ήταν καλή να με φακιολίση με καμμιά βωλάκα. Αφήκα λοιπόν την δουλειά μου, κ’ έπεσα καταπόδι της. Πού να την φθάσης! Βρε αγκάθια, βρε χανδάκια, βρε φράχταις - δεν έβλεπε τίποτε. Τίποτε άλλο, παρά του Γερο-Μούρτου τον σκεπό που εκοκκίνιζε μακρυά μέσ’ στα σπαρμένα. Σαν έφθασε κοντά, άρχησαν τα γόνατά της να τρέμουν κ’ εκάθησε σε μια πέτρα. - Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! Και πως δεν μου το είπες πως ήταν ένας άρρωστος δωπέρα; - Αμ’ τι να σε το πω! Μήπως είσαι γιατρός για να τον γειάνης; Εκείνο, ως και ο Παππά-Δήμος, που τ’ άκουσε, δεν επήγε να τον διή. Γιατ’ είναι, λέγει, Τούρκος, κ’ οι Τούρκοι δεν πληρόνουν, για ευχέλαιο. - Τούρκος είπες; εφώναξε τότε, και ήλθεν ολίγο σην θωριά της. - Σαν είναι Τούρκος - Δόξα σοι ο Θεός! Είχα μια φοβέρα μήπως ήταν το Γιωργί μας! - Κρίμα που δεν σου το είπα πρωτήτερα, μητέρα, να μη χαλάσης του κόσμου τα χωράφια και να κάμης τα πόδια μου κόσκινο μέσ’ στ’ αγκάθια. Από τη βία σου, μ’ έκαμες να πάρω τον δρόμο αξυπόλυτος. - Μα κείνη, στο μεταξύ, ξανακίνησε προς του Μούρτου το χάνι. Εκεί που έπεσα πάλε καταπόδι της, κ’ επήγα να πηδήξω ένα χανδάκι, ακούω κάποιον και βογκά. Στρέφω και θωρώ, ένας Τούρκαρος χαμαί, με κίτρινο πρόσωπο, με κόκκινα μάτια! Έτσι εύκολα που γελώ στη ζωή μου, ποτέ δεν εγέλασα για άρρωστον άνθρωπο. Κ’ εκείνη την ημέρα δεν ημπόρεσα να βασταχθώ, γιατί, δεν ηξεύρεις. Εδώ ήταν μια βάτος, κι’ εδώ μι’ αγριαγγινάρα. Κι’ ο Τούρκος, που παράδερνε παραλαλώντας εις την μέση, εγύριζε στη βάτο, και της έκαμνε τεμενάδες, και την γλυκομιλούσε, και της έκαμνεν εργολαβία. Εγύριζε στην αγριαγγινάρα κ’ έτριζε τα δόντια, κι αγρίευε τα μάτια, κ’ εσήκωνε με βρυσιαίς το χέρι του, να της κόψη το κεφάλι! Τα μεγάλα του λόγια από την μια και η αδυναμία του από την άλλη ήτανε να σκάσης από τα γέλοια. Μα σαν ήλθεν η μητέρα και με είδε, σου έκαμεν ένα θυμό! ένα θυμό! Θεός να σε φυλάγη! - Τι στέκεις και γελάς αυτού, βρε χάχα; Ε; τι στέκεις και γελάς! Ο άνθρωπος ψυχομαχά, και συ το χαίρεσαι; Πιάσ’ από κεινά! Φορτώσου τον στην ράχη σου! - Καλέ, χριστιανή, αυτός είναι μιάμισυ φορά μακρύτερος από μένα, πώς θέλεις να τον φορτωθώ στην ράχη μου! - Πιάσ’ απ’ εκεινά, σε λέγω, γιατί ξέρεις; Αν σε βαστά μην το κάμης! Έπιασα λοιπόν και με φόρτωσε τον Τουρκαλά στην ράχη μου κ’ επήραμε τον δρόμο. Ο Γερο-Μούρτος έλιαζε την κοιλιά μου έξω από την θύρα του χανιού. Σαν μας είδε, εγέλασε βαθειά μέσ’ στον λαιμό του κ’ εφώναξεν. - Ωρέ, δεν μου φορτώνεσαι κάλλιο κειό τον ψόφιο γάδαρο, για να κερδαίσης καν τα πέταλά του, μόνο σκομαχάς έτσι στα χαμένα για να πας την λοιμική στο σπίτι σου; Εγώ δεν απηλογήθηκα γιατί, καταλαμβάνεις, αναπνοή για χορατά δεν μ’ επερίσσευε. Μα η μητέρα, την ξεύρεις την μητέρα. Του εδιάβασε τον εξάψαλμο για την απονιά του! Σαν τον εφέραμε στο σπίτι, εστρώσαμε το στρώμα του Χρηστάκη και τον επλαγιάσαμε. Ο Χρηστάκης ο μακαρίτης εγύριζε τότε στα χωριά της επαρχίας, με ταις πραμματειαίς επάνω στ’ άλογο. Ήτανε πριν ανοίξη το μαγαζί του. Και σαν έμαθε πως έχουμε τον άρρωστο εις το σπίτι, επήγε κ’ έρριψε την κάππα του εις της θειάς μας το σπίτι, στο Κρυονερό. Η μητέρα τον εμάλονε πάντοτε για ταις ακαταστασίαις του, κ’ εκείνος ο μακαρίτης αφορμήν εγύρευε για να ξωμένη, να ζη του κεφαλιού του. Εφτά μήνες είχαμε τον άρρωστο στο σπίτι, εφτά μήνες δεν επάτησε το κατώφλοιό μας. Ως που αναγκάσθηκεν η μητέρα να τον στείλη μαζί μου στην Πόλι, πριν γιατρευθή όλως διόλου. - Και πώς είχε ξεπέσει στο χωριό μας; ηρώτησα εγώ. Και πώς συνέβη ν’ αρρωστήση; - Χουμ! είπεν ο αδελφός μου ξύων την κεφαλήν του. Αυτό κ’ εγώ μόνον άκραις μέσαις το γνωρίζω. Μήπως μάφηκε μαθές η μητέρα να τον ερωτήσω, καθώς ήθελα; -Άνθρωποι είμεθα, έλεγε, και οι αρρώσταις είναι για τους ανθρώπους. Αλλοίμονο σ’ όποιον δεν έχει ποιος να τον κυττάξη! Και ποιος ηξεύρει, αν αυτήν την ώρα και το Γιωργί μας δεν είν’ άρρωστο στη ξενιτιά, χωρίς κανένα εδικό στο πλάγι του! Μην κάθεσαι λοιπόν και μου ψιλορωτάς τον άνθρωπο, μόνο γειάνε τον πρώτα! Ο Κιαμήλης είναι καλός, πολύ καλός ο καϋμένος, εξηκολούθησεν ο αδελφός μου, και πολλαίς φοραίς άνοιξε μονάχος του να με πη το πώς αρρώστησε. Μα όσαις φοραίς το δοκίμαζε τόνε ξανάπιανεν η θέρμη. Εδώ μας διέκοψεν εισελθούσα η μήτηρ μου μετά των ξένων της. Η κοντή και πως εύσωμος Οθωμανίς είχε τακτοποιημένον το λευκότατον αυτής γιασμάκιον και συνεκράτει επί το κοσμιώτερον τον μαύρον και μακρόν αυτής φερετζέν, υπό τον ποδόγυρον του οποίου μόλις έβλεπες τα μυτωτά και κίτρινα παπούτσια της. Αλλά βαθείαν εντύπωσιν μοι ενεποίησε τώρα η ωχρά και μελαγχολική του Κιαμήλ όψις, τα χαρακτηριστικά της οποίας μοι εφάνησαν τόσον ήμερα, τόσον ηδέα, ώστ’ εκέρδησεν ούτως ειπείν εξ εφόδου την συμπάθειάν μου. Τούτο δεν διέφυγε την προσοχήν της μητρός, ήτις εγνώριζε την προς τους Τούρκους αντιπάθειάν μου. Δι’ αυτό ατενίσασα φιλοστόργως προς αυτόν ενώ μοι τον παρουσίαζεν, - Ο αρίσκος* ο Κιαμήλης!, είπεν, είναι πολύ, πολύ καλό παιδί. Τρώγει και κόλλυβα· πίνει και αγίασμα· φιλά και του παππά το χέρι· τι να κάμη! Όλα για να γειάνη. Οι οφθαλμοί της μητρός του επληρώθησαν δακρύων. Μόλις δε τοις απέτεινα δύο τρεις λέξεις εις την γλώσσαν των, και ήρχησαν να με πληρώσιν ευχών κ’ ευλογιών, επαίνων κ’ εγκωμίων με τας γνωστάς εκείνας υπερβολάς της τουρκικής εθιμοτυπίας. Αλλ’ η μήτηρ μου διακόψασα τον χείμαρρον της ρητορικής αυτών αποτόμως, - Τώρα καθήστε, είπε, να διούμε τι θα κάνουμε. Η χανούμισσα, παιδί μου, έχει ένα γυιο στον Ζαπτιέ, που είναι από τους πρώτους ανακριτάδες. Της είπα την συμφορά που μας εγείνηκε· θα τον βάλη να μας εύρη τον φονιά! Η καϋμένη! δεν ηξεύρεις τι καλή που είναι! Τι κρίμα, που δεν το ήξευρα να έρθω προτήτερα στην Πόλι! Ως τα τώρα θα τον είχα τρεις φοραίς κρεμασμένο, και θα ήμουν απ’ αυτή την μεριά τουλάχιστον ήσυχη! Η Τούρκισσα ηννόησεν ολίγον περί τίνος επρόκειτο. - Ναι, είπε, ο υιός μου ο Εφέντης, και ο δούλος σας ο Κιαμήλης και εγώ η σκλάβα σας, ως του Σουλτάνου το κατώφλοιο θενά πάμε, μα την υπόθεσί σας χαμαί δεν θα την αφήσουμε. Χωρίς άλλο την είχαν ως τα τώρα μηντέρ αλτί (υπό τον τάπητα) και δι’ αυτό δεν επιάσθηκ’ ο φονιάς. Ο γυιος μου, ο Εφέντης είναι ανακριτής εις τον Ζαπτιέ, την γη να σχίση να έμβη ο κακούργος, πάλι θα τον εύρη. - Και, τίποτε· εξηκολούθησεν ο Κιαμήλης, με την συμπαθητικήν φωνήν του. Ούτε λεπτό έξοδα! Ο Εφέντης ο αδελφός μου με μια κονδυλιά τα διορθώνει. Και αν θέλη ο Θεός, πάγω κ’ εγώ στην επαρχία για την ανάκριση. Όταν σκοτώθηκε το παιδί της Βαλιδές μου, είναι σαν να σκοτώθηκεν ο Εφέντης ο αδελφός μου. Πρέπει να γενή εκδίκησι! Απερίγραπτον ευχαρίστησιν ενεποίει ο ζήλος αμφοτέρων όχι μόνον εις την μητέρα, αλλά και εις τον αδελφόν μου και εις εμέ αυτόν, όστις εσκεπτόμην τώρα, ότι και η προς αλλοθρήσκους γενομένη ευεργεσία δεν απωλέσθη επί ματαίω. Εφ’ ικανήν ώραν συνδιελέχθημεν επί του θέματος, κ’ εγώ, όστις ήμην τελείως απηλπισμένος περί ανακαλύψεως του φονέως, διά τε τον παρεμπεσόντα χρόνον και διά τας ευθύς μετά τον φόνον επισυμβάσας ως εκ του πολέμου καταστροφάς εν τη επαρχία ημών, δεν ήργησα να πεισθώ ότι είναι πιθανόν ακόμη να δοθή δικαιοσύνη εις τον ατυχή νεκρόν μας. Ήτο λοιπόν πολύ φυσικόν, αν τώρα ήρχησα να περιποιώμαι τους μόνους δυνατούς να μας παρασταθώσι προς εκπλήρωσιν του καθήκοντος ημών τούτου. Άμα ως η γραία Οθωμανίς παρετήρησε την διάθεσίν μου ταύτην, - Και τώρα είπε, Σουλτάνε μου, δος τα κλειδιά στον ξενοδόχο· από σήμερα και να πάγη είσθε μουσαφήριδές μου. Τούτο ήτον όλως διόλου απροσδόκητον. Οι Τούρκοι, ιδίως εν μεγαλοπόλεσιν, όχι μόνον δεν κατοικούν υπό μίαν με χριστιανούς στέγην, αλλ’ ουδ’ εις την αυτήν συνοικίαν τούς ανέχονται. Τι ήτο λοιπόν τούτο; Μι’ από τας πολλάς δουλοπρεπείς φιλοφρονήσεις; Αλλ’ όχι, η γραία δεν ωμίλει διά τον τύπον. - Εσύ είσαι διαβασμένος άνθρωπος, μοι έλεγε, και γνωρίζεις του Θεού τον νόμον. Κ’ εάν είχα μόνο μία πεθαμή τόπο στην οικουμένη, και ήξευρα πως η ευλογημένη γυναίκα που εκοίταξε τ’ ορφανό μου εφτά μήνες εις το στρώμα του παιδιού της ευρίσκετ’ εδώ πέρα ξένη, και δεν της έδιδα το αναπαυτήριο της κεφαλής μου να πατήση το ποδάρι της - δεν θα έκλειεν ο Θεός την θύραν του ελέους του εις την προσευχήν μου; Δεν θα εσήκωνε την ευλογίαν από τα έργα των χειρών μου; Δεν θ’ απέστρεφε το πρόσωπόν του από το κουρμπάνι μου; Έλα, ζαχαρένιε μου! Μην το κάμης και κριματισθώ! Και παρεμβάς ο Κιαμήλης και φιλήσας την άκραν του φορέματός μου, - Μη σας κακοφανή, είπε, γιατί δεν ήλθαμε να σας πάρουμε πρωτήτερα. Το μάθαμε πως είσθ’ εδώ, και δύο μέραις τώρα γυρνούμε να σας εύρουμε. Όλα τα χάνια κατά σειράν επήραμεν. Όλη την πόλιν εκοσκινίσαμε. Μα εμείς, απλοί άνθρωποι, είμασθε σαν τα βώδια. Κοντά στον νουν ήτανε, πως αφέντης σαν του λόγου σου πορεύεται αλά φράγκα, και κάθεται στο ξενοδοχείο. Τώρα που σας ηύραμε, δεν μπορεί να γείνη αλλοιώς. Και αποταθείς προς την μητέρα μου· Δεν είν’ έτσι, σουλτάνα μου; είπε. Εμείς τα εσυμφωνήσαμε πλέον. Αυτός ο κιαφίρης ο Σεισουράδας δεν θα σε χαλάση πια το κέφι σου. Μια κλωτσιά που μ’ έδωκε του την σχωρνώ για το χατήρι σου, μα δωπέρα δεν μένουμε πλέον. Δεν είν’ έτσι; - Ναι, είπεν η μητέρα μου, δεν μένουμε, σαν το θέλη και ο Γεωργής! Ακούς εκεί, τη Σεισουράδα να χτυπήση το παιδί μου, τον Κιαμήλη! Τότε παρετήρησα ότι καθ’ ην ώραν εγώ ήκουον την ιστορίαν του Κιαμήλ παρά του αδελφού μου, οι τρεις εναπομείναντες είχον συνομώσει κατά του ξενοδόχου και του ατυχούς Λουή. Έπειτα η γραία Οθωμανίς ανέκρουσε μίαν ανατολικωτάτην δέησιν. - «Επτά ημέρας θα καθήσω έξω από το ενδιαίτημά σου· επτά φοράς την ημέραν θα φιλώ το κατώφλοιον της θύρας σου· επτά φοράς την ώρα» κτλ. - κ’ εγώ έχασα επτά φοράς την υπομονήν μου. Άλλως τε, η πρόσκλησις αύτη μοι εφαίνετο ευνοϊκή διά την υπόθεσίν μας. Διά τούτο αφήκα την μητέρα μου να πράξη όπως θα τη ήρεσκεν. Μόλις παρήλθεν ημίσεια ώρα και η Οθωμανίς μετά του υιού της απήρχετο εν αληθεί θριάμβω, άγοντες μεθ’ εαυτών την μητέρα και τον αδελφόν μου, ως εάν ήσαν τα μάλλον περιζήτητα λάφυρα. Εις εμέ ούτε αι υποθέσεις, ούτε αι διαθέσεις μου επέτρεπον ν’ αλλάξω κατοικίαν. Απεποιήθην λοιπόν να δεχθώ την ξενίαν των όπως την προσέφερον. Υπεσχέθην όμως ότι ευθύς ως τελειώσω τας εισαγωγικάς ενεργείας παρά ταις αρμοδίαις αρχαίς προς αναζήτησιν του φονεύσαντος τον αδελφόν μας, θα τους επισκέπτωμ’ επί μακρόν και καθ’ εκάστην εν τω οίκω των. Η εργασία αύτη δεν εχρειάσθη πολύν χρόνον. Διότι, όπου ο νόμος δεν υπάρχει παρά εν τη καλή θελήσει των καθ’ έκαστα αρχών, ή χρονίζει και η απλουστέρα υπόθεσις επ’ άπειρον, ή τελειούται εν μια στιγμή και η μάλλον περίπλοκος. Και ναι μεν η εδική μας δεν ήτο δυνατόν να τελειώση ούτως αστραπηδόν, αλλ’ ήδη κατ’ αυτάς τας πρώτας ημέρας των μετά του υπουργείου της αστυνομίας συνεννοήσεών μου, διετάχθησαν εν τη επαρχία ημών πολλαί συλλήψεις, ο δε υιός της φίλης ημών Οθωμανίδος, ο ανακριτής, όλως ζήλος και αφοσίωσις, εξεκίνησεν εκ της πρωτευούσης, συνοδευόμενος υπό του αδελφού μου, κ’ εφωδιασμένος με πάσαν πληρεξουσιότητα προς ανάκρισιν των συλληφθέντων και προς καταδίωξιν άλλων υπόπτων. Εις τον ανυπόμονον Κιαμήλ δεν επετρέψαμεν να συναπέλθη, τούτο μεν χάριν της επισφαλεστάτης υγιείας του, τούτο δε όπως μη μείνωσιν αι δύο γραίαι όλως διόλου μόναι. - Και τώρα πια που εβάλαμε το νερό στ’ αυλάκι, μας έλεγε μετά τινας ημέρας η μήτηρ μου, έρχου δα, παιδί μου, να περνάς την ημέρα μαζί μας. Εμείς είμεθα όλη μέρα στο σπίτι, γιατί ετελειώσαμε τους γύρους μας. Και πού δεν μ’ επήγε το παιδί μου ο Κιαμήλης! και πού δεν μ’ επήγεν η χανούμισσα! Πρώτα πρώτα επήγαμεν εδώ κοντά στην Αγιά-Σοφιά. Ύστερα μ’ επήγαν κ’ επροσκύνησα στον τάφο του Κωνσταντίνου, στο Μεφά-μεϊδάνι. Να πας και συ δα, παιδί μου! Εδώ μεριά έχουν τον Αράπη, που τον εσκότωσε, σκεπασμένο όλο λαχούρια και χαλιά. Κ’ εκεί μεριά τον φτωχό τον βασιλέ, με μόνο μια μικρή κανδύλα πα’ στο μνήμα του! Κ’ επήγαμε και σ’ ένα τζαμί και είδαμεν επάνω σ’ ένα παλαιό δένδρο την αλυσίδα, που ήταν κρεμασμένη η χείρα της Δικαιοσύνης. Κ’ επήγαμε και στο Μβαλουκλί, και είδαμε τα ψάρια, που ζωντάνεψαν μέσ’ στο τηγάνι, όταν επάρθηκεν η Πόλι. Και επάνω στην Πόρτα που επάρθηκεν, είδαμε τα γράμματα, που έγραψεν ο άγγελος εκείνη την ημέρα, τάχα για την Πόλι. «Το χειρ’ χειρ’ χειρότερο»! Τα είδαμε, μα, σαν αγράμματη που είμαι, δεν τα διάβασα. Και τι να τα διαβάσω, παιδί μου! Μήπως δεν το βλέπουμε κάθε μέρα πως πηγαίν’ η Πόλι; Και πού αλλού δεν πήγαμε! Και τι δεν είδαμε! Μα τώρα που τελείωσαν, άρχησα πάλε να στενοχωρούμαι. Γι’ αυτό έρχου κάθε μέρα να σε βλέπω, νάχης την ευχή μου, και να με λέγης δα κι όλα, πώς πηγαίν’ η κρίσι μας. Η οικία της χήρας Οθωμανίδος κείται επί της ευρείας μεν τώρα, αλλ’ όχι πλέον ως πριν γραφικωτάτης οδού, της Νδιβάν-γιολού, ου μακράν της πλατείας του βυζαντινού ιπποδρομίου. Προφανώς είναι παλαιόν κτήμα, ευπόρου άλλοτε οικογενείας. Διότι ενώ αι παρακείμεναι οικίαι φαίνονται αλυπήτως κολοβωμέναι υπό της ευρύνσεως του δρόμου, η της Οθωμανίδος διακρίνεται δι’ ενός προαυλίου, στενοτάτου μεν νυν, και επιτρέποντος τοις εν τω εξώστη καθημένοις να βλέπωσιν υπέρ τον χαμηλόν αυτού τοίχον πάντα τα εν τη οδώ, όπως δήποτε όμως λειψάνου της προτέρας ευρυχωρίας. Όπισθεν αυτής έχει ωραίον κηπίσκον με υψηλοτάτους κισσοσκεπείς τοίχους και με μικρόν περίπτερον εις την μίαν πλευράν. Εις τους τοίχους τούτους οφείλει κυρίως την ως εκ θαύματος διάσωσιν του μεγίστου αυτής μέρους από της μεγάλης πυρκαϊάς, ήτις είχεν αποτεφρωμένην ολόκληρον την όπισθεν της οδού εκείνης συνοικίαν. Μέρος της απέναντι του περιπτέρου πλευράς του τοίχου, καταρρεύσαν, φαίνεται, κατά την πυρκαϊάν, ανοικοδομήθη εκ του προχείρου, επιτρέψαν την εις αυτήν προσαρμογήν μικράς θύρας, δι’ ης ο οίκος απέκτησε νέαν συγκοινωνίαν με τα εκτός, πολύ συντομωτέραν εις τον από του υπουργείου της Αστυνομίας διά των αχανών ερειπίων προσερχόμενον. Εν τούτοις η κατά βάθος αύτη ευρυχωρία εμηδενίζετο υπό της απωλείας, ην το πλάτος της οικίας υπέστη κατά την πυρκαϊάν. Διότι οικονομικαί δυσχέρειαι δεν επέτρεπον την επιδόρθωσιν της βλαβείσης πλευράς· αι δ’ εκ του προχείρου προσκαρφωθείσαι ημίκαυστοι σανίδες άφινον τα κατ’ αυτήν δωμάτια παντί ανέμω αναπεπταμένα, και εντελώς ακατοίκητα. Και όμως εν τη οικία ταύτη εχώρει όχι μόνον η γραία Οθωμανίς μετά του Κιαμήλη, όχι μόνον ο Εφέντης μετά της πολυπληθεστάτης αυτού οικογενείας, αλλά και η μήτηρ μου και ο αδελφός μου, και δη πάντες οι εγγύς και μακράν συγγενείς ημών, όσοι ήρχοντο προς επίσκεψίν μου. Διότι ο πιστός Κιαμήλης ευθύς ως εμυρίζετό τινα, τον ιχνηλάτει μέχρις ότου, ανευρών την κατοικίαν, μετέφερε τα πράγματά του εις τον οίκον της μητρός αυτού, έστω και διά της βίας. Η δε καλή Οθωμανίς έχαιρεν επί τούτω· διότι, έλεγε, δύο κακούς ανθρώπους δεν τους χωρεί ούτε όλη η οικουμένη· ενώ χίλιοι καλοί άνθρωποι κάμνουν μουχαμπέτι και μέσα εις ένα καρυδότσουφλο! Τοιαύτη ήτον η οικία εν η επί τέσσαρας σχεδόν εβδομάδας διέτριβον τον πλείω της ημέρας χρόνον, μεταβαίνων τακτικά καθ’ εκάστην. Τας δεξιώσεις της γραίας Οθωμανίδος τας ήκουον από των δικτυωτών παραθύρων αυτής, πριν έτι κρούσω την επί του Νδιβάν-γιολού θύραν. Η έλευσίς μου επεριμένετο εκ του εξώστου. Η δ’ εμφάνισίς μου επροξένει εν τω οίκω ταραχήν ομοίαν με τον θόρυβον πολλών πτηνών επτοημένων εκ της εμφανίσεως αιλούρου τινός προ του μεγάλου κλωβού των. Ήσαν αι φωναί των γυναικών, των παίδων και των παιδισκών του Εφέντου, αίτινες εσκίρτων φεύγουσ’ εν ατάκτω σπουδή εις το χαρέμιόν των, εκ φόβου μήπως τας ιδώ άνευ γιασμακίου. Ο Κιαμήλης με το μικρόν και χιονόλευκον σαρίκιόν του, τον μακρόν και πράσινον τσουμπέν του, με την ωχράν και συμπαθητικήν αυτού μορφήν, υψηλός όσον σχεδόν και ο τοίχος του προαυλίου, μοι ήνοιγε τακτικά την θύραν με το γλυκύ και μελαγχολικόν αυτού μειδίαμα επί των χειλέων, μέχρις εδάφους υποκλινόμενος διά τον εγκάρδιον τεμενάν της υποδοχής. Αι δύο γραίαι είχον πάντοτε έτοιμον κανέν γλύκισμα ευχάριστον εις εμέ, ή κανέν παραμύθιον έτι πολύ ευχαριστότερον. Προ πάντων η Οθωμανίς ήτο κατενθουσιασμένη δι’ εμέ, όστις, έλεγε, τόσο σοφός και σπουδασμένος που ήμουνε, δεν έγεινα ειδωλολάτρης άπιστος, μόνον επίστευα με όλη την καρδιά μου - εις τα παραμύθια! Μόνον διά δύο τινά εμεμψιμοίρει τρομερά εναντίον μου. Πρώτον διότι κατ’ ουδένα τρόπον υπέφερον ν’ ακούσω τι περί των θαυμάτων της μαγείας, δεύτερον όμως διότι δεν κατεδέχθην ακόμη να ξενισθώ μίαν νύκτα υπό την στέγην του πτωχικού της. Και δεν εστάθη μεν δυνατόν να συμφωνήσωμεν ποτέ επί του πρώτου, συνεβιβάσθημεν όμως επί τέλους ως προς το δεύτερον. Από ημέρας εις ημέραν επεριμένομεν τον υιόν της τον ανακριτήν να επιστρέψη. Είχεν ήδη στείλει περί τους είκοσιν υπόπτους εις τας φυλακάς της Κωνσταντινουπόλεως, όπου μετήνεγκε την κρίσιν ημών, όπως απαλλαγή της επηρείας των επαρχιακών αρχών. Όταν φθάση ο Εφέντης, είπον εις την γραίαν, την νύκτα εκείνην θα κοιμηθώ εις τον οίκον σου. Θα έχω πολλά να πληροφορηθώ. Τρεις ημέρας μετά τούτο, εάν δεν απατώμαι, επέστρεψεν ο ανακριτής. Ο αδελφός μου, όστις έφθασε την προτεραίαν, μοι διηγήθη πολλά περί της σκληράς αυτού δραστηριότητος. - Αύριον λοιπόν θα έλθω μετά το δειλινόν, τοις είπον, όταν θα ήναι εδώ και ο Εφέντης. Μη με προσμένετ’ ενωρίτερον. Την επιούσαν αναβάς εν εκ των παρά την Παλαιάν Γέφυραν μισθουμένων δημοσίων ιππαρίων, και μη φεισθείς του ηλιοκαούς και γυμνού τας κνήμας ιππηλάτου, όστις, ιδρώτι περιρρεόμενος, έτρεχε καθ’ όλην την οδόν παρά την ουράν του γοργού και πειθηνίου αλόγου, έφθασα προ της οικίας πολύ ενωρίτερον ή ό,τι υπεσχέθην. Διά τούτο δεν παρεξενεύθην, μη ακούσας ταύτην την φοράν τας δεξιώσεις της Οθωμανίδος, όπισθεν του δικτυωτού παραθύρου της. Αλλ’ όταν, ανοιγείσης της θύρας, είδον ενώπιόν μου μικρόν, βλακωδώς προσατενίζον με τουρκόπαιδον, και ουχί την ωχράν του Κιαμήλ όψιν, ποιούντος τον μεγάλον αυτού τεμενάν με το αιωνίως μελαγχολικόν εκείνο μειδίαμα, δεν ηξεύρω πώς διετέθην ξένως και παραδόξως. Εκτός του παιδός, ουδείς εφαίνετο εν τη αυλή. Εισήλθον εις το πλακόστρωτον και πως δροσερόν κατώγειον - κ’ εδώ ούτε ψυχή. Εκάλεσα μετά τινος ανυπομονησίας την μητέρα μου, τον αδελφόν μου, ουδείς απεκρίθη. Η μικρά προς τον κήπον θύρα εις το βάθος του κατωγείου ήτο, παρά το σύνηθες, ολίγον ανοικτή. Και αφού δεν ηδυνάμην ν’ ανέλθω την κλίμακα πριν ή βεβαιωθώ ότι το χαρέμιον απεσύρθη εκ της σάλλας, εχώρησα διστάζων προς αυτήν, και παρακύψας είδον εις τον κήπον. Πλησίον του υψηλού κισσοσκεπούς τοίχου, κατά το ήμισυ εις την σκιάν, εκάθηντο η μήτηρ μου, η Οθωμανίς και άλλη τις ρακένδυτος και ασκεπής την κεφαλήν γραία, κατά το φαινόμενον πιναρά ρωμηοκατσιβέλα, ήτοι Αθιγγανίς ελληνόφωνος. Υψηλότερον των λοιπών καθημένη, εκράτει επί των γονάτων αυτής ύπτιον κόσκινον, εφ’ ου κύπτουσαι η Οθωμανίς και η μήτηρ μου, εφαίνοντο προσπαθούσαι να εννοήσωσι κάτι τι, μετά προφανούς εκπλήξεως και απορίας. Μετά μακράν σιωπήν· - Καθώς σε λέγω, είπεν η Αθιγγανίς μετά δογματικής εμφάσεως. Ο φονιάς είναι κοντά σας· γυρίζει τριγύρω σας· μην τον ζητάτε μακρυά. - Χα! είπεν η μήτηρ μου, μετά θριαμβευτικής χαράς. Λοιπόν επιάσθηκε! Θα είναι από αυτούς που έστειλεν ο Εφέντης δεμένους. Ελησμόνησα να σε πω πως οι ύποπτοι ευρίσκονται στην Πόλι. - Σε είπα να μη μου λέγης τίποτε, χωρίς να σ’ ερωτώ, αλλοιώς θα με χαλάσης τα μάγια! είπε δυσανασχετούσα η Πυθία των τριόδων, και έσεισε το κόσκινον ισχυρώς και ηκούσθη εν αυτώ κρότος, ως συγκρουομένων οσπρίων. - Έλα, μην κακιόνεις! είπεν η Οθωμανίς, ας τα ρίξωμεν ακόμη μια. Μέτρησέ τα πάλι. - Χουμ! είπεν η μάντισσα, τρεις και η αλήθεια! Καλά! Μα καθώς σας είπα, μη με λέτε τίποτε. Εκείνο ό,τι και αν είναι, θα το πούνε τα κουκκιά. Κύτταξ’ εδώ, κοκκώνα, τον φονιά, τον βγάλλω πάλιν έξω. - Και λαβούσα από του κοσκίνου ένα μελαψόν κύαμον έρριψεν αυτόν υπέρ την κεφαλήν και όπισθεν αυτής εκστομίσασα μίαν κατάραν. - Τώρα, είπεν έπειτα, σεις μετρήσετέ τα κι εγώ να τα ρωτήσω. Η μήτηρ μου έλαβε το κόσκινον, έχυσε τους κυάμους εις την ποδιάν της, και θέσασα αυτό πάλιν επί των γονάτων της Αθιγγανίδος ήρχισε να ενθέτη μετρούσα τους κυάμους ανά ένα μετά τοσούτης προσοχής και ακριβείας, μεθ’ όσης ίσως ουδέποτε φιλάργυρος εμέτρησε πολυτίμους μαργαρίτας, μέλλων να τους εμπιστευθή εις ξένας χείρας. - Σωστά είναι; ηρώτησεν η Αθιγγανίς, ρίψασα τους ψαρούς αυτής πλοκάμους επί των ωμοπλατών της. - Ναι! απεκρίθη η μήτηρ μου, σωστά σαράντα. Η Αθιγγανίς έλαβε τότε το κόσκινον και περιαγαγούσα επί των εν αυτώ κυάμων οικειότητος εκφραστικόν βλέμμα και συνταράξασ’ αυτούς δις και τρις, ως εάν ήθελε ν’ αφυπνίση το βαθέως εν αυτοίς κοιμώμενον μαντικόν πνεύμα, ανεφώνησεν επί το επιτακτικώτερον! - Άνθρωπος σκοτώθηκε, ποιος να τον εσκότωσε; - Τρεις τους λύκους, τρεις τους κλέφταις, τρεις τ’ ασκέρια τα σκασμένα· τρεις για τους κρυφούς εχθρούς του, και κουκκιά σαρανταένα. - Και ταύτα επάδουσα εχώριζε τους κυάμους εις διαφόρους τριάδας, κατά το φαινόμενον, αποδιδούσα εις εκάστην διάφορον θέσιν και ιδιότητα. - Τρεις τους κλέφταις, τρεις τους λύκους, τρεις τ’ ασκέρια τα σκασμένα, τρεις για τους κρυφούς εχθρούς του και κουκκιά - σαρανταένα! - Πόσα κουκκιά εμέτρησες, κοκκώνα; - Σαράντα, είπεν η μήτηρ μου. - Και σαράντα ήτανε, είπεν η Αθιγγανίς. Μα, μβήκε μέσα κι’ ο φονιάς κ’ έγειναν σαράντα ένα. Θωρείς τον έχω μαγεμμένο, κ’ είμ’ άξια να τον φέρω μέσ’ στο κόσκινό μου κι από την άκρηα του κόσμου. Αφού αι δύο γυναίκες εβεβαιώθησαν περί του εκ θαύματος αυξηθέντος αριθμού των κυάμων, η μάντισσα ετάραξε το κόσκινον επανειλημμένως, και μετά ταχυδακτυλουργικής δεξιότητος ετίναξε τρεις φοράς τα όσπρια υψηλά εις τον αέρα, και τρεις φοράς τα υπεδέχθη εν τω κοσκίνω πάλιν, χωρίς ουδέ εν να εκπέση. Μεθ’ ο, θείσα το κόσκινον επί των γονάτων και κύψασα επ’ αυτού, σοβαρώς ήρξατο να μελετά, ως μοι εφαίνετο, τας συμπτώσεις των κυάμων. Η μήτηρ μου και η Οθωμανίς εσπούδαζον και αυταί μετά πολλής ευλαβείας. - Κύτταξε! είπεν η Αθιγγανίς μετά μακράν θρησκευτικήν σιωπήν. - Εδώ είναι ο φονιάς και εδώ είσαι συ. Κανένας δεν είναι τόσο κοντά σου, όσον αυτός και τα παιδιά σου. Γι’ αυτό, σε λέγω, μην τον ζητάς μέσα στην Πόλι, μην τον ζητάς στα μακρυά. Θενάναι κανένας χωριανός, κανένας εδικός σου. Η μεγάλη περιέργεια μεθ’ ης προσείχον εις τα γινόμενα μ’ έκαμε φαίνεται να λησμονήσω, ότι ήμην κατάσκοπος μέχρι τούδε και να ερεισθώ βαρύτερόν πως επί της θύρας του κηπαρίου. Πριν ή το εννοήσω, η θύρα ηνοίγη μετά τρυγμού, κ’ εγώ εφωράθην ιστάμενος όπισθεν αυτής. - Βγα! επεφώνησεν η μήτηρ έκπληκτος, διά την απρόοπτον παρουσίαν μου. - Εδώ είσαι, παιδί μου; Και πώς δεν ήλθεν ο Μιχαήλος να με το πη; Χαρά στον, τον πολλακαμμένο! Η τε μήτηρ μου και η Οθωμανίς εφαίνοντο δυσαρέστως πως εξαφανισθείσαι υπό του τρόπου, καθ’ ον εφωράθησαν εν τη ενασχολήσει των, και αμφότεραι δεν ήξευρον πώς να μοι αποκρύψωσι πλέον τα γεγονότα. Εγνώριζον, ως είπον, τον κατά δεισιδαιμονιών και μαγισσών ιδία πόλεμόν μου. Προ τινών ημερών έτι είχον εκδιώξει κακήν κακώς μίαν, ήτις επέμενε και καλά να ιδή την μοίραν μου. Και προφανώς εξέλεξαν την απόκεντρον εκείνην γωνίαν διά τας μαντείας αυτών, χάριν ασφαλείας. Αι μεμψιμοιρίαι των κατά του αδελφού μου εδήλουν, ότι τον είχον τάξει επί της θύρας να προφυλάττη την έλευσίν μου, και ότι προέδωκε το καθήκον του, αφήσας με να εισχωρήσω μέχρις αυτών απροάγγγελτος. Η πονηρά Πυθία εμάντευσε την θέσιν των πραγμάτων, ευθύς ως είδε το σκυθρωπόν πρόσωπόν μου· και περισυναγαγούσα τους κυάμους και τα κόσκινά της εν σπουδή παρυπεξήλθε διά της ετέρας του κήπου θύρας, ως βρεμμένη γάτα. Αναμφιβόλως έσχε την προβλεπτικότητα να προπληρωθή. Η αμηχανία των δύο ευπίστων γναικών, η αδεξιότης αυτών προς εύρεσιν προχείρου τινός αφορμής προς δικαιολογίαν των, μ’ έκαμε να μετανοήσω διά την αδιακρισίαν μου. Διά τούτο προσποιηθείς τελείαν άγνοιαν των γεγονότων, - Βελόναις αγοράζετε, μητέρα; ηρώτησα μετ’ αδιαφορίας. - Ναι, παιδί μου! είπεν η μήτηρ μου μετά τινος δισταγμού, πες πως αγοράζουμε βελόναις, για να ’μβαλλώσουμε τα ψέμματα. Και πότε ήλθες; - Τώρα δα, μητέρα, μόλις έφθασα. - Και πούν’ αυτό το κακόπαιδο, ο Μιχαήλος. Πώς δεν ήρθε να με το μηνύση; - Δεν ηξεύρω, μητέρα, δεν είναι κανένας στην αυλή, άλλο από το παιδί, που μου άνοιξε την θύρα. - Αμ’ ποιος ηξεύρει πού θα πήγε πάλι. Δεν τον χωρεί ο τόπος να καθήση. Η Οθωμανίς εξηκολούθει να με βλέπη πλαγίως και πονηρώς με το μειδίαμα της δυσπιστίας επί των χειλέων, περιμένουσα την έκρηξιν της αγανακτήσεώς μου δι’ όσα είδον. Αλλ’ εγώ αντί πάσης επιτιμήσεως, περιττής πλέον τώρα, προσεποιήθην με όλα τα δυνατά μου, ότι δεν είδον τίποτε. - Πάμε λοιπόν μέσα, είπε, τώρα θα έλθη και ο Εφέντης. Τότε ηκούσθη πάλιν άνωθεν των κεφαλών ημών ο συνήθης του υποχωρούντος χαρεμίου θόρυβος. Προφανώς οι κάτοικοί του ήσαν μέχρι τούδε προσηλωμένοι εις τα επί του κηπαρίου παράθυρα, παρακολουθούντες μετ’ ευλαβούς σιγής τας κοσκινομαντείας της Αθιγγανίδος. Μόλις είχομεν επαναλάβει τας συνήθεις προσαγορεύσεις και φιλοφρονητικάς χειρονομίας, και ανηγγέλθη έξωθεν η είσοδος του Εφέντη. Μετά πολλής δυσκολίας ανεγνώρισα τον σκιατραφή και φραγκοφορεμένον τούτον Τούρκον, διότι ο ήλιος της επαρχίας ενώ απεχρωμάτισεν επιλευκάνας τας κυριωτέρας επιφανείας της ενδυμασίας του, είχε μαυρίσει την λευκήν αυτού μορφήν, ούτως, ώστε δεν έβλεπες πού ετελείωνον αι παρειαί και πού ήρχιζε το βαθύχρουν κ’ επιμελώς περικεκαρμένον αυτού γένειον. Όσον λακωνικαί ήσαν αι άλλοτε εν τω γραφείω του Ζαπτιέ δεξιώσεις ημών, τόσον εύρρους ήτο σήμερον η ρητορική του υπαλλήλου, τόσον εξεζητημένη, ώστε να με ανησυχή, ως προς την αποτελεσματικότητα της αποστολής του. - Αφήσατέ μας μόνους, είπον προς τας γυναίκας. Ο Εφέντης θα έχη να μοι διηγηθή λυπηράς λεπτομερείας, ακαταλλήλους διά τα νεύρα σας. Αι γυναίκες εξήλθον. Ο Εφέντης εσκυθρώπιασε. - Λεπτομερείας, είπε, θα είχον πραγματικώς να σας αφηγηθώ φρικαλέας. Δεν το κάμνω, διά να μη λυπηθήτε εκ περισσού, μανθάνοντες πόσα κρίματα επήρα στον λαιμό μου! Το αποτέλεσμα της αποστολής είναι έτσι κ’ έτσι πολύ λυπηρόν, και πρέπει να το μάθετε. - Είναι μηδέν. Είναι αποτυχία! Αποτυχία, ως προς την εδικήν μας υπόθεσιν. Διότι αι ανακρίσεις μου έφεραν πολλά κακουργήματα εις φως και πολλοί ένοχοι θα λάβωσι τα επίχειρα της κακίας των, αλλ’ ο φονεύς του αδελφού μας δεν ευρέθη. Ή πρέπει να εφονεύθη κατά τας επισυμβάσας καταστροφάς εν τη επαρχία, ή πρέπει να είναι ο ταχυδρόμος, ον ο μακαρίτης διεδέχθη. Αυτός ο ταχυδρόμος θα με κάμη να χάσω τον νουν μου! Τον ευρίσκω αποδεδειγμένον αυτουργόν πολλών κακουργημάτων, τον ευρίσκω πιθανώτατον ένοχον εις τον φόνον του πτωχού αδελφού μας, αλλ’ αδυνατώ να τον εύρω αυτόν τον ίδιον! Αδυνατώ να τον συλλάβω! Μόλις έφθασα ταύτην την πρωίαν, έδωκα τας αυστηροτάτας διαταγάς. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι κρύπτεται εν τη πρωτευούση. Ξεύρεις. Η γρηά ζητά τον ψύλλο μέσ’ στο πάπλωμα κ’ εκείνος κάθεται πά’ στα ματογυάλια της. Όμως μην ειπής ακόμη τίποτε εις την Βαλινδέ, την κοκκώνα. Είπα και εις τον Μιχαήλο το ίδιο. Όταν μ’ ερώτησε σήμερον πρωί, της είπα, πως η θέσις μου μ’ απαγορεύει να ειπώ τίποτε πριν αποφανθή το δικαστήριον. Η καϋμένη η κοκκώνα! Δεν είπε τίποτε, αλλά φοβούμαι πως εννόησε την αποτυχίαν μου. Είπον ήδη πόσον κατ’ αρχάς εδυσπίστουν και εις αυτάς τας δραστηριωτέρας ενεργείας της δικαιοσύνης εν τη υποθέσει ταύτη, το μεν ως εκ του παρεμπεσόντος μακρού χρόνου, το δε ως εκ της επισυμβάσης εν τη επαρχία λεηλασίας και σφαγής. Τις οίδεν εάν οι φονείς δεν εύρον τα επίχειρα της κακίας αυτών θεόθεν, απολεσθέντες εν τη γενική εκείνη καταστροφή, μόνοι αυτοί δικαίως, μεταξύ τόσων αθώων; Αλλ’ όταν μετ’ ολίγον εγνώρισα τον Εφέντην μετέβαλον γνώμην, και ήλπισα κ’ εγώ μετά των λοιπών, ότι ο ζήλος αυτού θα ικανοποιήση τον νόμον και θα μας βοηθήση προς εκπλήρωσιν του θλιβερού προς τον προσφιλή ημών νεκρόν καθήκοντος. Αι ειδήσεις του ανακριτού αυτού, μη αποκρύπτουσαι μείζονα ή ότι ωμολόγουν αποτυχίαν, εξηφάνισαν τας ελπίδας εκείνας διά παντός. Ουδέν υπελείπετο πλέον τώρα ειμή να μετριάσω την επί της μητρός ημών εντύπωσιν της ειδήσεως, αναβάλλων αυτήν όσον το δυνατόν περισσότερον. Ο ατυχής Εφέντης, τεθλιμμένος εν πάση ειλικρινεία, συνεφώνει μετ’ εμού περί εγκαταλείψεως πάσης περαιτέρω καταδιώξεως, προ πάντων ότε τον εβεβαίωσα πόσον σπαράσσεται η καρδία μου, διά τους αθώους, όσοι εδεινοπάθησαν, καθειρχθέντες ως ύποπτοι κατά τας αυστηράς αυτού ανακρίσεις. Ως προς τον πρώην ταχυδρόμον η εδική μας υπόθεσις δεν εκέρδιζε διά της συλλήψεώς του. Αφού επανειλημμένως ήδη απεδείχθη εν δικαστηρίω το alibi αυτού. Ενόμιζον ότι η μήτηρ μου προσεδόκα έξωθεν του δωματίου ανυπόμονος να μάθη τας ειδήσεις του Εφέντη. Αλλ’ όταν εγερθείς παρέκυψα διά της θύρας να ίδω, την διέκρινα εις τους πρόποδας της κλίμακος, ελέγχουσαν χαμηλή τη φωνή, αλλά λίαν σφοδρώς τον αδελφόν μου Μιχαήλον, όστις μετά μίαν στιγμήν, πλήρης ταραχής καθώς ήτο, εξέδραμε της οικίας. - Να μη σε ιδώ να έλθης πίσω χωρίς να φέρης τον Κιαμήλη! εφώνησεν η μήτηρ μου κατόπιν του. - Τι τρέχει, μητέρα; ηρώτησα εγώ, όταν είδον την μεγάλην ανησυχίαν επί της μορφής της. - Τίποτε, παιδί μου, τίποτε. Και εισήλθον εις το μαγειρείον, μηδέν περί της υποθέσεως ημών ερωτήσασα. Τόσον πολύ την απησχόλει, φαίνεται, η έλλειψις του Κιαμήλη! Ήτον η πρώτη φορά καθ’ ην έβλεπον τον Εφέντην εις τον οίκον του. Ύστερον από τόσους αγώνας υπέρ ημών, δίκαιον ήτο να δειχθώ προς αυτόν όσον οίον τε φιλοφρονητικός και ευγνώμων, προ πάντων, αφού έβλεπον πόσον ηθύμει διά την ακαρπίαν των αγώνων εκείνων. Εκάθησα λοιπόν παρ’ αυτώ, και ηρξάμεθα οικείως συνδιαλεγόμενοι επί διαφόρων θεμάτων, κυρίως πολιτικών. Όταν εν τη ρύμη του λόγου τον ηρώτησα τι φρονεί περί του κόμματος των λεγομένων Νεοτούρκων εν Κωνσταντινουπόλει, εγερθείς έκλεισε την θύραν του δωματίου. - Εγώ, είπε, φίλε μου, ανήκω εις το προοδευτικόν τούτο κόμμα. - Είτα, εξαγαγών του θυλακίου του εν κλειδίον, ήνοιξε το όπισθεν της θύρας, εντός του τοίχου εκτισμένον ερμάριον, και εξακολουθών να ομιλή, - Η ταπεινή μου γνώμη είναι, είπεν, ότι οι συντηρητικοί είναι στάσιμοι, η δε στασιμότης δεν είναι πρόοδος. Και ταύτα λέγων, εξήγαγεν εκ του ταμείου και έφερε να παραθέση ενώπιόν μου επί του σοφά ένα δίσκον. Μία χιλιάρικη, δύο ποτήρια, και μερικά πιατάκια πλήρη πιστακίων, σταφίδων και ζαχαρωτών ευρίσκοντο επί του δίσκου. - Εννοώ λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Εφέντης, καθεζόμενος απέναντί μου, εννοώ ν’ αφήσωμεν τα παλαιά και σκουριασμένα και να εμφορηθώμεν νέου πνεύματος, νέων ιδεών. Και ταύτα λέγων επλήρωσε τα προ ημών ποτήρια μετά μεγάλης δεξιότητος. Τότε παρετήρησα, ότι το νέον πνεύμα δι’ ου οι Νεότουρκοι εμφορούνται, ήτο - οινόπνευμα! Εγνώριζον, ότι πολλοί των Εφέντηδων το τσούζουσιν ιεροκρυφίως. Αλλά ποτέ δεν ηδυνάμην να φαντασθώ, ότι άνθρωπος εν σχετικώς βραχεί διαστήματι ηδύνατο να πίη περί την μίαν οκάν μαστίχας, και τούτο άνευ ύδατος! Όταν ήλθον να μας προσκαλέσωσιν εις το δείπνον και είδον τον καλόν εκείνον άνθρωπον παραπαίοντα από τοίχου εις τοίχον, τότε εννόησα διατί το εις ο ανήκε κόμμα καρκινοβατεί μόνον επί της οδού της προόδου, και μοι ήλθεν όρεξις να γελάσω. Αλλ’ όταν είδον την στυγνήν της Οθωμανίδος μορφήν, την τεταραγμένην της μητρός μου όψιν, όταν είδον ότι κεκρυμμένον τι δυστύχημα τους έκαμνε να μη προσέχωσι καν εις τους τραυλισμούς του Εφέντου, δεν ηξεύρω ποία μυστηριώδης δύναμις συνετάραξε την καρδίαν μου! Προφανώς συνέβαινε κάτι τι πολύ θλιβερώτερον της μέθης του Εφέντου. Η ώρα παρήρχετο, αλλ’ ούτε ο αδελφός μου, ούτε ο Κιαμήλ ήρχετο να δειπνήση μεθ’ ημών. Η πληκτική σιγή, ην έκαστος ημών ετήρει, εκορύφωνεν ολονέν την ανησυχίαν μου, και αφού η μήτηρ ηρνείτο ν’ αποκριθή εις τας ερωτήσεις των οφθαλμών μου, - Πού είναι ο Μιχαήλος, μητέρα; την ηρώτησα, διακόψας το φαγητόν. - Τώρα θα έλθη, παιδί μου, είπεν εκείνη μετά θλιβερού τόνου. - Και ο Κιαμήλης; ηρώτησα εκ νέου. Η μήτηρ μου έθηκε τον δάκτυλον επί των χειλέων, και μοι ένευσεν εν ονόματι του Θεού να σιωπήσω! Η γραία Οθωμανίς, ήτις έκυπτε την καταβεβλημένην αυτής κεφαλήν μετ’ απεριγράπτου θλίψεως, δεν εσήκωσε τους οφθαλμούς αυτής, αλλ’ εταράχθη σπασμωδικώς εις το όνομα του τέκνου της. Έπειτα συνελθούσα, - Μη χαλάς την όρεξί σου, Σουλτάνε μου, είπε, προσπαθούσα επί ματαίω να μειδιάση. - Δεν είναι τίποτε. Ο Κιαμήλης εβγήκε, και άργησε να έλθη, μα δεν είναι τίποτε. - Δόξα σοι ο Θεός! είπον τότε εγώ, αναπνεύσας. Εφοβήθην μην ησθένησεν. Αφού είναι καλά, θα έλθη όπου και αν είναι. - Δόξα σοι ο Θεός! επανέλαβεν η γραία στενάζουσα βαθέως. Και ως εάν ήτο υπερβολική ζέστη, ήνοιξε το γιασμάκιόν της πλέον ή ότι το έκαμε μέχρι τούδε ενώπιόν μου, και ήρχισε να αερίζηται διά της μιας αυτού άκρας. Τα δάκρυα εστενοχώρουν τους μεγάλους αλλά βαθουλούς πως οφθαλμούς της γραίας, η ανατολική της οποίας καλλονή μόλις διεφαίνετο πλέον επί του μαραμένου προσώπου της. - Και τόσο γερό που είναι το παιδί μου, επρόσθεσεν έπειτα, πάλε δόξα σοι ο Θεός! - Μόνον ολίγον χλωμός που είναι, τη είπον εγώ προς παρηγορίαν. Αλλοιώς είναι γερό παιδί. - Γερό, ανεστέναξεν εκείνη. Γερό, αλλά τι το θέλω! Από μέσα έχει το σκουλήκι, που του αλέθει την καρδιά! Και σαν του αναβή καμμιά φορά στο κεφάλι - Θεός να φυλάγη τα παιδιά του κόσμου και ύστερα το δικό μου! Θεός να σε φυλάγη, Σουλτάνε μου και σένα! Καρά σεβδά τον είπανε, εξηκολούθησε θρηνητικώς η γραία, και καρά σεβδάς είναι. Γιατί πολλών μητέρων καρδιαίς εμαύρισε, πολλά παλληκάρια έβαλε μέσα στη γη τη μαύρη! Η κοκκώνα με διηγήθη την ιστορία του χωριανού σας που πήρε το φαρμάκι στα Ψωμαθιά για την κόρη του Ξανθούλη, και του έβγαλαν τραγούδι και το λαλούσαν μέσ’ στον δρόμο... Θεός να φυλάγη το παιδί μου!- Εγνώριζον την ιστορίαν του χωριανού μας. Εκ του υπαινιγμού αυτής συνεπέρανα το πάθος του δυστυχούς Κιαμήλη. Η ωχρά μορφή, οι ρεμβώδεις οφθαλμοί, το μελαγχολικόν εκείνο στοιχείον εν όλη αυτού τη υπάρξει, οι διαλείποντες πυρετοί, η αδιαλείπτως φθίνουσα υγεία του ώφειλον να με κάμουν να το μαντεύσω. - Λοιπόν ο Κιαμήλης αγαπά χωρίς ν’ ανταγαπάται; - Και χωρίς ελπίδα ν’ αγαπηθή ποτέ! εστέναξεν η μήτηρ αυτού. Διότι η σκύλα είναι πανδρεμμένη πλέον. - Α! είπον, αυτό δεν μ’ αρέσκει. Πρέπει να βοηθήσουμε τον Κιαμήλη να την λησμονήση. Η δυστυχής εξερράγη εις παρακλήσεις, εις ευχάς και ευλογίας, εις επαίνους και εγκώμια, πάντα υπερβολικά κατά την ανατολικήν συνήθειαν, αλλ’ αληθώς εκ του βάθους της καρδίας αυτής εξερχόμενα. - Εάν μου κάμης αυτό το καλό, είπεν επί τέλους, θα γενώ σκλάβα σου, να σκουπίζω το κατώφλοιον του σπιτιού σου με τας βλεφαρίδας των οφθαλμών μου! - Είτα ήρχησε να διηγήται. Ήταν πριν γενή το Μονοπωλείον του καπνού στην Πόλι. Ο Κιαμήλης μου δεν ήτον παιδί για να γένη σοφτάς και να κάθεται με τα χέρια σταυρωμένα, καθώς τον βλέπεις τώρα. Είχεν ένα συντροφικό καπνοπωλείο, που σαν αυτό δεν ήταν άλλο. Ο σύντροφός του επωλούσε λιανικώς στην Πόλι, και το παιδί μου εγύριζε σταις επαρχίαις και ’γόραζε χονδρικώς από τους καπνογεωργούς. Εκεί στην επαρχία, εσχετίσθη με τον υιόν ενός κτηματίου. Έτσι γλυκό παιδί που ήτανε ο Κιαμήλης μου, όλος ο κόσμος το αγαπούσε. Μα ο υιός του κτηματίου τον αγάπησε πάρα πολύ. - Κάλλιο να μην είχε σώσει! - Γιατί τον αγάπησε κι ο Κιαμήλης μου πολύ, και τον έφερε στην Πόλι, και πήγαν στον ιμάμη, και άνοιξε του καθενός την φλέβα, και ήπιεν ο ένας από το αίμα του άλλου κ’ έγειναν κανκαρδάσηδες (αιματαδελφοί). Σαν αγαπήθηκαν τόσο πολύ, - Έλα να σε κάμω γαμβρό μου! του είπε. Έχω μιαν αδελφή στο κτήμα μας - η ωραία των ωραίων. Μια φορά να την διής, θα χάσης τον νου σου. - Ε! και ο Κιαμήλης μου νέος ήτανε, και καλός ήτανε, και άξιος ήτανε. Μα ο πατέρας της κόρης - τον αγαπούσε, δεν λέγω πως δεν τον αγαπούσε - μα γαμβρόν του δεν τον ήθελε. Γιατί ήτανε, λέγει, Σουλτάνης από αυτούς που γεννιούνται από ταις σκλάβαις του σουλτάνου, και ήθελε να πάρη κανένα Μπέη, κανένα Πασσά. Μα οι νέοι τα εσιάξανε μεταξύ τους, και η κόρη -π’ ανάθεμά της!- αγάπησε τον Κιαμήλη τόσο πολύ, που ο γέρος αναγκάσθηκε να δαγκάση τα χείλη του και να σιωπήση, έτσι αψύς και υπερήφανος που ήταν. Γιατί άλλο παιδί από τη Ναζιλέ δεν είχε και δεν ήθελε να την λυπήση. Έτσι εδώσανε σημάδι και αρραβωνιασθήκανε. Ποιος το ήξευρε να τους πανδρεύση τότε, και να τους φέρη στην Πόλι. Μα βλέπεις στο μεταξύ έγεινε το Μονοπωλείο, και έκλεισαν όλα τα καπνάδικα του κόσμου, και άφηκαν τόσους ανθρώπους χωρίς δουλειά. Και ο Κιαμήλης μου, άφησε που εζήμιωσε τόσο, μόνον έμεινε και αργός. Έτσι επήγε στου πεθερού του να έχη και αυτός ενασχόλησι στο κτήμα, πότε με το ένα, πότε με το άλλο, μαζί με τον γυναικάδελφόν του, και απεφάσισε και αυτός να ζήση στην επαρχία για το χατήρι της αρραβωνιαστικής, που δεν ήθελε τώρα να χωρισθή από τον πατέρα της. - Παιδί μου, Κιαμήλη, του έλεγα, καρπός που κρατεί σφιχτά στο δένδρο του είναι άγουρος ακόμη. Και κορίτσι που δεν μπορεί ν’ αφήση το σπίτι του γονιού του δεν είναι ακόμη για γυναίκα. Μα ο Κιαμήλης, που την αγαπούσεν, έκαμνεν ό,τι του γύρευεν εκείνη. Σαν εζύγωσεν ο καιρός του γάμου, ο Κιαμήλης και ο αδελφοποιτός του ανέβησαν εις τ’ άλογο για νάλθουνε στην Πόλι να ψουνίσουνε. Ο σιδερόδρομος ήταν κοντά, μα οι νέοι αγαπούσαν τ’ άλογα, κ’ ήθελαν και καλά να μβούνε καβαλάρηδες στην Πόλι, με τα χρυσά κομβία στα γελέκια τους, με τα κουμπούρια στη μέση και ταις καραβίναις στην πλάτη τους. Έτσι εξεκίνησαν με τα φλουριά στα κεμέρια τους. Έτσι έφθασαν ως στο γεφύρι του Λουλεβουργάζ, το ίδιο το γεφύρι που σκοτώθηκεν ύστερα και ο φτωχός ο αδελφός σου. Το γεφύρι, καθώς με είπεν ο Εφέντης που το είδε, είναι στενό και αψηλό· ο ποταμός είναι βαθύς και γρήγορος· την μιαν όχθη γυμνός και την άλλη σκεπασμένος με πολλαίς και άγριαις ιτιαίς και άλλα δένδρα που σμίγονται με το δάσος που αρχίζει παρά πέρα. Ο μεθυσμένος Εφέντης δεν ήτο εις θέσιν να εξελέγξη την ορθότητα της περιγραφής, διότι προ πολλού ήδη ερρογχάλιζεν εξαπλωμένος παρά την τράπεζαν. - Μόλις είχαν φθάσει ως την μέση του γεφυριού, εξηκολούθησεν η γραία, και ο Κιαμήλης, το παιδί μου, είδε μέσ’ από ταις ιτιαίς μια φλόγα, κι άκουσε μια τουφεκιά! Και πριν προφθάση να τα νοιώση, παιδί μου, έπεσεν ο σύντροφός του πληγωμένος! Κ’ εξιππάσθηκε το άλογο του Κιαμήλη, κ’ έγειρε σε μια μεριά κ’ έσπασε το κάγκελο του γεφυριού κ’ έπεσε στον ποταμό μαζί με το παιδί μου! Θεός να φυλάγη τον κόσμο από την κακή την ώρα! Ποιος ηξεύρει πόσαις ώραις επάλαιψε με το θάνατο! Μα βλέπεις δεν ήτανε γραφτό του. Το άλογο ευρέθηκε σκοτωμένο, κ’ εκείνος εγλύτωσε. Ευχαριστώ σε, Κύριε! Κ’ έτσι που εγλύτωσε, πάλε δόξα σοι ο Θεός! Τρεις ημέραις δεν ήξευρε πού ήτανε. Σαν ήλθε κομμάτι στον εαυτό του, εκατάλαβε πως ευρίσκεται μέσα σ’ ένα μύλο. Τόσο μακρυά τον παρέσυρε το ρεύμα μπερδευμένον στα λουριά του αλόγου! Κι’ αν δεν επρόσθανε να τον γλυτώσ’ ο μυλωνάς στην ύστερη στιγμή του - Ας είναι δα! Πολύς καλός άνθρωπος δεν ήτο κι ο μυλωνάς, μα, ας είναι. Γιατί, σαν ήλθε το παιδί μου στον εαυτό του, εκατάλαβε πως του επήρε το κεμέρι από τη μέση του. Μα δεν είπε τίποτε. Έτσι κ’ έτσι θα του το έδιδε με το χέρι του. Τον ευχαρίστησε λοιπόν όπως ημπορούσε, κ’ επήρε τον δρόμο, να πα’ στου πεθερού του το κτήμα, να ιδή μην έπαθεν ο αδελφοποιτός του τίποτε, να φέρη την είδησι. Μα σαν έφθασε μισοπεθαμένος ως την θύρα του, δεν τον έβαλε μέσα. Μόνον εγύρισε το πρόσωπό του από την άλλη μεριά για να μην τον βλέπη, και, - Αφήκες να σκοτώσουν τον αδελφοποιτό σου, του είπε, χωρίς ν’ αδειάσης το τουφέκι σου· κ’ έρχεσαι στο σπίτι μου, χωρίς το κεφάλι του φονιά στο χέρι σου; Είσαι άνανδρος! Είσαι προδότης! Και τον εσκούντησεν έξω, κ’ έκλεισε την θύρα! Χωρίς ζωή στο κορμί του, χωρίς παρά στην τσέπη του! Ποιος ηξεύρει σε ποιο κάμπο θα ήσαν τώρα σκόρπια τα κόκκαλά του, αν δεν είχε την τύχη να ξεπέση στο χωριό σας, αν δεν ευρίσκετο η αγία αυτή γυναίκα, η βαλιδέ η μητέρα σου, να τον πρεμαζεύση στο σπίτι της και να τον κυττάξη. Εμείς οι Τούρκοι λέμε, πως όλ’ οι Χριστιανοί θα πάνε στην κόλασι· μα σαν συλλογιούμαι το καλό που έκαμεν η μητέρα σου, λέγω με τον νουν μου: Σαν δεν πάγ’ αυτή η Χριστιανή στον παράδεισο, δεν ηξεύρω ποιος Τούρκος θενά πάγη! Ας είναι δα! Ταις βουλαίς του Θεού κανείς δεν ταις ηξεύρει! Όλον εκείνο τον καιρό το είχα χαμένο το παιδί μου. Το φονικό που έγεινε το μάθαμε, μα ο Εφέντης δεν ήτο τότε ακόμη στον Ζαπτιέ, και ο Σουλτάνης ο πεθεροκαμένος του Κιαμήλη απεκρίθη πως δεν τον ξαναείδεν. Έτσι τον εγράψαμε στα πεθαμμένα. Όταν ήλθεν ο αδελφός σου και μου τον έφερε λιγνό λιγνό και νεκροχλωμιασμένο, μ’ εφάνη πως εβγήκεν από το μνήμα του. Και τόση χαρά να δίδη ο Θεός στη ζωή σας, παιδί μου, όση χαρά αισθάνθηκα εγώ εκείνη την ημέρα! Αλήθεια επέρασε πολύς καιρός, μα στα υστερνά έγεινε καλά το παιδί μου. Σαν έγεινε καλά, εσηκώθη να φύγη. - Πού θα πας, παιδί μου; - Στην αρραβωνιαστική μου, μητέρα, στον πεθερό μου. - Και τι θα πας σε τέτοιο πεθερό, παιδί μου; Άφησέ τον να κουρεύεται! - Όχι, μητέρα, δεν γίνεται. Πρέπει να μάθη, πως δεν είμαι ούτε προδότης, ούτε άνανδρος άνθρωπος. Πρέπει να μιλήσω μαζί του. Έτσι εσηκώθηκε κ’ επήγε. Ύστερ’ από δυο τρεις εβδομάδες εγύρισεν οπίσω χωρίς να τον περιμένω. Μα άλλος επήγε, και άλλος εγύρισε! Πού επήγε, τι έκαμε, λόγο δεν μας είπε. Μόνον, άμα ήλθεν, έπεσε στο στρώμα με την θέρμη. Ήτανε Γενάρης. - Δεν σου το είπα, παιδί μου, να μη ταξειδεύσης μέσ’ στον χειμώνα; Να που αρρώστησες πάλι! - Κάλλιο να απέθνησκ’ από τον χειμώνα, μητέρα, παρά να πάθω ό,τι έπαθα! Αυτό ήταν όλο που μου είπε, και μου έδωκε τα σημάδια, που εστείλαμε στην κόρη του Σουλτάνη, όταν την αρραβωνιάσθηκε. Τότε εκατάλαβα την αρρώστια του! Η σκύλα επανδρεύθηκε κ’ επήρεν έναν άλλον! Από τον Θεόν να τωύρη! Επήρε το κρίμα του παιδιού μου στον λαιμό της. Τον βλέπεις πώς έγεινεν! Από τον καϋμό του εγράφθηκε δόκιμος εις τον Τεκέ εδώ κοντά μας, και πάγει κάθε Παρασκευή και τρώγει μαζί με τους νδερβησάδες το αφιόνι, και γονατίζει μ’ αυτούς και αναστενάζει, ως που αιματώνουν τα σπλάγχνα του, και χτυπά τα στήθια του, ως που τον βγάλλουν λιποθυμημένον από την μέση τους. Και αν ήτον μόνον τούτο δεν πειράζει. Γιατί ο Σεΐχης, ο πρώτος των νδερβησάδων, τον αγαπά πολύ γι’ αυτό, και με είπε, πως μίαν ημέρα το παιδί μου θενά γείνη άγιος. Μα ένα κακό που του έρχεται καμμιά φορά, αυτό θα με κάμη να χάσω τον νουν μου! Τον είδες πως είναι ήσυχος και γλυκός και σιωπηλός. Το έγεινεν αφ’ ότου έμαθεν πως επανδρεύθηκεν η αγαπητικιά του, πολύ περισσότερον παρ’ ότι ήτανε προτού. Μα καιρούς καιρούς τον βλέπεις και αγριεύει, και τον πιάνει μια ανησυχία και δεν χωρεί μέσα στα ρούχα του, και δεν ηξεύρει τι κάμνει! Έτσι και σήμερα. Την ώρα που εμείς ήμεθα πίσω στον κήπο με την Ατσιγγάνα, εμβήκεν έξαφνα σαν τον τρελλό στο σπίτι, άρπαξε κάτι τι από τ’ αρμάρι κ’ εβγήκε κ’ έφυγε. Εμείς δεν τον είδαμε. Μα ο Μιχαήλος που εβάλαμε να φυλάγη μήπως έλθης, τον είδε και άνοιξε την αγκάλη του να τον εμποδίση. Μα εκείνος, σαν να έβλεπε τον όξω απ’ εδώ μπροστά του, έβγαλε, λέγει, μια βλαστημιά κ’ εσκόντησε τον Μιχαήλο κατά γης κ’ εβγήκε κ’ έφυγε! Γι’ αυτό δεν σε άνοιξε την θύρα σήμερα το παιδί μου, και γι’ αυτό δεν ηύρες κανένα να σε υποδεχθή. Γιατί ο Μιχαήλος, σαν ήλθε στον εαυτό του, έπεσε κατόπι στον Κιαμήλη, μήπως και τον φθάση, μα δεν ειμπόρεσε. Και ήλθε πίσου να μας ειπή τι συνέβη, κ’ εβγήκε πάλε, μήπως και τον εύρη πουθενά κοντά στην θάλασσα... Θεός να φυλάγη το παιδί μου από την θάλασσα! Και αναστέναξεν η γραία και έδωκεν ελευθερίαν εις τους χειμάρρους των δακρύων της! Άλλως εφανταζόμην το δείπνον της εσπέρας ταύτης, και άλλως ετελείωσεν. Εδώ ερρογχάλιζε, κτηνωδώς μεθυσμένος, ο πλήρης ζήλου, ο δραστήριος εκείνος ανακριτής, ον μέχρι τούδε ενόμιζον πρότυπον εγκρατούς, αφωσιωμένου υπαλλήλου. Εκεί εθρηνώδει, βεβυθισμένη εις την εσχάτην δυστυχίαν, η γραία Οθωμανίς, ήτις προ τόσων ημερών ητοιμάζετο να εορτάση διά παντοίων τουρκικών διασκεδάσεων την εσπέραν της παρ’ αυτή διαμονής μου, και ήτις δεν εύρισκεν απόψε παραμυθίαν ουδ’ εις αυτάς τας τρυφερωτάτας φροντίδας της μητρός μου. Και ο Κιαμήλ ο νηφάλιος, ο σώφρων Κιαμήλ, όστις και αγίασμα έπινε και του παπά το χέρι φιλούσε, και χάριν του οποίου κυρίως ελησμόνουν την προς τους ομοθρήσκους του αντιπάθειάν μου, μοι παρουσιάζετο αίφνης ως ανήκων εις την μάλλον φανατικήν τάξιν δερβισών οιμωζόντων, ως άνθρωπος δυστυχής, του οποίου αι φρένες, ίσως εκ του ατυχούς έρωτος, ίσως εκ της μεγάλης χρήσεως του οπίου, ήσαν παρασεσαλευμέναι, έπασχον τούτ’ αυτό περιοδικάς εκλείψεις! Και όμως, μίαν στιγμήν, εσκέφθην να εξέλθω κ’ εγώ προς αναζήτησίν του. Αλλ’ εκτός ότι δεν θα ήξευρον πού να υπάγω, εσυλλογίσθην αργότερον τον αιδήμονα, τον ευλαβή χαρακτήρα του, και εφαντάσθην πόσον επιβλαβώς ηδύνατο να επηρεάση την ασθενή αυτού φύσιν η ιδέα, ότι έσχε μάρτυρα της δυστυχίας αυτού και εμέ, ον τόσον εξαιρετικώς ετίμα και εσέβετο. Επειδή δε η ώρα παρήρχετο, και ούτε ο αδελφός μου, ούτε ο Κιαμήλ επέστρεφε, - Μου έρχεται μία ιδέα, είπον, προς τας γυναίκας. Ο Μιχαήλος βεβαίως θα εύρε τον Κιαμήλ· αλλ’ ο Κιαμήλ, ύστερον από ό,τι συνέβη, εντροπιάρης καθώς είναι, θ’ αποποιήται να έλθη εις το σπίτι, ως εκ της παρουσίας μου. - Καλά το ηύρες! είπεν η μήτηρ μου. Ίσως περιπατούν έξω εις τον δρόμον και περιμένουν να σβύση το φως από την σάλλα, και ύστερα να μβούνε. Άιντε, παιδί μου, για να μην ανησυχή περισσότερο η χανούμισσα, έλα να σε δείξω που θενά πλαγιάσης. Μετά τινας ματαίας παρηγορίας προς την ταλαίπωρον Οθωμανίδα, η μήτηρ μου προηγήθη, μικρόν ελαιόλυχνον κρατούσα, και εγώ την ηκολούθησα. - Σου εστρώσαμεν εις το κιόσκι, μοι είπεν ενώ κατηρχόμεθα την κλίμακα. Εσύ κοιμάσαι πολύ ελαφρυά, και τα παιδιά ξυνούν πρωί και κάμνουν πολύ θόρυβο. Γι’ αυτό σ’ εστρώσαμε στο κιόσκι. Όταν η μήτηρ μου ήνοιξε την θύραν του περιπτέρου, ευώδης οσμή καιομένου αρωματικού ξύλου προσέβαλε την όσφρησίν μου. Τα πάντα εν τω οικίσκω εφαίνοντο εκτάκτως ηυτρεπισμένα. Αλλ’ η αθυμία, ην είχον εισερχόμενος εις αυτόν, δεν μοι επέτρεψε να περιεργασθώ τίποτε. Μία αόριστος ανησυχία, εν κρυφόν προαίσθημα αγνώστου τινός δυστυχήματος εκυρίευε την καρδίαν μου. Διά τούτο, όταν η μήτηρ μου ήρχησε να μ’ ερωτά περί των ως προς τον φονέα του αδελφού μου ανακοινώσεων του Εφέντου, υπήρξα, το ενθυμούμαι ακόμη, λίαν αινιγματικός και βραχυλόγος, καταλυπήσας αυτήν, χωρίς να το σκεφθώ. Πολλήν ήδη ώραν μετά την αποχώρησιν της μητρός μου, εκαθήμην έτι οκλάδην επί του ερυθρού χραμίου του χαμηλού σοφά, κύπτων προς το αμυδρόν φως ελεεινού λυχναρίου, και προσπαθών να διασκεδάσω τας σκέψεις και τας ζωηράς της φαντασίας μου εικόνας διά της αναγνώσεως, δεν ενθυμούμαι πλέον τώρα τίνος βιβλίου. Αλλά τ’ αντικείμενα της νοεράς οράσεως παρεμπρόσθουν μεταξύ εμού και του βιβλίου, πολύ φωτεινότερα των φύλλων αυτού, και η ανάγνωσίς μου καθ’ όλον το διάστημα δεν ήτο παρά μηχανικός των οφθαλμών περίπατος επί των γραμμών εκάστης σελίδος. Δις ή τρις εξηπλώθην χαμαί επί του μοσχοβολούντος στρώματός μου με όμματα διά της βίας κεκλεισμένα, αλλ’ εις μάτην. Η οσμή του μόσχου, ην απέπνεον τα χειροκέντητα προσκεφάλαιά μου, τόσον μεθυστική, τόσον ναρκωτική, δεν ίσχυε να αποκοιμίση την συγκίνησίν μου. Η ιστορία του δυστυχούς Κιαμήλ εξελίσσετο εν ζωνταναίς εικόσιν ενώπιον των κλειστών οφθαλμών μου. Πόσον κοινωνικός, πόσον ευομίλητος θα ήτο άλλοτε ο φιλέρημος, ο σιωπηλός, και διά τούτο ανιαρός τώρα, σοφτάς, όστις κατέκτησεν ούτως ασυνήθως την φιλίαν ενός εκ των Σουλτάνιδων, οίτινες εν τη οθωμανική αριστοκρατία κατέχουσι την εγωιστικωτέραν θέσιν, μ’ όλην την προοδεύουσαν πτωχείαν των! Και τι φιλία θα ήτο εκείνη; τι αδελφοποίησις! Αναμφιβόλως ο νέος Σουλτάνης εύρεν εν αυτή ευδαιμονίαν πολύ πλείω της συνήθους, και φιλάδελφος ων, έσπευσε να ποιήση μέτοχον αυτής και την ωραίαν αδελφήν του. Τώρα εφανταζόμην τον Κιαμήλ, εν κρυφή ειδυλλιακή αγάπη μετά της μελλούσης μνηστής του, μέτοχον συγκινήσεων κ’ αισθημάτων τόσον αγνώστων τοις ομοφύλοις αυτού, και όμως τόσον φυσικών εις την ευαίσθητον αυτού καρδίαν. Τώρα πάλιν δαμαστήν θυμοειδούς ίππου, καλπάζοντα παρά το πλευρόν του αδελφοποιτού του, με την γραφικήν στολήν της επαρχιακής νεολαίας, με τα ζωηρά χρώματα και τον οπλισμόν αυτού αστράπτοντα, και μετ’ ολίγον τον εφανταζόμην εν φοβερά συγχύσει κρημνιζόμενον μετά του αφηνιασμένου ίππου του από του μεγάλου εκείνου ύψους της γεφύρας και απελπιστικώς παλαίοντα προς την μανίαν του ζώου, προς την λύσσαν των σφοδρών ρευμάτων, προς τον θάνατον, ως έλεγεν η μήτηρ του, έως ου, εξαντληθείς και αποκαμών, αφίνετο να σύρεται περιπεπλεγμένος πιθανώς εις τα λωρία του αναβολέως, παίγνιον των ορμητικών υδάτων και αυτός και το εκπνέον ήδη άλογον. Και έπειτα ο στυγνός εκείνος εγωιστής, ο απάνθρωπος Σουλτάνης, όστις έκλειε τόσον ανιλεώς την θύραν αυτού εις τον ημιθανή μνηστήρα της ιδίας αυτού θυγατρός! Και έπειτα πάλιν ο δυστυχής Κιαμήλ ασπλάγχνως ερριμένος παρά το Χάνιον του Γέρο-Μούρτου, κατατρυχόμενος υπό του πυρετού και όμως εκτεθειμένος εις τα ψύχη της νυκτός και τους καύσωνας της ημέρας, διά την ανέχειάν του, εξαιτούμενος εν τη παραφροσύνη του έλεος παρά μιας βάτου, ίσως της μνηστής του, και απειλών να σφάξη μίαν αγριαγγινάραν, ίσως τον φονέα του αδελφοποιτού του! - Και πώς να εύρη ο ατυχής νέος τον φονέα; Και πώς να εκδικήση τον αδελφοποιτόν του; Και τον εύρεν άρα γε; Και τον εξεδίκησε; Και εάν εξεδίκησε τον αδελφόν της μνηστής του, διατί τότε τον εγκατέλειπεν εκείνη, ενώ ώφειλε να τον αγαπά διπλασίως τώρα; Βεβαίως ο ήμερος του Κιαμήλ χαρακτήρ δεν ίσχυσε να εκπληρώση το άγριον καθήκον της σκληράς, της αιμοχαρούς αυτοδικίας. Και πριν ή κακουργήση προς ικανοποίησιν της θυριώδους του πενθερού του καρδίας, προετίμησε να φονεύση την ιδίαν αυτού καρδίαν διά παντός, καταστρέφων όλην αυτής την ευδαιμονίαν. Ίσως θα ήτο καλλίτερον εάν δεν έκαμνεν αυτός εξαίρεσιν· εάν εφέρετο ως αληθής Οθωμανός, εκδικών τον αδελφοποιτόν αυτού κατά τον βάρβαρον εκείνον τρόπον, ον παρά μεν τοις ομοφύλοις του υπερορά ο νόμος, παρά δε τοις Χριστιανοίς ουδ’ αυτή η φιλανθρωποτάτη της γης θρησκεία ηδυνήθη ακόμη να καταργήση. Τοιαύται εικόνες και τοιαύται σκέψεις απησχόλουν την διάνοιάν μου, ότε κρότος βημάτων εν τη εισόδω του περιπτέρου μ’ έκαμε να τιναχθώ αίφνης εκ της θέσεώς μου. Εισερχόμενος είχον ιδεί εκεί χαμαί στρώματά τινα. Προφανώς ο δι’ ον ήσαν προωρισμένα ήρχετο να κοιμηθή. Ίσως είναι ο αδελφός μου, είπον και ήνοιξα την θύραν. Εν τω αραιώ του προθαλάμου σκότει διεγράφετο αμυδρώς το ισχνόν και υψηλόν του Κιαμήλ ανάστημα με το φωσφοροειδώς λευκάζον σαρίκιόν του, το οποίον ήγγιζε σχεδόν την οροφήν του δωματίου. - Το ξεύρουν μέσα πως ήλθες, Κιαμήλη; Η μητέρα σου ήτο πολύ ανήσυχος, είπον, προσπαθήσας να κρύψω την εμήν ανησυχίαν. - Τώρα πάγει πια! είπεν ο Κιαμήλ ακίνητος αυτού, μετά φωνής ανεξηγήτως παραδόξου.- Τώρα ετελείωσε το κακό. Θα ησυχάση κ’ εκείνη, θα ησυχάσω κ’ εγώ! - Εύγε, Κιαμήλη! είπον εγώ, ενθαρρύνων αυτόν να με ακολουθήση εις το δωμάτιόν μου. Εγώ το ξεύρω πως είσαι γνωστικό παιδί. Το ξεύρω πως αυτό θα είναι πλέον η τελευταία φορά. - Ναι, είπεν ο Κιαμήλ μετά πεποιθήσεως. - Η τελευταία! Αλλ’ οποία υπήρξεν η έκπληξίς μου, όταν τον είδον εισελθόντα εις το δωμάτιόν μου! Η ωχρά μορφή του, εφ’ ης αφ’ ενός μεν αντηνακλάτο το λευκόν του σαρικίου του χρώμα, αφ’ ετέρου δε το πράσινον του ράσου του, εφαίνετο ως μορφή νεκρού προ πολλού εκπνεύσαντος! Τα χείλη του ήσαν πελιδνά, οι οφθαλμοί του σβεσμένοι, αι κινήσεις αυτού ως κινήσεις πτώματος υπό την επήρειαν μυστικού τινος γαλβανισμού διατελούντος. Οι δε συνεχείς παλμοί της αμυδράς του λυχναρίου μου λάμψεως ανησύχως κυμαινόμενοι επ’ αυτού, καθίστων την εμφάνισίν του ριγηλώς φρικαλέαν, ως εμφάνισιν νεκρικού τινος φάσματος! Δεν ηξεύρω πως ηδυνήθην να τηρήσω την παρουσίαν του πνεύματός μου. Αλλ’ ενθυμούμαι ακόμη μετά φρίκης, ότι τον ενηγκαλίσθην και τον εφίλησα προς ενθάρρυνσιν. Τόσον πολύς ήτον ο προς τον δυστυχή οίκτος μου! Όταν ησύχασεν ολίγον, ανέπνευσεν εκ βάθους και - Τώρα πια ετελείωσεν! είπε. Τώρα θα ησυχάσω! - Και εξεστόμισεν άσεμνον βλασφημίαν κατά τινος τρίτου, μόνον δι’ υβριστικού επιθέτου ονομάσας αυτόν. - Δεν φθάνει που εσκότωσε τον αδελφοποιτόν μου, είπεν έπειτα, δεν φθάνει που κατέστρεψε την ευτυχία και την υγεία μου, μόνο ήρχετο κάθε λίγο να μου φαρμακώνη και την αθλία ζωή, που μ’ επερίσσευε! Και όταν είδεν ότι εγώ δεν εύρισκον τι πρόχειρον να του ειπώ, - Ξεύρω, είπε. Εσύ είσαι διαβασμένος άνθρωπος και θα γελάσης. Γι’ αυτό δεν σε είπα τίποτε, ως τώρα. Μα ο Σεΐχης του Τεκέ μας είναι πιο διαβασμένος από σένα, είναι άγιος. Και όποιος κάμνει τον λόγο του, κάμνει την βουλή του Θεού. Τρία χρόνια τώρα με καταδιώκει ο βρυκόλακας, κανείς δεν μ’ εγλύτωσε. Στο πανηγύρι επήγαινα, μπροστά μου τον εύρισκα· στο παζάρι επήγαινα μπροστά μου τον εύρισκα, ως που με απέλπισε, και παράτησα την δουλειά μου και πήγα κ’ έγεινα σοφτάς. Καλά που έκαμα! Γιατί ο Σεΐχης μας που σε είπα, αυτός μ’ εγλύτωσε. Ας έχουμε την ευλογία του! «Μη τον βλέπεις που μοιάζει τον σκοτωμένο», με είπεν. «Ο βρυκόλακας είναι μόνον ένα τουλούμι γεμάτο αίμα. Φέρε με ένα μαυρομάνικο μαχαίρι να σε το διαβάσω· και άμα τον ξαναϊδής, τρύπα τον, να χυθή το αίμα! Άλλη μια φορά δεν θα ξαναβγή μπροστά σου. Τότε διέκρινα μετά φρίκης, ότι αι χείρες του ήσαν καθημαγμέναι και κηλιδωμένον το ένδυμά του. Κρύος ιδρώς με περιέλουσεν! - Ω! Κιαμήλ, έχυσες αίμα! - Όχι! είναι μόνον το αίμα του βρυκόλακα, του σκοτωμένου. - Και τίνος σκοτωμένου ήτον ο βρυσκόλακας; ηρώτησα εγώ τρέμων καθ’ όλα μου τα μέλη. - Αυτού που σκότωσε τον αδελφοποιτόν μου, απεκρίθη εκείνος. - Και ποιος λοιπόν εσκότωσε τον φονέα του αδελφοποιτού σου; - Ποιος άλλος είχε το καθήκον παρά εγώ, είπεν ο Τούρκος μετά τοιαύτης υπερηφανείας, ώστε να τον βδελυχθώ. - Και πώς; Τέτοιο κακό! εψέλλισα έπειτα μηχανικώς μάλλον και αβουλήτως. - Χμ! είπεν ο Τούρκος. Δεν είναι γραμμένο στο χαρτί σας; Μάχαιραν δώσεις, μάχαιραν λάβης! Ο διάβολος που χύνει την σφαίρα για τον φονιά, χύνει και μια για τον εκδικητή του. Άκουσε λοιπόν. Ίσως δεν ηξεύρεις ότι ο φονιάς του αδελφοποιτού μου μ’ έκαμε να κινδυνέψω, να ληστευθώ από ένα μυλωνά, να διωχθώ από τον πεθερό μου, και να ξεπέσω άρρωστος στο χωριό σας. Μάθε το λοιπόν, να που σου το λέγω. Άμα ήλθ’ από το σπίτι σας στην Πόλι κ’ ένοιωσα τον εαυτό μου καλά, επήρα το τουφέκι κ’ επήγα πίσω στον μυλωνά, που μ’ έβγαλ’ από τον ποταμό μισαποθαμμένο. - Μου έκλεψες ένα κεμέρι, του είπα, με πεντακόσια φλουριά· μου έσωσες μια ζωή, πέντε παράδες δεν αξίζει. Εσύ που λογυρίζεις τόσο συχνά στην άκρη του ποταμού, χωρίς άλλο θα γνωρίζης ποιος εσκότωσε τον αδελφοποιτό μου, την ημέρα που μ’ έσυρες έξω. Κύτταξε τον λύκο του τουφεκιού μου σηκωμένο! Αν με το πης, σε χαρίζω, ό,τι μου έκλεψες. Αν το κρύψης, χάνεις την ζωή σου! - Έτσι του είπα, και καλά έκαμα. Γιατί ο μυλωνάς ήταν δειλός κλεφταποδόχος, και σαν είδε τα στενά, -Υποσχέσου, μοι είπε, πως δεν θα κάμης το φονικό μέσ’ στον μύλο μου και σου δείχνω τον άνθρωπό σου. Υποσχέθηκα. - Κρύψου, λοιπόν, μοι είπεν, εδώ από πίσου. Όπου και να είναι, θα φθάση ένας με τον ταχυδρομικό του σάκκο στην αμασχάλη, με το τουφέκι στον ώμο του. Αυτός είναι ο φονιάς του σουλτανέλη. Ονομάζεται Χαραλαμπής, υιός του Μητάκου. Κάθε δεκαπέντε περνά το ίδιο το γεφύρι, που έπεσες με τ’ άλογο. Τα ώτα μου εβόιζον ισχυρώς, μόλις τον ήκουον. Ο Τούρκος εξηκολούθησεν. - Μα πριν προφθάσω ακόμα να κρυφθώ, να κ’ εμβήκε το σκυλί μέσα καθώς μου το περιέγραψε. Τον λύκο τον είχα σηκωμένο, μα έλα που έδωκα τον λόγο μου; Εφοβήθηκα μην εννοήση τίποτε, και με κάμη να τον παραβώ. Έτσι εβγήκα, κ’ ετράβηξα προς το γεφύρι. Απ’ εδώ θα περάση, είπεν ο μυλωνάς. Εδώ τον εκαρτέρησα, στον ίδιο τον τόπο που έστεκεν, όταν εσκότωσε τον αδελφοποιτό μου. Εκεί τον είδα κ’ επλησίαζεν εις το γεφύρι. Μα καθώς ήτανε χειμώνας, και τα κλαδιά χωρίς φύλλα, και καθώς είχε την υποψία μέσα του, μ’ εσκιάχθηκε πριν ζυγώση αψηλά, στην μέση του γεφυριού, κ’ εστράφη πίσου κι’ άρχησε να τρέχη. Έπεσα κατόπι του μ’ όλη μου τη δύναμι, μα ήτανε γρηγορώτερος. Δύο φοραίς ετράβηξα πάνω του, δυο φοραίς απάντησε το σκυλί φεύγοντας. Καλά!, είπα, όπου και να πας θα ξαναπεράσης! Α! αυτό λοιπόν ήτο το στοιχειωμένον αίμα, περί ου έλεγεν ο ατυχής αδελφός προς την μητέρα, ότι εσταύρωσε τον φονέα καθ’ οδόν και τον έκαμε να επιστρέψη και να παραιτηθή της μετακομίσεως του ταχυδρομείου! Αι τρίχες μου ηνωρθώθησαν· τα μέλη μου έτρεμον, ως φύλλα φθινοπώρου· δεν ήμην σχεδόν κύριος των αισθήσεών μου. Ο Τούρκος εξηκολούθησε· - Δεκαπέντε μέραις επέρασαν, δεκαπέντε μέραις τον εφύλαγα καρτέρι. Ήτανε στον καιρό του πολέμου. Ο Καϋμακάμης του τόπου έκοψε το σιδηρόδρομο του Λουλεβουργάζ, και έδωσε διαταγή να φύγουν προς την Πόλι· εγώ δεν εσάλεψα. Μια νύχτ’ ακόμη αν περνούσε θα μ’ εσκότωσαν οι Ρούσσοι. Μα ο Θεός μ’ εφύλαξε και μ’ έστειλε τον άνθρωπό μου. Ο ψυχρός ιδρώς έρρεε ποταμηδόν από του μετώπου μου. Ενθυμούμαι ότι δις εχύθην να σφίγξω τον λαιμόν του, να πνίξω την ομολογίαν εις τον λάρυγγά του. Αλλ’ η φρίκη με είχε κατακεραυνώσει. Κ’ ενώ εσωτερικώς ενόμιζον ότι κινούμαι, εξωτερικώς έμενον αδρανής, ως άνθρωπος αποπεπληγμένος. Ο Τούρκος εξηκολούθησεν· - Αυτήν την φορά ήμην καλά κρυμμένος· και για να του πάρω κάθε υποψία τον αφήκα να περάση το γεφύρι. Και σαν είδα πως καταίβηκε στην όχθη κ’ έσκυψε να πιή νερό, επερίμεν’ ακόμη μια στιγμή, για να μη πάρω το κρίμα στο λαιμό μου... Κ’ ύστερα ετράβηξα... - Ω! Άθλιε! Εφόνευσες τον αδελφόν μου! Τότε ηκούσθη εν τω κήπω συγκεχυμένος θόρυβος, εν ω διέκρινον την φωνήν του μικροτέρου μου αδελφού κράζοντος: - Εδώ! εδώ μέσα κοιμάται! Φλόγες πυρσών και λαμπάδων εφώτισαν αιματηρώς τους επί των τοίχων κισσούς, και λάμψις ξιφών και τουφεκίων εχώρησε διά της μικράς θύρας προς το περίπτερον. Ήτον η αστυνομία! Η θύρα μου ηνεώγη μετά πατάγου και πρώτος εισήλθεν ο αδελφός μου. -Άφησ’ τον να τον πάρουν! ανέκραξεν. Είναι φονιάς! Εσκότωσε τον Χαραλαμπή του Μητάκου! Εσκότωσε τον χωριανό μας εμπρός στα μάτια μου! Το δωμάτιον επλήσθη νυκτοφυλάκων, πυροσβεστών και αστυνομικών κλητήρων. Ο Κιαμήλ καρφωμένος εις την θέσιν του, αφήκε να τον δέσουν χωρίς τινος αντιστάσεως, χωρίς συγκινήσεως. Εκεί προήλθεν εκ του πλήθους ο οδηγών αυτούς αξιωματικός, και χαιρετήσας ευγενώς - Τι σύμπτωσις, μοι είπε, κύριε! Τι παράξενος σύμπτωσις σας φέρει εις τον οίκον του φονέως; Τότε τον ανεγνώρισα μόλις. Τον είχον σχετισθή κατά τους πηγαινοερχομούς μου εις το υπουργείον της αστυνομίας. Εγνώριζε την υπόθεσίν μας. Και είχεν αμειφθή διά πάσαν προς ευόδωσιν αυτής προσπάθειάν του. Τον έλαβον λοιπόν κατά μέρος, και τω εξήγησα, πως ο ψυχρώς και απαθώς θεωρών ημάς Κιαμήλ, εφόνευσε μεν άλλοτε τον αδελφόν μου, νομίζων ότι εκδικείται τον φονέα του αδελφοποιτού του, εφόνευσε δε απόψε τον υπό της αστυνομίας ζητούμενον ένοχον ταχυδρόμον, ου την πραγματικήν παρουσίαν εξελάμβανεν, εν τη πλάνη του, ως δαιμονικήν εμφάνισιν προς καταδίωξίν του ερχομένην. Ο αξιωματικός έσφιξε συμπαθητικώς την χείρα μου, και απήγαγε τον δεσμώτην. Τη επαύριον λίαν πρωί κατ’ επίμονον απαίτησίν μου εγκατέλειπεν η μήτηρ μου την βδελυράν εκείνην οικίαν απερχομένη κατ’ ευθείαν εις το χωρίον μας. Δεν συνέφερε κατ’ ουδένα τρόπον να μάθη την αλήθειαν... Είχον παρέλθει τρία περίπου έτη από της νυκτός εκείνης, ότε εισηρχόμην εις το χωρίον μας, πρώτην φοράν αφ’ ότου το εγκατέλιπον παις έτι ων. Πολλά μεταξύ επισυμβάντα νεώτερα δυστυχήματα είχον επισκιάσει τρόπον τινά το παλαιόν εκείνο. Αλλ’ όσω μάλλον επλησίαζον εις τον οίκον μας, τόσο μάλλον προέκυπτεν εκ του βάθους των χρόνων η θλιβερά αυτού ιστορία, τόσω μάλλον ανενεούτο. Η οδοιπορική μου άμαξα παρήλαυνεν ήδη προ μιας ετοιμορρόπου, εγκαταλελειμμένης οικίας. Πας άλλος ήθελεν αισθανθή βαθέως ελεγειακήν θλίψιν, εάν, μετά μακράν επανερχόμενος απουσίαν, εύρισκε νεκρικήν σιγήν εκεί όπου αφήκεν εύθυμον ηχηρόν βίον, καταστροφήν και ερημίαν, εκεί όπου απέλιπε την ευεστώ και την άνεσιν. Εις εμέ τα κλειστά παράθυρα, οι χαίνοντες τοίχοι, η χορτοφυούσα αυλή, ο απερίφρακτος και παντί λυμεώνι αναπεπταμένος κήπος, δεν ηξεύρω πώς ενεποίει παραδόξως ικανοποιητικήν εντύπωσιν. Μοι εφαίνετο ότι θα ελυπούμην, εάν εξηκολούθει ο οίκος εκείνος ν’ ακμάζη. Διότι ήτον ο οίκος του Μητάκου, ο οίκος του Λαμπή, του πρώην ταχυδρόμου. Και τον ταχυδρόμον τούτον δεν ηδυνάμην να μη θεωρώ αίτιον του φόνου του δυστυχούς αδελφού μου. Ο καθ’ αυτό φονεύς είχε παραφρονήσει ενώπιόν μου, κατ’ αυτήν την πρώτην δικαστικήν ανάκρισιν, ευθύς ως εβεβαιώθη τίνος καρδίαν διεπέρασεν η σφαίρα, ην διηύθυνε κατά του φονέως του αδελφοποιτού του. Αλλ’ ως σκοπόν της υπό της τυφλής εκδικήσεως ριφθείσης εκείνης βολής ο ένοχος υιός του Μητάκου υπεκατέστησε μετ’ αθεοφόβου πανουργίας τα στήθη του πτωχού αδελφού μου, όστις είχε την ατυχίαν να τον ομοιάζη όχι μόνον κατά το ανάστημα και την στάσιν, αλλά και κατ’ αυτά τα ενδύματα. Ήτο πλέον αποδεδειγμένον, ότι μόνον διά τούτο παρέπεισε τον εύπιστον νεανίαν να τον διαδεχθή εν τη υπηρεσία του, και εγνώσθη, ότι ήτο τόσον βέβαιος περί του αποτελέσματος της βδελυράς πανουργίας του, ώστε προείπε χαιρεκάκως και αυτήν την ώρα του ολέθρου του αδελφού μου! Όταν εφθάσαμεν προ της οικίας ημών, εξεπλάγην ιδών ένα πιναρόν, ρακένδυτον, γυμνόποδα Δερβίσην, εξερχόμενον της αυλής και τρέχοντα ν’ ανοίξη την θύραν της αμάξης. - Αμάν, σουλτανήμ! Κοκκώνα μπήλμεσιν! Το σώμα μου ανετριχίασεν εκ φρίκης! Αυταί ήσαν αι μόναι λέξεις, ας εξεφώνησεν ο Κιαμήλ, ότε εν πλήρει δικαστηρίω παραφρονήσας έπιπτε λιπόθυμος προ των ποδών μου! - Διά τον Θεόν, Σουλτάνε μου, να μην το μάθη η κοκκώνα! Και ο απαίσιος ήχος της φωνής αυτού, ήχος, ον θα ενόμιζε τις εξελθόντα εκ βαθέος τινός τάφου μάλλον παρά εκ στόματος ανθρώπου, ετάραξε τόσον τα νεύρα μου, ώστε όταν ερρίφθην εις τας αγκάλας της προσδραμούσης μητρός μου, δεν ηξεύρω οποίον παράξενον κράμα βδελυγμίας και οίκτου επλήρου την καρδίαν μου. Ούτως εισεχώρησα εις την αυλήν στρέφων τα νώτα προς το μέρος, όθεν υπέθετον το βδέλυγμα εκείνο παρακολουθούν με. Παρά την ετέραν του οίκου μας πλευράν ήτον ανοικτή η θύρα του κήπου. Εν τω κήπω τούτω ακμάζει ακόμη μία μηλέα, υπό την σκιάν της οποίας τόσον ευτυχείς συνεπαίζομεν άλλοτε, εγώ και οι αδελφοί μου. Αλλ’ αι ηχηραί εκείναι φωναί, οι παιδικοί μας γέλωτες δεν ακούονται πλέον εκεί. Αιωνία σιγή βασιλεύει υπ’ αυτήν, και λευκός λίθινος σταυρός, προ του οποίου καίει ακοίμητος λύχνος, μαρτυρεί την ιερότητα του τόπου. Εκεί κείται τεθαμμένος ο πολύκλαυστος αδελφός μου. Εκεί διηύθυνα δακρυρροών τα βήματά μου. Τα λαμπρότερα ρόδα, τα εκλεκτότερα άνθη κοσμούσι το αναπαυτήριον αυτού. Ο κήπος ημών ήτο πολύ ατημέλητος άλλοτε. Τώρα είναι πλήρης ανθέων, τα οποία φαίνονται ως εάν ανέβλυσαν πολυπληθή εκ του τάφου εκείνου και διεχύθησαν ολίγον κατ’ ολίγον μέχρι των απωτάτων γωνιών του κήπου. - Όλα τα καλλιεργεί ο φτωχός ο Κιαμήλης! εψιθύρισεν η μήτηρ μου θλιβερώς. Αι τρίχες μου ηνωρθώθησαν εκ νέου. Και στραφείς, μετά σπασμωδικώς κινουμένων χειλέων, προς τον περί ου ελάλει, - Σε προστάζω, τον είπον, να μη ξαναπατήσης εις το σπίτι μας! - Ω, ο αρίσκος! ανέκραξεν η μήτηρ μου, μετ’ απεριγράπτου πόνου. Τίνος το λέγεις, παιδί μου; Αμ’ ο φτωχός ούτε ακούει, ούτε μιλεί πλέον! Είναι τρελλός ο καϋμένος! Ο Κιαμήλ προσήλου τους αλαμπείς αυτού οφθαλμούς εις το βάθος του ορίζοντος, ως άνθρωπος ουδόλως εννοών τα περί αυτόν συμβαίνοντα. Επί της κεφαλής εφόρει τώρα πρασινόζωστον κιουλάφιον Δερβίσου, το οποίον τον καθίστα μέχρι γελοίου βαθμού υψηλότατον. Περί το κατεσκληκός αυτού σώμα εκρέματο ερρακωμένον το καφτάνιον της εις ην ανήκε μοναχικής τάξεως. Οι αγκώνες αυτού διεφαίνοντο διά των ρηγμάτων των ιματίων του, αλλά ήτον εζωσμένος λαμπράν δερματίνην ζώνην φέρουσαν επί του θηλυκωτήρος μέγαν εκλεκτόν λίθον, όνυχα της Μέκκας. Η δε μορφή αυτού, είτε ως εκ της απαθείας εν η διετέλει τώρα, είτε ως εκ της επιδράσεως του ηλίου, εφαίνετο υγιεστέρα παρά πρότερον. - Να κουρεύωνται! Είπεν η μήτηρ μου, βλέπουσα προς αυτόν μετ’ οίκτου. - Τον έκαμαν άγιον! Αφ’ ότου ετρελλάθηκε τον έκαμαν άγιον. Και του φιλούν το χέρι, και του φέρνουν φαγητά, και του φέρνουν ρούχα, και θέλουν να τον πάρουν εις του καϋμακάμη το σπίτι. Μα εκείνος δεν τρώγει παρά ξερό ψωμί, δεν φορεί παρά αυτά που βλέπεις, και κοιμάται κατά γης μέσ’ στην αχυρώνα. Και δεν θέλει να φύγη από κοντά μου ό,τι κι αν του κάμουν. Μόνον σαν τον στενοχωρήσουν παρά πολύ, μόνο σαν ταραχθή, βγάζει μία παράξενη φωνή - Για τον Θεό, Σουλτάνε μου, να μην το μάθη η κοκκώνα! - Άλλο απ’ αυτό δεν ηξεύρει τίποτε! Ο αρίσκος ο Κιαμήλης! Και ενώ εκείνη έλεγε ταύτα, εγώ εσυλλογιζόμην την ανήμερον άλλοτε οργήν της κατά του φονέως, το παράπονόν της, ότι ο πτωχός ημών αδελφός εταράσσετο εν τω τάφω του, οσάκις ο φονεύς αυτού επάτει το χώμα, έστω και εις την άκραν του κόσμου, και ανετριχίαζε το σώμα μου εκ της ιδέας, ότι ο φονεύς εκείνος περιπατεί καθ’ εκάστην επί αυτού του τάφου του θύματός του, και έτρεμον μη το πληροφορηθή η ταλαίπωρος. Αυτό θα την εφόνευεν! - Μολαταύτα, τη είπον, εάν τον διώξης εσύ, είμαι βέβαιος, ότι θα φύγη να πάγη με τους εδικούς του. Κάμε μου την χάριν και διώξε τον από το σπίτι μας. - Αμ’ τι λογής δα! ανεφώνησεν εκείνη σχεδόν δακρύουσα. - Εγώ θυμούμαι καμμιά φορά εκείνη την σεισουράδα, που του έδωσε μια κλωτσιά και τον έδιωξεν από το δωμάτιό μας, και λέγω να είχα ένα χέρι απ’ εδώ ως στην Πόλι, να του δώσω μια στο θηλυκό του πρόσωπο. Και συ με λες να τον διώξω εγώ με τα χέρια μου; Κείνος, βλέπεις, άφησε την μητέρα του και ήρθεν εις εμένα. Κουβαλεί νερό, πάγει στον μύλο, πάγει τα ψωμιά στον φούρνο, σκάφτει τ’ αμπέλια, σκουπίζει την αυλή, καλλιεργεί τα λουλούδια πάνω στον τάφο του Χρηστάκη μας· ως και το κανδήλι θέλει να τ’ ανάφτη με το χέρι του! Κ’ εγώ δα μαθές πώς να τον διώξω ύστερα, αφού τον εκύτταξα εφτά μήνες μέσ’ στο στρώμα, σαν το παιδί μου! Ας τώβρη από τον Θεό όποιος τον εκατάντησε σε τέτοια δυστυχία! Έλα, νάχης την ευχή μου, γυιόκα μου, άφες τον ταλαίπωρο με την συμφορά του, και πες μου δα μαθές, ευρέθηκεν ο φονιάς; Ως τόσο δεν ειμπόρεσε να βρεθή ποιος ήτανε! - Όχι! απεκρίθην εγώ, όστις τον έβλεπον ενώπιόν μου. Διότι ανελογίσθην όσα μοι έλεγε περί αυτού· παρέβαλον την αγαθότητα του παράφρονος με την βδελυράν πανουργίαν του πρώην ταχυδρόμου, και δεν ήξευρον να εύρω, ποίος εκ των δύο ήτον ο φονεύς του αδελφού μου! Γεώργιος Βιζυηνός (1849 - 1896) Ο Γεώργιος Βιζυηνός γεννήθηκε το 1849 στη Βιζύη της Θράκης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Μιχαηλίδης. Έμεινε ορφανός από πατέρα στα πέντε του χρόνια και στα δέκα του στάλθηκε στην Πόλη, κοντά σε κάποιον συγγενή του για να μάθει τη ραπτική τέχνη. Δύο χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του τελευταίου, ο οποίος υπήρξε τυραννικός απέναντι στο μικρό Γεώργιο, στάλθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου ως υποτακτικός του αρχιεπισκόπου Σοφρωνίου Β΄ με φροντίδα του ευεργέτη του εμπόρου Γιάγκου Γεωργιάδη Τσελεμπή. Στην περίοδο της παραμονής του στην Κύπρο (περίπου 1868 ως 1872) τοποθετούνται οι πρώτες σπουδές του, τις οποίες ακολούθησαν το 1872 μαθήματα στο Ελληνικό Λύκειο του Πέραν στην Κωνσταντινούπολη, υπό τη διεύθυνση του Γεωργίου Χασιώτη και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης με δάσκαλο και συμπαραστάτη του τον τυφλό ποιητή και θεολόγο Ηλία Τανταλίδη. Ο επόμενος χρόνος της ζωής του Βιζυηνού σημαδεύτηκε από τη γνωριμία του με τον τραπεζίτη και εθνικό ευεργέτη Γεώργιο Ζαρίφη, ο οποίος τον έθεσε για πολλά χρόνια υπό την προστασία του. Με τη βοήθεια του τελευταίου ο Βιζυηνός τύπωσε στην Κωνσταντινούπολη την πρώτη του ποιητική συλλογή Ποιητικά Πρωτόλεια και έφυγε για την Αθήνα, όπου τελείωσε το γυμνάσιο της Πλάκας. Το 1874 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό το επικό ποίημα Ο Κόδρος και βραβεύτηκε με εισήγηση του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, όμως η βράβευσή του προκάλεσε αρνητικά σχόλια και αντιδράσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους. Το ίδιο έτος γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας για ένα χρόνο και το 1875 έφυγε για σπουδές στη Γερμανία. Είχε προηγηθεί μια δεύτερη (αποτυχημένη αυτή τη φορά) συμμετοχή του στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με το ποίημα Διαμάντω. Στη Γερμανία σπούδασε (1875 – 1880) στο Γκαίτιγκεν, τη Λειψία (υπήρξε μαθητής του Βίλχελμ Βουντ) και το Βερολίνο (με δάσκαλο τον Έντουαρντ Τσέλλερ) και το ενδιαφέρον του στράφηκε κυρίως στη φιλοσοφία και την ψυχολογία. Η διδακτορική διατριβή του είχε ως θέμα την ψυχολογική και παιδαγωγική αξία του παιδικού παιχνιδιού. Στο μεταξύ το 1876 βραβεύτηκε ξανά στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με εισήγηση του Θεόδωρου Ορφανίδη για τη λυρική ποιητική συλλογή Βοσπορίδες αύραι, ενώ τον επόμενο χρόνο (1877) τιμήθηκε με έπαινο για τις Εσπερίδες. Το 1881 επισκέφτηκε το Σαμακόβι (ή Σαμάκοβο) της Ανατολικής Θράκης για να ασχοληθεί με μια επιχείρηση μεταλλείων, υπόθεση η οποία είχε στενή σχέση με τη μελλοντική ψυχική του ασθένεια. Το 1882 επέστρεψε στην Αθήνα, ταξίδεψε στο Παρίσι και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου ετοίμασε τη νέα του διατριβή με τίτλο Η φιλοσοφία του Καλού παρά Πλωτίνω. Το 1884 πέθανε ο Γεώργιος Ζαρίφης, ο οποίος υπήρξε προστάτης του για 11 χρόνια και ο Βιζυηνός μπήκε στην τελευταία περίοδο της ζωής του, η οποία συνοδεύτηκε από οικονομική ανέχεια. Συνέχισε να ασχολείται με την αποτυχημένη μεταλλευτική επιχείρηση στο Σαμοκόβι, ενώ εργάστηκε ταυτόχρονα ως δάσκαλος της μέσης εκπαίδευσης και από το 1890 ως καθηγητής ρυθμικής και δραματολογίας στο Ωδείο Αθηνών. Εκεί γνώρισε το 1892 τη μόλις δεκατετράχρονη μαθήτριά του Μπετίνα Φραβασίλη, την οποία ερωτεύτηκε. Ο άτυχος έρωτάς του στάθηκε μοιραίος, καθώς προστέθηκε στα προηγούμενα χτυπήματα της ζωής του και τον οδήγησε στη ψυχασθένεια. Το ίδιο έτος εγκλείεται στο Δρομοκαΐτειο, όπου έζησε σε κατάσταση προϊούσας παραλυσίας και πέθανε το 1896 σε ηλικία σαράντα επτά χρονών. Στο λογοτεχνικό έργο του Βιζυηνού συναντώνται στοιχεία από την Φαναριώτικη παράδοση με στοιχεία ηθογραφίας και ψυχογραφικής διείσδυσης, καθώς επίσης επιδράσεις από τα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής του. Οι καρποί της συνύπαρξης αυτής ωριμάζουν στο πέρασμα του χρόνου, τόσο στην ποίηση, όσο και στην πεζογραφία του. Ως το ωριμότερο από τα ποιητικά έργα του θεωρείται η συλλογή Ατθίδες αύραι, που τυπώθηκε στο Λονδίνο (1883) και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τον Κωστή Παλαμά. Έγραψε επίσης λαογραφικές, φιλοσοφικές και άλλες μελέτες. Το είδος στο οποίο διέπρεψε ωστόσο στάθηκε το διήγημα. Ο Βιζυηνός από τους πρωτοπόρους της στροφής του νεοελληνικού διηγήματος προς τις λαϊκές παραδόσεις και τον ψυχογραφικό ρεαλισμό, ευθυγραμμιζόμενος με τα αιτήματα της γενιάς του 1880. Την πεζογραφική του παραγωγή αποτελούν πέντε διηγήματα (δυο από τα οποία παιδικά), τρεις νουβέλες και τέσσερα αφηγήματα δημοσιευμένα στα περιοδικά Εστία, Διάπλασις των παίδων, Εβδομάς και στην εφημερίδα Ακρόπολις. Παύλος Νιρβάνας Ερωτικαί εκδικήσεις, Βιογραφικά. Όταν βλέπω κάποιον να περπατή επάνω-κάτω, όπως ο μακαρίτης ο Bέρθερος, και να μελετά μίαν ερωτικήν εκδίκησιν, λέγω από μέσα μου: «Iδού ένας άνθρωπος, που ετοιμάζεται να κάμη μίαν ανοησίαν!». Kαθένας την κάμνει με τον τρόπον του. Άλλος φονεύει. Aλλά ο θάνατος είναι μυστήριον. Άλλος αυτοκτονεί. Aλλά η αυτοκτονία είναι μία ηλιθιότης. Άλλος σπεύδει να υπανδρευθή με το πρώτον αδέσποτον θήλυ, που συναντά εις τον δρόμον του, φανταζόμενος ότι εκδικείται με τον τρόπον αυτόν εκείνην, που έπαυσε να τον αγαπά. Aυτό είναι ξεκαρδιστική κωμωδία. Άλλος γράφει ένα δράμα, εις το οποίον καυτηριάζει τας γυναίκας με πεπυρακτωμένον σίδηρον. Aυτός, απλούστατα μαξιλαρώνεται. Yπήρξεν ένας άνθρωπος, ο οποίος, δια να εκδικηθή την γυναίκα του, κατήργησεν, εν στιγμή παραφοράς, το φύλον του με την μάχαιραν του δημίου. Mε αυτόν γελούν οι αιώνες. Kανείς, με μίαν λέξιν, δεν εστάθη ικανός να εκδικηθή επαξίως μίαν γυναίκα εις τον κόσμον αυτόν. Tο πράγμα είναι ευεξήγητον. Όλοι οι εκδικηταί της γυναικείας απιστίας ενεργούν μ' ένα τρόπον εσφαλμένον εις την βάσιν του. Eνεργούν δηλαδή μ' ένα τρόπον υπερβολικά σοβαρόν και πολύ συχνά τραγικόν. Προτιμούν την τραγωδίαν εκεί, όπου κατ' εξοχήν θα ήτο ενδεδειγμένη η φάρσα. Yποδύονται τον κόθορνον του τραγωδού, ενώ ο ακαταλληλότερος άνθρωπος δια να παίξη ένα σοβαρόν ρόλον εις το θέατρον της ζωής είναι ο ατυχήσας εραστής. Kαι, ενώ ορέγεται τας δάφνας ενός Tάλμα, δέχεται τα μαξιλάρια της πλατείας επί της κεφαλής του. Δι' αυτό ακριβώς οι σοφώτεροι δεν περιπατούν πια επάνω-κάτω, μετά την προδοσίαν ή την εγκατάλειψιν, όπως ο μακαρίτης Bέρθερος, και δεν μελετούν μίαν εκδίκησιν. Σηκώνονται από το γεύμα, όπου εμισοτελείωσαν το φαγί των, σκουπίζουν το στόμα των με την πετσέταν, πληρώνουν και φεύγουν, ως να μη τους συνέβη τίποτε, αφίνοντες έναν άλλον ν' αποτελειώση την μερίδα των. Έτσι διασώζουν την αξιοπρέπειάν των, χωρίς να μείνουν και εντελώς ανεκδίκητοι. Διότι γνωρίζουν ότι είναι εντελώς περιττόν να εκδικήται καθένας χωριστά την αιωνίαν γυναίκα. Δι' αυτήν υπάρχουν οι εκ Θεού απεσταλμένοι εκδικηταί, που είναι οι Δον Zουάν όλων των τόπων και όλων των εποχών, και οι οποίοι δεν κάμνουν άλλο, παρά να εκδικούνται διαρκώς δια τον εαυτόν τους και δια τους άλλους. Eν τούτοις, οφείλομεν να κάμωμεν τιμητικήν εξαίρεσιν δια τον άνθρωπον, ο οποίος προ ολίγων ημερών επραγματοποίησε πρωτότυπον εκδίκησιν εις την Aκρόπολιν αυτήν της κοινοτοπίας, που είναι αι Aθήναι. Eίδατε από τας εφημερίδας, τί έκαμεν ο μεγαλοφυής αυτός. Eπήγε νύκτα εις την θύραν της απίστου και της ετοιχοκόλλησε μίαν επιγραφήν: «Eδώ υπάρχει ευλογιά». Tίποτε άλλο! Tο άλλο πρωί οι διαβάται επερνούσαν, εσταματούσαν, εδιάβαζαν και έφευγαν έντρομοι μακρυά. O γαλατάς δεν εκτύπησε την θύραν εκείνο το πρωί. O μανάβης δεν εσταμάτησεν. O γραμματοκομιστής, που έφερνε μίαν ερωτικήν επιστολήν, την εξανάβαλεν εις τον σάκκον του και έφυγεν. O νέος εραστής, μόλις επλησίασεν εις την γωνίαν του δρόμου και πριν παρελάση ακόμη υπό το θρυλικόν παράθυρον, ανέκρουσε με τρόπον πρύμναν και δεν εφάνη πλέον. Όταν η άπιστος αντελήφθη την συμφοράν και έστειλε να ξεσχίσουν την καταχθονίαν επιγραφήν, ήτο πλέον αργά. O προδοθείς εραστής είχεν εκδικηθή! Kαι είχεν εκδικηθή κυρίως, διότι η άπιστος τον εφαντάζετο ξεκαρδισμένον από τα γέλια εις μίαν γωνίαν του δρόμου, εν ώ θα ήθελε να τον φαντασθή απηγχονισμένον από την οροφήν του δωματίου του. Όταν τον ερώτησαν εις την Aστυνομίαν, διατί προέβη εις την αθλίαν αυτήν πράξιν, λέγουν ότι απεκρίθη αφελέστατα: ― Ήθελα να της στείλω τη βλογιά στα όμορφα μουτράκια της. Aφού δεν μπορούσα να το κάμω, της την έστειλα στην πόρτα της. Aς μπολιασθή να είναι ήσυχη! Kαι η Aστυνομία απέλυσε τον εραστήν και έστειλε τον αστυίατρον να εμβολιάση την ερωμένην, δια κάθε ενδεχόμενον και δια την ησυχίαν της συνοικίας. H φάρσα και η εκδίκησις έλαβε τοιουτοτρόπως την ωραίαν της συνέχειαν. Παύλος Νιρβάνας: Οδοιπόρος Δε θέλω εγώ τριαντάφυλλα στον έρημό μου δρόμο, δέντρο δεν θέλω να σταθώ, πηγή να ξεδιψάσω. Εγώ ανεβαίνω το βουνό, μ' ένα σταυρό στον ώμο. Του φθινοπώρου ας απλωθούν τα φύλλα, να περάσω. Ο Παύλος Νιρβάνας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη) γεννήθηκε στη Μαριούπολη της Ρωσίας, γιος του εμπόρου Κωνσταντίνου Απ. Κουμιώτη από τη Σκόπελο και της Μαριέτας Ιω. Ράλλη από τη γνωστή οικογένεια της Χίου. Σε παιδική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1883-1890) και μετά την αποφοίτησή του κατατάχθηκε στο βασιλικό ναυτικό ως ανθυπίατρος. Η πορεία του ήταν ανοδική και ως το 1922, οπότε παραιτήθηκε με το βαθμό του αρχίατρου είχε διατελέσει πρόεδρος της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Ναυτικού και τμηματάρχης του Υπουργείου Ναυτικών. Μετά την παραίτησή του αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και τη συγγραφή. Το 1928 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Από τα μαθητικά του χρόνια έδωσε δείγματα της αγάπης του για τη λογοτεχνία και σε νεαρή ηλικία δημοσίευσε άρθρα στις εφημερίδες του Πειραιά Σφαίρα και Πρόνοια. Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Νιρβάνα στα γράμματα τοποθετείται το 1884, οπότε εξέδωσε την ποιητική συλλογή Δάφναι εις την 25ην Μαρτίου και παράλληλα άρχισε να δημοσιεύει χρονογραφήματα (στις εφημερίδες Άστυ, Ακρόπολη και από το 1905 στην Εστία με το ψευδώνυμο Κύριος Άσοφος) και κείμενα σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής (Τέχνη, Παναθήναια, Νέα Εστία, Το Περιοδικόν μας, Ασμοδαίος, Μη χάνεσαι κ.α.). Σε νεαρή ηλικία πήρε επίσης μέρος στην έκδοση του σατιρικού περιοδικού Αθήναι ως μέλος της λογοτεχνικής Συντροφιάς των δώδεκα. Η δεύτερη και τελευταία ποιητική του συλλογή είχε τίτλο Παγά λαλέουσα (1907) ενώ έγραψε επίσης μελέτες, κριτικά δοκίμια, διηγήματα, θεατρικά έργα και δύο μεταφράσεις από τον Πλάτωνα και τον Κνουτ Χάμσουν. Ο Παύλος Νιρβάνας τοποθετείται τόσο χρονικά όσο και βάσει του συνόλου του έργου του στον κύκλο του Κωστή Παλαμά. Η γραφή του είναι επηρεασμένη από τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα του αισθητισμού και συμβολισμού, καθώς και από τη φιλοσοφική σκέψη του Φρειδερίκου Νίτσε, με την οποία ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή από τις σελίδες της Τέχνης του Κώστα Χατζόπουλου, όπου υπήρξε συνιδρυτής. Αξιόλογα είναι τα κριτικά του δοκίμια, ενώ στο χώρο της πεζογραφίας ασχολήθηκε αρχικά με το διήγημα και στη συνέχεια με το μυθιστόρημα. Στο πεζογραφικό του έργο κυριαρχούν ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία, ενώ τα θεατρικά του έργα κινούνται στα πρότυπα της ιψενικής γραφής. Έντονη παρουσιάζεται στο έργο του η επιρροή που δέχτηκε από τη φιλοσοφία του Νίτσε. Η γλωσσική του έκφραση πέρασε σταδιακά από την καθαρεύουσα σε μια μεικτή γλώσσα και τέλος στη δημοτική, με σταθερό χαρακτηριστικό το εξαιρετικά φροντισμένο ύφος. Το 1928 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, θέση από την οποία συνέβαλε στην ανάδειξη λογοτεχνών όπως οι Ιωάννης Κονδυλάκης, Σπύρος Μελάς και Γρηγόριος Ξενόπουλος. Πέθανε το 1937, σε ηλικία εξηνταενός χρόνων, από βρογχοπνευμονία, στο σπίτι του στο Μαρούσι. Κωνσταντίνος Θεοτόκης Πίστομα Κορφιάτικες ιστορίες, Βιογραφικά. Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης. Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια. O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε. Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία. Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε: "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;" T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας. "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία." Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε: "Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!" Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα. Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε. "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος." "Tον σκότωσες!" Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε. Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι. Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο. Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε. Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του: "Bάλ'το πίστομα μέσα". Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872 - 1923) Ο Στέφανος-Κωνσταντίνος (Ντίνος) Θεοτόκης, γεννήθηκε, στην οικία που διατηρούσε η οικογένεια του στην πόλη της Κέρκυρας, στις 13 Μαρτίου 1872. Ήταν ένα από τα δέκα παιδιά του Μάρκου-Αλοΰσιου Θεοτόκη και της Αγγελικής Πολυλά, ανεψιάς του Ιακώβου Πολυλά. Σε ηλικία 17 ετών, το 1889, γνώστης ήδη τριών ξένων γλωσσών (της ιταλικής, της γαλλικής και της γερμανικής), αναχώρησε για το Παρίσι και εγγράφηκε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Παραμένει στο Παρίσι για δύο χρόνια και στη συνέχεια επιστρέφει στην Κέρκυρα μέσω Βενετίας, όπου γνωρίζει την Βαρώνη Ερνεστίνη Μάλλοβετς φον Μάλλοβιτς ουντ Κοσορ (Mallowetz von Mallowitz und Kossor). Το 1893 επιστρέφει στην Βενετία και παντρεύεται την Ερνεστίνη στις 11 Σεπτεμβρίου 1893 στην Πράγα. Εγκαταλείπει τις σπουδές του και μαζί με τη σύζυγό του επιστρέφουν στην Κέρκυρα και εγκαθίστανται στους Καρουσάδες. Το 1895, εκδίδεται στα γαλλικά το πρώτο πεζογράφημά του Vie de montagne, από το οποίο φάνηκε η ιδιαίτερη συγγραφική του κλίση, ενώ παράλληλα γεννιέται η κόρη του Τίνα (Τίνερλ - Tinerl). Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης επηρεάστηκε αρχικά από τη γερμανική ιδεοκρατία και ιδιαίτερα από τον Νίτσε. Τρανή απόδειξη Το Πάθος (1899), που αποτελεί πιστή απήχηση του Τάδε έφη Ζαρατούστρας (1883-4). Την εποχή αυτή ζει μία αρχικά ήρεμη ζωή στους Καρουσάδες, την οποία εκτός από τα βιβλία του και το συγγραφικό του έργο, τη θερμαίνει η φιλία του με τον Μαβίλη. Μαζί συμμετέχουν σε εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες (όπως η επανάσταση της Κρήτης το 1896 και της Θεσσαλίας το 1897) και σε τοπικές πρωτοβουλίες, (εναντίον της απόφασης του δήμου της Κέρκυρας για την εγκατάσταση ρουλέτας στο νησί, το 1902). Το 1898, βρίσκεται στο Γκράτς όπου παρακολουθεί για διάστημα έξι μηνών πανεπιστημιακά μαθήματα. Στο ταξίδι αυτό συνοδεύεται από την οικογένεια του. Το 1900 χάνει την κόρη από μηνιγγίτιδα και αφοσιώνεται στο έργο του. Συμμετέχει στην Συντροφιά των Εννέα και σχεδιάζει την οργάνωση ενός συνεδρίου δημοτικιστών στην Κέρκυρα με την παρουσία του Αλέξ. Πάλλη (1905). Παράλληλα, μεταφράζει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, και από τα σανσκριτικά Βέδες και αποσπάσματα επών απ’ την ινδική λογοτεχνία και δημοσιεύει σχετικές του μεταφράσεις και τα πρώτα του πεζά στα περιοδικά της εποχής (Η τέχνη 1898-1916, Ο Διόνυσος 1901-1902, Ο Νουμάς 1904-1916). Ταξιδεύει για επιμόρφωση και πάλι στην Ευρώπη, παρακολουθώντας με την ιδιότητα του ακροατή για τέσσερα εξάμηνα μαθήματα στο πανεπιστήμιο του Μονάχου (1907- 1909). Επιστρέφοντας, συνδέεται με τον Χατζόπουλο με τον οποίο αλληλογραφεί ανταλλάσσοντας ιδέες, ενώ το 1911 ψυχραίνεται με τον Μαβίλη για ιδεολογικούς λόγους. Συμμετείχε στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού ομίλου και του Αλληλοβοηθητικού εργατικού συνδέσμου Κερκύρας (1910-1914), ενώ παράλληλα υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του κινήματος για την χειραφέτηση των γυναικών. Η εποχή αυτή είναι η πλέον παραγωγική και δραστήρια περίοδος του Κ. Θεοτόκη. Γνώστης πλέον δέκα γλωσσών πέραν των Ελληνικών, πέντε ομιλουμένων (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά) και πέντε νεκρών (αρχαία Ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, αρχαία περσικά και σανσκριτικά) εκδίδει μεταφράσεις και δικά του αυτοτελή έργα στην Κέρκυρα (Η τιμή και το χρήμα, Η Σακούνταλα του Καλιδάσα), στην Τυβίγγη (Τα Γεωργικά του Βιργιλίου) και στην Αλεξάνδρεια (Το Νάλας και Νταμαγιάντη από το ινδικό έπος Μαχαμπαράτα, σε μετάφραση Λ. Μαβίλη και συμπλήρωση δική του). Έχει πλέον εγκατασταθεί από το 1914 στην πόλη της Κέρκυρας. Το μεταφραστικό του έργο δεν περιορίζεται σε μεταφράσεις από τα σανσκριτικά και τα λατινικά αλλά εμπλουτίζεται με μεταφράσεις από ποιήματα του Σαίξπηρ (Οθέλλος, Τρικυμία, Μακβέθ), του φιλοσοφικού ποιήματος του Λουκρητίου Περί Φύσεως και έργων αρχαίων ελλήνων συγγραφέων. Τότε καταστρώνεται, στις δύο αρχικές μορφές του και το μυθιστόρημα Οι σκλάβοι στα δεσμά τους και ολοκληρώνεται η Ιστορία της ινδικής λογοτεχνίας. Το 1917 μετακομίζει στην Αθήνα, όπου του προσφέρεται η θέση του διευθυντού Λογοκρισίας από την οποία και παραιτείται μετά από δύο μέρες (1917). Διορίζεται προσωρινά ως έκτακτος υπάλληλος στην «Υπηρεσία Ξένων και Εκθέσεων» και οριστικά στην Εθνική Βιβλιοθήκη, αρχικά ως γραμματέας και έπειτα προάγεται σε τμηματάρχη β' τάξεως (1918). Την περίοδο αυτή έρχονται στο φως τα δοκιμότερα πεζά έργα του (Κατάδικος, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους) και μεταφράσεις του όπως από τον Γκαίτε (Ερμάννος και Δωροθέα), από τον Σαίξπηρ (Άμλετ, Βασιληάς Λήρ), από τον Φλωμπέρ (Η κυρία Μποβαρύ, δύο τόμοι) και από τον Russel (Τα προβλήματα της Φιλοσοφίας). Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου πολέμου και την πτώση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας η γυναίκα του Ερνεστίνη χάνει όλη της την περιουσία, την οποία είχε κληρονομήσει μετά τον θάνατο των άκληρων αδελφών της, δηλαδή στο διάστημα 1903-1914 μετά τον γάμο της με τον συγγραφέα. Προσβεβλημένος από την επάρατη νόσο (1922) συνεχίζει το συγγραφικό του έργο με το πεζό: «Ο παπά Ιορδάνης Περίχαρος και η ενορία του». Πρόλαβε να γράψει τις πρώτες τριάντα σελίδες. Πέθανε στο σπίτι του ζωγράφου Άγγελου Γυαλινά, στην Κέρκυρα, την 1η Ιουλίου 1923 αφήνοντας το μερίδιό του από την πατρική του περιουσία στη σύζυγό του Ερνεστίνη. Εμμανουήλ Ροΐδης Ιστορία ενός τουφεκισμού Αφίνοντες άθικτον το πολύπλοκον ζήτημα της ανάγκης της θανατικής ποινής, τούτο μόνον αρκούμεθα περί των τελευταίων αθρόων καρατομήσεων να παρατηρήσωμεν, ότι προς επιτυχίαν του κυριωτάτου αυτής σκοπού, ήτοι της εκφοβίσεως των υποψηφίων φονέων, εθεωρήθησαν πανταχού και πάντοτε δύο τινά ως απαραίτητα: Η εφαρμογή της φοβεράς ποινής, εφ' όσον είναι ακόμη νωπή η εκ του κακουργήματος εντύπωσις, και η εκτέλεσις αυτής εις τον τόπον όπου τούτο διεπράχθη. Την αγγελίαν της απορρίψεως της αναιρέσεως και της αιτήσεως χάριτος κομίζει εν Γαλλία εις τον κατάδικον αυτός ο ιερεύς ο επιφορτισμένος να τον εξομολογήση, ακολουθούμενος παρά πόδας υπό του δημίου. Μεταξύ του φόνου του αρχιεπισκόπου των Παρισίων και της καρατομήσεως του φονέως εμεσολάβησαν ένδεκα μόνον ημέραι, εντός των οποίων ανεκρίθη, εδικάσθη, κατεδικάσθη και απεκεφαλίσθη. Η τοιαύτη σπουδή ήτο αληθώς κάπως έκτακτος, αλλά και ο συνήθης μέσος όρος του μεταξύ της καταδίκης και της εκτελέσεως αυτής χρόνου σπανίως υπερβαίνει τας δυο εβδομάδας, ως δύναταί τις να πεισθή αναπολών εις την μνήμην του τα κατά την καρατόμησιν του Λαπομμερί, του Τρόμπαν, του Δεβιέζ, του Πράδον, του Πραντζίνη και των άλλων ονομαστών κακούργων. Και εφ' όσον μεν η υπόθεσις ευρίσκεται εκκρεμής προ του ακυρωτικού, ο κατάδικος δύναται ευλόγως να ελπίζει· άμα δε ουδέν έχει πλέον να ελπίση, η απελπισία του δεν παρατείνεται πέραν της ημισείας ώρας, όση δηλ. απαιτείται δια να ενδυθή, εξομολογηθή και να μεταβή εκεί όπου επήχθη η λαιμητόμος. Ούτω γίνεται και εις την Αυστρίαν, την Ιταλίαν, την Αγγλίαν και την Γερμανίαν με μόνην την διαφοράν ότι εις τα δύο τελευταία κράτη είναι ακόμη βραχύτεραι αι προθεσμίαι. Η εντός ωρισμένου και ουχί μακρού χρόνου εκτέλεσις της θανατικής αποφάσεως εθεωρήθη πανταχού επιβαλλομένη, όχι μόνον προς επιτυχίαν του σκοπού της ποινής αλλά και υπό του οφειλομένου εις τον μέλλοντα να την υπομείνη ανθρωπίνου οίκτου. Εις τί τω όντι δύναται να χρησιμεύση η παράτασις της αγωνίας του ουδέν πλέον δικαιουμένου να ελπίζη; Τα ανωτέρω, τα απανταχού ισχύοντα, φαίνονται τόσον αναμφισβητήτως δίκαια, φιλάνθρωπα και ορθά, ώστε άλυτον αίνιγμα απομένει πώς μόνον αι ελληνικαί κυβερνήσεις κατώρθωσαν να προτιμήσωσι τα ακριβώς ενάντια. Η μετά πάροδον ολοκλήρων ετών θανάτωσις του φονέως άγει αυτούς εκείνους τους εν αρχή μετ' αδημονίας ερωτώντας “διατί δεν κόπτουν το θηρίον”, να ερωτώσι “διατί σφάζεται ο άνθρωπος”, αφού λησμονηθή το έγκλημά του. Ο πριν και παρ' ημίν συνήθης εν αυτώ τω τόπω όπου διεπράχθη το κακούργημα αγνισμός αυτού δια του αίματος του επί μακρόν χρόνον μαστίσαντος την επαρχίαν γνωστού εις πάντας κακούργου, ήτο βεβαίως πολύ σωφρονιστικώτερος της σφαγής εις άλλον τόπον αγνώστου εις τους παρισταμένους καταδίκου. Και τούτο όμως εθεωρήθη εσχάτως ως επουσιώδες και πολύ απραγμονέστερον να ιδρυθή έν κεντρικόν σφαγείον. Εκείνο το οποίον δεν υπήρξε δυνατόν να κατορθωθή εις τας Αθήνας δια την σφαγήν των ζώων, κατωρθώθη εις το Ναύπλιον δια την σφαγήν ανθρώπων. Τας πριν περιοδείας της λαιμητόμου διεδέχθησαν αι περιοδικαί αθρόων καταδίκων σφαγαί. Απίστευτον φαίνεται αλλά και ακριβέστατον είναι ότι διατηρούνται παρ' ημίν κεντρικαί αποθήκαι καταδίκων εκ των οποίων εξάγεται ανά διετίαν ή τριετίαν δεκαπεντάς ανθρώπων δια να σφαγή. Η διαλογή των θυμάτων, αγνοούμεν αν κατά κλήρον ή κατ' άλλον τρόπον γίνεται μεταξύ τριπλασίου, τετραπλασίου ή και δεκαπλασίου αριθμού συγκαταδίκων εις την αυτήν ποινήν. Οι κατάδικοι τω όντι εις θάνατον αποτελούσι παρ' ημίν ιδιαιτέραν και ικανώς πολυάριθμον τάξιν καταδίκων, τελείως άγνωστον εις πάσαν άλλην χώραν, δια τον λόγον ότι πανταχού ο καταδικασθείς εις θάνατον ή θανατώνεται ή αξιούμενος χάριτος μεταβάλλεται εντός τακτής προθεσμίας από καταδίκου εις θάνατον εις κατάδικον εις δεσμά ή εις άλλην οιανδήποτε ποινήν. Μόνον εν Ελλάδι ημπορεί να πολυχρονήση υπό την ιδιότητα καταδίκου εις θάνατον, δυνάμενος μεν ν' αποθάνη και εκ γεροντικού μαρασμού, αλλά και δεκτικός καρατομήσεως από μιας εις άλλην ημέραν, χωρίς να ηξεύρη διατί. Όπως το ξίφος επί της κεφαλής του Δαμοκλέους, ούτω επικρέμαται ισοβίως και επί της ιδικής του η κοπίς της λαιμητόμου. Πάντα ταύτα φαίνονται τόσον άτοπα, αλλόκοτα, απάνθρωπα και βδελυρά, ώστε εκλίνομεν επί πολύν χρόνον να πιστεύσωμεν, ότι υπήρχον ίσως ιδιαίτεροί τινες ιστορικοί, διοικητικοί, πολιτικοί ή άλλοι άγνωστοι εις ημάς λόγοι, επιβάλλοντες τας τοιαύτας εκτροπάς από της απανταχού κρατούσης συνηθείας. Τους λόγους τούτους εζητήσαμεν πλειστάκις να πληροφορηθώμεν ερωτώντες δικαστάς, εισαγγελείς, τμηματάρχας, υπουργούς και όσους άλλους ηδυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως αρμοδίους να φωτίσωσιν ημάς περί τούτου. Αι απαντήσεις όμως αυτών ημιλλώντο κατά την ποικιλίαν προς τα χρώματα της Ίριδος ή της στολής του Αρλεκίνου. Εκ των αντιφάσεων αυτών ουδέν άλλο ηδυνήθημεν να συμπεράνωμεν παρά μόνον ότι ουδ' αυτοί εκαλογνώριζαν, διατί πρέπει η Ελλάς ν' αποτελή μοναδικήν εξαίρεσιν της απανταχού επικρατούσης τάξεως και σοβαρότητος περί την διαχείρισιν του απονεμομένου εις το Κράτος φοβερού δικαιώματος του φονεύειν. Το μόνον βέβαιον είναι ότι δια της μακράς συνηθείας κατήντησαν τα παρ' ημίν διαπραττόμενα ασυνείθιστα να χάσωσι την φρικαλέαν αυτών πρωτοτυπίαν. Ο τύπος γράφει εκάστοτε περί τούτων, απλώς δια τον τύπον, ολίγας τινάς γραμμάς ουδεμιάς αξιουμένας απαντήσεως παρά των υπευθύνων, και τα πράγματα εξακολουθούσι να διανύωσι την τακτικήν ή μάλλον την άτακτον αυτών τροχιάν. Ως δεν κατώρθωσαν οι αστρονόμοι να εξηγήσωσι διατί, ενώ πάντες οι λοιποί πλανήται στρέφονται περί εαυτούς από δυσμών προς ανατολάς, μόνος ο πλανήτης Ουρανός στρέφεται απ' ανατολών προς δυσμάς, ούτως αδύνατον φαίνεται ν' ανευρεθή και ο λόγος δια τον οποίον ουδέν πρέπει να γίνεται εις την Ελλάδα, όπως εις πάντα τα λοιπά κράτη, τα έχοντα την αξίωσιν να λέγωνται πολιτισμένα. Και όχι μόνο αδύνατος είναι η ανεύρεσις του λόγου, αλλά και η αναζήτησις αυτού φαίνεται μετέχουσα του γελοίου. Ο ερωτών λ.χ. διατί είναι παρ' ημίν δεκαπλάσιος του αλλαχού των φόνων και των αναιρέσεων ο αριθμός· διατί την ποινήν της φυλακίσεως αντικαθιστά εις τα εγκλήματα του τύπου η της προφυλακίσεως· διατί εξ όλων των κρατών του Αίμου μόνη η Ελλάς δεν πρέπει να έχη στρατόν· διατί δεν καταδιώκονται οι κλέπτοντες τας δικογραφίας εκ του γραφείου της Βουλής· διατί μεταβάλλονται εις κοπρώνας τα αρχαία μνημεία, διατί αντί του κ. Τσούντα διδάσκει ο κ. Οικονόμου την αρχαιολογίαν, ή πώς συμβαίνει να θεωρή ο κ. Δηλιγιάννης επιλήψιμον την εξύβρισιν του Βασιλέως, κινδυνεύει να κατηγορηθή ως καθ' υπερβολήν απλοϊκός, ως αναζητητής ψύλλων εις τ' άχυρα, ως κοπανιστής αέρος, αν όχι και ως ιδιότροπος, δύστροπος, παράξενος, ασυμβίβαστος και ανάξιος να συγκαταλέγεται μεταξύ των εξύπνων Ρωμηών. Ο τίτλος διορθωτού του ρωμέικου κατήντησε ν' αμιλλάται κατά την γελοιότητα προς τον του τετραγωνισμού του κύκλου. Τούτον φοβούμενοι περιωρίσθημεν από ικανών ήδη ετών να λέγωμεν εις τους αναγνώστας μας παραμύθια περί γάτων, σκύλων, αλόγων, βοών και Συριανών συζύγων. Σήμερον όμως προτιμώμεν κατ' εξαίρεσιν να διηγηθώμεν εις αυτούς μίαν αληθεστάτην ιστορίαν, ήτις έχει το πλεονέκτημα να ομοιάζη παραμύθι και πλην αυτού να συνδέεται στενώς με το μέγα ζήτημα της θανατικής ποινής. Ως πάντες γνωρίζουσι, το εκτάκτως φοβερόν της ποινής αυτής έγκειται εις τας προηγουμένας της εκτελέσεως αγωνιώδεις ώρας του καταδίκου. Ενώ τον εφορμώντα κατ' εχθρικού προμαχώνος στρατιώτην ή τον πνέοντα τα λοίσθια ασθενή υποστηρίζει μέχρι τελευταίας πνοής η ελπίς ότι ενδέχεται να σωθώσιν, εις μόνον τον κατάδικον επιβάλλεται ν' αντικρύση την απόλυτον βεβαιότητα της επικειμένης αυτού εκμηδενίσεως. Αν ήτο δυνατόν ν' απαλλαχθή του φοβερού τούτου αντικρυσμού, θα εστερούντο του κυριωτάτου αυτών επιχειρήματος οι εξεγειρόμενοι κατά της θανατικής ποινής, ως ελπίζομεν να πεισθώσιν οι αναγνώσται της κατωτέρω αψευδούς διηγήσεως. Η ουσία της ιστορίας ταύτης παρέμενεν ως συγκεχυμένον και αδέσποτον παιδικόν άκουσμα εις γωνίαν τινά της μνήμης μας, ότε έτυχε να την ακούσωμεν επιβεβαιουμένην και συμπληρουμένην εν αυτώ τω τόπω όπου συνέβη παρ' αυτού του ανεψιού του ήρωος αυτής. Περιηγούμενοι κατά τον χειμώνα του 187... την Σικελίαν και διατρίβοντες από τινων ημερών εις την Μεσσίναν, έτυχεν εσπέραν τινά να ζητήσωμεν άσυλον κατ' αιφνιδίας καταιγίδος εις το πλησιόχωρον ελληνικόν προξενείον. Πλην του κ. προξένου, παλαιού ημών φίλου, εύρομεν εις την αίθουσαν έν ανδρόγυνον, το οποίον μας επαρουσίασε μειδιών μετά τινος ειρωνείας, ως τον πανοσιώτατον καπουκίνον Δομένικον Λαμαδόρον, ήτοι Κυριακούλην Χρυσοσπάθην και την... κυρίαν του. Τούτο δεν ήτο αστειότης. Μετά την κατάκτησιν τω όντι της Ρώμης υπό των Ιταλών και την επικράτησιν των προοδευτικών ιδεών πολλοί Σικελοί καλόγεροι εθεώρησαν πρέπον ν' αποτινάξωσι την κουκούλαν και να νυμφευθώσιν. Έν μόνον βλέμμα επί του ξερασωθέντος ήρκεσε να με πείση ότι έκαμε κάλλιστα να λάβη γυναίκα. Επί ώμων Άτλαντος και λαιμού ταύρου έφερε κεφαλήν, της οποίας αδύνατον ήτο να μη θαυμάση τις την ανθηράν όψιν, την πυκνήν τρίχα, τας ικανάς να χρησιμεύσωσιν ως ρόπαλον εις τον Σαμψώνα σιαγόνας, τα κατακόκκινα χονδρά χείλη και το μακάριον μειδίαμα, το αποκαλύπτον οδόντας ιπποποτάμου. Το μάσημα και τα φιλήματα του πανοσιωτάτου πρέπει να ηκούοντο εις απόστασιν πεντήκοντα τουλάχιστον βημάτων. Ο κ. πρόξενος και εγώ ωμοιάζαμεν πίθηκον παραβαλλόμενοι προς αυτόν. Ουδ' ήτο δυνατόν ν' ανεύρη γυναίκα αξιωτέραν της ιδικής του να εντρυφήση εις τα τοιαύτα αυτού προσόντα. Οι μαύροι οφθαλμοί της εφλογοβόλουν και η κοκκινόξανθος κόμη της έλαμπεν ως χαλκίνη περικεφαλαία. Δεν ήτο όσον εκείνος χονδρή, αλλ' υψηλή, εύσωμος και εύμορφη απ' επάνω έως κάτω. Λέγω δε απ' επάνω έως κάτω ουχί κατά τύχην, αλλά διότι είχεν ανυψώσει ολίγον το φόρεμά της δια να ξηράνη εις την εστίαν τα υποδήματά της, τα κάθυγρα εκ της αιφνιδίας πλημμύρας. Ουδέποτε έτυχε να ζηλεύσω τόσον πολύ εις άλλον άνθρωπον το πλάτος των ώμων του, τους οδόντας του, το πολύ αίμα του, την ευρωστίαν του και την γυναίκα του. Μετ' ολίγον μ' έκαμε να ζηλεύσω και άλλο αυτού προτέρημα, την ευθυμίαν και την κωμικήν δύναμιν, την οποίαν κατώρθωνε να μεταδίδη και εις τα πενθιμώτατα θέματα ομιλίας. Κατά τας ημέρας εκείνας περί ουδενός άλλου εγίνετο λόγος παρά περί της προσφάτου καρατομήσεως του ληστάρχου Ταρτάλια, όστις, αφού εδόξασε την Σικελικήν κλεφτουργιάν, τρέψας πολλάκις εις φυγήν τους καραβινιέρους, είχε δειλιάσει προ του δημίου. ― Αν ήμην εγώ πνευματικός του, είπεν ο προκαλόγηρος, θα κατώρθωνα να τον κάμω ν' αποθάνη παληκαρίσια, με την εφεύρεσιν του μακαρίτου θείου μου Πάτερ Βαρνάβα. Είναι η μόνη ικανή να κάμη και τον δειλότερον κατάδικον ν' αντικρύση χωρίς φόβον την φούρκαν ή την καρμανιόλαν. ― Και εις τί συνίσταται αυτή η εφεύρεσις; ηρώτησα μετά περιεργείας. ― Εις το να μη πιστεύση ο κατάδικος ότι πρόκειται να τον κόψουν ή να τον κρεμάσουν. ― Τούτο, παρετήρησα, φαίνεται κάπως δύσκολον, όταν έχη έμπροσθέν του την μηχανήν και αφού του υπεσχέθη τον παράδεισον ο παπάς. ― Και τίς η ανάγκη, απήντησε, να του υποσχεθή ο παπάς τον παράδεισον και όχι άλλο τι καλλίτερον; ― Αλλά τί καλύτερον από τον παράδεισον ημπορεί να υποσχεθή εις άνθρωπον αγόμενον εις την λαιμητόμον; ― Ημπορεί να του υποσχεθή ότι έχει ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια πριν μεταβή εις τας αιωνίους μονάς. ― Δεν σας εννοώ. ― Πώς δεν με εννοείτε; Δεν προτιμάτε και σεις τα μακαρόνια της γης από τα ωσαννά και τα αλληλούια του ουρανού, ή μήπως δεν προτιμάτε από τους άλλους αγγέλους τας ζωντανάς γυναίκας, όταν μάλιστα ομοιάζουν με την ιδικήν μου και στεγνώνουν τας κνήμας των εις την φωτιάν; Αν μου ειπήτε όχι, δεν θα σας πιστεύσω, διότι την τρώγετε με τα μάτια απ' επάνω έως κάτω, και κάμνετε πολύ καλά, επρόσθεσε μειδιών, διότι αξίζει τον κόπον, κ' εγώ δεν ζηλεύω. Δια να μη φανή παράδοξον το τοιούτον είδος ομιλίας, δεν είναι περιττόν να προσθέσω ότι υπερέβαινε τότε παν όριον των ξερασωμένων καλογήρων η αδιαντροπία και η επίδειξις ασεβείας, ως να ήθελον ν' αποζημιωθώσι δια την πρώην επιβαλλομένην εις αυτούς υπό του επαγγέλματός των συστολήν και υποκρισίαν. Ταύτα όμως δεν εξήγουν και πώς ηδύνατο ο πνευματικός να υποσχεθή εις κατάδικον πολλά έτη και φαγοπότια αντικρύ της λαιμητόμου. Την εύλογον ταύτην απορίαν μου ηυδόκησεν επί τέλους να λύση ο Χρυσοσπάθης διηγούμενος τα εξής: ― Γνωρίζετε βέβαια ότι πριν γείνει μία η Ιταλία, η νήσος μας ήτο παράρτημα του βασιλείου της Νεαπόλεως και ότι εμίσουν οι Σικελοί τους Νεαπολίτας όσον οι Πολωνοί τους Μοσχοβίτας. Και όχι μόνον τους απεστρέφοντο ως αλλοφύλους και τυράννους, αλλά και τους επεριφρόνουν ως ανάνδρους. Κατά την εποχήν λοιπόν όπου το μίσος κατά της Νεαπόλεως ευρίσκετο εις την ακμήν του, ολίγους μήνας μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1848 και τον βομβαρδισμόν της Μεσσίνας, Ναπολιτάνος στρατιώτης της φρουράς του Παλέρμου ονομαζόμενος Σάνδρος έτυχε να μαχαιρώση δι' ερωτικούς λόγους τον λοχίαν του και να καταδικασθή εις θάνατον υπό του στρατοδικείου. Η εκτέλεσις όμως της αποφάσεως επρόσκοπτε κατά της εξής σπουδαίας δυσχερείας, την οποίαν είχαν λησμονήσει να λάβουν υπ' όψιν των οι στρατοδίκαι· ότι την κακήν ιδέαν των Σικελών περί της ανδρείας των στρατιωτών του βασιλέως Φερδινάνδου θα επεκύρωνε και θα εκορύφωνεν η κατά την ημέραν της εκτελέσεως δειλία του καταδίκου. Η αλήθεια είναι ότι ο Ναπολιτάνος δύναται να φανή ανδρείος μόνον όταν είναι θυμωμένος ή μεθυσμένος, όχι όμως και ν' αντικρύση τον θάνατον με ψυχραιμίαν. Την ανησυχίαν ταύτην ηύξανεν η συμπεριφορά του καταδικασθέντος, όστις δεν έπαυε να κλαίη και να οδύρεται εις την φυλακήν του. Βέβαιον λοιπόν εφαίνετο ότι θα κατήσχυνε τον στρατόν της κατοχής αποθνήσκων ανάνδρως. Τούτο όμως ήτο τόσον ασύμφορον την επιούσαν καταστολής επαναστάσεως και την παραμονήν ίσως εκρήξεως άλλης, ώστε οι προϊστάμενοι αυτού εθεώρησαν πρέπον να γράψωσιν εις Νεάπολιν ζητούντες την μετατροπήν εις δεσμά της θανατικής ποινής. Ο βασιλεύς ήτο εύσπλαχνος και ηρέσκετο ν' απονέμη χάριν, επ' αυτού μάλιστα του ικριώματος της αγχόνης, εις πολιτικούς και άλλους καταδίκους, ουδέποτε όμως εχαρίτωσεν εγκληματήσαντα στρατιώτην, θεωρών τούτο ως επιζήμιον εις την πειθαρχίαν. Αντί λοιπόν της ζητηθείσης χάριτος έφθασε μετά τρεις ημέρας εκ Νεαπόλεως η διαταγή να εκτελεσθή η απόφασις ανυπερθέτως. Κατά το διάστημα τούτο είχε κορυφωθή η ανυπομονησία των κατοίκων του Παλέρμου να ίδωσι Ναπολιτάνον στρατιώτην λιποψυχούντα προ του θανάτου, τον οποίον είχον υπομείνει πρό τινων εβδομάδων τόσον ηρωικώς οι Σικελοί πατριώται οι καταδικασθέντες υπό των εκτάκτων δικαστηρίων. Η πεποίθησις των Πανορμιτών επί την ανανδρίαν του καταδίκου ήτο τοιούτη, ώστε δεν εδίσταζαν να στοιχηματίζωσι δέκα τάληρα αντί ενός ότι θα ελιποθύμει επί του τόπου της εκτελέσεως. Ταύτα ήτο επόμενον ν' αυξήσωσιν έτι μάλλον την αμηχανίαν των αρχών. Ο διοικητής συνεκάλει αλλεπάλληλα συμβούλια προς εύρεσιν ενός οιουδήποτε τρόπου προφυλάξεως του στρατού από της επικειμένης δυσφημίας, κατά τα οποία πολλαί και ποικίλαι επροτείνοντο γνώμαι. Οι μεν ήθελον να μεθυσθή ο κατάδικος δι' οίνου της Μαρσάλας ανακατωμένου με ρακήν, πριν οδηγηθή εις τον τόπον της εκτελέσεως, οι δε να τουφεκισθή την νύκτα εις τα υπόγεια του φρουρίου, ενώ άλλοι επρότειναν ν' αναμιχθή κοπανισμένον υαλίον εις το φαγητόν του ή να εγχυθή υδράργυρος εις το αυτίον του ενώ εκοιμάτο.[1] Αλλ' ο μεν λαθραίος τουφεκισμός θ' απεδείκνυε την κυβέρνησιν συμμεριζομένην την περί της ανανδρίας των στρατιωτών της επικρατούσαν γνώμην, η δε ανάμιξις κοπανισμένου υαλίου εις το φαγητόν και η καθ' ύπνους έγχυσις υδραργύρου ήσαν κάπως δυσεφάρμοστοι, δια τον λόγον ότι από τριών ήδη ημερών ο κατάδικος ούτε έτρωγεν ούτε εκοιμάτο. Οι συσκεπτόμενοι έξυαν την κεφαλήν των ματαίως αναζητούντες άλλο τι καλύτερον, ότε επαρουσιάσθη προ αυτών ο θείος μου Πάτερ Βαρνάβας, αναλαμβάνων αντί εκατόν ταλήρων, πληρωτέων μετά την επιτυχίαν, να διαθέση τον κατάδικον ν' αποθάνη αφόβως και γενναίως. Ερωτηθείς δια τίνος τρόπου ήλπιζε να κατορθώση τούτο, ηρκέσθη ν' απαντήση ότι η απόλυτος μυστικότης ήτο απαραίτητος όρος επιτυχίας και ότι ήτο εξ ίσου βέβαιος ότι θα επιτύχει όσον και ότι θα δύση ο ήλιος εις την θάλασσαν μετά μίαν ώραν. Ο Πάτερ Βαρνάβας εφημίζετο ως έξυπνος άνθρωπος. Η φήμη του αύτη, η πεποίθησις μετά της οποίας ωμίλει και προ πάντων η ανικανότης προς εύρεσιν άλλης διεξόδου, έπεισαν το συμβούλιον να δεχθή την πρότασιν του πανοσιωτάτου, υποσχόμενον την ζητηθείσαν αμοιβήν. Ώρα της εκτελέσεως ωρίσθη η δεκάτη της επιούσης και τόπος αυτής η ευρύχωρος παρά την προκυμαίαν πλατεία. Ρίγος και σπασμοί κατέλαβον τον κατάδικον, όταν είδεν εισαγόμενον τον συνήθη πρόδρομον των τουφεκιστών ρασοφόρον. Ούτος, ευθύς άμα έμειναν μόνοι, έσπευσε να προλάβη την επικειμένην λιποθυμίαν του δυστυχούς, λέγων εις αυτόν «μη φοβείσαι, έρχομαι να σε αναγγείλω ότι ο βασιλεύς ηυδόκησε να σου απονείμη χάριν». ― Χάριν! ανέκραξεν ο κατάδικος καταφιλών τας χείρας του καπουκίνου. Λοιπόν δεν θα με τουφεκίσουν; Είσαι βέβαιος περί τούτου; ― Βεβαιότατος. Είδα με τα μάτια μου το διάταγμα με την υπογραφήν του βασιλέως. Η χάρις όμως θα σε δοθή εις τον τόπον της εκτελέσεως. Ενθυμείσαι τους τρεις επαναστάτας, εις τους οποίους εδόθη πέρυσι χάρις επάνω εις την αγχόνην, ενώ ο βρόχος ήτο περασμένος εις τον λαιμόν των; ― Τους ενθυμούμαι. ― Ούτω και σε θα σε οδηγήσουν εις την πλατείαν της προκυμαίας, θα σε τοποθετήσουν αντικρύ εις απόσπασμα δέκα στρατιωτών, θα διαταχθεί πυρ, και τότε μόνον θα λάβης την χάριν. Δεν είχα το δικαίωμα να σου το φανερώσω· αλλά σε το λέγω, διότι ο βασιλεύς δεν θέλει τον θάνατόν σου και ήτο κίνδυνος ν' αποθάνης εις τον δρόμον από την τρομάραν. Θάρρος λοιπόν. Έχεις ακόμα να φας πολλά μακαρόνια, πριν μεταβής εις τον άλλον κόσμον. Η προσλαλιά αύτη ήρκεσε να διαλύση πάντα δισταγμόν και πάντα φόβον του καταδίκου. Ωμοίαζεν άνθρωπον από το στήθος του οποίου θα εσήκωναν βαρύ βράχον. Εδάκρυεν, εγέλα, εζητωκραύγαζε υπέρ του βασιλέως, υπέσχετο λαμπάδας εις όλους τους αγίους και επί τέλους εζήτησε να παρασύρη τον πνευματικόν του να χορεύσουν μαζί μίαν ταραντέλλαν. ― Τί κάμνεις, αθεόφοβε! είπεν ούτος. Λησμονείς ότι εχάθημεν και οι δύο, αν γνωσθή ότι σου εφανέρωσα το μυστικόν; Γονάτισε και εξομολογήσου. Ο κατάδικος εγονάτισεν, είπεν όσα είχε να είπη, έλαβεν άφεσιν αμαρτιών και απεχαιρέτισε τον πανοσιώτατον αποκαλών αυτόν σωτήρα του και υποσχόμενος να θαμβώση την επιούσαν τους θεατάς δια της αφοβίας του προ των τουφεκιστών. Ευθύς μετά την έξοδον του καπουκίνου εισήλθεν ο δεσμοφύλαξ, τον οποίον μεγάλως εξέπληξεν η εύθυμος διάθεσις του πρώην νυχθημερόν οδυρομένου. ― Δεν ηξεύρεις, είπεν εις αυτόν, ότι αύριον εις τας δέκα θα σε τουφεκίσουν; ― Το ηξεύρω πολύ καλά· γεννηθήτω το θέλημα του Θεού. Ηξεύρω όμως ότι έχω το δικαίωμα να ζητήσω να φάγω ό,τι θέλω εις το τελευταίον μου γεύμα. Παράγγειλε να μου φέρουν μίαν μακαρονάδα, ένα ψητόν καπόνι και κρασί των Συρακουσών. Μετά τριήμερον νηστείαν και αγρυπνίαν έφαγεν ως λάμια και απλωθείς έπειτα εις την κλίνην του ερρουχάλισε μακαρίως, μέχρις ού ήλθεν την επιούσαν να τον εξυπνήση ο επί της εκτελέσεως αποσπασματάρχης. Αφού δις εχασμήθη, εζήτησεν ο κατάδικος ως τελευταίας χάριτας ένα καφέ δια ν' αποτινάξη τον ύπνον από τα βλέφαρά του, μίαν ψήκτραν για να καθαρίση την στολήν του, έν γαρούφαλον και την άδειαν να βαδίση με λυτάς χείρας εις τον τόπον της εκτελέσεως. Αφού εβούτηξε δύο παξιμάδια εις τον καφέ του, επλύθη, εκτενίσθη, ανώρθωσεν ως άγκιστρα τους μύστακάς του, επέρασε το γαρούφαλον εις την κομβιοδόχην του κολοβίου του και στρεφόμενος έπειτα προς τον αποσπασματάρχην είπεν εις αυτόν μετά θαυμαστής αταραξίας: «Είμαι έτοιμος, κύριε λοχία». Πάντες οι παριστάμενοι ηπόρουν δια την αιφνιδίαν μεταμόρφωσιν του δειλού κάπωνος εις ανδρικόν πετεινόν και οι πάντες συνέχαιρον δια την έξοχον κατηχητικήν ικανότητα τον θείον μου Βαρνάβαν, όστις εδέχετο μετά της προσηκούσης εις το σχήμα του μετριοφροσύνης τα συγχαρητήρια. Αν και ήτο χειμών κατά το ημερολόγιον, ο καιρός ήτο εαρινός, ο ουρανός ανέφελος, η αύρα χλιαρά και εμοσχοβόλουν αι πορτοκαλέαι. Κανείς άλλος τόπος δεν έχει ζεστάς ημέρας τον χειμώνα πλην της Σικελίας. ― Και της Ελλάδος, διέκοψα εγώ. ― Έχετε δίκαιον, απήντησεν ο προκαλόγηρος. Ελησμόνουν ότι η μικρή σας Ελλάς ήτο πριν επαρχία της Μεγάλης και είχε πρωτεύουσαν τας Συρακούσας και βασιλέα τον Χαρώνδαν. ― Ταύτα, απήντησα γελών, είναι δεκτικά συζητήσεως. Αλλά τελειώσατε, παρακαλώ, την ιστορίαν σας. ― Έλεγα λοιπόν ότι ο καιρός ήτο ωραίος. Τα εργαστήρια είχον κλεισθή και όλοι οι Πανορμίται, άνδρες και γυναικόπαιδα, είχον σωρευθή εις τον δρόμον, τα παράθυρα, τους εξώστας και τας στέγας των χαμηλών οικιών, περιμένοντες την διάβασιν του καταδίκου. Οι κυβερνητικοί διέδιδαν ότι ούτος είχεν ανδρειωθεί και θ' απέθνησκεν ως γενναίος στρατιώτης, οι δε Σικελοί επέμειναν να στοιχηματίζωσι δέκα προς έν ότι θ' απέθνησκεν ως Ναπολιτάνος. Δεν εβράδυναν όμως να πεισθώσιν ότι δεν ήξιζε τίποτε το στοίχημά των. Αντί να σύρεται ως μόσχος εις την σφαγήν, ο κατάδικος εβάδιζεν εν μέσω των μελλόντων να τον τουφεκίσωσι στρατιωτών γαλήνιος και μεγαλοπρεπής ως θεός του Ολύμπου. Οσάκις συνήντα γνωρίμους του καθ' οδόν έτεινε εις αυτούς την χείρα και εις τα συλλυπητήρια και τας ενθαρρύνσεις αυτών απήντα δια καταλλήλου ρητού της προς χρήσιν του στρατού χρηστομαθείας του Σοαβίου: «Ο δίκαιος δεν φοβείται τον θάνατον»· «Ο άνθρωπος είναι παροδίτης της γης»· «Ο θάνατος είναι μετάβασις εις την αθανασίαν», ή άλλου τοιούτου και ευθύς έπειτα ετάχυνε το βήμα, ως θέλων ν' ανακτήση τον απολεσθέντα χρόνον. Οι Ναπολιτάνοι εθριάμβευον και επευφήμουν και οι Σικελοί έκλιναν δυσθύμως προς τα κάτω την κεφαλήν. Προ της θύρας οινοπωλείου δύο συστρατιώται του, ορθοί επί σκαμνίων, τον επροσκάλεσαν να πίη έν τελευταίον ποτήριον οίνου μετ' αυτών. Δεχθείς προθύμως την πρόσκλησιν ύψωσε το ποτήριον ανακράζων: «Εις την υγείαν της Α. Μεγαλειότητος του ενδόξου και αγαθού ημών βασιλέως Φερδινάνδου. Ο Θεός να τον ευλογή και να τον πολυχρονίζη». Την φοράν ταύτην επευφήμησαν τον κατάδικον πλην των Ναπολιτάνων και πολλοί εκ των Σικελών, εις δε τους λοιπούς μία μόνη απέμενεν ελπίς, ότι το ασύνηθες τούτο θάρρος ήτο προϊόν μιας οπωσδήποτε τεχνητής διεγέρσεως και θα εξέλειπεν επί του τόπου της εκτελέσεως. Η ελπίς αύτη θα επραγματοποιείτο ίσως αν δεν είχε προνοήσει ο θείος μου Βαρνάβας να παρευρεθή εκεί δια να τον ενθαρρύνη δια νεύματος και της επιδείξεως της άκρας χαρτίου, το οποίον δεν ηδύνατο να είναι άλλο παρά η υποσχεθείσα χάρις. Ο κατάδικος ουδέν απολέσας της αταραξίας του, υπήγε να τοποθετηθή αυθορμήτως αντικρύ των τουφεκιστών εις την κανονισμένην απόστασιν δέκα βημάτων, απωθήσας τον προσελθόντα να περιδέση κατά το σύνηθες τους οφθαλμούς του δια μαντυλίου δεκανέα. Οι στρατιώται ηύθυναν ήδη κατά του στήθους του τα όπλα αναμένοντες το τελευταίον πρόσταγμα, ότε αντήχησαν εκ διαφόρων συγχρόνως ομίλων φωναί: «Δεν μας αποχαιρετάς, Σάνδρε;» Το αποχαιρέτημα τούτο είναι εις τον τόπον μας δικαίωμα του καταδίκου και σχεδόν καθήκον επιβαλλόμενον εις αυτόν υπό της παραδόσεως. Άλλος το προετοιμάζει και άλλος το αυτοσχεδιάζει, άλλος λέγει πολλά και άλλος ολίγα, έκαστος κατά τον βαθμόν της ρητορικής του ικανότητος, όλοι όμως προσπαθούν να είπουν κάτι δια να μη υποτεθή ότι εβούβανεν αυτούς ο φόβος. Ο Σάνδρος δεν ήτο ρήτωρ, ήτο όμως αρκετά καλός τενόρος. Μη ευρίσκων τί να είπη αξιομνημόνευτον ανέμελψεν αντί προσλαλιάς το άσμα των 'Μασναδιέρων' του Βέρδι: Tra - la, Trala lala, n'andremo d'un salto nel mondo di la. Ήτοι: θα πάγω μ' έvα πήδημα ίσια στοv άλλον κόσμοv! Το κύκνειον τούτο άσμα ήτο βεβαίως επίκαιρον, η φωνή του καταδίκου ωραία και η αφοβία, μεθ' ης ητοιμάζετο να πηδήση εις τον άλλον κόσμον, αληθώς πρωτοφανής. Ευλόγως λοιπόν εξερράγη το πλήθος εις επευφημίας και χειροκροτήματα, οίων ουδέποτε ηξιώθησαν εις το θέατρον ούτε ο Ρόπας, ούτε ο Μάριος, ούτε ο Φασκίνης, ουδ' αυτή ίσως η Μαλιβράν. Ταύτα αντήχουν ακόμη, ότε ύψωσε το ξίφος ο έχων το πρόσταγμα αξιωματικός, ήστραψαν τα τουφέκια και δέκα σφαίραι ετρύπησαν το στήθος του καταδίκου. Ο θάνατος επήλθεν τόσον ακαριαίος, ώστε δεν επρόφθασε να εξαλείψη το διαστέλλον τα χείλη του μειδίαμα ευδαίμονος αυταρεσκείας. Ειπέτε μου τώρα, παρακαλώ, αν πιστεύετε ότι ηδύνατο ο θείος μου Βαρνάβας να κάμη τον άνθρωπον εκείνον ν' αποθάνη τόσον ευχαριστημένος και ν' αφίση μνήμην ήρωος, αν του ωμίλει περί της ευσπλαγχνίας του Θεού και της μακαριότητος του Παραδείσου, αντί να του υποσχεθή ότι είχεν ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια; ― Ομολογώ ότι το πράγμα επιδέχεται αμφισβήτησιν. Δεν εννοώ όμως πώς ο μακαρίτης θείος σας απεδέχετο να δοξάζη παρ' αξίαν ως ήρωας τους εχθρούς της πατρίδος του Ναπολιτάνους; ― Δεν το εννοείτε διότι δεν γνωρίζετε, ως φαίνεται, ότι οι Φράγκοι ρασοφόροι δεν έχουν άλλην πατρίδα πλην της Εκκλησίας, ουδ' άλλον αρχηγόν πλην του Πάπα. Έπειτα ο θείος μου ήτο, ως σας είπα, έξυπνος άνθρωπος και είχε στοιχηματίσει κ' εκείνος πολλά ότι θ' απέθνησκεν ο κατάδικος γενναίως. Η βροχή είχε παύσει και το ανδρόγυνον ηγέρθη να μας αποχαιρετήση. Εξερχόμενος με επροσκάλεσεν ο προκαλόγηρος να υπάγω να ίδω την συλλογήν του Σικελικών αρχαιοτήτων, και την πρόσκλησιν ταύτην επεκύρωσεν η κυρία του δι' ενός προσηνεστάτου arivederci. Εκατοίκουν το πρώτον πάτωμα μικράς οικίας εις την άκραν της οδού Γαριβάλδη. Επί της κοσμούσης την θύραν χαλκίνης πλακός ανεγινώσκετο υπό το όνομα του ενοίκου ο τίτλος 'αρχαιολόγος' (antiquario), σημαίνων εν Σικελία 'πωλητής αρχαιοτήτων'. Η δεξίωσις υπήρξε φιλοφρονεστάτη. Η οικοδέσποινα ευηρεστήθη να μου προσφέρη καφέ και να με θαμβώση και πάλιν με την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών και της χρυσής της κόμης, ο δε ξερασωμένος αρχαιολόγος, αφού μοι παρεχώρησεν αντί εκατό μόνον φράγκων δύο 'σπάνια' νομίσματα των Συρακουσών, ηυδόκησε να με πληροφορήση ότι, αν πλην των οφθαλμών και της κόμης επεθύμουν να μεταΐδω και τας κνήμας της κυρίας του, ηδυνάμην ν' απολαύσω την ευχαρίστησιν ταύτην μεταβαίνων το εσπέρας εις το θέατρον Vittorio Emmanuele, όπου ήτο δευτέρα χορεύτρια. Όπως οι καλόγηροι, ούτω είχαν αρχίσει να υπανδρεύωνται εις την Σικελίαν και αι χορεύτριαι. Εμμανουήλ Ροΐδης (1836 - 1904) Ο Ροΐδης γεννήθηκε στη Σύρο το 1836 αλλά μεγάλωσε στη Γένοβα ακολουθώντας στις μετακινήσεις του τον έμπορο πατέρα του. Σπούδασε φιλοσοφία στη Γερμανία και μετά το τέλος των σπουδών του εγκαθίσταται στην Αθήνα. Εξακολουθεί να ασχολείται με τις οικογενειακές επιχειρήσεις αλλά τον κερδίζει το γράψιμο και η δημοσιογραφία. Άσκησε μέσα από τις στήλες του έντονη κριτική σε όλο το φάσμα της πολιτικής , κοινωνικής και πνευματικής ζωής της πατρίδας μας του 19ου αιώνα , με ένα λόγο καυστικό, πνευματώδη, σατυρικό γεμάτο χιούμορ και σαρκασμό. Το ύφος του ήταν πρωτότυπο ξεχωριστό και ο ίδιος ξεχωριστός. Τρομερός αφηγητής, έγραφε σε μια ιδιαίτερη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα δουλεμένη και εξυψωμένη σε ένα γλωσσικό εργαλείο γεμάτο δύναμη και λεπτές αποχρώσεις ενώ με τον λόγο του, τις απόψεις του, τις στήλες του ήταν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της επικράτησης της δημοτικής σαν επίσημης γλώσσας. Το 1866 εκδίδει το μυθιστόρημα του "Πάπισσα Ιωάννα" που τον κάνει γνωστό παγκόσμια και τον κατατάσσει στους σημαντικότερους Έλληνες πεζογράφους. Το έργο είναι μια σάτιρα της καθολικής εκκλησίας του μεσαίωνα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, χαρίζοντας φήμη στον Ροίδη αλλά και έγινε αιτία αφορισμού του από την ελληνική εκκλησία, κάτι που μάλλον αύξησε το ενδιαφέρον του κοινού. Ο Ροΐδης πνεύμα ασυμβίβαστο και σπινθηροβόλο κατάφερε με το μοναδικό του ύφος να καθιερωθεί στα ελληνικά γράμματα και να αποτελέσει τον προάγγελο των μεγάλων έργων της ελληνικής πεζογραφίας του 20ου αιώνα Το 1875 ίδρυσε την δική του πολιτική εφημερίδα με τον τίτλο "Ασμοδαίος", που με σατυρικό πάντα ύφος δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Διετέλεσε και έφορος στην Εθνική μας βιβλιοθήκη για ένα διάστημα. Πέθανε το 1904. Έργα του: Πάπισσα Ιωάννα Ιστορία ενός σκύλου Ιστορία μιας γάτας Ιστορία ενός αλόγου Ψυχολογία Συριανού συζύγου Η μηλιά Το παράπονο ενός νεκροθάπτου ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ Κωνσταντίνος Χατζόπουλος Φθινόπωρο διήγημα, 1917 Η γιαγιά ήταν ορθή στη σκάλα όταν χτύπησε το κουδούνι της αυλόπορτας. - Είναι η κυρία Κατίγκω, είπε μέσα η υπηρέτρια. Η κυρία Αγλαΐα, που ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, έκαμε κίνημα και ψιθύρισε: - Έλα, τελείωνε γρήγορα. Η υπηρέτρια γύρισε και την κοίταξε: ξαπλωμένη πάντα έβλεπε προς το παράθυρο. - Ήρθε η Ευανθία; ακούστηκε από κάτω η φωνή της κυρίας Κατίγκως. - Έλα απάνω, είπε η γιαγιά. - Έλα απάνω, φώναξε κι ο παπαγάλος που λιαζόταν στο μπαλκόνι. Η κυρία Κατίγκω προχώρησε ένα βήμα και ξαναρώτησε: - Ήρθε αλήθεια; Στο παράθυρο παρουσιάστηκε η λευκή όψη του παππού σαν προσωπίδα κρεμασμένη πίσω από το τζάμι με τα μάτια ασάλευτα. Η κυρία Κατίγκω που είχε κάμει άλλο ένα βήμα προς τη σκάλα, σταμάτησε και γύρισε γοργά το πρόσωπο. - Έλα απάνω, ξαναμίλησε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξαναπροχώρησε· η όψη του παππού παρουσιάστηκε στο άλλο παράθυρο. Η κυρία Κατίγκω έπιασε το κλαδί μιας ροδοδάφνης που ήταν εμπρός στη σκάλα· όπως το έπιασε το μάδησε. Μέσα η κυρία Αγλαΐα άκουσε τις παντούφλες της γιαγιάς που σύρθηκαν. - Ποιος είναι μέσα; ρώτησε η κυρία Κατίγκω. Η γιαγιά είχε κατεβεί τη μισή σκάλα. - Ποιος είναι μέσα; είπε σιγότερα η κυρία Κατίγκω και κοκκίνισε. Είχε ανεβεί κι αυτή δυο σκαλοπάτια. - Τι στέκεσαι; είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξανακοκκίνισε. Τα μάτια του παππού σα να τρυπούσαν πίσω της το τζάμι. Πήδησε τα σκαλιά, έδωσε το χέρι της γιαγιάς και ανέβηκαν μαζί τη σκάλα. Η υπηρέτρια έτρεξε στην πόρτα. - Μέσα η κυρία ησύχασε, είπε φωναχτά. Η κυρία Κατίγκω γύρισε στη γιαγιά. Η γιαγιά δεν της άφησε το χέρι. - Έλα, έλα, είπε και την έσυρε κοντά της μέσα. Πέρασαν στην τραπεζαρία. Η Ευανθία έτρεξε στην πόρτα, και η κυρία Κατίγκω την άρπαξε στην αγκαλιά: - Να σε χαρώ! - Δες την πως έγινε, είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω έκλαιε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο. - Η μητέρα σου, είπε σιγά κι άφησε το κέντημά της στο κάθισμα. Έπειτα σηκώθηκε και ήρθε κ’ έδωσε το χέρι στην κυρία Κατίγκω: - Μαμά, καλημέρα. Η κυρία Κατίγκω τη φίλησε. Ο Στέφανος δεν κινήθηκε από το παράθυρο, όπου ήταν καθισμένος. - Πώς έγινε! ξαναείπε η γιαγιά. Ο Στέφανος της ένεψε: - Έλα γιαγιά. Κ’ έδειξε ένα κάθισμα κοντά του. Η κυρία Κατίγκω ξαναγκάλιασε την Ευανθία. - Χρυσή μου! Η Ευανθία έσκυψε στο στήθος της. - Με θυμόσουνα ποτέ;… Έτσι σας έσφιγγα --- Και η κυρία Κατίγκω χάδευε τα μαλλιά της Ευανθίας κ’ εξακολούθησε να κλαίει: - Τις δυο. Και δείχνοντας το Στέφανο: - Και κείνος κοίταζε. - Μητέρα, έλα τώρα, ένεψε με το χέρι ο Στέφανος· μα η γιαγιά ήρθε κοντά του. - Άσ’ την , του ψιθύρισε. Η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι, και η ματιά της απαντήθηκε με τη ματιά του Στέφανου. Η Μαρίκα ήρθε και κάθισε κοντά του και ξαναέπιασε το κέντημα. Ένα φύσημα φούσκωσε την κουρτίνα στο παράθυρο. Η Μαρίκα έβηξε ελαφρά. - Να κλείσω; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, ένεψε η Μαρίκα. Η γιαγιά έκαμε να έρθει κοντά της. - Μα γιαγιά! τη σταμάτησε η Μαρίκα, και η γιαγιά τέντωσε το αφτί· πάλι με τις παντούφλες! δε μου το έταξες; - Καλά, καλά, ψιθύρισε η γιαγιά. Η Ευανθία ξανακοίταξε, κι ο Στέφανος γύρισε προς το παράθυρο. - Έλα γιαγιά, είπε έπειτα· μα η γιαγιά πήγε στην Ευανθία. Έξω, εμπρός στο παράθυρο μια λεύκα σιγοκινούσε τα φύλλα της κοκκινισμένα. Τα πεύκα πλάι ίσκιωναν την αυλή βαριά. Η βρύση τριγυρισμένη από κισσό, έσταζε αργά στην πέτρινη λεκάνη, όπου βουτούσανε δυο πάπιες. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έριξε κάτω μια ματιά. Έπειτα κοίταξε πάλι τον ουρανό, όπου ο ήλιος πολεμούσε ν’ ανοίξει δρόμο μέσα σε σύννεφα σταχτιά, που ξέκοβαν και σκόρπιζαν κουρελιασμένα από την κορυφή του αντικρινού ορθόβραχου βουνού. Καθώς ο Στέφανος ακούμπησε το χέρι στο τζαμόφυλλο και τι κίνησε, ο ήλιος χτύπησε στο τζάμι· η αντιφεγγιά έπεσε στην όψη της Μαρίκας κ’ έπαιξε και απλώθηκε στο πάτωμα. Η Μαρίκα έκλεισε τα μάτια. - Στέφανε! φώναξε η κυρία Κατίγκω. - Γείρε το, ψιθύρισε η Μαρίκα. Καθώς έστρεψε πάλι ο Στέφανος, το τζάμι ξανακινήθηκε και ο Στέφανος μόλις πρόφτασε να δη που έσβηνε η αντηλιά στα πόδια της Ευανθίας. - Τι; ρώτησε. - Το τζάμι. Ο Στέφανος έκαμε να το κλείσει. - Ξεχασμένος είσαι, είπε η Μαρίκα· τι έβλεπες; Ο Στέφανος δεν της απάντησε· την κοίταξε σα να μην είχε ακούσει. Η Ευανθία και η κυρία Κατίγκω απέναντι μιλούσαν τώρα και γελούσαν. Η Μαρίκα κεντούσε σιωπηλή. - Στέφανε! γύρισε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε. -Πως θα χαρεί ο πατέρας σου! - Ναι, κι ο παππούς πως χάρηκε! είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε ελαφρά. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, χάρηκε, είπε ξανά η γιαγιά. Η Μαρίκα έσκυψε πάλι στο κέντημα, και η κυρία Κατίγκω ξαναέπιασε το χέρι της Ευανθίας: - Δεν την ξαναφήνομε να φύγει, ε νονά; - Ναι, έκαμε να πει η γιαγιά, μα η Μαρίκα έβηξε και η κυρία Κατίγκω γύρισε κείθε: - Στέφανε, κλείσε! φώναξε. - Μα δε φυσά, μαμά, είπε η Μαρίκα. - Σήκω απ’ αυτού, της φώναξε η γιαγιά. - Έλα κάθισε δω, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία τραβήχτηκε να κάμει θέση στον καναπέ, η Μαρίκα όμως κάθισε στο σκαμνάκι που ήταν εμπρός στα πόδια της κυρίας Κατίγκως. Κάθισε κ’ έσκυψε πάλι στο κέντημα. Και σώπασαν. - Τι κεντάς; τη ρώτησε έπειτα η κυρία Κατίγκω. - Μια μάρκα. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε να δη. - Ωραία είναι, είπε· αλλά όπως σήκωσε πάλι τα μάτια, φώναξε έξαφνα: - Μα Στέφανε! Ο Στέφανος γύρισε· η γιαγιά που είχε σηκωθεί σταμάτησε στην πόρτα. - Καπνίζεις---; Κλείσε! ξαναφώναξε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε άλλη μια στιγμή· έπειτα πέταξε το τσιγάρο κ’ έκλεισε το τζάμι. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα. - Φυσά λιγάκι, ο καιρός κρύωσε, είπε η Ευανθία. - Θα είχατε αέρα στο βαπόρι, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, που είχε στρέψει προς το παράθυρο, είδε πως ο Στέφανος είχε τα μάτια απάνω της· και μια στιγμή δεν απάντησε. - Τι, θεία Κατίγκω; είπε ύστερα. Η Μαρίκα την κοίταξε: - Ρώτησε αν είχατε αέρα στο βαπόρι. - Όχι πολύ, είπε η Ευανθία και σώπασε. Η γιαγιά που είχε βγει ήρθε πάλι. - Μαρίκα, μίλησε. Η Μαρίκα κοίταξε. - Σε θέλει μέσα, της ψιθύρισε η γιαγιά. - Η γιαγιά δεν ησυχάζει, είπε η Ευανθία. - Τι; τέντωσε τ’ αφτί η γιαγιά. - Σήμερα μαγείρεψες μονάχη, είπε δυνατότερα η Ευανθία. - Ναι, μαγείρεψα, είπε η γιαγιά κ’ έμεινε κοιτάζοντας την πόρτα που η Μαρίκα έφυγε - - Ήσουν μέσα; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα ξαπλωμένη πάντα στον καναπέ. Η Μαρίκα στάθηκε ορθή μπροστά της. - Ναι, απάντησε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε. Είδε σουφρωμένα τα φρύδια της και πρόσεξε πως στα μάγουλά της πάλευαν να σβήσουν τα ελαφρά κοκκινωπά τους στίγματα. Την κοίταξε μια στιγμή κ’ έπειτα: - Ποιος άλλος είναι; ρώτησε. - Ο Στέφανος, απάντησε η Μαρίκα. - Άλλος, ρωτώ. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια. - Το ξέρεις, είπε. - Ναι, όμως πρόσεξε μη μου τη φέρουν μέσα. Η Μαρίκα την ξανακοίταξε. Έπειτα αφού κοίταξε κάτω άλλη μια στιγμή, έκαμε ένα βήμα προς τον καναπέ, σαν αρπαγμένη από έξαφνο αίσθημα. - Γιατί όλα αυτά, μαμά; γιατί; δοκίμασε να πει, ένα όμως νεύμα της κυρίας Αγλαΐας τη σταμάτησε. Έμεινε ορθή και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα χωρίς να κινηθεί: - Πήγαινε και πρόσεξε μη μου τη φέρουν· αυτό σε ήθελα, ψιθύρισε και γύρισε τα μάτια αλλού. Η Μαρίκα ήρθε πάλι στην τραπεζαρία. Η κυρία Κατίγκω και η γιαγιά σκυφτές, μιλούσαν ψιθυριστά χείλη με χείλη. Ο Στέφανος είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε, η Ευανθία στεκόταν κοντά στο ξανανοιγμένο παράθυρο. Μια αντηλιά έπαιζε τριγύρω στα μαλλιά της. Η Μαρίκα σταμάτησε στην πόρτα. Χωρίς να θέλει γύρισε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της κονσόλας. Τα κόκκινα στίγματα είχαν απλωθεί από τα μήλα σ’ όλο το μάγουλο· στα άχρωμα χείλη της είδε λευκότερα σημάδια, σα να τα δάγκασε. Ο Στέφανος φύσηξε τον καπνό προς το παράθυρο έξω. Η Ευανθία τον κοίταξε. Πίσω της σάλευε τα φύλλα η λεύκα, στον ουρανό άπλωναν τα σύννεφα σα μαδημένα. Ο στέφανος ξανακάπνισε, η Ευανθία τον πλησίασε και είπε: - Και συ κοίταζες. Ο Στέφανος δε μίλησε. Ξαναφύσηξε τον καπνό, κι ο καπνός σκόρπισε ωχρογάλανος γύρω στο πρόσωπο της Ευανθίας· έπειτα χρωματίστηκε μενεξεδένιος κ’ έσβησε σταχτοκίτρινος, πρασινωπός. Η Μαρίκα έκαμε να ξανακαθίσει στο σκαμνάκι. - Ναι, ναι, νονά, είπε η κυρία Κατίγκω, σα να έκλεινε την ομιλία. Η γιαγιά είδε τη Μαρίκα. - Τι ήθελε; τη ρώτησε. - Τίποτε, είπε η Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε χωρίς να θέλει. - Μα, γιαγιά, πήγαινε ντύσου· θα έρθει έξαφνα κανένας, είπε σιγά η Μαρίκα. - Μαρίκα! φώναξε την ίδια ώρα η Ευανθία από το παράθυρο. Η Μαρίκα πήγε. - Για δες· δεν έχει αλλάξει κάτι εδώ; - Το σπίτι εκεί· χτίστηκε τώρα, είπε η Μαρίκα. - Α, ναι, φαινόταν ο γιαλός. - Και η εκκλησίτσα. - Με τα δυο πευκάκια. - Και τα κυπαρίσσια, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία σώπασε. Και η Μαρίκα, ενώ ο Στέφανος την κοίταζε: - Θα πάμε να την ανοίξομε. Ε, δε θα την ανοίξομε, γιαγιά; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Την εκκλησίτσα. Μα η Μάρθα στάθηκε μπρος στο παράθυρο, και η κυρία Κατίγκω φώναξε: - Μα, Στέφανε! Η γιαγιά άπλωσε τα χέρια. Ο Στέφανος σηκώθηκε, η Μαρίκα όμως τον κράτησε. Και η Ευανθία, τραβώντας τη κοντά της: - Μαρίκα, φώναξε, θυμάσαι τη γριά με τις κατσίκες; Η Μαρίκα δε μίλησε. Ο Στέφανος έκλεισε πίσω το παράθυρο. - Και το βράχο στο ακρογιάλι; - Που ανέβαινες και φώναζες, είπε η Μαρίκα. - Και βούιζε η θάλασσα. - Η σπηλιά βούιζε. - Ναι, η σπηλιά. - Και τη φοβόσουν. - Τη γριά φοβόμουνα με τις κατσίκες, είπε η Ευανθία, και ο Στέφανος που ήρθε κοντά, ψιθύρισε: - Που δε σαλεύαν. - Ναι, δε σαλεύανε και τους πετούσα πέτρες για να σαλέψουν· και τότε έβγαινε η γριά και μου έδειχνε τα γούλια της με το μακρύ δόντι που έφτανε ως κάτω απ’ το πηγούνι. Μια μέρα με κυνήγησε, κ’ έτρεξα σπίτι -- - Ξυπόλυτη; είπε η Μαρίκα. - Ναι, κ’ η μαμά σου μ’ έδειρε. Η Μαρίκα σα να κοκκίνισε, και η Ευανθία καθώς την κοίταζε η γιαγιά, φώναξε: - Γιαγιά, θυμάσαι; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Που μ’ έδειρες. - Τρελή, είπε η γιαγιά, και η Ευανθία γυρνώντας στην κυρία Κατίγκω: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. - Θεία Κατίγκω, ξαναφώναξε η Ευανθία, θυμάσαι που μ’ έδερνε η γιαγιά; - Τρελή, ψιθύρισε πάλι η γιαγιά κ’ έκαμε να τη χαδέψει καθώς ήρθε και στάθηκε μπροστά της. - Πώς της πηγαίνουνε τα πράσινα! είπε η κυρία Κατίγκω σιγά στο Στέφανο, που είχε έρθει και κάθισε στο πλάι της. - Ναι, της πηγαίνουν, είπε η Μαρίκα που στεκόταν από πίσω ορθή· και κοίταξε το Στέφανο. Μα όταν ο Στέφανος πήγε κοντά της και την είδε πως ήταν ανήσυχη: - Με κάνει νευρική, του είπε καθώς της έπιασε το χέρι. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η γιαγιά. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Που κάθεται με τις παντούφλες, είπε ξανά η Μαρίκα. Ο Στέφανος την έπιασε από τη μέση και βημάτισαν μαζί στην κάμαρα. Η Ευανθία στεκόταν στο παράθυρο με τη γιαγιά· ο Στέφανος είδε πως η κυρία Κατίγκω την κοίταζε σαν ξεχασμένη. - Στενοχωρήθηκες· θες να καπνίσεις; του είπε η Μαρίκα που πρόσεξε πως είχε ξεχαστεί κι αυτός. - Όχι, απάντησε ο Στέφανος και της ξαναέπιασε τη μέση. Περπάτησαν πάλι, όμως δίχως να μιλήσουν. Εκεί είδαν την Ευανθία που πήγε πάλι στην κυρία Κατίγκω, και ο Στέφανος πρόσεξε πως τον κοίταζαν και οι δυο, η κυρία Κατίγκω σα λησμονημένη πάντα. Έπειτα άκουσαν πως κάτι ψιθύρισε η γιαγιά· και γύρισαν. - Ναι, ναι, είπε η γιαγιά, σα να μιλούσε μόνη της· και στάθηκαν και την κοίταζαν. Μα η Ευανθία πετάχτηκε έξαφνα κ’ έπιασε από τη μέση τη γιαγιά: - Να σε χορέψω; - Τρελή! είπε και την έσπρωξε η γιαγιά, και η Ευανθία στάθηκε κ’ έβλεπε γελώντας τη Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, μα ο Στέφανος σα να μην πρόσεχε. ΄Επειτα στρέφοντας προς τη γιαγιά: - Αλλά, γιαγιά, έκαμε να πει, μα ο Στέφανος την τράβηξε προς το παράθυρο. Στάθηκαν και κοιτάζαν έξω. Η Ευανθία πήρε τη γιαγιά και κάθισαν στο πλάι της κυρίας Κατίγκως, η Ευανθία στο σκαμνάκι εμπρός στα πόδια της. Ο Στέφανος και η Μαρίκα γυρίζοντας την είδαν που έπιασε το χέρι της: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε, σα να ξυπνούσε, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! - Τι παιδί μου; - Τραγούδησέ μας. - Μα Ευανθία, είπε η Μαρίκα από αντικρύ, όμως η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω την έβλεπε σα να μην ένιωθε, η Ευανθία ψιθύρισε: - Στη φυσαρμόνικα, ένα τραγούδι. - Μα Ευανθία, είπε πάλι η Μαρίκα· η Ευανθία όμως έφερε τη φυσαρμόνικα και παρακάλεσε ξανά; - Θεία Κατίγκω! - Όχι χρυσή μου, δεν μπορώ, δοκίμασε να πη η κυρία Κατίγκω, μα η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Και η γιαγιά που έβλεπε την Ευανθία, είπε κι αυτή: - Έλα Κατίγκω. Η Μαρίκα κοίταξε τη γιαγιά κ’ έπειτα το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος ψιθύρισε: - Έλα, μητέρα. Η Μαρίκα έκαμε κίνημα,. αλλά η κυρία Κατίγκω είχε πάρει τη φυσαρμόνικα. - Δεν μπορώ, ξαναείπε σιγαλά. Ανέβασε όμως το βέλο της πιο απάνω και φάνηκε αποκάτω μελαψό, αφτιασίδωτο το μέτωπο. Η Μαρίκα γύρισε τα μάτια αλλού, ενώ η κυρία Κατίγκω έφερνε τα δάχτυλα στα κόκκαλα της φυσαρμόνικας. Τα κίνησε σ’ αυτά, σα να δοκίμαζε. Αλλά σταμάτησε μεμιάς· σταμάτησε και κοίταζε μπροστά της. - Σα φύλλο, της είπε η Ευανθία σιγά, καθώς σταμάτησε. Μα η κυρία Κατίγκω την κοίταξε μονάχα, σα να μην άκουσε. Έπειτα έριξε τα μάτια της πάλι μπροστά, ίσια στο Στέφανο, και βλέποντας χαμένα εκεί έπαιξε και τραγούδησε: Τα μάτια σου κλαίνε, Λενίτσα Λενιώ…. τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Ο Στέφανος έκαμε κίνημα, αλλά η κυρία Κατίγκω εξακολούθησε: Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά, αχ άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. Η φωνή της κυρίας Κατίγκως έτρεμε· τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Ο Στέφανος της άρπαξε τη φυσαρμόνικα. Η Μαρίκα είχε γυρίσει και κοίταζε την Ευανθία, η κυρία Κατίγκω σκέπασε τα μάτια με τα χέρια. - Κατίγκω! Κατίγκω! είπε η γιαγιά. - Το ξέρατε, ψιθύρισε η Μαρίκα. Η γιαγιά της έριξε μια άφωνη ματιά. - Αχ ναι, είπε σιγά έπειτα κ’ έφυγε συρτά…. Έξω πύκνωσαν και χαμήλωσαν τα σύννεφα και η κάμαρα σκοτείνιασε. - Θα βρέξει, είπε η Ευανθία ορθή εμπρός στο παράθυρο. Η Μαρίκα την κοίταξε. Από κάτω ακούστηκαν οι πάπιες που χτυπούσαν τα φτερά τους, και η Ευανθία έσκυψε στο τζάμι. Η κυρία Κατίγκω κατέβασε πάλι το βέλο της. - Στέφανε, θα μείνεις; είπε και σηκώθηκε. - Να έρθω μαζί; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα γύρισε και τον κοίταξε. - Όχι, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θεία Κατίγκω, φεύγεις κιόλα; φώναξε η Ευανθία που γύρισε από το παράθυρο και την είδε που έσιαζε στον καθρέφτη το καπέλο της. - Μαμά, μείνε λιγάκι, είπε και η Μαρίκα. - Πρέπει να πάω, απάντησε η κυρία Κατίγκω· θα έρθω άλλη μέρα, γύρισε στην Ευανθία που την πλησίασε. - Αν δεν έρθεις πριν εσύ, είπε σιγαλότερα και ακούμπησε το χέρι απάνω της. Η Ευανθία την κοίταξε. - Περιμένεις μια στιγμή; τη ρώτησε γοργά και πήδησε στην πόρτα. Η κυρία Κατίγκω έκαμε να στρέψει πάλι μέσα, μα καθώς έστρεψε, κινήθηκε στο πλάι η άλλη πόρτα και μέσα από το άνοιγμα είδε δυο μάτια καρφωμένα απάνω της. Μια στιγμή σα να καρφώθηκε κι αυτή στη θέση της. Μα αμέσως, χωρίς να το αισθανθεί: - Στέφανε! έβγαλε φωνή. - Πάμε! του ξαναφώναξε, όπως έστρεψε ο Στέφανος και κοίταξε. - Αλλά… δεν είπες; θέλησε να ψιθυρίσει ο Στέφανος. - Όχι, όχι, πάμε, ένεψε γοργά η κυρία Κατίγκω κ’ έφυγε. Καθώς περνούσε στο διάδρομο, η πόρτα της κυρίας Αγλαΐας έκλεισε δυνατά μπροστά της, σαν επίτηδες. Και η υπηρέτρια ορθή έξω από την πόρτα εκεί, την κοίταζε… Η Μαρίκα συνόδεψε το Στέφανο στο διάδρομο. Η Ευανθία ήρθε τρεχάτη μ’ ένα δεματάκι. - Έφυγαν; είπε ρίχνοντας ματιά στην άδεια κάμαρα. Η Μαρίκα την κοίταξε μονάχα· και στρέφοντας και πάλι μέσα είδε στην άλλη πόρτα την όψη του παππού σα σφηνωμένη μέσα στο άνοιγμα. Κ’ έμεινε και την κοίταζε. Η κυρία Κατίγκω περίμενε το Στέφανο έξω στο δρόμο. - Μα, μητέρα, τι έπαθες; ρώτησε ο Στέφανος. - Τίποτε, είπε βιαστικά η κυρία Κατίγκω. - Τίποτε, πάμε, ξαναείπε και του έπιασε το χέρι. Άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταλαματιές, και τάχυναν το βήμα. Αραιοί διαβάτες περνούσαν γρήγορα χωρίς να χαιρετήσουν. Μια στιγμή άνοιξε πίσω κάποια σιδερένια πόρτα και ξαναέκλεισε με ορμή, και η κυρία Κατίγκω στριμώχτηκε σφιχτότερα στο Στέφανο. Μια δυνατή πνοή σήκωσε έπειτα σύννεφο τη σκόνη και τους τύλιξε σε λίγο μέσα. Όταν πέρασε, είχαν φτάσει στο ακρογιάλι. Σε μερικά καΐκια αραγμένα εκεί κατεβάζαν τα πανιά· οι γλάροι πετούσαν γύρω τους σε χαμηλά στενά τόξα, και η θάλασσα απλωνόταν ανήσυχα βουβή και σκοτεινή. Η κυρία Κατίγκω σταμάτησε όταν έφτασαν στο σπίτι και ανέβηκαν τη σκάλα. Εκεί έκλεισε την πόρτα, έπιασε το χέρι του Στέφανου και του είπε: - Παιδί μου, Στέφανε… να ζήσεις, άκου: μην ξαναπάς σ’ αυτό το σπίτι. - Αλλά, μητέρα…, έκαμε να πει ο Στέφανος, μα η κυρία Κατίγκω τον σταμάτησε: - Μη, μην ξαναπάς! Και η φωνή της και η ματιά είχαν βαθιά κάτι παρακαλεστικό και τρομαγμένο. Και ο Στέφανος έμεινε μπροστά της άφωνος, ενώ η μπόρα χτυπούσε στα τζάμια με όλη της την πρώτη ορμή. [Επεξεργασία] ΙΙ - Ωραία μέρα, είπε η Ευανθία κοιτάζοντας προς το παράθυρο. Η Μαρίκα έριξε πίσω το κεφάλι και στύλωσε τα μάτια έξω. Ο ήλιος έλαμπε, ο ουρανός έφεγγε. - Βγαίνομε έξω; είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα δε μίλησε, ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα. - Πάμε περίπατο; ξαναείπε η Ευανθία. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Σου αρέσει αλήθεια; είπε σιγά. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα σιγά κι αυτός: - Μα δε σου είπα! Η Μαρίκα ξανακοίταξε μπροστά της κ’ έπειτα γύρισε πάλι: - Όχι, το χρώμα δε μου πάει· είμαι κίτρινη. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Για ξαναφόρα το, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή. - Το κέντημα στη ζώνη δε μου αρέσει, ψιθύρισε έπειτα. - Τότε βγάλε το, της είπε ο Στέφανος. - Βάλε μόνο μια κορδέλα με μια αγράφα, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα κρέμασε τα χέρια και κοίταξε το Στέφανο. - Είμαι κίτρινη, είπε σιγά. - Είσαι ωραία, της είπε ο Στέφανος σιγότερα, ενώ η Ευανθία ξεφύλλιζε ένα φιγουρίνι απάνω στο τραπέζι. Η Μαρίκα έμεινε με τα χέρια κρεμασμένα κάτω· η Ευανθία ήρθε μπροστά της. - Να, σαν αυτή, είπε κ’ έδειξε ένα σχέδιο στο φιγουρίνι. Η Μαρία κοίταξε. - Και τούτη η τάγια εδώ… κάμε την έτσι, είπε η Ευανθία. - Δε μου αρέσει, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα και γύρισε προς το παράθυρο. Ο Στέφανος της έπιασε το χέρι: - Φαίνεσαι κουρασμένη. Η Ευανθία άφησε το φιγουρίνι. Φόρεσε αυτή το επανωφόρι και πήγε στον καθρέφτη. - Εγώ έτσι θα το έκανα, είπε και μάζεψε το ύφασμα στη μέση· πού έχεις μια κορδέλα; Κρατώντας τα χέρια στη μέση κοίταζε στον καθρέφτη. Στο βάθος έβλεπε τη Μαρίκα σκυφτή και τα μάτια του Στέφανου ριγμένα στον καθρέφτη. Της φάνηκε σα να κοκκίνισε, και πήρε τη ματιά από κει. Μισογυρνώντας το κορμί ξανακοίταξε τη μέση της και φώναξε; - Μαρίκα! Η Μαρίκα γύρισε. - Να, δες εδώ… Στην πόρτα παρουσιάστηκε ο άσπρος σκούφος και η σταχτιά ρόμπα του παππού με τα σιρίτια ξεφτισμένα στα μανίκια. Κάτω απ’ το σκούφο γυάλιζαν ανήσυχα τα μάτια του. Η Ευανθία γύρισε κείθε. - Καλημέρα, παππού, φώναξε. Ο παππούς κοίταξε γύρω, σα να ζητούσε κάτι. - Τι είναι παππού; ξαναείπε η Ευανθία. Ο παππούς ήρθε στο τραπέζι, έπειτα πήγε στον κομό. - Γυρεύεις τίποτε; ρώτησε πάλι η Ευανθία. - Τα σπίρτα… μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, και ο Στέφανος σηκώθηκε. - Πάρε τα δικά μου, παππού, είπε και του έδωσε τα σπίρτα. Ο παππούς ήρθε και στάθηκε μπρος στο παράθυρο. Στάθηκε, κοίταξε έξω μια στιγμή κ’ έπειτα είπε: - Τη νύχτα έβρεξε. - Το απόγευμα, παππού, είπε η Ευανθία. - Τη νύχτα, είπε ξανά ο παππούς. - Τη νύχτα, ναι, οληνύχτα, είπε η Μαρίκα κοιτάζοντας την Ευανθία. Ο παππούς γύρισε και σύρθηκε έξω, και η Ευανθία βλέποντας τη Μαρίκα: - Τη νύχτα, ψιθύρισε σα μηχανικά. Μα έπειτα πιάνοντας τον ώμο της Μαρίκας; - Αλήθεια, δε μου τέλειωσες την ιστορία, είπε σαν ξαφνικά. - Ποια ιστορία; - Που μου άρχισες ψες βράδυ στο παράθυρο, για τ’ άστρα. - Α, ναι, θυμήθηκε η Μαρίκα. Και γυρίζοντας στο Στέφανο: Για τον Ωρίωνα, είπε κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος τινάχτηκε, σα να ξαφνίστηκε. - Έλα, πες τη, ξαναζήτησε η Ευανθία και περίμενε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε η υπηρέτρια που έβγαλε φωνή, και η Ευανθία έτρεξε κει. Ο Στέφανος κοιτάχτηκε με τη Μαρίκα. - Ευανθία! φώναξε γοργά η Μαρίκα. Μα η Ευανθία δε γύρισε. Σταμάτησε στην πόρτα εμπρός στον παππού που έτρεχε κοντά στην υπηρέτρια. - Τα σπίρτα, της ψιθύρισε ο παππούς. - Τα σπίρτα μου τα ξαναπήρε, ψιθύρισε πάλι και στάθηκε και κοίταζε την Ευανθία. - Ευανθία, ξαναφώναξε η Μαρίκα, έλα άκουσε το μύθο. Η Ευανθία γύρισε. Μα σα να ξέχασε: - Τι; ρώτησε. - Για τον Ωρίωνα, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο: - Α ναι, ποιος ήταν; Η Μαρίκα σταμάτησε, μα έπειτα: - Ένας που αγάπησε την Άρτεμη, είπε. - Α ναι, κι αυτή; Μα η Μαρίκα δεν απάντησε. Η γιαγιά ήρθε στην πόρτα και πήρε από το χέρι τον παππού. Η Ευανθία στάθηκε και κοίταζε, ενώ ο παπαγάλος φώναζε από το διάδρομο: - Παππού! παππού! Ο Στέφανος πλησίασε στο παράθυρο που ήταν ορθή η Μαρίκα. - Φαίνεσαι κουρασμένη· δεν κοιμήθηκες καλά; τη ρώτησε. - Ω ναι, είπε η Μαρίκα. Σώπασαν λίγες στιγμές. Από κάτω ανέβαινε η υγρασία της νοτισμένης γης. Η μισομαδημένη λεύκα έμενε ακίνητη· μόνο σε μια άκρη ενός κλαδιού σάλευαν δυο καρδερίνες. Στην αντικρινή ταράτσα παρδαλές πλατιές κουβέρτες απλωμένες έμοιαζαν σημαίες που με το κόκκινό τους βάθος έδιναν όψη φαιδρή στην ερημιά του μικρού δρόμου. Ένας φλώρος κρεμασμένος κάπου σε κλουβί σκόρπισε έξαφνα ένα συρτό μονότονο κελάδημα, και οι καρδερίνες απάντησαν μ’ ένα πιο σύντομο ψιθυρητό. Ο Στέφανος έπιασε τον ώμο της Μαρίκας. Μια από τις καρδερίνες πήδησε στο άλλο κλαδί κουνώντας τη λευκοστιγμένη μαύρη ουρά. Τα σταχτοκίτρινα φτερούγια έπαιξαν παρδαλά στον ήλιο, και από το μικρό κεφάλι έσμιξαν λάμψεις κόκκινες σα ρουμπινιού. Ο Στέφανος θέλησε να δείξει της Μαρίκας το πουλί, μα η Μαρίκα κοίταζε αντίκρυ. Κοίταζε αντίκρυ προς το ορθόβραχο βουνό που ίσκιωνε αποκάτω του μαβιά το γυμνό σταχτερό λόφο· λευκόχριστα σπιτάκια στριμωγμένα στο πλευρό του λόφου αραδιαστά, έμοιαζαν σα σκαλοπάτια προς το βαρύ σκοτεινό κάστρο που ύψωνε στην κορυφή κεραμιδόχρωμα τα μισογκρεμισμένα τείχη του. Η Μαρίκα κοίταζε τους ίσκιους που έριχνε το ψηλό βουνό στο λόφο, και ο Στέφανος, σα να θέλησε να τους σκορπίσει από μπροστά της, της έπιασε τη μέση κ’ έκαμε πάλι να της δείξει το πουλί. - Για δες, ψιθύρισε. Μα όταν η Μαρίκα γύρισε να δει, το πουλί είχε φύγει. - Για δες. Και ο Στέφανος έδειξε κάτω τον τοίχο της αυλής, όπου ένα βυσσινοκόκκινο περιπλοκάδι πλεγμένο με τον πράσινο κισσό απλωνότανε μαζί του κλαδιστό σα φλέβες αίμα, σαν παρακλάδια βουνών και ποταμιών σε χάρτη, κ’ έκανε αληθινά τον τοίχο σαν εικόνα χρωματισμένη φανταστικά. Η Μαρίκα έσκυψε και κοίταξε. Έπειτα σήκωσε το σώμα και αφού κοίταξε και πάλι μπροστά της, ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Στέφανε, είπε. Ο Στέφανος την κοίταξε. Η Μαρίκα σταμάτησε μια στιγμή. - Θυμάσαι πότε άρχισε η αγάπη μας; ρώτησε αμέσως έπειτα αργά και σαν ψιθυριστά. - Από το βράδυ εκείνο, είπε ο Στέφανος αργά κι αυτός. - Ποιο βράδυ; Όταν σε φώναξε η γιαγιά; Ο Στέφανος σα να ένεψε. - Όχι πρωτύτερα; Ο Στέφανος την κοίταξε. - Όχι πρωτύτερα; ξαναείπε πάλι αργά η Μαρίκα. Κι όταν σε φώναξε η γιαγιά, ε για πε μου, πρόσθεσε ύστερα. - Ήσουνα τόσο ωραία στο ηλιοβασίλεμα. - Θέλεις να πεις, τότε δεν ήμουνα χλωμή. - Μαρίκα, είπε ο Στέφανος και της έπιασε το χέρι. - Ναι, κ’ ήτανε τόσο ζεστός ο αέρας. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή και ανάσανε, σα ν’ ανάσαινε εκείνον τον αέρα. Έπειτα ξανακοιτάζοντας το Στέφανο στα μάτια: - Ξέρεις γιατί σε φώναξε η γιαγιά; είπε. - Γιατί; ρώτησε ο στέφανος. - Επίτηδες, είπε η Μαρίκα, και στα χείλη της τρεμούλιασε ένα χαμόγελο που μόλις το είδε ο Στέφανος. Και ο Στέφανος μη νιώθοντας. - Επίτηδες; ρώτησε πάλι σα μηχανικά. - Ναι, ήξερε πως δεν το ήθελε η μαμά, είπε η Μαρίκα χωρίς να πάρει τη ματιά από πάνω του. Το χέρι του Στέφανου που κρατούσε το δικό της χαλάρωσε άθελα. - Λοιπόν καλύτερα να μη με φώναζε; Η Μαρίκα έσφιξε πιο πολύ το χέρι του κ’ έσυρε κοντύτερα το Στέφανο: - Όχι, Στέφανε, όχι· δεν είπα αυτό, είπε γοργά. Και όσο ο Στέφανος την κοίταζε άφωνος, εξακολούθησε: - Είπα μόνο πως η γιαγιά κάνει ό, τι δεν αρέσει της μαμάς. Να, σήμερα μάλωσαν πάλι. Μπήκε στην κάμαρά της δίχως να χτυπήσει. Και η μαμά ήταν άντυτη. Ο Στέφανος χαμογέλασε. - Το ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Και μένα δε μου αρέσει. Και μένα με κάνει νευρική συχνά. - Που γυρνά με τις παντούφλες, ξαναγέλασε ο Στέφανος. - Ναι, κι αυτό το κάνει γιατί ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Ο Στέφανος έκαμε να τη χαδέψει: - Παιδί, παιδί. - Ναι, ναι· θέλεις να σου πω κ’ ένα άλλο; είπε η Μαρίκα και σταμάτησε. - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος και την κοίταξε προσμένοντας. - Να, και την Ευανθία την έφερε, και η Μαρίκα δεν πρόσεξε ένα κίνημα του Στέφανου, γιατί ξέρει πως δεν την ήθελε η μαμά. - Και τη μητέρα μου, κ’ εμέ τον ίδιο, είπε ο Στέφανος μ’ ένα χαμόγελο. Βρέθηκαν ένα βήμα ο ένας μακριά από τον άλλο. Η Μαρίκα χαμήλωσε τα μάτια, ο Στέφανος κοίταζε έξω. Σώπασαν μια στιγμή. Έπειτα η Μαρίκα ήρθε και του άρπαξε και τα δυο χέρια: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Έλα, φίλησέ με, του φώναξε μεμιάς και τον αγκάλιασε. Ο Στέφανος τη φίλησε. - Και σένα, είπε έξαφνα η Μαρίκα, σα να συνέχιζε το στοχασμό της. Γιατί σ’ έφερε σένα, γι’ αυτό την αγαπώ. Κ’ ενώ ο Στέφανος σώπαινε. - Τη γιαγιά, πρόσθεσε και ακούμπησε τα χέρια στους ώμους του. - Ξέρεις, Στέφανε, πώς μου είναι; είπε έπειτα από μια στιγμή. - Πώς; ρώτησε ο Στέφανος μηχανικά, σαν άθελα. - Σα μοίρα, είπε αργά η Μαρίκα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τον. - Σα μοίρα μου, ξαναψιθύρισε, κι αμέσως, σα μ’ έξαφνο ξέσπασμα: Έλα, φίλησέ με πάλι, φώναξε γοργά. Στα μάτια, ναι, στα μάτια· το ξέρεις πως μου αρέσουνε φιλιά στα μάτια, είπε με αργότερη, βραχνότερη φωνή κ’ έγειρε το κεφάλι στο λυγισμένο μπράτσο του Στέφανου. [Επεξεργασία] ΙΙΙ Ο Στέφανος, γυρνώντας σπίτι, κάθισε στο καφενείο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα μπροστά του στρωνόταν κατακόκκινη στο ηλιοβασίλεμα. Μια όμοια λάμψη φώτιζε τη θάλασσα το βράδυ εκείνο που η γιαγιά τον έκραξε στο εκκλησιδάκι έξω εκεί στην ακροθαλασσιά. Η Μαρίκα στέκονταν ορθή, και το ανοιχτόχρωμο φόρεμά της έφευγε κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα. Ο Στέφανος δεν τη γνώρισε, μάντεψε όμως ποια ήταν άμα είδε τη γιαγιά. Έδωσαν τα χέρια και κοιτάχτηκαν, παράξενα του φάνηκε. Του φάνηκε ακόμα πως η Μαρίκα κοκκίνισε. Ο Στέφανος έλειπε χρόνια, και η γιαγιά τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Η Μαρίκα του είπε μόνο καλώς ήρθες. Ύστερα τον ρώτησε για τη μαμά του. Ο Στέφανος θυμάται πως της απάντησε με τόνο: - Η μητέρα μου; Καλά, ευχαριστώ. Έπειτα γύρισε στη γιαγιά και είπε: - Ρώτησα για σας, νονά. Και ύστερα πρόσθεσε: - Και χάρηκα … Θυμάται πως δεν τελείωσε, γιατί τον κοίταξε η Μαρίκα· τον κοίταξε πάλι παράξενα. Έπειτα γύρισε η ομιλία αλλού. Η γιαγιά του είπε πως ευχαριστήθηκε πολύ που άκουσε πως θα μείνει τώρα εδώ, να πάρει το γραφείο του πατέρα του. - Ο καημένος ο Γιάγκος κουράζεται πολύ, είπε. - Και η Κατίγκω, πρόσθεσε, ναι, τι καλά που θα είναι και για την Κατίγκω. - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Και η Ευανθία, νονά; ρώτησε έπειτα από μια στιγμή. Η Μαρίκα τον κοίταξε, ενώ η γιαγιά απάντησε: - Προχτές μας έγραψε. Καλά είναι. Το χειμώνα που μας πέρασε ήρθε και μας είδε. Μα η θεία της αρρώστησε, και δεν κάθισε πολύ. - Τα έμαθα, είπε ο Στέφανος. Και πρόσθεσε: - Από τη μητέρα μου. - Ναι, η Κατίγκω την αγαπά πολύ· της φαίνεται πως βλέπει ... Και η γιαγιά σώπασε. ΄Επειτα μίλησαν γι’ άλλα πράγματα. Ο Στέφανος τις συνόδεψε ως το σπίτι. Όταν χωρίστηκαν, η Μαρίκα τον κοίταξε πάλι παράξενα ενώ του έδινε το χέρι. Και όταν έμπαινε στην πόρτα, γύρισε και τον ξαναείδε. Αυτό το βράδυ ήταν η πρώτη αρχή. - Όχι πρωτύτερα; Όσο και αν έκανε ο Στέφανος να θυμηθεί, πρωτύτερα θυμόταν τη Μαρίκα μόνο μικρή, που την έφερνε η γιαγιά και παίζανε. Αυτή, αυτός και οι δυο Ευανθίες. Πότε στον κήπο, πότε στην ακροθαλασσιά, και το χειμώνα στο βουνό πίσω από το κάστρο, που έτρεχε μέσα στην πρασινάδα η ρεματιά. Ταχτικά, καθημερινά σχεδόν. - Κατίγκω! έτοιμα τα παιδιά; φώναζε η γιαγιά από την αυλόπορτα. -Έρχονται αμέσως, απαντούσε η κυρία Κατίγκω, κι ο Στέφανος βιαζότανε να κατεβεί τα σκαλιά δυο δυο. - Το νου σου! δε σου φεύγει· θα σκοτωθείς! του φώναζε από πίσω η κυρία Κατίγκω, που κατέβαζε την Ευανθία της από το χέρι. Ο Στέφανος κρατούσε κιόλα το χέρι της άλλης Ευανθίας, όταν έφτανε η κυρία Κατίγκω με την αδερφή. - Πάλι μονάχη σου, νονά; έλεγε η κυρία Κατίγκω και χαιρετιότανε με τη γιαγιά. - Η υπηρέτρια δεν άδειαζε, απαντούσε η γιαγιά και κοίταζε την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω, που ένιωθε τη ματιά, της ψιθύριζε σιγά στο αυτί. - Ναι, ναι, καλύτερα. - Να λείπω· δε βαστιέται· πάντα με τη νομαρχία, έλεγε και η γιαγιά σιγά κ’ ήθελε να σταθεί ν’ αλλάξει ακόμα λίγα λόγια με την κυρία Κατίγκω, μα ο Στέφανος είχε πιάσει από το χέρι τις δυο Ευανθίες και ήταν έξω πια από την αυλόπορτα. - Ευανθία, Ευανθία! φώναζε η γιαγιά, και γύριζαν για μια στιγμή και οι δυο Ευανθίες. - Ευανθία! ξαναφώναζε, αλλά δε γύριζε καμιά. - Εγώ τα φταίω με τ’ όνομα, αλλά μου αρέσει, έλεγε η γιαγιά και σταματούσε να ψιθυρίσει κάτι ακόμα της κυρίας Κατίγκως· μα η Μαρίκα την τραβούσε από το φόρεμα, κ’ έφευγε η γιαγιά. Σε λίγο ήταν έξω στο ακρογιάλι, και τα παιδιά γέμιζαν τα κουβαδάκια τους στον άμμο. Η γιαγιά έβγαζε από το τζαντάκι την κάλτσα της και τα γυαλιά. Έπειτα άπλωνε το μαντήλι κάτω, και τα παιδιά σώριαζαν μέσα τα κοχύλια που μάζευαν. Και όταν το μαντήλι γέμιζε, τα έφερναν και τα έριχναν στην ποδιά της γιαγιάς. - Έλα, φτάνει πιά· μου μουσκέψατε το φόρεμα, τους έλεγε η γιαγιά. Και άφηνε την κάλτσα και τα βοηθούσε να μοιράζουν τα κοχύλια. Οι δυο Ευανθίες μάλωναν πάντα μεταξύ τους, και ο Στέφανος και με τις δυο. Η Μαρίκα γέμιζε σιωπηλή το κουβαδάκι με όσα της έδινε η γιαγιά. Και κάθιζε στον άμμο και τ’ άδειαζε και τα ξανάδειαζε· τα σώριαζε, τ’ αράδιαζε σε γραμμές και τα κοίταζε. Έπειτα σήκωνε πάλι τα μάτια και κοίταζε μπροστά της τον αέρα, τα πεύκα που στέκονταν ακίνητα στους βράχους, τη θάλασσα που έσμιγε πέρα σε μια γραμμή θολή και ασάλευτη τον ουρανό. Οι δυο Ευανθίες και ο Στέφανος άφηναν τα κοχύλια και πηδούσαν στο νερό. Πρώτη η Ευανθία της γιαγιάς. Κυνηγιόντανε, βουτούσαν ως τα γόνατα, έβρεχαν τα μεσοφόρια· πιτσίλιζαν τις πλάτες και νοτίζαν τα μαλλιά. Τα καστανόξανθα μαλλιά της Ευανθίας έφεγγαν στον ήλιο. Η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. - Μαρίκα, έλα και συ· δε θέλεις; της έλεγε η γιαγιά. Η Μαρίκα κοίταζε. - Τι; έλεγε ύστερα. - Να μπεις στη θάλασσα. - Όχι. - Γιατί; κρυώνεις; Η Μαρίκα κοίτα τη γιαγιά. - Ναι, θέλησε να πει μια μέρα, μα σταμάτησε, σα να μην ήθελε να πει το ψέμα. - Δεν το θέλει η μαμά, είπε ύστερα σιγά. - Η μαμά πολλά δε θέλει, μα δεν της το λέμε, ψιθύρισε η γιαγιά· έλα! - Και εγώ δε θέλω, είπε η Μαρίκα σα με πείσμα. - Γιατί; - Γιατί δεν το θέλει η μαμά, απάντησε η μικρή και κοίταξε τη γιαγιά στα μάτια. Η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως στάθηκε κει μπροστά και γέλασε. - Δε σε ξαναπαίζουμε, είπε της Μαρίκας κ’ έδωσε γοργή κλωτσιά στα κοχύλια της τ’ αραδιασμένα χάμω. Η Μαρίκα έκλαψε και δεν ξαναήρθε πια με τη γιαγιά. Η Ευανθία διηγήθηκε των παιδιών την άλλη μέρα πως η μητέρα της Μαρίκας μάλωσε με τη γιαγιά. ΄Επειτα άκουσαν τη γιαγιά που ψιθύριζε κρυφά με την κυρία Κατίγκω. - Είναι ανυπόφορη· ολοένα με τη νομαρχία, έλεγε η γιαγιά. - Μου γύρισε κ’ εμέ τις πλάτες, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θέλει να διώξει και την Ευανθία. - Και ο νονός; - Όπως κατάντησε ο νονός! Και η γιαγιά αναστέναξε. ........................................... Η κυρία Κατίγκω έπαιρνε συχνά τη φυσαρμόνικα κ’ έπαιζε των παιδιών· και η γιαγιά τους τραγουδούσε: Τα πουλιά στα κλώνια ζυγά ζυγά, και τα χελιδόνια ... Και τα παιδιά ζητούσανε να βρουν τη ρίμα. - Μες στη φωλιά, έλεγε το ένα. - Στη αμμουδιά, έλεγε το άλλο. Η γιαγιά δεν την ήξερε κι αυτή και δεν αποτελείωνε το τραγούδι. Και τα παιδιά γελούσαν. Κάποτε έπαιρναν τη φυσαρμόνικα και στο ακρογιάλι, και όταν έφεγγε το φεγγάρι έβγαιναν με τη βάρκα έξω στη θάλασσα. Ο πατέρας κάθιζε στα κουπιά, ο Στέφανος κοντά του, και οι δυο Ευανθίες στο πλάγι της κυρίας Κατίγκως. Η γιαγιά κρατούσε το κοφινάκι με τις φέτες τα ψωμιά. - Φεγγάρι, φεγγαράκι, τραγουδούσαν τα παιδιά, και η κυρία Κατίγκω τ’ ακολουθούσε με τη φυσαρμόνικα. Οι δυο Ευανθίες ακουμπούσανε στα γόνατά της, και η κυρία Κατίγκω έριχνε πίσω το κεφάλι και κοίταζε τη θάλασσα. Ο Στέφανος χτυπούσε με το χέρι το νερό σα με κουπί ή σηκωνόταν κ’ έστεκε ορθός στη βάρκα και γύρευε να την κάμει να τρεκλίσει. - Στέφανε! του φώναζε η μητέρα. - Παλικαριές, ψιθύριζε η Ευανθία. - Έλα τώρα, του έλεγε η γιαγιά, που άρχιζε να μοιράζει τα ψωμάκια. Τότε άρχιζε να τραγουδά ο πατέρας. Δεν ήξερε να τραγουδά σωστά, μουρμούριζε μόνο κομμένα λόγια και κοίταζε την κυρία Κατίγκω, που με το κεφάλι γερμένο πίσω και με τη φέτα το ψωμί αφημένη στα γόνατα έμενε ακίνητη και σιωπηλή κ’ έβλεπε τη θάλασσα. - Κατίγκω, ξεχάστηκες, της έλεγε η γιαγιά. - Έλα, μαμά, της φώναζε η Ευανθία. Ο πατέρας άφηνε τα κουπιά και την περίμενε να τραγουδήσει. Η κυρία Κατίγκω αγαπούσε μελαγχολικά τραγούδια, και ο Στέφανος δεν την ήθελε ν’ αρχίσει. Σκουντούσε τον πατέρα να ξαναπιάσει τα κουπιά. Μα και η Ευανθία της γιαγιάς σκουντούσε την κυρία Κατίγκω: - Έλα θεία Κατίγκω! - Σα φύλλο, θεία Κατίγκω, ξαναπαρακαλούσε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω έπαιρνε τη φυσαρμόνικα σιγά σιγά σαν κουρασμένη και άρχιζε να τραγουδά: Σα φύλλο κίτρινο και μαραμένο ... - ΄Όχι, όχι κίτρινο· το άλλο, την έκοβε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω άλλαζε το σκοπό, και τραγουδούσαν και οι δυο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Η άλλη Ευανθία τις ακολουθούσε σιγαλά. Έπειτα σώπαινε μεμιάς. Η κυρία Κατίγκω έπαυε το σκοπό κι αυτή και άφηνε να σβήνει στα νερά μόνη η φωνή της Ευανθίας της γιαγιάς: προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Ένα βράδυ το τραγουδούσαν στην ακρογιαλιά μαζί με την κυρία Κατίγκω καθισμένες χάμω στην αμμουδιά. Και ξαφνικά το άκουσαν από πίσω. Τους φάνηκε πως ήταν η ηχώ του βράχου. Γύρισαν να δουν, και η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε σαν ξαφνιασμένη. Μα η Ευανθία γνώρισε δυο μάτια που έφεγγαν στη σκοτεινιά. - Ο παππούς! είν’ ο παππούς, φώναξε. Και πήγε ίσια επάνω του και ξαναφώναξε: - Με τη Μαρίκα! Ήταν αληθινά ο παππούς και κρατούσε από το χέρι τη Μαρίκα. - Η Μαρίκα! φώναξε και η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως. Η Μαρίκα στεκότανε σαν ξαφνιασμένη και δεν άφηνε το χέρι του παππού. - Πάμε, πάμε, του σκουντούσε το γόνατο με το χέρι. Ο παππούς έμενε ακίνητος. - Ήρθα για τη γιαγιά, ψιθύρισε της κυρίας Κατίγκως. Μα η γιαγιά έλειπε το βράδυ αυτό. Η Ευανθία θέλησε να πάρει τη Μαρίκα από το χέρι του παππού Μα η Μαρίκα της είπε σιγαλά: - Δεν το ξέρει η μαμά. Και τράβηξε την Ευανθία. Η Ευανθία πήγε μαζί της, κ’ έφυγαν και οι δυο με τον παππού. Η άλλη Ευανθία κι ο Στέφανος έμειναν πίσω με την κυρία Κατίγκω. - Φοβήθηκα, είπε η Ευανθία. - Είδες πώς έφεγγαν τα μάτια του; είπε ο Στέφανος· γιατί μητέρα; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έπιασε μόνο από το χέρι και τα δυο παιδιά. Η Μαρίκα δεν ξαναήρθε στο ακρογιάλι. …………………………….. Ύστερα ερχόταν ο χειμώνας κ’ έστρωνε την αμμουδιά με σταχτοπράσινα μουσκεμένα φύκια. Ο αέρας σφύριζε μελαγχολικά στα κιτρινισμένα βούρλα και στη μαδημένη καλαμιά. Η γιαγιά έφερνε τότε τα παιδιά έξω στους λόφους πίσω από το κάστρο, όπου ο ήλιος έλαμπε χαρωπά στη νέα χλόη. Ανέβαιναν από το μονοπάτι σέρνοντας το αμαξάκι με τις κούκλες και σταματούσανε στη γέφυρα κ’ έβλεπαν κάτω το κανάλι που άραζαν τα ψαράδικα καΐκια με τα κόκκινα πανιά, και οι μαούνες άδειαζαν τα πορτοκάλια φανταχτερούς σωρούς στο μώλο. Έπειτα έγερναν κάτω κ’ έβγαιναν στο λαγκάδι όπου κυλούσε η ρεματιά. Ο Στέφανος σκαρφάλωνε ψηλά στις λευκαμένες πέτρες, οι δυο Ευανθίες γύρευαν στην άκρη βώλους και παρδαλά χαλίκια. - Στέφανε! εκεί είν’ ένας, φώναζε η αδερφή κ’ έδειχνε μέσα στο κελαρυστό νερό. Ο Στέφανος πηδούσε δω, βουτούσε κει, κλονιζόταν μια στιγμή· ύστερα ζυγιαζότανε στην πέτρα ώσπου έσκυβε τέλος κ’ έβγαζε το βώλο. - Να, πιάστε τον, φώναζε κρατώντας τον ψηλά. Οι δυο Ευανθίες κοίταζαν το πετραδάκι που γυάλιζε στον ήλιο και άπλωναν τα χέρια. -Να, πιάστε τον, ξαναφώναζε ο Στέφανος και τις γελούσε δεύτερη φορά. - Α, α! ξεφώνιζαν λαχταριστά οι δυο μικρές ώσπου άρπαζε το βώλο η Ευανθία της γιαγιάς. Η γιαγιά έβλεπε βρεγμένα το πόδια του Στέφανου και φώναζε πως θα το πει το βράδυ της κυρίας Κατίγκως. Ο Στέφανος έταζε πως δε θα ξαναπατήσει στο νερό, μα η Ευανθία έβλεπε σε λίγο κάτι που ρόδιζε ψηλά στον άλλον όχτο. - Μια κάππαρη, μια κάππαρη! έβγαζε φωνή και κοίταζε το Στέφανο. Και ο Στέφανος πηδούσε, σκαρφάλωνε, ξανβουτούσε στο νερό και γύριζε με μια μικρούτσικη ανεμώνη, που είχε φυτρώσει ανάμεσα στα ξερά κλαδιά της κάππαρης. Η Ευανθία ζάρωνε το πρόσωπο και πετούσε το άνθος, και η γιαγιά μάλωνε πάλι το Στέφανο που είχε ξαναβραχεί. Η γιαγιά έφερνε στο μαντίλι της φέτες ψωμί με μέλι, και πορτοκάλια· και η κυρία Κατίγκω γέμιζε τα τζαντάκια των παιδιών με κουλουράκια. Τους τα μοίραζε η γιαγιά, κ’ έτρωγαν και τα τρία καθιστά χάμω στη χλόη. Ο σκύλος του σπιτιού που τους ακολουθούσε κάποτε, στεκότανε και κοίταζε. Της Ευανθίας της γιαγιάς της άρεσε να του πετά ψωμί κ’ έπειτα να τον κυνηγά. - Μη, θα πέσεις! φώναζε η γιαγιά. Η Ευανθία χανόταν πίσω από το λόφο και τ’ άλλα δυο παιδιά μαζί της. Εκεί έβγαιναν μπροστά οι κατσίκες, και η Ευανθία σταματούσε τρομαγμένη: - Κοιτάχτε τις τι μαύρες που είναι· κοιτάχτε τις πώς δεν κουνιούνται! Ο Στέφανος και η άλλη Ευανθία ήθελαν να γελάσουν, μα στο τέλος φοβόντανε κι αυτοί. Σταχτερόμαυρες, γυαλιστερές έμοιαζαν οι κατσίκες σα μπρούτζινες και φαίνονταν αληθινά σα να ήταν καρφωμένες στο βουνό κ’ έτρωγαν ολοένα. Κάποτε σηκώναν το κεφάλι και στύλωναν μπροστά τους τα μικρά κίτρινα μάτια τους ασάλευτα, σα να έβλεπαν κάτι που τα παιδιά δεν το έβλεπαν. Και τότε η Ευανθία τρόμαζε περισσότερο κ’ έτρεχε να κρυφτεί πίσω από τη γιαγιά. Και σιγάζαν και τα τρία εκεί. Από το νταμάρι αντίκρυ, στην κορυφή του λόφου που κοκκίνιζε στον ήλιο μαβιά χαλκή, αντηχούσε μετάλλινος σα χτύπος ρολογιού ο ήχος των λοστών. Και όταν έπαυε, τα παιδιά το ήξεραν και περίμεναν να πεταχτεί απάνω η τούφα του καπνού, κ’ ένα κομμάτι βράχου να τιναχτεί ψηλά σε τρίμματα, όπως τινάζονται τα τόξα του νερού στο σιντριβάνι. - Αά, αά, φώναζαν τα παιδιά και πηδούσαν μεμιάς απάνω. Έπειτα έσβηνε σιγά ο καπνός και η σκόνη, και το λαγκάδι ξαναησύχαζε. Κάπου κάπου ακούονταν τώρα οι κόπανοι των γυναικών που έπλεναν μακρύτερα στη ρεματιά. Ο λόφος άσπριζε γελαστά από τ’ απλωμένα ρούχα, και στον αέρα μετεωρίζονταν τρεμουλιαστοί , σαν κρεμασμένοι από τον ουρανό ψηλά, αϊτοί με ουρές και αφτιά πολύχρωμα. Ο Στέφανος και οι δυο Ευανθίες έμεναν και τους κοίταζαν πως έτρεμαν ψηλά και πως ανέβαιναν πάντα ψηλότερα ώσπου χανόντανε σε μικρά στίγματα στο γαλανό. Ο Στέφανος δοκίμασε να σηκώσει κι αυτός έναν ψηλά. Οι Ευανθίες τον βοηθούσαν στην αρχή, μα έπειτα γύριζαν στις κούκλες τους· έπλεναν τα πανιά τους στη ρεματιά και τα στέγνωναν στον ήλιο. Έπειτα είδε ο Στέφανος άλλα παιδιά που έπιαναν πουλιά μες στα χωράφια, κι άφησε τον αϊτό. Η κυρία Κατίγκω του πήρε ένα κλουβί, μα ο Στέφανος το έφερνε κει έξω κάθε μέρα. Σώριαζε πέτρες κ’ έστηνε απάνω ένα ξερό κλαδί, κολλούσε στο κλαδί βεργίτσες αλειμμένες με ιξό και ξαπλωνόταν παραπίσω και περίμενε να έρθει να καθίσει το πουλί. Το περίμενε ώρες και το ονειρευόταν τη νύχτα. Η Ευανθία της γιαγιάς γελούσε πίσω του ή πετούσε πέτρες να ρίξει χάμω το κλαδί. Μα ο Στέφανος περίμενε. Μια μέρα, καθώς έστρεψε, είδε έξαφνα από πίσω τη Μαρίκα. Στεκότανε και κοίταζε. Την είχε φέρει η υπηρέτρια, μα τις άλλες μέρες ξαναήρθε πάλι με τη γιαγιά. Και στεκότανε και κοίταζε. Ο Στέφανος άκουε τ’ άλλα παιδιά που έκραζαν με τα χείλη τα πουλιά, και δοκίμαζε να μιμηθεί κι αυτός τον ήχο. Δεν το κατόρθωνε, και οι Ευανθίες τον περιγελούσαν. Τις κυνηγούσε με τις πέτρες κ’ έπειτα γύριζε πάλι και κάθιζε κ’ έκραζε να έρθει το πουλί. Και η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. Όσο που η κυρία Αγλαΐα ξαναμάλωσε με τη γιαγιά, και η Μαρίκα ξαναχάθηκε. Και ο Στέφανος περίμενε πάλι μονάχος να πιάσει το πουλί. ……………………………. Πέρασε ο χειμώνας χωρίς να το πιάσει. Πριν όμως έρθει ακόμα η άνοιξη, αρρώστησε έξαφνα η μια Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω καρφώθηκε απάνω από το κεφάλι της, η γιαγιά ερχόταν και συντρόφευε την κυρία Κατίγκω. Δεν ξαναβγήκαν στο βουνό. Ο Στέφανος και η Ευανθία της γιαγιάς έπαιζαν μόνοι τους στον κήπο. Το σπίτι απάνω ήταν σιωπηλό. Η υπηρέτρια έφερνε αδιάκοπα νερό από τη βρύση και πήγαινε και ξαναπήγαινε στο φαρμακείο, ο γιατρός ερχόταν και τη νύχτα αργά. Έπειτα άρχισε να ξενυχτά στο σπίτι και η γιαγιά. Και μαζί της έμενε και η Ευανθία. Κοιμότανε στη σάλα χάμω με τη γιαγιά, κι ο Στέφανος στον καναπέ. Δε μιλούσανε πολύ· ψιθυριστά μονάχα, όπως και οι μεγάλοι. Κάποτε ξεχνούσαν και σηκώναν τη φωνή, μα τους έρχονταν αμέσως στο νου η άρρωστη και σώπαιναν. Στην κάμαρα που ήταν πεσμένη δεν τους άφηναν να μπούν. Μια μέρα μόνο πλησίασαν κλεφτά στην πόρτα και είδαν τα χέρια της απλωμένα ακίνητα απάνω από το σκέπασμα. Η κυρία Κατίγκω της άλλαζε το βρεγμένο πανί στο μέτωπο. Τραβήχτηκαν σιγαλά πίσω. - Της έκοψαν και τα μαλλιά, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία ψιθύρισε: - Εγώ δε θ’ άφηνα να μου τα κόψουν. Την άλλη μέρα άκουσαν πως έστειλαν να φέρουν χιόνι από το βουνό. Και στάθηκαν και κοιταχτήκαν. Έπειτα ρώτησαν τη γιαγιά: - Γιατί; - Το πρόσταξε ο γιατρός, τους είπε. Δεν ένιωσαν· και ρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, απάντησε η γιαγιά. Κατέβηκαν κ’ έπαιζαν στην αυλή και περίμεναν το χιόνι. Το έφερε ο υπηρέτης στοιβαγμένο και τυλιγμένο μέσα σε άμμο και άχυρο. - Τι κρύο που είναι, είπε ο Στέφανος που το άγγιξε. - Θα της το βάλουν στο κεφάλι, ψιθύρισε η Ευανθία. Τράβηξαν να παν να παίξουν, μα η Ευανθία γύρισε και θέλησε να κόψει ένα κομμάτι χιόνι. Η υπηρέτρια τη χτύπησε στο χέρι, και η Ευανθία ξαναγύρισε στο Στέφανο: - Ήθελα να έκανα ένα βώλο. - Θυμάσαι μια φορά που χιόνισε; είπε ύστερα. - Ναι, και φάγαμε και βράχνιασες, είπε ο Στέφανος. Και μπήκαν κ’ έπαιξαν στον κήπο. Στο σπίτι ήταν η ίδια ησυχία πάντα· πατούσαν σιγαλά και ψιθύριζαν μονάχα. Την άλλη μέρα έφεραν και άλλο γιατρό. Τα παιδιά όταν είδαν τη γιαγιά, ξαναρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, είπε η γιαγιά. Σε άλλους όμως που είχαν στείλει να ρωτήσουν, την άκουσαν πως έλεγε: - Τα ίδια. Και στάθηκαν και την κοίταζαν. - Καλύτερα είναι, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Μα χωρίς αυτά να κάνουν θόρυβο, τους φώναξε πνιχτά: - Σιγότερα, σιγότερα. Τα παιδιά κοιτάξανε το ένα το άλλο. Έπειτα έφυγαν πατώντας στα δάχτυλα. Ύστερα ο Στέφανος θυμήθηκε πως τελείωσαν τα κουλουράκια. - Δε θα φτιάξομε άλλα, νονά; είπε της γιαγιάς. - Τι; τέντωσε η γιαγιά το αφτί. - Κουλουράκια, γιαγιά, είπε η Ευανθία. Η γιαγιά κοίταξε τα παιδιά δίχως να μιλήσει. - Να είναι έτοιμα όταν σηκωθεί η Ευανθία, της είπε ο Στέφανος σιγά στο αφτί. Και θυμήθηκε πως τα έπλαθε η μητέρα με την υπηρέτρια. Αυτός και η Ευανθία δεν έφευγαν από κοντά απ’ τη σκάφη, όσο που τους έδιναν κι αυτών ζυμάρι κ’ έπλαθαν ανθρωπάκια, ζώα κι άλλα πράγματα περίεργα, και παρακαλούσαν τη μητέρα να τα στείλει να ψηθούν κι αυτά στο φούρνο. Η κυρία Κατίγκω φώναζε στο Στέφανο: - Φύγε από κει· μη με σκοτίζεις. Κάποτε του έδινε και μια στα δάχτυλα. Στην Ευανθία όμως αδύνατο ν’ αντισταθεί. - Μαμά, μαμάκα, τη χάιδευε η μικρή και της αγκάλιαζε το λαιμό καθώς ήταν σκυμμένη. Το θυμήθηκε ο Στέφανος κ’ έμεινε συλλογισμένος· του ήρθε να τρέξει μέσα στην άρρωστη αδερφή. Μα η Ευανθία τον τράβηξε, και κατέβηκαν πάλι να παίξουν. Στην πορτοκαλιά του κήπου έμεναν ακόμα πορτοκάλια στην κορυφή. - Ρίχνομε ένα κάτω; είπε η Ευανθία, κι ο Στέφανος πήγε κ’ έφερε ένα μακρύ ξύλο από το πλυσταριό. Η υπηρέτρια τον είδε από το παράθυρο κ’ έβαλε φωνή: - Τώρα να φέρω τον πατέρα σου! Την ίδια στιγμή άνοιξε η αυλόπορτα, και τα παιδιά έτρεξαν να κρυφτούν πίσω από τα κάγκελα του κήπου. Η Ευανθία τεντώθηκε και κρυφοκοίταζε. - Ξέρεις ποιος είναι; γύρισε και ψιθύρισε γοργά. Ο Στέφανος άνοιξε τα μάτια ανήσυχα, σα φοβισμένα. - Η θεία Αγλαΐα είναι, είπε η Ευανθία. Και πρόσθεσε σιγότερα: - Της πέρασε· έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. - Έφερε και τη Μαρίκα; ρώτησε έπειτα. Η Ευανθία τον κοίταξε: - Τη θέλεις; Ο Στέφανος δεν απάντησε. Μα ύστερα από λίγο ψιθύρισε: - Γιατί να ήρθε; Και ανέβηκε στο σπίτι. Και η Ευανθία κοντά. Η κυρία Αγλαΐα καθότανε στη σάλα με τον πατέρα του και άλλες δυο κυρίες. - Σιγά, σιγά, ψιθύρισε η γιαγιά και πάλι των παιδιών άμα τα είδε. Εκείνα δεν τόλμησαν να τη ρωτήσουν αν ήρθε και η Μαρίκα. Ξανακατέβηκαν άφωνα στον κήπο. Όταν ξανανέβηκαν στο σπίτι, μια κυρία κρατούσε την κυρία Κατίγκω σωριασμένη στο διάδρομο σε μια καρέκλα, και κάτι της ψιθύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε αντίκρυ, και η κυρία Κατίγκω γύρισε και τον κοίταζε σα να μην τον γνώριζε. Μα έπειτα του ένεψε και πήγε. - Στέφανε, Στέφανε, είπε και του έπιασε τα χέρια, η Ευανθία… Πνίγηκε η φωνή της, και ο πατέρας πετάχτηκε από μέσα και άρπαξε το Στέφανο. Τον κάθισε στα γόνατά του λίγες στιγμές και του χάδεψε τα μαλλιά. Έπειτα τον άφησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω. Η άλλη κυρία έφερε ένα μπουκαλάκι και τη μύρισαν. Η Ευανθία στεκότανε σαν καρφωμένη στο πάτωμα και κοίταζε. Η μητέρα ξαναμπήκε στην άρρωστη, και η γιαγιά έβαλε των παιδιών και έφαγαν. Αμίλητα. Σε όλο το σπίτι βασίλευε σιγή. Μόνο η υπηρέτρια πηγαινοερχόταν, και η γιαγιά σερνότανε στις κάμαρες. Ο πατέρας, καθισμένος στην τραπεζαρία, κάπνιζε ολοένα. Ο γιατρός ξαναήρθε στην άρρωστη, έπειτα βγήκε και κάθισε με τον πατέρα λίγη ώρα. Μιλούσαν σιγαλά. Σε λίγο ξαναήρθε και η κυρία Αγλαΐα. Έκραξε τη γιαγιά, μίλησαν κρυφά στο διάδρομο και ξαναμπήκαν μέσα. Ο Στέφανος τις κοίταζε σα φοβισμένος, η Ευανθία είχε βρει τις κούκλες τις άρρωστης κ’ έπαιζε μόνη της σε μια άκρη. Ο Στέφανος κατέβηκε στον κήπο χωρίς να ξέρει κι αυτός γιατί. Είχε συννεφιάσει, και τα δέντρα στέκονταν ήσυχα και σκοτεινά. Μόνο τα πορτοκάλια κοκκίνιζαν ανάμεσα στα φύλλα της πορτοκαλιάς. Ο Στέφανος είδε στημένο στα κλαδιά το μακρύ ξύλο, καθώς το είχε αφήσει το πρωί. Το πήρε και χτύπησε με όση είχε δύναμη, ώσπου γκρέμισε ένα πορτοκάλι από την κορυφή. Έσκυψε το πήρε, ανέβηκε στο σπίτι και τράβηξε ίσα στον πατέρα. - Θέλω να το πάω της Ευανθίας μέσα, είπε κ’ έδειξε το πορτοκάλι με τον κλώνο, όπως είχε πέσει από την πορτοκαλιά. Ο πατέρας τον κοίταξε. - Ναι, ναι, ψιθύρισε και του αγκάλιασε τον ώμο. - Τώρα, είπε πάλι ο Στέφανος. - Ναι, τώρα άμα … ξυπνήσει σε λιγάκι, ξαναψιθύρισε ο πατέρας με δαγκαμένα χείλη. Έσφιξε απάνω του το κεφάλι του παιδιού και γύρισε το πρόσωπο. Ο Στέφανος έμεινε κρατώντας το πορτοκάλι. Έπειτα το άφησε στα γόνατα του πατέρα και πήγε κοντά στην Ευανθία. - Κοιμάται, της είπε σιγαλά. Η Ευανθία μιλούσε με τις κούκλες και δεν τον πρόσεξε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές κοντά της και κοίταζε τις δυο κυρίες που κάθονταν στον καναπέ. Κάθονταν αμίλητες και κοίταζαν στην πόρτα. - Έλα δω, του φώναξε τώρα η Ευανθία, μα ο Στέφανος δεν πήγε. Στάθηκε ακίνητος εκεί κ’ έριχνε κρυφές ματιές στην πόρτα, σα να περίμενε κάτι κι αυτός. - Έλα δω, του ξαναμίλησε η Ευανθία. Ο Στέφανος κοίταξε στο διάδρομο, όπου του φάνηκε πως άνοιξε σιγά η εξώπορτα. Είχε ανοίξει αλήθεια και παρουσιάστηκε ο παππούς. Ήρθε με σιγαλά πατήματα στην πόρτα και χωρίς να χαιρετήσει στάθηκε ορθός εκεί. Στάθηκε και κοίταζε. Μαζί του μπήκε από το διάδρομο μια κρύα πνοή και ανατρίχιασε το Στέφανο. Έτρεξε στον πατέρα και ακούμπησε στον ώμο του. Ο πατέρας του χάδεψε το μέτωπο. Το πορτοκάλι ήταν ακόμα στα γόνατά του. Ο Στέφανος δε θέλησε ούτε να το ’γγίξει. Οι δυο κυρίες στον καναπέ μίλησαν κάτι , δε γύρισε ούτε κει. Ακουμπισμένος στον πατέρα κοίταζε στο παράθυρο. Ένα πουλί ήρθε μια στιγμή στο τζάμι και στάθηκε· στάθηκε τόσο κοντά, σα να ήθελε να μπει στο σπίτι. Έπειτα πέταξε πάλι. Ο Στέφανος πλησίασε στο τζάμι. Έξω τα σύννεφα κρεμούσαν βαριά και χαμηλά, σα να σερνόντανε στη θάλασσα. Σε λίγο άρχισε να ψιχαλίζει. Ο Στέφανος έμεινε ορθός και κοίταζε τους κύκλους που έκαναν οι σταλαγματιές στη θάλασσα. Πρώτα μικροί, στενοί, πλάταιναν έπειτα, άπλωναν όσο που έσβηναν. Και αμέσως πλάι τους, απάνω τους, παρέκει γίνονταν άλλοι πολλοί, μικροί, μεγάλοι, αμέτρητοι, παντού όσο έφτανε το μάτι στη μουντή συννεφιασμένη θάλασσα. Ο Στέφανος έμεινε ώρα εκεί και κοίταζε. Μια στιγμή ήρθε η Ευανθία και στάθηκε και αυτή και κοίταζε. Από πίσω ο πατέρας κάπνιζε ολοένα, οι δυο κυρίες άλλαζαν κάπου κάπου ένα ψιθύρισμα που μόλις το άκουε κανείς. Ο παππούς έμενε ορθός στην πόρτα. Έπειτα μπήκε η γιαγιά και πήρε τον πατέρα έξω. Ο Στέφανος είδε τις κυρίες που κοιτάχτηκαν. Η μια από αυτές τον τράβηξε κοντά της. Ο Στέφανος τη γνώριζε, μα εκείνη τη στιγμή του φάνηκε σα να την έβλεπε πρώτη φορά· τόσο παράξενα τον κοίταζε. Η Ευανθία ξαναγύρισε στις κούκλες. Εκεί ακούστηκε μια δυνατή κραυγή από την κάμαρα της άρρωστης. Ο Στέφανος γνώρισε πως ήταν της μητέρας. Η κυρία του άφησε το χέρι κ’ έτρεξε έξω πίσω από την άλλη. Τα δυο παιδιά έμειναν μόνα στην κάμαρα κοιτάζοντας το ένα το άλλο. Ο παππούς είχε χαθεί. Της μητέρας η φωνή δεν ξανακούστηκε, μα τα βήματα έξω δεν πατούσαν πια σιγά. Ήταν σα να έτρεχαν όλοι τώρα μες στο σπίτι. Κ’ έτρεξε κι ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοντά του. Μα η κυρία Αγλαΐα παρουσιάστηκε μπροστά τους και τους πήρε από το χέρι. Πήγαν μαζί χωρίς να νιώθουν. Η Ευανθία κρατούσε στο χέρι της μια κούκλα, ο Στέφανος το πορτοκάλι που σήκωσε από κάτω, όπου είχε πέσει του πατέρα καθώς σηκώθηκε γοργά. Καθώς κατέβαιναν στη σκάλα, ανεβαίναν άλλοι. Ο Στέφανος δεν είδε ποιοι, του φαινόταν μόνο πως πίσω του γέμιζε το σπίτι. Έξω έβρεχε και η κυρία Αγλαΐα φώναξε ένα αμάξι. Τους κατέβασε στην πόρτα της. Απάνω βρήκαν τη Μαρίκα μόνη. Τους κοίταζε με ξαφνισμένα μάτια. Η Ευανθία έτρεξε κοντά της. - Μαρίκα, άρχισε να πει, η Ευανθία… Η κυρία Αγλαΐα όμως δεν την άφησε να τελειώσει. - Πάει ταξίδι, είπε κ’ έπιασε το Στέφανο από το χέρι. Η Μαρίκα άνοιξε πλατύτερα τα μάτια της και τον κοίταξε βαθιά, σα να είχε νιώσει. Και ο Στέφανος άπλωσε το χέρι και της έδωσε το πορτοκάλι που είχε κόψει για την αδερφή. [Επεξεργασία] ΙV Η στιγμή αυτή ήταν χαμένη ολότελα στο νου του Στέφανου. Είχε σβήσει σα να μη στάθηκε ποτέ. Και τώρα, καθισμένος στο ακρογιάλι μπροστά στη βραδιασμένη θάλασσα, έβλεπε την εικόνα της να τρέμει εμπρός του σα μακρινό καθρέφτισμα και σιγά -σιγά να ξεχωρίζει καθαρότερη ολοένα, όπως η μαύρη πλάκα μέσα στο υγρό κάτω από την κόκκινη αναλαμπή στο σκοτεινό θάλαμο. Τα δυο μεγάλα μαύρα μάτια της μικρής Μαρίκας τον κοίταζαν από την εικόνα αυτή τόσο παράξενα βαθιά και του σαλεύαν την ανάμνηση, όπως ένα τραγούδι ξαναθυμημένο στη βραδινή γαλήνη. Έβλεπε τη μικρή Μαρίκα με το σταχτί της φόρεμα, όπως την είδε το σκοτεινό εκείνο δειλινό που ήρθε σ’ αυτή με τη μητέρα της και με την Ευανθία. Κ’ έξαφνα, σα μαγικά, η μικρούλα αυτή γινόταν ένα με τη μεγαλωμένη κόρη που στεκόταν κάτω από τα πεύκα ορθή, λευκοντυμένη, σα να τον περίμενε όταν τον έκραξε η γιαγιά. Τα μάτια και το κοίταγμα ήταν τα ίδια, σα να ήταν μια και μόνη οι δυο αυτές στιγμές, και δεν τις χώριζε το διάστημα δώδεκα χρόνων που πέρασαν στο μεταξύ. Τα χρόνια αυτά ο Στέφανος δεν είχε μήτε απαντηθεί με τη Μαρίκα. Λίγες μέρες ύστερα από το θάνατο της αδερφής έφυγε μαζί με την κυρία Κατίγκω, που της κλονίστηκαν τα νεύρα κ’ έπρεπε να ταξιδέψει. Έπειτα τον είχαν κλείσει στο σχολείο. Όταν ήρθε μια φορά στο σπίτι, η Μαρίκα έλειπε μαζί με τη μητέρα της. Όταν ήρθε πάλι δεύτερη φορά, βρήκε χωρισμένα τα δυο σπίτια. Την Ευανθία την είχε πάρει μακριά μια θεία της, η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω. Είχε θυμώσει με τον πατέρα του. - Δίκιο έχει, του είπε η κυρία Κατίγκω όταν τη ρώτησε, μα κι ο πατέρας σου τι να έκανε· ποιόν άλλον έχει η … Δεν μπορούσε να προφέρει ακόμη το όνομα της Ευανθίας, όμως του εξήγησε πως ο πατέρας του, σα δικηγόρος, κίνησε δίκη της κυρίας Αγλαΐας για την κληρονομιά της Ευανθίας και ζήτησε από μέρος της θείας της την απαγόρευση του παππού, γιατί τον έκανε όπως ήθελε η κυρία Αγλαΐα. Έπειτα έφυγε ο Στέφανος για χρόνια από το σπίτι. Όταν ξαναγύρισε, η γιαγιά είχε ξεθυμώσει, και η κυρία Κατίγκω του μίλησε γι’ αυτή και για την Ευανθία. Και όταν έπειτα πρωτοαπάντησε τη γιαγιά με τη Μαρίκα μεγαλωμένη πια, η Μαρίκα του έφερε στο νου την Ευανθία και με αυτή μαζί την άλλη Ευανθία, την αδερφή. Και όταν ξαναπαντήθηκαν και δεύτερη φορά με τη Μαρίκα, και κείνη τον ξανακοίταξε παράξενα και τον ρώτησε ξανά για τη μαμά, στο νου του Στέφανου πέρασε πάλι η Ευανθία και η αδελφή, οι δυο μαζί Ευανθίες σα σμιγμένες σε μια ανάμνηση θολή και θλιβερή, όπως και ζούσανε στο σπίτι. Για καιρό έβλεπε τη Μαρίκα ο Στέφανος σα μια παλιά και ξέθωρη φωτογραφία που του ξυπνούσε στη μνήμη μια άλλη εικόνα, μια άλλη μορφή ξένη με αυτή, εχθρική σχεδόν με αυτή. Η κυρία Κατίγκω ούτε βλεπότανε ποτέ με την κυρία Αγλαΐα ούτε μιλούσε ποτέ λόγο γι’ αυτή και τη Μαρίκα. Ένα βράδυ είχε βγει ο Στέφανος περίπατο με την κυρία Κατίγκω και απαντήθηκαν με τη γιαγιά και τη Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε με τη γιαγιά, μα στη Μαρίκα κούνησε μόνο το κεφάλι. Στάθηκαν λίγες στιγμές μαζί. Οι τρεις μιλούσαν, η Μαρίκα σκάλιζε σκυφτή το χώμα με την άκρη της ομπρέλας της. Κοίταξε το Στέφανο μόνο όταν ξαναέδωσαν τα χέρια. Καθώς έφευγε με τη γιαγιά, ο Στέφανος την έβλεπε μόνο από πίσω. Το ανάστημά της ξεχώριζε λιγνότερο στη σκούρα φορεσιά. Άμα έστριψε στο δρόμο, έσκυψε πάλι το κεφάλι της. - Δεν της έδωσες το χέρι, είπε στη μητέρα του ο Στέφανος. - Αυτό έλειπε, είπε η κυρία Κατίγκω· κ’ έπειτα πρόσθεσε: - Δε φέρθηκε κι αυτή καλά. Ο Στέφανος ένιωσε πως ήθελε να πει στην Ευανθία· αλλά του φάνηκε παράξενο: τη φορά αυτή, μόλις τώρα του ήρθε στη μνήμη η Ευανθία. Και όταν είδε πάλι μια φορά στο δρόμο τη Μαρίκα και τη χαιρέτησε, τη χαιρέτησε πριν συλλογιστεί αν έπρεπε να χαιρετήσει. Έπειτα ξαναπαντήθηκε με τη Μαρίκα στο σπίτι μιας ξαδέρφης και των δυο. Στη σάλα ήταν πολλοί, και ο Στέφανος δεν την πρόσεξε που καθόταν στο πιάνο. Ορθή μπροστά της η Φιφίκα Πρίφτη τελείωνε το τραγούδι Στο Ζάππειο σε πρωτόειδα, και χειροκροτούσαν όλοι. Ο λοχαγός Γιαλούδης κ’ ένας δικηγόρος, συνάδελφος του Στέφανου, σηκώθηκαν και της έσφιξαν το χέρι. Ο Στέφανος προχώρησε και τη χαιρέτησε και τη συγχάρηκε κι αυτός. Εκεί γύρισε η Μαρίκα το κεφάλι. Κοιτάχτηκαν, σα να ξαφνιάστηκαν και οι δυο. Μα ο λοχαγός μπήκε στη μέση και τους χώρισε. Πλησίασε και είπε κάτι της Μαρίκας. Η Μαρίκα ξαναέσκυψε στο πιάνο, κ’ ενώ ο Στέφανος γύρισε και χαιρετούσε και τους άλλους, το πιάνο έπαιζε το σκοπό: Η κυρά μας η δασκάλα που είν’ άγρια και κακιά … Η Φιφίκα Πρίφτη δεν το τραγούδησε, το σφύριξε μονάχα ο λοχαγός κουνώντας το κεφάλι και τους ώμους με το ρυθμό. Ύστερα ήρθε το τσάι. Ο λοχαγός και ο δικηγόρος κάθισαν σ’ ένα τραπεζάκι κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη. Ο Στέφανος μιλούσε ορθός με το νομομηχανικό. - Για δες τους, του σφύριξε η ξαδέρφη του, ενώ του σερβίριζε το τσάι. Ο Στέφανος γύρισε και είδε. Ο δικηγόρος τέντωνε μπρος το στήθος κ’ έδειχνε το φουσκωτό χρωματιστό του λαιμοδέτη με μια χρυσή άγκυρα λοξά μπηγμένη, ο λοχαγός καμπουριασμένος πετούσε το κεφάλι έξω, σχεδόν ίσια με το πρόσωπο της κόρης. Κρατούσε δαγκαμένο το τσιγάρο και σούφρωνε το ένα μάγουλο καθώς κοίταζε με το μονόκλ, σε τρόπο που να φαίνονται τα δόντια του σα σκύλου που τα δείχνει πριν γαυγίσει. Η Φιφίκα Πρίφτη τον άκουε να της διηγείται και χαμογελούσε. Ήταν κόρη πλούσιου σαπουνά και αγαπημένη της κυρίας Κατίγκως. Κομψή και νόστιμη, ο Στέφανος μιλούσε ευχάριστα μαζί της και ήξερε πως η Θεώνη, όπως λεγόταν η ξαδέρφη του, την έφερε στο τσάι επίτηδες γι’ αυτόν. Σε λίγο η Θεώνη ξαναέριξε ματιά του Στέφανου, ματιά που έλεγε: Τι κάθεσαι! Ο Στέφανος γύρισε πάλι και είδε· ο λοχαγός είχε πλησιάσει πιο κοντά τη δεσποινίδα Πρίφτη. Μα δυο βήματα από πίσω της στεκόταν ορθή δίπλα σε μια λατάνια η Μαρίκα. Φορούσε φόρεμα ανοιχτό τριανταφυλλί, και οι ίσκιοι της λατάνιας έπεφταν κ’ έτρεμαν απάνω του σαν κοκκινόμουντα νερά. Τα μάτια του Στέφανου σταμάτησαν έξαφνα στη Μαρίκα. Η Θεώνη πήγε και κάθισε κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη και τον ξαναέκραξε με μια ματιά· κ’ έπειτα με το όνομά του. Μα ο Στέφανος τράβηξε ίσια στη Μαρίκα. Το βράδυ, όταν η κυρία Κατίγκω τον ρώτησε ποιος ήταν και τι έγινε στο τσάι, ο Στέφανος δεν είπε ούτε πως ήταν η Μαρίκα εκεί. Την άλλη μέρα βρέθηκε κάτω από το σπίτι της. Η Μαρίκα στάθηκε στο παράθυρο ορθή, ακίνητη ώσπου πέρασε. Ξαναπαντήθηκαν στο σπίτι της Θεώνης και ξαναπαντήθηκαν και πάλι, σα να το είχαν συμφωνήσει. Βγήκαν περίπατο μαζί και οι τρεις, πρώτα στο δρόμο της ακροθαλασσιάς, έπειτα όμως στ’ απόμερα, στην εξοχή, στους λόφους που έπαιζε μικρός ο Στέφανος με τις δυο Ευανθίες, και πιο μακρύτερα, όπου τα λαγκάδια της ρεματιάς ομορφαίναν περισσότερο, οι λόφοι γίνονταν βουνάκια, πέτρινα πάντα, κοκκινόμαβα, με πεύκα αραιά και ρείκια πιο πυκνά και σφάλαχτα και σπάρτα που όταν ανθίζαν τον Απρίλη έβαφαν όλον τον τόπο σα με αίμα κίτρινο --- ένα κίτρινο που το αγαπούσε χωριστά η Μαρίκα κ’ έμενε άφωνη κοιτάζοντάς το όταν έχυνε τα βράδια χρυσόξανθες αναλαμπές στα ρόδινα νερά του μικρού κόλπου, που έκανε πίσω από το κάστρο η θάλασσα. Εκεί έξω δεν απαντούσανε ψυχή. Μόνο κανένα κυνηγό και γαϊδουράκια, που όπως κατεβαίναν ολοσκέπαστα από τα κλαδιά που ήταν φορτωμένα, έμοιαζαν σα θάμνα φουντωτά που σάλευαν, φαινόντανε σα βώλοι χαλκοπράσινοι που ξεκολλούσαν και κυλούσαν γλιστρώντας κάτω στην πλαγιά. Μακρύτερα έβοσκαν κοπάδια τράγοι, και τα κουδούνια ηχούσαν εδώ βοερά από το βάθος και σαν απόκοσμα, εκεί απαλά από τη ράχη, μελαγχολικά. Κάτω στης λαγκαδιάς το χάσμα άγρια περιπλοκάδια πλεγμένα σε κουμαριές και σκίνα και σε ρείκια σχηματίζαν λόχμες, μικρούς θόλους που έφεγγαν βιολετοκόκκινοι όταν άνοιγαν τα ρείκια, έλαμπαν ασπριδεροί με μουντούς, παρδαλούς τόνους όταν ανθίζαν τα περιπλοκάδια. Η Μαρίκα και ο Στέφανος, πιασμένοι μπράτσο, γλιστρούσαν στις πλαγιές, σερνόντανε στα μονοπάτια, μιλούσανε λιγότερο παρότι σώπαιναν και ονειρεύονταν. Η Θεώνη τους ακολουθούσε πότε κοντά, πότε από πίσω, πότε τους άφηνε να προχωρούνε μόνοι, να κρύβονται για μια στιγμή στα θάμνα, να κάθονται στα φρύδια και να στέκονται στις κορυφές ορθοί σα στύλοι και να κοιτάζουνε τη θάλασσα, που ανοίγονταν μπροστά τους πάντα πλατύτερη κ’ έφεγγε όλη στο ηλιοβασίλεμα σα χρυσή πλάκα απέραντη πυρωμένη σε πυρκαγιά ολοπόρφυρη. Και μια μέρα, καθώς στέκονταν αντίκρυ εκεί στη θάλασσα, και την κοιτάζανε χεροπιασμένοι, έσφιξε ο ένας περισσότερο το χέρι του άλλου. Ο Στέφανος δεν το θυμάται ποιος. Και μια στιγμή βρεθήκαν με σμιγμένα χείλη. Έπειτα έμειναν ακουμπώντας τα χέρια ο ένας στον ώμο του άλλου, έμειναν άλλη μια στιγμή έτσι και κοιτάζονταν στα μάτια. Ο Στέφανος θυμάται πως η όψη της Μαρίκας ήταν κατακόκκινη. Έπειτα έλυσαν άφωνοι τα χέρια και κατέβηκαν το λόφο. Όσες φορές περάσαν από το λόφο, δε σταμάτησαν στο μέρος. Γλιστρούσαν σιωπηλοί. Μια μέρα μόνο, ένα βράδυ που η θάλασσα έλαμπε περισσότερο παρά άλλο βράδυ, και από πάνω κρεμόντανε τα σύννεφα ωχρά, ρόδινα εμπρός και κόκκινα βαθιά στο μάκρος, σταθήκανε και πάλι. Και η Μαρίκα έγειρε στο ώμο του και κοίταζε. Κοίταξε άφωνη λίγες στιγμές, έπειτα έπιασε το χέρι του και γύρισε και τον έβλεπε στα μάτια. Ο Στέφανος έσκυψε και της φίλησε το μέτωπο. Η Μαρίκα ακούμπησε ξανά στον ώμο του. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, είπε σιγαλά. Ο Στέφανος της γέλασε. Της γέλασε και σώπαινε. - Στέφανε, ψιθύρισε πάλι η Μαρίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Είναι και κείθε, και από εκείθε πέρα; ξαναείπε σιγαλά η Μαρίκα κ’ έδειξε στο μάκρος, που χάνονταν τα σύννεφα ολοπόρφυρα. - Τι; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος. Μα ένα πουλί πέταξε μπρος από τα πόδια του ίσια, ολόισια προς τ’ απάνω· κ’ ένας ήχος χτυπητός και λαγαρός σκορπίστηκε έξαφνα, σα να τρικύμισε κυματιστά όλον τον αέρα. Τρεμουλιαστό, ίσια απάνω, κατακόρυφα ανέβαινε το πέταγμα του σταχτερού πουλιού, και λαγαρότερο, τρικυμιστότερο και πάντα πιο ηχερό σα σάλπισμα πρωινό γέμιζε το κελάδημά του τον αιθέρα. Σώπαιναν και κοίταζαν απάνω όσο που χάθηκε σε μικρό στίγμα τα σταχτερό πουλί, και ο ήχος σβήστηκε σ’ έναν ψιθυριστό απόηχο ψηλά στο γαλανό. - Ω είναι, είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα και γυρτή στον ώμο του Στέφανου κατέβηκε το λόφο. Όταν το βράδυ γύριζαν στην πόλη, ο Στέφανος έφερνε τη Μαρίκα και τη Θεώνη ως τη γέφυρα, και αυτού τις άφηνε, και κείνος πήγαινε από τον άλλο δρόμο. Μα το βράδυ αυτό η Μαρίκα δεν του άφησε το χέρι· τον έσυρε μαζί της ως τη γέφυρα, και σταθήκαν κ’ έσκυψαν στα κάγκελα κ’ έβλεπαν κάτω. Είχε νυχτώσει και άναψαν τα φώτα. Δεν περνούσε κανείς στη γέφυρα, και μόνο στο κανάλι κάτω πηγαίναν πέρα δώθε μερικές σκιές. Στάθηκαν και κοιτάζαν κάτω και σωπαίναν, σα να ήθελαν ν’ ακούσουν ένα ψιθύρισμα που έφτανε από κάτω από τη γέφυρα. Από αντίκρυ, από τους κήπους, ένα απόγειο έφερνε μια μυρουδιά ελαφρή από ανθισμένες πασχαλιές. Η Μαρίκα σύρθηκε πιο κοντά στο Στέφανο, και ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι. Όταν χωριστήκαν ύστερα, φιλήθηκαν πρώτη φορά εμπρός στην ξαδέρφη τους. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν στη σκοτεινιά. Ο Στέφανος θυμάται πως εκεί που γύριζε έπειτα στην πόλη, είχε μπροστά του όλη την ώρα τα μάτια της Μαρίκας. Και θυμάται τώρα πως εκεί που πήγαινε θυμήθηκε έξαφνα την Ευανθία. Έτσι έξαφνα, έτσι μια στιγμή. Έπειτα η ανάμνηση έσβησε πάλι εμπρός στα μάτια της Μαρίκας. Και την άλλη μέρα που είδε τη Μαρίκα, η Μαρίκα του είπε: - Ξέρεις, Στέφανε, η Θεώνη μου θύμωσε χτες βράδυ όταν χωρίσαμε από σένα. - Γιατί από λάθος τη φώναξα Ευανθία, πρόσθεσε γελώντας· φοβάται πως αγαπώ περισσότερο την Ευανθία. - Και δεν την αγαπάς; ρώτησε ο Στέφανος. - Ανοησίες, απάντησε η Μαρίκα και σώπασε. - Αν κ’ έπρεπε, είπε πάλι έπειτα από μια στιγμή. - Γιατί; ρώτησε ο Στέφανος. - Γιατί κι αυτή --- η Θεώνη --- σε πήγαινε στην Πρίφτη. - Ανοησίες, είπε τώρα ο Στέφανος. Και σώπασαν πάλι. Μα ύστερα από λίγο η Μαρίκα ξαναείπε: - Ωστόσο είναι παράξενο στ’ αλήθεια. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Να, πολλές φορές μου φαίνεται πως είναι αλήθεια η Ευανθία που έρχεται κοντά μας. Ο Στέφανος την κοίταξε, αλλά δε μίλησε. Θυμάται πως είχε όλη την ώρα κάποια στενοχώρια να μιλήσει. Μα η Μαρίκα μιλούσε πιο πολύ τη μέρα αυτή, μιλούσε πιο πολύ παρότι σώπαινε άλλες μέρες. ……………… Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη. Και η Μαρίκα ήταν τόσο ευτυχισμένη να βυθά, να πλέει, να χάνεται σα σε όνειρο μέσα σ’ αυτό. Και σώπαινε. Κ’ έπειτα άρχιζε πάλι να μιλεί, να φλυαρεί. Κι’ έπειτα πάλι ξανασώπαινε. Κ’ έτρεχε μπρος, έμενε πίσω, ξαναγύριζε στο Στέφανο κ’ έγερνε απάνω του, βάδιζε πλάι του, ψιθύριζε, άπλωνε τα χέρια ψηλά στο φως, πέρα στη θάλασσα, τα έριχνε πάλι κάτω, τα ανάπαυε στον ώμο του, τα δίπλωνε τριγύρω στο λαιμό του. Μισοέκλεινε τα μάτια στο πρόσωπό του εμπρός και ξανάνοιγε πάλι τα μάτια πλατιά κ’ εκστατικά στο γαλανό, στα χρυσά νέφη, στα ρόδινα νερά. - Μου αρέσει, μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε· τον άφηνε να της χαδεύει τα μαλλιά και ήταν τόσο ευτυχισμένη. - Μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε κ’ έδειχνε απάνω το γλαυκό κ’ έδειχνε γύρω το χρυσό φως και κάτω τις ανεμώνες που έσκαζαν πλήθη πολλά στη γη και πλούμιζαν με τόνους ωχρορόδινους το σκούρο χώμα. Τόνοι νεκροί, κιτρινωποί, χαλκοί γλιστρούσαν εδώ και κει στους πράσινους ακόμα θάμνους και στα κλαδιά, όπου κοκκινίζαν ζωηρά τα κούμαρα. Ο Στέφανος και η Μαρίκα χάνονταν στους θόλους, σταματούσαν κι άκουαν τους σπίνους που λαλούσαν το σιγαλό σκοπό τους στα κλαδιά, τους μικρούς σπουργίτες που ψιθύριζαν στα θάμνα, τους μακρινούς, κομμένους ήχους που φτάνουν πάντα αόριστοι και μελαγχολικοί από την ερημιά και γεμίζουν τη σιγή με κάποια ανησυχία. Σταματούσαν και τους άκουαν και σώπαιναν, και η Μαρίκα άφηνε το Στέφανο να τη φιλεί και του ξανάλεγε: - Μου αρέσει το φθινόπωρο. Κάποιοι αργοπορημένοι βάτοι πρόβαλαν μια μέρα λευκοανθισμένοι, χλωμοκόκκινοι εκεί εμπρός τους, και ο Στέφανος τους έδειξε της Μαρίκας. - Είναι σαν άνοιξη, της είπε. Και θυμάται τώρα πως η Μαρίκα τον κοίταξε με μακρύ βλέμμα κ’ έπειτα: - Είναι σα γέλασμα, ψιθύρισε αργά και τον κοιτούσε. Η φωνή της είχε έναν τόνο σα βραχνό, ελαφρά βραχνό, ανεπαίσθητα βραχνό. Ο Στέφανος όμως τον πρόσεξε. - Και τον αγαπώ, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα με τον ίδιον τόνο στη φωνή και τον κοίταζε στα μάτια. Ο Στέφανος την κοίταξε κι αυτός σαν παραξενεμένος κ’ έμεινε μελαγχολικός. Μα σε λίγο ξαναβγήκανε στο λόφο· η θάλασσα άστραψε πάλι πέρα κ’ ένας αέρας χλιαρός από τα πλάτη σκόρπισε το σύννεφο. Η Μαρίκα ξανάπλωσε τα χέρια σα φτερά, και η φωνή της ηχούσε ξάστερη. Είχαν φτάσει κοντά στο Χάλασμα, ένα παλιό ερειπωμένο σπίτι που τα παράθυρά του ανοιγόντανε άδεια κοντά, μπροστά στη θάλασσα. Η Μαρίκα αγαπούσε να σταματά εκεί· τριγύρω κοκκίνιζαν ξεροί, γυμνοί μονάχα βράχοι, και οι ροδοδάφνες που δοκιμάσαν να φυτέψουν μια φορά απέξω από το χάλασμα, απόμεναν λειψές και μόλις που κοκκίνιζαν· εμπρός στην πόρτα του όμως απλωνόταν πλατιά, μεγάλη η θάλασσα. Η Μαρίκα σταμάτησε και τώρα εκεί· και τέντωσε το χέρι και την έδειξε. Κοντά της η Θεώνη κοίταζε σα να έπληττε· και ολόγυρα στους λόφους και αντίκρυ στο ορθόβραχο βουνό και απάνω στο γλαυκό και κάτω στη ροδισμένη θάλασσα άπλωνε τη χλιαρή γαλήνη του το αργό και φωτεινό φθινόπωρο. ………………… Μα η κυρία Κατίγκω έμαθε τους περίπατους και θύμωσε με τη Θεώνη. Η κυρία Αγλαΐα τα έβαλε με τη γιαγιά κ’ έπειτα με την ίδια τη Μαρίκα. Της θύμισε τη νομαρχία και της είπε: - Αδύνατο! Αδύνατο να γίνει! Δεν ήθελε μήτε να φανταστεί για τη Μαρίκα κάτι κατώτερο από νομαρχία. Και γέλασε ανάμεσα στα δόντια: - Στο σπίτι της κυρίας Κατίγκως! Μα και για την κυρία Κατίγκω η προίκα της Μαρίκας δεν ήταν αρκετή· η κυρία Κατίγκω αγαπούσε κιόλα τη Φιφίκα Πρίφτη και το έκοψε κι αυτή στο Στέφανο: - Μονάχα τη Φιφίκα. Έτσι έπαψαν οι περίπατοι, και ο Στέφανος έβλεπε σπάνια τώρα τη Μαρίκα. Θυμάται πως ήταν μελαγχολικός και διάβαζε πάντα το Βέρθερο· δε μιλούσε πια με την κυρία Κατίγκω, ούτε η γιαγιά ερχότανε σ’ αυτή. Ώσπου μια μέρα ζήτησε έξαφνα η Μαρίκα να δη το Στέφανο. Ειδωθήκαν στης Θεώνης, και η Μαρίκα ήταν ωχρή· μα έπειτα κοκκίνισε μεμιάς. - Να φύγομε, του είπε. Και όταν είδε πως ο Στέφανος δεν απαντούσε. - Τότε έλα στη μαμά, του είπε πάλι ξαφνικά. Ο Στέφανος αποφάσισε και πήγε, και η κυρία Αγλαΐα του έσφιξε περίεργα το χέρι και μιλήσαν φιλικά. Φαινόταν σα να ξέχασε τη νομαρχία κ’ έδειχνε πως είχε κάτι να του πει. Μα δεν το είπε· όταν έφευγε του ψιθύρισε μονάχα: - Ήθελα να μιλούσατε με τη γιαγιά. Μα και η γιαγιά προτίμησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω· και της είπε την απόφαση που πήρε να δωρίσει στη Μαρίκα το κτήμα που είχε για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε όταν το άκουσε: - Αλλά, νονά! Μα όταν έπειτα λογάριασε πως με το κτήμα αυτό η προίκα της Μαρίκας ανέβαινε ψηλότερα από της Φιφίκας Πρίφτη, είπε σιγαλότερα: - Για να το πω του Γιάγκου. Και φώναξε τον κύριο Γιάγκο κ’ έδωσαν το λόγο τους. Μα την ώρα που θα έφευγε η γιαγιά, η κυρία Κατίγκω την έκραξε στην άκρη. - Κοίταξε όμως, νονά, της είπε, όσο είσαι ζωντανή δεν πρέπει να το μάθει η Ευανθία. - Ναι, απάντησε η γιαγιά. - Ξέρεις πόσο την αγαπώ· δε θέλω να πικραθεί, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, ναι είπε ξανά η γιαγιά, φιλήθηκε με την κυρία Κατίγκω και αγκάλιασε το Στέφανο. Κ’ έτρεξε στην κυρία Αγλαΐα και στη Μαρίκα που περίμεναν. Η κυρία Αγλαΐα φίλησε και κείνη τη Μαρίκα, όταν όμως έγιναν οι αρραβώνες δεν παρουσιάστηκε. Η Μαρίκα βγήκε χλωμή μόνο με τη γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ήταν νευρική όλη την ώρα. Στην πόρτα φάνηκε ο άσπρος σκούφος του παππού, και όταν βγήκε από τη σάλα η υπηρέτρια με το δίσκο, ο παπαγάλος φώναξε από το κλουβί. Η Μαρίκα χλόμιασε περισσότερο. Και κει που έφευγαν έπειτα, ο Στέφανος την πρόσεξε πως έβηξε ξερά. Η κυρία Κατίγκω, όταν γύρισαν στο σπίτι, αγκάλιασε και φίλησε το Στέφανο. - Αφού το θέλησες, με την ευχή μου, του είπε, ωστόσο… Ο Στέφανος την κοίταξε. - … καλύτερα να μη γινότανε, ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έσκυψαν και οι δυο κ’ έμειναν σιωπηλοί. [Επεξεργασία] V Όμως την άλλη μέρα άλλαξε η κυρία Κατίγκω, πήγε στη γιαγιά και στη Μαρίκα. Και όταν γύρισε στο σπίτι είπε στον κύριο Γιάγκο: - Δεν ξέρεις τι καλή που είναι η Μαρίκα. Κ’ έπειτα: - Και κ ε ί ν η βγήκε σήμερα και με χαιρέτησε. Ο κύριος Γιάγκος κατάλαβε πως εννοούσε την κυρία Αγλαΐα. - Μου θυμώνει μόνο όταν πιάνεται με τη νονά, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έπειτα πάλι: - Τώρα που πήρε η κόρη της το κτήμα, δεν έχει πια μαζί μας τίποτε. Μα έξαφνα: - Δεν ξέρεις πώς το έχω μέσα μου, είπε σιγότερα. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε. - Τι; ρώτησε. - Που το πήραμε της Ευανθίας, απάντησε η κυρία Κατίγκω και μελαγχόλησε. Έπειτα όμως πηγαίνοντας πιο κοντά του: - Ξέρεις τι περιμένει; του είπε. - Ποιος; ρώτησε ο κύριος Γιάγκος. - Η…, απάντησε η κυρία Κατίγκω, και ο κύριος Γιάγκος εννόησε πάλι, περιμένει να γίνει ο Στέφανος νομάρχης. Με αυτό την έκαμαν και δέχτηκε. Ο κύριος Γιάγκος γέλασε: - Ε, και συ τάχα δεν το θέλεις; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έτρεξε μέσα και φίλησε το Στέφανο. Γρήγορα όμως ξαναμάλωσε η κυρία Αγλαΐα με τη γιαγιά και ξαναέκλεισε την πόρτα στην κυρία Κατίγκω. Μα πρόφτασε η Μαρίκα, και ο Στέφανος δεν το έμαθε. Όταν το έμαθε έπειτα, είχε συνηθίσει. Δεν πρόσεχε. Πρόσεχε κ’ έβλεπε μόνο τη Μαρίκα. Και τώρα, ενώ ο Στέφανος κάθεται εκεί αντικρύ στη θάλασσα και φέρνει στη μνήμη του όλα αυτά ένα-ένα σα να τα ξαναζεί, έχει μπροστά του πάντα την εικόνα της Μαρίκας· της Μαρίκας ορθής κάτω από τα βραδιασμένα πεύκα, σκυφτής στ’ αραδιασμένα κοχύλια της στον άμμο, ακίνητης μπροστά στη θάλασσα ενώ έπαιζαν τ’ άλλα παιδιά· ριγμένα απάνω του τα μελαγχολικά μεγάλα μαύρα μάτια της, του φαίνονταν σα να του ανοίγουν έξαφνα ένα μυστικό. Κ’ έξαφνα πάλι εκεί θυμάται ο Στέφανος τη χτεσινή σκηνή με την κυρία Κατίγκω όταν γύρισαν στο σπίτι, και στο παράθυρο ξέσπαζε η βροχή. Η κυρία Κατίγκω είχε έπειτα όλο το βράδυ σκοτεινό το πρόσωπο, και η σιγή της ήταν πνιγερή όλη την ώρα στο τραπέζι. Για να την αποφύγει, ο Στέφανος βγήκε έξω στο μπαλκόνι· βγήκε και στάθηκε σκυφτός. Δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί και γύρισε τα μάτια του απάνω. Με έξαφνα τα σταμάτησε εκεί παράξενα ο Ωρίων που ανέβαινε από το βουνό. Ανέβαινε λαμπρός, υγρός σα μόλις λουσμένος στη βροχή κ’ έλαμπε κει παράξενα στημένος ολόρθος στο βουνό. Ο Στέφανος θυμάται πως τον κοίταζε ώρα, σα να τον πρόσεχε πρώτη φορά, σα να τον έβλεπε έτσι εκεί πρώτη φορά. Και θυμάται πως ανατρίχιασε· του φάνηκε μεμιάς σα να τον κοίταζε και κάποιος άλλος, κάποιος κοντά του, πίσω, πλάι του. Έστρεψε πίσω, πλάι ---δεν ήτανε κανείς. Και σήκωσε πάλι τα μάτια απάνω κ’ έβλεπε τον Ωρίωνα. Και σήμερα έξαφνα η Μαρίκα του μίλησε για τον Ωρίωνα. Ο Στέφανος τινάχτηκε όπως και την ώρα που άκουσε τη Μαρίκα να μιλεί γι’ αυτόν. Σταμάτησε και κοίταξε μπροστά του πέρα σα να έβλεπε κει να έτρεμε ν’ ανοίξει πάλι κάποιο μυστικό. Μα ξαναέσκυψε, και η Μαρίκα ήταν πάλι εμπρός του ορθή· ορθή κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα, ορθή από πίσω του και πρόσμενε να έρθει να καθίσει το πουλί, ορθή μπροστά του κ’ έπαιρνε από το χέρι του το πορτοκάλι που είχε κόψει αυτός ο ίδιος για την αδερφή… Γύρω άρχισε να σκοτεινιάζει, και η θάλασσα είχε βαφεί με χρώμα κίτρινο που χλόμιαζε ολοένα σιγοσβήνοντας σε σταχτερή άχνα. Και του Στέφανου, καθώς κοίταζε τη θάλασσα, του φάνηκε πως γέμισε όλη με τους κύκλους που την είδε να γεμίζει το σκοτεινό απομεσήμερο που πέθαινε η μικρή αδερφή. Ξανατινάχτηκε. Όταν σήκωσε πάλι τα μάτια δεν ήταν γύρω του κανείς. Τα τραπέζια του καφενείου όλα έρημα, στην τζαμόπορτα έπαιζε μια λάμψη, σα φως που σπάζει σε αδειανό καθρέφτη. Σηκώθηκε σιγά και τράβηξε προς το ακρογιάλι. Η θάλασσα σιωπηλή σκοτείνιαζε ολοένα, στα καΐκια ανάβανε θαμπά μικρά φανάρια, και η λάμψη τους έμενε ακίνητη σαν καρφωμένη ορθή μες στο νερό. Ούτε άνθρωπος, ούτε ίσκιος γύρω· μόνο ένα ναυτόπουλο εκεί κάπου σκορπούσε σα στεναγμό το σιγαλό παθητικό τραγούδι του: Θάλασσα πλατιά, μαύρη ξενιτιά… Μελαγχολία παράξενη κυρίεψε έξαφνα το Στέφανο ενώ βάδιζε και άκουε που ξεψυχούσε το τραγούδι πίσω του· σα να του ξύπνησε μεμιάς η θλίψη ολόκληρης μιας ξενιτιάς, μιας ερημιάς. Αλλά ποιας ξενιτιάς, ποιας ερημιάς; Ο Στέφανος σταμάτησε. Και μια στιγμή καθώς σταμάτησε, του ήρθε πως τάχα ήταν κλεισμένος στα τείχη του σχολείου μια φορά· είχε μπροστά του πέρα την ξένη θάλασσα και τραγουδούσε ο ίδιος το τραγούδι που έσβηνε τώρα πίσω του. Το τραγουδούσε και θυμόταν τη δική του θάλασσα και την κυρία Κατίγκω που του έγραφε πως κάθεται και την κοιτάζει μόνη. Κ’ έξαφνα του έρχεται στο νου πως του είχε γράψει κάποτε η κυρία Κατίγκω: Είχαμε τώρα εδώ την Ευανθία. Ο Στέφανος την είχε λησμονήσει. Θυμόταν μόνο την κυρία Κατίγκω όταν έβλεπε τη θάλασσα. Και ο Στέφανος ξανασταμάτησε. Θυμήθηκε πάλι μεμιάς πως γύρισε ένα καλοκαίρι σπίτι του. Ήταν τότε που η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω· κ’ ένα βράδυ ξαφνίστηκε καθώς πήγαινε στο δρόμο. Τον σταμάτησε τρεχάτη η Ευανθία. - Ήρθα να κάνω μπάνια και να με δει η γιαγιά· πες της θείας Κατίγκως πως θα έρθω να τη δω, του είπε σιγά, σχεδόν στο αφτί. Και του έσφιξε το χέρι κ’ έφυγε. Και μια βραδιά ήρθε αλήθεια. Αγκαλιάστηκαν με την κυρία Κατίγκω και μίλησαν πολλά Ο Στέφανος στεκόταν στο μπαλκόνι. Και μια στιγμή ήρθε η Ευανθία εκεί κοντά του. Πρώτα στάθηκε αμίλητη, έπειτα του είπε: - Έμαθα θα φύγεις. - Ναι, της απάντησε. - Και γω θα φύγω, δε θα μείνω όλον το μήνα, είπε η Ευανθία. Και σώπασαν και οι δυο. Κάτω απλωνότανε μπροστά τους σιωπηλή κ’ η θάλασσα. Και ο Στέφανος σα να την είδε να γεμίζει όλη με τους κύκλους. Μια στιγμή κ’ έπειτα οι κύκλοι έσβησαν. Έσβησαν όπως έσβησαν και τώρα που απλώθηκαν μπροστά του πάλι μια στιγμή… Ο Στέφανος ήταν στην πόρτα του. Είδε την τραπεζαρία φωτισμένη: τον περίμεναν. Συλλογίστηκε την κυρία Κατίγκω αμίλητη και σκοτεινή. Και στάθηκε. Σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Όμως ανέβηκε. Τον περίμεναν να φάνε, και η κυρία Κατίγκω τον καλησπέρισε χαρούμενη. - Ήταν εδώ η Ευανθία, του είπε· δες τι μου έφερε. Και του έδειξε ένα κέντημα, ένα μαξιλαράκι μ’ ένα κόκκινο μεγάλο ρόδο φουσκωτό, στη μέση από φόντο κίτρινο. Ο Στέφανος το κοίταξε. Το φως της λάμπας έριχνε απάνω του ζωηρούς κρεμεζιούς τόνους --- του Στέφανου του φάνηκαν σαν αιματένιοι. - Πώς χάρηκε ο πατέρας σου, είπε η Κατίγκω. Ε, Γιάγκο; Ο κύριος Γιάγκος κοίταξε. - Την… Ευανθία, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, μεγάλωσε, είπε ο κύριος Γιάγκος. Η κυρία Κατίγκω αναστέναξε, και ο κύριος Γιάγκος άλλαξε ομιλία. Παραπονέθηκε για τους κεφτέδες. - Τους έκαψε, είπε. Έπειτα φώναξε την υπηρέτρια για τις σκνίπες που πλημμύριζαν το τραπέζι: - Κλείνετε πρώτα πριν ανάψετε το φως, σας είπα! Ο Στέφανος έτρωγε αμίλητος, η κυρία Κατίγκω έγινε πάλι μελαγχολική. Άμα τελείωσαν και ο Στέφανος σηκώθηκε να φύγει, η κυρία Κατίγκω τον πλησίασε στην πόρτα. - Θα έβγεις έξω; του είπε. Ο Στέφανος ένεψε «ναι», και η κυρία Κατίγκω τον κοίταξε άφωνη μια στιγμή στα μάτια. Έπειτα γύρισε να φύγει, μα πάλι σταμάτησε και τέλος τόλμησε: - Που ήσουν σήμερα; Ο Στέφανος την κοίταξε μονάχα. Και η κυρία Κατίγκω πλησιάζοντας και βάζοντας ελαφρά το χέρι της στον ώμο του ψιθύρισε: - Καλά, καλά· καλύτερα που πήγες. Και γύρισε και μπήκε μέσα. Ο Στέφανος έμεινε μια στιγμή χωρίς να κινηθεί. - Η ίδια πάντα, η ίδια πάντα, είπε έπειτα και τράβηξε στην κάμαρά του. [Επεξεργασία] VI Την άλλη μέρα βρήκε ο Στέφανος την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. - Δε σηκώθηκε η Μαρία, του είπε. Ο Στέφανος της έδωσε το χέρι και σταμάτησε: - Είναι ίσως αδιάθετη; Η Ευανθία δεν απάντησε. - Ήταν εδώ η Φιφίκα, είπε έπειτα. Και πρόσθεσε: - Ήρθε για μένα. Και κοίταζε το Στέφανο. Στην πόρτα ήρθε και στάθηκε ο παππούς. - Έλα, παππού, του μίλησε η Ευανθία. Ο παππούς κοίταξε μέσα μια στιγμή, έπειτα γύρισε κ’ έφυγε. - Θα ταξιδέψει, είπε η Ευανθία. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η Φιφίκα· θα έφευγε σήμερα, μα δεν της ετοιμάσανε το φόρεμα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν, είπε ξανά αφού κάθισε. Κι έπειτα από μια στιγμή: - Βάζω στοίχημα πως δε θ’ αρέσει της Μαρίκας. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Το φόρεμα· θα το βρει πρόστυχο. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Όπως βρίσκει πρόστυχη και τη Φιφίκα. Και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο· και είπε πάλι σα με πείσμα: - Μα εμέ μου αρέσει. Και της θείας Κατίγκως της αρέσει. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε ν’ ακούσει· η κυρία Αγλαΐα μπήκε μέσα. Η Ευανθία σηκώθηκε και καλημέρισε. Η κυρία Αγλαΐα μόλις κίνησε τα χείλη. Έπειτα άπλωσε αλύγιστα και αργά το χέρι της στο Στέφανο. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έφερε σ’ αυτό τα χείλη. Η κυρία Αγλαΐα πήγε ως το παράθυρο κ’ έριξε έξω μια ματιά· έπειτα γύρισε στη γωνία όπου είχε τ’ άνθη της και στάθηκε μπροστά σε μια μπεγκόνια. Δοκίμασε το χώμα και χάδεψε τα φύλλα της. Καθώς τα άγγιξε, μια παρδαλή απαλή λάμψη τρεμούλιασε μπροστά στην Ευανθία που πλησίασε κεί· τα κόκκινα καμπανωτά άνθη από δυο τουλίπες στημένες παρά πίσω έριχναν τόνους κόκκινους. Ο Στέφανος θυμήθηκε μπροστά τους το πορφυρό ρόδο στο κέντημα που χάρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω· κ’ έμεινε και τους κοίταζε. Η Ευανθία πρόσεχε στην κυρία Αγλαΐα που πήγε σε μια εταζέρα. Πήγε και στάθηκε μπροστά σ’ αυτή κ’ έσυρε απάνω της ελαφρά τα δάχτυλα· αφού έκαμε ύστερα το ίδιο και στο πιάνο, γύρισε γρήγορα και πάτησε το κουμπί του κουδουνιού που ήταν απάνω στο τραπέζι. Η υπηρέτρια ήρθε να της σερβίρει τον καφέ, μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε απότομα: - Ποια ξεσκόνισε δω μέσα; Η υπηρέτρια έσκυψε τα μάτια κάτω. Να ξεσκονίσεις πάλι, είπε η κυρία Αγλαΐα και κάθισε μπρος στον καφέ της. Κ’ ενώ άπλωνε έπειτα σιγά το βούτυρο σε μια φετίτσα, σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε την Ευανθία: - Τι φορούσε η Πρίφτη; - Ένα σερζ μοβ με ζακετίτσα, απάντησε η Ευανθία. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα: - Το ξέρω· δεν της πάει καθόλου. - Πώς; έκαμε να πει η Ευανθία, μα μόνο το ψιθύρισε. - Δε θα το πάρει αυτό μαζί της, είπε ύστερα. - Πού να το πάρει; - Στην Ιταλία· θα πάει με τον πατέρα της. Η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια. Και με χαμόγελο: - Κι ο λοχαγός μαζί; είπε. Η υπηρέτρια ήρθε και ξεσκόνιζε, και η Ευανθία δεν απάντησε. Είπε μόνο για το νέο φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν. Και πρόσθεσε: - Κάνουν πάλι πλατιές τις φούστες . Η άκρη ρου άσπρου σκούφου του παππού φάνηκε που έσκυψε στην πόρτα. Μα τραβήχτηκε αμέσως πίσω, και η κυρία Αγλαΐα δεν τον είδε. Η υπηρέτρια τοποθετούσε πάλι στην εταζέρα τα πράγματα που είχε σηκώσει, και η κυρία Αγλαΐα πρόσεχε κει και φώναξε της υπηρέτριας: - Λίγο πιο πέρα, δεξιότερα… - Όχι! πιο εδώ --- τι ζώο! είπε δυνατότερα όσο που τέλος: Αυτού, καλά, ψιθύρισε ευχαριστημένη και γύρισε στην Ευανθία: Πλατιές, μα δε μου αρέσουν. Αλλά η Ευανθία δεν απάντησε. Ο Στέφανος είχε στρέψει προς το παράθυρο· ο ήλιος χτυπούσε και φώτιζε τη λεύκα απέξω· τα φύλλα της ήταν πιο χαλκοκόκκινα και μαδημένα. Όταν ξαναγύρισε τα μάτια μέσα είδε πως η Ευανθία τον κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα τίναζε μέσα στο δίσκο τα ψίχουλα από το βούτημά της… - Φλώρα, Φλώρα! ακούστηκε από το διάδρομο η φωνή του παπαγάλου. Φλώρα ήταν το όνομα της υπηρέτριας που είχαν στο σπίτι όταν πήρανε τον παπαγάλο. Η Μαρίκα τον έμαθε να το φωνάζει, και όταν έφυγε η υπηρέτρια ο παπαγάλος φώναζε πάντα το όνομα αυτό άμα πλησίαζε η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε, έστρεψε στην πόρτα που έμπαινε η Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε πρώτα το Στέφανο, έπειτα φιλήθηκε με την κυρία Αγλαΐα και την Ευανθία. - Τι ωραία μέρα! γύρισε προς το παράθυρο, αφού χαιρέτησε το Στέφανο. - Θα βγούμε με το αμάξι, είπε η κυρία Αγλαΐα. Η Μαρίκα πήγε ίσια στο πιάνο κ’ έπειτα στην εταζέρα. Τα δοκίμασε, ήταν ξεσκονισμένα. Ύστερα σταματώντας απέναντι στη εταζέρα: - Να μην μπορεί να μάθει ακόμα! είπε σα μόνη της και πλησίασε και πήρε κ’ έσιαζε τα πράγματα που ήταν σ’ αυτή. Μα η κυρία Αγλαΐα που δεν τον είδε φώναξε: - Μαρίκα! - Να μην μπορεί να μάθει! ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Καλά ήταν· εσύ τα χάλασες, της ξαναφώναξε η κυρία Αγλαΐα. Μα η Μαρίκα σα να μην την άκουσε, έβαλε τα βάζα όπως ήθελε αυτή, και η κυρία Αγλαΐα έκανε να σηκωθεί: - Αλλά, Μαρίκα! - Έτσι, στραβά τα βάζουν τώρα· το είδε στης κυρίας προέδρου, είπε η Ευανθία. Ο Στέφανος περίμενε να πει η κυρία Αγλαΐα στη νομαρχία δεν τα βάζουν έτσι, μα η κυρία Αγλαΐα δε μίλησε· σήμανε μόνο το κουδούνι. Η υπηρέτρια ήρθε και ξαναέσιαξε τα βάζα. Η Μαρίκα πήγε στο Στέφανο. - Έτσι με κάνει πάντα νευρική, του είπε και στάθηκε κοντά του στο παράθυρο. - Το είδα αλήθεια στης κυρίας προέδρου, ξαναείπε, μα η μαμά έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος θέλησε ν’ αλλάξει θέμα. - Κοίταξε κει, της είπε κ’ έκαμε να της δείξει κάτι, δεν ήξερε κι ο ίδιος τι. Η Μαρίκα έσκυψε· μα καθώς έσκυψε, η ματιά της πήρε τον ίσκιο της γιαγιάς που σκούπιζε κάτω στην αυλή. Τινάχθηκε ορθή πάλι. - Όλοι εδώ μέσα μα κάνουν νευρική, είπε και γύρισε γοργά στην κάμαρα. Η Ευανθία είχε καθίσει και κεντούσε και καθώς σήκωσε μια στιγμή τα μάτια, τα έριξε στη Μαρίκα και στο Στέφανο. Κι αυτοί στρέφοντας μέσα την είδαν που τους κοίταζε. Η Ευανθία δεν πήρε από πάνω τους τα μάτια. Η κυρία Αγλαΐα γυρισμένη εκείθε, καθάριζε τα φύλλα της μπεγκόνιας. Η Μαρίκα έμεινε σα συγχυσμένη, η Ευανθία ατάραχη. Ο Στέφανος είδε όμως στη ματιά της μια λάμψη κίτρινη, μια λάμψη που του θύμισε ξαφνικά τη ματιά μιας γάτας κοκκινόμαλλης που είχαν μια φορά στο σπίτι όταν ήτανε μικρός και του άνοιξε συχνά πληγές στα δάχτυλα. Όταν η κυρία Αγλαΐα γύρισε πάλι το πρόσωπο στην κάμαρα, τους είδε που κοιταζόντανε άφωνοι και είχε το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσα στους τρεις. - Τι κάθεστε; θα βγούμε με το αμάξι, είπε γοργά η κυρία Αγλαΐα. - Αλλά μαμά, πετάχτηκε η Μαρίκα. Το είχα να πάω στα μαγαζιά, να δω ένα ύφασμα, πρόσθεσε αφού σώπασε μια στιγμή. Μα το πρόσθεσε σε τόνο που έδειχνε πως η ιδέα της είχε έρθει μόνο εκείνη τη στιγμή. - Στο γύρισμα σταματούμε και το βλέπεις, είπε η κυρία Αγλαΐα και την κοίταξε με βλέμμα που φανέρωνε πως ένιωσε την πρόφαση. Και τράβηξε κατά την πόρτα. Η Ευανθία πήγε κοντά. Η Μαρίκα στάθηκε μπρος στο Στέφανο, που έμενε ορθός στη θέση του, έτοιμος να κινηθεί, μα σα να μην ήξερε προς πού να κινηθεί. - Κι αυτή, κι αυτή με κάνει νευρική, του είπε, μόλις η Ευανθία χάθηκε έξω από την πόρτα. Σταμάτησε άλλη μια στιγμή μπροστά του, κ’ έπειτα ακολούθησαν άφωνοι και οι δυο. [Επεξεργασία] VII Το αμάξι τράβηξε το δρόμο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα στρωνόταν πέρα ήσυχη, ωχρογάλανη. Σωπαίναν και οι τέσσεροι· η Μαρίκα κοντά στο Στέφανο, η Ευανθία αντίκρυ του πλάι στην κυρία Αγλαΐα. Έξαφνα η θεία Αγλαΐα θυμήθηκε πάλι το φόρεμα της Πρίφτη. - Γκρίζο είπες; ρώτησε την Ευανθία. - Ναι, γκρίζο, απάντησε η Ευανθία. Δεν πρόσθεσε με τρία βολάν, κοίταξε μόνο στα μάτια τη Μαρίκα. Και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή. Σε λίγο περνούσανε τη γέφυρα του μόλου κ’ έσκυψαν κ’ έβλεπαν κάτω και οι δυο. Μεγάλοι σωροί ρόδια ήταν στημένοι πυραμιδωτά στο μόλο ανάμεσα σε στοίβες σάκους και ψηλές σειρές τετράγωνα ολοκαίνουργα κασόνια. - Τι κόκκινα! ψιθύρισε η Ευανθία βλέποντας τα ρόδια. - Μαρίκα, θυμήσου να στείλομε να πάρομε, είπε η κυρία Αγλαΐα. Από τις αποθήκες του μόλου κάτω από τη γέφυρα έφτανε απάνω κρατητός ο βρόντος άπειρων σφυριών που καρφώναν ολοένα. Η Μαρίκα σφάλισε τ’ αφτιά με τις παλάμες, ώσπου πέρασαν τη γέφυρα. - Ήρθαν απόψε δυο ιγγλέζικα για να φορτώσουν, είπε ο Στέφανος. - Πόσο αγοράζουν; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος είπε την τιμή, και ξανασωπάσαν πάλι. Η Ευανθία σηκώνοντας τα μάτια αντίκρισε μια στιγμή το Στέφανο. Η Μαρίκα κοίταζε ένα μικρό άσπρο σύννεφο στον ουρανό. Είχε υψωθεί εκεί, η Μαρίκα δεν το είχε δει από πού, και στάθηκε ψηλά και σάλευε μια εδώ μια εκεί, σα να μην ήξερε προς τα πού να πάει. Η Ευανθία γύρισε και την κοίταξε - Μαρίκα! φώναξε έπειτα με μιας. Η Μαρίκα γύρισε. - Να μην πάρομε και τη γιαγιά! Η Μαρίκα τής έριξε μόνο ένα βλέμμα δίχως ν’ απαντήσει, και ο Στέφανος είδε πάλι στη ματιά της Ευανθίας την κίτρινη αναλαμπή που του θύμισε πρωτύτερα την παλιά γάτα. Ο δρόμος φάνηκε στη θάλασσα και ανέβαινε προς το βουνό. Το αμάξι πήγαινε τώρα αργά, και η Μαρίκα ακουμπισμένη πίσω κοίταξε πάλι το σύννεφο. Είχε πυκνώσει τώρα μια στιγμή, έπειτα ξαναραίωσε και άπλωσε σα μαλλί ξασμένο, σκόρπισε αραιότερο, κομματιαστό, ώσπου έσβησε. -Μαρίκα, ξαναφώναξε η Ευανθία, καλά είναι τα μαλλιά μου; Είχε βγάλει το καπέλο, το ακούμπησε στα γόνατα, κ’ έσιαζε τα μαλλιά και κοίταζε. Η Μαρίκα δεν της απήντησε. Γύρισε μόνο στην κυρία Αγλαΐα και είπε: - Δεν πάμε πίσω; - Ναι, με το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Αλήθεια· να δούμε στο λιμάνι και τα ιγγλέζικα, είπε η Ευανθία. Το αμάξι ανέβαινε σε μια πλαγιά κατάφυτη με αμπέλια τρυγημένα πια και με κοκκινισμένα φύλλα, και ο δρόμος ισκιωνόταν από το κάστρο που άφησαν πίσω προς την αντολή· στην άκρη των αυλακιών του δρόμου φύτρωναν ωχρόλευκα αγριολούλουδα, λευκογάλανα σκυλάκια, και από τους όχτους μύριζε ακόμα η ξερή ρίγανη. Η Μαρίκα κούμπωσε το φόρεμά της. - Κρυώνεις; Ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα δεν απάντησε, μα ο Στέφανος φώναξε στον αμαξά: - Χτύπα λιγάκι. Άμα κατηφόρισαν στο λόφο, ο ήλιος ξαναθέρμανε το δρόμο και η θάλασσα φάνηκε πάλι κάτω φωτεινή λουρίδα. Το αμάξι κυλούσε τώρα γοργότερα, μα ένα σφύριγμα μέσα από τα δέντρα το σταμάτησε με μιας σε μια καμπή. Ήταν το τραίνο που περνούσε δυο βήματα σχεδόν μπροστά. Η Ευανθία πετάχτηκε ορθή και σήκωσε το χέρι. Μερικά κεφάλια πρόβαλαν έξω από τα παράθυρα των βαγονιών. Η Ευανθία έκαμε να νέψει με το χέρι, μα η κυρία Αγλαΐα την κράτησε. - Τρελή! Έβγαλε φωνή. Η Ευανθία γέλασε, αλλά δεν κάθισε. - Ο λοχαγός! Ο λοχαγός της Πρίφτη, φώναξε έπειτα κοιτάζοντας κατά το τραίνο. Η κυρία Αγλαΐα άφησε την Ευανθία και γύρισε κι αυτή να δει, ενώ ο τριγμός του τραίνου που χανόταν πάλι μες στα δέντρα σκέπασε τη φωνή της Ευανθίας. Η Μαρίκα την κοίταξε περίεργα και γύρισε στο Στέφανο. Η κυρία Αγλαΐα μίλησε πάλι για το ταξίδι και τα τρία βολάν της Πρίφτη. Το αμάξι πλησίαζε προς το λιμάνι και πλάι του σταματούσαν στο σκονισμένο δρόμο χωριάτισσες που πήγαιναν ξυπόλυτες και με πανέρια στο κεφάλι. Εμπρός στο πρώτο καφενεδάκι που απαντήσαν ύστερα, στεκόταν ένα αμάξι· και σ’ ένα από τα τραπέζια κάτω από τους ψηλούς ευκάλυπτους ήταν δυο κύριοι καθισμένοι. Χαιρέτησαν το Στέφανο με το καπέλο. - Ποιος είν’ ο άλλος; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. - Ο νέος εφέτης, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα κούνησε το κεφάλι δεύτερη φορά. Η Ευανθία έσκυψε να κοιτάξει, μα η κυρία Αγλαΐα την τρόμαξε με μια κραυγή. Η Ευανθία είχε ξεχάσει στα γόνατά της το καπέλο και η κυρία Αγλαΐα της ξαναφώναξε: - Μα τι ντροπή! Και τη βίασε να το φορέσει αμέσως. Περνούσαν τα πρώτα σπίτια του λιμανιού, και στις πόρτες έβγαιναν οι γυναίκες και κοίταζαν. Δυο κάρα που πέρασαν έπειτα τρεχάλα, τους έπνιξαν μέσα σε σκόνη μελανωπή. Η κυρία Αγλαΐα τίναξε το φόρεμά της, η Ευανθία γέλασε. Τέλος φάνηκαν κάτω μαυροκόκκινοι όγκοι μακρουλοί τα δυο ιγγλέζικα καθισμένα στ’ ακίνητα νερά σα βουλιαγμένα. Πρώτη τα έδειξε η Ευανθία. Ο Στέφανος έκαμε να στρέψει, μα η Μαρίκα του έδειχνε την ίδια ώρα σε άλλο μέρος. Σ’ ένα λόφο που άφησαν πίσω, άπλωνε ένας μύλος τα μεγάλα του πλατιά πανιά· μια πνοή έκανε να τα κινήσει και σαλεύαν μια στιγμή· μα η πνοή δεν είχε δύναμη και σταματούσαν κ’ έμεναν πάλι σα δεμένα. Η Μαρίκα τα κοίταζε σα να περίμενε τον άνεμο να τα κινήσει, και τα ξαναέδειξε του Στέφανου. Η Ευανθία άκουσε το βίντσι που αντηχούσε τριχτά, σκληρά από το λιμάνι, και φώναξε: - Φορτώνουν. Μαρίκα, πάμε να δούμε πώς φορτώνουν; Η Μαρίκα δε μίλησε. Μόνο η κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Αν πάει κι άλλος καλός κόσμος. Μα η Ευανθία ξαναφώναξε: - Άκου, Μαρίκα! Η Μαρίκα δε μίλησε και πάλι, έδειχνε μόνο του Στέφανου. Μα ο Στέφανος απάντησε της Ευανθίας: - Ναι, πάμε. Η Μαρίκα γύρισε μεμιάς· και ο Στέφανος είδε σαν ξαφνιασμένος πως του άφησε το χέρι κ’ έστρεψε προς το άλλο μέρος. - Τι είναι; της ψιθύρισε σκύβοντας κοντά της. Δεν του απάντησε· έβλεπε πέρα τα φτερά του μύλου που έμεναν πάντα ακίνητα, κρέμονταν σαν παραλυμένα. Άμα έφτασαν στην προκυμαία, αραιός κόσμος περπατούσε κει. Κάθε άλλος θόρυβος του λιμανιού πνιγόταν από το βίντσι των δυο ιγγλέζικων. Μαούνες φορτωμένες με σωρούς κασόνια στριμώχνονταν τριγύρω τους. Η Ευανθία σα να τα ξέχασε διόλου, ούτε γύρισε τα μάτια εκείθε. Κοίταζε τον κόσμο που περνούσε. Πρώτα πρόσεξε μια γούνα που βγήκε πρώιμα, έπειτα ένα φόρεμα αχερί: - Τι χρώμα! - Ναι, άσχημο, είπε η κυρία Αγλαΐα και στύλωσαν και οι δυο τα μάτια εκεί. Μια βιτρίνα που οι δαντέλες τη γέμιζαν κρεμασμένες σαν κουρτίνες, τους τράβηξε έπειτα το βλέμμα και η Ευανθία φώναξε: - Μαρίκα! Αλλά δυο κύριοι χαιρέτησαν από το δρόμο, και η Ευανθία ρώτησε ποιοι είναι. Έπειτα έσκυψε να γνωρίσει δυο κυρίες που τα πρόσωπά τους κρύβονταν κάτω από τις κόκκινες ομπρέλες τους. - Είναι η Ζαζά με τη μητέρα της, είπε η κυρία Αγλαΐα που τις γνώρισε από το φόρεμα. - Πώς σκύβει έτσι; - Σφίγγεται άσχημα. Παιδιά ξυπόλυτα και κόσμος με τριμμένα ρούχα, μαζεμένος γύρω σε μια μαϊμού που χόρευε, τις έκαμε και γύρισαν στο άλλο πλευρό ώσπου πέρασαν. Έπειτα τους ξαναχαιρέτησαν απέξω και η Ευανθία ξαναρώτησε ποιοι ήταν. Μα έπειτα βλέποντας δυο νέους σ’ ένα αμάξι καθισμένους με τα πόδια τεντωμένα εμπρός, γύρισε και γέλασε. - Τι, τα παπούτσια τους βγήκαν να δείξουν; είπε και ξαναγέλασε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε αυστηρά. - Μα, Ευανθία, την παρατήρησε. Αλλά η Ευανθία γέλασε πάλι. Είχαν φτάσει εμπρός στο καφενείο της προκυμαίας που μαζευόταν ο καλός κόσμος, και ο αμαξάς σταμάτησε. Η Ευανθία πήδησε κάτω πρώτη και προχώρησε· η κυρία Αγλαΐα θέλησε να την κρατήσει, μα καθώς έστρεφε, σταμάτησε κ’ έβγαλε σχεδόν φωνή: - Ο κύριος νομάρχης! Ο κύριος νομάρχης στάθηκε με το καπέλο του στο χέρι: - Τι ευχαρίστηση! Η Ευανθία έμεινε ακίνητη και η κυρία Αγλαΐα σύστησε: - Η ανεψιά μου. Δυο κύριοι που περνούσαν πλάι, γύρισαν και κοίταξαν· και η κυρία Αγλαΐα πρόσθεσε: - Ο κύριος νομάρχης, αρχαίος φίλος μας. Και σιγότερα: - Που μας λησμόνησε. Ο κύριος νομάρχης έμεινε σα στενοχωρημένος και ψιθύρισε: - Πράγματι, παράλειψις. Αλλά, δοκίμασε να δικαιολογηθεί, περιοδείες, συμβούλια, λιμενικά, τα ξέρετε… Και σα με ξαφνική έμπνευση: - Την ξέρετε τη νομαρχία. Κι έμειναν και οι δυο μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Είχαν σταθεί απέξω από το καφενείο, και ο κύριος νομάρχης χτύπησε σ’ ένα τραπέζι και πρόσφερε καθίσματα. Ο Στέφανος με τη Μαρίκα πλησίασαν, και καθίσαν όλοι. Μίλησαν πρώτα για τον ωραίο καιρό. - Κάναμε το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Και θα ήταν έμορφα, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, έμορφα, πολύ έμορφα. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα κ’ έριξε ένα βλέμμα εμπρός της· έπειτα έφερε σιγά το χέρι στα μαλλιά και τα έστρωσε με την παλάμη. - Δεν έχει κόσμο σήμερα, είπε. Και η Ευανθία που θυμήθηκε τώρα τα ιγγλέζικα, ψιθύρισε: - Θα είναι στα βαπόρια. Η κυρία Αγλαΐα της έριξε αυστηρή ματιά και γύρισε στον κύριο νομάρχη: - Σωστούς τρεις μήνες, τους σημείωσα --- ε, Μαρίκα; Μα η Μαρίκα δεν ήθελε ν’ αφήσει το Στέφανο να της ρίξει στους ώμους τη ζακετίτσα της, και η κυρία Αγλαΐα είπε αυστηρά: - Ναι, φόρεσέ τη. - Φορέστε τη, φορέστε τη, είπε και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα έφερε το χέρι πάλι πίσω στα μαλλιά. Έπειτα ξαναγύρισε: - Τον κύριο νομάρχη! Ο κύριος νομάρχης της πρόσφερε το γλύκισμα και άρχισαν να μιλάνε για τη νομαρχία, όπως πάντοτε όταν βλέπονταν. -Ναι, ναι, έλεγε η κυρία Αγλαΐα. - Ναι, ναι· όπως μια φορά. Μια φορά που ο κύριος νομάρχης ήταν γραμματεύς και η κυρία Αγλαΐα κυρία νομάρχου. Τους έκοψε η Ευανθία που ξαναθυμήθηκε τα ιγγλέζικα. - Στάθηκαν έξω, είπε του Στέφανου. Η κυρία Αγλαΐα την ξανακοίταξε αυστηρά· μα ο κύριος νομάρχης γύρισε έξαφνα: - Ναι, έχομε και τα ιγγλέζικα, είπε· τα είδατε; Και στρέφοντας στο Στέφανο άρχισε να μιλεί για τις τιμές που υψώθηκαν. - Ναι, απότομα, είπε ο Στέφανος. - Ευχάριστο, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, ευχάριστο. Το βίντσι των βαποριών ακούστηκε πάλι που έτριζε. - Φορτώνουν, είπε ο κύριος νομάρχης. - Στάθηκαν έξω, ξαναείπε η Ευανθία. Εννοούσε έξω από το βραχίονα του λιμανιού. - Ναι, πολύ έξω, είπε ο κύριος νομάρχης, και η ομιλία ήρθε στο λιμάνι που ακόμα έμενε ατελείωτο. - Μου φαίνεται άλλαξε το σχέδιο, είπε ο Στέφανος. Ο κύριος νομάρχης χαμογέλασε: - Μόνο το σχέδιο! Και κουνώντας το κεφάλι στην κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Τα ξέρετε… Μα εκεί που ο λόγος ξαναγύρισε στη νομαρχία, ο κύριος νομάρχης σηκώθηκε έξαφνα. Από τη γωνία του καφενείου παρουσιάστηκε η Φιφίκα Πρίφτη κρατώντας μπράτσο την κυρία Κατίγκω. Μόλις τους είδαν, η κυρία Κατίγκω έκαμε κίνημα. Μα ήταν αργά· ορθός εμπρός τους ο κύριος νομάρχης τους άπλωνε το χέρι και πρόσφερε καθίσματα. Η κυρία Κατίγκω πήγε ευθύς στην Ευανθία: - Χρυσή μου! Και τη φίλησε. Η Μαρίκα καθισμένη κοντά στο Στέφανο κοίταζε σιωπηλή προς το λιμάνι, που οι μακρουλοί μεγάλοι όγκοι των δυο ιγγλέζικων του έφραζαν το άνοιγμα και θάμπωναν εκεί μπροστά τους το φωτεινό χρώμα της θάλασσας. Η κυρία Κατίγκω χαιρέτησε και τη Μαρίκα. Έπειτα ήρθε πάλι στην Ευανθία και της είπε μελαγχολικά: - Τι κρίμα που δεν ήσουνα στην πρόβα! Κάθισε κοντά της και μίλησαν για το φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. Ο κύριος νομάρχης είχε γυρίσει στη Φιφίκα: - Λοιπόν αύριο; - Το μάθατε; - Τι ευτυχία! Η Φιφίκα γέλασε: - Που φεύγω; - Που σας βλέπομε πριν φύγετε. Και ο κύριος νομάρχης ακουμπώντας τις παλάμες διπλωμένες στην αργυρή λαβή του μπαστουνιού του την κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα κατέβασε τα φρύδια, όπως συνήθιζε όταν τη δυσαρεστούσε κάτι. Η Ευανθία έδειξε απέναντι μια τουαλέτα με πλατιά φουσκωτή φούστα: - Για δέτε κει! να τρία βολάν. Γύρισαν και κοίταξαν· η κυρία Αγλαΐα μισοκλείνοντας τα μάτια. Μα έξαφνα γύρισε η κυρία Αγλαΐα: - Τι αηδία, ε, Μαρίκα; Η Μαρίκα δεν απάντησε· καθώς έστρεψε, είδε μόνο πως η Ευανθία κοίταζε το Στέφανο. - Τι αηδία, ε; είπε ξανά η κυρία Αγλαΐα, και η Φιφίκα το ένιωσε και κοκκίνισε. Μα ο Στέφανος γύρισε αμέσως και τη ρώτησε: - Πηγαίνετε στην Ιταλία; - Ναι, στη Γένοβα, απάντησε σα συγχυσμένη· μα έπειτα: Ο θείος επέμενε να πάμε να μας δη, τόνισε σαν επίτηδες. Ο θείος ήταν πλούσιος έμπορος στη Γένοβα, γνωστός στην πόλη· και ο κύριος νομάρχης τόνισε κι αυτός: - Καθήκον. - Τι λαμπρός άνθρωπος! είπε έπειτα· και πατριώτης! Και στρέφοντας προς την Αγλαΐα πρόσθεσε: - Το γνωρίζω από τη νομαρχία. Τα φρύδια της κυρίας Αγλαΐας ξαναχαμήλωσαν. Μα η Ευανθία έσκυψε έξαφνα και κάτι είπε της Φιφίκας, και η Φιφίκα γέλασε. Ο κύριος νομάρχης, καθώς έστρεψε σ’ αυτή, έμεινε παίζοντας την αργυρή λαβή του μπαστουνιού του ανάμεσα στα δάχτυλα. Όταν ξαναέστρεψε είδε την κυρία Αγλαΐα που τον κοίταζε. - Ανεψιά σας είπατε; έσκυψε και της ψιθύρισε. - Ναι, από τον άντρα μου, απάντησε η κυρία Αγλαΐα, όταν εννόησε πως ρωτούσε για την Ευανθία. - Αχά! είναι --- θυμούμαι τη μητέρα της. Η Φιφίκα αντίκρυ ξαναγέλασε, και ο κύριος νομάρχης έμεινε μια στιγμή. - Από τη νομαρχία, του ξέφυγε έπειτα, μα αμέσως το ένιωσε και είπε γοργά: - Ναι, ναι, που είχε τον τελώνη. - Τον ελεγκτή, κύριε νομάρχα!... Ο κύριος νομάρχης τινάχτηκε σα να συνήρθε ξαφνικά κ’ ένιωσε πως κοκκίνισε. - Δε φαντάζεσαι τι ωραία που χτενίζει, έλεγε της Ευανθίας η Φιφίκα· ούτε αισθάνεσαι το χτένι. - Και λούζει ωραία, λένε, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ω, έκτακτα· με νέα μέθοδο. Και ιδίως το στέγνωμα· η τέχνη της είναι το στέγνωμα· με τον ατμό. Η Ευανθία κοίταζε τη Φιφίκα. Και η Μαρίκα που καθόταν άφωνη σα μόνη της, έριξε βλέμμα στα μαλλιά της Ευανθίας απέναντι. Η Ευανθία κοκκίνισε που το είδε· κοκκίνισε και χαμήλωσε τα μάτια. Της φάνηκε πως ήθελε να της θυμίσει πως χτες αυτή την έλουσε η γιαγιά. Μα η Φιφίκα που την κρατούσε από το χέρι, της είπε ξαφνικά: - Τι ωραία που είναι, Ευανθία, τα μαλλιά σου! - Ωραία, ναι, είπε και η κυρία Κατίγκω. Και η Ευανθία που ξανασήκωσε τα μάτια είδε πως όλοι, και ο Στέφανος μαζί, κοιτάζαν τα μαλλιά της. Μόνη η Μαρίκα είχε γυρίσει το βλέμμα αλλού. Η κυρία Αγλαΐα μιλούσε πάλι με τον κύριο νομάρχη. - Ναι, ναι, όπως τότε. - Ναι, ναι, όπως μια φορά. Μα η Ευανθία ξαναψιθύρισε με τη Φιφίκα, και ο κύριος νομάρχης σα να ξεχάστηκε ξανά. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με την παλάμη πίσω στα μαλλιά της· η Φιφίκα την κοίταζε από αντικρύ. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε και εκείνη· την κοίταξε άφωνη. Έπειτα της χαμογέλασε μονάχα. Μα μισοκλείνοντας τα βλέφαρα της είπε αμέσως: - Λυπήθηκα που δε σας είδα το πρωί. - Αλλά ντυνόμουνα να βγούμε, πρόσθεσε με τα φρύδια πάλι ορθά. Η Ευανθία κοιτάχτηκε με την κυρία Κατίγκω· η Φιφίκα όμως απάντησε ήσυχα: - Μα εγώ ήρθα μόνο για την Ευανθία. Το είπε κ’ έμεινε ακίνητη. Η κυρία Αγλαΐα είδε πως έμεινε ακίνητη και η αργυρή λαβή του μπαστουνιού στα χέρια του κυρίου νομάρχη. Ο Στέφανος έριξε ένα βλέμμα στη Μαρίκα· η Μαρίκα κοίταζε τη θάλασσα. Μα έπειτα όταν γύριζαν στο σπίτι, η Μαρίκα πλησίασε μια στιγμή το Στέφανο, που τις συνόδευε ως την πόρτα. Ήταν παράξενα χλωμή και του έπιασε το χέρι νευρικά. -Ξέρεις Στέφανε, του είπε, ξέρεις τι σκέφτηκα έξαφνα; - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Θα ήταν καλύτερα να έπαιρνες την … Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταξε σαν ξαφνισμένα· - Την Πρίφτη, είπε η Μαρίκα. Και τον άφησε να την κοιτάζει εκεί και χάθηκε στην πόρτα. [Επεξεργασία] VIII - Την Πρίφτη! Ο Στέφανος πήγαινε σκυφτός στο σπίτι· δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί. Και μια στιγμή που του φάνηκε έξαφνα πως κάτι έλαμψε μπροστά του, δεν ήταν τα μαλλιά της Πρίφτη. Σήκωσε ευθύς τα μάτια απάνω, σα να ήθελε να μην το δει. Και είδε τη θάλασσα. Του φάνηκε πως έλαμπε όλη. Και όταν έπειτα ανέβηκε στο σπίτι, ήρθε γελαστή κοντά του η κυρία Κατίγκω και τον κοίταξε και του είπε: - Τι όμορφη που ήταν σήμερα η Ευανθία. Και πήρε και γέμιζε δυο βάζα με άνθη. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε με τι άνθη, είδε μόνο πως έφεγγαν στα βάζα τ’ άνθη. Μα έξαφνα ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω· και ρώτησε: - Μα η Μαρίκα τι είχε; Ο Στέφανος έκαμε ν’ απαντήσει: τι; Μα δεν απάντησε· είπε μόνο: - Τι κωμικός που ήταν ο νομάρχης. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε, πρόσθεσε ο Στέφανος. - Κι αυτή. Η κυρία Κατίγκω εννόησε πια, όμως δε θύμωσε· είπε μόνο μελαγχολικά: - Μου κακοφαίνεται που φεύγει. Και αφού ξεχάστηκε για μια στιγμή, ψιθύρισε: - Θα πάρω εδώ την Ευανθία για λίγες μέρες. Ο Στέφανος έκανε να την κοιτάξει, και η κυρία Κατίγκω ξαναείπε: - Η γιαγιά θα μου τη δώσει. Και σώπασαν. Είχαν σταθεί εμπρός στο παράθυρο κ’ έβλεπαν τη θάλασσα. Ένα αεράκι τη σγούρανε ωχροπράσινη, ισκιωμένη μεριές μεριές από αραιά πλοκαμωτά, αλλού σταχτιά αλλού άσπρα σύννεφα με κίτρινες αντιφεγγιές εδώ και κει. Το μάκρος χανότανε σκουρότερο, πια σταχτερό. Από το λιμάνι ακούονταν τριχτός ο βρόντος που έκανε το βίντσι των ιγγλέζικων. - Φορτώνουν, είπε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Και του Στέφανου του φάνηκε πως άκουσε σα μακρινό αντίλαλο: - Φορτώνουν· άκου, Μαρίκα, πώς φορτώνουν. Και γύρισε. Εκεί η κυρία Κατίγκω πρόσθεσε: - Θα πάμε με την Ευανθία να τα δούμε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος. Όταν ξαναέστρεψε έπειτα, η κυρία Κατίγκω έβλεπε τη θάλασσα. Μα ύστερα από λίγο πάλι ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Δε μου είπες τι είχε σήμερα η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε ξανά. Κοίταξε μπρος του με μάτια σα μισόκλειστα για μια στιγμή. Έπειτα ψιθύρισε: - Η Μαρίκα; - Τίποτε δεν είχε, είπε δυνατότερα και ξανακοίταξε μπροστά του: η θάλασσα σα ν’ ανατρίχιασε όλη μια στιγμή, βάφηκε χαλκοπράσινη ελαφρά. Με έπειτα ξαναησύχασε και απέμεινε απλωμένη με μουντά στίγματα, σαν ξέθωρος παλιός καθρέφτης σκουριασμένος. Τα σκόρπια σύννεφα στον ουρανό είχαν σκουράνει. Ο Στέφανος έμεινε κει σκυφτός. [Επεξεργασία] ΙΧ Τα σύννεφα είχαν μαυρίσει και σκέπαζαν όλον τον ουρανό όταν μετά το μεσημέρι ο Στέφανος ανέβαινε τη σκάλα της Μαρίκας. Η Μαρίκα τον περίμενε στην πόρτα. Ήταν χλωμή, μα γέλασε όταν τον είδε. Του έπιασε το χέρι και βλέποντάς τον στο πρόσωπο: - Στέφανε, του είπε σιγά, αν μπορείς λησμόνησε ό, τι σου είπα. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε στα μάτια. - Ναι, Μαρίκα. - Λησμόνησέ το και συγχώρεσέ με· μα με πειράζει, με κάνει νευρική. Ο Στέφανος περίμενε· και η Μαρίκα ξαναψιθύρισε: - Με κάνει τόσο νευρική η Φιφίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε πάλι στα μάτια. Την κοίταξε σα να ήθελε να δει σ’ αυτά αν είχε πει το αληθινό όνομα. Μα η Μαρίκα σα να ένιωσε κάτι και φοβήθηκε, του έπιασε και το άλλο χέρι, τον έσυρε κοντά της κ’ έσκυψε στο στήθος του το πρόσωπο. Έμεινε έτσι μια στιγμή, έπειτα ορθώθηκε ξανά και πιάνοντάς τον από τη μέση τον έφερε μπρος στο παράθυρο. Και δείχνοντας τη θολωμένη μέρα έξω είπε: - Πώς μου αρέσει, δεν ξέρεις πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε. Στάθηκε ακουμπισμένη πάλι απάνω του. Ήταν εμπρός στο ανοιχτό παράθυρο, και τα ξερά χαλκά φύλλα της λεύκας κρέμονταν σαν πνιγμένα στο μολυβή αέρα του σκοτισμένου δειλινού που σύγχυζε σε άχνα αόριστη τον κάμπο πέρα κ’ έβαφε με χρώμα θαμπού μουντού ατσαλιού τον όγκο του απέναντι βουνού. - Πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. Δεν έπνεε πνοή, και ο λόγος φάνηκε στο Στέφανο σαν ψιθύρισμα της ίδιας θολωμένης ώρας. Δε μίλησε από φόβο μην ταράξει τη σιγή της. Έσκυψε μόνο στη Μαρίκα και της φίλησε το μέτωπο. Κ’ έμειναν και οι δυο άφωνοι κοιτάζοντας στο μάκρος. Έπειτα η Μαρίκα βάζοντας το χέρι γύρω στο λαιμό του: - Στην ησυχία αυτή, είπε σιγά. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα αλλάζοντας τόνο μεμιάς και φέρνοντας το πρόσωπο σιμώτερα προς το δικό του: - Δεν ξέρω, Στέφανε, γιατί, μα με πειράζει το πολύ το φως κοντά σου, είπε και τον κοίταξε κατάματα. Την κοίταξε και ο Στέφανος: το βλέμμα της είχε σαν κάποια ανησυχία, σαν κάποιο τρόμο, όπως και η φωνή της. Έμειναν έτσι μερικές στιγμές. Ο Στέφανος δεν έβρισκε τι να μιλήσει. Μα όταν έκαμε κάτι να πει… - Ω σώπα· κοίταζέ με μόνο, τον σταμάτησε η Μαρίκα, κ’ έμειναν πάλι άφωνοι βλέποντας έξω. Αλλά μια ξαφνική πνοή τους έκαμε να τιναχτούν. Ήρθε μεμιάς και κούνησε τη λεύκα σα χέρι αόρατο, χωρίς να της ταράξει τα κλαδιά. Μόνο τα φύλλα έτριξαν στα κλαδιά με ήχο ξερό σαν ξέσκισμα. Έπειτα πέρασε η πνοή και ξαναχύθηκε βουβή σιγή, που άφηνε ν’ ακούεται το πέσιμο των φύλλων κάτω. Η Μαρίκα κοίταξε άφωνη το Στέφανο. Έπειτα έσκυψε στο παράθυρο: τα ξερά φύλλα είχαν γεμίσει την αυλή. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε. Καθώς κοιτάζαν στο παράθυρο, άκουσαν πίσω τους φωνή. Γύρισαν και είδαν, ορθό, ακίνητο μπροστά τους τον παππού. Κοιταχτήκαν πάλι αμίλητοι και οι δυο. - Θα βρέξει, ψιθύρισε ο παππούς και κοίταζε έξω το βαρύ αέρα. - Ναι, παππού, θα βρέξει, είπε και η Μαρίκα σαν αυτόματα. Ο παππούς γύρισε και την κοίταξε με μια μακριά θαμπή ματιά. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί ξανανατρίχιασε. ΄Επειτα γύρισε άφωνος ο παππούς και σύρθηκε αργά και τρικλιστά κατά την πόρτα. Η ράχη της σταχτιάς τριμμένης ρόμπας του σταμάτησε έξω από την πόρτα μια στιγμή. Έπειτα χάθηκε. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Τον παππού, τον άμοιρο παππού, ψιθύρισε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε έξαφνα φωνή, και σε λίγο είδαν την υπηρέτρια που έτρεχε. Και από πίσω, ενώ η γιαγιά έσερνε από το χέρι τον παππού, ο παππούς μουρμούριζε: - Τα σπίρτα --- μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κάθισε άφωνη στον καναπέ. Έπειτα είπε ξαφνικά: - Τι φόβο είχα μην μπει μεμιάς η Ευανθία. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε. - Δε θέλω να βλέπει κανένας τον παππού τέτοιες στιγμές. Κ’ έπειτα από λίγο πάλι: - Ξέρεις γιατί; Γιατί μου φαίνεται πως ο παππούς είναι εντελώς δικός μου. Κι αυτός δεν ξέρεις πόσο μ’ αγαπά. Και τι καλά μιλεί μαζί μου. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε ολοένα. - Τι νομίζεις μου έταξε προχτές; είπε σιγώτερα η Μαρίκα. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα μια στιγμή ως να δίστασε. - Στο γάμο μας δε θα έμπει με τη ρόμπα, είπε έπειτα· και στη ματιά της έπαιξε μια λάμψη. Ο Στέφανος τη χάιδεψε ελαφρά στο πρόσωπο μ’ ένα χαμόγελο, και η Μαρίκα αφού τον κοίταξε μια στιγμή εξακολούθησε με τη φωνή ζωηρότερη: - Και ξέρεις τι; Χτες ήρθε κα με πήρε σιγαλά στην κάμαρά του και τι λες μου έδειξε; Τη ρεδιγκότα του. Την είχε βγάλει από το ντουλάπι και την ξεσκόνισε μονάχος. Δεν είπε λέξη, αλλά κατάλαβα. Σταμάτησε, μα έπειτα πάλι μεμιάς: - Αχ, Στέφανε, δεν ξέρεις πώς θα χαιρόμουν αν ερχόταν ο παππούς στο γάμο μας. _ Και γω, είπε ο Στέφανος σιγά, και η Μαρίκα κοιτάζοντάς τον τώρα κατάματα: - Και θα χαιρόμουν πιο πολύ αν ήταν εκεί μόνος ο παππούς, μόνο η γιαγιά, η μαμά, οι δικοί σου βέβαια, και κανένας άλλος. Και σα να τη σταμάτησε η ματιά του Στέφανου· κανένας ξένος, είπε σιγαλότερα. Και ο Στέφανος χωρίς να πάρει κι αυτός το βλέμμα από το δικό της πρόσωπο: - Ούτε ο κύριος νομάρχης; ρώτησε. Η Μαρίκα δεν το περίμενε κ’ έμεινε μια στιγμή άφωνη. - Γελάς! ψιθύρισε έπειτα, ενώ στην πόρτα έμπαινε η Ευανθία. Μπήκε με παράπονο για τον καιρό που χάλασε. - Και είπαμε με τη θεία Κατίγκω να πάμε στα ιγγλέζικα, είπε με απογοητευμένο πρόσωπο. Και βλέποντας προς το παράθυρο: - Το πρωί ποιος το περίμενε πώς θα σκοτείνιαζε έτσι. Μα εμείς με τη γιαγιά θα πάμε ωστόσο. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα που είχε πιάσει. - Πού; ρώτησε. - Στη θεία Κατίγκω. Δε μίλησε κανένας μια στιγμή. Έπειτα η Ευανθία πηγαίνοντας προς τη Μαρίκα: - Δεν είναι καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; ρώτησε. Τα είχε χτενίσει αφέλειες. Και ρίχνοντας το βλέμμα αντίκρυ στον καθρέφτη γέλασε πάλι η όψη της. - Δε μου παν καλύτερα έτσι; ξαναγύρισε προς τη Μαρίκα. Η Μαρίκα δίχως να προσέξει όσο ήθελε η Ευανθία: - Καλύτερα, είπε μόνο και ξαναέσκυψε πάλι στο κέντημα. Και η Ευανθία γυρίζοντας τότε στο Στέφανο: - Αλήθεια, είναι καλύτερα έτσι; ρώτησε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε να δώσει απάντηση. Η Μαρίκα είχε στυλώσει μεμιάς κι αυτή τα μάτια απάνω του. Έμειναν έτσι αμίλητοι λίγες στιγμές και οι τρεις. Και η κυρία Αγλαΐα που μπήκε μέσα ύστερα από λίγο, είχε το ίδιο αίσθημα που είχε και το πρωί, το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσά τους. [Επεξεργασία] Χ Ο Στέφανος βρήκε την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. Καθόταν στο παράθυρο κοντά και διάβαζε. Άμα τον είδε σήκωσε τα μάτια, και ο Στέφανος κάθισε αντίκρυ της. Πρώτα μίλησαν για τον καιρό. - Τι πλήξη, είπε η Ευανθία και άφησε να πέσει το βιβλίο από το χέρι της. - Φθινόπωρο, είπε ο Στέφανος. Έβρεχε και η βροχή κρεμότανε σαν πυκνό δίχτυ έξω από τα τζάμια κ’ έκρυβε κάθε θέα· πλυμένα από τη βροχή κοκκίνιζαν μόνο θαμπά τα φύλλα που έμεναν ακόμα στα κλαδιά της λεύκας. Λίγες στιγμές δε μίλησε κανείς. Η Ευανθία έσυρε το δάχτυλο στο τζάμι, σα να ήθελε να γγίσει τις στάλες της βροχής που νότιζαν το τζάμι απέξω. Έπειτα γύρισε έξαφνα: - Μας περίμενε χθες το απόγευμα η θεία Κατίγκω; - Νομίζω, είπε ο Στέφανος. - Πώς δε μου το είπες τότε; - Πού το ήξερα! Η Ευανθία τον κοίταξε στα μάτια, σα να μην πίστεψε. Ο Στέφανος σηκώθηκε κ’ έκαμε βήματα προς το άλλο παράθυρο. - Αλήθεια πλήξη, ψιθύρισε ρίχνοντας βλέμμα έξω, σα να ήθελε να κόψει εκεί την ομιλία. Το πρωί που έφευγε από το σπίτι τον σταμάτησε η μητέρα του στην πόρτα. - Στέφανε, του είπε, πώς ήθελα να ερχόταν η Ευανθία εδώ για λίγες μέρες. Δεν της το λες; - Εγώ; είπε ο Στέφανος κάπως απότομα, χωρίς να θέλει. - Θα πήγαινα μονάχη, μα το ξέρεις: δεν ήθελα να ξαναπαντηθώ… - Αλλά, μητέρα, έκοψε την κυρία Κατίγκω ο Στέφανος, δεν τ’ αφήνετε όλα αυτά επιτέλους! Η κυρία Κατίγκω κάτι θέλησε να πει, μα ο Στέφανος δεν την άφησε. - Για χάρη μου, είπε· το ξέρεις, δεν είναι κακή, μονάχα νευρική. Η κυρία Κατίγκω δεν ξαναμίλησε. Και τώρα ο Στέφανος καθώς πλησίασε πάλι την Ευανθία: - Ναι, ναι, του ήρθε μεμιάς να πει, μα η Ευανθία τον πρόλαβε. - Για πε μου αλήθεια, του είπε σιγαλά, γιατί δε μου είπες χτες αν σου αρέσουν καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; Το είπε τόσο ξαφνικά, που ο Στέφανος δε μπόρεσε πάλι να μιλήσει. Την κοίταξε μονάχα --- κοιτάχτηκαν και οι δυο για μια στιγμή. Και σα να ξαφνίστηκαν και οι δυο που άνοιξε η πόρτα. Μπήκε η γιαγιά και πήγε ίσα στο Στέφανο. - Η Μαρίκα έβηξε τη νύχτα, του είπε σιγά και ανήσυχα. - Πολύ; ρώτησε ο Στέφανος. Η γιαγιά τον κοίταξε. - Είναι η υγρασία, ξαναείπε ο Στέφανος. - Σηκώθηκε; ρώτησε ύστερα πιο δυνατά. - Θα σηκωθεί· δεν μπόρεσα να την κρατήσω, απάντησε η γιαγιά. - Δεν προσέχει, δεν προσέχει, ξαναψιθύρισε κοιτάζοντας ανήσυχα πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος έμεινε σκυφτός. Χτες βράδυ που έφευγε, η Μαρίκα κατέβηκε μαζί του κάτω. Τον κράτησε μπροστά στην πόρτα, ακούμπησε στον ώμο του και του είπε: - Δε μ’ αγαπάς, δε μ’ αγαπάς σαν πρώτα, Στέφανε. Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Έπειτα, σα να ξέχασε τι είπε, κρεμάστηκε στο μπράτσο του και τον έσυρε έξω: - Έλα να περπατήσομε λίγο στον κήπο. Και τον έσυρε ως τον κήπο. Η νύχτα ήταν σιωπηλή και σκοτεινή· δεν έφεγγε πουθενά φως. Έκαναν λίγα βήματα σιωπηλοί και οι δυο. Όπως πατούσαν, κάτι έτριξε κάτω μια στιγμή ξερά, και η Μαρίκα ψιθύρισε: - Είναι τα φύλλα… - Τα φύλλα που ακούσαμε που έπεσαν, είπε σιγώτερα και σώπασε --- σωπάσανε πάλι και οι δυο. Έπειτα η Μαρίκα έγινε μεμιάς φαιδρή. Του είπε κατιτί και γέλασε. Έπειτα θυμήθηκε τη ρεδιγκότα που της έδειξε ο παππούς. - Φαντάσου, Στέφανε, του είπε και τον κοίταζε, σα να ήθελε να δει τα μάτια του στο σκότος. Ξαναέφεραν στον κήπο δυο-τρεις γύρους, όσο που ένιωσαν πως άρχισε να ψιχαλίζει. Όταν την άφησε στην είσοδο, είδε πως ήτανε χλωμή και πως κατέβηκε χωρίς επανωφόρι. - Ναι, δεν προσέχει. Γύρισε από το παράθυρο, όπου είχε σταθεί και κοίταζε έξω τη βροχή. Η γιαγιά τον έβλεπε άφωνη, η Ευανθία είχε πάρει πάλι το βιβλίο. - Αχ ναι, αχ ναι, ανέκραξε η γιαγιά κ’ έμεινε σιωπηλή ξανά. Ο Στέφανος άναψε τσιγάρο και ξαναγύρισε προς το παράθυρο. Η βροχή θόλωνε πάντα το τζάμι. Μια ξαφνική πνοή την έφερε για μια στιγμή λοξά και χτύπησε στο τζάμι, σα να έσπασαν απάνω του σε θρύμματα πλήθος ψιλά ατσαλένια σύρματα. Η Ευανθία τινάχτηκε. - Καιρός! ψιθύρισε και κοίταξε έξω. Ποιος ξέρει, να έφυγε τάχα η Φιφίκα; - Ποιός; ρώτησε η γιαγιά. - Η Φιφίκα Πρίφτη. - Να πάει πού; - Ταξίδι, απάντησε η Ευανθία. Κ’ έπειτα στρέφοντας στο Στέφανο: - Ξέρεις, Στέφανε, είπε, έχω μια ιδέα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Η Φιφίκα δε θα πάει στην Ιταλία. - Αλλά; - Αλλού --- πάει ν’ αρραβωνιαστούνε με το λοχαγό. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Θα δεις --- η μητέρα της δε θέλει, και πάει με τον πατέρα της ν’ αρραβωνιάσουν μυστικά· γι’ αυτό έφυγε κι ο λοχαγός. - Ποιος; ρώτησε η γιαγιά τεντώνοντας το αφτί. - Κανένας, είπε η Ευανθία και ξαναπήρε το βιβλίο ενώ ο Στέφανος την κοίταζε περίεργα. Η γιαγιά έφυγε και ο Στέφανος κάθισε και κάπνιζε κ’ εξακολουθούσε να την κοιτάζει. Η βροχή χτύπησε πάλι στο παράθυρο, και μαζί της σύρθηκαν στο τζάμι και τα ξερά κλαδιά της λεύκας. Ο Στέφανος τα είδε που σείστηκαν, και του φάνηκαν σα δάχτυλα, σαν αχαμνά γνώριμα δάχτυλα που έκρουσαν το τζάμι. Είχε μελαγχολήσει, και ο αέρας εκεί μέσα του ήταν σα να τον έπνιγε. - Πλήξη, έκαμε να ψιθυρίσει για να τινάξει τη θλιβερή διάθεση, μα επάνω εκεί η Ευανθία του είπε ξαφνικά: - Μα μην το πεις της θείας Κατίγκως. Και τον κοίταζε. - Τι να μην πω; ρώτησε ο Στέφανος. - Αυτά για τη Φιφίκα. Ο Στέφανος σα να είχε λησμονήσει. - Τι; ψιθύρισε· μα έπειτα: Α ναι, είπε έξαφνα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τη. - Θα μου θυμώσει, και δε θέλω να μου θυμώσει η θεία Κατίγκω, είπε η Ευανθία και τον πλησίασε· του έπιασε τον ώμο και είπε σιγώτερα: - Μην της το πεις. Ο Στέφανος της γέλασε. Και η Ευανθία έξαφνα: - Δε με περίμενε χτες βράδυ η θεία Κατίγκω; ρώτησε και τον κοίταζε. - Ναι, σε περίμενε, είπε ο Στέφανος χωρίς να το νοήσει. Η Ευανθία μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα ξαφνικά πάλι: - Τι κρίμα να μην πάμε στα ιγγλέζικα· ήθελα να τα δω πριν φύγουν. - Θ’ αργήσουνε να φύγουν, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοιτάζοντάς τον πάντα: - Αλλά θα φύγω εγώ. -Αστεία. Ο Στέφανος σώπασε μια στιγμή. Έπειτα, σα μηχανικά, ρώτησε¨ - Πότε; - Γρήγορα, απάντησε η Ευανθία. Ο Στέφανος δε μίλησε. Άκουσαν πάλι τη βροχή που ξαναχτύπησε στο τζάμι κ’ έμειναν όρθιοι εκεί κοντά κοντά και κοιταζόνταν. [Επεξεργασία] ΧΙ Το δειλινό άμα ξαναήρθε ο Στέφανος, η Ευανθία ήταν στο πιάνο. - Δεν μπόρεσα να την κρατήσω· σηκώθηκε και ντύνεται, του είπε η γιαγιά που τον απάντησε έξω στο διάδρομο. Ο Στέφανος μπήκε σιγά στην κάμαρα και κάθισε κοντά στην πόρτα. Η Ευανθία δεν τον ένιωσε κ’ εξακολούθησε να παίζει. Είχε τελειώσει μια μαζούρκα και δοκίμαζε να παίξει άλλο χορό, μα ο ρυθμός της ξέφευγε. Ξαναδοκίμασε, δεν μπόρεσε. Έπειτα σταμάτησε. Σταμάτησε και γύρισε τα φύλλα. Έπειτα τ’ άφησε κι αυτά και γύρισε προς το παράθυρο. Έξω δεν έβρεχε, μα ο ουρανός ήταν βαρύς και σταχτερός, και η κορυφή του αντικρινού βουνού μέσα στα σωριασμένα σύννεφα φαινόταν σαν κρατήρας που σκόρπιζε καπνό. Έπειτα ο αέρας ανέμιζε τα σύννεφα και κείνα έπαιρναν σχήματα παράξενα· φούντωναν σε δάσος με στριμωχτά πυκνά τεράστια δέντρα, γίνονταν μολυβόμαυρα ψηλά βουνά, πελώριοι όγκοι πάγων μουντόλευκων που έπλεαν σε σταχτερή, μελανή θάλασσα κ’ έσπαζαν απάνω στα βουνά κ’ έσμιγαν με τη θάλασσα και γίνονταν και κείνα θάλασσα κ’ έπειτα υψώνονταν και πάλι σε βουνά κάτασπρα σα χιονοσκέπαστα όσο πού πάλι ξανάπλωναν σε θάλασσα --- μια θάλασσα τώρα λευκή σαν παγωμένη. Μπροστά σ’ αυτό το αέρινο παιχνίδι ο Στέφανος σα να ξεχάστηκε. Η Ευανθία ξανάρχισε να παίζει, μα αυτός δεν άκουε το σκοπό, κοίταζε μόνο τις εικόνες που προβάλλονταν εκεί στα σύννεφα που έφευγαν αργά στο διάστημα. Μια του φάνταζαν σα χώρες άγνωστες και μαγικές, και μια του θύμιζαν κόσμους που γνώρισε, τόπους που του φαινόταν πως τους είδε ή πως τους ονειρεύτηκε σ’ ένα μακρινό χειμερινό ταξίδι, που η θύμισή του το κρατούσε σαν όραμα φανταστικό ώσπου έσμιγαν σε μιάν απέραντη λευκή έκταση χωρίς ούτε ένα στίγμα μελανό· στεριές, νησιά, ουρανός και θάλασσα --- ένα ταξίδι ξεχασμένο που του έμενε πάντα σαν όνειρο χωρίς σωστή συναίσθηση αν το έκανε ποτέ ή μόνο το φαντάστηκε. Μα εκεί τινάχτηκε μεμιάς· ο ήχος που άφησε το πιάνο έξαφνα του ήρθε σα γνωστός. Του φάνηκε πως ξύπνησε με τα σωστά όταν γύρισε και είδε την Ευανθία που έπαιζε σκυφτή. Μα έπειτα από μια στιγμή ξαφνίστηκε πιο δυνατά. Ο παππούς ορθός στην πόρτα τραύλιζε με βραχνή τρεμουλιαστή φωνή το τραγούδι που έπαιζε η Ευανθία: προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Η Ευανθία πετάχτηκε. Βλέποντας πίσω της το Στέφανο κοκκίνισε όλη. Και η Μαρίκα, που φάνηκε την ώρα αυτή στην πόρτα, τους είδε να κοιτάζονται άφωνοι. - Έλα, παππού, έλα μέσα, θα τραγουδήσομε όλοι μαζί, είπε η Μαρίκα δίνοντας το χέρι της στο Στέφανο. Φαινότανε φαιδρή, μα ο Στέφανος είδε στα χείλη της τ’ άσπρα σημάδια των δοντιών που γνώριζε - Έλα, Ευανθία, ξαναπαίξε το, ξαναμίλησε η Μαρίκα με χαμόγελο και με ματιά που η Ευανθία την ένιωσε και χλώμιασε. ==Χλώμιασε και την κοίταξε κι αυτή, και μια στιγμή έμεινε ακίνητη. ΄Επειτα πήγε στο παράθυρο. Ο Στέφανος έμεινε κει που είχε σταθεί κοντά στην πόρτα. - Ελάτε τότε να σας το παίξω εγώ, είπε η Μαρίκα και κάθισε στο πιάνο. Το έπαιξε κ ‘ έπειτα γύρισε και κοίταξε. - Δεν το τραγούδησες παππού· δεν το έπαιξα καλά όπως η Ευανθία, ξαναείπε κ’ έριξε πάλι ματιά στην Ευανθία. Η Ευανθία έμενε ακόμα στο παράθυρο, ο Στέφανος ορθός στην ίδια θέση. Μόνο ο παππούς κινήθηκε να φύγει. Αλλά η Μαρίκα τον σταμάτησε: - Σκάσου παππού, και θα σου παίξω ένα άλλο. Άμα άρχισε να παίζει πάλι, ο Στέφανος έκαμε κίνημα. Η Μαρίκα έπαιζε το τραγούδι της κυρίας Κατίγκως: Λενίτσα Λενιώ, τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά· αχ, άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. ΄Επαιξε και τραγούδησε τις δυο στροφές γοργά, δίχως να τις χωρίσει. Μα έπειτα σταμάτησε· και με φωνή αργότερη, ψιθυριστή αλλά καθαρά ξανατραγούδησε: Αχ πού να θυμάσαι, Λενίτσα Λενιώ, εκεί που κοιμάσαι σε πεύκο σκιερό. Όταν σηκώθηκε, ο παππούς στεκόταν και την κοίταζε με μάτια ακίνητα. Η Ευανθία είχε γυρίσει στο παράθυρο και κοίταζε έξω. Μα ο Στέφανος πετάχτηκε στο διάδρομο, όπου η κυρία Κατίγκω είχε πέσει στα χέρια της γιαγιάς πνιγμένη σε λυγμούς. Την άκουσαν και μαζευτήκαν όλοι γύρω της. Ο Στέφανος τη σήκωσε. Από μέσα έτρεξε γοργά και η κυρία Αγλαΐα. Άμα είδε την κυρία Κατίγκω, σταμάτησε έξαφνα κοιτάζοντας το Στέφανο και τη Μαρίκα, σα να ρωτούσε να μάθει τι έγινε. Μα αμέσως πάλι προχώρησε και της έδωσε το χέρι. Στης γιαγιάς τα μάτια έφεγγε η χαρά ενώ περνούσαν όλοι στην τραπεζαρία. Μα σε λίγο βγήκε η γιαγιά ξανά έξω και στάθηκε κ’ έψαχνε γύρω με τα μάτια. Και ο παπαγάλος από το κλουβί του στο βάθος του διάδρομου σα να την ένιωσε, άρχισε να κράζει με τη βραχνή και σα σαρκαστική φωνή του: - Παππού, παππού. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία μαζί της. Το βράδυ πρόσεξε μόνη της το γλύκισμα --- φρυγανιές με μαρμελάδα, που ήξερε πως άρεσαν της Ευανθίας --- έβαλε μπρος στη θέση της ένα βάζο με φθινοπωρινά ρόδα λευκά και κίτρινα και κάθισε έπειτα κοντά της. Όλη την ώρα στο τραπέζι ήθελε να της χαμογελά, η ματιά της όμως ήταν μελαγχολική σα να έβλεπε όνειρο και η φωνή της φαινότανε συγκινημένη. Η Ευανθία της θύμισε το γκρι σεβιότ που είδαν σ’ ένα εμπορικό καθώς περνούσαν, έπειτα τους πλισέδες που στάθηκαν και κοίταζαν σε άλλη βιτρίνα: - Τι έμορφοι, θεία Κατίγκω! Ύστερα της μίλησε για τη Φιφίκα: - Η Φιφίκα, ναι· να δούμε, θα μας γράψει; ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. - Από την Ιταλία, είπε η Ευανθία και πρόσεξε στα μάτια την κυρία Κατίγκω. Μα η κυρία Κατίγκω δε μίλησε, και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος δε μίλησε. Δεν ήξερε γιατί ήταν σα στενοχωρημένος και χωρίς διάθεση, δεν ένιωθε γιατί γύριζε πάντα και ζητούσε ν’ ανοίξει με τον πατέρα του ομιλία. - Είδες, η Τράπεζα μας έκαμε έφεση, του είπε μια στιγμή. - Ναι, είδα, απάντησε ο κύριος Γιάγκος κ’ εξακολούθησε να τρώγει. Ο Στέφανος θυμήθηκε ύστερα άλλα δικόγραφα, και ο κύριος Γιάγκος ξαναπάντησε με μονοσύλλαβα. Άμα έφαγε και το γλυκό ο κύριος Γιάγκος διηγήθηκε πως κέρδισε στη λέσχη το νομάρχη. Και είπε κάποιο αστείο γι’ αυτόν. - Τι κωμικός που είναι, είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία γέλασε: - Νέος είναι, ρώτησε, ή βάφεται; - Αυτό είναι μυστικό της … νομαρχίας, είπε ο κύριος Γιάγκος και κοίταξε την Ευανθία. Η Ευανθία δεν εννόησε αμέσως· μα έπειτα: - Α, της νομαρχίας! είπε και ξαναγέλασε. Και η κυρία Κατίγκω ψιθύρισε: - Ξέρεις, Γιάγκο, σήμερα μιλήσαμε. - Όχι δα! - Με χαιρέτησε όταν πήγα για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω δεν είπε περισσότερα, και ο κύριος Γιάγκος σκουπίζοντας με την πετσέτα τα μουστάκια του την κοίταζε. Έπειτα έσπρωξε τα πιάτα από μπροστά του κ’ έκαμε θέση, σα να ετοιμάστηκε για να μιλήσει: - Λοιπόν. - Αυτά με το νομάρχη, είπε ύστερα και ακούμπησε τα χέρια στο τραπέζι. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία: - Πες μας λοιπόν τι άλλα; Πήγες στα ιγγλέζικα; Η Ευανθία σα να ξαφνίστηκε. - Όχι, είπε κ’ έριξε στην κυρία Κατίγκω μια ματιά. Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. -Όχι, ξαναείπε η Ευανθία· θα φύγουν; - Θα φύγουν, βέβαια θα φύγουν. Και στρέφοντας στο Στέφανο ο κύριος Γιάγκος: - Θυμήσου αύριο να γίνει η ανακοπή, του είπε. - Μα δε θα φόρτωναν ακόμα, ξαναγύρισε στην Ευανθία. ‘Η αποφόρτωσαν; ρώτησε πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε διόλου. Σκυμμένος κοίταζε τα κίτρινα και άσπρα ρόδα στο τραπέζι. Το φως της λάμπας έπεφτε απάνω τους και τα έκανε να φέγγουν ωχρότερα· σαν κέρινα. Μα ο ίσκιος τους απάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο ήταν κοκκινωπός. - Στέφανε, ξαναμίλησε ο κύριος Γιάγκος, και ο Στέφανος σηκώνοντας τα μάτια αντίκρυσε το πρόσωπο της Ευανθίας απάνω από τα ρόδα. Τον κοίταζε με βλέμμα που έλαμπε όλο φως. Ο κύριος Γιάγκος είχε καθίσει στο τραπεζάκι στη γωνία και ανακάτευε τα κόκαλα του ντόμινου. Είχαν συνήθεια να παίζουν κάθε βράδυ μια παρτίδα με το Στέφανο, και ο Στέφανος πήγε και κάθισε αντικρύ του σαν αυτόματα. Η Ευανθία ακούμπησε στον ώμο της κυρίας Κατίγκως κ’ έμεινε και κοίταζε σιωπηλή. Έπειτα ζήτησε ένα κέντημα και ξανακάθισε κοντά κοντά με την κυρία Κατίγκω και μιλούσανε ψιθυριστά. Όταν τέλειωσε το παιγνίδι, ο Στέφανος δεν έμεινε πολύ μαζί τους. Και όταν έφευγε και πήγαινε να κοιμηθεί και η Ευανθία, η κυρία Κατίγκω γύρισε στον άντρα της. - Είδες; του είπε. Ο κύριος Γιάγκος χασμουρήθηκε. - Θα με κέρδιζε αν λογάριαζε καλά. Αλλά δεν πρόσεχε. Η κυρία Κατίγκω μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα βλέποντας πάλι στην πόρτα απ’ όπου έφυγε η Ευανθία. - Να είχε μείνει εδώ από τότε! είπε μελαγχολικά. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε στα μάτια νυσταγμένος. - Όνειρα, όνειρα, ψιθύρισε όταν ένιωσε· και τράβηξε να πάει να κοιμηθεί. [Επεξεργασία] ΧΙΙΙ Ο Στέφανος δεν έπεσε να κοιμηθεί· βγήκε στο δρόμο. Έκαμε προς την προκυμαία που ήταν η λέσχη, όπου συνήθιζε και πήγαινε συχνά το βράδυ. Πριν φτάσει, σταμάτησε στα φωτισμένα παράθυρα του καφενείου απέναντι στη λέσχη. Έπαιζε μέσα μουσική και στάθηκε σα να ήθελε ν’ ακούσει. Έξαφνα άνοιξε η πόρτα και μαζί μ’ ένα σκοπό της «Κάρμεν» πετάχτηκε έξω ο κύριος νομάρχης και πίσω του ένας αξιωματικός. Ο κύριος νομάρχης στάθηκε, ο αξιωματικός πέρασε μπρός του ψιθυρίζοντας τραγουδιστά: Qu’ un oeil me regarde et que l’ amour m’ attend --- - Μπαίνετε μέσα; ρώτησε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, είπε ο Στέφανος, αλλά δεν μπήκε. Στάθηκε και τους κοίταζε να δει αν πήγαιναν στη λέσχη. Μα ενώ τους κοίταζε, γνώρισε στον αξιωματικό το λοχαγό της Πρίφτη. Σα να ξαφνίστηκε. Θυμήθηκε τι του είχε πει η Ευανθία κ’ έμεινε κοιτάζοντας. Μπροστά του, στον υγρό πισσοστρωμένο δρόμο έπαιζαν τα φώτα με κιτρινοκόκκινες αναλαμπές, πίσω του έσβηναν οι ήχοι του Τορεαδόρ: et que l’ amour m’ attend Tor·ador! Ο νομάρχης και ο λοχαγός ανέβηκαν στη λέσχη, ο Στέφανος προχώρησε στην προκυμαία. Θυμήθηκε πάλι τι του είχε πει η Ευανθία για το λοχαγό, μα όταν αισθάνθηκε τη θάλασσα κοντά του, το ξαναξέχασε. Η θάλασσα ήταν σκοτεινή μα ησυχασμένη, και ο ουρανός απάνω ξάστερος. Τ’ άστρα έριχναν από ψηλά υγρές ακτίνες, μα δεν έφταναν να φέξουν κάτω τα θαμπά νερά. Ο Στέφανος ένιωθε μόνο την υγρή πνοή τους, τη βαθειά πνοή του πόντου που απλωνόταν πέρα και ο ουρανός του τέντωνε από πάνω σκοτεινό μανδύα, σα να ήθελε να του φυλάξει τη σιωπή. Ο Στέφανος σα ν’ άκουε μέσα του όλη αυτή τη σιωπή του απέραντου μεγάλου πόντου. Του ήταν σα μια σιωπή που έτρεμε βαθιά της κάτι ανήσυχο και σάλευε κάτι κρυφό και σκοτεινό. Σταμάτησε - ήταν το ίδιο εκείνο κρυφό και σκοτεινό που τον είχε κυνηγήσει πάντα, τον ακολούθησε παντού, εδώ σα βραδινή ομίχλη σε ταξίδι, εκεί σα μελαγχολικό τραγούδι στην πρωινή χαρά. Σταμάτησε - σταμάτησε και κοίταζε στα θαμπά βάθη. Και θυμήθηκε το πουλί που δεν μπόρεσε ποτέ να πιάσει μια φορά και το πουλί που ήρθε και χτύπησε στο τζάμι το δειλινό που πέθανε η μικρή αδερφή. Κ’ έξαφνα πάλι θυμήθηκε το μακρινό ταξίδι του άλλοτε· ένα όνειρο· ένα όνειρο κι αυτό χαμένο: Η θάλασσα απλωνόταν σκοτεινοπράσινη έκταση κυματισμένη με μουντούς αφρούς, χαμένη πέρα σε μια ομίχλη σταχτερή. Πού πήγαινε δεν το ήξερε και τότε , ούτε τώρα το θυμάται. Θυμάται μόνο πως στο πλάι του γελούσε μια ιλαρή φωνή κ’ έφεγγαν γεμάτα φως δυο μάτια, που τ’ ακολούθησε σα χίμαιρα και σαν επαγγελία πέρα από τους πάγους. Μα οι παλιοί κύκλοι, οι κύκλοι της βροχής στη θάλασσα γέμισαν εκεί μεμιάς θαμπά τους πάγους, και το πουλί ήρθε και στάθηκε στο τζάμι. Και --- ο Στέφανος τινάχτηκε --- από πίσω έπαιζε κάποιος με τις κούκλες της αδερφής που πέθανε. Ο Στέφανος δε γύρισε. Κοίταζε τους κύκλους που γέμισαν πάλι μπροστά του τα θαμπά νερά. Για αν μη ζαλιστεί, σήκωσε τα μάτια απάνω· τ’ άστρα έτρεμαν ψηλά με φως υγρό. Άφησε πίσω του τη θάλασσα σκυφτός. Δεν ξέρει γιατί ξαναθυμήθηκε το λοχαγό. Τον είδε αλήθεια χτες το τραίνο η Ευανθία; -- Έπειτα θυμήθηκε πως πρέπει να κάμει την ανακοπή αύριο πρωί. Μα έπειτα βρέθηκε πάλι μακριά. Μια τρόικα τον έσερνε γοργά· ο πάγος έτριζε κάτω, και τα κουδούνια των αλόγων ηχούσαν εύθυμους χορούς στη σιωπηλή ερημιά. Γύρω τα κρύσταλλα κρεμόντανε σε μύρια σχήματα, σάλευαν κ’ έφευγαν θαμπές σκιές, θολές μορφές παράξενες, και απάνω τ’ άστρα έφεγγαν μέσα από μια κρυστάλλινη άχνα, κρυστάλλινα κι αυτά σαν παγωμένα. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως τ’ άστρα τον κοίταζαν από ψηλά σαν ξαφνισμένα και σαν ξένα, και σήκωσε πάλι τα μάτια. Μα τ’ άστρα του φάνηκαν τώρα και δω σαν ξένα. Και αντίκρυ τ’ ορθόβραχο βουνό που πρόβαλε από το άνοιγμα του δρόμου, του φάνταζε κι αυτό παράξενα. Έμοιαζε σα να χάθηκε στο βάθος του μισοσκότεινου ουρανού κ’ έγινε άυλο σύννεφο, αγανή διάφανη ομίχλη φωτεινή κρεμασμένη ανάερα κάτω από τ’ άστρα. Ο Στέφανος σα να λησμόνησε πού ήταν. Μόνο το λοχαγό της Πρίφτη δε λησμόνησε. Τι μόνο αυτός δεν του ήταν ξένος; Και γιατί ψιθύρισε έτσι το τραγούδι του, έτσι σα να του το σφύριξε στο πρόσωπο; Σταμάτησε κοιτάζοντας το φως του φαναριού που έπαιζε στο ρείθρο μπροστά στο πεζοδρόμιο. Έπαιζε πράσινο κοκκινωπά, έπειτα κίτρινο· έπειτα έμενε ακίνητο, ωχρό μες στο θολό νερό, ωχρό σα ρόδο κίτρινο. Εκεί άκουσε από πίσω μια φωνή. Τινάχτηκε. - Στέφανε, είχε ψιθυρίσει σιγαλά η φωνή, και ο Στέφανος γύρισε κείθε. Γνώρισε τη Μαρίκα που στεκόταν ορθή στη σιδερένια πόρτα. Πήγε κοντά, ίσια κοντά της· πήγε σα να μην είχε ξαφνιστή. - Σε περίμενα, του είπε η Μαρίκα, το ήξερα πως θα ’ρθεις. Τον έσυρε στην είσοδο και κείθε στην αυλή που έτρεχε η βρύση κάτω από τα πεύκα. Εκεί σταμάτησε. Η βρύση στάλαζε σιγά στην πέτρινη λεκάνη, και η Μαρίκα έσκυψε και τη σφάλισε. Έπειτα κάθισαν και οι δυο στο μακρύ κάθισμα που ήταν εκεί, και η Μαρίκα του έπιασε το χέρι. - Το ήξερα, ναι, και πώς σ’ ευχαριστώ, του είπε σιγά. Έφερε το πρόσωπό της τόσο κοντά εμπρός στο δικό του πρόσωπο, ώστε η πνοή της τον άγγιξε θερμή, σαν πύρινη. - Ναι, πώς σ’ ευχαριστώ, ξαναψιθύρισε και του έσφιξε το χέρι. Ο Στέφανος απόμεινε άφωνος, σα να μην ένιωθε. - Που ήρθες --- που ήξερες πως σε περίμενα. Ο Στέφανος έμεινε άφωνος πάλι μια στιγμή, μα αμέσως, σαν κάτι να του ανοίχτηκε μπροστά του ξαφνικά: - Ναι, ήξερα, είπε και του ήταν σα να ξύπνησε μεμιάς, και τώρα γνώριζε πού ήταν και τώρα έβλεπε μέσα του τι ήταν εκείνο που τον είχε σύρει εδώ. - Ναι, ήξερα … Και σα ν’ ανοίγονταν βαθιά του κάτι ολοένα φωτεινότερο: - Ω, Μαρίκα, ψιθύρισε κ’ έσκυψε και της φίλησε το χέρι. Η Μαρίκα ανασηκώθηκε: - Μ’ αγαπάς, Στέφανε; μ’ αγαπάς αλήθεια; Έβγαλε σχεδόν φωνή και τον κοίταζε σα να ήθελε να δει τα μάτια του. - Ναι, μόνο εσέ, Μαρίκα, είπε ο Στέφανος με ξέσπασμα έξαφνο. Μα ένιωσε τίναγμα ελαφρό στο χέρι της Μαρίκας που κρατούσε, και σταμάτησε. Η Μαρίκα μια στιγμή δε μίλησε· μα έπειτα αμέσως: - Μόνο εμέ, είπε σιγά· κ’ έπειτα σιγότερα και αργότερα; - Το ήξερα και σε περίμενα. Ο Στέφανος πρόσεξε πως η φωνή της πήρε μεμιάς το βραχνό τόνο που τον σύγχυζε. - Ναι, σε περίμενα. - Με είδες από το παράθυρο; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα δεν τον άφησε: - Όχι! το φως είδα μονάχα απ’ το παράθυρο· κ’ έτρεξα κάτω και σε είδα που το κοίταζες και με περίμενες. - Ναι, σε περίμενα, είπε ο Στέφανος και είχε το αίσθημα πως το είπε μέσα του μια άλλη φωνή, ξένη φωνή. - Άλλο βράδυ ποτέ δεν έχω ανοίξει το παράθυρο. Μα απόψε το άνοιξα· το άνοιξα και στάθηκα. Και ο αέρας μου φύσηξε στο πρόσωπο, σα να ήταν πάλι ένα απ’ τα βράδια τα παλιά αντικρύ στη θάλασσα, και μου έφερνε όπως μια φορά όλη την πνοή της θάλασσας. Κ’ έπειτα αισθάνθηκα μια μυρουδιά σαν από πασχαλιές που ερχόταν σα να έφτανε από πέρα από τη θάλασσα. Μα έπειτα πάλι η μυρουδιά μου φάνηκε παράξενη· ήταν μια μυρουδιά από κάτι σα μιμόζες, πολλές, αμέτρητες μιμόζες, κήπους ολάκερους σπαρμένους με μιμόζες· μια μυρουδιά που με περνούσε, με πότιζε, γλιστρούσε και μου στάλαζε βαθιά, με αγκάλιαζε σαν κύμα αόρατο, σαν κύμα πνιγερό, σαν κύμα κίτρινο. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και άνοιξα πάλι το παράθυρο. Το άνοιξα και κοίταζα σα να περίμενα, σα να ένιωθα πως έπρεπε ν’ ακούσω κάτι που έπρεπε να το ακούσω απόψε, δίχως άλλο απόψε. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και βγήκα πάλι στο παράθυρο, και τότε είδα το φως στο δρόμο κ’ έτρεξα. Σώπασε, κ’ ενώ σώπαινε και ο Στέφανος. - Έτρεξα αμέσως, όπως δεν έτρεξα ποτέ, όπως λαχτάρησα μόνο να τρέξω, είπε με σιγαλότερη φωνή κ’ έμεινε σα καρφωμένη εμπρός του. Ο Στέφανος καθώς της έπιασε το χέρι, το ένιωσε που έκαιγε σα φλογισμένο από τον πυρετό. - Μαρίκα, της ψιθύρισε και την έγειρε στο στήθος του. Μαρίκα, ξαναείπε χαδεύοντάς της τα μαλλιά. Κ’ έμειναν σωπαίνοντας και οι δυο· μόνο η Μαρίκα ψιθύρισε μια στιγμή: - Πόσο είμαι ευτυχισμένη. Μα έπειτα, εκεί όπως έμενε γερμένη, κοιτάζοντας απάνω χωρίς να κινηθεί, είπε έξαφνα: - Γιατί φέγγουν παράξενα τ’ αστέρια απόψε; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς την κοίταζε ολοένα δίχως να μιλήσει. - Τι είναι τάχα πέρα από τ’ αστέρια; το σκέφτηκες ποτέ; ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Το ατέλειωτο ίσως, είπε ο Στέφανος. - Τι; ρώτησε η Μαρίκα. - Και συ; και γω; είπε έπειτα σιγά. Κ’ έμεινε πάλι σιωπηλή. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε σα να ήθελε να δη τα μάτια της μες στο σκοτάδι. Μα καθώς θέλησε ύστερα η Μαρίκα κάτι να ξαναπεί, σταμάτησε έξαφνα· και ο Στέφανος ένιωσε πως σταμάτησε για να μη βήξει. Τινάχτηκε χωρίς να θέλει. - Μαρίκα, είναι υγρασία, της είπε. Και θέλησε να τη σηκώσει, να την παρακαλέσει ν’ ανεβεί στο σπίτι. Μα η Μαρίκα δεν τον άκουε. - Όχι, Στέφανε, μη θες να φύγω, είπε και τον έσυρε πάλι κοντά της· μη θες να φύγω. Αντί να πέσω να κοιμηθώ κατέβηκα σε σένα· κατέβηκα όπως δεν κατέβηκα ποτέ, όπως δε θα κατέβαινα ποτέ. Μια στιγμή καθώς κατέβαινα, σταμάτησα, αλλά δε γύρισα· έπρεπε απόψε να έρθω σ’ εσέ, γι’ αυτό δε γύρισα: γιατί δεν ήθελα να κοιμηθώ, γιατί δεν έπρεπε να κοιμηθώ, γιατί αν ήτανε να κοιμηθώ --- αλλά δεν ήθελα να κοιμηθώ, φοβόμουνα να κοιμηθώ, φοβόμουνα μην κοιμηθώ και δεν ακούσω ξέρεις τι, ναι, Στέφανε, το ξέρεις! Του Στέφανου του ήταν σα ν’ άκουε παραμιλητό· σα να τον άγγιζε φωτιά καθώς του έσφιγγε τα χέρια, και καθώς την έφερε κοντά του, τώρα είδε πως είχε κατεβεί μισόγυμνη όπως θα έπεφτε να κοιμηθεί. Τρόμαξε και δεν μπόρεσε ούτε να μιλήσει. Δε σκέφτηκε πια να τη φέρει απάνω, την άφησε να σωριαστή στο στήθος του. Καθώς κοίταζε μπροστά του, είδε κάτω τα πόδια της γυμνά. - Αλλά, Μαρίκα, θέλησε να πει, μα η Μαρίκα δεν άκουε· κοίταζε μπροστά της με μάτια τεντωμένα σα σ’ έκσταση. Κοίταζε ώρα πολλή. Έπειτα, ενώ ο Στέφανος έμενε σιωπηλός, σα να έβλεπε παράλογο όνειρο, η Μαρίκα του έπιασε σιγά το χέρι και ψιθύρισε: - Ω πάρε τα από εμπρός μου εκεί. Ο Στέφανος κοίταζε μπρος, δεν ήταν τίποτε· στο βάθος έτρεμαν μονάχα τ’ άστρα. Καθώς γύρισε προς τη Μαρίκα του φάνηκε πως είχε τώρα τα μάτια της κλειστά. Όταν τα ξανάνοιξε, την πήρε σιγαλά και την έφερε μπροστά στη σκάλα. Η Μαρίκα την ανέβηκε άφωνη· καθώς ανέβαινε φαινότανε του Στέφανου σαν άυλη σκιά. Στάθηκε και την κοίταζε όσο που χάθηκε στην πόρτα. Μα καθώς κοίταζε, είδε ξαφνικά σ’ ένα παράθυρο την όψη του παππού: ήταν ακίνητη σαν κολλημένη εκεί στο τζάμι. Ο Στέφανος γύρισε αμέσως και γλίστρησε γοργά έξω από την αυλόπορτα. Η πνοή της νύχτας τον χτύπησε πιο υγρή στο πρόσωπο. Καθώς έστρεφε στο δρόμο, το ορθόβραχο βουνό στο βάθος φαινόταν πάλι σα σύννεφο ή σαν αχνή ανάερη ομίχλη. Μα απάνω του, ψηλά στον ουρανό έλαμπε ο Ωρίων ορθός, ολόφωτος. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε· μα δε σταμάτησε. Όταν έφτασε στην προκυμαία ξαναπαντήθηκε με τον κύριο νομάρχη και με το λοχαγό. Κατέβαιναν από τη λέσχη. Καθώς πέρασε από κοντά τους, ο λοχαγός σφύριζε πάλι το σκοπό της Κάρμεν: Τορεαδόρ! [Επεξεργασία] XIV Όταν ξύπνησε ο Στέφανος πρωί και πήγε στην τραπεζαρία βρέθηκε μπρος στην Ευανθία. Καθόταν μόνη και είχε ανοιχτό μπροστά της ένα λεύκωμα με εικόνες και το ξεφύλλιζε. Στο τραπέζι ήταν ακόμα το βάζο με τα κίτρινα και λευκά ρόδα. Καθώς έσκυβε, η χλωμή τους λάμψη έπαιζε στο πρόσωπό της. Ο Στέφανος σταμάτησε στην πόρτα όσο που η Ευανθία σήκωσε τα μάτια. Δεν ένιωσε γιατί σταμάτησε· μα όταν πλησίασε, η Ευανθία τον κοίταξε σα να ήταν ώρα εκεί και δεν τον πρόσεξε. Έπειτα αφού έσκυψε πάλι μια στιγμή στο λεύκωμα, γύρισε και τον ρώτησε: - Εσύ το έφερες; - Πιστεύω, είπε ο Στέφανος αφού έριξε ματιά στο λεύκωμα. Η Ευανθία δε μίλησε πάλι μια στιγμή· μα όταν ο Στέφανος ήρθε και κάθισε στο τραπέζι αντίκρυ της, ξανασήκωσε τα μάτια και καθώς ο Στέφανος την κοίταζε. - Ήσουνα ψες στη λέσχη; τον ρώτησε έξαφνα. Ο Στέφανος δεν απάντησε. Και η Ευανθία: - Δεν ήσουνα; δεν έπαιξες; ρώτησε πάλι. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. Η Ευανθία ξαναέσκυψε στο λεύκωμα και σώπασε. Έπειτα, έξαφνα πάλι, σήκωσε ένα φύλλο και δείχνοντάς το: - Σου αρέσει αυτή; είπε. Ήταν μια στρογγυλή μορφή με χείλη παχουλά και με στριφτά σγουρά γύρω στο μέτωπο. -Τι να μου αρέσει; - Τα μάτια της, είπε η Ευανθία· και κοιτάζοντάς τον: - Δε μοιάζει της Φιφίκας, ε; Κ’ έπειτα, πάλι ξαφνικά: - Σου άρεσε ποτέ η Φιφίκα; Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε πάντα περίεργα. - Ε, δε σου άρεσε; τον ξαναρώτησε. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Σου άρεσε· γι’ αυτό η Μαρίκα τη ζηλεύει. - Ανοησίες, είπε πάλι ο Στέφανος και τράβηξε από το λεύκωμα ένα φύλλο κ’ έσκυψε κι αυτός και κοίταζε. Όταν το άφησε, η Ευανθία το πήρε από μπροστά του. - Γυναίκες είναι; ρώτησε· γιατί έχουν έτσι ανοιχτά τα χείλη; - Είναι άγγελοι που τραγουδούν, της είπε ο Στέφανος. - Και τούτα που κρατούν στα χέρια; - Κρίνα. - Κρίνα! είπε η Ευανθία σα να σταμάτησε στη λέξη, και κοίταξε πάλι την εικόνα. Μα έπειτα, ο Στέφανος πλησίασε, δείχνοντας την επιγραφή σ’ ένα άλλο φύλλο ξαναρώτησε: - Τι λέει εδώ; Ο Στέφανος έσκυψε και της εξήγησε. Η εικόνα έδειχνε δυο παιδιά που περνούσαν ένα ρυάκι. Το μεγαλύτερο κρατούσε στον ώμο του ένα τρίτο, πιο μικρό· εμπρός πήγαινε ένας σκύλος, και καθώς βάθαινε το νερό πιο πέρα, ο σκύλος γύριζε πίσω το κεφάλι προς τα παιδιά σα να τους έλεγε: κουράγιο! Έσκυψαν και οι δυο κοντά κοντά και κοίταζαν. Έπειτα, η Ευανθία σα να ήταν βέβαιη πως κι ο Στέφανος συλλογιζότανε το ίδιο. - Μα είδες πως η Μαρίκα είπε ψέματα, γύρισε και είπε. Ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια. - Πως μ’ έδειρε η γιαγιά… - … γιατί έτρεξα ξυπόλυτη, πρόσθεσε η Ευανθία. Ο Στέφανος την κοίταζε. - Μα εσύ το είπες, θέλησε να της θυμίσει. Αλλά μπήκε η υπηρέτρια και τον σταμάτησε. Μπήκε κ’ έφερε το γάλα του. Και όταν σε λίγο ήρθε μέσα η κυρία Κατίγκω βρήκε την Ευανθία που το σερβίριζε. Στάθηκε στην πόρτα και κοίταζε. Μα η Ευανθία έτρεξε και την αγκάλιασε. - Τι ωραία, φώναξε, τι ωραία, θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω τη χάδεψε στον ώμο και τη φίλησε. Και η Ευανθία γέρνοντας απάνω της ξαναψιθύρισε: - Τι ωραία που είναι δω, θεία Κατίγκω! Το είπε γοργά γοργά ως να μην το πρόσεξε. Και κοίταξε την κυρία Κατίγκω κατάματα. Έπειτα την έπιασε από τη μέση και ήρθαν και οι δυο και στάθηκαν μπροστά στο Στέφανο. Και η Ευανθία γέλασε δυνατά. Ο Στέφανος δεν ήξερε γιατί του φάνηκε σε μεθυσμένη ξαφνικά, όπως ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω που είχε σκύψει και φίλησε το Στέφανο, γύρισε στη Ευανθία: - Τι χρυσή μου; - Θα πάμε στα ιγγλέζικα; Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε ακίνητος. - Θα πάμε· εμείς οι δυο μονάχες μας θα πάμε, ξαναείπε η Ευανθία και κάθισε, με το σώμα ριγμένο πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω εκεί που τίναζε τα ψίχουλα που είχε σκορπίσει στο τραπέζι ο Στέφανος, είπε έξαφνα: - Ξέρεις αλήθεια πως δεν έφυγε η Φιφίκα; Η Ευανθία σήκωσε το σώμα και την κοίταξε περίεργα. Και ο Στέφανος αμέσως, σα να του ξέφυγε: - Ναι, είδα και γω το λοχαγό στη λέσχη. Η κυρία Κατίγκω έριξε ματιά στο Στέφανο σα δυσαρεστημένη. - Αρρώστησε έξαφνα η μητέρα της κ’ έμειναν, είπε· τώρα μου το έλεγε ο πατέρας σου. Και γυρίζοντας στη Ευανθία: - Θα πάμε έπειτα να δούμε τη Φιφίκα. - Είναι ο πατέρας μέσα; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, κατέβηκε, είπε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος κοίταξε την ώρα, σα μόλις τώρα να θυμήθηκε πως έπρεπε να σηκωθεί. Μα καθώς σηκώθηκε, η Ευανθία τον πλησίασε. - Ήσουν λοιπόν στη λέσχη; ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. - Δεν ήσουν; δεν έπαιξες; Ο Στέφανος πάλι δεν απάντησε. Μα έπειτα: - Γιατί; ρώτησε μεμιάς. Και η Ευανθία: - Γιατί μου αρέσει το παιγνίδι. Αν ήμουν άντρας θα έπαιζα, είπε, κ’ έκαμε προς το μπαλκόνι· και στάθηκε και κοίταζε έξω. Ο Στέφανος πήγε κοντά της. Κάτω από το μπαλκόνι απλώνονταν η θάλασσα. Ο Στέφανος μόλις αντίκρυσε τη χλωμοπράσινη έκταση, σταμάτησε. Σταμάτησε σα να του ανοίχτηκε μεμιάς μπροστά του κάτι που το πρωί όταν ξύπνησε του ήταν ακόμα σαν αλλόκοτο, παράλογο όνειρο. Και τώρα του ξαναήρθε αυτό στο νου σαν ξαφνική αστραπή· παράξενο, παράλογο και τώρα, παραμίλημα και τώρα, ίσκιος και όνειρο και τώρα. Όμως του στάθηκε μπροστά και τώρα σαν κάτι απόκρυφο και σκοτεινό, τον γέμισε για μια στιγμή και τώρα σαν κάτι που ήταν αδύνατο να το χωρέσει μόνο μια στιγμή, αδύνατο να το χωρέσουν μόνο χρόνια, αδύνατο να το χωρέσει ακόμα και το ανοιχτό άπειρο που απλώνονταν εμπρός του εκεί. Έκαμε να το στοχαστή, όμως θέλησε καλύτερα να το τινάξει πέρα. Παράξενο! του ήρθε στο νου ο λοχαγός και το τραγούδι που του σφύριξε στο πρόσωπο: Tor·ador! Και θέλησε να μιλήσει της Ευανθίας για το λοχαγό. Μα η Ευανθία γυρίζοντας απάνω του τα μάτια του είπε: - Ξέρεις γιατί σε ρώτησα αν έπαιζες; Ο Στέφανος σα να μην ένιωσε. - Γιατί χτες βράδυ σε φανταζόμουν πως έπαιζες. Και η Ευανθία τον ξανακοίταξε. Έπειτα γέλασε. Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε σα ξαφνισμένος: - Για δες, είπε και έδειξε έξω πέρα. Έξω πάρα η θάλασσα στρωνόταν ήσυχη, όμως στο χρώμα της, με όλο τον καθαρό πρωινό ουρανό, σα να έμενε κάτι από τη θολάδα της χθεσινής βροχής. Ήταν γαλανοπράσινο, και μια ψιλή άχνα κρεμόταν σαν κομμάτια ξεφτισμένης γάζας εδώ και κει απάνω στα νερά και στις κορφές των βράχων. Μα τα νησιά στο μάκρος έφεγγαν διάφανα, βιολετογάλανα και ήταν σα να έπλεαν και να σαλεύαν στον αέρα. Μπροστά μπροστά έξω από το λιμάνι άσπρα και κόκκινα πανιά φαντάζαν σα φτερά ανοιγμένα και καθώς έμεναν ακίνητα φαινόντανε σα να περίμεναν. Αυτά έδειξε η Ευανθία στο Στέφανο κ’ έκαμε ν’ ακουμπήσει το χέρι της στον ώμο του. Μα η κυρία Κατίγκω βγήκε στο μπαλκόνι και άλλαζε το νερό στο βάζο με τα ρόδα. Και κει που έμπαινε πάλι μέσα με το βάζο, η Ευανθία έσκυψε και μύρισε τα ρόδα. Ο Στέφανος κοίταξε κει το πρόσωπο της Ευανθίας σα να έριξε ένα κόκκινο αντιφέγγισμα στα λευκά ρόδα. Έμειναν σιωπηλοί και οι δυο άμα μπήκε μέσα η κυρία Κατίγκω. Μα έξαφνα ακούστηκε από το λιμάνι τριχτός κρότος. Ήταν το βίντσι των βαποριών που ξανάρχιζαν την εργασία. Και η Ευανθία σαν ηλεκτρισμένη, φώναξε μεμιάς: - Θεία Κατίγκω! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Τα ιγγλέζικα φορτώνουν. Μα πριν προφτάσει να βγει έξω η κυρία Κατίγκω, σκύβοντας η Ευανθία στο Στέφανο του είπε σιγαλά: - Πώς ήθελα να πάω στα ιγγλέζικα μαζί σου. Ε, έρχεσαι; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς τον κοίταζε κι αυτή κατάματα. - Ναι, της ψιθύρισε κ’ έβλεπε μπρος του σα να μην ένιωθε ενώ πλησίαζε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία χτύπησε τα χέρια, όταν της έταξε και η κυρία Κατίγκω πως θα πάνε. Και όταν ο Στέφανος τις άφησε και κίνησε να φύγει, εκεί που έβγαινε στην πόρτα του φώναξε η κυρία Κατίγκω: - Σούπα με ρύζι θα έχομε το μεσημέρι· μην αργήσεις και χαλάσει. [Επεξεργασία] XV Ενώ εργαζόταν στο γραφείο του ο Στέφανος, έλαβε ένα μπιλιέτο της Μαρίκας. Τον παρακαλούσε να πάει να τη δει πριν από το μεσημέρι. Και πήγε. Τη βρήκε που στεκόταν στο διάδρομο και τον περίμενε. Καθώς του έσφιξε το χέρι και τον κοίταξε, η ματιά της έφεγγε. Αλλά στην κάμαρα που μπήκαν ήταν η κυρία Αγλαΐα. Ορθή μπροστά στις γλάστρες της ψαλίδιζε τα φύλλα μιας φοινικιάς. Χαιρέτησε το Στέφανο με νεύμα μόνο. - Πώς σκάζω που μου κιτρινίζουν έτσι, είπε όταν ο Στέφανος ήρθε κοντά της. _ Ναι, κρίμα, είπε ο Στέφανος. Κ’ έπειτα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Πλύσιμο με καπνό βρεγμένο, είπε ξανά. - Το δοκίμασα, δεν ωφελεί, απάντησε η κυρία Αγλαΐα κ’ εξακολούθησε να ψαλιδίζει. Ο Στέφανος γύρισε στη Μαρίκα· στεκότανε κοντά του και όπως ο ήλιος γέμιζε την κάμαρα, το πρόσωπό της φαινότανε μέσα στο χρυσό φως σα μεταμορφωμένο. Της έπιασε το χέρι και στάθηκαν και κοιτάζονταν. Ύστερα καθώς σύρθηκαν προς το παράθυρο κ’ έβλεπαν έξω, η Μαρίκα δείχνοντας μια πιγόνια που γέμιζε τον τοίχο αντίκρυ μ’ εξωτικά βυσσινοπόρφυρα άνθη σα ροδιάς. - Τι ωραία! ψιθύρισε. Μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε έξαφνα το Στέφανο: - Το έμαθε η μαμά σου πως δεν έφυγε η Φιφίκα; - Ναι, είπε ο Στέφανος και γύρισε προς την κυρία Αγλαΐα. Η κυρία Αγλαΐα τον κοίταξε· κ’ έπειτα με χαμόγελο, που ο Στέφανος δεν ένιωσε αν ήταν για τη μητέρα του ή τη Φιφίκα. - Μα γιατί δεν έφυγε, τον ξαναρώτησε. Και ο Στέφανος, χωρίς να ξέρει γιατί, χαμογέλασε κι ο ίδιος. - Αρώστησε η μητέρα της, απάντησε. Και όταν η κυρία Αγλαΐα ρώτησε πάλι έπειτα: Και ο λοχαγός; -- ο Στέφανος διηγήθηκε έξαφνα το χθεσινό του απάντημα με το νομάρχη και το λοχαγό έξω από το καφενείο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με τεντωμένα μάτια: - Στο καφενείο - ο κύριος νομάρχης; - Ναι, και τραγουδούσε, είπε ο Στέφανος. - Ο κύριος νομάρχης; Ο Στέφανος ένιωσε πως τα σύγχισε. - Ο λοχαγός, απάντησε. Και είπε το τραγούδι που σφύριζε ο λοχαγός. Η κυρία Αγλαΐα γέλασε, ενώ ο Στέφανος έμεινε σιωπηλός σα να μετάνιωσε. Είχε το αίσθημα πως δίχως να το νιώσει πρόδωσε κάτι --- δικό του ή ξένο, δεν ήξερε καλά. Και όταν, αφού βγήκε η κυρία Αγλαΐα έξω, η Μαρίκα τον πλησίασε, έμεινε σα στενοχωρημένος. Αλλά η Μαρίκα του γέλασε καθώς πλησίασε, και η ματιά της έφεγγε σα λαμπρυσμένη ενώ τον κοίταζε. Και τον έσυρε κοντά της και του είπε: - Ξέρεις γιατί σ’ έφερα εδώ έτσι ξαφνικά; Ο Στέφανος δε μίλησε. - Γιατί αν και το ήξερα πως θα ερχόσουν και αν δε σ’ έφερνα, όμως δεν ήθελα να φοβηθώ πως δε θα ερχόσουν. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε παράξενα. - Ναι, εξακολούθησε, να φοβηθώ· χθες βράδυ δε φοβόμουνα, μα σήμερα φοβόμουνα μη φοβηθώ. Ο Στέφανος φαντάστηκε πως θ’ άκουγε πάλι παραμιλητό. - Κι αυτό δεν το ήθελα· γιατί ήθελα και θέλω, Στέφανε, να είμαι ευτυχισμένη, είπε πάλι η Μαρίκα. Ναι, μόνο ευτυχισμένη. Και τον έφερε σιγά σιγά προς τη γωνία που ήταν οι γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας. - Ευτυχισμένη και χαρούμενη σαν τ’ άνθη αυτά, εξακολούθησε και του έδειξε τις κόκκινες τουλίπες που έγερναν σκορπώντας λάμψεις γελούμενες στα πράσινα φυτά και στ’ άλλα παρδαλά φύλλα τριγύρω τους. Καθώς μιλούσε, στο πρόσωπό της έπαιζε όμοια λάμψη. Ήταν χαρούμενο· μα οι ωχροκόκκινες κηλίδες του γύρω στα μήλα φάνηκαν σα ροδόφυλλα του Στέφανου, ροδόφυλλα ζωγραφιστά σα λευκή κέρινη λαμπάδα και του ήταν σα να του στάλαζαν βαθιά μια ανήσυχη μελαγχολία. Αλλά η Μαρίκα γυρίζοντάς τον έξαφνα προς το παράθυρο του έδειξε πάλι τα βυσσινοκόκκινα άνθη στον τοίχο απέναντι. - Και κείνα εκεί! του είπε. Κ’ ενώ κοιτάζαν και οι δυο τ’ άνθη. - Τι μακρύ που είναι φέτος το φθινόπωρο, είπε ξανά. Κ’ έπειτα από μια μικρή σιγή και πάλι: - Ω να μην τέλειωνε ποτέ, ψιθύρισε. Η γιαγιά που ήρθε μέσα, σα να τους ξύπνησε. Καθώς είδε το Στέφανο σταμάτησε, σα να μην περίμενε πως θα τον δει εκεί. Έπειτα τον καλημέρισε· και ξαφνικά: - Η Ευανθία μας ξέχασε, του είπε. - Μας ξέχασε, είπε πάλι σα να μην έβρισκε άλλο τίποτε να πει. Η Μαρίκα γύρισε και την κοίταζε. - Την κράτησε η Κατίγκω, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Και η κυρία Αγλαΐα που έμπαινε: - Κρατούμε και μεις το Στέφανο, είπε. - Ναι, ναι, μαμά, είπε και η Μαρίκα· και ο Στέφανος την είδε πάλι γελαστή. Κ’ έμεινε κ’ έφαγε μαζί τους. Θυμήθηκε πως τον περίμεναν στο σπίτι μόνο όταν ήρθε η κυρία Κατίγκω έπειτα από το μεσημέρι. - Εδώ έμεινες; του είπε μπαίνοντας· τουλάχιστο δεν έστελνες· το ήξερες, είχαμε σούπα! Η Μαρίκα γέλασε· κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω γύρισε και την κοίταξε. - Μαμά, της είπε, εμείς φταίμε· τον κρατήσαμε έξαφνα. - Η μαμά τον κράτησε, πρόσθεσε με μιας. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε φιλικά με την κυρία Αγλαΐα. Και η Ευανθία μπαίνοντας γρήγορα: - Θεία Αγλαΐα, Μαρίκα, ελάτε· στις τρεις μας περιμένουν, φώναξε από την πόρτα. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα· ήταν όλη κόκκινη, το πρόσωπό της και το φόρεμα. - Ελάτε! Και πριν να τη ρωτήσουν «πού;» ξαναφώναξε η Ευανθία: - Θα πάμε στα ιγγλέζικα. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε έξαφνα: - Αστειεύεσαι; - Μα πηγαίνουν; πηγαίνει ο κόσμος καθώς πρέπει; ρώτησε την κυρία Κατίγκω. - Θα είναι η Φιφίκα, έλεγε την ίδια ώρα η Ευανθία, η Μαρίκα όμως μ’ έξαφνο κίνημα: - Αλλά μαμά, πετάχτηκε, δεν είπαμε…; - Ναι, ένεψε η κυρία Αγλαΐα, ενώ η Ευανθία πρόσθετε: - Και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε: - Ο κύριος νομάρχης! - Ναι, ο κύριος νομάρχης, είπε η Ευανθία. Και την κοίταζε σα με χαμόγελο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε μια στιγμή άφωνη· έπειτα είπε: - Δεν μπορούμε, παραγγείλαμε το αμάξι. Η Ευανθία γύρισε απότομα τα μάτια της στο Στέφανο. Ο Στέφανος κοίταζε κάτω. Μα όταν σε λίγο έφυγαν πάλι μόνες η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, η Μαρίκα πρόσεξε πως η Ευανθία βγήκε χωρίς να ρίξει βλέμμα στο Στέφανο. Σταμάτησε και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα είχε σταθεί άφωνη κι αυτή. - Μα τι αστείος, ψιθύρισε έπειτα έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Ο κύριος νομάρχης, ήθελε να πει· μα το ένιωσε και διορθώθηκε γοργά: - Ναι, τι αστείος ο λοχαγός. Κ’ έκαμε να δει το Στέφανο. Μα ο Στέφανος είχε γυρίσει κ’ έβλεπε προς το παράθυρο. [Επεξεργασία] XVI - Πώς χάρηκα! είπε η Ευανθία καθώς κατέβαινε με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε. - Που το μετάνιωσε· την είδες πώς έγινε όταν άκουσε για το νομάρχη; Η κυρία Κατίγκω δε μίλησε. Και σώπασε και η Ευανθία. Έπειτα, καθώς πήγαιναν, η κυρία Κατίγκω την πρόσεξε που ήταν χλωμή. Και όταν έφτασαν στην προκυμαία και περίμεναν, και η κυρία Κατίγκω της έπιασε το χέρι, το ένιωσε κατάψυχρο. - Πάμε στον ήλιο, της ψιθύρισε· κρυώνεις; - Φυσά λιγάκι, είπε η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την ξανακοίταξε σαν ξαφνισμένη· η θάλασσα ήταν ακίνητη, το δειλινό ανέφελο, χλιαρό. Μα δε φαινότανε ούτε η Φιφίκα ούτε ο κύριος νομάρχης. - Δεν έρχονται, είπε η Ευανθία εκεί που περπατούσανε στον ήλιο. - Δεν είναι τρεις ακόμα. - Και τέταρτο, ξαναείπε η Ευανθία κοιτάζοντας την ώρα της. - Πας μπρος, θέλησε να πει η κυρία Κατίγκω, μα βλέποντας την Ευανθία χλωμή και ανήσυχη: - Είσαι αδιάθετη; τη ρώτησε. Η Ευανθία την κοίταξε· μα έπειτα έξαφνα: - Ναι, είπε, πάμε σπίτι. Η κυρία Κατίγκω φώναξε ένα αμάξι. Στο σπίτι που ήρθαν, έμαθαν πως μόλις είχε φύγει ο Στέφανος. - Ήρθε και ρώτησε αν περάσατε από δω, είπε η υπηρέτρια. - Ήτανε μόνος; ρώτησε γοργά η Ευανθία και είχε ξανακοκκινίσει. - Ναι, απάντησε η υπηρέτρια, στη σκάλα ρώτησε· μου φάνηκε πως σταμάτησε στην πόρτα αμάξι. - Ήταν αυτές, είπε η Ευανθία· και όταν έφυγε η υπηρέτρια: Μετάνιωσαν άμα άκουσαν πως θα ερχότανε και ο κύριος νομάρχης. Κ’ έμεινε κοιτάζοντας την κυρία Κατίγκω, σα να περίμενε να πει εκείνη να γυρίσουν πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω βλέποντάς τη που ξαναχλώμιασε: - Έλα, είπε, βγάλε το καπέλο σου και κάθισε. Και φώναξε να φέρουν τσάι. Η Ευανθία έμεινε σαν ξεχασμένη, καθώς την κάθισε η κυρία Κατίγκω στον καναπέ και της σερβίρισε το τσάι. Ώρα πολλή δε μίλησαν και οι δυο. Μια στιγμή μόνο η κυρία Κατίγκω, ενώ καθότανε κοντά της κρατούσε το χέρι της, είπε σιγά: - Να στείλομε για τη νονά; Μα η Ευανθία της ένεψε: όχι· κ’ έμειναν για ώρα πάλι αμίλητες, κοιτάζοντας και οι δυο μπροστά τους σα να είχαν τώρα λησμονηθεί και οι δυο. Έξω ο ήλιος βυθίζοντας στη θάλασσα έβαφε τον ουρανό με χρώμα κίτρινο - ένα κίτρινο όχι χρυσό και αστραφτερό, αλλά χλωμό και άλαμπο σαν ώχρα· το αχνό του αντίφεγγο χτυπούσε κρύο και μελαγχολικό στο τζάμι και χυνόταν ψυχρότερο και πιο θολό στην κάμαρα. Η κυρία Κατίγκω αισθάνθηκε ν’ ανατριχιάζει και φώναξε και άναψαν το τζάκι. Σε λίγο μια φεγγοβολή πήδησε έξαφνα σαν απαλή αστραπή πετώντας κόκκινες θερμές αναλαμπές στους αργυρούς δίσκους και στα κρύσταλλα των τραπεζιών και του μπουφέ μέσα στην κάμαρα. Και όταν γέμισε έπειτα η χλιαρή πνοή της τον αέρα, η Ευανθία ανασηκώθηκε κ’ έπιασε το χέρι της κυρίας Κατίγκως. - Τι ωραία που είναι εδώ, είπε σιγά και ακούμπησε στον ώμο της. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω της χάδευε ελαφρά το μάγουλο: - Ναι, δεν μπορώ πια εκεί· αν ήταν να ξαναπάω εκεί, καλύτερα να φύγω. - Αύριο να φύγω, είπε πάλι κ’ έκρυψε το πρόσωπο στο στήθος της κυρίας Κατίγκως. Η κυρία Κατίγκω ένιωσε πού εκεί. Έσκυψε και τη φίλησε. - Χρυσή μου, ψιθύρισε μονάχα σα να ένιωθε κάτι περισσότερο παρότι είχε πει η Ευανθία. Και σα να μην μπορούσε να πει κάτι περισσότερο κι αυτή: - Χρυσή μου, ξαναψιθύρισε και την έσφιξε στην αγκαλιά της. [Επεξεργασία] XVII Το βράδυ ο Στέφανος τις βρήκε και τις δυο κοντά στο τζάκι. Η κυρία Κατίγκω καθόταν στο σκαμνάκι, η Ευανθία ακουμπούσε στα γόνατά της ξαπλωμένη σ’ ένα δέρμα τίγρης που είχαν φέρει από τη σάλα. Σκυφτή, έριχνε μπρος της μια πασιέντσα. Στο τζάκι ήταν σβησμένη η φλόγα, μα κάτω από το φως της λάμπας έφεγγε ζωηρά το κόκκινό της φόρεμα. Ο Στέφανος στάθηκε πρώτα μια στιγμή, έπειτα κάθισε απέναντί τους. Η Ευανθία δεν κινήθηκε, δεν έσυρε ούτε το πόδι της που απλωμένο έβγαινε κάτω από το φόρεμα· και ο Στέφανος κοίταζε σιωπηλός τα χαρτιά που αράδιαζε η Ευανθία, όταν έξαφνα αυτή σταμάτησε. - Δε βγαίνει, είπε και σήκωσε τα μάτια. - Βγάλε από πάνω, της είπε ο Στέφανος. - Δεν ωφελεί· πρέπει να έβγει μόνη της, είπε η Ευανθία και τον κοίταξε. - Είδες; γύρισε έπειτα προς την κυρία Κατίγκω· ήταν η τρίτη. - Η δεύτερη, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε. - Η τρίτη, ψιθύρισε· όμως ξαναέριξε. Και τώρα βγήκε. - Να, μπράβο! είπε η κυρία Κατίγκω κ’ έκαμε να σηκωθεί. Μα η Ευανθία την κράτησε: - Ήταν αλήθεια η δεύτερη; - Ναι, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία δε μίλησε· έπειτα κοιτάζοντας το Στέφανο: - Κάτι είχαμε βάλει, είπε. Μα ο Στέφανος ρώτησε «τι;» γύρισε αμέσως στην κυρία Κατίγκω και της είπε ξαφνικά: - Μη, μην το πεις! Η κυρία Κατίγκω γέλασε και σηκώθηκε. Η Ευανθία έμεινε όπως ήταν ξαπλωμένη· ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι της απάνω στο σκαμνάκι και κοίταζε μπροστά της. Η κυρία Κατίγκω ήρθε στο Στέφανο· τον κοίταξε σα να ήθελε να του πει κάτι, αλλά σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε μόνο: - Είναι έξω ψύχρα; - Λιγάκι, είπε ο Στέφανος. Είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε και κοίταζε την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε στη φωτιά και καθώς φύσηξε τα ξύλα, μια λάμψη κόκκινη έπαιξε έξαφνα πίσω από την Ευανθία. Του Στέφανου του φάνηκε σα να πετάχτηκε από το φόρεμα της Ευανθίας και από εκεί χτύπησε κ’ έσπασε στο δέρμα της τίγρης όπου ήταν ξαπλωμένη. Οι μαύρες και κίτρινες γραμμές του σπιθίρισαν, και μια στιγμή σα να σάλεψαν. Έπειτα έμειναν πάλι ακίνητες και σκοτεινές. Έλαμπαν μόνο εμπρός του εκεί τα γυάλινα κίτρινα μάτια του κεφαλιού της τίγρης· έλαμπαν και τον κοίταζαν κατάματα. Και η Ευανθία βλέποντάς τον πως κοίταζε κι αυτός εκεί κατάματα σαν ξεχασμένος, κλώτσησε την κεφαλή της τίγρης με το πόδι. Ο Στέφανος ξαφνίστηκε, και η Ευανθία γέλασε. Και τεντώνοντας το πόδι και δείχνοντας το κόκκινο γοβάκι που φορούσε, είπε: - Είδες τι μου χάρισε η θεία Κατίγκω; Ο Στέφανος το κοίταξε. Γνώρισε αμέσως τις κόκκινες βελούδινες παντούφλες που είχε φέρει κάποτε ο ίδιος της κυρίας Κατίγκως. Αλλά και αμέσως θυμήθηκε πως η κυρία Κατίγκω του είχε πει πως ήθελε να τις χαρίσει της Μαρίκας. Και σταμάτησε. - Ωραίες είναι, είπε σα μηχανικά, ενώ τον κοίταζε η Ευανθία. Έπειτα έμειναν πάλι σιωπηλοί. Μα όταν η κυρία Κατίγκω βγήκε από την κάμαρα, η Ευανθία ξαπλωμένη πάντα ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Πήγατε; του είπε ξαφνικά. - Πού; ρώτησε ο Στέφανος. Μα η Ευανθία δεν απάντησε. Τον κοίταξε μονάχα και σώπασε λίγες στιγμές. Μα έπειτα κοιτάζοντάς τον πάλι: - Ξέρεις τι είχα ρίξει στην πασίεντζα; ρώτησε με μιάς· θέλεις να μάθεις; - Ναι, είπε ο Στέφανος, μα η Ευανθία έμεινε πάλι σιωπηλή. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε σαν ξαφνισμένος: - Αν θα φύγω, ψιθύρισε τέλος αργά. - Και τι βγήκε; ρώτησε ο Στέφανος. Η Ευανθία δεν απάντησε· φώναξε μόνο της κυρίας Κατίγκως που έμπαινε πάλι μέσα εκείνη τη στιγμή: - Μην του το πεις, θεία Κατίγκω. Και πετάχτηκε με μιας ορθή όταν είδε πως έμπαινε μαζί και ο κύριος Γιάγκος. - Ωραία, ανάψατε φωτιά, είπε ο κύριος Γιάγκος αφού τη χαιρέτησε. Έτριψε τα χέρια και ήρθε και κάθισε κοντά. Είχε κερδίσει πάλι απόψε τον κύριο νομάρχη και ήταν χαρούμενος. Γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα στο τραπέζι που καθίσαν έπειτα. Και η κυρία Κατίγκω δεν ήταν μελαγχολική, και ο Στέφανος μιλούσε καθισμένος απέναντι στην Ευανθία. Έπειτα, όταν ο κύριος Γιάγκος με το Στέφανο έπαιζαν την παρτίδα τους στο ντόμινο, η κυρία Κατίγκω και η Ευανθία κάθισαν κοντά τους και κοίταζαν. Όταν τελείωσαν το ντόμινο, ο Στέφανος τους έκαμε κάποια παιγνίδια με τα χαρτιά της τράπουλας. Η Ευανθία τον κοίταζε στα χέρια και ζητούσε να μαντέψει πώς τους ξεγελούσε. Και μια στιγμή εκεί που ο Στέφανος της έδινε στο χέρι τα χαρτιά και άγγιξαν τα δάχτυλά τους, η Ευανθία δεν τράβηξε το χέρι αμέσως. Έμεινε και τον κοίταζε στα μάτια. Μα έπειτα σηκώθηκε με μιάς ο Στέφανος· καληνύχτισε και βγήκε. - Πάει στη λέσχη, ψιθύρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω. - Α μπα, πάει κάτω να εργαστεί, είπε η κυρία Κατίγκω χωρίς να πιστεύει ό, τι είπε. Ο Στέφανος πήγε στη λέσχη. Το ένιωσε μόνο όταν μπήκε μέσα και είδε πως του ένεψε ο κύριος νομάρχης. Σκυμμένος στην κορυφή του πράσινου μεγάλου τραπεζιού ο κύριος νομάρχης είχε μπροστά του σωρούς τα κόκκινα και λευκά κόκκαλα· ο λοχαγός είχε καθίσει απάνω στο τραπέζι και κουνώντας το πόδι του βροντούσε το σπιρούνι στη γωνία του τραπεζιού· το βροντούσε σα με ρυθμό και σφύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε ορθός αντίκρυ και άκουσε σα να ήθελε να πιάσει το ρυθμό. Έπειτα πρόσεξε πώς γυάλιζε το φως στα δόντια και στο μονόκλ του λοχαγού και πώς χτυπούσε στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη και σταματούσε κει με ακτίνες πράσινες. Και κει θυμήθηκε πως είχε σταματήσει κι αυτός πρωτύτερα αντίκρυ σ’ ένα φως που έφεγγε σ’ ένα παράθυρο. Είχε κινήσει και πήγαινε να δει το φως, είδε όμως το φως ακίνητο πίσω από το κλεισμένο τζάμι και σταμάτησε. Δεν ένιωθε γιατί, όμως σταμάτησε· και κοίταζε σα να ήθελε να δει αν έκαιε πράγματι φως μέσα στην κάμαρα ή ήταν μόνο αντίφεγγο που έσπαζε από κάπου απέναντι. Έπειτα κοίταζε σα να ζητούσε να βρει τι χρώμα είχε το φως· έπειτα είδε πως το φως ήταν μακριά. Και είδε πως ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος κ’ αισθάνθηκε μια κρύα πνοή να πνέει από τη θάλασσα. Η μικρή πλατεία όπου είχε σταθεί ήταν έρημη, μα οι κορμοί των κοντών δέντρων του φάνηκαν σα ζωντανές παράξενες μαύρες μορφές που ήθελαν να κινηθούν. Ο Στέφανος δεν έβλεπε τα φύλλα, μα τα αισθάνθηκε πως έτρεμαν σα ν’ ανατρίχιαζαν στην κρύα πνοή της θάλασσας. Και δε γύρισε στη θάλασσα. Γύρισε πίσω. Στην προκυμαία έφεγγαν τα φώτα και οι άνθρωποι πηγαινοερχόντανε. Χαιρέτησε δυο τρεις· και βρέθηκε στη λέσχη έξαφνα. Και τώρα έμενε ορθός και κοίταζε τις πράσινες ακτίνες στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Έπειτα ξανακοίταξε το λοχαγό, έπειτα το παιχνίδι· έπειτα κάθισε με μιάς και ο ίδιος κ’ έπαιξε. Όταν γύρισε σπίτι, είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ανέβηκε στα δάχτυλα τη σκάλα για αν μην ξυπνήσουνε στο σπίτι. Μα καθώς έμπαινε στο διάδρομο, σταμάτησε· μια θαμπόλευκη μορφή που σάλεψε μπροστά του τον σταμάτησε. Τινάχτηκε όταν τον πλησίασε η μορφή, μα γνώρισε αμέσως τη φωνή που του ψιθύρισε: - Ήσουν στη λέσχη; - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Έπαιζες; -Ναι, είπε πάλι ο Στέφανος. - Και γω περίμενα. Ο Στέφανος ξαναξαφνίστηκε. Είδε με μιας μπροστά του το φωτισμένο παράθυρο, όπου απέναντι είχε σταθεί πρωτύτερα και κοίταζε. Μα η φωνή κοντά του τον ξαναξύπνησε: - Για να σου πω τι βγήκε. - Τι βγήκε; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Πως δε θα φύγω, είπε η φωνή, και ο Στέφανος είχε ξυπνήσει ολότελα. Αλλά δε μίλησε. Έμεινε ακίνητος· μα σα κίνησε μόνο τα χέρια προς τη μορφή που σάλεψε και κείνη προς τα πίσω, προς την πόρτα όπου στεκότανε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος λίγες στιγμές ακόμα, έπειτα όμως έφυγε αμέσως μέσα προς το διάδρομο πριν ανοίξει καλά η πόρτα πίσω και δει καλύτερα στο φως που χύθηκε από μέσα ποια ήταν η μορφή. [Επεξεργασία] XVIII Έφυγε, σα να φοβήθηκε να δει. Και το πρωί πάλι φοβήθηκε να δει. Φώναξε και του έφεραν στην κάμαρά του τον καφέ και κατέβηκε αμέσως κάτω στο γραφείο. Όταν τελείωσε, τράβηξε ίσια στης Μαρίκας. Τη βρήκε που καθότανε στην κάμαρα με τη γιαγιά, μα είδε αμέσως πως ήταν φοβερά χλωμή. Δεν τόλμησε να τη ρωτήσει. Κάθισε μόνο και μιλούσε πράγματα αδιάφορα με αυτή και τη γιαγιά. Μα όταν έξαφνα τον ρώτησε η γιαγιά αν θα έρθει η Ευανθία, και της απάντησε: «Δεν ξέρω, δεν την είδα σήμερα», είδε πως η Μαρίκα έστρεψε αλλού το βλέμμα. Έμεινε μια στιγμή σα συγχυσμένος. Μα όταν έφυγε η γιαγιά κ’ έμειναν μόνοι, πλησίασε πρώτος τη Μαρίκα. - Κάθισες ψες αργά; τη ρώτησε. - Όχι, κοιμήθηκα νωρίς, απάντησε ήσυχα η Μαρίκα. - Μα το παράθυρο είχε φως αργά. Η Μαρίκα τον κοίταξε. - Τι ήρθες; περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα ψιθύρισε, ήσυχα πάλι: - Το ξέχασα αναμμένο. Ο Στέφανος της έπεισε με μιας και τα δυο χέρια: - Ω Μαρίκα, ω Μαρίκα! Κ’ ενώ η Μαρίκα τον κοίταζε ατάραχη: - Δεν ξέρεις τι είσαι για μένα, ξέσπασε ξαφνικά και της γέμισε φιλιά τα χέρια. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ όλη νύχτα, εξακολούθησε, όλη τη νύχτα είχα τα μάτια σου μπροστά μου… Και έλεγε αλήθεια. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν πράγματι όλη τη νύχτα μπροστά στο Στέφανο. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα είχε μπροστά του την πόρτα που άνοιξε έξαφνα στο φως του καντηλιού και φώτισε μια λευκή μορφή που έμεινε ορθή με απλωμένα χέρια πίσω του --- αλλά τα χέρια αυτά, παράξενο! τα γνώριζε, ήταν τα χέρια της Μαρίκας. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα έβλεπε μπρος του δυο μάτια υγρά και φωτεινά που τον κοιτάζαν ενώ έφευγε --- αλλά, παράξενο! τα μάτια αυτά ήταν τα μάτια της Μαρίκας. Στιγμές στιγμές δυο κόκκινα σημάδια έφεγγαν κάτω στο πάτωμα σα βελουδένια, έλαμπαν εμπρός στ’ αγρυπνισμένα μάτια του σαν άλικα μεγάλα ρόδα που έπλεαν σε πρωινά νερά, και απάνωθέ τους έτρεμε κάτι θαμπόλευκο, κυματιστό και σαν αέρινο· στιγμές πάλι το άσπρο αυτό γινόταν κόκκινο, άλλαζε σε κρεμεζί, σε ρουμπινί κ’ έλαμπε μπρος του ζωηρά σα φλόγα, μια φλόγα που έφεγγαν μέσα της δυο μάτια --- αλλά τα μάτια ήταν της Μαρίκας. Ύστερα πάλι ξαναέσβηνε το κόκκινο σιγά σιγά, ξαναγινόταν άχνα αγανή, λευκός αφρός που έλιωνε σ’ ένα γιαλό, γινόταν αέρας διάφανος και φως που έπαιζε κ’ έτρεμε κ’ έφευγε και γλιστρούσε απάνω από μια θάλασσα άπειρη. Μια θάλασσα…. Και ο Στέφανος είδε τους σκοτεινούς κύκλους ξανά να του γεμίζουνε τη θάλασσα. Ήταν σα να ήθελαν οι κύκλοι αυτοί να σβήσουν τα μάτια της Μαρίκας που έφεγγαν μέσα από τη θάλασσα --- τα μάτια της Μαρίκας που ανοίγονταν τώρα μπροστά του εκεί μεγάλα ολόμαυρα και μελαγχολικά μέσα στους βαθουλούς μεγάλους κύκλους γύρω τους. Ο Στέφανος τα κοίταζε. Ήταν κρύα και σκοτεινά, σαν τη συννεφιασμένη θάλασσα, κ’ έβλεπαν εμπρός τους ασάλευτα και καρφωμένα, σα να ζητούσανε να σκίσουν τη σταχτερή άχνα μακριά, σα να γυρεύαν να βυθίσουν πέρα από αυτή μέσα στο χλωμό φως μακρύτερα, στο φως που κάτι σαν αντίφεγγό του έτρεμε κιτρινωπά κ’ έπαιζε θλιβερά στις κόρες τους. - Τα μάτια σου, θέλησε να ξαναπει ο Στέφανος, μα η ψυχρή και άφεγγη λάμψη τους τον πάγωσε. Και ψιθύρισε, σα να ξυπνούσε ξαφνικά: - Μαρίκα, τι έπαθες, τι έχεις; Αλλά η Μαρίκα έριξε το βλέμμα κ’ έμεινε άφωνη και ακίνητη. - Μαρίκα, ξαναψιθύρισε ο Στέφανος· μα έπειτα έμεινε άφωνος κι αυτός. Έγινε μερικές στιγμές σιγή στην κάμαρα· μια σιγή ανήσυχη. Και όσο βαστούσε αυτή, ο Στέφανος είχε το αίσθημα πως έπεφτε αργά σιγά κάτι σα σταχτερή βαριά κουρτίνα ανάμεσά τους. Μα εκεί, ενώ ο Στέφανος κρατούσε πάντα τα χέρια της, η Μαρίκα σήκωσε πάλι τα μάτια: - Ήρθες, αλήθεια, χτες βράδυ; ρώτησε κοιτάζοντάς τον έξαφνα. - Ναι, ήρθα, είπε ο Στέφανος. Αλλά σταμάτησε. - Ήρθα και κοίταζα το φως και πρόσμενα, είπε αμέσως έπειτα. Μα ξανασώπασε, σα να μην είχε να πει άλλο τίποτε. Έμειναν και κοιτάζονταν. Έπειτα σηκώθηκαν και περπάτησαν μαζί μέσα στην κάμαρα. Κ’ ενώ στάθηκαν μπροστά στις γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας, όπου οι τουλίπες έφεγγαν ολοκόκκινες στον ήλιο που έπεφτε απάνω τους από το παράθυρο, η Μαρίκα αφήνοντας το χέρι της να πέσει σαν άψυχο μέσα στο χέρι του Στέφανου, είπε σιγά: - Δεν ξέρω, μα δεν είμαι --- δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένη. Και η ματιά της ξαναπήρε το ωχρό και άφεγγο χρώμα που είχε παγώσει πρωτύτερα το Στέφανο. [Επεξεργασία] ΧΙΧ Ο Στέφανος ήρθε σιωπηλός στο σπίτι. Η κυρία Κατίγκω είδε το σύννεφο στο πρόσωπό του και τον πλησίασε και τον ρώτησε: - Είναι αδιάθετη η Μαρίκα; - Όχι, καλά είναι, απάντησε ο Στέφανος κ’ έμεινε πάλι σιωπηλός. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε και τον κοίταζε ενώ έμπαινε η Ευανθία. Ερχόταν γρήγορα, μα όταν είδε το Στέφανο σταμάτησε. Καθώς μπήκε, το φόρεμά της πέταξε λάμψεις κόκκινες στον ήλιο που γέμιζε την κάμαρα. Στάθηκε μια στιγμή· έπειτα πλησιάζοντας σιγά την κυρία Κατίγκω είπε: - Η γιαγιά παράγγειλε να πάμε. - Πηγαίνομε, απάντησε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε: - Αλλά δεν είπαμε θα έρθει η Φιφίκα; - Α ναι, το ξέχασα. Η κυρία Κατίγκω φαινόταν πράγματι σαν ξεχασμένη. - Της παραγγέλνομε --- ή πάμε στη νονά αργά, είπε ύστερα. - Α, όχι στη γιαγιά αργά· θα με κρατήσει, έσκυψε και είπε σιγαλότερα η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την έσυρε κοντά της και τη χάδεψε. Ο Στέφανος καθώς την κοίταξε είδε που ξαναέλαμψε το φόρεμά της. Και είδε πως φορούσε τα κόκκινα βελούδινα γοβάκια. Σα να γέμισε όλη η κάμαρα με ρόδα κόκκινα, τα ρόδα που έπλεαν οληνύχτα εμπρός του στα πρωινά νερά --- γύρισε αλλού κ’ έκαμε κίνημα σα να ήθελε να φύγει. Μα η Ευανθία τον πλησίασε. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω είχε γυρίσει και κάτι έσιαζε στην κάμαρα και ύστερα βγήκε, η Ευανθία στάθηκε μπροστά του ορθή και βλέποντάς τον κατάματα έκαμε κάτι να του πει. Αλλά έξαφνα σταμάτησε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος και κοιτάχτηκαν μια στιγμή και οι δυο σαν ξαφνιασμένοι. Μα ευθύς η Ευανθία: - Ξέρεις, του είπε, η Φιφίκα θα πάρει το λοχαγό. Το είπε σα να ήταν αυτό που είχε να πει. Αλλά και ο Στέφανος, σα να είχε νιώσει: - Το ξέρω, είπε με τόνο αδιάφορο και σαν ξερό. Η Ευανθία κοκκίνησε όλη. Και γύρισε αμέσως μ’ ένα τίναγμα, σα να είχε αγγίξει κάπου με το χέρι και κάηκε έξαφνα. Και καθώς ξαναέμπαινε η κυρία Κατίγκω μέσα, πήγε ίσια απάνω της: - Θεία Κατίγκω, ο Στέφανος θέλει να φύγω, είπε και σταμάτησε μπροστά της. Και θέλησε να κρύψει μ’ ένα χαμόγελο κάποιο τρεμούλιασμα που είχε η φωνή της. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε σαν ξαφνιασμένη. Ο Στέφανος έμεινε συγχυσμένος μια στιγμή. Έπειτα βλέποντας πως η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε περίεργα. - Αηδίες, ψιθύρισε σιγά. - Αστεία, είπε πάλι δυνατότερα και βημάτισε στην κάμαρα, ενώ η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία κοντά της και την ακούμπησε στον ώμο της. Μα όταν ο Στέφανος πήγε έπειτα και κάθισε στην άκρη, η Ευανθία ήρθε και ξαναστάθηκε μπροστά του και γελούσε. - Αλλά, Ευανθία, έκαμε να της πει, μα η Ευανθία αφού περίμενε και ξαναβγήκε έξω η κυρία Κατίγκω: - Δε λες αλήθεια, του είπε σφυριχτά, σα μέσα από τα δόντια. - Αλλά, Ευανθία, θέλησε να ψιθυρίσει πάλι ο Στέφανος, μα η Ευανθία τον έκοψε μα μιάς: - Ναι, ναι - δε μου έταξες να έρθεις μαζί στα ιγγλέζικα; Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος χαμήλωσε το βλέμμα. Όταν το ξανασήκωσε, η Ευανθία δε γελούσε· τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα, μεγάλα, μα άλαμπα και ωχρά. Τα μάτια δεν είχαν σκοτεινούς μεγάλους κύκλους γύρω τους, τα μάγουλα όμως ήταν χλωμά. Και όταν ο ήλιος δοκίμασε να παίξει πάλι στο κόκκινο το φόρεμα, δε γέμισε την κάμαρα με ρόδα πορφυρά· κίτρινα ρόδα ωχρά σκορπίστηκαν μπροστά στο Στέφανο καθώς κοίταζε την Ευανθία. Κ’ ενώ την κοίταζε, ξαφνικά με μια φωνή που δεν τη γνώρισε και ο ίδιος: - Ευανθία, ψιθύρισε σιγά και άπλωσε τα χέρια εμπρός. Μα έπειτα, πάλι σιγά, τα έσυρε πίσω κ’ έγειρε σ’ αυτά το μέτωπο. Η Ευανθία έκαμε να σκύψει. Αλλά δεν έσκυψε· έφερε μόνο το χέρι στα μαλλιά του και τα χάδεψε· απαλά. [Επεξεργασία] ΧΧ - Πήγαν χτες; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος δεν ένιωσε, και η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια από το κέντημά της και πρόσθεσε: - Στα ιγγλέζικα. - Δεν ξέρω --- δε ρώτησα, είπε ο Στέφανος. Μα η Μαρίκα έμεινε σκυμμένη στο δικό της κέντημα. Και ξανασώπασαν. Έπειτα η κυρία Αγλαΐα ξαναείπε έξαφνα: - Ο κύριος νομάρχης σα να νοστιμεύεται την Πρίφτη. Κ’ ενώ ούτε ο Στέφανος ούτε η Μαρίκα μίλησαν: - Να δούμε πώς θα τη μοιράσουν με το λοχαγό, είπε πάλι. Και γυρνώντας στο Στέφανο: - Η μητέρα σου τι λέει; ρώτησε. Ο Στέφανος σήκωσε τους ώμους. - Και το παιγνίδι του ταξιδιού τι να σημαίνει; Και η κυρία Αγλαΐα γέλασε. Έπειτα μίλησε πάλι για τον κύριο νομάρχη: - Τον είχαμε στη νομαρχία. Ήταν καλός υπάλληλος. Ο μπαμπάς σου τον συμπαθούσε, είπε της Μαρίκας που την κοίταζε κείνη τη στιγμή. ΄Επειτα έφερε την ομιλία στη νομαρχία. - Κάθε Παρασκευή δίναμε τσάι εμείς, κάθε Δευτέρα ο Άγγλος πρόξενος· έπειτα αλλάξαμε, το κάναμε Τετάρτη· να δεις γιατί. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε το κέντημα και συλλογίστηκε. - Α ναι, είπε έπειτα, κάθε Παρασκευή είχα συμβούλιο στο σύλλογο των κυριών· την Τρίτη στην εταιρία των εργοχείρων που ήμουν πρόεδρος. - Ναι, μου διηγηθήκατε, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα ξανασκύβοντας στο κέντημά της: - Τότε η νομαρχία είχε μεγάλη δικαιοδοσία, ψιθύρισε, τότε ήταν κατιτί να είναι κανείς νομάρχης. Ο Στέφανος συμφώνησε. - Μα οπωσδήποτε ένας νομάρχης είναι καλύτερος από το λοχαγό, είπε πάλι έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Και γυρίζοντας έξαφνα πάλι στη Μαρίκα: - Τι άσχημο που ήταν το φόρεμα της Πρίφτη· και το καπέλο με τα κίτρινα φτερά. Αλλά η Μαρίκα σα να μην πρόσεχε· κίνησε μόνο το κεφάλι και κοίταζε μπροστά της. Και ο Στέφανος γύρισε και είδε πως η Μαρίκα δεν κοίταζε ούτε στο κέντημα που είχε στα χέρια· κοίταζε πέρα στον ήλιο που βασίλευε. Ο Στέφανος περίμενε όσο που σώπασε η κυρία Αγλαΐα. Σηκώθηκε ύστερα σιγά και πήγε στο παράθυρο. Νέφη μικρά είχαν σωριαστή κομματιαστά κ’ έφεγγαν κοκκινωπά σα σφυροκοπημένες χάλκινες πλάκες στην άκρη του ουρανού, που από κάτω του έπαιζε αστραφτερή στο βάθος στενή γραμμή μονάχα η θάλασσα. Αντίκρυ το ορθόβραχο υψωνόταν ήσυχο, βαμμένο απαλό χρώμα γιουλί και διάφανο. Ο Στέφανος έμενε ορθός εκεί και κοίταζε. Πίσω η κυρία Αγλαΐα κάτι ξαναψιθύρισε, μα ο Στέφανος ούτε την άκουσε. Και δεν την άκουσε ούτε όταν έφυγε· άκουσε μόνο το βήμα της Μαρίκας που τον πλησίασε σιγά και στάθηκε κοντά του και κοίταζε κι αυτή. Μα τα χαλκοβαμμένα σύννεφα είχαν σκορπίσει· απλώθηκαν στη θέση τους βαθιόμαβες στενές λουρίδες που έλιωναν σιγά σιγά σε καταχνιά βιολέτινη, βαθιά, μουντά βιολέτινη. Μονάχα το ορθόβραχο βουνό έμενε αντίκρυ τους μενεξελί, θολότερο, σκουρότερο, μα ακόμα φωτεινό και διάφανο. Στέκονταν και οι δυο και κοίταζαν. Κοίταζαν πώς σκούραινε ολοένα το βουνό, πώς η ομίχλη πέρα γινότανε πιο σταχτερή και πώς κάτω μακριά σκοτείνιαζε η γραμμή της θάλασσας. Έξω είχε σβήσει στον αέρα κάθε αναλαμπή, κ’ ένα θολό μισόφωτο έτρεμε μέσα στην κάμαρα όταν γύρισαν κ’ έκαμαν να σαλέψουν από το παράθυρο. Μα εκεί έξαφνα πήδησε μπρος τους η Ευανθία και τους σταμάτησε στη θέση τους. - Μαρίκα, φώναξε, λοιπόν θα πάμε το πρωί; Μου το παράγγειλε η γιαγιά. - Θα πάμε, ναι, απάντησε η Μαρίκα. Και η Ευανθία που είδε το Στέφανο που κοίταξε σα να μην ένιωθε: - Στην εκκλησίτσα· τι, δεν ξέρεις; γύρισε σ’ αυτόν. - Δεν του το είπες; είπε πάλι της Μαρίκας. - Ναι, το λησμόνησα, απάντησε η Μαρίκα. - Μα εσύ το ήθελες, λέει η γιαγιά, και το έταξε να την ανοίξει. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, εγώ, ένεψε ύστερα κ’ έριξε μπροστά της μια ματιά, που χάθηκε στη σκοτεινιά που έπεφτε στην κάμαρα. Για το Στέφανο μόνο δε χάθηκε· την είχε εμπρός του όλη την ώρα έπειτα εκεί που γύριζε στο σπίτι βαδίζοντας σκυφτός κοντά στη θάλασσα. [Επεξεργασία] ΧΧΙ Ο παπάς τελείωνε τη λειτουργία στο εξωκλήσι της ακρογιαλιάς όταν σταμάτησε στην πόρτα του το αμάξι με την Ευανθία, το Στέφανο και την κυρία Κατίγκω. Ήρθαν αργά γιατί και ο Στέφανος και η Ευανθία άργησαν να ετοιμαστούν. Έπειτα η κυρία Κατίγκω θυμήθηκε στο δρόμο πως δεν είχε αφήσει της μαγείρισσας βούτυρο για το ραβανί, που είχε ζητήσει ο κύριος Γιάγκος για το μεσημέρι. - Δεν μπορώ· ο πατέρας σου το περιμένει, είπε στο Στέφανο η κυρία Κατίγκω. Έπρεπε να γυρίσουν. Στην εκκλησία ήταν μονάχες η γιαγιά με τη Μαρίκα. Η κυρία Αγλαΐα, όταν πήγαν να την ξυπνήσουν, δεν μπόρεσε να σηκωθεί. - Στη νομαρχία δεν ανοίγαμε εξωκλήσια, είπε της Μαρίκας, αλλά η Μαρίκα είπε μόνο της γιαγιάς: - Η μαμά έχει πονοκέφαλο. Και ήρθε πρωί πρωί μαζί της. Το πρωί ήταν ψυχρό και υγρό, τα δέντρα νοτισμένα, και κάτω στο ακρογιάλι απλώνονταν ωχρόσκουρες λουρίδες καταχνιάς. Η γιαγιά είχε ταμένο να πάνε με τα πόδια, και η Μαρίκα τυλίχτηκε στο επανωφόρι της κα βάδιζε. Καθώς περνούσαν κάτω από τα δέντρα δεν έβλεπε τον ίσκιο της, μα όταν βγήκανε στο λόφο τον ξαναείδε που σερνόταν σταχτερός κοντά στο μαύρο της γιαγιάς. Νόμιζε πως ερχόταν η ίδια πίσω και τον έβλεπε. Κατέβαιναν το λόφο μόνες· δεν περνούσε γύρω τους κανείς και δε μιλούσαν και οι δυο. - Κουράστηκες; ρώτησε μόνο μια στιγμή η γιαγιά. - Όχι, της ένεψε η Μαρίκα. - Όχι γιαγιά, της ξαναείπε και κατέβηκαν πάλι το λόφο σιωπηλές. Στο ακροθαλάσσι κάτω άσπριζε το εκκλησιδάκι μες στα πεύκα και παραμπρός του υψώνονταν δυο κυπαρίσσια ορθά, σταχτερά μες στο θολό πρωί. Σε λίγο όμως η Μαρίκα στάθηκε. - Κουράστηκες; την ξαναρώτησε η γιαγιά. Αλλά η Μαρίκα δεν απάντησε. Κοίταξε μόνο πίσω σα να ήθελε να δει αν είχε σταματήσει ο ίσκιος της. - Όχι, γιαγιά, είπε τότε και κοίταξε πάλι μπροστά της κάτω. Η καταχνιά είχε συρθεί, είχε απλωθεί πιο χαμηλά στη θάλασσα. - Όχι, γιαγιά, είπε ξανά και ξανακίνησε. Τα κυπαρίσσια υψώνονταν μπροστά τους κάτω πάντα σταχτιά και ασάλευτα. Όταν τα έφτασαν και πέρασαν κοντά τους, η Μαρίκα άκουσε που ψιθύριζαν στους κλώνους τους πρωινά πουλιά. Μα δε σταμάτησε· μπήκε στην εκκλησία μαζί με τη γιαγιά. Και όταν ήρθαν έπειτα η Ευανθία και ο Στέφανος, είδαν τη σταχτερή μορφή της ορθή σκυφτή και χαμένη μέσα στο αχνό γαλάζιο νέφος του λιβανιού που γέμιζε την εκκλησία. Γύρισαν άθελα και κοιταχτήκαν καθώς στάθηκαν πίσω της, ενώ η κυρία Κατίγκω πήγε στο πλάι της γιαγιάς. Η Μαρίκα φάνηκε πως τους ένιωσε, μα δεν κινήθηκε. ΄Εμειναν μερικές στιγμές σκυφτοί και οι δυο. Έπειτα η Ευανθία έδειξε του Στέφανου τον ψάλτη. Καθώς έμπαιναν πρωτύτερα της χτύπησε ευθύς στα μάτια η χοντρή κόκκινη μύτη του· και γέλασε. Μα η κυρία Κατίγκω της ένεψε και σώπασε. Και τώρα την έδειξε πάλι στο Στέφανο. Έπειτα τον σκούντησε πάλι να προσέξει πως ο ψάλτης έψελνε κλαυτά σα να νιαούριζε. - Ναι, της είπε ο Στέφανος και ξαναγύρισε πάλι το βλέμμα εμπρός του. Η Μαρίκα έμενε πάντα σκυφτή στην ίδια θέση. Είχε σταθεί κοντά στο μανουάλι που έκαιαν τα κεριά· στη μέση μια λευκή ψηλή λαμπάδα, γύρω μικρότερα λευκά και κίτρινα κεριά. Ο Στέφανος έριξε κει μια ματιά· η λαμπάδα είχε μισοκαεί, είχε λυγίσει, αλλά δεν έσταζε κάτω στις πλάκες, όπως τα κίτρινα μικρά κεριά. Όταν τα κεριά έγερναν ή έλιωναν, πήγαινε και τα σήκωνε ή τα έσβηνε η γιαγιά· όσο που έσβησαν όλα κ’ έμεινε κ’ έκαιε η λαμπάδα μόνη. Έκαιε κ’ έλιωνε χωρίς να στάζει, και ο Στέφανος την κοίταζε πως έκαιε και φωτούσε χλωμά το μαυρισμένο τέμπλο, που χρυσογλυμμένο κάποτε, τώρα κοκκίνιζε θαμπά και ξέθωρα στην κίτρινη αχνή λάμψη των καντηλιών που κρέμονταν μπρος στις εικόνες του. Η Ωραία Πύλη, ανοιγμένη εκείνη τη στιγμή, έδειχνε το ιερό βαθιά με φως θαμπότερο· ο παπάς σάλευε μέσα αόριστη σκιά και ο Στέφανος κοίταζε τώρα εκεί περίεργα σα να έβλεπε κάτι που ήξερε πως το είχε ξαναδεί, αλλά και του φαινόταν πως τώρα το πρωτοέβλεπε. Ο ψάλτης όμως στο πλευρό του μουρμούριζε κλαυτά, μουρμούριζε ενοχλητικά· και ο παπάς καθώς κινούσε μέσα στο θαμπό φως τα χέρια κ’ έσκυβε και ξανασήκωνε και ξαναέσκυβε το σώμα και κινούσε κάτι εμπρός του σα να το άπλωνε, σα να το τίναζε, του έκαμε έξαφνα μια εντύπωση σαν κωμική. Αλλά δε γέλασε, αν κ’ ένιωσε την Ευανθία που γελούσε πλάι του. Δε γέλασε, γιατί μια λάμψη κινήθηκε μες στο ιερό. Και είδε πως η Μαρίκα σήκωσε έξαφνα το πρόσωπο· το σήκωσε και κοίταξε σα να είχε πέσει η λάμψη απάνω της. Την ώρα αυτή ύψωνε κι ο ψάλτης τη φωνή και ο παπάς απλώνοντας το χέρι έσυρε το παραπέτασμα, σα να έφραζε τα άδυτο από τα βλέμματα του Στέφανου. Ο Στέφανος δεν έκαμε να κινηθεί. Άκουσε μόνο πως ο ψάλτης κάτι ξαναψιθύρισε σιγά και ο παπάς απάντησε κρυμμένος τώρα στα βάθη του ιερού. Έγινε για στιγμές σιγή και όλοι έσκυψαν το μέτωπο. Ο Στέφανος ένιωσε πως το έσκυψε κι αυτός. Όταν το ξανασήκωσε είδε κοντά του γονατισμένη τη γιαγιά και πλάι της σκυφτή και την κυρία Κατίγκω. Μα η Μαρίκα εμπρός του ήταν χαμένη. Ο παπάς είχε έβγει εμπρός στην πύλη και θυμιάτιζε, και ο καπνός του λιβανιού έπεσε πυκνό σύννεφο απάνω της και τη σκέπασε, την έκρυψε. Μα εμπρός στο σύννεφο του λιβανιού έλαμψε φωτεινά μ’ ένα φανταστικό παιγνιδιστό αντιφέγγισμα το φόρεμα της Ευανθίας. Ήταν πράσινο, αλλά εμπρός στο Στέφανο έπαιξε πορφυρό, ρόδινα πράσινο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια ευθύς, σα να μην ήθελε να δει· γύρισε κ’ έβλεπε στο τέμπλο εμπρός του. Ξυσμένη, μαυρισμένη στην παλιά κορνίζα της ήταν εκεί η μητέρα του θεού. Μισόσβηστο το πρόσωπό της, και το φόρεμα ξεθωριασμένο· άσβηστη έμενε μόνο η όψη του παιδιού με το χαμόγελο στα χείλη και τα μεγάλα μάτια του. Στο χέρι του μόλις ξεχώριζε πια η σφαίρα που κρατούσε το παιδί, μα κάτω κάτω στην εικόνα έμενε αμαύριστο το πόδι της μητέρας που πρόβαλε από το ξεβαμμένο μπλάβο φόρεμα, και φαινόνταν ζωηρά τα ξεπεταγμένα μάτια και τα κόκκινα γλωσσίδια του φιδιού που συντριβόταν κάτω από το πόδι, πατημένο με το μεγάλο δάχτυλο. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί έμεινε στιγμές πολλές βλέποντας την εικόνα αυτή. Όταν έστρεψε, η Ευανθία τον κοίταζε παράξενα. Το φόρεμά της δεν έλαμψε τώρα μπροστά του πράσινο· είδε μόνο το πρόσωπό της πορφυρό καθώς αντίκρυσε τα μάτια της. Και σα να αισθάνθηκε κάτι με μιάς, ο Στέφανος πήρε και πάλι ευθύς το βλέμμα του. Από το τέμπλο, από την κορυφή ψηλά της Πύλης είδε ένα μάτι που τον κοίταζε· ένα μάτι όχι από πρόσωπο, μα μόνο από μια κόχη ενός ματιού. Ξεβαμμένο, θαμπό κι αυτό όπως το τέμπλο, όμως ο Στέφανος το είδε φωτεινό, ζωηρό το είδε στυλωμένο απάνω του. Κ’ έστρεψε μπρος του· η Μαρίκα φάνηκε μέσα στο σύννεφο του λιβανιού γονατιστή. Κ’ έξαφνα αισθάνθηκε και ο ίδιος κάτι σα λύγισμα στα γόνατα. Μα η γιαγιά και η κυρία Κατίγκω είχαν σηκωθεί, και το σύννεφο του λιβανιού είχε σκορπίσει ολόγυρα από τη Μαρίκα. Την είδε που στεκόταν πάλι ορθή και ακίνητη, κ’ έμενε ακίνητος κι αυτός με τα μάτια απάνω της. Όσο που ξαναγύρισε η Ευανθία πάλι· της ξαναέπεσε στο βλέμμα η κωμική μορφή του ψάλτη που έλεγε τώρα γοργά και βιαστικά το τελευταίο τροπάρι του. Και γύρισε στο Στέφανο για να γελάσει. Και γέλασε. Μα ο Στέφανος δεν πρόσεξε. Μπροστά του είχε η Μαρίκα κινηθεί· κινήθηκε ένα βήμα εμπρός κ’ έμεινε κει με το κεφάλι ορθό, μα έπειτα ξαναπροχώρησε ίσια στην Πύλη όπου είχε έβγει και στάθηκε ο παπάς κρατώντας το δισκοπότηρο στο χέρι. Ο ψάλτης μουρμούριζε κοντά στο Στέφανο, μουρμούριζε κλαυτά, ενοχλητικά, μα ο Στέφανος δεν άκουε. Έβλεπε τη Μαρίκα που είχε ανέβη ένα σκαλί κ’ έσκυψε πάλι εκεί το πρόσωπο και πρόσμενε. Πρώτη κοινώνησε η γιαγιά, η Μαρίκα έπειτα. Ο Στέφανος την είδε πως πλησίασε τα χείλη της αργά και τ’ άνοιξε σιγά· και κύκλοι κίτρινοι πολλοί, χλωμοί απλώθηκαν εκεί τριγύρω της στα μάτια του. Όταν έσβησαν, είδε πως η ψηλή λευκή λαμπάδα έκαιε ακόμη στο μανουάλι πίσω της. Στάθηκε και την κοίταζε που έκαιε· έκαιε σα γερμένη απάνω της. ………. Άμα βγήκαν έξω, το βλέμμα της Μαρίκας είχε μια λάμψη αλλιώτικη. Μα όταν πλησίασε το Στέφανο, ο Στέφανος σα να είχε καρφωθεί στη θέση του· η Μαρίκα, ορθή μπροστά του, τυλιγμένη στο σταχτί επανωφόρι της, του ήταν σαν άλλη. Πίσω της υψώνονταν στο σταχτερό ουρανό τα κυπαρίσσια ακίνητα· στεγνά, βαριά και μαύρα φάνηκαν του Στέφανου· και η Μαρίκα εκεί μπροστά του τού ήρθε μια στιγμή πως ήταν ο ίσκιος τους. Μα η κυρία Κατίγκω πλησίασε τη Μαρίκα και αφού τη φίλησε: - Παιδί μου, πώς είσαι; τη ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος έριξε απάνω της τα μάτια ασάλευτα· και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή και χαμογέλασε. Η κυρία Κατίγκω έμεινε σαν ξεχασμένη. - Ελάτε, τον καφέ σας, είπε έπειτα και πήρε τη Μαρίκα. Η υπηρέτρια είχε σερβίρει τον καφέ στο πέτρινο τραπέζι εμπρός στο εκκλησιδάκι, και η Ευανθία έδινε το φλιτζάνι στον παπά, όταν πλησίασε η κυρία Κατίγκω με τη Μαρίκα. Στάθηκαν κ’ έπιναν ορθές και οι δυο, και αντίκρυ τους ο Στέφανος. Η Ευανθία ήρθε και θύμισε πάλι στο Στέφανο την κόκκινη μύτη του ψάλτη κ’ έσκυψε έπειτα και το ψιθύρισε και της κυρίας Κατίγκως. - Τρελή, είπε σιγαλά η κυρία Κατίγκω, ενώ η Ευανθία γελούσε. - Μη δείχνεις, μη γυρίζεις, της ξαναψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, σα να φοβήθηκε μήπως τη νιώσει ο ψάλτης πως γέλασε γι’ αυτόν: - Για δέτε, είπε αμέσως κ’ έδειξε στο λόφο απέναντι. - Για δέτε κει! Όλοι γύρισαν και κοίταξαν. Στην πλαγιά ψηλά του λόφου φαινόνταν μερικές μορφές που μόλις ξεχώριζαν καλά πως ήταν άνθρωποι. Φαινόνταν σα να στέκονταν σε κύκλο και τριγύριζαν μπροστά τους κάτι που δεν το έβλεπαν τι ήταν. Όταν τις έδειξε η Ευανθία, έμειναν ακίνητες· έπειτα όμως άλλες έσκυψαν, άλλες κινήθηκαν· έπειτα πάλι στάθηκαν, και τώρα έμοιαζαν σα να τίναζαν εκείνο που κρατούσαν· ύστερα έσκυψαν ξανά σα να το άπλωσαν κάτω, μα πάλι ξανασηκώθηκαν και ξαναέμειναν ορθές, ασάλευτες τριγύρω του. - Παράξενο! τι να είναι; τι να κάνουν; ψιθύρισαν κ’ έμεναν όλοι και κοίταζαν σα να έβλεπαν μυστήριο. Μα ο ψάλτης που πρόσεξε τι κοίταζαν: - Είναι βαφιέδες· απλώνουν καλεμκεριά για να στεγνώσουν, τους εξήγησε. Όλοι πήραν αδιάφορα από κει τα μάτια. Μόνη η Μαρίκα έμεινε ακόμη γυρισμένη εκεί και κοίταζε, σα να μην άκουε ή σα να μη θέλησε ν’ ακούσει. Κοντά της έγερναν τα κλαδιά τα πεύκα, σταχτιά κι αυτά στο σταχτερό πρωί, και πέρα άπλωνε ωχρή, συννεφιασμένη η θάλασσα. Ήταν τα πεύκα που από κάτω τους είχε σταθεί λευκοντυμένη μια φορά η Μαρίκα, και ήταν η θάλασσα που έλαμπε τότε κάτω κατακόκκινη. Ο Στέφανος έμενε μπρος τους σα λησμονημένος. Μα έξαφνα πετάχτηκε μπροστά η Ευανθία. - Θεία Κατίγκω, πάμε λιγάκι παραπέρα, πάμε ως το λόφο; φώναξε και της έπιασε το μπράτσο. Η κυρία Κατίγκω, πριν απαντήσει, γύρισε τα μάτια στη Μαρίκα: ο Στέφανος είχε συρθεί κοντά της. Η Μαρίκα δε μίλησε και ξεκινήσαν. Το φθινόπωρο είχε προχωρήσει, και φύλλα λιγοστά απόμεναν στα δέντρα που άπλωναν εδώ και κει αραιά στο μικρό κάμπο τα μικρά κλαδιά τους σαν αδύνατα, μακριά, σκελετωμένα χέρια με δάχτυλα ανοιχτά, κ’ έδιναν όψη πιο μελαγχολική στη θολή μέρα. Μα κάτω στη γη είχε η χλόη κεντήσει, και πιο πέρα, ψηλότερα, όσο λιγόστευαν τα κοκκινόμαυρα ξερά αρμυρίκια της ακροθαλασσιάς, χνούδι ψιλό πρασίνιζε απαλά το χώμα και στρωνόταν, απλωνόταν πιο πράσινο και μαλακό όσο ανέβαινε στο λόφο. Καθώς πήγαινε μπροστά η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, το πράσινό της φόρεμα χανόταν κ’ έσβηνε μέσα στο πράσινο της χλόης. Και ο Στέφανος σα να την έχασε κι αυτός ολότελα από εμπρός του. Βάδιζε πίσω αργά στο πλάι της Μαρίκας κ’ έβλεπε κ’ ένιωθε μόνο τη Μαρίκα· στεκόταν όπου σταματούσε κείνη κ’ έβλεπε μόνο ό, τι αυτή κοίταζε. Μια στιγμή στάθηκε η Μαρίκα ν’ ακούσει ένα ροδάνι που γύριζε και ηχούσε με ήσυχο και αργό ρυθμό κάπου εκεί πίσω, δεν είδαν πού. Έπειτα ανέβηκε ψηλότερα και θέλησε να δη πέρα τους μύλους· τα φτερά τους δε φαίνονταν· ακίνητα όπως έμεναν, χανόνταν στο θολό αέρα της συννεφιασμένης μέρας. Παρέκει σταμάτησε και κοίταζε ένα κοπάδι ψαρών πουλιών που έφευγαν απάνω· μόλις ξεχώριζαν από τη σταχτερή τη συννεφιά ψηλά, μόλις φαινόνταν πως σαλεύαν· μια στιγμή έδειξαν σα να σταμάτησαν μετεωρισμένα. Μα έπειτα ο Στέφανος και η Μαρίκα τα είδαν που κινήθηκαν και χαμηλώσαν κ’ έγειραν κατά τη θάλασσα. - Αργοπόρησαν, ψιθύρισε η Μαρίκα. - Ναι, είπε ο Στέφανος, και προχώρησαν κι αυτοί. Παραπέρα σταμάτησαν πάλι. - Άκου, είπε ο Στέφανος. Σ’ ένα χαμόδεντρο λαλούσε κρυμμένο ένα πουλί· λαλούσε σιγαλά και η φωνή του ήταν ο μόνος ήχος που έτρεμε μελαγχολικά στην ερημιά του λόφου. - Ναι, είπε η Μαρίκα καθώς στάθηκε ν’ ακούσει. Μα το πουλί έπαψε με μιάς, και ήταν τώρα σα ν’ άκουσαν πιο μελαγχολική τη σιγαλιά του λόφου. Έπειτα άκουσαν τη φωνή της Ευανθίας πίσω από το λόφο. - Μαρίκα, την άκουσαν που φώναξε· μα η κυρία Κατίγκω δεν την άφησε να στρέψη πίσω, και είδαν μόνο ένα κλαδί που έπεσε στα πόδια τους. Ήταν κλαδί από ρείκι, και καθώς ο Στέφανος το πήρε να το δώσει της Μαρίκας, τα βιολετιά μικρούλια του άνθη έπαιξαν μπροστά της σα σπίθες φωτεινές. - Άνθισαν, είπε και κοίταξε κάτω την πλαγιά, αλλά δεν είδε παρά σταχτιά ξερόκλαδα που ανάμεσά τους πρασίνιζε μόνο το φόρεμα της Ευανθίας. Έπειτα απάντησαν κατσίκες που έβοσκαν, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Μαρίκα! Είχε σταθεί· και γύρισε και κοίταξε από κάτω. Κοίταζε απάνω προς τη Μαρίκα και το Στέφανο, όσο που στάθηκαν και κοίταξαν κι αυτοί. Ένιωσαν πως ήθελε να δείξει τις κατσίκες. Αλλά οι κατσίκες ήταν σκυμμένες κ’ έβοσκαν, και η Μαρίκα και ο Στέφανος είδαν μόνο τις σταχτερές τους ράχες μισοχαμένες στα σταχτιά κλαδιά. Μια μόνο με δέρμα θαμποκόκκινο, κεραμιδί, που στο σταχτή αέρα έπαιρνε τόνους κίτρινους, είχε σταθεί στο λόφο ολόρθη και κοίταζε· χωρίς να βόσκει. Μα ο Στέφανος και η Μαρίκα δεν είδαν πού κοίταζε· είδαν μόνο πως δεν κοίταζε τη θάλασσα. Γιατί όπως είχαν στρίψει στην πλαγιά, φάνηκε πάλι κάτω η θάλασσα. Ήταν θαμπή και μολυβένια, και απάνω της σερνότανε στο βάθος γκρίζα καταχνιά· οι βράχοι εμπρός της κοκκίνιζαν ωχρά, μα ίσκιους δεν έριχναν. Καθώς στάθηκαν και κοίταζαν, η Μαρίκα πρόσεξε πως πουθενά δεν έριχνε ίσκιο η θολή μέρα· και ο Στέφανος είδε πως τα μάτια της Μαρίκας ήταν χωρίς ίσκιο --- χωρίς άλλον ίσκιο από τους μαύρους κύκλους γύρω τους. Στιγμές στιγμές σα να χανόταν μάλιστα κι αυτοί στο φως που έχυνε το βλέμμα της. Αλλά το φως αυτό δεν ήταν φέγγος· ήταν ήμερο, γαληνό φως θαμπό, όμοιο με κείνο που έχυνε η συννεφιασμένη μέρα ολόγυρα. Σιγά σιγά η θολή μέρα σα να έπαιρνε και ξάνοιγε, και φως γλυκύτερο, πιο μαλακό φαινόταν πως ζητούσε ν’ απλωθεί χυμένο μια σαν από ψηλά μια σαν από τριγύρω, ο αέρας όμως έμενε πάντα θαμπός και η συννεφιά απλωμένη ασάλευτη, άφεγγη και σταχτερή. Για μια στιγμή ήταν σα να ξεγέλασε το Στέφανο μια βραδινή μελαγχολία· η Μαρίκα ορθή μπροστά του κοίταζε με τα μάτια σα χαμένα. Της έπιασε το χέρι και σα χαμένος σε όνειρο κι αυτός θέλησε μεμιάς να τη ρωτήσει: - Δεν είσαι πάλι ευτυχισμένη; Μα δεν τη ρώτησε· γιατί η Μαρίκα σα να τον μάντεψε, τον έκαμε να σταματήσει. Την είδε που είχε τα μάτια βυθισμένα κάτω στη θάλασσα και τους γιαλούς που ανοίγονταν σε σκοτεινούς κόλπους και άπλωναν σε γραμμές χαμένες θολά και αόριστα στη συννεφιά. Ήταν σα να σκοτείνιαζε, κ’ έπεφτε σιγαλά το βράδυ --- ένα βράδυ θολό και σιωπηλό που ακολουθούσε και σφράγιζε μια μέρα που πέρασε γοργά και ανώφελα κ’ έσβηνε τώρα αργά και μελαγχολικά. Αυτό τα αίσθημα είχε ο Στέφανος· μα καθώς αντίκρυσε τα μάτια της Μαρίκας, του φάνηκε πως είδε ν’ ανοίγεται μπροστά σ’ αυτά μια άλλη εικόνα --- μια εικόνα φαιδρή και φωτεινή· του φάνηκε σα να είδε να έτρεμε μπροστά τους ένα ασυννέφιαστο χλιαρό φθινόπωρο με φωτεινούς γιαλούς, με ρόδινα νερά και απαλό, χλιαρό, διάφανο αέρα. Και είδε κι ο ίδιος να φέγγη κάτω η αμμουδιά και είδε τους βράχους μενεξελείς και σαν ανάερους, και πέρα χρυσή και πορφυρή τη θάλασσα· και τη Μαρίκα ν’ ανοίγει απάνω τους τα χέρια σα φτερά. Κ’ έξαφνα σε μια άκρη κάτω χαμηλά μακριά ξεχώρισε το παλιό Χάλασμα, όμως το είδε σταχτερό και μαυρισμένο μπροστά στη σκοτισμένη θάλασσα· και είδε τη Μαρίκα που το κοίταζε κι αυτή. Αλλά τα μάτια της Μαρίκας τώρα δεν έλαμπαν και τα χέρια της δεν ήταν τεντωμένα πέρα σα φτερά για να πετάξουν· ήταν ριγμένα κάτω ακίνητα και κρέμονταν σαν κουρασμένα. Και κοίταζαν και οι δυο το Χάλασμα σα να το έβλεπαν πρώτη φορά με μάτια αλλιώτικα, με μάτια αγνώριστα, με μάτια ξένα· το κοίταζαν σα να το έβλεπαν πρώτη φορά παρατημένο μόνο κ’ έρημο στον έρημο και σκοτεινό γιαλό. Εκεί γύρισε σιγά, αργά η Μαρίκα. Και αφού τον κοίταξε: - Ξέρεις, του είπε έξαφνα, γιατί άνοιξε η γιαγιά την εκκλησία; Ο Στέφανος ταράχτηκε, σα να ένιωσε μεμιάς δυσάρεστο αίσθημα. - Γιατί η μητέρα σου φιλιώθηκε με τη δική μου, είπε ξανά η Μαρίκα, και του Στέφανου του φάνηκε πως είδε ένα χαμόγελο στα χείλη της. Κ’ ενώ ζητούσε να το εξηγήσει, η Μαρίκα πρόσθεσε σιγότερα: - Τι καλή που είναι. Και δείχνοντας στο λόφο επάνω: - Δες την πώς κάθεται. Ο Στέφανος δεν είχε προσέξει πριν, και τώρα ξαφνίστηκε όταν είδε τη γιαγιά που είχε καθίσει στο λόφο πίσω τους. - Ερχότανε μαζί μας και κουράστηκε, είπε η Μαρίκα. Και σα να είχε κουραστεί κι αυτή, έσκυψε σιγά και κάθισε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές ορθός κ’ έβλεπε τη γιαγιά που έγερνε το κεφάλι της σκυφτό, ακίνητο και τυλιγμένο στο μαύρο του μαντίλι. Έπειτα έσκυψε και κάθισε κι αυτός πλάι στη Μαρίκα. Κ’ έμειναν σιωπηλοί και οι δυο. Δεν έβλεπαν μπροστά τους άλλο από τη σταχτερή πλαγιά και πέρα τη μολυβένια θάλασσα. Η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, σα να είχαν χαθεί κάτω στη λαγκαδιά, δεν ξαναφάνηκαν. Μα έξαφνα ο Στέφανος και η Μαρίκα εκεί που κάθονταν και σώπαιναν, άκουσαν τη φωνή τους που ανέβαινε σμιχτή από βαθιά από κάτω. Τραγουδούσαν μαζί και οι δυο, κ’ έφτανε απάνω το τραγούδι τους τρεμουλιασμένο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο, προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Όταν έσβησε, η Μαρίκα είδε το Στέφανο που έσκυψε χαμηλότερα το μέτωπο. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Όταν ανέβηκαν πάλι στο λόφο η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω ήτα φαιδρές και οι δυο· και όταν γύριζαν έπειτα στο σπίτι με το αμάξι, η Ευανθία γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα. Θυμήθηκε με τη σειρά την κόκκινη μύτη του ψάλτη, το μονύελο του λοχαγού της Πρίφτη και τα πρασινοκόκκινα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Μα είδε πως δε γέλασε η κυρία Κατίγκω, και γύρισε τ’ αστείο σ’ ένα φίλο του Στέφανου χλωμό και θλιβερό, που είχαν απαντήσει στην πλατεία χτες με την κυρία Κατίγκω. - Μας λιποθύμησε. Και η Ευανθία μιμήθηκε τη σβηστή ψόφια φωνή του και μ’ ένα μορφασμό δοκίμασε να δείξει πώς κοίταζαν τα μάτια του: - Σα μυρμηγκιού· τι σιχαμένος! Τι είναι αλήθεια; - Ποιητής, της είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία σα να μην εννόησε αμέσως. Μα έπειτα: - Γι’ αυτό του κρέμονται τα πανταλόνια, γέλασε κ’ ενώ η Μαρίκα την κοίταξε έξαφνα. - Ξέρεις, γύρισε σ’ αυτή, εκεί που τον έβλεπα μπροστά μου είχα το φόβο πως θα του πέσουν. Γέλασαν όλοι και μαζί τους και η Μαρίκα. Έπειτα η Ευανθάι αστειεύθηκε μ’ ένα φόρεμα που είδε σε μια στο δρόμο, έπειτα πάλι γέλασε με τις κίτρινες γκέτες που φορούσε μια άλλη. - Πρόστυχη φαίνεται, ψιθύρισε. - Γυναίκα μαρμαρά, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα όταν περνούσαν στην πλατεία, τα μάτια της Ευανθίας πρόσεξαν με σεβασμό την τουαλέτα μιας κυρίας. - Μια τέτοια μωβ ταγιέρ θα κάνω, γύρισε και είπε της κυρίας Κατίγκως. Κ’ έπειτα έξαφνα κοιτάζοντας και τη Μαρίκα: - Τι ωραία που είναι η νέα καφέ ωλαί ζακέτα της Φιφίκας· ε, θεία Κατίγκω; Και βλέποντας και πάλι τη Μαρίκα. - Με τρεις σειρές κόκκινο κέντημα στη μέση, στο γιακά και στα μανίκια. Η Μαρίκα δε μίλησε, και η Ευανθία γύρισε έξω και ζήτησε να βρει κάτι άλλο να γελάσει. Μα όταν γύρισαν στο σπίτι, έχασε με μιας τη όρεξη· η γιαγιά δεν την άφησε να πάει με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Αγλαΐα είχε ακόμα πονοκέφαλο, κ’ έμειναν με τη Μαρίκα μόνες. Μια δυο στιγμές παρουσιάστηκε ο παππούς στην πόρτα και κοίταξε, μα δεν μπήκε μέσα· έμπαινε κ’ έβγαινε μόνο η γιαγιά. Ευανθία έστειλε το απόγευμα και πήρε το φιγουρίνι της Φιφίκας κ’ έσκυψε στο τραπέζι και το ξεφύλλιζε· η Μαρίκα έβγαλε τον παπαγάλο από το κλουβί και τον άφησε να κρύβεται τριγύρω στις γωνιές και να της φωνάζει: - Φλώρα, Φλώρα! Η Μαρίκα έκανε πως τον ζητούσε αλλού. - Φλώρα! έκραζε ο παπαγάλος πάλι και ξανακρυβόταν. Έπαιξε έτσι κάμποσο μαζί του όσο που βαρέθηκε· έπειτα κάθισε και κοίταζε έξω· κοίταζε το θολό φως που έτρεμε γύρω από τα ξερά κλαδιά της λεύκας στο παράθυρο. Εκεί η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι και δείχνοντάς της ένα σχέδιο στο φιγουρίνι: - Αυτό θα κάνω - τι λες; τη ρώτησε. - Καλό είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα αφού κοίταξε. Έπειτα, καθώς γύρισε, είδε τον παπαγάλο που είχε έρθει σιγά και κάθισε κοντά της και την κοίταζε με ακίνητα τα στρογγυλά μικρούλια μάτια του. Ένιωσε τι ήθελε, μα δε σηκώθηκε. Έμεινε κ’ έβλεπε μια αυτόν και μια το φόρεμα της Ευανθία, σα να ήθελε να βρει ποιο ήταν πιο πράσινο. Η Ευανθία είδε τον παπαγάλο που κοίταζε έτσι κωμικά, και γέλασε. - Τον πονηρό, είπε και άπλωσε το χέρι της να τον χαδέψει. Μα ο παπαγάλος τίναξε τη μύτη εμπρός και της δάγκασε το δάχτυλο. Η Ευανθία φώναξε, και καθώς τα μάτια της αντικρυστήκαν με του παπαγάλου, η Μαρίκα είδε πως και των δυο τα βλέμματα πέταξαν μια όμοια λάμψη· μια λάμψη κίτρινη. Ο παπαγάλος πήγε στο παράθυρο και στάθηκε στο ένα πόδι ορθός και κοίταζε από κει, ενώ η Μαρίκα και η Ευανθία έμεναν αμίλητες. Πίσω τους είχε έρθει σιγά η γιαγιά και στάθηκε, μα ήταν με τις παντούφλες και δεν την κατάλαβαν. Την πρόδωσε όμως ο παπαγάλος που φώναξε «γιαγιά», και η Ευανθία γύρισε και γέλασε. Μα η γιαγιά έμενε ορθή και κοίταζε, σα να μην ήξερε γιατί είχε μπει, σα να μην ήξερε τι κοίταζε. Η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι· και το έδειξε και της Μαρίκας πάλι και στάθηκαν και οι τρεις και το κοίταζαν. Αλλά σε λίγο ακούστηκε στο διάδρομο το βήμα της κυρίας Αγλαΐας, και ο παπαγάλος πρώτος μαζεύτηκε και ζάρωσε στην άκρη στο παράθυρο. Έπειτα σύρθηκε πίσω και η γιαγιά όταν την είδε δεν την περίμενε να σηκωθεί και είχε φορέσει τις παντούφλες. Περίμενε όσο που η κυρία Αγλαΐα πήγε και στάθηκε μπροστά στις γλάστρες της, και τότε έφυγε κλεφτά από την κάμαρα η γιαγιά. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε από τις γλάστρες της στην εταζέρα, έπειτα στο μπουφέ. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία, και η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι. Η κυρία Αγλαΐα το κοίταξε. Έπειτα, όταν κάθισε, το ξανακοίταξε, αλλά δεν είπε γνώμη. Θυμήθηκε μόνο την τουαλέτα της Φιφίκας. - Άμα θυμούμαι τα κίτρινα φτερά! είπε και γέλασε. Ύστερα ρώτησε για το ταξίδι της Φιφίκας. - Τι κωμωδία! είπε και ξαναγέλασε. Η Ευανθία την κοίταξε και δε μιλούσε. Μα όταν η κυρία Αγλαΐα τη ρώτησε: - Μα δε σου είπε ποιόν θα πάρει; το λοχαγό ή το νομάρχη; - Πιστεύω, το λοχαγό, απάντησε η Ευανθία κ’ έκαμε να γελάσει. Μα η κυρία Αγλαΐα δε γέλασε. - Βέβαια, ένας νομάρχης, είπε με τόνο σοβαρό. Δεν τελείωσε· εξήγησε μονάχα τι είναι ένας νομάρχης. Και διηγήθηκε όπως πάντα για τη νομαρχία. Μα ούτε η Μαρίκα ούτε η Ευανθία πρόσεχαν πολύ. Η Ευανθία δεν έδειξε πολλή διάθεση ούτε όταν ύστερα η κυρία Αγλαΐα ξαναπήρε το φιγουρίνι και κοίταζε το φόρεμα που της έδειξε πρωτύτερα. - Ναι, ναι, ψιθύριζε μόνο ή κουνούσε το κεφάλι σ’ ό,τι της έλεγε γι’ αυτό η κυρία Αγλαΐα. Σα να είχε αλλού το νου, σα να έγινε με μιας ανήσυχη. Η Μαρίκα την πρόσεξε που πήγε στο παράθυρο, που βγήκε έξω και ξαναγύρισε και ξαναβγήκε. Και μια στιγμή που έπιασε τα μάτια της που κοίταζαν στην πόρτα, γύρισε και την κοίταζε κι αυτή σα να μην ήθελε να κρύψει γιατί την κοίταζε. [Επεξεργασία] ΧΧΙΙΙ Ευανθία περίμενα άδικα· ο Στέφανος δεν πήγε. Ξεκίνησε να πάει, αλλά σταμάτησε στο δρόμο· μπροστά στη θάλασσα. Η μέρα πήρε προς το βράδυ και ξεθόλωνε, και η θάλασσα είχε γίνει κίτρινη στο μάκρος· μπροστά όμως έμενε σταχτιά, σταχτιά και μελαγχολική. Μερικά καΐκια αραγμένα με τα πανιά ριχτά φάνηκαν του Στέφανου σαν ξεχασμένα, πεταγμένα έρημα εκεί κ’ έκαναν το ακρογιάλι πιο σκοτεινό και θλιβερό. Έφυγε κείθε, μα στην πλατεία απάντησε το φίλο του ποιητή πιο θλιβερό. Δεν πρόσεξε τι του μιλούσε, πρόσεξε μόνο τα πανταλόνια του που κρέμονταν· και θυμήθηκε το αστείο της Ευανθίας, αλλά δε γέλασε. Έξαφνα είδε την κυρία Κατίγκω που περνούσε μαζί με τη Φιφίκα. Άφησε κείνον και πλησίασε αυτές. Μα η κυρία Κατίγκω μίλησε αμέσως για την Ευανθία, και η Φιφίκα ρώτησε: - Τι κάνει αλήθεια η Ευανθία; Ο Στέφανος την κοίταξε. Μόλις κρατήθηκε και δεν τη ρώτησε: τι κάνει ο λοχαγός. Ξαφνικά όμως μίλησε για τον κύριο νομάρχη. Και τις άφησε και κείνες και προχώρησε. Μα όταν πλησίασε στο σπίτι της Μαρίκας, ξανασταμάτησε σα να θυμήθηκε κάτι έξαφνα. Το σπίτι το έκρυβαν σχεδόν τα πεύκα, φαινόταν μόνο η σιδερένια πόρτα της αυλής. Στάθηκε και την κοίταζε, μα δεν πλησίασε. Προχώρησε στο δρόμο· και σε λίγο βρέθηκε πάλι μπροστά στη θάλασσα. Ήταν ακόμα σκοτεινή, το μάκρος όμως έφεγγε τώρα χρυσοκόκκινο, και ο ουρανός στην άκρη πέρα είχε βαφεί ολοπόρφυρος. Ο Στέφανος κάθισε. Βράδιαζε πάντα, και βάρκες ψαράδικες έφταναν μια μια και άραζαν στο γιαλό και κατέβαζαν τα πανιά. Ο Στέφανος κοίταζε ακίνητος. Λίγοι περίεργοι και παιδιά τριγύριζαν τις κόφες που οι ψαράδες αράδιασαν στην αμμουδιά. Έπειτα σκόρπισαν τα παιδιά· δυο τρία ήρθαν και στάθηκαν μπροστά του και τον κοίταζαν, ύστερα έκαμαν πέρα και πετούσαν πέτρες στο νερό. Έπειτα πέρασε μπροστά του μια ολόκληρη σειρά γυναίκες· οι ψαράδες γύρισαν και τις κοίταζαν καθώς πηγαίναν στη γραμμή δυο δυο, σα στρατιώτες. - Έρχονται από το βουνό· σπάζουνε πέτρες στα νταμάρια, είπε από πίσω το παιδί του καφενείου χωρίς κανείς να το ρωτήσει. Ο Στέφανος είδε που πέρασαν μπροστά του και του φάνηκε πως πρόσεξε τις τελευταίες: φορούσαν κίτρινα μαντίλια και χοντρά άσχημα παπούτσια. Έπειτα πέρασε ένας αξιωματικός καβάλα· ήταν καμπουριασμένος και φαίνονταν τα δόντια του, όμως δεν ήταν ο λοχαγός της Πρίφτη. Ο Στέφανος τον είδε πως σπιρούνισε μπροστά του το άλογο και χάθηκε. Είχαν χαθεί και τα παιδιά, και οι ψαράδες σήκωσαν τις κόφες τους. Έμεινε μπρος η θάλασσα μονάχα και τα σύννεφα, και ο Στέφανος ξεχάστηκε πάλι μπροστά στα σύννεφα. Πυκνά, γαλαζιομέλανα άπλωναν γύρω στην κοκκινάδα του ουρανού σε αόριστες μορφές και σχήματα, και άλλαζαν, έφευγαν και χάνονταν σαν τους ψαράδες, τα παιδιά και τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα και χάθηκαν. Ο Στέφανος ξεχάστηκε, σα να μην ήθελε να δει· και όμως είδε κει ψηλά πώς ένα σύννεφο αραίωνε αγάλι αγάλι κ’ έπαιρνε μορφή· άλλαζε χρώμα, σχήμα, γινότανε σταχτί έπειτα βιολέτινο, έπειτα μενεξεδένιο, γινότανε πουλί μεγάλο με απλωτά φτερούγια έπειτα έμενε ακίνητο σαν ήσυχο ροδόχρυσο βουνάκι στην ακρογιαλιά, όσο που έγινε πάλι μακρύ καράβι και κίνησε ν’ ανοίξει τα πανιά, να φύγει και να χαθεί μέσα στην κοκκινάδα σα μέσα σε πυρωμένο πέλαγο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια· δεν ήθελε να δει. Δεν ήθελε να δει, όπως δεν ήθελε να θυμηθεί. Και θυμήθηκε τις τελευταίες από τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα μπροστά του· θυμήθηκε πως ήταν νέες και πως φορούσαν άσχημα χοντρά παπούτσια. Έπειτα όμως θυμήθηκε με μιας ό, τι δεν ήθελε να θυμηθεί, ό, τι θυμήθηκε πρωτύτερα όταν σταμάτησε απέναντι στην πόρτα με την ξερή γαζία μπροστά. Είχε συρθεί ως εκεί σα να μην ένιωθε πώς σύρθηκε. Μα όταν είδε ξαφνικά την πόρτα θυμήθηκε με μιας κ’ έφυγε αμέσως, όπως έφυγε αμέσως και το μεσημέρι από το σπίτι, που μόλις μπήκε μέσα, τον πλησίασε σιγά η κυρία Κατίγκω και πιάνοντας τον ώμο του: - Την κράτησε η γιαγιά, του είπε μελαγχολικά. Ο Στέφανος έκαμε αμέσως κίνημα. Έπειτα του είπε πάλι σιγαλά η κυρία Κατίγκω: - Είδες πώς ήταν σήμερα η Μαρίκα; Ο Στέφανος μ’ ένα άλλο κίνημα την κάρφωσε στη θέση της. Τον ένιωσε και σώπασε. Σώπασε φοβισμένη και ο Στέφανος έφυγε ευθύς. Μα έπειτα που την ξαναβρήκε στην πλατεία με τη Φιφίκα, η πρώτη λέξη της ήταν η ίδια πάλι. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως είπε της Φιφίκας για τον κύριο νομάρχη, και τώρα του φάνηκε σα να μετάνιωσε γιατί το είπε. Δεν του άρεσε· δεν ήθελε να μετανιώσει - δεν ήθελε να θυμηθεί. Κοίταξε μπρος του. Του είχε φανεί πως ξαναήρθαν εκεί πάλι τα παιδιά. Δεν ήταν τα παιδιά, ήταν στη διπλανή ταβέρνα που ψιθύριζαν σιγαλές φωνές. Έπειτα ήρθαν δυο ψαράδες και στάθηκαν κοντά του ορθοί κ’ έβλεπαν πέρα· η θάλασσα ήταν τώρα κίτρινη βαθιά, μα ο ουρανός στο βάθος έμενε πάντα πορφυρός σαν πύρινος, σα ματωμένος. - Θα έχομε αέρα, του είπε σιγά απλώνοντας το χέρι πέρα ο ένας ψαράς. Ο άλλος δε μίλησε, μα ο Στέφανος είδε πως πήγαν και οι δυο κ’ έσερναν τις βάρκες τους στην αμμουδιά. Τους κοίταζε· κ’ έπειτα κοίταξε πάλι τα σύννεφα. Είχαν αρχίσει και άλλα σκόρπιζαν ψηλά, άλλα έλειωναν πνιγμένα στο φλογισμένο βάθος. Μα έξαφνα ένα από αυτά, ένα πυκνό, βαρύ, μεγάλο πριν να σβήσει πήρε παράξενη μορφή σαν άλογο, σαν άτι μαύρο που χίμιζε με το κορμί του ορθό στην πορφυρή, στην αιματένια θάλασσα. Ο Στέφανος σηκώθηκε· μα πριν στρίψει και ν’ αφήσει πίσω του τη θάλασσα, το ματωμένο βάθος του ουρανού είχε αχνίσει· έγινε κίτρινο και κείνο σαν τη θάλασσα. Σιγά σιγά έπειτα από λίγο μονάχα μια θολή ωχροκίτρινη χλωμάδα έτρεμε ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. Και ο Στέφανος καθώς της έριξε στερνή ματιά ενώ γύριζε στην πόλη, αισθάνθηκε πως ανατρίχιασε. Το βράδυ βρήκε πάλι την κυρία Κατίγκω μελαγχολική. - Δεν την άφησε πάλι η νονά, του είπε και τον κοίταξε. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Δεν πήγες; τον ρώτησε ύστερα από λίγο. - Σε περίμενε, ξαναψιθύρισε, μα αμέσως πρόσθεσε: - Η Μαρίκα. Τον είδε όμως που γύρισε τα μάτια αλλού, και σώπασε κι αυτή. Μα υστερότερα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Αλήθεια, Στέφανε, είπε ξανά, τι ήταν εκείνο που είπες της Φιφίκας; Και ο Στέφανος γυρίζοντας σα να θυμήθηκε: - Τι είπα; ρώτησε. - Για το νομάρχη. - Α ναι, για το νομάρχη. Και ο Στέφανος την κοίταξε: - Αστεία --- αστεία. Μα έπειτα γέλασε έξαφνα, γέλασε περίεργα. Και πλησιάζοντας την κυρία Κατίγκω: - Γι’ άκου, μητέρα, της είπε σιγαλά, τι λες, ο κύριος νομάρχης δε θα ήτανε καλός για τη …. ; Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω άνοιξε τα μάτια και περίμενε: - … την Ευανθία, συμπλήρωσε με μιάς ο Στέφανος. Η κυρία Κατίγκω έμεινε με ανοιχτά τα μάτια. Έμεινε μια στιγμή, έπειτα βγήκε άφωνη έξω. Ο στέφανος την κοίτ
Ο Γεώργιος Βιζυηνός γεννήθηκε το 1849 στη Βιζύη της Θράκης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Μιχαηλίδης. Έμεινε ορφανός από πατέρα στα πέντε του χρόνια και στα δέκα του στάλθηκε στην Πόλη, κοντά σε κάποιον συγγενή του για να μάθει τη ραπτική τέχνη. Δύο χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του τελευταίου, ο οποίος υπήρξε τυραννικός απέναντι στο μικρό Γεώργιο, στάλθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου ως υποτακτικός του αρχιεπισκόπου Σοφρωνίου Β΄ με φροντίδα του ευεργέτη του εμπόρου Γιάγκου Γεωργιάδη Τσελεμπή. Στην περίοδο της παραμονής του στην Κύπρο (περίπου 1868 ως 1872) τοποθετούνται οι πρώτες σπουδές του, τις οποίες ακολούθησαν το 1872 μαθήματα στο Ελληνικό Λύκειο του Πέραν στην Κωνσταντινούπολη, υπό τη διεύθυνση του Γεωργίου Χασιώτη και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης με δάσκαλο και συμπαραστάτη του τον τυφλό ποιητή και θεολόγο Ηλία Τανταλίδη. Ο επόμενος χρόνος της ζωής του Βιζυηνού σημαδεύτηκε από τη γνωριμία του με τον τραπεζίτη και εθνικό ευεργέτη Γεώργιο Ζαρίφη, ο οποίος τον έθεσε για πολλά χρόνια υπό την προστασία του. Με τη βοήθεια του τελευταίου ο Βιζυηνός τύπωσε στην Κωνσταντινούπολη την πρώτη του ποιητική συλλογή Ποιητικά Πρωτόλεια και έφυγε για την Αθήνα, όπου τελείωσε το γυμνάσιο της Πλάκας. Το 1874 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό το επικό ποίημα Ο Κόδρος και βραβεύτηκε με εισήγηση του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, όμως η βράβευσή του προκάλεσε αρνητικά σχόλια και αντιδράσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους. Το ίδιο έτος γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας για ένα χρόνο και το 1875 έφυγε για σπουδές στη Γερμανία. Είχε προηγηθεί μια δεύτερη (αποτυχημένη αυτή τη φορά) συμμετοχή του στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με το ποίημα Διαμάντω. Στη Γερμανία σπούδασε (1875 – 1880) στο Γκαίτιγκεν, τη Λειψία (υπήρξε μαθητής του Βίλχελμ Βουντ) και το Βερολίνο (με δάσκαλο τον Έντουαρντ Τσέλλερ) και το ενδιαφέρον του στράφηκε κυρίως στη φιλοσοφία και την ψυχολογία. Η διδακτορική διατριβή του είχε ως θέμα την ψυχολογική και παιδαγωγική αξία του παιδικού παιχνιδιού. Στο μεταξύ το 1876 βραβεύτηκε ξανά στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με εισήγηση του Θεόδωρου Ορφανίδη για τη λυρική ποιητική συλλογή Βοσπορίδες αύραι, ενώ τον επόμενο χρόνο (1877) τιμήθηκε με έπαινο για τις Εσπερίδες. Το 1881 επισκέφτηκε το Σαμακόβι (ή Σαμάκοβο) της Ανατολικής Θράκης για να ασχοληθεί με μια επιχείρηση μεταλλείων, υπόθεση η οποία είχε στενή σχέση με τη μελλοντική ψυχική του ασθένεια. Το 1882 επέστρεψε στην Αθήνα, ταξίδεψε στο Παρίσι και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου ετοίμασε τη νέα του διατριβή με τίτλο Η φιλοσοφία του Καλού παρά Πλωτίνω. Το 1884 πέθανε ο Γεώργιος Ζαρίφης, ο οποίος υπήρξε προστάτης του για 11 χρόνια και ο Βιζυηνός μπήκε στην τελευταία περίοδο της ζωής του, η οποία συνοδεύτηκε από οικονομική ανέχεια. Συνέχισε να ασχολείται με την αποτυχημένη μεταλλευτική επιχείρηση στο Σαμοκόβι, ενώ εργάστηκε ταυτόχρονα ως δάσκαλος της μέσης εκπαίδευσης και από το 1890 ως καθηγητής ρυθμικής και δραματολογίας στο Ωδείο Αθηνών. Εκεί γνώρισε το 1892 τη μόλις δεκατετράχρονη μαθήτριά του Μπετίνα Φραβασίλη, την οποία ερωτεύτηκε. Ο άτυχος έρωτάς του στάθηκε μοιραίος, καθώς προστέθηκε στα προηγούμενα χτυπήματα της ζωής του και τον οδήγησε στη ψυχασθένεια. Το ίδιο έτος εγκλείεται στο Δρομοκαΐτειο, όπου έζησε σε κατάσταση προϊούσας παραλυσίας και πέθανε το 1896 σε ηλικία σαράντα επτά χρονών. Στο λογοτεχνικό έργο του Βιζυηνού συναντώνται στοιχεία από την Φαναριώτικη παράδοση με στοιχεία ηθογραφίας και ψυχογραφικής διείσδυσης, καθώς επίσης επιδράσεις από τα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής του. Οι καρποί της συνύπαρξης αυτής ωριμάζουν στο πέρασμα του χρόνου, τόσο στην ποίηση, όσο και στην πεζογραφία του. Ως το ωριμότερο από τα ποιητικά έργα του θεωρείται η συλλογή Ατθίδες αύραι, που τυπώθηκε στο Λονδίνο (1883) και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τον Κωστή Παλαμά. Έγραψε επίσης λαογραφικές, φιλοσοφικές και άλλες μελέτες. Το είδος στο οποίο διέπρεψε ωστόσο στάθηκε το διήγημα. Ο Βιζυηνός από τους πρωτοπόρους της στροφής του νεοελληνικού διηγήματος προς τις λαϊκές παραδόσεις και τον ψυχογραφικό ρεαλισμό, ευθυγραμμιζόμενος με τα αιτήματα της γενιάς του 1880. Την πεζογραφική του παραγωγή αποτελούν πέντε διηγήματα (δυο από τα οποία παιδικά), τρεις νουβέλες και τέσσερα αφηγήματα δημοσιευμένα στα περιοδικά Εστία, Διάπλασις των παίδων, Εβδομάς και στην εφημερίδα Ακρόπολις.
Παύλος Νιρβάνας Ερωτικαί εκδικήσεις, Βιογραφικά. Όταν βλέπω κάποιον να περπατή επάνω-κάτω, όπως ο μακαρίτης ο Bέρθερος, και να μελετά μίαν ερωτικήν εκδίκησιν, λέγω από μέσα μου: «Iδού ένας άνθρωπος, που ετοιμάζεται να κάμη μίαν ανοησίαν!». Kαθένας την κάμνει με τον τρόπον του. Άλλος φονεύει. Aλλά ο θάνατος είναι μυστήριον. Άλλος αυτοκτονεί. Aλλά η αυτοκτονία είναι μία ηλιθιότης. Άλλος σπεύδει να υπανδρευθή με το πρώτον αδέσποτον θήλυ, που συναντά εις τον δρόμον του, φανταζόμενος ότι εκδικείται με τον τρόπον αυτόν εκείνην, που έπαυσε να τον αγαπά. Aυτό είναι ξεκαρδιστική κωμωδία. Άλλος γράφει ένα δράμα, εις το οποίον καυτηριάζει τας γυναίκας με πεπυρακτωμένον σίδηρον. Aυτός, απλούστατα μαξιλαρώνεται. Yπήρξεν ένας άνθρωπος, ο οποίος, δια να εκδικηθή την γυναίκα του, κατήργησεν, εν στιγμή παραφοράς, το φύλον του με την μάχαιραν του δημίου. Mε αυτόν γελούν οι αιώνες. Kανείς, με μίαν λέξιν, δεν εστάθη ικανός να εκδικηθή επαξίως μίαν γυναίκα εις τον κόσμον αυτόν. Tο πράγμα είναι ευεξήγητον. Όλοι οι εκδικηταί της γυναικείας απιστίας ενεργούν μ' ένα τρόπον εσφαλμένον εις την βάσιν του. Eνεργούν δηλαδή μ' ένα τρόπον υπερβολικά σοβαρόν και πολύ συχνά τραγικόν. Προτιμούν την τραγωδίαν εκεί, όπου κατ' εξοχήν θα ήτο ενδεδειγμένη η φάρσα. Yποδύονται τον κόθορνον του τραγωδού, ενώ ο ακαταλληλότερος άνθρωπος δια να παίξη ένα σοβαρόν ρόλον εις το θέατρον της ζωής είναι ο ατυχήσας εραστής. Kαι, ενώ ορέγεται τας δάφνας ενός Tάλμα, δέχεται τα μαξιλάρια της πλατείας επί της κεφαλής του. Δι' αυτό ακριβώς οι σοφώτεροι δεν περιπατούν πια επάνω-κάτω, μετά την προδοσίαν ή την εγκατάλειψιν, όπως ο μακαρίτης Bέρθερος, και δεν μελετούν μίαν εκδίκησιν. Σηκώνονται από το γεύμα, όπου εμισοτελείωσαν το φαγί των, σκουπίζουν το στόμα των με την πετσέταν, πληρώνουν και φεύγουν, ως να μη τους συνέβη τίποτε, αφίνοντες έναν άλλον ν' αποτελειώση την μερίδα των. Έτσι διασώζουν την αξιοπρέπειάν των, χωρίς να μείνουν και εντελώς ανεκδίκητοι. Διότι γνωρίζουν ότι είναι εντελώς περιττόν να εκδικήται καθένας χωριστά την αιωνίαν γυναίκα. Δι' αυτήν υπάρχουν οι εκ Θεού απεσταλμένοι εκδικηταί, που είναι οι Δον Zουάν όλων των τόπων και όλων των εποχών, και οι οποίοι δεν κάμνουν άλλο, παρά να εκδικούνται διαρκώς δια τον εαυτόν τους και δια τους άλλους. Eν τούτοις, οφείλομεν να κάμωμεν τιμητικήν εξαίρεσιν δια τον άνθρωπον, ο οποίος προ ολίγων ημερών επραγματοποίησε πρωτότυπον εκδίκησιν εις την Aκρόπολιν αυτήν της κοινοτοπίας, που είναι αι Aθήναι. Eίδατε από τας εφημερίδας, τί έκαμεν ο μεγαλοφυής αυτός. Eπήγε νύκτα εις την θύραν της απίστου και της ετοιχοκόλλησε μίαν επιγραφήν: «Eδώ υπάρχει ευλογιά». Tίποτε άλλο! Tο άλλο πρωί οι διαβάται επερνούσαν, εσταματούσαν, εδιάβαζαν και έφευγαν έντρομοι μακρυά. O γαλατάς δεν εκτύπησε την θύραν εκείνο το πρωί. O μανάβης δεν εσταμάτησεν. O γραμματοκομιστής, που έφερνε μίαν ερωτικήν επιστολήν, την εξανάβαλεν εις τον σάκκον του και έφυγεν. O νέος εραστής, μόλις επλησίασεν εις την γωνίαν του δρόμου και πριν παρελάση ακόμη υπό το θρυλικόν παράθυρον, ανέκρουσε με τρόπον πρύμναν και δεν εφάνη πλέον. Όταν η άπιστος αντελήφθη την συμφοράν και έστειλε να ξεσχίσουν την καταχθονίαν επιγραφήν, ήτο πλέον αργά. O προδοθείς εραστής είχεν εκδικηθή! Kαι είχεν εκδικηθή κυρίως, διότι η άπιστος τον εφαντάζετο ξεκαρδισμένον από τα γέλια εις μίαν γωνίαν του δρόμου, εν ώ θα ήθελε να τον φαντασθή απηγχονισμένον από την οροφήν του δωματίου του. Όταν τον ερώτησαν εις την Aστυνομίαν, διατί προέβη εις την αθλίαν αυτήν πράξιν, λέγουν ότι απεκρίθη αφελέστατα: ― Ήθελα να της στείλω τη βλογιά στα όμορφα μουτράκια της. Aφού δεν μπορούσα να το κάμω, της την έστειλα στην πόρτα της. Aς μπολιασθή να είναι ήσυχη! Kαι η Aστυνομία απέλυσε τον εραστήν και έστειλε τον αστυίατρον να εμβολιάση την ερωμένην, δια κάθε ενδεχόμενον και δια την ησυχίαν της συνοικίας. H φάρσα και η εκδίκησις έλαβε τοιουτοτρόπως την ωραίαν της συνέχειαν. Παύλος Νιρβάνας: Οδοιπόρος Δε θέλω εγώ τριαντάφυλλα στον έρημό μου δρόμο, δέντρο δεν θέλω να σταθώ, πηγή να ξεδιψάσω. Εγώ ανεβαίνω το βουνό, μ' ένα σταυρό στον ώμο. Του φθινοπώρου ας απλωθούν τα φύλλα, να περάσω. Ο Παύλος Νιρβάνας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη) γεννήθηκε στη Μαριούπολη της Ρωσίας, γιος του εμπόρου Κωνσταντίνου Απ. Κουμιώτη από τη Σκόπελο και της Μαριέτας Ιω. Ράλλη από τη γνωστή οικογένεια της Χίου. Σε παιδική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1883-1890) και μετά την αποφοίτησή του κατατάχθηκε στο βασιλικό ναυτικό ως ανθυπίατρος. Η πορεία του ήταν ανοδική και ως το 1922, οπότε παραιτήθηκε με το βαθμό του αρχίατρου είχε διατελέσει πρόεδρος της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Ναυτικού και τμηματάρχης του Υπουργείου Ναυτικών. Μετά την παραίτησή του αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και τη συγγραφή. Το 1928 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Από τα μαθητικά του χρόνια έδωσε δείγματα της αγάπης του για τη λογοτεχνία και σε νεαρή ηλικία δημοσίευσε άρθρα στις εφημερίδες του Πειραιά Σφαίρα και Πρόνοια. Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Νιρβάνα στα γράμματα τοποθετείται το 1884, οπότε εξέδωσε την ποιητική συλλογή Δάφναι εις την 25ην Μαρτίου και παράλληλα άρχισε να δημοσιεύει χρονογραφήματα (στις εφημερίδες Άστυ, Ακρόπολη και από το 1905 στην Εστία με το ψευδώνυμο Κύριος Άσοφος) και κείμενα σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής (Τέχνη, Παναθήναια, Νέα Εστία, Το Περιοδικόν μας, Ασμοδαίος, Μη χάνεσαι κ.α.). Σε νεαρή ηλικία πήρε επίσης μέρος στην έκδοση του σατιρικού περιοδικού Αθήναι ως μέλος της λογοτεχνικής Συντροφιάς των δώδεκα. Η δεύτερη και τελευταία ποιητική του συλλογή είχε τίτλο Παγά λαλέουσα (1907) ενώ έγραψε επίσης μελέτες, κριτικά δοκίμια, διηγήματα, θεατρικά έργα και δύο μεταφράσεις από τον Πλάτωνα και τον Κνουτ Χάμσουν. Ο Παύλος Νιρβάνας τοποθετείται τόσο χρονικά όσο και βάσει του συνόλου του έργου του στον κύκλο του Κωστή Παλαμά. Η γραφή του είναι επηρεασμένη από τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα του αισθητισμού και συμβολισμού, καθώς και από τη φιλοσοφική σκέψη του Φρειδερίκου Νίτσε, με την οποία ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή από τις σελίδες της Τέχνης του Κώστα Χατζόπουλου, όπου υπήρξε συνιδρυτής. Αξιόλογα είναι τα κριτικά του δοκίμια, ενώ στο χώρο της πεζογραφίας ασχολήθηκε αρχικά με το διήγημα και στη συνέχεια με το μυθιστόρημα. Στο πεζογραφικό του έργο κυριαρχούν ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία, ενώ τα θεατρικά του έργα κινούνται στα πρότυπα της ιψενικής γραφής. Έντονη παρουσιάζεται στο έργο του η επιρροή που δέχτηκε από τη φιλοσοφία του Νίτσε. Η γλωσσική του έκφραση πέρασε σταδιακά από την καθαρεύουσα σε μια μεικτή γλώσσα και τέλος στη δημοτική, με σταθερό χαρακτηριστικό το εξαιρετικά φροντισμένο ύφος. Το 1928 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, θέση από την οποία συνέβαλε στην ανάδειξη λογοτεχνών όπως οι Ιωάννης Κονδυλάκης, Σπύρος Μελάς και Γρηγόριος Ξενόπουλος. Πέθανε το 1937, σε ηλικία εξηνταενός χρόνων, από βρογχοπνευμονία, στο σπίτι του στο Μαρούσι. Κωνσταντίνος Θεοτόκης Πίστομα Κορφιάτικες ιστορίες, Βιογραφικά. Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης. Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια. O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε. Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία. Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε: "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;" T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας. "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία." Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε: "Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!" Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα. Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε. "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος." "Tον σκότωσες!" Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε. Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι. Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο. Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε. Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του: "Bάλ'το πίστομα μέσα". Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872 - 1923) Ο Στέφανος-Κωνσταντίνος (Ντίνος) Θεοτόκης, γεννήθηκε, στην οικία που διατηρούσε η οικογένεια του στην πόλη της Κέρκυρας, στις 13 Μαρτίου 1872. Ήταν ένα από τα δέκα παιδιά του Μάρκου-Αλοΰσιου Θεοτόκη και της Αγγελικής Πολυλά, ανεψιάς του Ιακώβου Πολυλά. Σε ηλικία 17 ετών, το 1889, γνώστης ήδη τριών ξένων γλωσσών (της ιταλικής, της γαλλικής και της γερμανικής), αναχώρησε για το Παρίσι και εγγράφηκε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Παραμένει στο Παρίσι για δύο χρόνια και στη συνέχεια επιστρέφει στην Κέρκυρα μέσω Βενετίας, όπου γνωρίζει την Βαρώνη Ερνεστίνη Μάλλοβετς φον Μάλλοβιτς ουντ Κοσορ (Mallowetz von Mallowitz und Kossor). Το 1893 επιστρέφει στην Βενετία και παντρεύεται την Ερνεστίνη στις 11 Σεπτεμβρίου 1893 στην Πράγα. Εγκαταλείπει τις σπουδές του και μαζί με τη σύζυγό του επιστρέφουν στην Κέρκυρα και εγκαθίστανται στους Καρουσάδες. Το 1895, εκδίδεται στα γαλλικά το πρώτο πεζογράφημά του Vie de montagne, από το οποίο φάνηκε η ιδιαίτερη συγγραφική του κλίση, ενώ παράλληλα γεννιέται η κόρη του Τίνα (Τίνερλ - Tinerl). Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης επηρεάστηκε αρχικά από τη γερμανική ιδεοκρατία και ιδιαίτερα από τον Νίτσε. Τρανή απόδειξη Το Πάθος (1899), που αποτελεί πιστή απήχηση του Τάδε έφη Ζαρατούστρας (1883-4). Την εποχή αυτή ζει μία αρχικά ήρεμη ζωή στους Καρουσάδες, την οποία εκτός από τα βιβλία του και το συγγραφικό του έργο, τη θερμαίνει η φιλία του με τον Μαβίλη. Μαζί συμμετέχουν σε εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες (όπως η επανάσταση της Κρήτης το 1896 και της Θεσσαλίας το 1897) και σε τοπικές πρωτοβουλίες, (εναντίον της απόφασης του δήμου της Κέρκυρας για την εγκατάσταση ρουλέτας στο νησί, το 1902). Το 1898, βρίσκεται στο Γκράτς όπου παρακολουθεί για διάστημα έξι μηνών πανεπιστημιακά μαθήματα. Στο ταξίδι αυτό συνοδεύεται από την οικογένεια του. Το 1900 χάνει την κόρη από μηνιγγίτιδα και αφοσιώνεται στο έργο του. Συμμετέχει στην Συντροφιά των Εννέα και σχεδιάζει την οργάνωση ενός συνεδρίου δημοτικιστών στην Κέρκυρα με την παρουσία του Αλέξ. Πάλλη (1905). Παράλληλα, μεταφράζει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, και από τα σανσκριτικά Βέδες και αποσπάσματα επών απ’ την ινδική λογοτεχνία και δημοσιεύει σχετικές του μεταφράσεις και τα πρώτα του πεζά στα περιοδικά της εποχής (Η τέχνη 1898-1916, Ο Διόνυσος 1901-1902, Ο Νουμάς 1904-1916). Ταξιδεύει για επιμόρφωση και πάλι στην Ευρώπη, παρακολουθώντας με την ιδιότητα του ακροατή για τέσσερα εξάμηνα μαθήματα στο πανεπιστήμιο του Μονάχου (1907- 1909). Επιστρέφοντας, συνδέεται με τον Χατζόπουλο με τον οποίο αλληλογραφεί ανταλλάσσοντας ιδέες, ενώ το 1911 ψυχραίνεται με τον Μαβίλη για ιδεολογικούς λόγους. Συμμετείχε στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού ομίλου και του Αλληλοβοηθητικού εργατικού συνδέσμου Κερκύρας (1910-1914), ενώ παράλληλα υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του κινήματος για την χειραφέτηση των γυναικών. Η εποχή αυτή είναι η πλέον παραγωγική και δραστήρια περίοδος του Κ. Θεοτόκη. Γνώστης πλέον δέκα γλωσσών πέραν των Ελληνικών, πέντε ομιλουμένων (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά) και πέντε νεκρών (αρχαία Ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, αρχαία περσικά και σανσκριτικά) εκδίδει μεταφράσεις και δικά του αυτοτελή έργα στην Κέρκυρα (Η τιμή και το χρήμα, Η Σακούνταλα του Καλιδάσα), στην Τυβίγγη (Τα Γεωργικά του Βιργιλίου) και στην Αλεξάνδρεια (Το Νάλας και Νταμαγιάντη από το ινδικό έπος Μαχαμπαράτα, σε μετάφραση Λ. Μαβίλη και συμπλήρωση δική του). Έχει πλέον εγκατασταθεί από το 1914 στην πόλη της Κέρκυρας. Το μεταφραστικό του έργο δεν περιορίζεται σε μεταφράσεις από τα σανσκριτικά και τα λατινικά αλλά εμπλουτίζεται με μεταφράσεις από ποιήματα του Σαίξπηρ (Οθέλλος, Τρικυμία, Μακβέθ), του φιλοσοφικού ποιήματος του Λουκρητίου Περί Φύσεως και έργων αρχαίων ελλήνων συγγραφέων. Τότε καταστρώνεται, στις δύο αρχικές μορφές του και το μυθιστόρημα Οι σκλάβοι στα δεσμά τους και ολοκληρώνεται η Ιστορία της ινδικής λογοτεχνίας. Το 1917 μετακομίζει στην Αθήνα, όπου του προσφέρεται η θέση του διευθυντού Λογοκρισίας από την οποία και παραιτείται μετά από δύο μέρες (1917). Διορίζεται προσωρινά ως έκτακτος υπάλληλος στην «Υπηρεσία Ξένων και Εκθέσεων» και οριστικά στην Εθνική Βιβλιοθήκη, αρχικά ως γραμματέας και έπειτα προάγεται σε τμηματάρχη β' τάξεως (1918). Την περίοδο αυτή έρχονται στο φως τα δοκιμότερα πεζά έργα του (Κατάδικος, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους) και μεταφράσεις του όπως από τον Γκαίτε (Ερμάννος και Δωροθέα), από τον Σαίξπηρ (Άμλετ, Βασιληάς Λήρ), από τον Φλωμπέρ (Η κυρία Μποβαρύ, δύο τόμοι) και από τον Russel (Τα προβλήματα της Φιλοσοφίας). Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου πολέμου και την πτώση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας η γυναίκα του Ερνεστίνη χάνει όλη της την περιουσία, την οποία είχε κληρονομήσει μετά τον θάνατο των άκληρων αδελφών της, δηλαδή στο διάστημα 1903-1914 μετά τον γάμο της με τον συγγραφέα. Προσβεβλημένος από την επάρατη νόσο (1922) συνεχίζει το συγγραφικό του έργο με το πεζό: «Ο παπά Ιορδάνης Περίχαρος και η ενορία του». Πρόλαβε να γράψει τις πρώτες τριάντα σελίδες. Πέθανε στο σπίτι του ζωγράφου Άγγελου Γυαλινά, στην Κέρκυρα, την 1η Ιουλίου 1923 αφήνοντας το μερίδιό του από την πατρική του περιουσία στη σύζυγό του Ερνεστίνη. Εμμανουήλ Ροΐδης Ιστορία ενός τουφεκισμού Αφίνοντες άθικτον το πολύπλοκον ζήτημα της ανάγκης της θανατικής ποινής, τούτο μόνον αρκούμεθα περί των τελευταίων αθρόων καρατομήσεων να παρατηρήσωμεν, ότι προς επιτυχίαν του κυριωτάτου αυτής σκοπού, ήτοι της εκφοβίσεως των υποψηφίων φονέων, εθεωρήθησαν πανταχού και πάντοτε δύο τινά ως απαραίτητα: Η εφαρμογή της φοβεράς ποινής, εφ' όσον είναι ακόμη νωπή η εκ του κακουργήματος εντύπωσις, και η εκτέλεσις αυτής εις τον τόπον όπου τούτο διεπράχθη. Την αγγελίαν της απορρίψεως της αναιρέσεως και της αιτήσεως χάριτος κομίζει εν Γαλλία εις τον κατάδικον αυτός ο ιερεύς ο επιφορτισμένος να τον εξομολογήση, ακολουθούμενος παρά πόδας υπό του δημίου. Μεταξύ του φόνου του αρχιεπισκόπου των Παρισίων και της καρατομήσεως του φονέως εμεσολάβησαν ένδεκα μόνον ημέραι, εντός των οποίων ανεκρίθη, εδικάσθη, κατεδικάσθη και απεκεφαλίσθη. Η τοιαύτη σπουδή ήτο αληθώς κάπως έκτακτος, αλλά και ο συνήθης μέσος όρος του μεταξύ της καταδίκης και της εκτελέσεως αυτής χρόνου σπανίως υπερβαίνει τας δυο εβδομάδας, ως δύναταί τις να πεισθή αναπολών εις την μνήμην του τα κατά την καρατόμησιν του Λαπομμερί, του Τρόμπαν, του Δεβιέζ, του Πράδον, του Πραντζίνη και των άλλων ονομαστών κακούργων. Και εφ' όσον μεν η υπόθεσις ευρίσκεται εκκρεμής προ του ακυρωτικού, ο κατάδικος δύναται ευλόγως να ελπίζει· άμα δε ουδέν έχει πλέον να ελπίση, η απελπισία του δεν παρατείνεται πέραν της ημισείας ώρας, όση δηλ. απαιτείται δια να ενδυθή, εξομολογηθή και να μεταβή εκεί όπου επήχθη η λαιμητόμος. Ούτω γίνεται και εις την Αυστρίαν, την Ιταλίαν, την Αγγλίαν και την Γερμανίαν με μόνην την διαφοράν ότι εις τα δύο τελευταία κράτη είναι ακόμη βραχύτεραι αι προθεσμίαι. Η εντός ωρισμένου και ουχί μακρού χρόνου εκτέλεσις της θανατικής αποφάσεως εθεωρήθη πανταχού επιβαλλομένη, όχι μόνον προς επιτυχίαν του σκοπού της ποινής αλλά και υπό του οφειλομένου εις τον μέλλοντα να την υπομείνη ανθρωπίνου οίκτου. Εις τί τω όντι δύναται να χρησιμεύση η παράτασις της αγωνίας του ουδέν πλέον δικαιουμένου να ελπίζη; Τα ανωτέρω, τα απανταχού ισχύοντα, φαίνονται τόσον αναμφισβητήτως δίκαια, φιλάνθρωπα και ορθά, ώστε άλυτον αίνιγμα απομένει πώς μόνον αι ελληνικαί κυβερνήσεις κατώρθωσαν να προτιμήσωσι τα ακριβώς ενάντια. Η μετά πάροδον ολοκλήρων ετών θανάτωσις του φονέως άγει αυτούς εκείνους τους εν αρχή μετ' αδημονίας ερωτώντας “διατί δεν κόπτουν το θηρίον”, να ερωτώσι “διατί σφάζεται ο άνθρωπος”, αφού λησμονηθή το έγκλημά του. Ο πριν και παρ' ημίν συνήθης εν αυτώ τω τόπω όπου διεπράχθη το κακούργημα αγνισμός αυτού δια του αίματος του επί μακρόν χρόνον μαστίσαντος την επαρχίαν γνωστού εις πάντας κακούργου, ήτο βεβαίως πολύ σωφρονιστικώτερος της σφαγής εις άλλον τόπον αγνώστου εις τους παρισταμένους καταδίκου. Και τούτο όμως εθεωρήθη εσχάτως ως επουσιώδες και πολύ απραγμονέστερον να ιδρυθή έν κεντρικόν σφαγείον. Εκείνο το οποίον δεν υπήρξε δυνατόν να κατορθωθή εις τας Αθήνας δια την σφαγήν των ζώων, κατωρθώθη εις το Ναύπλιον δια την σφαγήν ανθρώπων. Τας πριν περιοδείας της λαιμητόμου διεδέχθησαν αι περιοδικαί αθρόων καταδίκων σφαγαί. Απίστευτον φαίνεται αλλά και ακριβέστατον είναι ότι διατηρούνται παρ' ημίν κεντρικαί αποθήκαι καταδίκων εκ των οποίων εξάγεται ανά διετίαν ή τριετίαν δεκαπεντάς ανθρώπων δια να σφαγή. Η διαλογή των θυμάτων, αγνοούμεν αν κατά κλήρον ή κατ' άλλον τρόπον γίνεται μεταξύ τριπλασίου, τετραπλασίου ή και δεκαπλασίου αριθμού συγκαταδίκων εις την αυτήν ποινήν. Οι κατάδικοι τω όντι εις θάνατον αποτελούσι παρ' ημίν ιδιαιτέραν και ικανώς πολυάριθμον τάξιν καταδίκων, τελείως άγνωστον εις πάσαν άλλην χώραν, δια τον λόγον ότι πανταχού ο καταδικασθείς εις θάνατον ή θανατώνεται ή αξιούμενος χάριτος μεταβάλλεται εντός τακτής προθεσμίας από καταδίκου εις θάνατον εις κατάδικον εις δεσμά ή εις άλλην οιανδήποτε ποινήν. Μόνον εν Ελλάδι ημπορεί να πολυχρονήση υπό την ιδιότητα καταδίκου εις θάνατον, δυνάμενος μεν ν' αποθάνη και εκ γεροντικού μαρασμού, αλλά και δεκτικός καρατομήσεως από μιας εις άλλην ημέραν, χωρίς να ηξεύρη διατί. Όπως το ξίφος επί της κεφαλής του Δαμοκλέους, ούτω επικρέμαται ισοβίως και επί της ιδικής του η κοπίς της λαιμητόμου. Πάντα ταύτα φαίνονται τόσον άτοπα, αλλόκοτα, απάνθρωπα και βδελυρά, ώστε εκλίνομεν επί πολύν χρόνον να πιστεύσωμεν, ότι υπήρχον ίσως ιδιαίτεροί τινες ιστορικοί, διοικητικοί, πολιτικοί ή άλλοι άγνωστοι εις ημάς λόγοι, επιβάλλοντες τας τοιαύτας εκτροπάς από της απανταχού κρατούσης συνηθείας. Τους λόγους τούτους εζητήσαμεν πλειστάκις να πληροφορηθώμεν ερωτώντες δικαστάς, εισαγγελείς, τμηματάρχας, υπουργούς και όσους άλλους ηδυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως αρμοδίους να φωτίσωσιν ημάς περί τούτου. Αι απαντήσεις όμως αυτών ημιλλώντο κατά την ποικιλίαν προς τα χρώματα της Ίριδος ή της στολής του Αρλεκίνου. Εκ των αντιφάσεων αυτών ουδέν άλλο ηδυνήθημεν να συμπεράνωμεν παρά μόνον ότι ουδ' αυτοί εκαλογνώριζαν, διατί πρέπει η Ελλάς ν' αποτελή μοναδικήν εξαίρεσιν της απανταχού επικρατούσης τάξεως και σοβαρότητος περί την διαχείρισιν του απονεμομένου εις το Κράτος φοβερού δικαιώματος του φονεύειν. Το μόνον βέβαιον είναι ότι δια της μακράς συνηθείας κατήντησαν τα παρ' ημίν διαπραττόμενα ασυνείθιστα να χάσωσι την φρικαλέαν αυτών πρωτοτυπίαν. Ο τύπος γράφει εκάστοτε περί τούτων, απλώς δια τον τύπον, ολίγας τινάς γραμμάς ουδεμιάς αξιουμένας απαντήσεως παρά των υπευθύνων, και τα πράγματα εξακολουθούσι να διανύωσι την τακτικήν ή μάλλον την άτακτον αυτών τροχιάν. Ως δεν κατώρθωσαν οι αστρονόμοι να εξηγήσωσι διατί, ενώ πάντες οι λοιποί πλανήται στρέφονται περί εαυτούς από δυσμών προς ανατολάς, μόνος ο πλανήτης Ουρανός στρέφεται απ' ανατολών προς δυσμάς, ούτως αδύνατον φαίνεται ν' ανευρεθή και ο λόγος δια τον οποίον ουδέν πρέπει να γίνεται εις την Ελλάδα, όπως εις πάντα τα λοιπά κράτη, τα έχοντα την αξίωσιν να λέγωνται πολιτισμένα. Και όχι μόνο αδύνατος είναι η ανεύρεσις του λόγου, αλλά και η αναζήτησις αυτού φαίνεται μετέχουσα του γελοίου. Ο ερωτών λ.χ. διατί είναι παρ' ημίν δεκαπλάσιος του αλλαχού των φόνων και των αναιρέσεων ο αριθμός· διατί την ποινήν της φυλακίσεως αντικαθιστά εις τα εγκλήματα του τύπου η της προφυλακίσεως· διατί εξ όλων των κρατών του Αίμου μόνη η Ελλάς δεν πρέπει να έχη στρατόν· διατί δεν καταδιώκονται οι κλέπτοντες τας δικογραφίας εκ του γραφείου της Βουλής· διατί μεταβάλλονται εις κοπρώνας τα αρχαία μνημεία, διατί αντί του κ. Τσούντα διδάσκει ο κ. Οικονόμου την αρχαιολογίαν, ή πώς συμβαίνει να θεωρή ο κ. Δηλιγιάννης επιλήψιμον την εξύβρισιν του Βασιλέως, κινδυνεύει να κατηγορηθή ως καθ' υπερβολήν απλοϊκός, ως αναζητητής ψύλλων εις τ' άχυρα, ως κοπανιστής αέρος, αν όχι και ως ιδιότροπος, δύστροπος, παράξενος, ασυμβίβαστος και ανάξιος να συγκαταλέγεται μεταξύ των εξύπνων Ρωμηών. Ο τίτλος διορθωτού του ρωμέικου κατήντησε ν' αμιλλάται κατά την γελοιότητα προς τον του τετραγωνισμού του κύκλου. Τούτον φοβούμενοι περιωρίσθημεν από ικανών ήδη ετών να λέγωμεν εις τους αναγνώστας μας παραμύθια περί γάτων, σκύλων, αλόγων, βοών και Συριανών συζύγων. Σήμερον όμως προτιμώμεν κατ' εξαίρεσιν να διηγηθώμεν εις αυτούς μίαν αληθεστάτην ιστορίαν, ήτις έχει το πλεονέκτημα να ομοιάζη παραμύθι και πλην αυτού να συνδέεται στενώς με το μέγα ζήτημα της θανατικής ποινής. Ως πάντες γνωρίζουσι, το εκτάκτως φοβερόν της ποινής αυτής έγκειται εις τας προηγουμένας της εκτελέσεως αγωνιώδεις ώρας του καταδίκου. Ενώ τον εφορμώντα κατ' εχθρικού προμαχώνος στρατιώτην ή τον πνέοντα τα λοίσθια ασθενή υποστηρίζει μέχρι τελευταίας πνοής η ελπίς ότι ενδέχεται να σωθώσιν, εις μόνον τον κατάδικον επιβάλλεται ν' αντικρύση την απόλυτον βεβαιότητα της επικειμένης αυτού εκμηδενίσεως. Αν ήτο δυνατόν ν' απαλλαχθή του φοβερού τούτου αντικρυσμού, θα εστερούντο του κυριωτάτου αυτών επιχειρήματος οι εξεγειρόμενοι κατά της θανατικής ποινής, ως ελπίζομεν να πεισθώσιν οι αναγνώσται της κατωτέρω αψευδούς διηγήσεως. Η ουσία της ιστορίας ταύτης παρέμενεν ως συγκεχυμένον και αδέσποτον παιδικόν άκουσμα εις γωνίαν τινά της μνήμης μας, ότε έτυχε να την ακούσωμεν επιβεβαιουμένην και συμπληρουμένην εν αυτώ τω τόπω όπου συνέβη παρ' αυτού του ανεψιού του ήρωος αυτής. Περιηγούμενοι κατά τον χειμώνα του 187... την Σικελίαν και διατρίβοντες από τινων ημερών εις την Μεσσίναν, έτυχεν εσπέραν τινά να ζητήσωμεν άσυλον κατ' αιφνιδίας καταιγίδος εις το πλησιόχωρον ελληνικόν προξενείον. Πλην του κ. προξένου, παλαιού ημών φίλου, εύρομεν εις την αίθουσαν έν ανδρόγυνον, το οποίον μας επαρουσίασε μειδιών μετά τινος ειρωνείας, ως τον πανοσιώτατον καπουκίνον Δομένικον Λαμαδόρον, ήτοι Κυριακούλην Χρυσοσπάθην και την... κυρίαν του. Τούτο δεν ήτο αστειότης. Μετά την κατάκτησιν τω όντι της Ρώμης υπό των Ιταλών και την επικράτησιν των προοδευτικών ιδεών πολλοί Σικελοί καλόγεροι εθεώρησαν πρέπον ν' αποτινάξωσι την κουκούλαν και να νυμφευθώσιν. Έν μόνον βλέμμα επί του ξερασωθέντος ήρκεσε να με πείση ότι έκαμε κάλλιστα να λάβη γυναίκα. Επί ώμων Άτλαντος και λαιμού ταύρου έφερε κεφαλήν, της οποίας αδύνατον ήτο να μη θαυμάση τις την ανθηράν όψιν, την πυκνήν τρίχα, τας ικανάς να χρησιμεύσωσιν ως ρόπαλον εις τον Σαμψώνα σιαγόνας, τα κατακόκκινα χονδρά χείλη και το μακάριον μειδίαμα, το αποκαλύπτον οδόντας ιπποποτάμου. Το μάσημα και τα φιλήματα του πανοσιωτάτου πρέπει να ηκούοντο εις απόστασιν πεντήκοντα τουλάχιστον βημάτων. Ο κ. πρόξενος και εγώ ωμοιάζαμεν πίθηκον παραβαλλόμενοι προς αυτόν. Ουδ' ήτο δυνατόν ν' ανεύρη γυναίκα αξιωτέραν της ιδικής του να εντρυφήση εις τα τοιαύτα αυτού προσόντα. Οι μαύροι οφθαλμοί της εφλογοβόλουν και η κοκκινόξανθος κόμη της έλαμπεν ως χαλκίνη περικεφαλαία. Δεν ήτο όσον εκείνος χονδρή, αλλ' υψηλή, εύσωμος και εύμορφη απ' επάνω έως κάτω. Λέγω δε απ' επάνω έως κάτω ουχί κατά τύχην, αλλά διότι είχεν ανυψώσει ολίγον το φόρεμά της δια να ξηράνη εις την εστίαν τα υποδήματά της, τα κάθυγρα εκ της αιφνιδίας πλημμύρας. Ουδέποτε έτυχε να ζηλεύσω τόσον πολύ εις άλλον άνθρωπον το πλάτος των ώμων του, τους οδόντας του, το πολύ αίμα του, την ευρωστίαν του και την γυναίκα του. Μετ' ολίγον μ' έκαμε να ζηλεύσω και άλλο αυτού προτέρημα, την ευθυμίαν και την κωμικήν δύναμιν, την οποίαν κατώρθωνε να μεταδίδη και εις τα πενθιμώτατα θέματα ομιλίας. Κατά τας ημέρας εκείνας περί ουδενός άλλου εγίνετο λόγος παρά περί της προσφάτου καρατομήσεως του ληστάρχου Ταρτάλια, όστις, αφού εδόξασε την Σικελικήν κλεφτουργιάν, τρέψας πολλάκις εις φυγήν τους καραβινιέρους, είχε δειλιάσει προ του δημίου. ― Αν ήμην εγώ πνευματικός του, είπεν ο προκαλόγηρος, θα κατώρθωνα να τον κάμω ν' αποθάνη παληκαρίσια, με την εφεύρεσιν του μακαρίτου θείου μου Πάτερ Βαρνάβα. Είναι η μόνη ικανή να κάμη και τον δειλότερον κατάδικον ν' αντικρύση χωρίς φόβον την φούρκαν ή την καρμανιόλαν. ― Και εις τί συνίσταται αυτή η εφεύρεσις; ηρώτησα μετά περιεργείας. ― Εις το να μη πιστεύση ο κατάδικος ότι πρόκειται να τον κόψουν ή να τον κρεμάσουν. ― Τούτο, παρετήρησα, φαίνεται κάπως δύσκολον, όταν έχη έμπροσθέν του την μηχανήν και αφού του υπεσχέθη τον παράδεισον ο παπάς. ― Και τίς η ανάγκη, απήντησε, να του υποσχεθή ο παπάς τον παράδεισον και όχι άλλο τι καλλίτερον; ― Αλλά τί καλύτερον από τον παράδεισον ημπορεί να υποσχεθή εις άνθρωπον αγόμενον εις την λαιμητόμον; ― Ημπορεί να του υποσχεθή ότι έχει ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια πριν μεταβή εις τας αιωνίους μονάς. ― Δεν σας εννοώ. ― Πώς δεν με εννοείτε; Δεν προτιμάτε και σεις τα μακαρόνια της γης από τα ωσαννά και τα αλληλούια του ουρανού, ή μήπως δεν προτιμάτε από τους άλλους αγγέλους τας ζωντανάς γυναίκας, όταν μάλιστα ομοιάζουν με την ιδικήν μου και στεγνώνουν τας κνήμας των εις την φωτιάν; Αν μου ειπήτε όχι, δεν θα σας πιστεύσω, διότι την τρώγετε με τα μάτια απ' επάνω έως κάτω, και κάμνετε πολύ καλά, επρόσθεσε μειδιών, διότι αξίζει τον κόπον, κ' εγώ δεν ζηλεύω. Δια να μη φανή παράδοξον το τοιούτον είδος ομιλίας, δεν είναι περιττόν να προσθέσω ότι υπερέβαινε τότε παν όριον των ξερασωμένων καλογήρων η αδιαντροπία και η επίδειξις ασεβείας, ως να ήθελον ν' αποζημιωθώσι δια την πρώην επιβαλλομένην εις αυτούς υπό του επαγγέλματός των συστολήν και υποκρισίαν. Ταύτα όμως δεν εξήγουν και πώς ηδύνατο ο πνευματικός να υποσχεθή εις κατάδικον πολλά έτη και φαγοπότια αντικρύ της λαιμητόμου. Την εύλογον ταύτην απορίαν μου ηυδόκησεν επί τέλους να λύση ο Χρυσοσπάθης διηγούμενος τα εξής: ― Γνωρίζετε βέβαια ότι πριν γείνει μία η Ιταλία, η νήσος μας ήτο παράρτημα του βασιλείου της Νεαπόλεως και ότι εμίσουν οι Σικελοί τους Νεαπολίτας όσον οι Πολωνοί τους Μοσχοβίτας. Και όχι μόνον τους απεστρέφοντο ως αλλοφύλους και τυράννους, αλλά και τους επεριφρόνουν ως ανάνδρους. Κατά την εποχήν λοιπόν όπου το μίσος κατά της Νεαπόλεως ευρίσκετο εις την ακμήν του, ολίγους μήνας μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1848 και τον βομβαρδισμόν της Μεσσίνας, Ναπολιτάνος στρατιώτης της φρουράς του Παλέρμου ονομαζόμενος Σάνδρος έτυχε να μαχαιρώση δι' ερωτικούς λόγους τον λοχίαν του και να καταδικασθή εις θάνατον υπό του στρατοδικείου. Η εκτέλεσις όμως της αποφάσεως επρόσκοπτε κατά της εξής σπουδαίας δυσχερείας, την οποίαν είχαν λησμονήσει να λάβουν υπ' όψιν των οι στρατοδίκαι· ότι την κακήν ιδέαν των Σικελών περί της ανδρείας των στρατιωτών του βασιλέως Φερδινάνδου θα επεκύρωνε και θα εκορύφωνεν η κατά την ημέραν της εκτελέσεως δειλία του καταδίκου. Η αλήθεια είναι ότι ο Ναπολιτάνος δύναται να φανή ανδρείος μόνον όταν είναι θυμωμένος ή μεθυσμένος, όχι όμως και ν' αντικρύση τον θάνατον με ψυχραιμίαν. Την ανησυχίαν ταύτην ηύξανεν η συμπεριφορά του καταδικασθέντος, όστις δεν έπαυε να κλαίη και να οδύρεται εις την φυλακήν του. Βέβαιον λοιπόν εφαίνετο ότι θα κατήσχυνε τον στρατόν της κατοχής αποθνήσκων ανάνδρως. Τούτο όμως ήτο τόσον ασύμφορον την επιούσαν καταστολής επαναστάσεως και την παραμονήν ίσως εκρήξεως άλλης, ώστε οι προϊστάμενοι αυτού εθεώρησαν πρέπον να γράψωσιν εις Νεάπολιν ζητούντες την μετατροπήν εις δεσμά της θανατικής ποινής. Ο βασιλεύς ήτο εύσπλαχνος και ηρέσκετο ν' απονέμη χάριν, επ' αυτού μάλιστα του ικριώματος της αγχόνης, εις πολιτικούς και άλλους καταδίκους, ουδέποτε όμως εχαρίτωσεν εγκληματήσαντα στρατιώτην, θεωρών τούτο ως επιζήμιον εις την πειθαρχίαν. Αντί λοιπόν της ζητηθείσης χάριτος έφθασε μετά τρεις ημέρας εκ Νεαπόλεως η διαταγή να εκτελεσθή η απόφασις ανυπερθέτως. Κατά το διάστημα τούτο είχε κορυφωθή η ανυπομονησία των κατοίκων του Παλέρμου να ίδωσι Ναπολιτάνον στρατιώτην λιποψυχούντα προ του θανάτου, τον οποίον είχον υπομείνει πρό τινων εβδομάδων τόσον ηρωικώς οι Σικελοί πατριώται οι καταδικασθέντες υπό των εκτάκτων δικαστηρίων. Η πεποίθησις των Πανορμιτών επί την ανανδρίαν του καταδίκου ήτο τοιούτη, ώστε δεν εδίσταζαν να στοιχηματίζωσι δέκα τάληρα αντί ενός ότι θα ελιποθύμει επί του τόπου της εκτελέσεως. Ταύτα ήτο επόμενον ν' αυξήσωσιν έτι μάλλον την αμηχανίαν των αρχών. Ο διοικητής συνεκάλει αλλεπάλληλα συμβούλια προς εύρεσιν ενός οιουδήποτε τρόπου προφυλάξεως του στρατού από της επικειμένης δυσφημίας, κατά τα οποία πολλαί και ποικίλαι επροτείνοντο γνώμαι. Οι μεν ήθελον να μεθυσθή ο κατάδικος δι' οίνου της Μαρσάλας ανακατωμένου με ρακήν, πριν οδηγηθή εις τον τόπον της εκτελέσεως, οι δε να τουφεκισθή την νύκτα εις τα υπόγεια του φρουρίου, ενώ άλλοι επρότειναν ν' αναμιχθή κοπανισμένον υαλίον εις το φαγητόν του ή να εγχυθή υδράργυρος εις το αυτίον του ενώ εκοιμάτο.[1] Αλλ' ο μεν λαθραίος τουφεκισμός θ' απεδείκνυε την κυβέρνησιν συμμεριζομένην την περί της ανανδρίας των στρατιωτών της επικρατούσαν γνώμην, η δε ανάμιξις κοπανισμένου υαλίου εις το φαγητόν και η καθ' ύπνους έγχυσις υδραργύρου ήσαν κάπως δυσεφάρμοστοι, δια τον λόγον ότι από τριών ήδη ημερών ο κατάδικος ούτε έτρωγεν ούτε εκοιμάτο. Οι συσκεπτόμενοι έξυαν την κεφαλήν των ματαίως αναζητούντες άλλο τι καλύτερον, ότε επαρουσιάσθη προ αυτών ο θείος μου Πάτερ Βαρνάβας, αναλαμβάνων αντί εκατόν ταλήρων, πληρωτέων μετά την επιτυχίαν, να διαθέση τον κατάδικον ν' αποθάνη αφόβως και γενναίως. Ερωτηθείς δια τίνος τρόπου ήλπιζε να κατορθώση τούτο, ηρκέσθη ν' απαντήση ότι η απόλυτος μυστικότης ήτο απαραίτητος όρος επιτυχίας και ότι ήτο εξ ίσου βέβαιος ότι θα επιτύχει όσον και ότι θα δύση ο ήλιος εις την θάλασσαν μετά μίαν ώραν. Ο Πάτερ Βαρνάβας εφημίζετο ως έξυπνος άνθρωπος. Η φήμη του αύτη, η πεποίθησις μετά της οποίας ωμίλει και προ πάντων η ανικανότης προς εύρεσιν άλλης διεξόδου, έπεισαν το συμβούλιον να δεχθή την πρότασιν του πανοσιωτάτου, υποσχόμενον την ζητηθείσαν αμοιβήν. Ώρα της εκτελέσεως ωρίσθη η δεκάτη της επιούσης και τόπος αυτής η ευρύχωρος παρά την προκυμαίαν πλατεία. Ρίγος και σπασμοί κατέλαβον τον κατάδικον, όταν είδεν εισαγόμενον τον συνήθη πρόδρομον των τουφεκιστών ρασοφόρον. Ούτος, ευθύς άμα έμειναν μόνοι, έσπευσε να προλάβη την επικειμένην λιποθυμίαν του δυστυχούς, λέγων εις αυτόν «μη φοβείσαι, έρχομαι να σε αναγγείλω ότι ο βασιλεύς ηυδόκησε να σου απονείμη χάριν». ― Χάριν! ανέκραξεν ο κατάδικος καταφιλών τας χείρας του καπουκίνου. Λοιπόν δεν θα με τουφεκίσουν; Είσαι βέβαιος περί τούτου; ― Βεβαιότατος. Είδα με τα μάτια μου το διάταγμα με την υπογραφήν του βασιλέως. Η χάρις όμως θα σε δοθή εις τον τόπον της εκτελέσεως. Ενθυμείσαι τους τρεις επαναστάτας, εις τους οποίους εδόθη πέρυσι χάρις επάνω εις την αγχόνην, ενώ ο βρόχος ήτο περασμένος εις τον λαιμόν των; ― Τους ενθυμούμαι. ― Ούτω και σε θα σε οδηγήσουν εις την πλατείαν της προκυμαίας, θα σε τοποθετήσουν αντικρύ εις απόσπασμα δέκα στρατιωτών, θα διαταχθεί πυρ, και τότε μόνον θα λάβης την χάριν. Δεν είχα το δικαίωμα να σου το φανερώσω· αλλά σε το λέγω, διότι ο βασιλεύς δεν θέλει τον θάνατόν σου και ήτο κίνδυνος ν' αποθάνης εις τον δρόμον από την τρομάραν. Θάρρος λοιπόν. Έχεις ακόμα να φας πολλά μακαρόνια, πριν μεταβής εις τον άλλον κόσμον. Η προσλαλιά αύτη ήρκεσε να διαλύση πάντα δισταγμόν και πάντα φόβον του καταδίκου. Ωμοίαζεν άνθρωπον από το στήθος του οποίου θα εσήκωναν βαρύ βράχον. Εδάκρυεν, εγέλα, εζητωκραύγαζε υπέρ του βασιλέως, υπέσχετο λαμπάδας εις όλους τους αγίους και επί τέλους εζήτησε να παρασύρη τον πνευματικόν του να χορεύσουν μαζί μίαν ταραντέλλαν. ― Τί κάμνεις, αθεόφοβε! είπεν ούτος. Λησμονείς ότι εχάθημεν και οι δύο, αν γνωσθή ότι σου εφανέρωσα το μυστικόν; Γονάτισε και εξομολογήσου. Ο κατάδικος εγονάτισεν, είπεν όσα είχε να είπη, έλαβεν άφεσιν αμαρτιών και απεχαιρέτισε τον πανοσιώτατον αποκαλών αυτόν σωτήρα του και υποσχόμενος να θαμβώση την επιούσαν τους θεατάς δια της αφοβίας του προ των τουφεκιστών. Ευθύς μετά την έξοδον του καπουκίνου εισήλθεν ο δεσμοφύλαξ, τον οποίον μεγάλως εξέπληξεν η εύθυμος διάθεσις του πρώην νυχθημερόν οδυρομένου. ― Δεν ηξεύρεις, είπεν εις αυτόν, ότι αύριον εις τας δέκα θα σε τουφεκίσουν; ― Το ηξεύρω πολύ καλά· γεννηθήτω το θέλημα του Θεού. Ηξεύρω όμως ότι έχω το δικαίωμα να ζητήσω να φάγω ό,τι θέλω εις το τελευταίον μου γεύμα. Παράγγειλε να μου φέρουν μίαν μακαρονάδα, ένα ψητόν καπόνι και κρασί των Συρακουσών. Μετά τριήμερον νηστείαν και αγρυπνίαν έφαγεν ως λάμια και απλωθείς έπειτα εις την κλίνην του ερρουχάλισε μακαρίως, μέχρις ού ήλθεν την επιούσαν να τον εξυπνήση ο επί της εκτελέσεως αποσπασματάρχης. Αφού δις εχασμήθη, εζήτησεν ο κατάδικος ως τελευταίας χάριτας ένα καφέ δια ν' αποτινάξη τον ύπνον από τα βλέφαρά του, μίαν ψήκτραν για να καθαρίση την στολήν του, έν γαρούφαλον και την άδειαν να βαδίση με λυτάς χείρας εις τον τόπον της εκτελέσεως. Αφού εβούτηξε δύο παξιμάδια εις τον καφέ του, επλύθη, εκτενίσθη, ανώρθωσεν ως άγκιστρα τους μύστακάς του, επέρασε το γαρούφαλον εις την κομβιοδόχην του κολοβίου του και στρεφόμενος έπειτα προς τον αποσπασματάρχην είπεν εις αυτόν μετά θαυμαστής αταραξίας: «Είμαι έτοιμος, κύριε λοχία». Πάντες οι παριστάμενοι ηπόρουν δια την αιφνιδίαν μεταμόρφωσιν του δειλού κάπωνος εις ανδρικόν πετεινόν και οι πάντες συνέχαιρον δια την έξοχον κατηχητικήν ικανότητα τον θείον μου Βαρνάβαν, όστις εδέχετο μετά της προσηκούσης εις το σχήμα του μετριοφροσύνης τα συγχαρητήρια. Αν και ήτο χειμών κατά το ημερολόγιον, ο καιρός ήτο εαρινός, ο ουρανός ανέφελος, η αύρα χλιαρά και εμοσχοβόλουν αι πορτοκαλέαι. Κανείς άλλος τόπος δεν έχει ζεστάς ημέρας τον χειμώνα πλην της Σικελίας. ― Και της Ελλάδος, διέκοψα εγώ. ― Έχετε δίκαιον, απήντησεν ο προκαλόγηρος. Ελησμόνουν ότι η μικρή σας Ελλάς ήτο πριν επαρχία της Μεγάλης και είχε πρωτεύουσαν τας Συρακούσας και βασιλέα τον Χαρώνδαν. ― Ταύτα, απήντησα γελών, είναι δεκτικά συζητήσεως. Αλλά τελειώσατε, παρακαλώ, την ιστορίαν σας. ― Έλεγα λοιπόν ότι ο καιρός ήτο ωραίος. Τα εργαστήρια είχον κλεισθή και όλοι οι Πανορμίται, άνδρες και γυναικόπαιδα, είχον σωρευθή εις τον δρόμον, τα παράθυρα, τους εξώστας και τας στέγας των χαμηλών οικιών, περιμένοντες την διάβασιν του καταδίκου. Οι κυβερνητικοί διέδιδαν ότι ούτος είχεν ανδρειωθεί και θ' απέθνησκεν ως γενναίος στρατιώτης, οι δε Σικελοί επέμειναν να στοιχηματίζωσι δέκα προς έν ότι θ' απέθνησκεν ως Ναπολιτάνος. Δεν εβράδυναν όμως να πεισθώσιν ότι δεν ήξιζε τίποτε το στοίχημά των. Αντί να σύρεται ως μόσχος εις την σφαγήν, ο κατάδικος εβάδιζεν εν μέσω των μελλόντων να τον τουφεκίσωσι στρατιωτών γαλήνιος και μεγαλοπρεπής ως θεός του Ολύμπου. Οσάκις συνήντα γνωρίμους του καθ' οδόν έτεινε εις αυτούς την χείρα και εις τα συλλυπητήρια και τας ενθαρρύνσεις αυτών απήντα δια καταλλήλου ρητού της προς χρήσιν του στρατού χρηστομαθείας του Σοαβίου: «Ο δίκαιος δεν φοβείται τον θάνατον»· «Ο άνθρωπος είναι παροδίτης της γης»· «Ο θάνατος είναι μετάβασις εις την αθανασίαν», ή άλλου τοιούτου και ευθύς έπειτα ετάχυνε το βήμα, ως θέλων ν' ανακτήση τον απολεσθέντα χρόνον. Οι Ναπολιτάνοι εθριάμβευον και επευφήμουν και οι Σικελοί έκλιναν δυσθύμως προς τα κάτω την κεφαλήν. Προ της θύρας οινοπωλείου δύο συστρατιώται του, ορθοί επί σκαμνίων, τον επροσκάλεσαν να πίη έν τελευταίον ποτήριον οίνου μετ' αυτών. Δεχθείς προθύμως την πρόσκλησιν ύψωσε το ποτήριον ανακράζων: «Εις την υγείαν της Α. Μεγαλειότητος του ενδόξου και αγαθού ημών βασιλέως Φερδινάνδου. Ο Θεός να τον ευλογή και να τον πολυχρονίζη». Την φοράν ταύτην επευφήμησαν τον κατάδικον πλην των Ναπολιτάνων και πολλοί εκ των Σικελών, εις δε τους λοιπούς μία μόνη απέμενεν ελπίς, ότι το ασύνηθες τούτο θάρρος ήτο προϊόν μιας οπωσδήποτε τεχνητής διεγέρσεως και θα εξέλειπεν επί του τόπου της εκτελέσεως. Η ελπίς αύτη θα επραγματοποιείτο ίσως αν δεν είχε προνοήσει ο θείος μου Βαρνάβας να παρευρεθή εκεί δια να τον ενθαρρύνη δια νεύματος και της επιδείξεως της άκρας χαρτίου, το οποίον δεν ηδύνατο να είναι άλλο παρά η υποσχεθείσα χάρις. Ο κατάδικος ουδέν απολέσας της αταραξίας του, υπήγε να τοποθετηθή αυθορμήτως αντικρύ των τουφεκιστών εις την κανονισμένην απόστασιν δέκα βημάτων, απωθήσας τον προσελθόντα να περιδέση κατά το σύνηθες τους οφθαλμούς του δια μαντυλίου δεκανέα. Οι στρατιώται ηύθυναν ήδη κατά του στήθους του τα όπλα αναμένοντες το τελευταίον πρόσταγμα, ότε αντήχησαν εκ διαφόρων συγχρόνως ομίλων φωναί: «Δεν μας αποχαιρετάς, Σάνδρε;» Το αποχαιρέτημα τούτο είναι εις τον τόπον μας δικαίωμα του καταδίκου και σχεδόν καθήκον επιβαλλόμενον εις αυτόν υπό της παραδόσεως. Άλλος το προετοιμάζει και άλλος το αυτοσχεδιάζει, άλλος λέγει πολλά και άλλος ολίγα, έκαστος κατά τον βαθμόν της ρητορικής του ικανότητος, όλοι όμως προσπαθούν να είπουν κάτι δια να μη υποτεθή ότι εβούβανεν αυτούς ο φόβος. Ο Σάνδρος δεν ήτο ρήτωρ, ήτο όμως αρκετά καλός τενόρος. Μη ευρίσκων τί να είπη αξιομνημόνευτον ανέμελψεν αντί προσλαλιάς το άσμα των 'Μασναδιέρων' του Βέρδι: Tra - la, Trala lala, n'andremo d'un salto nel mondo di la. Ήτοι: θα πάγω μ' έvα πήδημα ίσια στοv άλλον κόσμοv! Το κύκνειον τούτο άσμα ήτο βεβαίως επίκαιρον, η φωνή του καταδίκου ωραία και η αφοβία, μεθ' ης ητοιμάζετο να πηδήση εις τον άλλον κόσμον, αληθώς πρωτοφανής. Ευλόγως λοιπόν εξερράγη το πλήθος εις επευφημίας και χειροκροτήματα, οίων ουδέποτε ηξιώθησαν εις το θέατρον ούτε ο Ρόπας, ούτε ο Μάριος, ούτε ο Φασκίνης, ουδ' αυτή ίσως η Μαλιβράν. Ταύτα αντήχουν ακόμη, ότε ύψωσε το ξίφος ο έχων το πρόσταγμα αξιωματικός, ήστραψαν τα τουφέκια και δέκα σφαίραι ετρύπησαν το στήθος του καταδίκου. Ο θάνατος επήλθεν τόσον ακαριαίος, ώστε δεν επρόφθασε να εξαλείψη το διαστέλλον τα χείλη του μειδίαμα ευδαίμονος αυταρεσκείας. Ειπέτε μου τώρα, παρακαλώ, αν πιστεύετε ότι ηδύνατο ο θείος μου Βαρνάβας να κάμη τον άνθρωπον εκείνον ν' αποθάνη τόσον ευχαριστημένος και ν' αφίση μνήμην ήρωος, αν του ωμίλει περί της ευσπλαγχνίας του Θεού και της μακαριότητος του Παραδείσου, αντί να του υποσχεθή ότι είχεν ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια; ― Ομολογώ ότι το πράγμα επιδέχεται αμφισβήτησιν. Δεν εννοώ όμως πώς ο μακαρίτης θείος σας απεδέχετο να δοξάζη παρ' αξίαν ως ήρωας τους εχθρούς της πατρίδος του Ναπολιτάνους; ― Δεν το εννοείτε διότι δεν γνωρίζετε, ως φαίνεται, ότι οι Φράγκοι ρασοφόροι δεν έχουν άλλην πατρίδα πλην της Εκκλησίας, ουδ' άλλον αρχηγόν πλην του Πάπα. Έπειτα ο θείος μου ήτο, ως σας είπα, έξυπνος άνθρωπος και είχε στοιχηματίσει κ' εκείνος πολλά ότι θ' απέθνησκεν ο κατάδικος γενναίως. Η βροχή είχε παύσει και το ανδρόγυνον ηγέρθη να μας αποχαιρετήση. Εξερχόμενος με επροσκάλεσεν ο προκαλόγηρος να υπάγω να ίδω την συλλογήν του Σικελικών αρχαιοτήτων, και την πρόσκλησιν ταύτην επεκύρωσεν η κυρία του δι' ενός προσηνεστάτου arivederci. Εκατοίκουν το πρώτον πάτωμα μικράς οικίας εις την άκραν της οδού Γαριβάλδη. Επί της κοσμούσης την θύραν χαλκίνης πλακός ανεγινώσκετο υπό το όνομα του ενοίκου ο τίτλος 'αρχαιολόγος' (antiquario), σημαίνων εν Σικελία 'πωλητής αρχαιοτήτων'. Η δεξίωσις υπήρξε φιλοφρονεστάτη. Η οικοδέσποινα ευηρεστήθη να μου προσφέρη καφέ και να με θαμβώση και πάλιν με την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών και της χρυσής της κόμης, ο δε ξερασωμένος αρχαιολόγος, αφού μοι παρεχώρησεν αντί εκατό μόνον φράγκων δύο 'σπάνια' νομίσματα των Συρακουσών, ηυδόκησε να με πληροφορήση ότι, αν πλην των οφθαλμών και της κόμης επεθύμουν να μεταΐδω και τας κνήμας της κυρίας του, ηδυνάμην ν' απολαύσω την ευχαρίστησιν ταύτην μεταβαίνων το εσπέρας εις το θέατρον Vittorio Emmanuele, όπου ήτο δευτέρα χορεύτρια. Όπως οι καλόγηροι, ούτω είχαν αρχίσει να υπανδρεύωνται εις την Σικελίαν και αι χορεύτριαι. Εμμανουήλ Ροΐδης (1836 - 1904) Ο Ροΐδης γεννήθηκε στη Σύρο το 1836 αλλά μεγάλωσε στη Γένοβα ακολουθώντας στις μετακινήσεις του τον έμπορο πατέρα του. Σπούδασε φιλοσοφία στη Γερμανία και μετά το τέλος των σπουδών του εγκαθίσταται στην Αθήνα. Εξακολουθεί να ασχολείται με τις οικογενειακές επιχειρήσεις αλλά τον κερδίζει το γράψιμο και η δημοσιογραφία. Άσκησε μέσα από τις στήλες του έντονη κριτική σε όλο το φάσμα της πολιτικής , κοινωνικής και πνευματικής ζωής της πατρίδας μας του 19ου αιώνα , με ένα λόγο καυστικό, πνευματώδη, σατυρικό γεμάτο χιούμορ και σαρκασμό. Το ύφος του ήταν πρωτότυπο ξεχωριστό και ο ίδιος ξεχωριστός. Τρομερός αφηγητής, έγραφε σε μια ιδιαίτερη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα δουλεμένη και εξυψωμένη σε ένα γλωσσικό εργαλείο γεμάτο δύναμη και λεπτές αποχρώσεις ενώ με τον λόγο του, τις απόψεις του, τις στήλες του ήταν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της επικράτησης της δημοτικής σαν επίσημης γλώσσας. Το 1866 εκδίδει το μυθιστόρημα του "Πάπισσα Ιωάννα" που τον κάνει γνωστό παγκόσμια και τον κατατάσσει στους σημαντικότερους Έλληνες πεζογράφους. Το έργο είναι μια σάτιρα της καθολικής εκκλησίας του μεσαίωνα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, χαρίζοντας φήμη στον Ροίδη αλλά και έγινε αιτία αφορισμού του από την ελληνική εκκλησία, κάτι που μάλλον αύξησε το ενδιαφέρον του κοινού. Ο Ροΐδης πνεύμα ασυμβίβαστο και σπινθηροβόλο κατάφερε με το μοναδικό του ύφος να καθιερωθεί στα ελληνικά γράμματα και να αποτελέσει τον προάγγελο των μεγάλων έργων της ελληνικής πεζογραφίας του 20ου αιώνα Το 1875 ίδρυσε την δική του πολιτική εφημερίδα με τον τίτλο "Ασμοδαίος", που με σατυρικό πάντα ύφος δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Διετέλεσε και έφορος στην Εθνική μας βιβλιοθήκη για ένα διάστημα. Πέθανε το 1904. Έργα του: Πάπισσα Ιωάννα Ιστορία ενός σκύλου Ιστορία μιας γάτας Ιστορία ενός αλόγου Ψυχολογία Συριανού συζύγου Η μηλιά Το παράπονο ενός νεκροθάπτου ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ Κωνσταντίνος Χατζόπουλος Φθινόπωρο διήγημα, 1917 Η γιαγιά ήταν ορθή στη σκάλα όταν χτύπησε το κουδούνι της αυλόπορτας. - Είναι η κυρία Κατίγκω, είπε μέσα η υπηρέτρια. Η κυρία Αγλαΐα, που ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, έκαμε κίνημα και ψιθύρισε: - Έλα, τελείωνε γρήγορα. Η υπηρέτρια γύρισε και την κοίταξε: ξαπλωμένη πάντα έβλεπε προς το παράθυρο. - Ήρθε η Ευανθία; ακούστηκε από κάτω η φωνή της κυρίας Κατίγκως. - Έλα απάνω, είπε η γιαγιά. - Έλα απάνω, φώναξε κι ο παπαγάλος που λιαζόταν στο μπαλκόνι. Η κυρία Κατίγκω προχώρησε ένα βήμα και ξαναρώτησε: - Ήρθε αλήθεια; Στο παράθυρο παρουσιάστηκε η λευκή όψη του παππού σαν προσωπίδα κρεμασμένη πίσω από το τζάμι με τα μάτια ασάλευτα. Η κυρία Κατίγκω που είχε κάμει άλλο ένα βήμα προς τη σκάλα, σταμάτησε και γύρισε γοργά το πρόσωπο. - Έλα απάνω, ξαναμίλησε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξαναπροχώρησε· η όψη του παππού παρουσιάστηκε στο άλλο παράθυρο. Η κυρία Κατίγκω έπιασε το κλαδί μιας ροδοδάφνης που ήταν εμπρός στη σκάλα· όπως το έπιασε το μάδησε. Μέσα η κυρία Αγλαΐα άκουσε τις παντούφλες της γιαγιάς που σύρθηκαν. - Ποιος είναι μέσα; ρώτησε η κυρία Κατίγκω. Η γιαγιά είχε κατεβεί τη μισή σκάλα. - Ποιος είναι μέσα; είπε σιγότερα η κυρία Κατίγκω και κοκκίνισε. Είχε ανεβεί κι αυτή δυο σκαλοπάτια. - Τι στέκεσαι; είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξανακοκκίνισε. Τα μάτια του παππού σα να τρυπούσαν πίσω της το τζάμι. Πήδησε τα σκαλιά, έδωσε το χέρι της γιαγιάς και ανέβηκαν μαζί τη σκάλα. Η υπηρέτρια έτρεξε στην πόρτα. - Μέσα η κυρία ησύχασε, είπε φωναχτά. Η κυρία Κατίγκω γύρισε στη γιαγιά. Η γιαγιά δεν της άφησε το χέρι. - Έλα, έλα, είπε και την έσυρε κοντά της μέσα. Πέρασαν στην τραπεζαρία. Η Ευανθία έτρεξε στην πόρτα, και η κυρία Κατίγκω την άρπαξε στην αγκαλιά: - Να σε χαρώ! - Δες την πως έγινε, είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω έκλαιε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο. - Η μητέρα σου, είπε σιγά κι άφησε το κέντημά της στο κάθισμα. Έπειτα σηκώθηκε και ήρθε κ’ έδωσε το χέρι στην κυρία Κατίγκω: - Μαμά, καλημέρα. Η κυρία Κατίγκω τη φίλησε. Ο Στέφανος δεν κινήθηκε από το παράθυρο, όπου ήταν καθισμένος. - Πώς έγινε! ξαναείπε η γιαγιά. Ο Στέφανος της ένεψε: - Έλα γιαγιά. Κ’ έδειξε ένα κάθισμα κοντά του. Η κυρία Κατίγκω ξαναγκάλιασε την Ευανθία. - Χρυσή μου! Η Ευανθία έσκυψε στο στήθος της. - Με θυμόσουνα ποτέ;… Έτσι σας έσφιγγα --- Και η κυρία Κατίγκω χάδευε τα μαλλιά της Ευανθίας κ’ εξακολούθησε να κλαίει: - Τις δυο. Και δείχνοντας το Στέφανο: - Και κείνος κοίταζε. - Μητέρα, έλα τώρα, ένεψε με το χέρι ο Στέφανος· μα η γιαγιά ήρθε κοντά του. - Άσ’ την , του ψιθύρισε. Η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι, και η ματιά της απαντήθηκε με τη ματιά του Στέφανου. Η Μαρίκα ήρθε και κάθισε κοντά του και ξαναέπιασε το κέντημα. Ένα φύσημα φούσκωσε την κουρτίνα στο παράθυρο. Η Μαρίκα έβηξε ελαφρά. - Να κλείσω; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, ένεψε η Μαρίκα. Η γιαγιά έκαμε να έρθει κοντά της. - Μα γιαγιά! τη σταμάτησε η Μαρίκα, και η γιαγιά τέντωσε το αφτί· πάλι με τις παντούφλες! δε μου το έταξες; - Καλά, καλά, ψιθύρισε η γιαγιά. Η Ευανθία ξανακοίταξε, κι ο Στέφανος γύρισε προς το παράθυρο. - Έλα γιαγιά, είπε έπειτα· μα η γιαγιά πήγε στην Ευανθία. Έξω, εμπρός στο παράθυρο μια λεύκα σιγοκινούσε τα φύλλα της κοκκινισμένα. Τα πεύκα πλάι ίσκιωναν την αυλή βαριά. Η βρύση τριγυρισμένη από κισσό, έσταζε αργά στην πέτρινη λεκάνη, όπου βουτούσανε δυο πάπιες. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έριξε κάτω μια ματιά. Έπειτα κοίταξε πάλι τον ουρανό, όπου ο ήλιος πολεμούσε ν’ ανοίξει δρόμο μέσα σε σύννεφα σταχτιά, που ξέκοβαν και σκόρπιζαν κουρελιασμένα από την κορυφή του αντικρινού ορθόβραχου βουνού. Καθώς ο Στέφανος ακούμπησε το χέρι στο τζαμόφυλλο και τι κίνησε, ο ήλιος χτύπησε στο τζάμι· η αντιφεγγιά έπεσε στην όψη της Μαρίκας κ’ έπαιξε και απλώθηκε στο πάτωμα. Η Μαρίκα έκλεισε τα μάτια. - Στέφανε! φώναξε η κυρία Κατίγκω. - Γείρε το, ψιθύρισε η Μαρίκα. Καθώς έστρεψε πάλι ο Στέφανος, το τζάμι ξανακινήθηκε και ο Στέφανος μόλις πρόφτασε να δη που έσβηνε η αντηλιά στα πόδια της Ευανθίας. - Τι; ρώτησε. - Το τζάμι. Ο Στέφανος έκαμε να το κλείσει. - Ξεχασμένος είσαι, είπε η Μαρίκα· τι έβλεπες; Ο Στέφανος δεν της απάντησε· την κοίταξε σα να μην είχε ακούσει. Η Ευανθία και η κυρία Κατίγκω απέναντι μιλούσαν τώρα και γελούσαν. Η Μαρίκα κεντούσε σιωπηλή. - Στέφανε! γύρισε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε. -Πως θα χαρεί ο πατέρας σου! - Ναι, κι ο παππούς πως χάρηκε! είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε ελαφρά. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, χάρηκε, είπε ξανά η γιαγιά. Η Μαρίκα έσκυψε πάλι στο κέντημα, και η κυρία Κατίγκω ξαναέπιασε το χέρι της Ευανθίας: - Δεν την ξαναφήνομε να φύγει, ε νονά; - Ναι, έκαμε να πει η γιαγιά, μα η Μαρίκα έβηξε και η κυρία Κατίγκω γύρισε κείθε: - Στέφανε, κλείσε! φώναξε. - Μα δε φυσά, μαμά, είπε η Μαρίκα. - Σήκω απ’ αυτού, της φώναξε η γιαγιά. - Έλα κάθισε δω, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία τραβήχτηκε να κάμει θέση στον καναπέ, η Μαρίκα όμως κάθισε στο σκαμνάκι που ήταν εμπρός στα πόδια της κυρίας Κατίγκως. Κάθισε κ’ έσκυψε πάλι στο κέντημα. Και σώπασαν. - Τι κεντάς; τη ρώτησε έπειτα η κυρία Κατίγκω. - Μια μάρκα. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε να δη. - Ωραία είναι, είπε· αλλά όπως σήκωσε πάλι τα μάτια, φώναξε έξαφνα: - Μα Στέφανε! Ο Στέφανος γύρισε· η γιαγιά που είχε σηκωθεί σταμάτησε στην πόρτα. - Καπνίζεις---; Κλείσε! ξαναφώναξε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε άλλη μια στιγμή· έπειτα πέταξε το τσιγάρο κ’ έκλεισε το τζάμι. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα. - Φυσά λιγάκι, ο καιρός κρύωσε, είπε η Ευανθία. - Θα είχατε αέρα στο βαπόρι, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, που είχε στρέψει προς το παράθυρο, είδε πως ο Στέφανος είχε τα μάτια απάνω της· και μια στιγμή δεν απάντησε. - Τι, θεία Κατίγκω; είπε ύστερα. Η Μαρίκα την κοίταξε: - Ρώτησε αν είχατε αέρα στο βαπόρι. - Όχι πολύ, είπε η Ευανθία και σώπασε. Η γιαγιά που είχε βγει ήρθε πάλι. - Μαρίκα, μίλησε. Η Μαρίκα κοίταξε. - Σε θέλει μέσα, της ψιθύρισε η γιαγιά. - Η γιαγιά δεν ησυχάζει, είπε η Ευανθία. - Τι; τέντωσε τ’ αφτί η γιαγιά. - Σήμερα μαγείρεψες μονάχη, είπε δυνατότερα η Ευανθία. - Ναι, μαγείρεψα, είπε η γιαγιά κ’ έμεινε κοιτάζοντας την πόρτα που η Μαρίκα έφυγε - - Ήσουν μέσα; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα ξαπλωμένη πάντα στον καναπέ. Η Μαρίκα στάθηκε ορθή μπροστά της. - Ναι, απάντησε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε. Είδε σουφρωμένα τα φρύδια της και πρόσεξε πως στα μάγουλά της πάλευαν να σβήσουν τα ελαφρά κοκκινωπά τους στίγματα. Την κοίταξε μια στιγμή κ’ έπειτα: - Ποιος άλλος είναι; ρώτησε. - Ο Στέφανος, απάντησε η Μαρίκα. - Άλλος, ρωτώ. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια. - Το ξέρεις, είπε. - Ναι, όμως πρόσεξε μη μου τη φέρουν μέσα. Η Μαρίκα την ξανακοίταξε. Έπειτα αφού κοίταξε κάτω άλλη μια στιγμή, έκαμε ένα βήμα προς τον καναπέ, σαν αρπαγμένη από έξαφνο αίσθημα. - Γιατί όλα αυτά, μαμά; γιατί; δοκίμασε να πει, ένα όμως νεύμα της κυρίας Αγλαΐας τη σταμάτησε. Έμεινε ορθή και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα χωρίς να κινηθεί: - Πήγαινε και πρόσεξε μη μου τη φέρουν· αυτό σε ήθελα, ψιθύρισε και γύρισε τα μάτια αλλού. Η Μαρίκα ήρθε πάλι στην τραπεζαρία. Η κυρία Κατίγκω και η γιαγιά σκυφτές, μιλούσαν ψιθυριστά χείλη με χείλη. Ο Στέφανος είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε, η Ευανθία στεκόταν κοντά στο ξανανοιγμένο παράθυρο. Μια αντηλιά έπαιζε τριγύρω στα μαλλιά της. Η Μαρίκα σταμάτησε στην πόρτα. Χωρίς να θέλει γύρισε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της κονσόλας. Τα κόκκινα στίγματα είχαν απλωθεί από τα μήλα σ’ όλο το μάγουλο· στα άχρωμα χείλη της είδε λευκότερα σημάδια, σα να τα δάγκασε. Ο Στέφανος φύσηξε τον καπνό προς το παράθυρο έξω. Η Ευανθία τον κοίταξε. Πίσω της σάλευε τα φύλλα η λεύκα, στον ουρανό άπλωναν τα σύννεφα σα μαδημένα. Ο στέφανος ξανακάπνισε, η Ευανθία τον πλησίασε και είπε: - Και συ κοίταζες. Ο Στέφανος δε μίλησε. Ξαναφύσηξε τον καπνό, κι ο καπνός σκόρπισε ωχρογάλανος γύρω στο πρόσωπο της Ευανθίας· έπειτα χρωματίστηκε μενεξεδένιος κ’ έσβησε σταχτοκίτρινος, πρασινωπός. Η Μαρίκα έκαμε να ξανακαθίσει στο σκαμνάκι. - Ναι, ναι, νονά, είπε η κυρία Κατίγκω, σα να έκλεινε την ομιλία. Η γιαγιά είδε τη Μαρίκα. - Τι ήθελε; τη ρώτησε. - Τίποτε, είπε η Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε χωρίς να θέλει. - Μα, γιαγιά, πήγαινε ντύσου· θα έρθει έξαφνα κανένας, είπε σιγά η Μαρίκα. - Μαρίκα! φώναξε την ίδια ώρα η Ευανθία από το παράθυρο. Η Μαρίκα πήγε. - Για δες· δεν έχει αλλάξει κάτι εδώ; - Το σπίτι εκεί· χτίστηκε τώρα, είπε η Μαρίκα. - Α, ναι, φαινόταν ο γιαλός. - Και η εκκλησίτσα. - Με τα δυο πευκάκια. - Και τα κυπαρίσσια, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία σώπασε. Και η Μαρίκα, ενώ ο Στέφανος την κοίταζε: - Θα πάμε να την ανοίξομε. Ε, δε θα την ανοίξομε, γιαγιά; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Την εκκλησίτσα. Μα η Μάρθα στάθηκε μπρος στο παράθυρο, και η κυρία Κατίγκω φώναξε: - Μα, Στέφανε! Η γιαγιά άπλωσε τα χέρια. Ο Στέφανος σηκώθηκε, η Μαρίκα όμως τον κράτησε. Και η Ευανθία, τραβώντας τη κοντά της: - Μαρίκα, φώναξε, θυμάσαι τη γριά με τις κατσίκες; Η Μαρίκα δε μίλησε. Ο Στέφανος έκλεισε πίσω το παράθυρο. - Και το βράχο στο ακρογιάλι; - Που ανέβαινες και φώναζες, είπε η Μαρίκα. - Και βούιζε η θάλασσα. - Η σπηλιά βούιζε. - Ναι, η σπηλιά. - Και τη φοβόσουν. - Τη γριά φοβόμουνα με τις κατσίκες, είπε η Ευανθία, και ο Στέφανος που ήρθε κοντά, ψιθύρισε: - Που δε σαλεύαν. - Ναι, δε σαλεύανε και τους πετούσα πέτρες για να σαλέψουν· και τότε έβγαινε η γριά και μου έδειχνε τα γούλια της με το μακρύ δόντι που έφτανε ως κάτω απ’ το πηγούνι. Μια μέρα με κυνήγησε, κ’ έτρεξα σπίτι -- - Ξυπόλυτη; είπε η Μαρίκα. - Ναι, κ’ η μαμά σου μ’ έδειρε. Η Μαρίκα σα να κοκκίνισε, και η Ευανθία καθώς την κοίταζε η γιαγιά, φώναξε: - Γιαγιά, θυμάσαι; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Που μ’ έδειρες. - Τρελή, είπε η γιαγιά, και η Ευανθία γυρνώντας στην κυρία Κατίγκω: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. - Θεία Κατίγκω, ξαναφώναξε η Ευανθία, θυμάσαι που μ’ έδερνε η γιαγιά; - Τρελή, ψιθύρισε πάλι η γιαγιά κ’ έκαμε να τη χαδέψει καθώς ήρθε και στάθηκε μπροστά της. - Πώς της πηγαίνουνε τα πράσινα! είπε η κυρία Κατίγκω σιγά στο Στέφανο, που είχε έρθει και κάθισε στο πλάι της. - Ναι, της πηγαίνουν, είπε η Μαρίκα που στεκόταν από πίσω ορθή· και κοίταξε το Στέφανο. Μα όταν ο Στέφανος πήγε κοντά της και την είδε πως ήταν ανήσυχη: - Με κάνει νευρική, του είπε καθώς της έπιασε το χέρι. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η γιαγιά. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Που κάθεται με τις παντούφλες, είπε ξανά η Μαρίκα. Ο Στέφανος την έπιασε από τη μέση και βημάτισαν μαζί στην κάμαρα. Η Ευανθία στεκόταν στο παράθυρο με τη γιαγιά· ο Στέφανος είδε πως η κυρία Κατίγκω την κοίταζε σαν ξεχασμένη. - Στενοχωρήθηκες· θες να καπνίσεις; του είπε η Μαρίκα που πρόσεξε πως είχε ξεχαστεί κι αυτός. - Όχι, απάντησε ο Στέφανος και της ξαναέπιασε τη μέση. Περπάτησαν πάλι, όμως δίχως να μιλήσουν. Εκεί είδαν την Ευανθία που πήγε πάλι στην κυρία Κατίγκω, και ο Στέφανος πρόσεξε πως τον κοίταζαν και οι δυο, η κυρία Κατίγκω σα λησμονημένη πάντα. Έπειτα άκουσαν πως κάτι ψιθύρισε η γιαγιά· και γύρισαν. - Ναι, ναι, είπε η γιαγιά, σα να μιλούσε μόνη της· και στάθηκαν και την κοίταζαν. Μα η Ευανθία πετάχτηκε έξαφνα κ’ έπιασε από τη μέση τη γιαγιά: - Να σε χορέψω; - Τρελή! είπε και την έσπρωξε η γιαγιά, και η Ευανθία στάθηκε κ’ έβλεπε γελώντας τη Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, μα ο Στέφανος σα να μην πρόσεχε. ΄Επειτα στρέφοντας προς τη γιαγιά: - Αλλά, γιαγιά, έκαμε να πει, μα ο Στέφανος την τράβηξε προς το παράθυρο. Στάθηκαν και κοιτάζαν έξω. Η Ευανθία πήρε τη γιαγιά και κάθισαν στο πλάι της κυρίας Κατίγκως, η Ευανθία στο σκαμνάκι εμπρός στα πόδια της. Ο Στέφανος και η Μαρίκα γυρίζοντας την είδαν που έπιασε το χέρι της: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε, σα να ξυπνούσε, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! - Τι παιδί μου; - Τραγούδησέ μας. - Μα Ευανθία, είπε η Μαρίκα από αντικρύ, όμως η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω την έβλεπε σα να μην ένιωθε, η Ευανθία ψιθύρισε: - Στη φυσαρμόνικα, ένα τραγούδι. - Μα Ευανθία, είπε πάλι η Μαρίκα· η Ευανθία όμως έφερε τη φυσαρμόνικα και παρακάλεσε ξανά; - Θεία Κατίγκω! - Όχι χρυσή μου, δεν μπορώ, δοκίμασε να πη η κυρία Κατίγκω, μα η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Και η γιαγιά που έβλεπε την Ευανθία, είπε κι αυτή: - Έλα Κατίγκω. Η Μαρίκα κοίταξε τη γιαγιά κ’ έπειτα το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος ψιθύρισε: - Έλα, μητέρα. Η Μαρίκα έκαμε κίνημα,. αλλά η κυρία Κατίγκω είχε πάρει τη φυσαρμόνικα. - Δεν μπορώ, ξαναείπε σιγαλά. Ανέβασε όμως το βέλο της πιο απάνω και φάνηκε αποκάτω μελαψό, αφτιασίδωτο το μέτωπο. Η Μαρίκα γύρισε τα μάτια αλλού, ενώ η κυρία Κατίγκω έφερνε τα δάχτυλα στα κόκκαλα της φυσαρμόνικας. Τα κίνησε σ’ αυτά, σα να δοκίμαζε. Αλλά σταμάτησε μεμιάς· σταμάτησε και κοίταζε μπροστά της. - Σα φύλλο, της είπε η Ευανθία σιγά, καθώς σταμάτησε. Μα η κυρία Κατίγκω την κοίταξε μονάχα, σα να μην άκουσε. Έπειτα έριξε τα μάτια της πάλι μπροστά, ίσια στο Στέφανο, και βλέποντας χαμένα εκεί έπαιξε και τραγούδησε: Τα μάτια σου κλαίνε, Λενίτσα Λενιώ…. τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Ο Στέφανος έκαμε κίνημα, αλλά η κυρία Κατίγκω εξακολούθησε: Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά, αχ άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. Η φωνή της κυρίας Κατίγκως έτρεμε· τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Ο Στέφανος της άρπαξε τη φυσαρμόνικα. Η Μαρίκα είχε γυρίσει και κοίταζε την Ευανθία, η κυρία Κατίγκω σκέπασε τα μάτια με τα χέρια. - Κατίγκω! Κατίγκω! είπε η γιαγιά. - Το ξέρατε, ψιθύρισε η Μαρίκα. Η γιαγιά της έριξε μια άφωνη ματιά. - Αχ ναι, είπε σιγά έπειτα κ’ έφυγε συρτά…. Έξω πύκνωσαν και χαμήλωσαν τα σύννεφα και η κάμαρα σκοτείνιασε. - Θα βρέξει, είπε η Ευανθία ορθή εμπρός στο παράθυρο. Η Μαρίκα την κοίταξε. Από κάτω ακούστηκαν οι πάπιες που χτυπούσαν τα φτερά τους, και η Ευανθία έσκυψε στο τζάμι. Η κυρία Κατίγκω κατέβασε πάλι το βέλο της. - Στέφανε, θα μείνεις; είπε και σηκώθηκε. - Να έρθω μαζί; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα γύρισε και τον κοίταξε. - Όχι, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θεία Κατίγκω, φεύγεις κιόλα; φώναξε η Ευανθία που γύρισε από το παράθυρο και την είδε που έσιαζε στον καθρέφτη το καπέλο της. - Μαμά, μείνε λιγάκι, είπε και η Μαρίκα. - Πρέπει να πάω, απάντησε η κυρία Κατίγκω· θα έρθω άλλη μέρα, γύρισε στην Ευανθία που την πλησίασε. - Αν δεν έρθεις πριν εσύ, είπε σιγαλότερα και ακούμπησε το χέρι απάνω της. Η Ευανθία την κοίταξε. - Περιμένεις μια στιγμή; τη ρώτησε γοργά και πήδησε στην πόρτα. Η κυρία Κατίγκω έκαμε να στρέψει πάλι μέσα, μα καθώς έστρεψε, κινήθηκε στο πλάι η άλλη πόρτα και μέσα από το άνοιγμα είδε δυο μάτια καρφωμένα απάνω της. Μια στιγμή σα να καρφώθηκε κι αυτή στη θέση της. Μα αμέσως, χωρίς να το αισθανθεί: - Στέφανε! έβγαλε φωνή. - Πάμε! του ξαναφώναξε, όπως έστρεψε ο Στέφανος και κοίταξε. - Αλλά… δεν είπες; θέλησε να ψιθυρίσει ο Στέφανος. - Όχι, όχι, πάμε, ένεψε γοργά η κυρία Κατίγκω κ’ έφυγε. Καθώς περνούσε στο διάδρομο, η πόρτα της κυρίας Αγλαΐας έκλεισε δυνατά μπροστά της, σαν επίτηδες. Και η υπηρέτρια ορθή έξω από την πόρτα εκεί, την κοίταζε… Η Μαρίκα συνόδεψε το Στέφανο στο διάδρομο. Η Ευανθία ήρθε τρεχάτη μ’ ένα δεματάκι. - Έφυγαν; είπε ρίχνοντας ματιά στην άδεια κάμαρα. Η Μαρίκα την κοίταξε μονάχα· και στρέφοντας και πάλι μέσα είδε στην άλλη πόρτα την όψη του παππού σα σφηνωμένη μέσα στο άνοιγμα. Κ’ έμεινε και την κοίταζε. Η κυρία Κατίγκω περίμενε το Στέφανο έξω στο δρόμο. - Μα, μητέρα, τι έπαθες; ρώτησε ο Στέφανος. - Τίποτε, είπε βιαστικά η κυρία Κατίγκω. - Τίποτε, πάμε, ξαναείπε και του έπιασε το χέρι. Άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταλαματιές, και τάχυναν το βήμα. Αραιοί διαβάτες περνούσαν γρήγορα χωρίς να χαιρετήσουν. Μια στιγμή άνοιξε πίσω κάποια σιδερένια πόρτα και ξαναέκλεισε με ορμή, και η κυρία Κατίγκω στριμώχτηκε σφιχτότερα στο Στέφανο. Μια δυνατή πνοή σήκωσε έπειτα σύννεφο τη σκόνη και τους τύλιξε σε λίγο μέσα. Όταν πέρασε, είχαν φτάσει στο ακρογιάλι. Σε μερικά καΐκια αραγμένα εκεί κατεβάζαν τα πανιά· οι γλάροι πετούσαν γύρω τους σε χαμηλά στενά τόξα, και η θάλασσα απλωνόταν ανήσυχα βουβή και σκοτεινή. Η κυρία Κατίγκω σταμάτησε όταν έφτασαν στο σπίτι και ανέβηκαν τη σκάλα. Εκεί έκλεισε την πόρτα, έπιασε το χέρι του Στέφανου και του είπε: - Παιδί μου, Στέφανε… να ζήσεις, άκου: μην ξαναπάς σ’ αυτό το σπίτι. - Αλλά, μητέρα…, έκαμε να πει ο Στέφανος, μα η κυρία Κατίγκω τον σταμάτησε: - Μη, μην ξαναπάς! Και η φωνή της και η ματιά είχαν βαθιά κάτι παρακαλεστικό και τρομαγμένο. Και ο Στέφανος έμεινε μπροστά της άφωνος, ενώ η μπόρα χτυπούσε στα τζάμια με όλη της την πρώτη ορμή. [Επεξεργασία] ΙΙ - Ωραία μέρα, είπε η Ευανθία κοιτάζοντας προς το παράθυρο. Η Μαρίκα έριξε πίσω το κεφάλι και στύλωσε τα μάτια έξω. Ο ήλιος έλαμπε, ο ουρανός έφεγγε. - Βγαίνομε έξω; είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα δε μίλησε, ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα. - Πάμε περίπατο; ξαναείπε η Ευανθία. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Σου αρέσει αλήθεια; είπε σιγά. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα σιγά κι αυτός: - Μα δε σου είπα! Η Μαρίκα ξανακοίταξε μπροστά της κ’ έπειτα γύρισε πάλι: - Όχι, το χρώμα δε μου πάει· είμαι κίτρινη. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Για ξαναφόρα το, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή. - Το κέντημα στη ζώνη δε μου αρέσει, ψιθύρισε έπειτα. - Τότε βγάλε το, της είπε ο Στέφανος. - Βάλε μόνο μια κορδέλα με μια αγράφα, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα κρέμασε τα χέρια και κοίταξε το Στέφανο. - Είμαι κίτρινη, είπε σιγά. - Είσαι ωραία, της είπε ο Στέφανος σιγότερα, ενώ η Ευανθία ξεφύλλιζε ένα φιγουρίνι απάνω στο τραπέζι. Η Μαρίκα έμεινε με τα χέρια κρεμασμένα κάτω· η Ευανθία ήρθε μπροστά της. - Να, σαν αυτή, είπε κ’ έδειξε ένα σχέδιο στο φιγουρίνι. Η Μαρία κοίταξε. - Και τούτη η τάγια εδώ… κάμε την έτσι, είπε η Ευανθία. - Δε μου αρέσει, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα και γύρισε προς το παράθυρο. Ο Στέφανος της έπιασε το χέρι: - Φαίνεσαι κουρασμένη. Η Ευανθία άφησε το φιγουρίνι. Φόρεσε αυτή το επανωφόρι και πήγε στον καθρέφτη. - Εγώ έτσι θα το έκανα, είπε και μάζεψε το ύφασμα στη μέση· πού έχεις μια κορδέλα; Κρατώντας τα χέρια στη μέση κοίταζε στον καθρέφτη. Στο βάθος έβλεπε τη Μαρίκα σκυφτή και τα μάτια του Στέφανου ριγμένα στον καθρέφτη. Της φάνηκε σα να κοκκίνισε, και πήρε τη ματιά από κει. Μισογυρνώντας το κορμί ξανακοίταξε τη μέση της και φώναξε; - Μαρίκα! Η Μαρίκα γύρισε. - Να, δες εδώ… Στην πόρτα παρουσιάστηκε ο άσπρος σκούφος και η σταχτιά ρόμπα του παππού με τα σιρίτια ξεφτισμένα στα μανίκια. Κάτω απ’ το σκούφο γυάλιζαν ανήσυχα τα μάτια του. Η Ευανθία γύρισε κείθε. - Καλημέρα, παππού, φώναξε. Ο παππούς κοίταξε γύρω, σα να ζητούσε κάτι. - Τι είναι παππού; ξαναείπε η Ευανθία. Ο παππούς ήρθε στο τραπέζι, έπειτα πήγε στον κομό. - Γυρεύεις τίποτε; ρώτησε πάλι η Ευανθία. - Τα σπίρτα… μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, και ο Στέφανος σηκώθηκε. - Πάρε τα δικά μου, παππού, είπε και του έδωσε τα σπίρτα. Ο παππούς ήρθε και στάθηκε μπρος στο παράθυρο. Στάθηκε, κοίταξε έξω μια στιγμή κ’ έπειτα είπε: - Τη νύχτα έβρεξε. - Το απόγευμα, παππού, είπε η Ευανθία. - Τη νύχτα, είπε ξανά ο παππούς. - Τη νύχτα, ναι, οληνύχτα, είπε η Μαρίκα κοιτάζοντας την Ευανθία. Ο παππούς γύρισε και σύρθηκε έξω, και η Ευανθία βλέποντας τη Μαρίκα: - Τη νύχτα, ψιθύρισε σα μηχανικά. Μα έπειτα πιάνοντας τον ώμο της Μαρίκας; - Αλήθεια, δε μου τέλειωσες την ιστορία, είπε σαν ξαφνικά. - Ποια ιστορία; - Που μου άρχισες ψες βράδυ στο παράθυρο, για τ’ άστρα. - Α, ναι, θυμήθηκε η Μαρίκα. Και γυρίζοντας στο Στέφανο: Για τον Ωρίωνα, είπε κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος τινάχτηκε, σα να ξαφνίστηκε. - Έλα, πες τη, ξαναζήτησε η Ευανθία και περίμενε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε η υπηρέτρια που έβγαλε φωνή, και η Ευανθία έτρεξε κει. Ο Στέφανος κοιτάχτηκε με τη Μαρίκα. - Ευανθία! φώναξε γοργά η Μαρίκα. Μα η Ευανθία δε γύρισε. Σταμάτησε στην πόρτα εμπρός στον παππού που έτρεχε κοντά στην υπηρέτρια. - Τα σπίρτα, της ψιθύρισε ο παππούς. - Τα σπίρτα μου τα ξαναπήρε, ψιθύρισε πάλι και στάθηκε και κοίταζε την Ευανθία. - Ευανθία, ξαναφώναξε η Μαρίκα, έλα άκουσε το μύθο. Η Ευανθία γύρισε. Μα σα να ξέχασε: - Τι; ρώτησε. - Για τον Ωρίωνα, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο: - Α ναι, ποιος ήταν; Η Μαρίκα σταμάτησε, μα έπειτα: - Ένας που αγάπησε την Άρτεμη, είπε. - Α ναι, κι αυτή; Μα η Μαρίκα δεν απάντησε. Η γιαγιά ήρθε στην πόρτα και πήρε από το χέρι τον παππού. Η Ευανθία στάθηκε και κοίταζε, ενώ ο παπαγάλος φώναζε από το διάδρομο: - Παππού! παππού! Ο Στέφανος πλησίασε στο παράθυρο που ήταν ορθή η Μαρίκα. - Φαίνεσαι κουρασμένη· δεν κοιμήθηκες καλά; τη ρώτησε. - Ω ναι, είπε η Μαρίκα. Σώπασαν λίγες στιγμές. Από κάτω ανέβαινε η υγρασία της νοτισμένης γης. Η μισομαδημένη λεύκα έμενε ακίνητη· μόνο σε μια άκρη ενός κλαδιού σάλευαν δυο καρδερίνες. Στην αντικρινή ταράτσα παρδαλές πλατιές κουβέρτες απλωμένες έμοιαζαν σημαίες που με το κόκκινό τους βάθος έδιναν όψη φαιδρή στην ερημιά του μικρού δρόμου. Ένας φλώρος κρεμασμένος κάπου σε κλουβί σκόρπισε έξαφνα ένα συρτό μονότονο κελάδημα, και οι καρδερίνες απάντησαν μ’ ένα πιο σύντομο ψιθυρητό. Ο Στέφανος έπιασε τον ώμο της Μαρίκας. Μια από τις καρδερίνες πήδησε στο άλλο κλαδί κουνώντας τη λευκοστιγμένη μαύρη ουρά. Τα σταχτοκίτρινα φτερούγια έπαιξαν παρδαλά στον ήλιο, και από το μικρό κεφάλι έσμιξαν λάμψεις κόκκινες σα ρουμπινιού. Ο Στέφανος θέλησε να δείξει της Μαρίκας το πουλί, μα η Μαρίκα κοίταζε αντίκρυ. Κοίταζε αντίκρυ προς το ορθόβραχο βουνό που ίσκιωνε αποκάτω του μαβιά το γυμνό σταχτερό λόφο· λευκόχριστα σπιτάκια στριμωγμένα στο πλευρό του λόφου αραδιαστά, έμοιαζαν σα σκαλοπάτια προς το βαρύ σκοτεινό κάστρο που ύψωνε στην κορυφή κεραμιδόχρωμα τα μισογκρεμισμένα τείχη του. Η Μαρίκα κοίταζε τους ίσκιους που έριχνε το ψηλό βουνό στο λόφο, και ο Στέφανος, σα να θέλησε να τους σκορπίσει από μπροστά της, της έπιασε τη μέση κ’ έκαμε πάλι να της δείξει το πουλί. - Για δες, ψιθύρισε. Μα όταν η Μαρίκα γύρισε να δει, το πουλί είχε φύγει. - Για δες. Και ο Στέφανος έδειξε κάτω τον τοίχο της αυλής, όπου ένα βυσσινοκόκκινο περιπλοκάδι πλεγμένο με τον πράσινο κισσό απλωνότανε μαζί του κλαδιστό σα φλέβες αίμα, σαν παρακλάδια βουνών και ποταμιών σε χάρτη, κ’ έκανε αληθινά τον τοίχο σαν εικόνα χρωματισμένη φανταστικά. Η Μαρίκα έσκυψε και κοίταξε. Έπειτα σήκωσε το σώμα και αφού κοίταξε και πάλι μπροστά της, ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Στέφανε, είπε. Ο Στέφανος την κοίταξε. Η Μαρίκα σταμάτησε μια στιγμή. - Θυμάσαι πότε άρχισε η αγάπη μας; ρώτησε αμέσως έπειτα αργά και σαν ψιθυριστά. - Από το βράδυ εκείνο, είπε ο Στέφανος αργά κι αυτός. - Ποιο βράδυ; Όταν σε φώναξε η γιαγιά; Ο Στέφανος σα να ένεψε. - Όχι πρωτύτερα; Ο Στέφανος την κοίταξε. - Όχι πρωτύτερα; ξαναείπε πάλι αργά η Μαρίκα. Κι όταν σε φώναξε η γιαγιά, ε για πε μου, πρόσθεσε ύστερα. - Ήσουνα τόσο ωραία στο ηλιοβασίλεμα. - Θέλεις να πεις, τότε δεν ήμουνα χλωμή. - Μαρίκα, είπε ο Στέφανος και της έπιασε το χέρι. - Ναι, κ’ ήτανε τόσο ζεστός ο αέρας. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή και ανάσανε, σα ν’ ανάσαινε εκείνον τον αέρα. Έπειτα ξανακοιτάζοντας το Στέφανο στα μάτια: - Ξέρεις γιατί σε φώναξε η γιαγιά; είπε. - Γιατί; ρώτησε ο στέφανος. - Επίτηδες, είπε η Μαρίκα, και στα χείλη της τρεμούλιασε ένα χαμόγελο που μόλις το είδε ο Στέφανος. Και ο Στέφανος μη νιώθοντας. - Επίτηδες; ρώτησε πάλι σα μηχανικά. - Ναι, ήξερε πως δεν το ήθελε η μαμά, είπε η Μαρίκα χωρίς να πάρει τη ματιά από πάνω του. Το χέρι του Στέφανου που κρατούσε το δικό της χαλάρωσε άθελα. - Λοιπόν καλύτερα να μη με φώναζε; Η Μαρίκα έσφιξε πιο πολύ το χέρι του κ’ έσυρε κοντύτερα το Στέφανο: - Όχι, Στέφανε, όχι· δεν είπα αυτό, είπε γοργά. Και όσο ο Στέφανος την κοίταζε άφωνος, εξακολούθησε: - Είπα μόνο πως η γιαγιά κάνει ό, τι δεν αρέσει της μαμάς. Να, σήμερα μάλωσαν πάλι. Μπήκε στην κάμαρά της δίχως να χτυπήσει. Και η μαμά ήταν άντυτη. Ο Στέφανος χαμογέλασε. - Το ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Και μένα δε μου αρέσει. Και μένα με κάνει νευρική συχνά. - Που γυρνά με τις παντούφλες, ξαναγέλασε ο Στέφανος. - Ναι, κι αυτό το κάνει γιατί ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Ο Στέφανος έκαμε να τη χαδέψει: - Παιδί, παιδί. - Ναι, ναι· θέλεις να σου πω κ’ ένα άλλο; είπε η Μαρίκα και σταμάτησε. - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος και την κοίταξε προσμένοντας. - Να, και την Ευανθία την έφερε, και η Μαρίκα δεν πρόσεξε ένα κίνημα του Στέφανου, γιατί ξέρει πως δεν την ήθελε η μαμά. - Και τη μητέρα μου, κ’ εμέ τον ίδιο, είπε ο Στέφανος μ’ ένα χαμόγελο. Βρέθηκαν ένα βήμα ο ένας μακριά από τον άλλο. Η Μαρίκα χαμήλωσε τα μάτια, ο Στέφανος κοίταζε έξω. Σώπασαν μια στιγμή. Έπειτα η Μαρίκα ήρθε και του άρπαξε και τα δυο χέρια: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Έλα, φίλησέ με, του φώναξε μεμιάς και τον αγκάλιασε. Ο Στέφανος τη φίλησε. - Και σένα, είπε έξαφνα η Μαρίκα, σα να συνέχιζε το στοχασμό της. Γιατί σ’ έφερε σένα, γι’ αυτό την αγαπώ. Κ’ ενώ ο Στέφανος σώπαινε. - Τη γιαγιά, πρόσθεσε και ακούμπησε τα χέρια στους ώμους του. - Ξέρεις, Στέφανε, πώς μου είναι; είπε έπειτα από μια στιγμή. - Πώς; ρώτησε ο Στέφανος μηχανικά, σαν άθελα. - Σα μοίρα, είπε αργά η Μαρίκα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τον. - Σα μοίρα μου, ξαναψιθύρισε, κι αμέσως, σα μ’ έξαφνο ξέσπασμα: Έλα, φίλησέ με πάλι, φώναξε γοργά. Στα μάτια, ναι, στα μάτια· το ξέρεις πως μου αρέσουνε φιλιά στα μάτια, είπε με αργότερη, βραχνότερη φωνή κ’ έγειρε το κεφάλι στο λυγισμένο μπράτσο του Στέφανου. [Επεξεργασία] ΙΙΙ Ο Στέφανος, γυρνώντας σπίτι, κάθισε στο καφενείο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα μπροστά του στρωνόταν κατακόκκινη στο ηλιοβασίλεμα. Μια όμοια λάμψη φώτιζε τη θάλασσα το βράδυ εκείνο που η γιαγιά τον έκραξε στο εκκλησιδάκι έξω εκεί στην ακροθαλασσιά. Η Μαρίκα στέκονταν ορθή, και το ανοιχτόχρωμο φόρεμά της έφευγε κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα. Ο Στέφανος δεν τη γνώρισε, μάντεψε όμως ποια ήταν άμα είδε τη γιαγιά. Έδωσαν τα χέρια και κοιτάχτηκαν, παράξενα του φάνηκε. Του φάνηκε ακόμα πως η Μαρίκα κοκκίνισε. Ο Στέφανος έλειπε χρόνια, και η γιαγιά τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Η Μαρίκα του είπε μόνο καλώς ήρθες. Ύστερα τον ρώτησε για τη μαμά του. Ο Στέφανος θυμάται πως της απάντησε με τόνο: - Η μητέρα μου; Καλά, ευχαριστώ. Έπειτα γύρισε στη γιαγιά και είπε: - Ρώτησα για σας, νονά. Και ύστερα πρόσθεσε: - Και χάρηκα … Θυμάται πως δεν τελείωσε, γιατί τον κοίταξε η Μαρίκα· τον κοίταξε πάλι παράξενα. Έπειτα γύρισε η ομιλία αλλού. Η γιαγιά του είπε πως ευχαριστήθηκε πολύ που άκουσε πως θα μείνει τώρα εδώ, να πάρει το γραφείο του πατέρα του. - Ο καημένος ο Γιάγκος κουράζεται πολύ, είπε. - Και η Κατίγκω, πρόσθεσε, ναι, τι καλά που θα είναι και για την Κατίγκω. - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Και η Ευανθία, νονά; ρώτησε έπειτα από μια στιγμή. Η Μαρίκα τον κοίταξε, ενώ η γιαγιά απάντησε: - Προχτές μας έγραψε. Καλά είναι. Το χειμώνα που μας πέρασε ήρθε και μας είδε. Μα η θεία της αρρώστησε, και δεν κάθισε πολύ. - Τα έμαθα, είπε ο Στέφανος. Και πρόσθεσε: - Από τη μητέρα μου. - Ναι, η Κατίγκω την αγαπά πολύ· της φαίνεται πως βλέπει ... Και η γιαγιά σώπασε. ΄Επειτα μίλησαν γι’ άλλα πράγματα. Ο Στέφανος τις συνόδεψε ως το σπίτι. Όταν χωρίστηκαν, η Μαρίκα τον κοίταξε πάλι παράξενα ενώ του έδινε το χέρι. Και όταν έμπαινε στην πόρτα, γύρισε και τον ξαναείδε. Αυτό το βράδυ ήταν η πρώτη αρχή. - Όχι πρωτύτερα; Όσο και αν έκανε ο Στέφανος να θυμηθεί, πρωτύτερα θυμόταν τη Μαρίκα μόνο μικρή, που την έφερνε η γιαγιά και παίζανε. Αυτή, αυτός και οι δυο Ευανθίες. Πότε στον κήπο, πότε στην ακροθαλασσιά, και το χειμώνα στο βουνό πίσω από το κάστρο, που έτρεχε μέσα στην πρασινάδα η ρεματιά. Ταχτικά, καθημερινά σχεδόν. - Κατίγκω! έτοιμα τα παιδιά; φώναζε η γιαγιά από την αυλόπορτα. -Έρχονται αμέσως, απαντούσε η κυρία Κατίγκω, κι ο Στέφανος βιαζότανε να κατεβεί τα σκαλιά δυο δυο. - Το νου σου! δε σου φεύγει· θα σκοτωθείς! του φώναζε από πίσω η κυρία Κατίγκω, που κατέβαζε την Ευανθία της από το χέρι. Ο Στέφανος κρατούσε κιόλα το χέρι της άλλης Ευανθίας, όταν έφτανε η κυρία Κατίγκω με την αδερφή. - Πάλι μονάχη σου, νονά; έλεγε η κυρία Κατίγκω και χαιρετιότανε με τη γιαγιά. - Η υπηρέτρια δεν άδειαζε, απαντούσε η γιαγιά και κοίταζε την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω, που ένιωθε τη ματιά, της ψιθύριζε σιγά στο αυτί. - Ναι, ναι, καλύτερα. - Να λείπω· δε βαστιέται· πάντα με τη νομαρχία, έλεγε και η γιαγιά σιγά κ’ ήθελε να σταθεί ν’ αλλάξει ακόμα λίγα λόγια με την κυρία Κατίγκω, μα ο Στέφανος είχε πιάσει από το χέρι τις δυο Ευανθίες και ήταν έξω πια από την αυλόπορτα. - Ευανθία, Ευανθία! φώναζε η γιαγιά, και γύριζαν για μια στιγμή και οι δυο Ευανθίες. - Ευανθία! ξαναφώναζε, αλλά δε γύριζε καμιά. - Εγώ τα φταίω με τ’ όνομα, αλλά μου αρέσει, έλεγε η γιαγιά και σταματούσε να ψιθυρίσει κάτι ακόμα της κυρίας Κατίγκως· μα η Μαρίκα την τραβούσε από το φόρεμα, κ’ έφευγε η γιαγιά. Σε λίγο ήταν έξω στο ακρογιάλι, και τα παιδιά γέμιζαν τα κουβαδάκια τους στον άμμο. Η γιαγιά έβγαζε από το τζαντάκι την κάλτσα της και τα γυαλιά. Έπειτα άπλωνε το μαντήλι κάτω, και τα παιδιά σώριαζαν μέσα τα κοχύλια που μάζευαν. Και όταν το μαντήλι γέμιζε, τα έφερναν και τα έριχναν στην ποδιά της γιαγιάς. - Έλα, φτάνει πιά· μου μουσκέψατε το φόρεμα, τους έλεγε η γιαγιά. Και άφηνε την κάλτσα και τα βοηθούσε να μοιράζουν τα κοχύλια. Οι δυο Ευανθίες μάλωναν πάντα μεταξύ τους, και ο Στέφανος και με τις δυο. Η Μαρίκα γέμιζε σιωπηλή το κουβαδάκι με όσα της έδινε η γιαγιά. Και κάθιζε στον άμμο και τ’ άδειαζε και τα ξανάδειαζε· τα σώριαζε, τ’ αράδιαζε σε γραμμές και τα κοίταζε. Έπειτα σήκωνε πάλι τα μάτια και κοίταζε μπροστά της τον αέρα, τα πεύκα που στέκονταν ακίνητα στους βράχους, τη θάλασσα που έσμιγε πέρα σε μια γραμμή θολή και ασάλευτη τον ουρανό. Οι δυο Ευανθίες και ο Στέφανος άφηναν τα κοχύλια και πηδούσαν στο νερό. Πρώτη η Ευανθία της γιαγιάς. Κυνηγιόντανε, βουτούσαν ως τα γόνατα, έβρεχαν τα μεσοφόρια· πιτσίλιζαν τις πλάτες και νοτίζαν τα μαλλιά. Τα καστανόξανθα μαλλιά της Ευανθίας έφεγγαν στον ήλιο. Η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. - Μαρίκα, έλα και συ· δε θέλεις; της έλεγε η γιαγιά. Η Μαρίκα κοίταζε. - Τι; έλεγε ύστερα. - Να μπεις στη θάλασσα. - Όχι. - Γιατί; κρυώνεις; Η Μαρίκα κοίτα τη γιαγιά. - Ναι, θέλησε να πει μια μέρα, μα σταμάτησε, σα να μην ήθελε να πει το ψέμα. - Δεν το θέλει η μαμά, είπε ύστερα σιγά. - Η μαμά πολλά δε θέλει, μα δεν της το λέμε, ψιθύρισε η γιαγιά· έλα! - Και εγώ δε θέλω, είπε η Μαρίκα σα με πείσμα. - Γιατί; - Γιατί δεν το θέλει η μαμά, απάντησε η μικρή και κοίταξε τη γιαγιά στα μάτια. Η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως στάθηκε κει μπροστά και γέλασε. - Δε σε ξαναπαίζουμε, είπε της Μαρίκας κ’ έδωσε γοργή κλωτσιά στα κοχύλια της τ’ αραδιασμένα χάμω. Η Μαρίκα έκλαψε και δεν ξαναήρθε πια με τη γιαγιά. Η Ευανθία διηγήθηκε των παιδιών την άλλη μέρα πως η μητέρα της Μαρίκας μάλωσε με τη γιαγιά. ΄Επειτα άκουσαν τη γιαγιά που ψιθύριζε κρυφά με την κυρία Κατίγκω. - Είναι ανυπόφορη· ολοένα με τη νομαρχία, έλεγε η γιαγιά. - Μου γύρισε κ’ εμέ τις πλάτες, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θέλει να διώξει και την Ευανθία. - Και ο νονός; - Όπως κατάντησε ο νονός! Και η γιαγιά αναστέναξε. ........................................... Η κυρία Κατίγκω έπαιρνε συχνά τη φυσαρμόνικα κ’ έπαιζε των παιδιών· και η γιαγιά τους τραγουδούσε: Τα πουλιά στα κλώνια ζυγά ζυγά, και τα χελιδόνια ... Και τα παιδιά ζητούσανε να βρουν τη ρίμα. - Μες στη φωλιά, έλεγε το ένα. - Στη αμμουδιά, έλεγε το άλλο. Η γιαγιά δεν την ήξερε κι αυτή και δεν αποτελείωνε το τραγούδι. Και τα παιδιά γελούσαν. Κάποτε έπαιρναν τη φυσαρμόνικα και στο ακρογιάλι, και όταν έφεγγε το φεγγάρι έβγαιναν με τη βάρκα έξω στη θάλασσα. Ο πατέρας κάθιζε στα κουπιά, ο Στέφανος κοντά του, και οι δυο Ευανθίες στο πλάγι της κυρίας Κατίγκως. Η γιαγιά κρατούσε το κοφινάκι με τις φέτες τα ψωμιά. - Φεγγάρι, φεγγαράκι, τραγουδούσαν τα παιδιά, και η κυρία Κατίγκω τ’ ακολουθούσε με τη φυσαρμόνικα. Οι δυο Ευανθίες ακουμπούσανε στα γόνατά της, και η κυρία Κατίγκω έριχνε πίσω το κεφάλι και κοίταζε τη θάλασσα. Ο Στέφανος χτυπούσε με το χέρι το νερό σα με κουπί ή σηκωνόταν κ’ έστεκε ορθός στη βάρκα και γύρευε να την κάμει να τρεκλίσει. - Στέφανε! του φώναζε η μητέρα. - Παλικαριές, ψιθύριζε η Ευανθία. - Έλα τώρα, του έλεγε η γιαγιά, που άρχιζε να μοιράζει τα ψωμάκια. Τότε άρχιζε να τραγουδά ο πατέρας. Δεν ήξερε να τραγουδά σωστά, μουρμούριζε μόνο κομμένα λόγια και κοίταζε την κυρία Κατίγκω, που με το κεφάλι γερμένο πίσω και με τη φέτα το ψωμί αφημένη στα γόνατα έμενε ακίνητη και σιωπηλή κ’ έβλεπε τη θάλασσα. - Κατίγκω, ξεχάστηκες, της έλεγε η γιαγιά. - Έλα, μαμά, της φώναζε η Ευανθία. Ο πατέρας άφηνε τα κουπιά και την περίμενε να τραγουδήσει. Η κυρία Κατίγκω αγαπούσε μελαγχολικά τραγούδια, και ο Στέφανος δεν την ήθελε ν’ αρχίσει. Σκουντούσε τον πατέρα να ξαναπιάσει τα κουπιά. Μα και η Ευανθία της γιαγιάς σκουντούσε την κυρία Κατίγκω: - Έλα θεία Κατίγκω! - Σα φύλλο, θεία Κατίγκω, ξαναπαρακαλούσε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω έπαιρνε τη φυσαρμόνικα σιγά σιγά σαν κουρασμένη και άρχιζε να τραγουδά: Σα φύλλο κίτρινο και μαραμένο ... - ΄Όχι, όχι κίτρινο· το άλλο, την έκοβε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω άλλαζε το σκοπό, και τραγουδούσαν και οι δυο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Η άλλη Ευανθία τις ακολουθούσε σιγαλά. Έπειτα σώπαινε μεμιάς. Η κυρία Κατίγκω έπαυε το σκοπό κι αυτή και άφηνε να σβήνει στα νερά μόνη η φωνή της Ευανθίας της γιαγιάς: προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Ένα βράδυ το τραγουδούσαν στην ακρογιαλιά μαζί με την κυρία Κατίγκω καθισμένες χάμω στην αμμουδιά. Και ξαφνικά το άκουσαν από πίσω. Τους φάνηκε πως ήταν η ηχώ του βράχου. Γύρισαν να δουν, και η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε σαν ξαφνιασμένη. Μα η Ευανθία γνώρισε δυο μάτια που έφεγγαν στη σκοτεινιά. - Ο παππούς! είν’ ο παππούς, φώναξε. Και πήγε ίσια επάνω του και ξαναφώναξε: - Με τη Μαρίκα! Ήταν αληθινά ο παππούς και κρατούσε από το χέρι τη Μαρίκα. - Η Μαρίκα! φώναξε και η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως. Η Μαρίκα στεκότανε σαν ξαφνιασμένη και δεν άφηνε το χέρι του παππού. - Πάμε, πάμε, του σκουντούσε το γόνατο με το χέρι. Ο παππούς έμενε ακίνητος. - Ήρθα για τη γιαγιά, ψιθύρισε της κυρίας Κατίγκως. Μα η γιαγιά έλειπε το βράδυ αυτό. Η Ευανθία θέλησε να πάρει τη Μαρίκα από το χέρι του παππού Μα η Μαρίκα της είπε σιγαλά: - Δεν το ξέρει η μαμά. Και τράβηξε την Ευανθία. Η Ευανθία πήγε μαζί της, κ’ έφυγαν και οι δυο με τον παππού. Η άλλη Ευανθία κι ο Στέφανος έμειναν πίσω με την κυρία Κατίγκω. - Φοβήθηκα, είπε η Ευανθία. - Είδες πώς έφεγγαν τα μάτια του; είπε ο Στέφανος· γιατί μητέρα; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έπιασε μόνο από το χέρι και τα δυο παιδιά. Η Μαρίκα δεν ξαναήρθε στο ακρογιάλι. …………………………….. Ύστερα ερχόταν ο χειμώνας κ’ έστρωνε την αμμουδιά με σταχτοπράσινα μουσκεμένα φύκια. Ο αέρας σφύριζε μελαγχολικά στα κιτρινισμένα βούρλα και στη μαδημένη καλαμιά. Η γιαγιά έφερνε τότε τα παιδιά έξω στους λόφους πίσω από το κάστρο, όπου ο ήλιος έλαμπε χαρωπά στη νέα χλόη. Ανέβαιναν από το μονοπάτι σέρνοντας το αμαξάκι με τις κούκλες και σταματούσανε στη γέφυρα κ’ έβλεπαν κάτω το κανάλι που άραζαν τα ψαράδικα καΐκια με τα κόκκινα πανιά, και οι μαούνες άδειαζαν τα πορτοκάλια φανταχτερούς σωρούς στο μώλο. Έπειτα έγερναν κάτω κ’ έβγαιναν στο λαγκάδι όπου κυλούσε η ρεματιά. Ο Στέφανος σκαρφάλωνε ψηλά στις λευκαμένες πέτρες, οι δυο Ευανθίες γύρευαν στην άκρη βώλους και παρδαλά χαλίκια. - Στέφανε! εκεί είν’ ένας, φώναζε η αδερφή κ’ έδειχνε μέσα στο κελαρυστό νερό. Ο Στέφανος πηδούσε δω, βουτούσε κει, κλονιζόταν μια στιγμή· ύστερα ζυγιαζότανε στην πέτρα ώσπου έσκυβε τέλος κ’ έβγαζε το βώλο. - Να, πιάστε τον, φώναζε κρατώντας τον ψηλά. Οι δυο Ευανθίες κοίταζαν το πετραδάκι που γυάλιζε στον ήλιο και άπλωναν τα χέρια. -Να, πιάστε τον, ξαναφώναζε ο Στέφανος και τις γελούσε δεύτερη φορά. - Α, α! ξεφώνιζαν λαχταριστά οι δυο μικρές ώσπου άρπαζε το βώλο η Ευανθία της γιαγιάς. Η γιαγιά έβλεπε βρεγμένα το πόδια του Στέφανου και φώναζε πως θα το πει το βράδυ της κυρίας Κατίγκως. Ο Στέφανος έταζε πως δε θα ξαναπατήσει στο νερό, μα η Ευανθία έβλεπε σε λίγο κάτι που ρόδιζε ψηλά στον άλλον όχτο. - Μια κάππαρη, μια κάππαρη! έβγαζε φωνή και κοίταζε το Στέφανο. Και ο Στέφανος πηδούσε, σκαρφάλωνε, ξανβουτούσε στο νερό και γύριζε με μια μικρούτσικη ανεμώνη, που είχε φυτρώσει ανάμεσα στα ξερά κλαδιά της κάππαρης. Η Ευανθία ζάρωνε το πρόσωπο και πετούσε το άνθος, και η γιαγιά μάλωνε πάλι το Στέφανο που είχε ξαναβραχεί. Η γιαγιά έφερνε στο μαντίλι της φέτες ψωμί με μέλι, και πορτοκάλια· και η κυρία Κατίγκω γέμιζε τα τζαντάκια των παιδιών με κουλουράκια. Τους τα μοίραζε η γιαγιά, κ’ έτρωγαν και τα τρία καθιστά χάμω στη χλόη. Ο σκύλος του σπιτιού που τους ακολουθούσε κάποτε, στεκότανε και κοίταζε. Της Ευανθίας της γιαγιάς της άρεσε να του πετά ψωμί κ’ έπειτα να τον κυνηγά. - Μη, θα πέσεις! φώναζε η γιαγιά. Η Ευανθία χανόταν πίσω από το λόφο και τ’ άλλα δυο παιδιά μαζί της. Εκεί έβγαιναν μπροστά οι κατσίκες, και η Ευανθία σταματούσε τρομαγμένη: - Κοιτάχτε τις τι μαύρες που είναι· κοιτάχτε τις πώς δεν κουνιούνται! Ο Στέφανος και η άλλη Ευανθία ήθελαν να γελάσουν, μα στο τέλος φοβόντανε κι αυτοί. Σταχτερόμαυρες, γυαλιστερές έμοιαζαν οι κατσίκες σα μπρούτζινες και φαίνονταν αληθινά σα να ήταν καρφωμένες στο βουνό κ’ έτρωγαν ολοένα. Κάποτε σηκώναν το κεφάλι και στύλωναν μπροστά τους τα μικρά κίτρινα μάτια τους ασάλευτα, σα να έβλεπαν κάτι που τα παιδιά δεν το έβλεπαν. Και τότε η Ευανθία τρόμαζε περισσότερο κ’ έτρεχε να κρυφτεί πίσω από τη γιαγιά. Και σιγάζαν και τα τρία εκεί. Από το νταμάρι αντίκρυ, στην κορυφή του λόφου που κοκκίνιζε στον ήλιο μαβιά χαλκή, αντηχούσε μετάλλινος σα χτύπος ρολογιού ο ήχος των λοστών. Και όταν έπαυε, τα παιδιά το ήξεραν και περίμεναν να πεταχτεί απάνω η τούφα του καπνού, κ’ ένα κομμάτι βράχου να τιναχτεί ψηλά σε τρίμματα, όπως τινάζονται τα τόξα του νερού στο σιντριβάνι. - Αά, αά, φώναζαν τα παιδιά και πηδούσαν μεμιάς απάνω. Έπειτα έσβηνε σιγά ο καπνός και η σκόνη, και το λαγκάδι ξαναησύχαζε. Κάπου κάπου ακούονταν τώρα οι κόπανοι των γυναικών που έπλεναν μακρύτερα στη ρεματιά. Ο λόφος άσπριζε γελαστά από τ’ απλωμένα ρούχα, και στον αέρα μετεωρίζονταν τρεμουλιαστοί , σαν κρεμασμένοι από τον ουρανό ψηλά, αϊτοί με ουρές και αφτιά πολύχρωμα. Ο Στέφανος και οι δυο Ευανθίες έμεναν και τους κοίταζαν πως έτρεμαν ψηλά και πως ανέβαιναν πάντα ψηλότερα ώσπου χανόντανε σε μικρά στίγματα στο γαλανό. Ο Στέφανος δοκίμασε να σηκώσει κι αυτός έναν ψηλά. Οι Ευανθίες τον βοηθούσαν στην αρχή, μα έπειτα γύριζαν στις κούκλες τους· έπλεναν τα πανιά τους στη ρεματιά και τα στέγνωναν στον ήλιο. Έπειτα είδε ο Στέφανος άλλα παιδιά που έπιαναν πουλιά μες στα χωράφια, κι άφησε τον αϊτό. Η κυρία Κατίγκω του πήρε ένα κλουβί, μα ο Στέφανος το έφερνε κει έξω κάθε μέρα. Σώριαζε πέτρες κ’ έστηνε απάνω ένα ξερό κλαδί, κολλούσε στο κλαδί βεργίτσες αλειμμένες με ιξό και ξαπλωνόταν παραπίσω και περίμενε να έρθει να καθίσει το πουλί. Το περίμενε ώρες και το ονειρευόταν τη νύχτα. Η Ευανθία της γιαγιάς γελούσε πίσω του ή πετούσε πέτρες να ρίξει χάμω το κλαδί. Μα ο Στέφανος περίμενε. Μια μέρα, καθώς έστρεψε, είδε έξαφνα από πίσω τη Μαρίκα. Στεκότανε και κοίταζε. Την είχε φέρει η υπηρέτρια, μα τις άλλες μέρες ξαναήρθε πάλι με τη γιαγιά. Και στεκότανε και κοίταζε. Ο Στέφανος άκουε τ’ άλλα παιδιά που έκραζαν με τα χείλη τα πουλιά, και δοκίμαζε να μιμηθεί κι αυτός τον ήχο. Δεν το κατόρθωνε, και οι Ευανθίες τον περιγελούσαν. Τις κυνηγούσε με τις πέτρες κ’ έπειτα γύριζε πάλι και κάθιζε κ’ έκραζε να έρθει το πουλί. Και η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. Όσο που η κυρία Αγλαΐα ξαναμάλωσε με τη γιαγιά, και η Μαρίκα ξαναχάθηκε. Και ο Στέφανος περίμενε πάλι μονάχος να πιάσει το πουλί. ……………………………. Πέρασε ο χειμώνας χωρίς να το πιάσει. Πριν όμως έρθει ακόμα η άνοιξη, αρρώστησε έξαφνα η μια Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω καρφώθηκε απάνω από το κεφάλι της, η γιαγιά ερχόταν και συντρόφευε την κυρία Κατίγκω. Δεν ξαναβγήκαν στο βουνό. Ο Στέφανος και η Ευανθία της γιαγιάς έπαιζαν μόνοι τους στον κήπο. Το σπίτι απάνω ήταν σιωπηλό. Η υπηρέτρια έφερνε αδιάκοπα νερό από τη βρύση και πήγαινε και ξαναπήγαινε στο φαρμακείο, ο γιατρός ερχόταν και τη νύχτα αργά. Έπειτα άρχισε να ξενυχτά στο σπίτι και η γιαγιά. Και μαζί της έμενε και η Ευανθία. Κοιμότανε στη σάλα χάμω με τη γιαγιά, κι ο Στέφανος στον καναπέ. Δε μιλούσανε πολύ· ψιθυριστά μονάχα, όπως και οι μεγάλοι. Κάποτε ξεχνούσαν και σηκώναν τη φωνή, μα τους έρχονταν αμέσως στο νου η άρρωστη και σώπαιναν. Στην κάμαρα που ήταν πεσμένη δεν τους άφηναν να μπούν. Μια μέρα μόνο πλησίασαν κλεφτά στην πόρτα και είδαν τα χέρια της απλωμένα ακίνητα απάνω από το σκέπασμα. Η κυρία Κατίγκω της άλλαζε το βρεγμένο πανί στο μέτωπο. Τραβήχτηκαν σιγαλά πίσω. - Της έκοψαν και τα μαλλιά, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία ψιθύρισε: - Εγώ δε θ’ άφηνα να μου τα κόψουν. Την άλλη μέρα άκουσαν πως έστειλαν να φέρουν χιόνι από το βουνό. Και στάθηκαν και κοιταχτήκαν. Έπειτα ρώτησαν τη γιαγιά: - Γιατί; - Το πρόσταξε ο γιατρός, τους είπε. Δεν ένιωσαν· και ρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, απάντησε η γιαγιά. Κατέβηκαν κ’ έπαιζαν στην αυλή και περίμεναν το χιόνι. Το έφερε ο υπηρέτης στοιβαγμένο και τυλιγμένο μέσα σε άμμο και άχυρο. - Τι κρύο που είναι, είπε ο Στέφανος που το άγγιξε. - Θα της το βάλουν στο κεφάλι, ψιθύρισε η Ευανθία. Τράβηξαν να παν να παίξουν, μα η Ευανθία γύρισε και θέλησε να κόψει ένα κομμάτι χιόνι. Η υπηρέτρια τη χτύπησε στο χέρι, και η Ευανθία ξαναγύρισε στο Στέφανο: - Ήθελα να έκανα ένα βώλο. - Θυμάσαι μια φορά που χιόνισε; είπε ύστερα. - Ναι, και φάγαμε και βράχνιασες, είπε ο Στέφανος. Και μπήκαν κ’ έπαιξαν στον κήπο. Στο σπίτι ήταν η ίδια ησυχία πάντα· πατούσαν σιγαλά και ψιθύριζαν μονάχα. Την άλλη μέρα έφεραν και άλλο γιατρό. Τα παιδιά όταν είδαν τη γιαγιά, ξαναρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, είπε η γιαγιά. Σε άλλους όμως που είχαν στείλει να ρωτήσουν, την άκουσαν πως έλεγε: - Τα ίδια. Και στάθηκαν και την κοίταζαν. - Καλύτερα είναι, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Μα χωρίς αυτά να κάνουν θόρυβο, τους φώναξε πνιχτά: - Σιγότερα, σιγότερα. Τα παιδιά κοιτάξανε το ένα το άλλο. Έπειτα έφυγαν πατώντας στα δάχτυλα. Ύστερα ο Στέφανος θυμήθηκε πως τελείωσαν τα κουλουράκια. - Δε θα φτιάξομε άλλα, νονά; είπε της γιαγιάς. - Τι; τέντωσε η γιαγιά το αφτί. - Κουλουράκια, γιαγιά, είπε η Ευανθία. Η γιαγιά κοίταξε τα παιδιά δίχως να μιλήσει. - Να είναι έτοιμα όταν σηκωθεί η Ευανθία, της είπε ο Στέφανος σιγά στο αφτί. Και θυμήθηκε πως τα έπλαθε η μητέρα με την υπηρέτρια. Αυτός και η Ευανθία δεν έφευγαν από κοντά απ’ τη σκάφη, όσο που τους έδιναν κι αυτών ζυμάρι κ’ έπλαθαν ανθρωπάκια, ζώα κι άλλα πράγματα περίεργα, και παρακαλούσαν τη μητέρα να τα στείλει να ψηθούν κι αυτά στο φούρνο. Η κυρία Κατίγκω φώναζε στο Στέφανο: - Φύγε από κει· μη με σκοτίζεις. Κάποτε του έδινε και μια στα δάχτυλα. Στην Ευανθία όμως αδύνατο ν’ αντισταθεί. - Μαμά, μαμάκα, τη χάιδευε η μικρή και της αγκάλιαζε το λαιμό καθώς ήταν σκυμμένη. Το θυμήθηκε ο Στέφανος κ’ έμεινε συλλογισμένος· του ήρθε να τρέξει μέσα στην άρρωστη αδερφή. Μα η Ευανθία τον τράβηξε, και κατέβηκαν πάλι να παίξουν. Στην πορτοκαλιά του κήπου έμεναν ακόμα πορτοκάλια στην κορυφή. - Ρίχνομε ένα κάτω; είπε η Ευανθία, κι ο Στέφανος πήγε κ’ έφερε ένα μακρύ ξύλο από το πλυσταριό. Η υπηρέτρια τον είδε από το παράθυρο κ’ έβαλε φωνή: - Τώρα να φέρω τον πατέρα σου! Την ίδια στιγμή άνοιξε η αυλόπορτα, και τα παιδιά έτρεξαν να κρυφτούν πίσω από τα κάγκελα του κήπου. Η Ευανθία τεντώθηκε και κρυφοκοίταζε. - Ξέρεις ποιος είναι; γύρισε και ψιθύρισε γοργά. Ο Στέφανος άνοιξε τα μάτια ανήσυχα, σα φοβισμένα. - Η θεία Αγλαΐα είναι, είπε η Ευανθία. Και πρόσθεσε σιγότερα: - Της πέρασε· έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. - Έφερε και τη Μαρίκα; ρώτησε έπειτα. Η Ευανθία τον κοίταξε: - Τη θέλεις; Ο Στέφανος δεν απάντησε. Μα ύστερα από λίγο ψιθύρισε: - Γιατί να ήρθε; Και ανέβηκε στο σπίτι. Και η Ευανθία κοντά. Η κυρία Αγλαΐα καθότανε στη σάλα με τον πατέρα του και άλλες δυο κυρίες. - Σιγά, σιγά, ψιθύρισε η γιαγιά και πάλι των παιδιών άμα τα είδε. Εκείνα δεν τόλμησαν να τη ρωτήσουν αν ήρθε και η Μαρίκα. Ξανακατέβηκαν άφωνα στον κήπο. Όταν ξανανέβηκαν στο σπίτι, μια κυρία κρατούσε την κυρία Κατίγκω σωριασμένη στο διάδρομο σε μια καρέκλα, και κάτι της ψιθύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε αντίκρυ, και η κυρία Κατίγκω γύρισε και τον κοίταζε σα να μην τον γνώριζε. Μα έπειτα του ένεψε και πήγε. - Στέφανε, Στέφανε, είπε και του έπιασε τα χέρια, η Ευανθία… Πνίγηκε η φωνή της, και ο πατέρας πετάχτηκε από μέσα και άρπαξε το Στέφανο. Τον κάθισε στα γόνατά του λίγες στιγμές και του χάδεψε τα μαλλιά. Έπειτα τον άφησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω. Η άλλη κυρία έφερε ένα μπουκαλάκι και τη μύρισαν. Η Ευανθία στεκότανε σαν καρφωμένη στο πάτωμα και κοίταζε. Η μητέρα ξαναμπήκε στην άρρωστη, και η γιαγιά έβαλε των παιδιών και έφαγαν. Αμίλητα. Σε όλο το σπίτι βασίλευε σιγή. Μόνο η υπηρέτρια πηγαινοερχόταν, και η γιαγιά σερνότανε στις κάμαρες. Ο πατέρας, καθισμένος στην τραπεζαρία, κάπνιζε ολοένα. Ο γιατρός ξαναήρθε στην άρρωστη, έπειτα βγήκε και κάθισε με τον πατέρα λίγη ώρα. Μιλούσαν σιγαλά. Σε λίγο ξαναήρθε και η κυρία Αγλαΐα. Έκραξε τη γιαγιά, μίλησαν κρυφά στο διάδρομο και ξαναμπήκαν μέσα. Ο Στέφανος τις κοίταζε σα φοβισμένος, η Ευανθία είχε βρει τις κούκλες τις άρρωστης κ’ έπαιζε μόνη της σε μια άκρη. Ο Στέφανος κατέβηκε στον κήπο χωρίς να ξέρει κι αυτός γιατί. Είχε συννεφιάσει, και τα δέντρα στέκονταν ήσυχα και σκοτεινά. Μόνο τα πορτοκάλια κοκκίνιζαν ανάμεσα στα φύλλα της πορτοκαλιάς. Ο Στέφανος είδε στημένο στα κλαδιά το μακρύ ξύλο, καθώς το είχε αφήσει το πρωί. Το πήρε και χτύπησε με όση είχε δύναμη, ώσπου γκρέμισε ένα πορτοκάλι από την κορυφή. Έσκυψε το πήρε, ανέβηκε στο σπίτι και τράβηξε ίσα στον πατέρα. - Θέλω να το πάω της Ευανθίας μέσα, είπε κ’ έδειξε το πορτοκάλι με τον κλώνο, όπως είχε πέσει από την πορτοκαλιά. Ο πατέρας τον κοίταξε. - Ναι, ναι, ψιθύρισε και του αγκάλιασε τον ώμο. - Τώρα, είπε πάλι ο Στέφανος. - Ναι, τώρα άμα … ξυπνήσει σε λιγάκι, ξαναψιθύρισε ο πατέρας με δαγκαμένα χείλη. Έσφιξε απάνω του το κεφάλι του παιδιού και γύρισε το πρόσωπο. Ο Στέφανος έμεινε κρατώντας το πορτοκάλι. Έπειτα το άφησε στα γόνατα του πατέρα και πήγε κοντά στην Ευανθία. - Κοιμάται, της είπε σιγαλά. Η Ευανθία μιλούσε με τις κούκλες και δεν τον πρόσεξε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές κοντά της και κοίταζε τις δυο κυρίες που κάθονταν στον καναπέ. Κάθονταν αμίλητες και κοίταζαν στην πόρτα. - Έλα δω, του φώναξε τώρα η Ευανθία, μα ο Στέφανος δεν πήγε. Στάθηκε ακίνητος εκεί κ’ έριχνε κρυφές ματιές στην πόρτα, σα να περίμενε κάτι κι αυτός. - Έλα δω, του ξαναμίλησε η Ευανθία. Ο Στέφανος κοίταξε στο διάδρομο, όπου του φάνηκε πως άνοιξε σιγά η εξώπορτα. Είχε ανοίξει αλήθεια και παρουσιάστηκε ο παππούς. Ήρθε με σιγαλά πατήματα στην πόρτα και χωρίς να χαιρετήσει στάθηκε ορθός εκεί. Στάθηκε και κοίταζε. Μαζί του μπήκε από το διάδρομο μια κρύα πνοή και ανατρίχιασε το Στέφανο. Έτρεξε στον πατέρα και ακούμπησε στον ώμο του. Ο πατέρας του χάδεψε το μέτωπο. Το πορτοκάλι ήταν ακόμα στα γόνατά του. Ο Στέφανος δε θέλησε ούτε να το ’γγίξει. Οι δυο κυρίες στον καναπέ μίλησαν κάτι , δε γύρισε ούτε κει. Ακουμπισμένος στον πατέρα κοίταζε στο παράθυρο. Ένα πουλί ήρθε μια στιγμή στο τζάμι και στάθηκε· στάθηκε τόσο κοντά, σα να ήθελε να μπει στο σπίτι. Έπειτα πέταξε πάλι. Ο Στέφανος πλησίασε στο τζάμι. Έξω τα σύννεφα κρεμούσαν βαριά και χαμηλά, σα να σερνόντανε στη θάλασσα. Σε λίγο άρχισε να ψιχαλίζει. Ο Στέφανος έμεινε ορθός και κοίταζε τους κύκλους που έκαναν οι σταλαγματιές στη θάλασσα. Πρώτα μικροί, στενοί, πλάταιναν έπειτα, άπλωναν όσο που έσβηναν. Και αμέσως πλάι τους, απάνω τους, παρέκει γίνονταν άλλοι πολλοί, μικροί, μεγάλοι, αμέτρητοι, παντού όσο έφτανε το μάτι στη μουντή συννεφιασμένη θάλασσα. Ο Στέφανος έμεινε ώρα εκεί και κοίταζε. Μια στιγμή ήρθε η Ευανθία και στάθηκε και αυτή και κοίταζε. Από πίσω ο πατέρας κάπνιζε ολοένα, οι δυο κυρίες άλλαζαν κάπου κάπου ένα ψιθύρισμα που μόλις το άκουε κανείς. Ο παππούς έμενε ορθός στην πόρτα. Έπειτα μπήκε η γιαγιά και πήρε τον πατέρα έξω. Ο Στέφανος είδε τις κυρίες που κοιτάχτηκαν. Η μια από αυτές τον τράβηξε κοντά της. Ο Στέφανος τη γνώριζε, μα εκείνη τη στιγμή του φάνηκε σα να την έβλεπε πρώτη φορά· τόσο παράξενα τον κοίταζε. Η Ευανθία ξαναγύρισε στις κούκλες. Εκεί ακούστηκε μια δυνατή κραυγή από την κάμαρα της άρρωστης. Ο Στέφανος γνώρισε πως ήταν της μητέρας. Η κυρία του άφησε το χέρι κ’ έτρεξε έξω πίσω από την άλλη. Τα δυο παιδιά έμειναν μόνα στην κάμαρα κοιτάζοντας το ένα το άλλο. Ο παππούς είχε χαθεί. Της μητέρας η φωνή δεν ξανακούστηκε, μα τα βήματα έξω δεν πατούσαν πια σιγά. Ήταν σα να έτρεχαν όλοι τώρα μες στο σπίτι. Κ’ έτρεξε κι ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοντά του. Μα η κυρία Αγλαΐα παρουσιάστηκε μπροστά τους και τους πήρε από το χέρι. Πήγαν μαζί χωρίς να νιώθουν. Η Ευανθία κρατούσε στο χέρι της μια κούκλα, ο Στέφανος το πορτοκάλι που σήκωσε από κάτω, όπου είχε πέσει του πατέρα καθώς σηκώθηκε γοργά. Καθώς κατέβαιναν στη σκάλα, ανεβαίναν άλλοι. Ο Στέφανος δεν είδε ποιοι, του φαινόταν μόνο πως πίσω του γέμιζε το σπίτι. Έξω έβρεχε και η κυρία Αγλαΐα φώναξε ένα αμάξι. Τους κατέβασε στην πόρτα της. Απάνω βρήκαν τη Μαρίκα μόνη. Τους κοίταζε με ξαφνισμένα μάτια. Η Ευανθία έτρεξε κοντά της. - Μαρίκα, άρχισε να πει, η Ευανθία… Η κυρία Αγλαΐα όμως δεν την άφησε να τελειώσει. - Πάει ταξίδι, είπε κ’ έπιασε το Στέφανο από το χέρι. Η Μαρίκα άνοιξε πλατύτερα τα μάτια της και τον κοίταξε βαθιά, σα να είχε νιώσει. Και ο Στέφανος άπλωσε το χέρι και της έδωσε το πορτοκάλι που είχε κόψει για την αδερφή. [Επεξεργασία] ΙV Η στιγμή αυτή ήταν χαμένη ολότελα στο νου του Στέφανου. Είχε σβήσει σα να μη στάθηκε ποτέ. Και τώρα, καθισμένος στο ακρογιάλι μπροστά στη βραδιασμένη θάλασσα, έβλεπε την εικόνα της να τρέμει εμπρός του σα μακρινό καθρέφτισμα και σιγά -σιγά να ξεχωρίζει καθαρότερη ολοένα, όπως η μαύρη πλάκα μέσα στο υγρό κάτω από την κόκκινη αναλαμπή στο σκοτεινό θάλαμο. Τα δυο μεγάλα μαύρα μάτια της μικρής Μαρίκας τον κοίταζαν από την εικόνα αυτή τόσο παράξενα βαθιά και του σαλεύαν την ανάμνηση, όπως ένα τραγούδι ξαναθυμημένο στη βραδινή γαλήνη. Έβλεπε τη μικρή Μαρίκα με το σταχτί της φόρεμα, όπως την είδε το σκοτεινό εκείνο δειλινό που ήρθε σ’ αυτή με τη μητέρα της και με την Ευανθία. Κ’ έξαφνα, σα μαγικά, η μικρούλα αυτή γινόταν ένα με τη μεγαλωμένη κόρη που στεκόταν κάτω από τα πεύκα ορθή, λευκοντυμένη, σα να τον περίμενε όταν τον έκραξε η γιαγιά. Τα μάτια και το κοίταγμα ήταν τα ίδια, σα να ήταν μια και μόνη οι δυο αυτές στιγμές, και δεν τις χώριζε το διάστημα δώδεκα χρόνων που πέρασαν στο μεταξύ. Τα χρόνια αυτά ο Στέφανος δεν είχε μήτε απαντηθεί με τη Μαρίκα. Λίγες μέρες ύστερα από το θάνατο της αδερφής έφυγε μαζί με την κυρία Κατίγκω, που της κλονίστηκαν τα νεύρα κ’ έπρεπε να ταξιδέψει. Έπειτα τον είχαν κλείσει στο σχολείο. Όταν ήρθε μια φορά στο σπίτι, η Μαρίκα έλειπε μαζί με τη μητέρα της. Όταν ήρθε πάλι δεύτερη φορά, βρήκε χωρισμένα τα δυο σπίτια. Την Ευανθία την είχε πάρει μακριά μια θεία της, η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω. Είχε θυμώσει με τον πατέρα του. - Δίκιο έχει, του είπε η κυρία Κατίγκω όταν τη ρώτησε, μα κι ο πατέρας σου τι να έκανε· ποιόν άλλον έχει η … Δεν μπορούσε να προφέρει ακόμη το όνομα της Ευανθίας, όμως του εξήγησε πως ο πατέρας του, σα δικηγόρος, κίνησε δίκη της κυρίας Αγλαΐας για την κληρονομιά της Ευανθίας και ζήτησε από μέρος της θείας της την απαγόρευση του παππού, γιατί τον έκανε όπως ήθελε η κυρία Αγλαΐα. Έπειτα έφυγε ο Στέφανος για χρόνια από το σπίτι. Όταν ξαναγύρισε, η γιαγιά είχε ξεθυμώσει, και η κυρία Κατίγκω του μίλησε γι’ αυτή και για την Ευανθία. Και όταν έπειτα πρωτοαπάντησε τη γιαγιά με τη Μαρίκα μεγαλωμένη πια, η Μαρίκα του έφερε στο νου την Ευανθία και με αυτή μαζί την άλλη Ευανθία, την αδερφή. Και όταν ξαναπαντήθηκαν και δεύτερη φορά με τη Μαρίκα, και κείνη τον ξανακοίταξε παράξενα και τον ρώτησε ξανά για τη μαμά, στο νου του Στέφανου πέρασε πάλι η Ευανθία και η αδελφή, οι δυο μαζί Ευανθίες σα σμιγμένες σε μια ανάμνηση θολή και θλιβερή, όπως και ζούσανε στο σπίτι. Για καιρό έβλεπε τη Μαρίκα ο Στέφανος σα μια παλιά και ξέθωρη φωτογραφία που του ξυπνούσε στη μνήμη μια άλλη εικόνα, μια άλλη μορφή ξένη με αυτή, εχθρική σχεδόν με αυτή. Η κυρία Κατίγκω ούτε βλεπότανε ποτέ με την κυρία Αγλαΐα ούτε μιλούσε ποτέ λόγο γι’ αυτή και τη Μαρίκα. Ένα βράδυ είχε βγει ο Στέφανος περίπατο με την κυρία Κατίγκω και απαντήθηκαν με τη γιαγιά και τη Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε με τη γιαγιά, μα στη Μαρίκα κούνησε μόνο το κεφάλι. Στάθηκαν λίγες στιγμές μαζί. Οι τρεις μιλούσαν, η Μαρίκα σκάλιζε σκυφτή το χώμα με την άκρη της ομπρέλας της. Κοίταξε το Στέφανο μόνο όταν ξαναέδωσαν τα χέρια. Καθώς έφευγε με τη γιαγιά, ο Στέφανος την έβλεπε μόνο από πίσω. Το ανάστημά της ξεχώριζε λιγνότερο στη σκούρα φορεσιά. Άμα έστριψε στο δρόμο, έσκυψε πάλι το κεφάλι της. - Δεν της έδωσες το χέρι, είπε στη μητέρα του ο Στέφανος. - Αυτό έλειπε, είπε η κυρία Κατίγκω· κ’ έπειτα πρόσθεσε: - Δε φέρθηκε κι αυτή καλά. Ο Στέφανος ένιωσε πως ήθελε να πει στην Ευανθία· αλλά του φάνηκε παράξενο: τη φορά αυτή, μόλις τώρα του ήρθε στη μνήμη η Ευανθία. Και όταν είδε πάλι μια φορά στο δρόμο τη Μαρίκα και τη χαιρέτησε, τη χαιρέτησε πριν συλλογιστεί αν έπρεπε να χαιρετήσει. Έπειτα ξαναπαντήθηκε με τη Μαρίκα στο σπίτι μιας ξαδέρφης και των δυο. Στη σάλα ήταν πολλοί, και ο Στέφανος δεν την πρόσεξε που καθόταν στο πιάνο. Ορθή μπροστά της η Φιφίκα Πρίφτη τελείωνε το τραγούδι Στο Ζάππειο σε πρωτόειδα, και χειροκροτούσαν όλοι. Ο λοχαγός Γιαλούδης κ’ ένας δικηγόρος, συνάδελφος του Στέφανου, σηκώθηκαν και της έσφιξαν το χέρι. Ο Στέφανος προχώρησε και τη χαιρέτησε και τη συγχάρηκε κι αυτός. Εκεί γύρισε η Μαρίκα το κεφάλι. Κοιτάχτηκαν, σα να ξαφνιάστηκαν και οι δυο. Μα ο λοχαγός μπήκε στη μέση και τους χώρισε. Πλησίασε και είπε κάτι της Μαρίκας. Η Μαρίκα ξαναέσκυψε στο πιάνο, κ’ ενώ ο Στέφανος γύρισε και χαιρετούσε και τους άλλους, το πιάνο έπαιζε το σκοπό: Η κυρά μας η δασκάλα που είν’ άγρια και κακιά … Η Φιφίκα Πρίφτη δεν το τραγούδησε, το σφύριξε μονάχα ο λοχαγός κουνώντας το κεφάλι και τους ώμους με το ρυθμό. Ύστερα ήρθε το τσάι. Ο λοχαγός και ο δικηγόρος κάθισαν σ’ ένα τραπεζάκι κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη. Ο Στέφανος μιλούσε ορθός με το νομομηχανικό. - Για δες τους, του σφύριξε η ξαδέρφη του, ενώ του σερβίριζε το τσάι. Ο Στέφανος γύρισε και είδε. Ο δικηγόρος τέντωνε μπρος το στήθος κ’ έδειχνε το φουσκωτό χρωματιστό του λαιμοδέτη με μια χρυσή άγκυρα λοξά μπηγμένη, ο λοχαγός καμπουριασμένος πετούσε το κεφάλι έξω, σχεδόν ίσια με το πρόσωπο της κόρης. Κρατούσε δαγκαμένο το τσιγάρο και σούφρωνε το ένα μάγουλο καθώς κοίταζε με το μονόκλ, σε τρόπο που να φαίνονται τα δόντια του σα σκύλου που τα δείχνει πριν γαυγίσει. Η Φιφίκα Πρίφτη τον άκουε να της διηγείται και χαμογελούσε. Ήταν κόρη πλούσιου σαπουνά και αγαπημένη της κυρίας Κατίγκως. Κομψή και νόστιμη, ο Στέφανος μιλούσε ευχάριστα μαζί της και ήξερε πως η Θεώνη, όπως λεγόταν η ξαδέρφη του, την έφερε στο τσάι επίτηδες γι’ αυτόν. Σε λίγο η Θεώνη ξαναέριξε ματιά του Στέφανου, ματιά που έλεγε: Τι κάθεσαι! Ο Στέφανος γύρισε πάλι και είδε· ο λοχαγός είχε πλησιάσει πιο κοντά τη δεσποινίδα Πρίφτη. Μα δυο βήματα από πίσω της στεκόταν ορθή δίπλα σε μια λατάνια η Μαρίκα. Φορούσε φόρεμα ανοιχτό τριανταφυλλί, και οι ίσκιοι της λατάνιας έπεφταν κ’ έτρεμαν απάνω του σαν κοκκινόμουντα νερά. Τα μάτια του Στέφανου σταμάτησαν έξαφνα στη Μαρίκα. Η Θεώνη πήγε και κάθισε κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη και τον ξαναέκραξε με μια ματιά· κ’ έπειτα με το όνομά του. Μα ο Στέφανος τράβηξε ίσια στη Μαρίκα. Το βράδυ, όταν η κυρία Κατίγκω τον ρώτησε ποιος ήταν και τι έγινε στο τσάι, ο Στέφανος δεν είπε ούτε πως ήταν η Μαρίκα εκεί. Την άλλη μέρα βρέθηκε κάτω από το σπίτι της. Η Μαρίκα στάθηκε στο παράθυρο ορθή, ακίνητη ώσπου πέρασε. Ξαναπαντήθηκαν στο σπίτι της Θεώνης και ξαναπαντήθηκαν και πάλι, σα να το είχαν συμφωνήσει. Βγήκαν περίπατο μαζί και οι τρεις, πρώτα στο δρόμο της ακροθαλασσιάς, έπειτα όμως στ’ απόμερα, στην εξοχή, στους λόφους που έπαιζε μικρός ο Στέφανος με τις δυο Ευανθίες, και πιο μακρύτερα, όπου τα λαγκάδια της ρεματιάς ομορφαίναν περισσότερο, οι λόφοι γίνονταν βουνάκια, πέτρινα πάντα, κοκκινόμαβα, με πεύκα αραιά και ρείκια πιο πυκνά και σφάλαχτα και σπάρτα που όταν ανθίζαν τον Απρίλη έβαφαν όλον τον τόπο σα με αίμα κίτρινο --- ένα κίτρινο που το αγαπούσε χωριστά η Μαρίκα κ’ έμενε άφωνη κοιτάζοντάς το όταν έχυνε τα βράδια χρυσόξανθες αναλαμπές στα ρόδινα νερά του μικρού κόλπου, που έκανε πίσω από το κάστρο η θάλασσα. Εκεί έξω δεν απαντούσανε ψυχή. Μόνο κανένα κυνηγό και γαϊδουράκια, που όπως κατεβαίναν ολοσκέπαστα από τα κλαδιά που ήταν φορτωμένα, έμοιαζαν σα θάμνα φουντωτά που σάλευαν, φαινόντανε σα βώλοι χαλκοπράσινοι που ξεκολλούσαν και κυλούσαν γλιστρώντας κάτω στην πλαγιά. Μακρύτερα έβοσκαν κοπάδια τράγοι, και τα κουδούνια ηχούσαν εδώ βοερά από το βάθος και σαν απόκοσμα, εκεί απαλά από τη ράχη, μελαγχολικά. Κάτω στης λαγκαδιάς το χάσμα άγρια περιπλοκάδια πλεγμένα σε κουμαριές και σκίνα και σε ρείκια σχηματίζαν λόχμες, μικρούς θόλους που έφεγγαν βιολετοκόκκινοι όταν άνοιγαν τα ρείκια, έλαμπαν ασπριδεροί με μουντούς, παρδαλούς τόνους όταν ανθίζαν τα περιπλοκάδια. Η Μαρίκα και ο Στέφανος, πιασμένοι μπράτσο, γλιστρούσαν στις πλαγιές, σερνόντανε στα μονοπάτια, μιλούσανε λιγότερο παρότι σώπαιναν και ονειρεύονταν. Η Θεώνη τους ακολουθούσε πότε κοντά, πότε από πίσω, πότε τους άφηνε να προχωρούνε μόνοι, να κρύβονται για μια στιγμή στα θάμνα, να κάθονται στα φρύδια και να στέκονται στις κορυφές ορθοί σα στύλοι και να κοιτάζουνε τη θάλασσα, που ανοίγονταν μπροστά τους πάντα πλατύτερη κ’ έφεγγε όλη στο ηλιοβασίλεμα σα χρυσή πλάκα απέραντη πυρωμένη σε πυρκαγιά ολοπόρφυρη. Και μια μέρα, καθώς στέκονταν αντίκρυ εκεί στη θάλασσα, και την κοιτάζανε χεροπιασμένοι, έσφιξε ο ένας περισσότερο το χέρι του άλλου. Ο Στέφανος δεν το θυμάται ποιος. Και μια στιγμή βρεθήκαν με σμιγμένα χείλη. Έπειτα έμειναν ακουμπώντας τα χέρια ο ένας στον ώμο του άλλου, έμειναν άλλη μια στιγμή έτσι και κοιτάζονταν στα μάτια. Ο Στέφανος θυμάται πως η όψη της Μαρίκας ήταν κατακόκκινη. Έπειτα έλυσαν άφωνοι τα χέρια και κατέβηκαν το λόφο. Όσες φορές περάσαν από το λόφο, δε σταμάτησαν στο μέρος. Γλιστρούσαν σιωπηλοί. Μια μέρα μόνο, ένα βράδυ που η θάλασσα έλαμπε περισσότερο παρά άλλο βράδυ, και από πάνω κρεμόντανε τα σύννεφα ωχρά, ρόδινα εμπρός και κόκκινα βαθιά στο μάκρος, σταθήκανε και πάλι. Και η Μαρίκα έγειρε στο ώμο του και κοίταζε. Κοίταξε άφωνη λίγες στιγμές, έπειτα έπιασε το χέρι του και γύρισε και τον έβλεπε στα μάτια. Ο Στέφανος έσκυψε και της φίλησε το μέτωπο. Η Μαρίκα ακούμπησε ξανά στον ώμο του. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, είπε σιγαλά. Ο Στέφανος της γέλασε. Της γέλασε και σώπαινε. - Στέφανε, ψιθύρισε πάλι η Μαρίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Είναι και κείθε, και από εκείθε πέρα; ξαναείπε σιγαλά η Μαρίκα κ’ έδειξε στο μάκρος, που χάνονταν τα σύννεφα ολοπόρφυρα. - Τι; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος. Μα ένα πουλί πέταξε μπρος από τα πόδια του ίσια, ολόισια προς τ’ απάνω· κ’ ένας ήχος χτυπητός και λαγαρός σκορπίστηκε έξαφνα, σα να τρικύμισε κυματιστά όλον τον αέρα. Τρεμουλιαστό, ίσια απάνω, κατακόρυφα ανέβαινε το πέταγμα του σταχτερού πουλιού, και λαγαρότερο, τρικυμιστότερο και πάντα πιο ηχερό σα σάλπισμα πρωινό γέμιζε το κελάδημά του τον αιθέρα. Σώπαιναν και κοίταζαν απάνω όσο που χάθηκε σε μικρό στίγμα τα σταχτερό πουλί, και ο ήχος σβήστηκε σ’ έναν ψιθυριστό απόηχο ψηλά στο γαλανό. - Ω είναι, είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα και γυρτή στον ώμο του Στέφανου κατέβηκε το λόφο. Όταν το βράδυ γύριζαν στην πόλη, ο Στέφανος έφερνε τη Μαρίκα και τη Θεώνη ως τη γέφυρα, και αυτού τις άφηνε, και κείνος πήγαινε από τον άλλο δρόμο. Μα το βράδυ αυτό η Μαρίκα δεν του άφησε το χέρι· τον έσυρε μαζί της ως τη γέφυρα, και σταθήκαν κ’ έσκυψαν στα κάγκελα κ’ έβλεπαν κάτω. Είχε νυχτώσει και άναψαν τα φώτα. Δεν περνούσε κανείς στη γέφυρα, και μόνο στο κανάλι κάτω πηγαίναν πέρα δώθε μερικές σκιές. Στάθηκαν και κοιτάζαν κάτω και σωπαίναν, σα να ήθελαν ν’ ακούσουν ένα ψιθύρισμα που έφτανε από κάτω από τη γέφυρα. Από αντίκρυ, από τους κήπους, ένα απόγειο έφερνε μια μυρουδιά ελαφρή από ανθισμένες πασχαλιές. Η Μαρίκα σύρθηκε πιο κοντά στο Στέφανο, και ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι. Όταν χωριστήκαν ύστερα, φιλήθηκαν πρώτη φορά εμπρός στην ξαδέρφη τους. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν στη σκοτεινιά. Ο Στέφανος θυμάται πως εκεί που γύριζε έπειτα στην πόλη, είχε μπροστά του όλη την ώρα τα μάτια της Μαρίκας. Και θυμάται τώρα πως εκεί που πήγαινε θυμήθηκε έξαφνα την Ευανθία. Έτσι έξαφνα, έτσι μια στιγμή. Έπειτα η ανάμνηση έσβησε πάλι εμπρός στα μάτια της Μαρίκας. Και την άλλη μέρα που είδε τη Μαρίκα, η Μαρίκα του είπε: - Ξέρεις, Στέφανε, η Θεώνη μου θύμωσε χτες βράδυ όταν χωρίσαμε από σένα. - Γιατί από λάθος τη φώναξα Ευανθία, πρόσθεσε γελώντας· φοβάται πως αγαπώ περισσότερο την Ευανθία. - Και δεν την αγαπάς; ρώτησε ο Στέφανος. - Ανοησίες, απάντησε η Μαρίκα και σώπασε. - Αν κ’ έπρεπε, είπε πάλι έπειτα από μια στιγμή. - Γιατί; ρώτησε ο Στέφανος. - Γιατί κι αυτή --- η Θεώνη --- σε πήγαινε στην Πρίφτη. - Ανοησίες, είπε τώρα ο Στέφανος. Και σώπασαν πάλι. Μα ύστερα από λίγο η Μαρίκα ξαναείπε: - Ωστόσο είναι παράξενο στ’ αλήθεια. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Να, πολλές φορές μου φαίνεται πως είναι αλήθεια η Ευανθία που έρχεται κοντά μας. Ο Στέφανος την κοίταξε, αλλά δε μίλησε. Θυμάται πως είχε όλη την ώρα κάποια στενοχώρια να μιλήσει. Μα η Μαρίκα μιλούσε πιο πολύ τη μέρα αυτή, μιλούσε πιο πολύ παρότι σώπαινε άλλες μέρες. ……………… Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη. Και η Μαρίκα ήταν τόσο ευτυχισμένη να βυθά, να πλέει, να χάνεται σα σε όνειρο μέσα σ’ αυτό. Και σώπαινε. Κ’ έπειτα άρχιζε πάλι να μιλεί, να φλυαρεί. Κι’ έπειτα πάλι ξανασώπαινε. Κ’ έτρεχε μπρος, έμενε πίσω, ξαναγύριζε στο Στέφανο κ’ έγερνε απάνω του, βάδιζε πλάι του, ψιθύριζε, άπλωνε τα χέρια ψηλά στο φως, πέρα στη θάλασσα, τα έριχνε πάλι κάτω, τα ανάπαυε στον ώμο του, τα δίπλωνε τριγύρω στο λαιμό του. Μισοέκλεινε τα μάτια στο πρόσωπό του εμπρός και ξανάνοιγε πάλι τα μάτια πλατιά κ’ εκστατικά στο γαλανό, στα χρυσά νέφη, στα ρόδινα νερά. - Μου αρέσει, μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε· τον άφηνε να της χαδεύει τα μαλλιά και ήταν τόσο ευτυχισμένη. - Μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε κ’ έδειχνε απάνω το γλαυκό κ’ έδειχνε γύρω το χρυσό φως και κάτω τις ανεμώνες που έσκαζαν πλήθη πολλά στη γη και πλούμιζαν με τόνους ωχρορόδινους το σκούρο χώμα. Τόνοι νεκροί, κιτρινωποί, χαλκοί γλιστρούσαν εδώ και κει στους πράσινους ακόμα θάμνους και στα κλαδιά, όπου κοκκινίζαν ζωηρά τα κούμαρα. Ο Στέφανος και η Μαρίκα χάνονταν στους θόλους, σταματούσαν κι άκουαν τους σπίνους που λαλούσαν το σιγαλό σκοπό τους στα κλαδιά, τους μικρούς σπουργίτες που ψιθύριζαν στα θάμνα, τους μακρινούς, κομμένους ήχους που φτάνουν πάντα αόριστοι και μελαγχολικοί από την ερημιά και γεμίζουν τη σιγή με κάποια ανησυχία. Σταματούσαν και τους άκουαν και σώπαιναν, και η Μαρίκα άφηνε το Στέφανο να τη φιλεί και του ξανάλεγε: - Μου αρέσει το φθινόπωρο. Κάποιοι αργοπορημένοι βάτοι πρόβαλαν μια μέρα λευκοανθισμένοι, χλωμοκόκκινοι εκεί εμπρός τους, και ο Στέφανος τους έδειξε της Μαρίκας. - Είναι σαν άνοιξη, της είπε. Και θυμάται τώρα πως η Μαρίκα τον κοίταξε με μακρύ βλέμμα κ’ έπειτα: - Είναι σα γέλασμα, ψιθύρισε αργά και τον κοιτούσε. Η φωνή της είχε έναν τόνο σα βραχνό, ελαφρά βραχνό, ανεπαίσθητα βραχνό. Ο Στέφανος όμως τον πρόσεξε. - Και τον αγαπώ, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα με τον ίδιον τόνο στη φωνή και τον κοίταζε στα μάτια. Ο Στέφανος την κοίταξε κι αυτός σαν παραξενεμένος κ’ έμεινε μελαγχολικός. Μα σε λίγο ξαναβγήκανε στο λόφο· η θάλασσα άστραψε πάλι πέρα κ’ ένας αέρας χλιαρός από τα πλάτη σκόρπισε το σύννεφο. Η Μαρίκα ξανάπλωσε τα χέρια σα φτερά, και η φωνή της ηχούσε ξάστερη. Είχαν φτάσει κοντά στο Χάλασμα, ένα παλιό ερειπωμένο σπίτι που τα παράθυρά του ανοιγόντανε άδεια κοντά, μπροστά στη θάλασσα. Η Μαρίκα αγαπούσε να σταματά εκεί· τριγύρω κοκκίνιζαν ξεροί, γυμνοί μονάχα βράχοι, και οι ροδοδάφνες που δοκιμάσαν να φυτέψουν μια φορά απέξω από το χάλασμα, απόμεναν λειψές και μόλις που κοκκίνιζαν· εμπρός στην πόρτα του όμως απλωνόταν πλατιά, μεγάλη η θάλασσα. Η Μαρίκα σταμάτησε και τώρα εκεί· και τέντωσε το χέρι και την έδειξε. Κοντά της η Θεώνη κοίταζε σα να έπληττε· και ολόγυρα στους λόφους και αντίκρυ στο ορθόβραχο βουνό και απάνω στο γλαυκό και κάτω στη ροδισμένη θάλασσα άπλωνε τη χλιαρή γαλήνη του το αργό και φωτεινό φθινόπωρο. ………………… Μα η κυρία Κατίγκω έμαθε τους περίπατους και θύμωσε με τη Θεώνη. Η κυρία Αγλαΐα τα έβαλε με τη γιαγιά κ’ έπειτα με την ίδια τη Μαρίκα. Της θύμισε τη νομαρχία και της είπε: - Αδύνατο! Αδύνατο να γίνει! Δεν ήθελε μήτε να φανταστεί για τη Μαρίκα κάτι κατώτερο από νομαρχία. Και γέλασε ανάμεσα στα δόντια: - Στο σπίτι της κυρίας Κατίγκως! Μα και για την κυρία Κατίγκω η προίκα της Μαρίκας δεν ήταν αρκετή· η κυρία Κατίγκω αγαπούσε κιόλα τη Φιφίκα Πρίφτη και το έκοψε κι αυτή στο Στέφανο: - Μονάχα τη Φιφίκα. Έτσι έπαψαν οι περίπατοι, και ο Στέφανος έβλεπε σπάνια τώρα τη Μαρίκα. Θυμάται πως ήταν μελαγχολικός και διάβαζε πάντα το Βέρθερο· δε μιλούσε πια με την κυρία Κατίγκω, ούτε η γιαγιά ερχότανε σ’ αυτή. Ώσπου μια μέρα ζήτησε έξαφνα η Μαρίκα να δη το Στέφανο. Ειδωθήκαν στης Θεώνης, και η Μαρίκα ήταν ωχρή· μα έπειτα κοκκίνισε μεμιάς. - Να φύγομε, του είπε. Και όταν είδε πως ο Στέφανος δεν απαντούσε. - Τότε έλα στη μαμά, του είπε πάλι ξαφνικά. Ο Στέφανος αποφάσισε και πήγε, και η κυρία Αγλαΐα του έσφιξε περίεργα το χέρι και μιλήσαν φιλικά. Φαινόταν σα να ξέχασε τη νομαρχία κ’ έδειχνε πως είχε κάτι να του πει. Μα δεν το είπε· όταν έφευγε του ψιθύρισε μονάχα: - Ήθελα να μιλούσατε με τη γιαγιά. Μα και η γιαγιά προτίμησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω· και της είπε την απόφαση που πήρε να δωρίσει στη Μαρίκα το κτήμα που είχε για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε όταν το άκουσε: - Αλλά, νονά! Μα όταν έπειτα λογάριασε πως με το κτήμα αυτό η προίκα της Μαρίκας ανέβαινε ψηλότερα από της Φιφίκας Πρίφτη, είπε σιγαλότερα: - Για να το πω του Γιάγκου. Και φώναξε τον κύριο Γιάγκο κ’ έδωσαν το λόγο τους. Μα την ώρα που θα έφευγε η γιαγιά, η κυρία Κατίγκω την έκραξε στην άκρη. - Κοίταξε όμως, νονά, της είπε, όσο είσαι ζωντανή δεν πρέπει να το μάθει η Ευανθία. - Ναι, απάντησε η γιαγιά. - Ξέρεις πόσο την αγαπώ· δε θέλω να πικραθεί, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, ναι είπε ξανά η γιαγιά, φιλήθηκε με την κυρία Κατίγκω και αγκάλιασε το Στέφανο. Κ’ έτρεξε στην κυρία Αγλαΐα και στη Μαρίκα που περίμεναν. Η κυρία Αγλαΐα φίλησε και κείνη τη Μαρίκα, όταν όμως έγιναν οι αρραβώνες δεν παρουσιάστηκε. Η Μαρίκα βγήκε χλωμή μόνο με τη γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ήταν νευρική όλη την ώρα. Στην πόρτα φάνηκε ο άσπρος σκούφος του παππού, και όταν βγήκε από τη σάλα η υπηρέτρια με το δίσκο, ο παπαγάλος φώναξε από το κλουβί. Η Μαρίκα χλόμιασε περισσότερο. Και κει που έφευγαν έπειτα, ο Στέφανος την πρόσεξε πως έβηξε ξερά. Η κυρία Κατίγκω, όταν γύρισαν στο σπίτι, αγκάλιασε και φίλησε το Στέφανο. - Αφού το θέλησες, με την ευχή μου, του είπε, ωστόσο… Ο Στέφανος την κοίταξε. - … καλύτερα να μη γινότανε, ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έσκυψαν και οι δυο κ’ έμειναν σιωπηλοί. [Επεξεργασία] V Όμως την άλλη μέρα άλλαξε η κυρία Κατίγκω, πήγε στη γιαγιά και στη Μαρίκα. Και όταν γύρισε στο σπίτι είπε στον κύριο Γιάγκο: - Δεν ξέρεις τι καλή που είναι η Μαρίκα. Κ’ έπειτα: - Και κ ε ί ν η βγήκε σήμερα και με χαιρέτησε. Ο κύριος Γιάγκος κατάλαβε πως εννοούσε την κυρία Αγλαΐα. - Μου θυμώνει μόνο όταν πιάνεται με τη νονά, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έπειτα πάλι: - Τώρα που πήρε η κόρη της το κτήμα, δεν έχει πια μαζί μας τίποτε. Μα έξαφνα: - Δεν ξέρεις πώς το έχω μέσα μου, είπε σιγότερα. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε. - Τι; ρώτησε. - Που το πήραμε της Ευανθίας, απάντησε η κυρία Κατίγκω και μελαγχόλησε. Έπειτα όμως πηγαίνοντας πιο κοντά του: - Ξέρεις τι περιμένει; του είπε. - Ποιος; ρώτησε ο κύριος Γιάγκος. - Η…, απάντησε η κυρία Κατίγκω, και ο κύριος Γιάγκος εννόησε πάλι, περιμένει να γίνει ο Στέφανος νομάρχης. Με αυτό την έκαμαν και δέχτηκε. Ο κύριος Γιάγκος γέλασε: - Ε, και συ τάχα δεν το θέλεις; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έτρεξε μέσα και φίλησε το Στέφανο. Γρήγορα όμως ξαναμάλωσε η κυρία Αγλαΐα με τη γιαγιά και ξαναέκλεισε την πόρτα στην κυρία Κατίγκω. Μα πρόφτασε η Μαρίκα, και ο Στέφανος δεν το έμαθε. Όταν το έμαθε έπειτα, είχε συνηθίσει. Δεν πρόσεχε. Πρόσεχε κ’ έβλεπε μόνο τη Μαρίκα. Και τώρα, ενώ ο Στέφανος κάθεται εκεί αντικρύ στη θάλασσα και φέρνει στη μνήμη του όλα αυτά ένα-ένα σα να τα ξαναζεί, έχει μπροστά του πάντα την εικόνα της Μαρίκας· της Μαρίκας ορθής κάτω από τα βραδιασμένα πεύκα, σκυφτής στ’ αραδιασμένα κοχύλια της στον άμμο, ακίνητης μπροστά στη θάλασσα ενώ έπαιζαν τ’ άλλα παιδιά· ριγμένα απάνω του τα μελαγχολικά μεγάλα μαύρα μάτια της, του φαίνονταν σα να του ανοίγουν έξαφνα ένα μυστικό. Κ’ έξαφνα πάλι εκεί θυμάται ο Στέφανος τη χτεσινή σκηνή με την κυρία Κατίγκω όταν γύρισαν στο σπίτι, και στο παράθυρο ξέσπαζε η βροχή. Η κυρία Κατίγκω είχε έπειτα όλο το βράδυ σκοτεινό το πρόσωπο, και η σιγή της ήταν πνιγερή όλη την ώρα στο τραπέζι. Για να την αποφύγει, ο Στέφανος βγήκε έξω στο μπαλκόνι· βγήκε και στάθηκε σκυφτός. Δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί και γύρισε τα μάτια του απάνω. Με έξαφνα τα σταμάτησε εκεί παράξενα ο Ωρίων που ανέβαινε από το βουνό. Ανέβαινε λαμπρός, υγρός σα μόλις λουσμένος στη βροχή κ’ έλαμπε κει παράξενα στημένος ολόρθος στο βουνό. Ο Στέφανος θυμάται πως τον κοίταζε ώρα, σα να τον πρόσεχε πρώτη φορά, σα να τον έβλεπε έτσι εκεί πρώτη φορά. Και θυμάται πως ανατρίχιασε· του φάνηκε μεμιάς σα να τον κοίταζε και κάποιος άλλος, κάποιος κοντά του, πίσω, πλάι του. Έστρεψε πίσω, πλάι ---δεν ήτανε κανείς. Και σήκωσε πάλι τα μάτια απάνω κ’ έβλεπε τον Ωρίωνα. Και σήμερα έξαφνα η Μαρίκα του μίλησε για τον Ωρίωνα. Ο Στέφανος τινάχτηκε όπως και την ώρα που άκουσε τη Μαρίκα να μιλεί γι’ αυτόν. Σταμάτησε και κοίταξε μπροστά του πέρα σα να έβλεπε κει να έτρεμε ν’ ανοίξει πάλι κάποιο μυστικό. Μα ξαναέσκυψε, και η Μαρίκα ήταν πάλι εμπρός του ορθή· ορθή κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα, ορθή από πίσω του και πρόσμενε να έρθει να καθίσει το πουλί, ορθή μπροστά του κ’ έπαιρνε από το χέρι του το πορτοκάλι που είχε κόψει αυτός ο ίδιος για την αδερφή… Γύρω άρχισε να σκοτεινιάζει, και η θάλασσα είχε βαφεί με χρώμα κίτρινο που χλόμιαζε ολοένα σιγοσβήνοντας σε σταχτερή άχνα. Και του Στέφανου, καθώς κοίταζε τη θάλασσα, του φάνηκε πως γέμισε όλη με τους κύκλους που την είδε να γεμίζει το σκοτεινό απομεσήμερο που πέθαινε η μικρή αδερφή. Ξανατινάχτηκε. Όταν σήκωσε πάλι τα μάτια δεν ήταν γύρω του κανείς. Τα τραπέζια του καφενείου όλα έρημα, στην τζαμόπορτα έπαιζε μια λάμψη, σα φως που σπάζει σε αδειανό καθρέφτη. Σηκώθηκε σιγά και τράβηξε προς το ακρογιάλι. Η θάλασσα σιωπηλή σκοτείνιαζε ολοένα, στα καΐκια ανάβανε θαμπά μικρά φανάρια, και η λάμψη τους έμενε ακίνητη σαν καρφωμένη ορθή μες στο νερό. Ούτε άνθρωπος, ούτε ίσκιος γύρω· μόνο ένα ναυτόπουλο εκεί κάπου σκορπούσε σα στεναγμό το σιγαλό παθητικό τραγούδι του: Θάλασσα πλατιά, μαύρη ξενιτιά… Μελαγχολία παράξενη κυρίεψε έξαφνα το Στέφανο ενώ βάδιζε και άκουε που ξεψυχούσε το τραγούδι πίσω του· σα να του ξύπνησε μεμιάς η θλίψη ολόκληρης μιας ξενιτιάς, μιας ερημιάς. Αλλά ποιας ξενιτιάς, ποιας ερημιάς; Ο Στέφανος σταμάτησε. Και μια στιγμή καθώς σταμάτησε, του ήρθε πως τάχα ήταν κλεισμένος στα τείχη του σχολείου μια φορά· είχε μπροστά του πέρα την ξένη θάλασσα και τραγουδούσε ο ίδιος το τραγούδι που έσβηνε τώρα πίσω του. Το τραγουδούσε και θυμόταν τη δική του θάλασσα και την κυρία Κατίγκω που του έγραφε πως κάθεται και την κοιτάζει μόνη. Κ’ έξαφνα του έρχεται στο νου πως του είχε γράψει κάποτε η κυρία Κατίγκω: Είχαμε τώρα εδώ την Ευανθία. Ο Στέφανος την είχε λησμονήσει. Θυμόταν μόνο την κυρία Κατίγκω όταν έβλεπε τη θάλασσα. Και ο Στέφανος ξανασταμάτησε. Θυμήθηκε πάλι μεμιάς πως γύρισε ένα καλοκαίρι σπίτι του. Ήταν τότε που η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω· κ’ ένα βράδυ ξαφνίστηκε καθώς πήγαινε στο δρόμο. Τον σταμάτησε τρεχάτη η Ευανθία. - Ήρθα να κάνω μπάνια και να με δει η γιαγιά· πες της θείας Κατίγκως πως θα έρθω να τη δω, του είπε σιγά, σχεδόν στο αφτί. Και του έσφιξε το χέρι κ’ έφυγε. Και μια βραδιά ήρθε αλήθεια. Αγκαλιάστηκαν με την κυρία Κατίγκω και μίλησαν πολλά Ο Στέφανος στεκόταν στο μπαλκόνι. Και μια στιγμή ήρθε η Ευανθία εκεί κοντά του. Πρώτα στάθηκε αμίλητη, έπειτα του είπε: - Έμαθα θα φύγεις. - Ναι, της απάντησε. - Και γω θα φύγω, δε θα μείνω όλον το μήνα, είπε η Ευανθία. Και σώπασαν και οι δυο. Κάτω απλωνότανε μπροστά τους σιωπηλή κ’ η θάλασσα. Και ο Στέφανος σα να την είδε να γεμίζει όλη με τους κύκλους. Μια στιγμή κ’ έπειτα οι κύκλοι έσβησαν. Έσβησαν όπως έσβησαν και τώρα που απλώθηκαν μπροστά του πάλι μια στιγμή… Ο Στέφανος ήταν στην πόρτα του. Είδε την τραπεζαρία φωτισμένη: τον περίμεναν. Συλλογίστηκε την κυρία Κατίγκω αμίλητη και σκοτεινή. Και στάθηκε. Σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Όμως ανέβηκε. Τον περίμεναν να φάνε, και η κυρία Κατίγκω τον καλησπέρισε χαρούμενη. - Ήταν εδώ η Ευανθία, του είπε· δες τι μου έφερε. Και του έδειξε ένα κέντημα, ένα μαξιλαράκι μ’ ένα κόκκινο μεγάλο ρόδο φουσκωτό, στη μέση από φόντο κίτρινο. Ο Στέφανος το κοίταξε. Το φως της λάμπας έριχνε απάνω του ζωηρούς κρεμεζιούς τόνους --- του Στέφανου του φάνηκαν σαν αιματένιοι. - Πώς χάρηκε ο πατέρας σου, είπε η Κατίγκω. Ε, Γιάγκο; Ο κύριος Γιάγκος κοίταξε. - Την… Ευανθία, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, μεγάλωσε, είπε ο κύριος Γιάγκος. Η κυρία Κατίγκω αναστέναξε, και ο κύριος Γιάγκος άλλαξε ομιλία. Παραπονέθηκε για τους κεφτέδες. - Τους έκαψε, είπε. Έπειτα φώναξε την υπηρέτρια για τις σκνίπες που πλημμύριζαν το τραπέζι: - Κλείνετε πρώτα πριν ανάψετε το φως, σας είπα! Ο Στέφανος έτρωγε αμίλητος, η κυρία Κατίγκω έγινε πάλι μελαγχολική. Άμα τελείωσαν και ο Στέφανος σηκώθηκε να φύγει, η κυρία Κατίγκω τον πλησίασε στην πόρτα. - Θα έβγεις έξω; του είπε. Ο Στέφανος ένεψε «ναι», και η κυρία Κατίγκω τον κοίταξε άφωνη μια στιγμή στα μάτια. Έπειτα γύρισε να φύγει, μα πάλι σταμάτησε και τέλος τόλμησε: - Που ήσουν σήμερα; Ο Στέφανος την κοίταξε μονάχα. Και η κυρία Κατίγκω πλησιάζοντας και βάζοντας ελαφρά το χέρι της στον ώμο του ψιθύρισε: - Καλά, καλά· καλύτερα που πήγες. Και γύρισε και μπήκε μέσα. Ο Στέφανος έμεινε μια στιγμή χωρίς να κινηθεί. - Η ίδια πάντα, η ίδια πάντα, είπε έπειτα και τράβηξε στην κάμαρά του. [Επεξεργασία] VI Την άλλη μέρα βρήκε ο Στέφανος την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. - Δε σηκώθηκε η Μαρία, του είπε. Ο Στέφανος της έδωσε το χέρι και σταμάτησε: - Είναι ίσως αδιάθετη; Η Ευανθία δεν απάντησε. - Ήταν εδώ η Φιφίκα, είπε έπειτα. Και πρόσθεσε: - Ήρθε για μένα. Και κοίταζε το Στέφανο. Στην πόρτα ήρθε και στάθηκε ο παππούς. - Έλα, παππού, του μίλησε η Ευανθία. Ο παππούς κοίταξε μέσα μια στιγμή, έπειτα γύρισε κ’ έφυγε. - Θα ταξιδέψει, είπε η Ευανθία. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η Φιφίκα· θα έφευγε σήμερα, μα δεν της ετοιμάσανε το φόρεμα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν, είπε ξανά αφού κάθισε. Κι έπειτα από μια στιγμή: - Βάζω στοίχημα πως δε θ’ αρέσει της Μαρίκας. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Το φόρεμα· θα το βρει πρόστυχο. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Όπως βρίσκει πρόστυχη και τη Φιφίκα. Και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο· και είπε πάλι σα με πείσμα: - Μα εμέ μου αρέσει. Και της θείας Κατίγκως της αρέσει. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε ν’ ακούσει· η κυρία Αγλαΐα μπήκε μέσα. Η Ευανθία σηκώθηκε και καλημέρισε. Η κυρία Αγλαΐα μόλις κίνησε τα χείλη. Έπειτα άπλωσε αλύγιστα και αργά το χέρι της στο Στέφανο. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έφερε σ’ αυτό τα χείλη. Η κυρία Αγλαΐα πήγε ως το παράθυρο κ’ έριξε έξω μια ματιά· έπειτα γύρισε στη γωνία όπου είχε τ’ άνθη της και στάθηκε μπροστά σε μια μπεγκόνια. Δοκίμασε το χώμα και χάδεψε τα φύλλα της. Καθώς τα άγγιξε, μια παρδαλή απαλή λάμψη τρεμούλιασε μπροστά στην Ευανθία που πλησίασε κεί· τα κόκκινα καμπανωτά άνθη από δυο τουλίπες στημένες παρά πίσω έριχναν τόνους κόκκινους. Ο Στέφανος θυμήθηκε μπροστά τους το πορφυρό ρόδο στο κέντημα που χάρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω· κ’ έμεινε και τους κοίταζε. Η Ευανθία πρόσεχε στην κυρία Αγλαΐα που πήγε σε μια εταζέρα. Πήγε και στάθηκε μπροστά σ’ αυτή κ’ έσυρε απάνω της ελαφρά τα δάχτυλα· αφού έκαμε ύστερα το ίδιο και στο πιάνο, γύρισε γρήγορα και πάτησε το κουμπί του κουδουνιού που ήταν απάνω στο τραπέζι. Η υπηρέτρια ήρθε να της σερβίρει τον καφέ, μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε απότομα: - Ποια ξεσκόνισε δω μέσα; Η υπηρέτρια έσκυψε τα μάτια κάτω. Να ξεσκονίσεις πάλι, είπε η κυρία Αγλαΐα και κάθισε μπρος στον καφέ της. Κ’ ενώ άπλωνε έπειτα σιγά το βούτυρο σε μια φετίτσα, σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε την Ευανθία: - Τι φορούσε η Πρίφτη; - Ένα σερζ μοβ με ζακετίτσα, απάντησε η Ευανθία. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα: - Το ξέρω· δεν της πάει καθόλου. - Πώς; έκαμε να πει η Ευανθία, μα μόνο το ψιθύρισε. - Δε θα το πάρει αυτό μαζί της, είπε ύστερα. - Πού να το πάρει; - Στην Ιταλία· θα πάει με τον πατέρα της. Η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια. Και με χαμόγελο: - Κι ο λοχαγός μαζί; είπε. Η υπηρέτρια ήρθε και ξεσκόνιζε, και η Ευανθία δεν απάντησε. Είπε μόνο για το νέο φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν. Και πρόσθεσε: - Κάνουν πάλι πλατιές τις φούστες . Η άκρη ρου άσπρου σκούφου του παππού φάνηκε που έσκυψε στην πόρτα. Μα τραβήχτηκε αμέσως πίσω, και η κυρία Αγλαΐα δεν τον είδε. Η υπηρέτρια τοποθετούσε πάλι στην εταζέρα τα πράγματα που είχε σηκώσει, και η κυρία Αγλαΐα πρόσεχε κει και φώναξε της υπηρέτριας: - Λίγο πιο πέρα, δεξιότερα… - Όχι! πιο εδώ --- τι ζώο! είπε δυνατότερα όσο που τέλος: Αυτού, καλά, ψιθύρισε ευχαριστημένη και γύρισε στην Ευανθία: Πλατιές, μα δε μου αρέσουν. Αλλά η Ευανθία δεν απάντησε. Ο Στέφανος είχε στρέψει προς το παράθυρο· ο ήλιος χτυπούσε και φώτιζε τη λεύκα απέξω· τα φύλλα της ήταν πιο χαλκοκόκκινα και μαδημένα. Όταν ξαναγύρισε τα μάτια μέσα είδε πως η Ευανθία τον κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα τίναζε μέσα στο δίσκο τα ψίχουλα από το βούτημά της… - Φλώρα, Φλώρα! ακούστηκε από το διάδρομο η φωνή του παπαγάλου. Φλώρα ήταν το όνομα της υπηρέτριας που είχαν στο σπίτι όταν πήρανε τον παπαγάλο. Η Μαρίκα τον έμαθε να το φωνάζει, και όταν έφυγε η υπηρέτρια ο παπαγάλος φώναζε πάντα το όνομα αυτό άμα πλησίαζε η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε, έστρεψε στην πόρτα που έμπαινε η Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε πρώτα το Στέφανο, έπειτα φιλήθηκε με την κυρία Αγλαΐα και την Ευανθία. - Τι ωραία μέρα! γύρισε προς το παράθυρο, αφού χαιρέτησε το Στέφανο. - Θα βγούμε με το αμάξι, είπε η κυρία Αγλαΐα. Η Μαρίκα πήγε ίσια στο πιάνο κ’ έπειτα στην εταζέρα. Τα δοκίμασε, ήταν ξεσκονισμένα. Ύστερα σταματώντας απέναντι στη εταζέρα: - Να μην μπορεί να μάθει ακόμα! είπε σα μόνη της και πλησίασε και πήρε κ’ έσιαζε τα πράγματα που ήταν σ’ αυτή. Μα η κυρία Αγλαΐα που δεν τον είδε φώναξε: - Μαρίκα! - Να μην μπορεί να μάθει! ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Καλά ήταν· εσύ τα χάλασες, της ξαναφώναξε η κυρία Αγλαΐα. Μα η Μαρίκα σα να μην την άκουσε, έβαλε τα βάζα όπως ήθελε αυτή, και η κυρία Αγλαΐα έκανε να σηκωθεί: - Αλλά, Μαρίκα! - Έτσι, στραβά τα βάζουν τώρα· το είδε στης κυρίας προέδρου, είπε η Ευανθία. Ο Στέφανος περίμενε να πει η κυρία Αγλαΐα στη νομαρχία δεν τα βάζουν έτσι, μα η κυρία Αγλαΐα δε μίλησε· σήμανε μόνο το κουδούνι. Η υπηρέτρια ήρθε και ξαναέσιαξε τα βάζα. Η Μαρίκα πήγε στο Στέφανο. - Έτσι με κάνει πάντα νευρική, του είπε και στάθηκε κοντά του στο παράθυρο. - Το είδα αλήθεια στης κυρίας προέδρου, ξαναείπε, μα η μαμά έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος θέλησε ν’ αλλάξει θέμα. - Κοίταξε κει, της είπε κ’ έκαμε να της δείξει κάτι, δεν ήξερε κι ο ίδιος τι. Η Μαρίκα έσκυψε· μα καθώς έσκυψε, η ματιά της πήρε τον ίσκιο της γιαγιάς που σκούπιζε κάτω στην αυλή. Τινάχθηκε ορθή πάλι. - Όλοι εδώ μέσα μα κάνουν νευρική, είπε και γύρισε γοργά στην κάμαρα. Η Ευανθία είχε καθίσει και κεντούσε και καθώς σήκωσε μια στιγμή τα μάτια, τα έριξε στη Μαρίκα και στο Στέφανο. Κι αυτοί στρέφοντας μέσα την είδαν που τους κοίταζε. Η Ευανθία δεν πήρε από πάνω τους τα μάτια. Η κυρία Αγλαΐα γυρισμένη εκείθε, καθάριζε τα φύλλα της μπεγκόνιας. Η Μαρίκα έμεινε σα συγχυσμένη, η Ευανθία ατάραχη. Ο Στέφανος είδε όμως στη ματιά της μια λάμψη κίτρινη, μια λάμψη που του θύμισε ξαφνικά τη ματιά μιας γάτας κοκκινόμαλλης που είχαν μια φορά στο σπίτι όταν ήτανε μικρός και του άνοιξε συχνά πληγές στα δάχτυλα. Όταν η κυρία Αγλαΐα γύρισε πάλι το πρόσωπο στην κάμαρα, τους είδε που κοιταζόντανε άφωνοι και είχε το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσα στους τρεις. - Τι κάθεστε; θα βγούμε με το αμάξι, είπε γοργά η κυρία Αγλαΐα. - Αλλά μαμά, πετάχτηκε η Μαρίκα. Το είχα να πάω στα μαγαζιά, να δω ένα ύφασμα, πρόσθεσε αφού σώπασε μια στιγμή. Μα το πρόσθεσε σε τόνο που έδειχνε πως η ιδέα της είχε έρθει μόνο εκείνη τη στιγμή. - Στο γύρισμα σταματούμε και το βλέπεις, είπε η κυρία Αγλαΐα και την κοίταξε με βλέμμα που φανέρωνε πως ένιωσε την πρόφαση. Και τράβηξε κατά την πόρτα. Η Ευανθία πήγε κοντά. Η Μαρίκα στάθηκε μπρος στο Στέφανο, που έμενε ορθός στη θέση του, έτοιμος να κινηθεί, μα σα να μην ήξερε προς πού να κινηθεί. - Κι αυτή, κι αυτή με κάνει νευρική, του είπε, μόλις η Ευανθία χάθηκε έξω από την πόρτα. Σταμάτησε άλλη μια στιγμή μπροστά του, κ’ έπειτα ακολούθησαν άφωνοι και οι δυο. [Επεξεργασία] VII Το αμάξι τράβηξε το δρόμο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα στρωνόταν πέρα ήσυχη, ωχρογάλανη. Σωπαίναν και οι τέσσεροι· η Μαρίκα κοντά στο Στέφανο, η Ευανθία αντίκρυ του πλάι στην κυρία Αγλαΐα. Έξαφνα η θεία Αγλαΐα θυμήθηκε πάλι το φόρεμα της Πρίφτη. - Γκρίζο είπες; ρώτησε την Ευανθία. - Ναι, γκρίζο, απάντησε η Ευανθία. Δεν πρόσθεσε με τρία βολάν, κοίταξε μόνο στα μάτια τη Μαρίκα. Και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή. Σε λίγο περνούσανε τη γέφυρα του μόλου κ’ έσκυψαν κ’ έβλεπαν κάτω και οι δυο. Μεγάλοι σωροί ρόδια ήταν στημένοι πυραμιδωτά στο μόλο ανάμεσα σε στοίβες σάκους και ψηλές σειρές τετράγωνα ολοκαίνουργα κασόνια. - Τι κόκκινα! ψιθύρισε η Ευανθία βλέποντας τα ρόδια. - Μαρίκα, θυμήσου να στείλομε να πάρομε, είπε η κυρία Αγλαΐα. Από τις αποθήκες του μόλου κάτω από τη γέφυρα έφτανε απάνω κρατητός ο βρόντος άπειρων σφυριών που καρφώναν ολοένα. Η Μαρίκα σφάλισε τ’ αφτιά με τις παλάμες, ώσπου πέρασαν τη γέφυρα. - Ήρθαν απόψε δυο ιγγλέζικα για να φορτώσουν, είπε ο Στέφανος. - Πόσο αγοράζουν; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος είπε την τιμή, και ξανασωπάσαν πάλι. Η Ευανθία σηκώνοντας τα μάτια αντίκρισε μια στιγμή το Στέφανο. Η Μαρίκα κοίταζε ένα μικρό άσπρο σύννεφο στον ουρανό. Είχε υψωθεί εκεί, η Μαρίκα δεν το είχε δει από πού, και στάθηκε ψηλά και σάλευε μια εδώ μια εκεί, σα να μην ήξερε προς τα πού να πάει. Η Ευανθία γύρισε και την κοίταξε - Μαρίκα! φώναξε έπειτα με μιας. Η Μαρίκα γύρισε. - Να μην πάρομε και τη γιαγιά! Η Μαρίκα τής έριξε μόνο ένα βλέμμα δίχως ν’ απαντήσει, και ο Στέφανος είδε πάλι στη ματιά της Ευανθίας την κίτρινη αναλαμπή που του θύμισε πρωτύτερα την παλιά γάτα. Ο δρόμος φάνηκε στη θάλασσα και ανέβαινε προς το βουνό. Το αμάξι πήγαινε τώρα αργά, και η Μαρίκα ακουμπισμένη πίσω κοίταξε πάλι το σύννεφο. Είχε πυκνώσει τώρα μια στιγμή, έπειτα ξαναραίωσε και άπλωσε σα μαλλί ξασμένο, σκόρπισε αραιότερο, κομματιαστό, ώσπου έσβησε. -Μαρίκα, ξαναφώναξε η Ευανθία, καλά είναι τα μαλλιά μου; Είχε βγάλει το καπέλο, το ακούμπησε στα γόνατα, κ’ έσιαζε τα μαλλιά και κοίταζε. Η Μαρίκα δεν της απήντησε. Γύρισε μόνο στην κυρία Αγλαΐα και είπε: - Δεν πάμε πίσω; - Ναι, με το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Αλήθεια· να δούμε στο λιμάνι και τα ιγγλέζικα, είπε η Ευανθία. Το αμάξι ανέβαινε σε μια πλαγιά κατάφυτη με αμπέλια τρυγημένα πια και με κοκκινισμένα φύλλα, και ο δρόμος ισκιωνόταν από το κάστρο που άφησαν πίσω προς την αντολή· στην άκρη των αυλακιών του δρόμου φύτρωναν ωχρόλευκα αγριολούλουδα, λευκογάλανα σκυλάκια, και από τους όχτους μύριζε ακόμα η ξερή ρίγανη. Η Μαρίκα κούμπωσε το φόρεμά της. - Κρυώνεις; Ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα δεν απάντησε, μα ο Στέφανος φώναξε στον αμαξά: - Χτύπα λιγάκι. Άμα κατηφόρισαν στο λόφο, ο ήλιος ξαναθέρμανε το δρόμο και η θάλασσα φάνηκε πάλι κάτω φωτεινή λουρίδα. Το αμάξι κυλούσε τώρα γοργότερα, μα ένα σφύριγμα μέσα από τα δέντρα το σταμάτησε με μιας σε μια καμπή. Ήταν το τραίνο που περνούσε δυο βήματα σχεδόν μπροστά. Η Ευανθία πετάχτηκε ορθή και σήκωσε το χέρι. Μερικά κεφάλια πρόβαλαν έξω από τα παράθυρα των βαγονιών. Η Ευανθία έκαμε να νέψει με το χέρι, μα η κυρία Αγλαΐα την κράτησε. - Τρελή! Έβγαλε φωνή. Η Ευανθία γέλασε, αλλά δεν κάθισε. - Ο λοχαγός! Ο λοχαγός της Πρίφτη, φώναξε έπειτα κοιτάζοντας κατά το τραίνο. Η κυρία Αγλαΐα άφησε την Ευανθία και γύρισε κι αυτή να δει, ενώ ο τριγμός του τραίνου που χανόταν πάλι μες στα δέντρα σκέπασε τη φωνή της Ευανθίας. Η Μαρίκα την κοίταξε περίεργα και γύρισε στο Στέφανο. Η κυρία Αγλαΐα μίλησε πάλι για το ταξίδι και τα τρία βολάν της Πρίφτη. Το αμάξι πλησίαζε προς το λιμάνι και πλάι του σταματούσαν στο σκονισμένο δρόμο χωριάτισσες που πήγαιναν ξυπόλυτες και με πανέρια στο κεφάλι. Εμπρός στο πρώτο καφενεδάκι που απαντήσαν ύστερα, στεκόταν ένα αμάξι· και σ’ ένα από τα τραπέζια κάτω από τους ψηλούς ευκάλυπτους ήταν δυο κύριοι καθισμένοι. Χαιρέτησαν το Στέφανο με το καπέλο. - Ποιος είν’ ο άλλος; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. - Ο νέος εφέτης, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα κούνησε το κεφάλι δεύτερη φορά. Η Ευανθία έσκυψε να κοιτάξει, μα η κυρία Αγλαΐα την τρόμαξε με μια κραυγή. Η Ευανθία είχε ξεχάσει στα γόνατά της το καπέλο και η κυρία Αγλαΐα της ξαναφώναξε: - Μα τι ντροπή! Και τη βίασε να το φορέσει αμέσως. Περνούσαν τα πρώτα σπίτια του λιμανιού, και στις πόρτες έβγαιναν οι γυναίκες και κοίταζαν. Δυο κάρα που πέρασαν έπειτα τρεχάλα, τους έπνιξαν μέσα σε σκόνη μελανωπή. Η κυρία Αγλαΐα τίναξε το φόρεμά της, η Ευανθία γέλασε. Τέλος φάνηκαν κάτω μαυροκόκκινοι όγκοι μακρουλοί τα δυο ιγγλέζικα καθισμένα στ’ ακίνητα νερά σα βουλιαγμένα. Πρώτη τα έδειξε η Ευανθία. Ο Στέφανος έκαμε να στρέψει, μα η Μαρίκα του έδειχνε την ίδια ώρα σε άλλο μέρος. Σ’ ένα λόφο που άφησαν πίσω, άπλωνε ένας μύλος τα μεγάλα του πλατιά πανιά· μια πνοή έκανε να τα κινήσει και σαλεύαν μια στιγμή· μα η πνοή δεν είχε δύναμη και σταματούσαν κ’ έμεναν πάλι σα δεμένα. Η Μαρίκα τα κοίταζε σα να περίμενε τον άνεμο να τα κινήσει, και τα ξαναέδειξε του Στέφανου. Η Ευανθία άκουσε το βίντσι που αντηχούσε τριχτά, σκληρά από το λιμάνι, και φώναξε: - Φορτώνουν. Μαρίκα, πάμε να δούμε πώς φορτώνουν; Η Μαρίκα δε μίλησε. Μόνο η κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Αν πάει κι άλλος καλός κόσμος. Μα η Ευανθία ξαναφώναξε: - Άκου, Μαρίκα! Η Μαρίκα δε μίλησε και πάλι, έδειχνε μόνο του Στέφανου. Μα ο Στέφανος απάντησε της Ευανθίας: - Ναι, πάμε. Η Μαρίκα γύρισε μεμιάς· και ο Στέφανος είδε σαν ξαφνιασμένος πως του άφησε το χέρι κ’ έστρεψε προς το άλλο μέρος. - Τι είναι; της ψιθύρισε σκύβοντας κοντά της. Δεν του απάντησε· έβλεπε πέρα τα φτερά του μύλου που έμεναν πάντα ακίνητα, κρέμονταν σαν παραλυμένα. Άμα έφτασαν στην προκυμαία, αραιός κόσμος περπατούσε κει. Κάθε άλλος θόρυβος του λιμανιού πνιγόταν από το βίντσι των δυο ιγγλέζικων. Μαούνες φορτωμένες με σωρούς κασόνια στριμώχνονταν τριγύρω τους. Η Ευανθία σα να τα ξέχασε διόλου, ούτε γύρισε τα μάτια εκείθε. Κοίταζε τον κόσμο που περνούσε. Πρώτα πρόσεξε μια γούνα που βγήκε πρώιμα, έπειτα ένα φόρεμα αχερί: - Τι χρώμα! - Ναι, άσχημο, είπε η κυρία Αγλαΐα και στύλωσαν και οι δυο τα μάτια εκεί. Μια βιτρίνα που οι δαντέλες τη γέμιζαν κρεμασμένες σαν κουρτίνες, τους τράβηξε έπειτα το βλέμμα και η Ευανθία φώναξε: - Μαρίκα! Αλλά δυο κύριοι χαιρέτησαν από το δρόμο, και η Ευανθία ρώτησε ποιοι είναι. Έπειτα έσκυψε να γνωρίσει δυο κυρίες που τα πρόσωπά τους κρύβονταν κάτω από τις κόκκινες ομπρέλες τους. - Είναι η Ζαζά με τη μητέρα της, είπε η κυρία Αγλαΐα που τις γνώρισε από το φόρεμα. - Πώς σκύβει έτσι; - Σφίγγεται άσχημα. Παιδιά ξυπόλυτα και κόσμος με τριμμένα ρούχα, μαζεμένος γύρω σε μια μαϊμού που χόρευε, τις έκαμε και γύρισαν στο άλλο πλευρό ώσπου πέρασαν. Έπειτα τους ξαναχαιρέτησαν απέξω και η Ευανθία ξαναρώτησε ποιοι ήταν. Μα έπειτα βλέποντας δυο νέους σ’ ένα αμάξι καθισμένους με τα πόδια τεντωμένα εμπρός, γύρισε και γέλασε. - Τι, τα παπούτσια τους βγήκαν να δείξουν; είπε και ξαναγέλασε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε αυστηρά. - Μα, Ευανθία, την παρατήρησε. Αλλά η Ευανθία γέλασε πάλι. Είχαν φτάσει εμπρός στο καφενείο της προκυμαίας που μαζευόταν ο καλός κόσμος, και ο αμαξάς σταμάτησε. Η Ευανθία πήδησε κάτω πρώτη και προχώρησε· η κυρία Αγλαΐα θέλησε να την κρατήσει, μα καθώς έστρεφε, σταμάτησε κ’ έβγαλε σχεδόν φωνή: - Ο κύριος νομάρχης! Ο κύριος νομάρχης στάθηκε με το καπέλο του στο χέρι: - Τι ευχαρίστηση! Η Ευανθία έμεινε ακίνητη και η κυρία Αγλαΐα σύστησε: - Η ανεψιά μου. Δυο κύριοι που περνούσαν πλάι, γύρισαν και κοίταξαν· και η κυρία Αγλαΐα πρόσθεσε: - Ο κύριος νομάρχης, αρχαίος φίλος μας. Και σιγότερα: - Που μας λησμόνησε. Ο κύριος νομάρχης έμεινε σα στενοχωρημένος και ψιθύρισε: - Πράγματι, παράλειψις. Αλλά, δοκίμασε να δικαιολογηθεί, περιοδείες, συμβούλια, λιμενικά, τα ξέρετε… Και σα με ξαφνική έμπνευση: - Την ξέρετε τη νομαρχία. Κι έμειναν και οι δυο μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Είχαν σταθεί απέξω από το καφενείο, και ο κύριος νομάρχης χτύπησε σ’ ένα τραπέζι και πρόσφερε καθίσματα. Ο Στέφανος με τη Μαρίκα πλησίασαν, και καθίσαν όλοι. Μίλησαν πρώτα για τον ωραίο καιρό. - Κάναμε το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Και θα ήταν έμορφα, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, έμορφα, πολύ έμορφα. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα κ’ έριξε ένα βλέμμα εμπρός της· έπειτα έφερε σιγά το χέρι στα μαλλιά και τα έστρωσε με την παλάμη. - Δεν έχει κόσμο σήμερα, είπε. Και η Ευανθία που θυμήθηκε τώρα τα ιγγλέζικα, ψιθύρισε: - Θα είναι στα βαπόρια. Η κυρία Αγλαΐα της έριξε αυστηρή ματιά και γύρισε στον κύριο νομάρχη: - Σωστούς τρεις μήνες, τους σημείωσα --- ε, Μαρίκα; Μα η Μαρίκα δεν ήθελε ν’ αφήσει το Στέφανο να της ρίξει στους ώμους τη ζακετίτσα της, και η κυρία Αγλαΐα είπε αυστηρά: - Ναι, φόρεσέ τη. - Φορέστε τη, φορέστε τη, είπε και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα έφερε το χέρι πάλι πίσω στα μαλλιά. Έπειτα ξαναγύρισε: - Τον κύριο νομάρχη! Ο κύριος νομάρχης της πρόσφερε το γλύκισμα και άρχισαν να μιλάνε για τη νομαρχία, όπως πάντοτε όταν βλέπονταν. -Ναι, ναι, έλεγε η κυρία Αγλαΐα. - Ναι, ναι· όπως μια φορά. Μια φορά που ο κύριος νομάρχης ήταν γραμματεύς και η κυρία Αγλαΐα κυρία νομάρχου. Τους έκοψε η Ευανθία που ξαναθυμήθηκε τα ιγγλέζικα. - Στάθηκαν έξω, είπε του Στέφανου. Η κυρία Αγλαΐα την ξανακοίταξε αυστηρά· μα ο κύριος νομάρχης γύρισε έξαφνα: - Ναι, έχομε και τα ιγγλέζικα, είπε· τα είδατε; Και στρέφοντας στο Στέφανο άρχισε να μιλεί για τις τιμές που υψώθηκαν. - Ναι, απότομα, είπε ο Στέφανος. - Ευχάριστο, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, ευχάριστο. Το βίντσι των βαποριών ακούστηκε πάλι που έτριζε. - Φορτώνουν, είπε ο κύριος νομάρχης. - Στάθηκαν έξω, ξαναείπε η Ευανθία. Εννοούσε έξω από το βραχίονα του λιμανιού. - Ναι, πολύ έξω, είπε ο κύριος νομάρχης, και η ομιλία ήρθε στο λιμάνι που ακόμα έμενε ατελείωτο. - Μου φαίνεται άλλαξε το σχέδιο, είπε ο Στέφανος. Ο κύριος νομάρχης χαμογέλασε: - Μόνο το σχέδιο! Και κουνώντας το κεφάλι στην κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Τα ξέρετε… Μα εκεί που ο λόγος ξαναγύρισε στη νομαρχία, ο κύριος νομάρχης σηκώθηκε έξαφνα. Από τη γωνία του καφενείου παρουσιάστηκε η Φιφίκα Πρίφτη κρατώντας μπράτσο την κυρία Κατίγκω. Μόλις τους είδαν, η κυρία Κατίγκω έκαμε κίνημα. Μα ήταν αργά· ορθός εμπρός τους ο κύριος νομάρχης τους άπλωνε το χέρι και πρόσφερε καθίσματα. Η κυρία Κατίγκω πήγε ευθύς στην Ευανθία: - Χρυσή μου! Και τη φίλησε. Η Μαρίκα καθισμένη κοντά στο Στέφανο κοίταζε σιωπηλή προς το λιμάνι, που οι μακρουλοί μεγάλοι όγκοι των δυο ιγγλέζικων του έφραζαν το άνοιγμα και θάμπωναν εκεί μπροστά τους το φωτεινό χρώμα της θάλασσας. Η κυρία Κατίγκω χαιρέτησε και τη Μαρίκα. Έπειτα ήρθε πάλι στην Ευανθία και της είπε μελαγχολικά: - Τι κρίμα που δεν ήσουνα στην πρόβα! Κάθισε κοντά της και μίλησαν για το φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. Ο κύριος νομάρχης είχε γυρίσει στη Φιφίκα: - Λοιπόν αύριο; - Το μάθατε; - Τι ευτυχία! Η Φιφίκα γέλασε: - Που φεύγω; - Που σας βλέπομε πριν φύγετε. Και ο κύριος νομάρχης ακουμπώντας τις παλάμες διπλωμένες στην αργυρή λαβή του μπαστουνιού του την κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα κατέβασε τα φρύδια, όπως συνήθιζε όταν τη δυσαρεστούσε κάτι. Η Ευανθία έδειξε απέναντι μια τουαλέτα με πλατιά φουσκωτή φούστα: - Για δέτε κει! να τρία βολάν. Γύρισαν και κοίταξαν· η κυρία Αγλαΐα μισοκλείνοντας τα μάτια. Μα έξαφνα γύρισε η κυρία Αγλαΐα: - Τι αηδία, ε, Μαρίκα; Η Μαρίκα δεν απάντησε· καθώς έστρεψε, είδε μόνο πως η Ευανθία κοίταζε το Στέφανο. - Τι αηδία, ε; είπε ξανά η κυρία Αγλαΐα, και η Φιφίκα το ένιωσε και κοκκίνισε. Μα ο Στέφανος γύρισε αμέσως και τη ρώτησε: - Πηγαίνετε στην Ιταλία; - Ναι, στη Γένοβα, απάντησε σα συγχυσμένη· μα έπειτα: Ο θείος επέμενε να πάμε να μας δη, τόνισε σαν επίτηδες. Ο θείος ήταν πλούσιος έμπορος στη Γένοβα, γνωστός στην πόλη· και ο κύριος νομάρχης τόνισε κι αυτός: - Καθήκον. - Τι λαμπρός άνθρωπος! είπε έπειτα· και πατριώτης! Και στρέφοντας προς την Αγλαΐα πρόσθεσε: - Το γνωρίζω από τη νομαρχία. Τα φρύδια της κυρίας Αγλαΐας ξαναχαμήλωσαν. Μα η Ευανθία έσκυψε έξαφνα και κάτι είπε της Φιφίκας, και η Φιφίκα γέλασε. Ο κύριος νομάρχης, καθώς έστρεψε σ’ αυτή, έμεινε παίζοντας την αργυρή λαβή του μπαστουνιού του ανάμεσα στα δάχτυλα. Όταν ξαναέστρεψε είδε την κυρία Αγλαΐα που τον κοίταζε. - Ανεψιά σας είπατε; έσκυψε και της ψιθύρισε. - Ναι, από τον άντρα μου, απάντησε η κυρία Αγλαΐα, όταν εννόησε πως ρωτούσε για την Ευανθία. - Αχά! είναι --- θυμούμαι τη μητέρα της. Η Φιφίκα αντίκρυ ξαναγέλασε, και ο κύριος νομάρχης έμεινε μια στιγμή. - Από τη νομαρχία, του ξέφυγε έπειτα, μα αμέσως το ένιωσε και είπε γοργά: - Ναι, ναι, που είχε τον τελώνη. - Τον ελεγκτή, κύριε νομάρχα!... Ο κύριος νομάρχης τινάχτηκε σα να συνήρθε ξαφνικά κ’ ένιωσε πως κοκκίνισε. - Δε φαντάζεσαι τι ωραία που χτενίζει, έλεγε της Ευανθίας η Φιφίκα· ούτε αισθάνεσαι το χτένι. - Και λούζει ωραία, λένε, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ω, έκτακτα· με νέα μέθοδο. Και ιδίως το στέγνωμα· η τέχνη της είναι το στέγνωμα· με τον ατμό. Η Ευανθία κοίταζε τη Φιφίκα. Και η Μαρίκα που καθόταν άφωνη σα μόνη της, έριξε βλέμμα στα μαλλιά της Ευανθίας απέναντι. Η Ευανθία κοκκίνισε που το είδε· κοκκίνισε και χαμήλωσε τα μάτια. Της φάνηκε πως ήθελε να της θυμίσει πως χτες αυτή την έλουσε η γιαγιά. Μα η Φιφίκα που την κρατούσε από το χέρι, της είπε ξαφνικά: - Τι ωραία που είναι, Ευανθία, τα μαλλιά σου! - Ωραία, ναι, είπε και η κυρία Κατίγκω. Και η Ευανθία που ξανασήκωσε τα μάτια είδε πως όλοι, και ο Στέφανος μαζί, κοιτάζαν τα μαλλιά της. Μόνη η Μαρίκα είχε γυρίσει το βλέμμα αλλού. Η κυρία Αγλαΐα μιλούσε πάλι με τον κύριο νομάρχη. - Ναι, ναι, όπως τότε. - Ναι, ναι, όπως μια φορά. Μα η Ευανθία ξαναψιθύρισε με τη Φιφίκα, και ο κύριος νομάρχης σα να ξεχάστηκε ξανά. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με την παλάμη πίσω στα μαλλιά της· η Φιφίκα την κοίταζε από αντικρύ. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε και εκείνη· την κοίταξε άφωνη. Έπειτα της χαμογέλασε μονάχα. Μα μισοκλείνοντας τα βλέφαρα της είπε αμέσως: - Λυπήθηκα που δε σας είδα το πρωί. - Αλλά ντυνόμουνα να βγούμε, πρόσθεσε με τα φρύδια πάλι ορθά. Η Ευανθία κοιτάχτηκε με την κυρία Κατίγκω· η Φιφίκα όμως απάντησε ήσυχα: - Μα εγώ ήρθα μόνο για την Ευανθία. Το είπε κ’ έμεινε ακίνητη. Η κυρία Αγλαΐα είδε πως έμεινε ακίνητη και η αργυρή λαβή του μπαστουνιού στα χέρια του κυρίου νομάρχη. Ο Στέφανος έριξε ένα βλέμμα στη Μαρίκα· η Μαρίκα κοίταζε τη θάλασσα. Μα έπειτα όταν γύριζαν στο σπίτι, η Μαρίκα πλησίασε μια στιγμή το Στέφανο, που τις συνόδευε ως την πόρτα. Ήταν παράξενα χλωμή και του έπιασε το χέρι νευρικά. -Ξέρεις Στέφανε, του είπε, ξέρεις τι σκέφτηκα έξαφνα; - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Θα ήταν καλύτερα να έπαιρνες την … Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταξε σαν ξαφνισμένα· - Την Πρίφτη, είπε η Μαρίκα. Και τον άφησε να την κοιτάζει εκεί και χάθηκε στην πόρτα. [Επεξεργασία] VIII - Την Πρίφτη! Ο Στέφανος πήγαινε σκυφτός στο σπίτι· δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί. Και μια στιγμή που του φάνηκε έξαφνα πως κάτι έλαμψε μπροστά του, δεν ήταν τα μαλλιά της Πρίφτη. Σήκωσε ευθύς τα μάτια απάνω, σα να ήθελε να μην το δει. Και είδε τη θάλασσα. Του φάνηκε πως έλαμπε όλη. Και όταν έπειτα ανέβηκε στο σπίτι, ήρθε γελαστή κοντά του η κυρία Κατίγκω και τον κοίταξε και του είπε: - Τι όμορφη που ήταν σήμερα η Ευανθία. Και πήρε και γέμιζε δυο βάζα με άνθη. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε με τι άνθη, είδε μόνο πως έφεγγαν στα βάζα τ’ άνθη. Μα έξαφνα ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω· και ρώτησε: - Μα η Μαρίκα τι είχε; Ο Στέφανος έκαμε ν’ απαντήσει: τι; Μα δεν απάντησε· είπε μόνο: - Τι κωμικός που ήταν ο νομάρχης. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε, πρόσθεσε ο Στέφανος. - Κι αυτή. Η κυρία Κατίγκω εννόησε πια, όμως δε θύμωσε· είπε μόνο μελαγχολικά: - Μου κακοφαίνεται που φεύγει. Και αφού ξεχάστηκε για μια στιγμή, ψιθύρισε: - Θα πάρω εδώ την Ευανθία για λίγες μέρες. Ο Στέφανος έκανε να την κοιτάξει, και η κυρία Κατίγκω ξαναείπε: - Η γιαγιά θα μου τη δώσει. Και σώπασαν. Είχαν σταθεί εμπρός στο παράθυρο κ’ έβλεπαν τη θάλασσα. Ένα αεράκι τη σγούρανε ωχροπράσινη, ισκιωμένη μεριές μεριές από αραιά πλοκαμωτά, αλλού σταχτιά αλλού άσπρα σύννεφα με κίτρινες αντιφεγγιές εδώ και κει. Το μάκρος χανότανε σκουρότερο, πια σταχτερό. Από το λιμάνι ακούονταν τριχτός ο βρόντος που έκανε το βίντσι των ιγγλέζικων. - Φορτώνουν, είπε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Και του Στέφανου του φάνηκε πως άκουσε σα μακρινό αντίλαλο: - Φορτώνουν· άκου, Μαρίκα, πώς φορτώνουν. Και γύρισε. Εκεί η κυρία Κατίγκω πρόσθεσε: - Θα πάμε με την Ευανθία να τα δούμε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος. Όταν ξαναέστρεψε έπειτα, η κυρία Κατίγκω έβλεπε τη θάλασσα. Μα ύστερα από λίγο πάλι ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Δε μου είπες τι είχε σήμερα η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε ξανά. Κοίταξε μπρος του με μάτια σα μισόκλειστα για μια στιγμή. Έπειτα ψιθύρισε: - Η Μαρίκα; - Τίποτε δεν είχε, είπε δυνατότερα και ξανακοίταξε μπροστά του: η θάλασσα σα ν’ ανατρίχιασε όλη μια στιγμή, βάφηκε χαλκοπράσινη ελαφρά. Με έπειτα ξαναησύχασε και απέμεινε απλωμένη με μουντά στίγματα, σαν ξέθωρος παλιός καθρέφτης σκουριασμένος. Τα σκόρπια σύννεφα στον ουρανό είχαν σκουράνει. Ο Στέφανος έμεινε κει σκυφτός. [Επεξεργασία] ΙΧ Τα σύννεφα είχαν μαυρίσει και σκέπαζαν όλον τον ουρανό όταν μετά το μεσημέρι ο Στέφανος ανέβαινε τη σκάλα της Μαρίκας. Η Μαρίκα τον περίμενε στην πόρτα. Ήταν χλωμή, μα γέλασε όταν τον είδε. Του έπιασε το χέρι και βλέποντάς τον στο πρόσωπο: - Στέφανε, του είπε σιγά, αν μπορείς λησμόνησε ό, τι σου είπα. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε στα μάτια. - Ναι, Μαρίκα. - Λησμόνησέ το και συγχώρεσέ με· μα με πειράζει, με κάνει νευρική. Ο Στέφανος περίμενε· και η Μαρίκα ξαναψιθύρισε: - Με κάνει τόσο νευρική η Φιφίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε πάλι στα μάτια. Την κοίταξε σα να ήθελε να δει σ’ αυτά αν είχε πει το αληθινό όνομα. Μα η Μαρίκα σα να ένιωσε κάτι και φοβήθηκε, του έπιασε και το άλλο χέρι, τον έσυρε κοντά της κ’ έσκυψε στο στήθος του το πρόσωπο. Έμεινε έτσι μια στιγμή, έπειτα ορθώθηκε ξανά και πιάνοντάς τον από τη μέση τον έφερε μπρος στο παράθυρο. Και δείχνοντας τη θολωμένη μέρα έξω είπε: - Πώς μου αρέσει, δεν ξέρεις πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε. Στάθηκε ακουμπισμένη πάλι απάνω του. Ήταν εμπρός στο ανοιχτό παράθυρο, και τα ξερά χαλκά φύλλα της λεύκας κρέμονταν σαν πνιγμένα στο μολυβή αέρα του σκοτισμένου δειλινού που σύγχυζε σε άχνα αόριστη τον κάμπο πέρα κ’ έβαφε με χρώμα θαμπού μουντού ατσαλιού τον όγκο του απέναντι βουνού. - Πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. Δεν έπνεε πνοή, και ο λόγος φάνηκε στο Στέφανο σαν ψιθύρισμα της ίδιας θολωμένης ώρας. Δε μίλησε από φόβο μην ταράξει τη σιγή της. Έσκυψε μόνο στη Μαρίκα και της φίλησε το μέτωπο. Κ’ έμειναν και οι δυο άφωνοι κοιτάζοντας στο μάκρος. Έπειτα η Μαρίκα βάζοντας το χέρι γύρω στο λαιμό του: - Στην ησυχία αυτή, είπε σιγά. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα αλλάζοντας τόνο μεμιάς και φέρνοντας το πρόσωπο σιμώτερα προς το δικό του: - Δεν ξέρω, Στέφανε, γιατί, μα με πειράζει το πολύ το φως κοντά σου, είπε και τον κοίταξε κατάματα. Την κοίταξε και ο Στέφανος: το βλέμμα της είχε σαν κάποια ανησυχία, σαν κάποιο τρόμο, όπως και η φωνή της. Έμειναν έτσι μερικές στιγμές. Ο Στέφανος δεν έβρισκε τι να μιλήσει. Μα όταν έκαμε κάτι να πει… - Ω σώπα· κοίταζέ με μόνο, τον σταμάτησε η Μαρίκα, κ’ έμειναν πάλι άφωνοι βλέποντας έξω. Αλλά μια ξαφνική πνοή τους έκαμε να τιναχτούν. Ήρθε μεμιάς και κούνησε τη λεύκα σα χέρι αόρατο, χωρίς να της ταράξει τα κλαδιά. Μόνο τα φύλλα έτριξαν στα κλαδιά με ήχο ξερό σαν ξέσκισμα. Έπειτα πέρασε η πνοή και ξαναχύθηκε βουβή σιγή, που άφηνε ν’ ακούεται το πέσιμο των φύλλων κάτω. Η Μαρίκα κοίταξε άφωνη το Στέφανο. Έπειτα έσκυψε στο παράθυρο: τα ξερά φύλλα είχαν γεμίσει την αυλή. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε. Καθώς κοιτάζαν στο παράθυρο, άκουσαν πίσω τους φωνή. Γύρισαν και είδαν, ορθό, ακίνητο μπροστά τους τον παππού. Κοιταχτήκαν πάλι αμίλητοι και οι δυο. - Θα βρέξει, ψιθύρισε ο παππούς και κοίταζε έξω το βαρύ αέρα. - Ναι, παππού, θα βρέξει, είπε και η Μαρίκα σαν αυτόματα. Ο παππούς γύρισε και την κοίταξε με μια μακριά θαμπή ματιά. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί ξανανατρίχιασε. ΄Επειτα γύρισε άφωνος ο παππούς και σύρθηκε αργά και τρικλιστά κατά την πόρτα. Η ράχη της σταχτιάς τριμμένης ρόμπας του σταμάτησε έξω από την πόρτα μια στιγμή. Έπειτα χάθηκε. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Τον παππού, τον άμοιρο παππού, ψιθύρισε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε έξαφνα φωνή, και σε λίγο είδαν την υπηρέτρια που έτρεχε. Και από πίσω, ενώ η γιαγιά έσερνε από το χέρι τον παππού, ο παππούς μουρμούριζε: - Τα σπίρτα --- μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κάθισε άφωνη στον καναπέ. Έπειτα είπε ξαφνικά: - Τι φόβο είχα μην μπει μεμιάς η Ευανθία. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε. - Δε θέλω να βλέπει κανένας τον παππού τέτοιες στιγμές. Κ’ έπειτα από λίγο πάλι: - Ξέρεις γιατί; Γιατί μου φαίνεται πως ο παππούς είναι εντελώς δικός μου. Κι αυτός δεν ξέρεις πόσο μ’ αγαπά. Και τι καλά μιλεί μαζί μου. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε ολοένα. - Τι νομίζεις μου έταξε προχτές; είπε σιγώτερα η Μαρίκα. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα μια στιγμή ως να δίστασε. - Στο γάμο μας δε θα έμπει με τη ρόμπα, είπε έπειτα· και στη ματιά της έπαιξε μια λάμψη. Ο Στέφανος τη χάιδεψε ελαφρά στο πρόσωπο μ’ ένα χαμόγελο, και η Μαρίκα αφού τον κοίταξε μια στιγμή εξακολούθησε με τη φωνή ζωηρότερη: - Και ξέρεις τι; Χτες ήρθε κα με πήρε σιγαλά στην κάμαρά του και τι λες μου έδειξε; Τη ρεδιγκότα του. Την είχε βγάλει από το ντουλάπι και την ξεσκόνισε μονάχος. Δεν είπε λέξη, αλλά κατάλαβα. Σταμάτησε, μα έπειτα πάλι μεμιάς: - Αχ, Στέφανε, δεν ξέρεις πώς θα χαιρόμουν αν ερχόταν ο παππούς στο γάμο μας. _ Και γω, είπε ο Στέφανος σιγά, και η Μαρίκα κοιτάζοντάς τον τώρα κατάματα: - Και θα χαιρόμουν πιο πολύ αν ήταν εκεί μόνος ο παππούς, μόνο η γιαγιά, η μαμά, οι δικοί σου βέβαια, και κανένας άλλος. Και σα να τη σταμάτησε η ματιά του Στέφανου· κανένας ξένος, είπε σιγαλότερα. Και ο Στέφανος χωρίς να πάρει κι αυτός το βλέμμα από το δικό της πρόσωπο: - Ούτε ο κύριος νομάρχης; ρώτησε. Η Μαρίκα δεν το περίμενε κ’ έμεινε μια στιγμή άφωνη. - Γελάς! ψιθύρισε έπειτα, ενώ στην πόρτα έμπαινε η Ευανθία. Μπήκε με παράπονο για τον καιρό που χάλασε. - Και είπαμε με τη θεία Κατίγκω να πάμε στα ιγγλέζικα, είπε με απογοητευμένο πρόσωπο. Και βλέποντας προς το παράθυρο: - Το πρωί ποιος το περίμενε πώς θα σκοτείνιαζε έτσι. Μα εμείς με τη γιαγιά θα πάμε ωστόσο. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα που είχε πιάσει. - Πού; ρώτησε. - Στη θεία Κατίγκω. Δε μίλησε κανένας μια στιγμή. Έπειτα η Ευανθία πηγαίνοντας προς τη Μαρίκα: - Δεν είναι καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; ρώτησε. Τα είχε χτενίσει αφέλειες. Και ρίχνοντας το βλέμμα αντίκρυ στον καθρέφτη γέλασε πάλι η όψη της. - Δε μου παν καλύτερα έτσι; ξαναγύρισε προς τη Μαρίκα. Η Μαρίκα δίχως να προσέξει όσο ήθελε η Ευανθία: - Καλύτερα, είπε μόνο και ξαναέσκυψε πάλι στο κέντημα. Και η Ευανθία γυρίζοντας τότε στο Στέφανο: - Αλήθεια, είναι καλύτερα έτσι; ρώτησε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε να δώσει απάντηση. Η Μαρίκα είχε στυλώσει μεμιάς κι αυτή τα μάτια απάνω του. Έμειναν έτσι αμίλητοι λίγες στιγμές και οι τρεις. Και η κυρία Αγλαΐα που μπήκε μέσα ύστερα από λίγο, είχε το ίδιο αίσθημα που είχε και το πρωί, το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσά τους. [Επεξεργασία] Χ Ο Στέφανος βρήκε την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. Καθόταν στο παράθυρο κοντά και διάβαζε. Άμα τον είδε σήκωσε τα μάτια, και ο Στέφανος κάθισε αντίκρυ της. Πρώτα μίλησαν για τον καιρό. - Τι πλήξη, είπε η Ευανθία και άφησε να πέσει το βιβλίο από το χέρι της. - Φθινόπωρο, είπε ο Στέφανος. Έβρεχε και η βροχή κρεμότανε σαν πυκνό δίχτυ έξω από τα τζάμια κ’ έκρυβε κάθε θέα· πλυμένα από τη βροχή κοκκίνιζαν μόνο θαμπά τα φύλλα που έμεναν ακόμα στα κλαδιά της λεύκας. Λίγες στιγμές δε μίλησε κανείς. Η Ευανθία έσυρε το δάχτυλο στο τζάμι, σα να ήθελε να γγίσει τις στάλες της βροχής που νότιζαν το τζάμι απέξω. Έπειτα γύρισε έξαφνα: - Μας περίμενε χθες το απόγευμα η θεία Κατίγκω; - Νομίζω, είπε ο Στέφανος. - Πώς δε μου το είπες τότε; - Πού το ήξερα! Η Ευανθία τον κοίταξε στα μάτια, σα να μην πίστεψε. Ο Στέφανος σηκώθηκε κ’ έκαμε βήματα προς το άλλο παράθυρο. - Αλήθεια πλήξη, ψιθύρισε ρίχνοντας βλέμμα έξω, σα να ήθελε να κόψει εκεί την ομιλία. Το πρωί που έφευγε από το σπίτι τον σταμάτησε η μητέρα του στην πόρτα. - Στέφανε, του είπε, πώς ήθελα να ερχόταν η Ευανθία εδώ για λίγες μέρες. Δεν της το λες; - Εγώ; είπε ο Στέφανος κάπως απότομα, χωρίς να θέλει. - Θα πήγαινα μονάχη, μα το ξέρεις: δεν ήθελα να ξαναπαντηθώ… - Αλλά, μητέρα, έκοψε την κυρία Κατίγκω ο Στέφανος, δεν τ’ αφήνετε όλα αυτά επιτέλους! Η κυρία Κατίγκω κάτι θέλησε να πει, μα ο Στέφανος δεν την άφησε. - Για χάρη μου, είπε· το ξέρεις, δεν είναι κακή, μονάχα νευρική. Η κυρία Κατίγκω δεν ξαναμίλησε. Και τώρα ο Στέφανος καθώς πλησίασε πάλι την Ευανθία: - Ναι, ναι, του ήρθε μεμιάς να πει, μα η Ευανθία τον πρόλαβε. - Για πε μου αλήθεια, του είπε σιγαλά, γιατί δε μου είπες χτες αν σου αρέσουν καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; Το είπε τόσο ξαφνικά, που ο Στέφανος δε μπόρεσε πάλι να μιλήσει. Την κοίταξε μονάχα --- κοιτάχτηκαν και οι δυο για μια στιγμή. Και σα να ξαφνίστηκαν και οι δυο που άνοιξε η πόρτα. Μπήκε η γιαγιά και πήγε ίσα στο Στέφανο. - Η Μαρίκα έβηξε τη νύχτα, του είπε σιγά και ανήσυχα. - Πολύ; ρώτησε ο Στέφανος. Η γιαγιά τον κοίταξε. - Είναι η υγρασία, ξαναείπε ο Στέφανος. - Σηκώθηκε; ρώτησε ύστερα πιο δυνατά. - Θα σηκωθεί· δεν μπόρεσα να την κρατήσω, απάντησε η γιαγιά. - Δεν προσέχει, δεν προσέχει, ξαναψιθύρισε κοιτάζοντας ανήσυχα πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος έμεινε σκυφτός. Χτες βράδυ που έφευγε, η Μαρίκα κατέβηκε μαζί του κάτω. Τον κράτησε μπροστά στην πόρτα, ακούμπησε στον ώμο του και του είπε: - Δε μ’ αγαπάς, δε μ’ αγαπάς σαν πρώτα, Στέφανε. Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Έπειτα, σα να ξέχασε τι είπε, κρεμάστηκε στο μπράτσο του και τον έσυρε έξω: - Έλα να περπατήσομε λίγο στον κήπο. Και τον έσυρε ως τον κήπο. Η νύχτα ήταν σιωπηλή και σκοτεινή· δεν έφεγγε πουθενά φως. Έκαναν λίγα βήματα σιωπηλοί και οι δυο. Όπως πατούσαν, κάτι έτριξε κάτω μια στιγμή ξερά, και η Μαρίκα ψιθύρισε: - Είναι τα φύλλα… - Τα φύλλα που ακούσαμε που έπεσαν, είπε σιγώτερα και σώπασε --- σωπάσανε πάλι και οι δυο. Έπειτα η Μαρίκα έγινε μεμιάς φαιδρή. Του είπε κατιτί και γέλασε. Έπειτα θυμήθηκε τη ρεδιγκότα που της έδειξε ο παππούς. - Φαντάσου, Στέφανε, του είπε και τον κοίταζε, σα να ήθελε να δει τα μάτια του στο σκότος. Ξαναέφεραν στον κήπο δυο-τρεις γύρους, όσο που ένιωσαν πως άρχισε να ψιχαλίζει. Όταν την άφησε στην είσοδο, είδε πως ήτανε χλωμή και πως κατέβηκε χωρίς επανωφόρι. - Ναι, δεν προσέχει. Γύρισε από το παράθυρο, όπου είχε σταθεί και κοίταζε έξω τη βροχή. Η γιαγιά τον έβλεπε άφωνη, η Ευανθία είχε πάρει πάλι το βιβλίο. - Αχ ναι, αχ ναι, ανέκραξε η γιαγιά κ’ έμεινε σιωπηλή ξανά. Ο Στέφανος άναψε τσιγάρο και ξαναγύρισε προς το παράθυρο. Η βροχή θόλωνε πάντα το τζάμι. Μια ξαφνική πνοή την έφερε για μια στιγμή λοξά και χτύπησε στο τζάμι, σα να έσπασαν απάνω του σε θρύμματα πλήθος ψιλά ατσαλένια σύρματα. Η Ευανθία τινάχτηκε. - Καιρός! ψιθύρισε και κοίταξε έξω. Ποιος ξέρει, να έφυγε τάχα η Φιφίκα; - Ποιός; ρώτησε η γιαγιά. - Η Φιφίκα Πρίφτη. - Να πάει πού; - Ταξίδι, απάντησε η Ευανθία. Κ’ έπειτα στρέφοντας στο Στέφανο: - Ξέρεις, Στέφανε, είπε, έχω μια ιδέα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Η Φιφίκα δε θα πάει στην Ιταλία. - Αλλά; - Αλλού --- πάει ν’ αρραβωνιαστούνε με το λοχαγό. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Θα δεις --- η μητέρα της δε θέλει, και πάει με τον πατέρα της ν’ αρραβωνιάσουν μυστικά· γι’ αυτό έφυγε κι ο λοχαγός. - Ποιος; ρώτησε η γιαγιά τεντώνοντας το αφτί. - Κανένας, είπε η Ευανθία και ξαναπήρε το βιβλίο ενώ ο Στέφανος την κοίταζε περίεργα. Η γιαγιά έφυγε και ο Στέφανος κάθισε και κάπνιζε κ’ εξακολουθούσε να την κοιτάζει. Η βροχή χτύπησε πάλι στο παράθυρο, και μαζί της σύρθηκαν στο τζάμι και τα ξερά κλαδιά της λεύκας. Ο Στέφανος τα είδε που σείστηκαν, και του φάνηκαν σα δάχτυλα, σαν αχαμνά γνώριμα δάχτυλα που έκρουσαν το τζάμι. Είχε μελαγχολήσει, και ο αέρας εκεί μέσα του ήταν σα να τον έπνιγε. - Πλήξη, έκαμε να ψιθυρίσει για να τινάξει τη θλιβερή διάθεση, μα επάνω εκεί η Ευανθία του είπε ξαφνικά: - Μα μην το πεις της θείας Κατίγκως. Και τον κοίταζε. - Τι να μην πω; ρώτησε ο Στέφανος. - Αυτά για τη Φιφίκα. Ο Στέφανος σα να είχε λησμονήσει. - Τι; ψιθύρισε· μα έπειτα: Α ναι, είπε έξαφνα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τη. - Θα μου θυμώσει, και δε θέλω να μου θυμώσει η θεία Κατίγκω, είπε η Ευανθία και τον πλησίασε· του έπιασε τον ώμο και είπε σιγώτερα: - Μην της το πεις. Ο Στέφανος της γέλασε. Και η Ευανθία έξαφνα: - Δε με περίμενε χτες βράδυ η θεία Κατίγκω; ρώτησε και τον κοίταζε. - Ναι, σε περίμενε, είπε ο Στέφανος χωρίς να το νοήσει. Η Ευανθία μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα ξαφνικά πάλι: - Τι κρίμα να μην πάμε στα ιγγλέζικα· ήθελα να τα δω πριν φύγουν. - Θ’ αργήσουνε να φύγουν, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοιτάζοντάς τον πάντα: - Αλλά θα φύγω εγώ. -Αστεία. Ο Στέφανος σώπασε μια στιγμή. Έπειτα, σα μηχανικά, ρώτησε¨ - Πότε; - Γρήγορα, απάντησε η Ευανθία. Ο Στέφανος δε μίλησε. Άκουσαν πάλι τη βροχή που ξαναχτύπησε στο τζάμι κ’ έμειναν όρθιοι εκεί κοντά κοντά και κοιταζόνταν. [Επεξεργασία] ΧΙ Το δειλινό άμα ξαναήρθε ο Στέφανος, η Ευανθία ήταν στο πιάνο. - Δεν μπόρεσα να την κρατήσω· σηκώθηκε και ντύνεται, του είπε η γιαγιά που τον απάντησε έξω στο διάδρομο. Ο Στέφανος μπήκε σιγά στην κάμαρα και κάθισε κοντά στην πόρτα. Η Ευανθία δεν τον ένιωσε κ’ εξακολούθησε να παίζει. Είχε τελειώσει μια μαζούρκα και δοκίμαζε να παίξει άλλο χορό, μα ο ρυθμός της ξέφευγε. Ξαναδοκίμασε, δεν μπόρεσε. Έπειτα σταμάτησε. Σταμάτησε και γύρισε τα φύλλα. Έπειτα τ’ άφησε κι αυτά και γύρισε προς το παράθυρο. Έξω δεν έβρεχε, μα ο ουρανός ήταν βαρύς και σταχτερός, και η κορυφή του αντικρινού βουνού μέσα στα σωριασμένα σύννεφα φαινόταν σαν κρατήρας που σκόρπιζε καπνό. Έπειτα ο αέρας ανέμιζε τα σύννεφα και κείνα έπαιρναν σχήματα παράξενα· φούντωναν σε δάσος με στριμωχτά πυκνά τεράστια δέντρα, γίνονταν μολυβόμαυρα ψηλά βουνά, πελώριοι όγκοι πάγων μουντόλευκων που έπλεαν σε σταχτερή, μελανή θάλασσα κ’ έσπαζαν απάνω στα βουνά κ’ έσμιγαν με τη θάλασσα και γίνονταν και κείνα θάλασσα κ’ έπειτα υψώνονταν και πάλι σε βουνά κάτασπρα σα χιονοσκέπαστα όσο πού πάλι ξανάπλωναν σε θάλασσα --- μια θάλασσα τώρα λευκή σαν παγωμένη. Μπροστά σ’ αυτό το αέρινο παιχνίδι ο Στέφανος σα να ξεχάστηκε. Η Ευανθία ξανάρχισε να παίζει, μα αυτός δεν άκουε το σκοπό, κοίταζε μόνο τις εικόνες που προβάλλονταν εκεί στα σύννεφα που έφευγαν αργά στο διάστημα. Μια του φάνταζαν σα χώρες άγνωστες και μαγικές, και μια του θύμιζαν κόσμους που γνώρισε, τόπους που του φαινόταν πως τους είδε ή πως τους ονειρεύτηκε σ’ ένα μακρινό χειμερινό ταξίδι, που η θύμισή του το κρατούσε σαν όραμα φανταστικό ώσπου έσμιγαν σε μιάν απέραντη λευκή έκταση χωρίς ούτε ένα στίγμα μελανό· στεριές, νησιά, ουρανός και θάλασσα --- ένα ταξίδι ξεχασμένο που του έμενε πάντα σαν όνειρο χωρίς σωστή συναίσθηση αν το έκανε ποτέ ή μόνο το φαντάστηκε. Μα εκεί τινάχτηκε μεμιάς· ο ήχος που άφησε το πιάνο έξαφνα του ήρθε σα γνωστός. Του φάνηκε πως ξύπνησε με τα σωστά όταν γύρισε και είδε την Ευανθία που έπαιζε σκυφτή. Μα έπειτα από μια στιγμή ξαφνίστηκε πιο δυνατά. Ο παππούς ορθός στην πόρτα τραύλιζε με βραχνή τρεμουλιαστή φωνή το τραγούδι που έπαιζε η Ευανθία: προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Η Ευανθία πετάχτηκε. Βλέποντας πίσω της το Στέφανο κοκκίνισε όλη. Και η Μαρίκα, που φάνηκε την ώρα αυτή στην πόρτα, τους είδε να κοιτάζονται άφωνοι. - Έλα, παππού, έλα μέσα, θα τραγουδήσομε όλοι μαζί, είπε η Μαρίκα δίνοντας το χέρι της στο Στέφανο. Φαινότανε φαιδρή, μα ο Στέφανος είδε στα χείλη της τ’ άσπρα σημάδια των δοντιών που γνώριζε - Έλα, Ευανθία, ξαναπαίξε το, ξαναμίλησε η Μαρίκα με χαμόγελο και με ματιά που η Ευανθία την ένιωσε και χλώμιασε. ==Χλώμιασε και την κοίταξε κι αυτή, και μια στιγμή έμεινε ακίνητη. ΄Επειτα πήγε στο παράθυρο. Ο Στέφανος έμεινε κει που είχε σταθεί κοντά στην πόρτα. - Ελάτε τότε να σας το παίξω εγώ, είπε η Μαρίκα και κάθισε στο πιάνο. Το έπαιξε κ ‘ έπειτα γύρισε και κοίταξε. - Δεν το τραγούδησες παππού· δεν το έπαιξα καλά όπως η Ευανθία, ξαναείπε κ’ έριξε πάλι ματιά στην Ευανθία. Η Ευανθία έμενε ακόμα στο παράθυρο, ο Στέφανος ορθός στην ίδια θέση. Μόνο ο παππούς κινήθηκε να φύγει. Αλλά η Μαρίκα τον σταμάτησε: - Σκάσου παππού, και θα σου παίξω ένα άλλο. Άμα άρχισε να παίζει πάλι, ο Στέφανος έκαμε κίνημα. Η Μαρίκα έπαιζε το τραγούδι της κυρίας Κατίγκως: Λενίτσα Λενιώ, τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά· αχ, άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. ΄Επαιξε και τραγούδησε τις δυο στροφές γοργά, δίχως να τις χωρίσει. Μα έπειτα σταμάτησε· και με φωνή αργότερη, ψιθυριστή αλλά καθαρά ξανατραγούδησε: Αχ πού να θυμάσαι, Λενίτσα Λενιώ, εκεί που κοιμάσαι σε πεύκο σκιερό. Όταν σηκώθηκε, ο παππούς στεκόταν και την κοίταζε με μάτια ακίνητα. Η Ευανθία είχε γυρίσει στο παράθυρο και κοίταζε έξω. Μα ο Στέφανος πετάχτηκε στο διάδρομο, όπου η κυρία Κατίγκω είχε πέσει στα χέρια της γιαγιάς πνιγμένη σε λυγμούς. Την άκουσαν και μαζευτήκαν όλοι γύρω της. Ο Στέφανος τη σήκωσε. Από μέσα έτρεξε γοργά και η κυρία Αγλαΐα. Άμα είδε την κυρία Κατίγκω, σταμάτησε έξαφνα κοιτάζοντας το Στέφανο και τη Μαρίκα, σα να ρωτούσε να μάθει τι έγινε. Μα αμέσως πάλι προχώρησε και της έδωσε το χέρι. Στης γιαγιάς τα μάτια έφεγγε η χαρά ενώ περνούσαν όλοι στην τραπεζαρία. Μα σε λίγο βγήκε η γιαγιά ξανά έξω και στάθηκε κ’ έψαχνε γύρω με τα μάτια. Και ο παπαγάλος από το κλουβί του στο βάθος του διάδρομου σα να την ένιωσε, άρχισε να κράζει με τη βραχνή και σα σαρκαστική φωνή του: - Παππού, παππού. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία μαζί της. Το βράδυ πρόσεξε μόνη της το γλύκισμα --- φρυγανιές με μαρμελάδα, που ήξερε πως άρεσαν της Ευανθίας --- έβαλε μπρος στη θέση της ένα βάζο με φθινοπωρινά ρόδα λευκά και κίτρινα και κάθισε έπειτα κοντά της. Όλη την ώρα στο τραπέζι ήθελε να της χαμογελά, η ματιά της όμως ήταν μελαγχολική σα να έβλεπε όνειρο και η φωνή της φαινότανε συγκινημένη. Η Ευανθία της θύμισε το γκρι σεβιότ που είδαν σ’ ένα εμπορικό καθώς περνούσαν, έπειτα τους πλισέδες που στάθηκαν και κοίταζαν σε άλλη βιτρίνα: - Τι έμορφοι, θεία Κατίγκω! Ύστερα της μίλησε για τη Φιφίκα: - Η Φιφίκα, ναι· να δούμε, θα μας γράψει; ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. - Από την Ιταλία, είπε η Ευανθία και πρόσεξε στα μάτια την κυρία Κατίγκω. Μα η κυρία Κατίγκω δε μίλησε, και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος δε μίλησε. Δεν ήξερε γιατί ήταν σα στενοχωρημένος και χωρίς διάθεση, δεν ένιωθε γιατί γύριζε πάντα και ζητούσε ν’ ανοίξει με τον πατέρα του ομιλία. - Είδες, η Τράπεζα μας έκαμε έφεση, του είπε μια στιγμή. - Ναι, είδα, απάντησε ο κύριος Γιάγκος κ’ εξακολούθησε να τρώγει. Ο Στέφανος θυμήθηκε ύστερα άλλα δικόγραφα, και ο κύριος Γιάγκος ξαναπάντησε με μονοσύλλαβα. Άμα έφαγε και το γλυκό ο κύριος Γιάγκος διηγήθηκε πως κέρδισε στη λέσχη το νομάρχη. Και είπε κάποιο αστείο γι’ αυτόν. - Τι κωμικός που είναι, είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία γέλασε: - Νέος είναι, ρώτησε, ή βάφεται; - Αυτό είναι μυστικό της … νομαρχίας, είπε ο κύριος Γιάγκος και κοίταξε την Ευανθία. Η Ευανθία δεν εννόησε αμέσως· μα έπειτα: - Α, της νομαρχίας! είπε και ξαναγέλασε. Και η κυρία Κατίγκω ψιθύρισε: - Ξέρεις, Γιάγκο, σήμερα μιλήσαμε. - Όχι δα! - Με χαιρέτησε όταν πήγα για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω δεν είπε περισσότερα, και ο κύριος Γιάγκος σκουπίζοντας με την πετσέτα τα μουστάκια του την κοίταζε. Έπειτα έσπρωξε τα πιάτα από μπροστά του κ’ έκαμε θέση, σα να ετοιμάστηκε για να μιλήσει: - Λοιπόν. - Αυτά με το νομάρχη, είπε ύστερα και ακούμπησε τα χέρια στο τραπέζι. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία: - Πες μας λοιπόν τι άλλα; Πήγες στα ιγγλέζικα; Η Ευανθία σα να ξαφνίστηκε. - Όχι, είπε κ’ έριξε στην κυρία Κατίγκω μια ματιά. Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. -Όχι, ξαναείπε η Ευανθία· θα φύγουν; - Θα φύγουν, βέβαια θα φύγουν. Και στρέφοντας στο Στέφανο ο κύριος Γιάγκος: - Θυμήσου αύριο να γίνει η ανακοπή, του είπε. - Μα δε θα φόρτωναν ακόμα, ξαναγύρισε στην Ευανθία. ‘Η αποφόρτωσαν; ρώτησε πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε διόλου. Σκυμμένος κοίταζε τα κίτρινα και άσπρα ρόδα στο τραπέζι. Το φως της λάμπας έπεφτε απάνω τους και τα έκανε να φέγγουν ωχρότερα· σαν κέρινα. Μα ο ίσκιος τους απάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο ήταν κοκκινωπός. - Στέφανε, ξαναμίλησε ο κύριος Γιάγκος, και ο Στέφανος σηκώνοντας τα μάτια αντίκρυσε το πρόσωπο της Ευανθίας απάνω από τα ρόδα. Τον κοίταζε με βλέμμα που έλαμπε όλο φως. Ο κύριος Γιάγκος είχε καθίσει στο τραπεζάκι στη γωνία και ανακάτευε τα κόκαλα του ντόμινου. Είχαν συνήθεια να παίζουν κάθε βράδυ μια παρτίδα με το Στέφανο, και ο Στέφανος πήγε και κάθισε αντικρύ του σαν αυτόματα. Η Ευανθία ακούμπησε στον ώμο της κυρίας Κατίγκως κ’ έμεινε και κοίταζε σιωπηλή. Έπειτα ζήτησε ένα κέντημα και ξανακάθισε κοντά κοντά με την κυρία Κατίγκω και μιλούσανε ψιθυριστά. Όταν τέλειωσε το παιγνίδι, ο Στέφανος δεν έμεινε πολύ μαζί τους. Και όταν έφευγε και πήγαινε να κοιμηθεί και η Ευανθία, η κυρία Κατίγκω γύρισε στον άντρα της. - Είδες; του είπε. Ο κύριος Γιάγκος χασμουρήθηκε. - Θα με κέρδιζε αν λογάριαζε καλά. Αλλά δεν πρόσεχε. Η κυρία Κατίγκω μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα βλέποντας πάλι στην πόρτα απ’ όπου έφυγε η Ευανθία. - Να είχε μείνει εδώ από τότε! είπε μελαγχολικά. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε στα μάτια νυσταγμένος. - Όνειρα, όνειρα, ψιθύρισε όταν ένιωσε· και τράβηξε να πάει να κοιμηθεί. [Επεξεργασία] ΧΙΙΙ Ο Στέφανος δεν έπεσε να κοιμηθεί· βγήκε στο δρόμο. Έκαμε προς την προκυμαία που ήταν η λέσχη, όπου συνήθιζε και πήγαινε συχνά το βράδυ. Πριν φτάσει, σταμάτησε στα φωτισμένα παράθυρα του καφενείου απέναντι στη λέσχη. Έπαιζε μέσα μουσική και στάθηκε σα να ήθελε ν’ ακούσει. Έξαφνα άνοιξε η πόρτα και μαζί μ’ ένα σκοπό της «Κάρμεν» πετάχτηκε έξω ο κύριος νομάρχης και πίσω του ένας αξιωματικός. Ο κύριος νομάρχης στάθηκε, ο αξιωματικός πέρασε μπρός του ψιθυρίζοντας τραγουδιστά: Qu’ un oeil me regarde et que l’ amour m’ attend --- - Μπαίνετε μέσα; ρώτησε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, είπε ο Στέφανος, αλλά δεν μπήκε. Στάθηκε και τους κοίταζε να δει αν πήγαιναν στη λέσχη. Μα ενώ τους κοίταζε, γνώρισε στον αξιωματικό το λοχαγό της Πρίφτη. Σα να ξαφνίστηκε. Θυμήθηκε τι του είχε πει η Ευανθία κ’ έμεινε κοιτάζοντας. Μπροστά του, στον υγρό πισσοστρωμένο δρόμο έπαιζαν τα φώτα με κιτρινοκόκκινες αναλαμπές, πίσω του έσβηναν οι ήχοι του Τορεαδόρ: et que l’ amour m’ attend Tor·ador! Ο νομάρχης και ο λοχαγός ανέβηκαν στη λέσχη, ο Στέφανος προχώρησε στην προκυμαία. Θυμήθηκε πάλι τι του είχε πει η Ευανθία για το λοχαγό, μα όταν αισθάνθηκε τη θάλασσα κοντά του, το ξαναξέχασε. Η θάλασσα ήταν σκοτεινή μα ησυχασμένη, και ο ουρανός απάνω ξάστερος. Τ’ άστρα έριχναν από ψηλά υγρές ακτίνες, μα δεν έφταναν να φέξουν κάτω τα θαμπά νερά. Ο Στέφανος ένιωθε μόνο την υγρή πνοή τους, τη βαθειά πνοή του πόντου που απλωνόταν πέρα και ο ουρανός του τέντωνε από πάνω σκοτεινό μανδύα, σα να ήθελε να του φυλάξει τη σιωπή. Ο Στέφανος σα ν’ άκουε μέσα του όλη αυτή τη σιωπή του απέραντου μεγάλου πόντου. Του ήταν σα μια σιωπή που έτρεμε βαθιά της κάτι ανήσυχο και σάλευε κάτι κρυφό και σκοτεινό. Σταμάτησε - ήταν το ίδιο εκείνο κρυφό και σκοτεινό που τον είχε κυνηγήσει πάντα, τον ακολούθησε παντού, εδώ σα βραδινή ομίχλη σε ταξίδι, εκεί σα μελαγχολικό τραγούδι στην πρωινή χαρά. Σταμάτησε - σταμάτησε και κοίταζε στα θαμπά βάθη. Και θυμήθηκε το πουλί που δεν μπόρεσε ποτέ να πιάσει μια φορά και το πουλί που ήρθε και χτύπησε στο τζάμι το δειλινό που πέθανε η μικρή αδερφή. Κ’ έξαφνα πάλι θυμήθηκε το μακρινό ταξίδι του άλλοτε· ένα όνειρο· ένα όνειρο κι αυτό χαμένο: Η θάλασσα απλωνόταν σκοτεινοπράσινη έκταση κυματισμένη με μουντούς αφρούς, χαμένη πέρα σε μια ομίχλη σταχτερή. Πού πήγαινε δεν το ήξερε και τότε , ούτε τώρα το θυμάται. Θυμάται μόνο πως στο πλάι του γελούσε μια ιλαρή φωνή κ’ έφεγγαν γεμάτα φως δυο μάτια, που τ’ ακολούθησε σα χίμαιρα και σαν επαγγελία πέρα από τους πάγους. Μα οι παλιοί κύκλοι, οι κύκλοι της βροχής στη θάλασσα γέμισαν εκεί μεμιάς θαμπά τους πάγους, και το πουλί ήρθε και στάθηκε στο τζάμι. Και --- ο Στέφανος τινάχτηκε --- από πίσω έπαιζε κάποιος με τις κούκλες της αδερφής που πέθανε. Ο Στέφανος δε γύρισε. Κοίταζε τους κύκλους που γέμισαν πάλι μπροστά του τα θαμπά νερά. Για αν μη ζαλιστεί, σήκωσε τα μάτια απάνω· τ’ άστρα έτρεμαν ψηλά με φως υγρό. Άφησε πίσω του τη θάλασσα σκυφτός. Δεν ξέρει γιατί ξαναθυμήθηκε το λοχαγό. Τον είδε αλήθεια χτες το τραίνο η Ευανθία; -- Έπειτα θυμήθηκε πως πρέπει να κάμει την ανακοπή αύριο πρωί. Μα έπειτα βρέθηκε πάλι μακριά. Μια τρόικα τον έσερνε γοργά· ο πάγος έτριζε κάτω, και τα κουδούνια των αλόγων ηχούσαν εύθυμους χορούς στη σιωπηλή ερημιά. Γύρω τα κρύσταλλα κρεμόντανε σε μύρια σχήματα, σάλευαν κ’ έφευγαν θαμπές σκιές, θολές μορφές παράξενες, και απάνω τ’ άστρα έφεγγαν μέσα από μια κρυστάλλινη άχνα, κρυστάλλινα κι αυτά σαν παγωμένα. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως τ’ άστρα τον κοίταζαν από ψηλά σαν ξαφνισμένα και σαν ξένα, και σήκωσε πάλι τα μάτια. Μα τ’ άστρα του φάνηκαν τώρα και δω σαν ξένα. Και αντίκρυ τ’ ορθόβραχο βουνό που πρόβαλε από το άνοιγμα του δρόμου, του φάνταζε κι αυτό παράξενα. Έμοιαζε σα να χάθηκε στο βάθος του μισοσκότεινου ουρανού κ’ έγινε άυλο σύννεφο, αγανή διάφανη ομίχλη φωτεινή κρεμασμένη ανάερα κάτω από τ’ άστρα. Ο Στέφανος σα να λησμόνησε πού ήταν. Μόνο το λοχαγό της Πρίφτη δε λησμόνησε. Τι μόνο αυτός δεν του ήταν ξένος; Και γιατί ψιθύρισε έτσι το τραγούδι του, έτσι σα να του το σφύριξε στο πρόσωπο; Σταμάτησε κοιτάζοντας το φως του φαναριού που έπαιζε στο ρείθρο μπροστά στο πεζοδρόμιο. Έπαιζε πράσινο κοκκινωπά, έπειτα κίτρινο· έπειτα έμενε ακίνητο, ωχρό μες στο θολό νερό, ωχρό σα ρόδο κίτρινο. Εκεί άκουσε από πίσω μια φωνή. Τινάχτηκε. - Στέφανε, είχε ψιθυρίσει σιγαλά η φωνή, και ο Στέφανος γύρισε κείθε. Γνώρισε τη Μαρίκα που στεκόταν ορθή στη σιδερένια πόρτα. Πήγε κοντά, ίσια κοντά της· πήγε σα να μην είχε ξαφνιστή. - Σε περίμενα, του είπε η Μαρίκα, το ήξερα πως θα ’ρθεις. Τον έσυρε στην είσοδο και κείθε στην αυλή που έτρεχε η βρύση κάτω από τα πεύκα. Εκεί σταμάτησε. Η βρύση στάλαζε σιγά στην πέτρινη λεκάνη, και η Μαρίκα έσκυψε και τη σφάλισε. Έπειτα κάθισαν και οι δυο στο μακρύ κάθισμα που ήταν εκεί, και η Μαρίκα του έπιασε το χέρι. - Το ήξερα, ναι, και πώς σ’ ευχαριστώ, του είπε σιγά. Έφερε το πρόσωπό της τόσο κοντά εμπρός στο δικό του πρόσωπο, ώστε η πνοή της τον άγγιξε θερμή, σαν πύρινη. - Ναι, πώς σ’ ευχαριστώ, ξαναψιθύρισε και του έσφιξε το χέρι. Ο Στέφανος απόμεινε άφωνος, σα να μην ένιωθε. - Που ήρθες --- που ήξερες πως σε περίμενα. Ο Στέφανος έμεινε άφωνος πάλι μια στιγμή, μα αμέσως, σαν κάτι να του ανοίχτηκε μπροστά του ξαφνικά: - Ναι, ήξερα, είπε και του ήταν σα να ξύπνησε μεμιάς, και τώρα γνώριζε πού ήταν και τώρα έβλεπε μέσα του τι ήταν εκείνο που τον είχε σύρει εδώ. - Ναι, ήξερα … Και σα ν’ ανοίγονταν βαθιά του κάτι ολοένα φωτεινότερο: - Ω, Μαρίκα, ψιθύρισε κ’ έσκυψε και της φίλησε το χέρι. Η Μαρίκα ανασηκώθηκε: - Μ’ αγαπάς, Στέφανε; μ’ αγαπάς αλήθεια; Έβγαλε σχεδόν φωνή και τον κοίταζε σα να ήθελε να δει τα μάτια του. - Ναι, μόνο εσέ, Μαρίκα, είπε ο Στέφανος με ξέσπασμα έξαφνο. Μα ένιωσε τίναγμα ελαφρό στο χέρι της Μαρίκας που κρατούσε, και σταμάτησε. Η Μαρίκα μια στιγμή δε μίλησε· μα έπειτα αμέσως: - Μόνο εμέ, είπε σιγά· κ’ έπειτα σιγότερα και αργότερα; - Το ήξερα και σε περίμενα. Ο Στέφανος πρόσεξε πως η φωνή της πήρε μεμιάς το βραχνό τόνο που τον σύγχυζε. - Ναι, σε περίμενα. - Με είδες από το παράθυρο; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα δεν τον άφησε: - Όχι! το φως είδα μονάχα απ’ το παράθυρο· κ’ έτρεξα κάτω και σε είδα που το κοίταζες και με περίμενες. - Ναι, σε περίμενα, είπε ο Στέφανος και είχε το αίσθημα πως το είπε μέσα του μια άλλη φωνή, ξένη φωνή. - Άλλο βράδυ ποτέ δεν έχω ανοίξει το παράθυρο. Μα απόψε το άνοιξα· το άνοιξα και στάθηκα. Και ο αέρας μου φύσηξε στο πρόσωπο, σα να ήταν πάλι ένα απ’ τα βράδια τα παλιά αντικρύ στη θάλασσα, και μου έφερνε όπως μια φορά όλη την πνοή της θάλασσας. Κ’ έπειτα αισθάνθηκα μια μυρουδιά σαν από πασχαλιές που ερχόταν σα να έφτανε από πέρα από τη θάλασσα. Μα έπειτα πάλι η μυρουδιά μου φάνηκε παράξενη· ήταν μια μυρουδιά από κάτι σα μιμόζες, πολλές, αμέτρητες μιμόζες, κήπους ολάκερους σπαρμένους με μιμόζες· μια μυρουδιά που με περνούσε, με πότιζε, γλιστρούσε και μου στάλαζε βαθιά, με αγκάλιαζε σαν κύμα αόρατο, σαν κύμα πνιγερό, σαν κύμα κίτρινο. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και άνοιξα πάλι το παράθυρο. Το άνοιξα και κοίταζα σα να περίμενα, σα να ένιωθα πως έπρεπε ν’ ακούσω κάτι που έπρεπε να το ακούσω απόψε, δίχως άλλο απόψε. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και βγήκα πάλι στο παράθυρο, και τότε είδα το φως στο δρόμο κ’ έτρεξα. Σώπασε, κ’ ενώ σώπαινε και ο Στέφανος. - Έτρεξα αμέσως, όπως δεν έτρεξα ποτέ, όπως λαχτάρησα μόνο να τρέξω, είπε με σιγαλότερη φωνή κ’ έμεινε σα καρφωμένη εμπρός του. Ο Στέφανος καθώς της έπιασε το χέρι, το ένιωσε που έκαιγε σα φλογισμένο από τον πυρετό. - Μαρίκα, της ψιθύρισε και την έγειρε στο στήθος του. Μαρίκα, ξαναείπε χαδεύοντάς της τα μαλλιά. Κ’ έμειναν σωπαίνοντας και οι δυο· μόνο η Μαρίκα ψιθύρισε μια στιγμή: - Πόσο είμαι ευτυχισμένη. Μα έπειτα, εκεί όπως έμενε γερμένη, κοιτάζοντας απάνω χωρίς να κινηθεί, είπε έξαφνα: - Γιατί φέγγουν παράξενα τ’ αστέρια απόψε; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς την κοίταζε ολοένα δίχως να μιλήσει. - Τι είναι τάχα πέρα από τ’ αστέρια; το σκέφτηκες ποτέ; ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Το ατέλειωτο ίσως, είπε ο Στέφανος. - Τι; ρώτησε η Μαρίκα. - Και συ; και γω; είπε έπειτα σιγά. Κ’ έμεινε πάλι σιωπηλή. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε σα να ήθελε να δη τα μάτια της μες στο σκοτάδι. Μα καθώς θέλησε ύστερα η Μαρίκα κάτι να ξαναπεί, σταμάτησε έξαφνα· και ο Στέφανος ένιωσε πως σταμάτησε για να μη βήξει. Τινάχτηκε χωρίς να θέλει. - Μαρίκα, είναι υγρασία, της είπε. Και θέλησε να τη σηκώσει, να την παρακαλέσει ν’ ανεβεί στο σπίτι. Μα η Μαρίκα δεν τον άκουε. - Όχι, Στέφανε, μη θες να φύγω, είπε και τον έσυρε πάλι κοντά της· μη θες να φύγω. Αντί να πέσω να κοιμηθώ κατέβηκα σε σένα· κατέβηκα όπως δεν κατέβηκα ποτέ, όπως δε θα κατέβαινα ποτέ. Μια στιγμή καθώς κατέβαινα, σταμάτησα, αλλά δε γύρισα· έπρεπε απόψε να έρθω σ’ εσέ, γι’ αυτό δε γύρισα: γιατί δεν ήθελα να κοιμηθώ, γιατί δεν έπρεπε να κοιμηθώ, γιατί αν ήτανε να κοιμηθώ --- αλλά δεν ήθελα να κοιμηθώ, φοβόμουνα να κοιμηθώ, φοβόμουνα μην κοιμηθώ και δεν ακούσω ξέρεις τι, ναι, Στέφανε, το ξέρεις! Του Στέφανου του ήταν σα ν’ άκουε παραμιλητό· σα να τον άγγιζε φωτιά καθώς του έσφιγγε τα χέρια, και καθώς την έφερε κοντά του, τώρα είδε πως είχε κατεβεί μισόγυμνη όπως θα έπεφτε να κοιμηθεί. Τρόμαξε και δεν μπόρεσε ούτε να μιλήσει. Δε σκέφτηκε πια να τη φέρει απάνω, την άφησε να σωριαστή στο στήθος του. Καθώς κοίταζε μπροστά του, είδε κάτω τα πόδια της γυμνά. - Αλλά, Μαρίκα, θέλησε να πει, μα η Μαρίκα δεν άκουε· κοίταζε μπροστά της με μάτια τεντωμένα σα σ’ έκσταση. Κοίταζε ώρα πολλή. Έπειτα, ενώ ο Στέφανος έμενε σιωπηλός, σα να έβλεπε παράλογο όνειρο, η Μαρίκα του έπιασε σιγά το χέρι και ψιθύρισε: - Ω πάρε τα από εμπρός μου εκεί. Ο Στέφανος κοίταζε μπρος, δεν ήταν τίποτε· στο βάθος έτρεμαν μονάχα τ’ άστρα. Καθώς γύρισε προς τη Μαρίκα του φάνηκε πως είχε τώρα τα μάτια της κλειστά. Όταν τα ξανάνοιξε, την πήρε σιγαλά και την έφερε μπροστά στη σκάλα. Η Μαρίκα την ανέβηκε άφωνη· καθώς ανέβαινε φαινότανε του Στέφανου σαν άυλη σκιά. Στάθηκε και την κοίταζε όσο που χάθηκε στην πόρτα. Μα καθώς κοίταζε, είδε ξαφνικά σ’ ένα παράθυρο την όψη του παππού: ήταν ακίνητη σαν κολλημένη εκεί στο τζάμι. Ο Στέφανος γύρισε αμέσως και γλίστρησε γοργά έξω από την αυλόπορτα. Η πνοή της νύχτας τον χτύπησε πιο υγρή στο πρόσωπο. Καθώς έστρεφε στο δρόμο, το ορθόβραχο βουνό στο βάθος φαινόταν πάλι σα σύννεφο ή σαν αχνή ανάερη ομίχλη. Μα απάνω του, ψηλά στον ουρανό έλαμπε ο Ωρίων ορθός, ολόφωτος. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε· μα δε σταμάτησε. Όταν έφτασε στην προκυμαία ξαναπαντήθηκε με τον κύριο νομάρχη και με το λοχαγό. Κατέβαιναν από τη λέσχη. Καθώς πέρασε από κοντά τους, ο λοχαγός σφύριζε πάλι το σκοπό της Κάρμεν: Τορεαδόρ! [Επεξεργασία] XIV Όταν ξύπνησε ο Στέφανος πρωί και πήγε στην τραπεζαρία βρέθηκε μπρος στην Ευανθία. Καθόταν μόνη και είχε ανοιχτό μπροστά της ένα λεύκωμα με εικόνες και το ξεφύλλιζε. Στο τραπέζι ήταν ακόμα το βάζο με τα κίτρινα και λευκά ρόδα. Καθώς έσκυβε, η χλωμή τους λάμψη έπαιζε στο πρόσωπό της. Ο Στέφανος σταμάτησε στην πόρτα όσο που η Ευανθία σήκωσε τα μάτια. Δεν ένιωσε γιατί σταμάτησε· μα όταν πλησίασε, η Ευανθία τον κοίταξε σα να ήταν ώρα εκεί και δεν τον πρόσεξε. Έπειτα αφού έσκυψε πάλι μια στιγμή στο λεύκωμα, γύρισε και τον ρώτησε: - Εσύ το έφερες; - Πιστεύω, είπε ο Στέφανος αφού έριξε ματιά στο λεύκωμα. Η Ευανθία δε μίλησε πάλι μια στιγμή· μα όταν ο Στέφανος ήρθε και κάθισε στο τραπέζι αντίκρυ της, ξανασήκωσε τα μάτια και καθώς ο Στέφανος την κοίταζε. - Ήσουνα ψες στη λέσχη; τον ρώτησε έξαφνα. Ο Στέφανος δεν απάντησε. Και η Ευανθία: - Δεν ήσουνα; δεν έπαιξες; ρώτησε πάλι. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. Η Ευανθία ξαναέσκυψε στο λεύκωμα και σώπασε. Έπειτα, έξαφνα πάλι, σήκωσε ένα φύλλο και δείχνοντάς το: - Σου αρέσει αυτή; είπε. Ήταν μια στρογγυλή μορφή με χείλη παχουλά και με στριφτά σγουρά γύρω στο μέτωπο. -Τι να μου αρέσει; - Τα μάτια της, είπε η Ευανθία· και κοιτάζοντάς τον: - Δε μοιάζει της Φιφίκας, ε; Κ’ έπειτα, πάλι ξαφνικά: - Σου άρεσε ποτέ η Φιφίκα; Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε πάντα περίεργα. - Ε, δε σου άρεσε; τον ξαναρώτησε. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Σου άρεσε· γι’ αυτό η Μαρίκα τη ζηλεύει. - Ανοησίες, είπε πάλι ο Στέφανος και τράβηξε από το λεύκωμα ένα φύλλο κ’ έσκυψε κι αυτός και κοίταζε. Όταν το άφησε, η Ευανθία το πήρε από μπροστά του. - Γυναίκες είναι; ρώτησε· γιατί έχουν έτσι ανοιχτά τα χείλη; - Είναι άγγελοι που τραγουδούν, της είπε ο Στέφανος. - Και τούτα που κρατούν στα χέρια; - Κρίνα. - Κρίνα! είπε η Ευανθία σα να σταμάτησε στη λέξη, και κοίταξε πάλι την εικόνα. Μα έπειτα, ο Στέφανος πλησίασε, δείχνοντας την επιγραφή σ’ ένα άλλο φύλλο ξαναρώτησε: - Τι λέει εδώ; Ο Στέφανος έσκυψε και της εξήγησε. Η εικόνα έδειχνε δυο παιδιά που περνούσαν ένα ρυάκι. Το μεγαλύτερο κρατούσε στον ώμο του ένα τρίτο, πιο μικρό· εμπρός πήγαινε ένας σκύλος, και καθώς βάθαινε το νερό πιο πέρα, ο σκύλος γύριζε πίσω το κεφάλι προς τα παιδιά σα να τους έλεγε: κουράγιο! Έσκυψαν και οι δυο κοντά κοντά και κοίταζαν. Έπειτα, η Ευανθία σα να ήταν βέβαιη πως κι ο Στέφανος συλλογιζότανε το ίδιο. - Μα είδες πως η Μαρίκα είπε ψέματα, γύρισε και είπε. Ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια. - Πως μ’ έδειρε η γιαγιά… - … γιατί έτρεξα ξυπόλυτη, πρόσθεσε η Ευανθία. Ο Στέφανος την κοίταζε. - Μα εσύ το είπες, θέλησε να της θυμίσει. Αλλά μπήκε η υπηρέτρια και τον σταμάτησε. Μπήκε κ’ έφερε το γάλα του. Και όταν σε λίγο ήρθε μέσα η κυρία Κατίγκω βρήκε την Ευανθία που το σερβίριζε. Στάθηκε στην πόρτα και κοίταζε. Μα η Ευανθία έτρεξε και την αγκάλιασε. - Τι ωραία, φώναξε, τι ωραία, θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω τη χάδεψε στον ώμο και τη φίλησε. Και η Ευανθία γέρνοντας απάνω της ξαναψιθύρισε: - Τι ωραία που είναι δω, θεία Κατίγκω! Το είπε γοργά γοργά ως να μην το πρόσεξε. Και κοίταξε την κυρία Κατίγκω κατάματα. Έπειτα την έπιασε από τη μέση και ήρθαν και οι δυο και στάθηκαν μπροστά στο Στέφανο. Και η Ευανθία γέλασε δυνατά. Ο Στέφανος δεν ήξερε γιατί του φάνηκε σε μεθυσμένη ξαφνικά, όπως ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω που είχε σκύψει και φίλησε το Στέφανο, γύρισε στη Ευανθία: - Τι χρυσή μου; - Θα πάμε στα ιγγλέζικα; Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε ακίνητος. - Θα πάμε· εμείς οι δυο μονάχες μας θα πάμε, ξαναείπε η Ευανθία και κάθισε, με το σώμα ριγμένο πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω εκεί που τίναζε τα ψίχουλα που είχε σκορπίσει στο τραπέζι ο Στέφανος, είπε έξαφνα: - Ξέρεις αλήθεια πως δεν έφυγε η Φιφίκα; Η Ευανθία σήκωσε το σώμα και την κοίταξε περίεργα. Και ο Στέφανος αμέσως, σα να του ξέφυγε: - Ναι, είδα και γω το λοχαγό στη λέσχη. Η κυρία Κατίγκω έριξε ματιά στο Στέφανο σα δυσαρεστημένη. - Αρρώστησε έξαφνα η μητέρα της κ’ έμειναν, είπε· τώρα μου το έλεγε ο πατέρας σου. Και γυρίζοντας στη Ευανθία: - Θα πάμε έπειτα να δούμε τη Φιφίκα. - Είναι ο πατέρας μέσα; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, κατέβηκε, είπε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος κοίταξε την ώρα, σα μόλις τώρα να θυμήθηκε πως έπρεπε να σηκωθεί. Μα καθώς σηκώθηκε, η Ευανθία τον πλησίασε. - Ήσουν λοιπόν στη λέσχη; ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. - Δεν ήσουν; δεν έπαιξες; Ο Στέφανος πάλι δεν απάντησε. Μα έπειτα: - Γιατί; ρώτησε μεμιάς. Και η Ευανθία: - Γιατί μου αρέσει το παιγνίδι. Αν ήμουν άντρας θα έπαιζα, είπε, κ’ έκαμε προς το μπαλκόνι· και στάθηκε και κοίταζε έξω. Ο Στέφανος πήγε κοντά της. Κάτω από το μπαλκόνι απλώνονταν η θάλασσα. Ο Στέφανος μόλις αντίκρυσε τη χλωμοπράσινη έκταση, σταμάτησε. Σταμάτησε σα να του ανοίχτηκε μεμιάς μπροστά του κάτι που το πρωί όταν ξύπνησε του ήταν ακόμα σαν αλλόκοτο, παράλογο όνειρο. Και τώρα του ξαναήρθε αυτό στο νου σαν ξαφνική αστραπή· παράξενο, παράλογο και τώρα, παραμίλημα και τώρα, ίσκιος και όνειρο και τώρα. Όμως του στάθηκε μπροστά και τώρα σαν κάτι απόκρυφο και σκοτεινό, τον γέμισε για μια στιγμή και τώρα σαν κάτι που ήταν αδύνατο να το χωρέσει μόνο μια στιγμή, αδύνατο να το χωρέσουν μόνο χρόνια, αδύνατο να το χωρέσει ακόμα και το ανοιχτό άπειρο που απλώνονταν εμπρός του εκεί. Έκαμε να το στοχαστή, όμως θέλησε καλύτερα να το τινάξει πέρα. Παράξενο! του ήρθε στο νου ο λοχαγός και το τραγούδι που του σφύριξε στο πρόσωπο: Tor·ador! Και θέλησε να μιλήσει της Ευανθίας για το λοχαγό. Μα η Ευανθία γυρίζοντας απάνω του τα μάτια του είπε: - Ξέρεις γιατί σε ρώτησα αν έπαιζες; Ο Στέφανος σα να μην ένιωσε. - Γιατί χτες βράδυ σε φανταζόμουν πως έπαιζες. Και η Ευανθία τον ξανακοίταξε. Έπειτα γέλασε. Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε σα ξαφνισμένος: - Για δες, είπε και έδειξε έξω πέρα. Έξω πάρα η θάλασσα στρωνόταν ήσυχη, όμως στο χρώμα της, με όλο τον καθαρό πρωινό ουρανό, σα να έμενε κάτι από τη θολάδα της χθεσινής βροχής. Ήταν γαλανοπράσινο, και μια ψιλή άχνα κρεμόταν σαν κομμάτια ξεφτισμένης γάζας εδώ και κει απάνω στα νερά και στις κορφές των βράχων. Μα τα νησιά στο μάκρος έφεγγαν διάφανα, βιολετογάλανα και ήταν σα να έπλεαν και να σαλεύαν στον αέρα. Μπροστά μπροστά έξω από το λιμάνι άσπρα και κόκκινα πανιά φαντάζαν σα φτερά ανοιγμένα και καθώς έμεναν ακίνητα φαινόντανε σα να περίμεναν. Αυτά έδειξε η Ευανθία στο Στέφανο κ’ έκαμε ν’ ακουμπήσει το χέρι της στον ώμο του. Μα η κυρία Κατίγκω βγήκε στο μπαλκόνι και άλλαζε το νερό στο βάζο με τα ρόδα. Και κει που έμπαινε πάλι μέσα με το βάζο, η Ευανθία έσκυψε και μύρισε τα ρόδα. Ο Στέφανος κοίταξε κει το πρόσωπο της Ευανθίας σα να έριξε ένα κόκκινο αντιφέγγισμα στα λευκά ρόδα. Έμειναν σιωπηλοί και οι δυο άμα μπήκε μέσα η κυρία Κατίγκω. Μα έξαφνα ακούστηκε από το λιμάνι τριχτός κρότος. Ήταν το βίντσι των βαποριών που ξανάρχιζαν την εργασία. Και η Ευανθία σαν ηλεκτρισμένη, φώναξε μεμιάς: - Θεία Κατίγκω! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Τα ιγγλέζικα φορτώνουν. Μα πριν προφτάσει να βγει έξω η κυρία Κατίγκω, σκύβοντας η Ευανθία στο Στέφανο του είπε σιγαλά: - Πώς ήθελα να πάω στα ιγγλέζικα μαζί σου. Ε, έρχεσαι; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς τον κοίταζε κι αυτή κατάματα. - Ναι, της ψιθύρισε κ’ έβλεπε μπρος του σα να μην ένιωθε ενώ πλησίαζε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία χτύπησε τα χέρια, όταν της έταξε και η κυρία Κατίγκω πως θα πάνε. Και όταν ο Στέφανος τις άφησε και κίνησε να φύγει, εκεί που έβγαινε στην πόρτα του φώναξε η κυρία Κατίγκω: - Σούπα με ρύζι θα έχομε το μεσημέρι· μην αργήσεις και χαλάσει. [Επεξεργασία] XV Ενώ εργαζόταν στο γραφείο του ο Στέφανος, έλαβε ένα μπιλιέτο της Μαρίκας. Τον παρακαλούσε να πάει να τη δει πριν από το μεσημέρι. Και πήγε. Τη βρήκε που στεκόταν στο διάδρομο και τον περίμενε. Καθώς του έσφιξε το χέρι και τον κοίταξε, η ματιά της έφεγγε. Αλλά στην κάμαρα που μπήκαν ήταν η κυρία Αγλαΐα. Ορθή μπροστά στις γλάστρες της ψαλίδιζε τα φύλλα μιας φοινικιάς. Χαιρέτησε το Στέφανο με νεύμα μόνο. - Πώς σκάζω που μου κιτρινίζουν έτσι, είπε όταν ο Στέφανος ήρθε κοντά της. _ Ναι, κρίμα, είπε ο Στέφανος. Κ’ έπειτα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Πλύσιμο με καπνό βρεγμένο, είπε ξανά. - Το δοκίμασα, δεν ωφελεί, απάντησε η κυρία Αγλαΐα κ’ εξακολούθησε να ψαλιδίζει. Ο Στέφανος γύρισε στη Μαρίκα· στεκότανε κοντά του και όπως ο ήλιος γέμιζε την κάμαρα, το πρόσωπό της φαινότανε μέσα στο χρυσό φως σα μεταμορφωμένο. Της έπιασε το χέρι και στάθηκαν και κοιτάζονταν. Ύστερα καθώς σύρθηκαν προς το παράθυρο κ’ έβλεπαν έξω, η Μαρίκα δείχνοντας μια πιγόνια που γέμιζε τον τοίχο αντίκρυ μ’ εξωτικά βυσσινοπόρφυρα άνθη σα ροδιάς. - Τι ωραία! ψιθύρισε. Μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε έξαφνα το Στέφανο: - Το έμαθε η μαμά σου πως δεν έφυγε η Φιφίκα; - Ναι, είπε ο Στέφανος και γύρισε προς την κυρία Αγλαΐα. Η κυρία Αγλαΐα τον κοίταξε· κ’ έπειτα με χαμόγελο, που ο Στέφανος δεν ένιωσε αν ήταν για τη μητέρα του ή τη Φιφίκα. - Μα γιατί δεν έφυγε, τον ξαναρώτησε. Και ο Στέφανος, χωρίς να ξέρει γιατί, χαμογέλασε κι ο ίδιος. - Αρώστησε η μητέρα της, απάντησε. Και όταν η κυρία Αγλαΐα ρώτησε πάλι έπειτα: Και ο λοχαγός; -- ο Στέφανος διηγήθηκε έξαφνα το χθεσινό του απάντημα με το νομάρχη και το λοχαγό έξω από το καφενείο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με τεντωμένα μάτια: - Στο καφενείο - ο κύριος νομάρχης; - Ναι, και τραγουδούσε, είπε ο Στέφανος. - Ο κύριος νομάρχης; Ο Στέφανος ένιωσε πως τα σύγχισε. - Ο λοχαγός, απάντησε. Και είπε το τραγούδι που σφύριζε ο λοχαγός. Η κυρία Αγλαΐα γέλασε, ενώ ο Στέφανος έμεινε σιωπηλός σα να μετάνιωσε. Είχε το αίσθημα πως δίχως να το νιώσει πρόδωσε κάτι --- δικό του ή ξένο, δεν ήξερε καλά. Και όταν, αφού βγήκε η κυρία Αγλαΐα έξω, η Μαρίκα τον πλησίασε, έμεινε σα στενοχωρημένος. Αλλά η Μαρίκα του γέλασε καθώς πλησίασε, και η ματιά της έφεγγε σα λαμπρυσμένη ενώ τον κοίταζε. Και τον έσυρε κοντά της και του είπε: - Ξέρεις γιατί σ’ έφερα εδώ έτσι ξαφνικά; Ο Στέφανος δε μίλησε. - Γιατί αν και το ήξερα πως θα ερχόσουν και αν δε σ’ έφερνα, όμως δεν ήθελα να φοβηθώ πως δε θα ερχόσουν. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε παράξενα. - Ναι, εξακολούθησε, να φοβηθώ· χθες βράδυ δε φοβόμουνα, μα σήμερα φοβόμουνα μη φοβηθώ. Ο Στέφανος φαντάστηκε πως θ’ άκουγε πάλι παραμιλητό. - Κι αυτό δεν το ήθελα· γιατί ήθελα και θέλω, Στέφανε, να είμαι ευτυχισμένη, είπε πάλι η Μαρίκα. Ναι, μόνο ευτυχισμένη. Και τον έφερε σιγά σιγά προς τη γωνία που ήταν οι γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας. - Ευτυχισμένη και χαρούμενη σαν τ’ άνθη αυτά, εξακολούθησε και του έδειξε τις κόκκινες τουλίπες που έγερναν σκορπώντας λάμψεις γελούμενες στα πράσινα φυτά και στ’ άλλα παρδαλά φύλλα τριγύρω τους. Καθώς μιλούσε, στο πρόσωπό της έπαιζε όμοια λάμψη. Ήταν χαρούμενο· μα οι ωχροκόκκινες κηλίδες του γύρω στα μήλα φάνηκαν σα ροδόφυλλα του Στέφανου, ροδόφυλλα ζωγραφιστά σα λευκή κέρινη λαμπάδα και του ήταν σα να του στάλαζαν βαθιά μια ανήσυχη μελαγχολία. Αλλά η Μαρίκα γυρίζοντάς τον έξαφνα προς το παράθυρο του έδειξε πάλι τα βυσσινοκόκκινα άνθη στον τοίχο απέναντι. - Και κείνα εκεί! του είπε. Κ’ ενώ κοιτάζαν και οι δυο τ’ άνθη. - Τι μακρύ που είναι φέτος το φθινόπωρο, είπε ξανά. Κ’ έπειτα από μια μικρή σιγή και πάλι: - Ω να μην τέλειωνε ποτέ, ψιθύρισε. Η γιαγιά που ήρθε μέσα, σα να τους ξύπνησε. Καθώς είδε το Στέφανο σταμάτησε, σα να μην περίμενε πως θα τον δει εκεί. Έπειτα τον καλημέρισε· και ξαφνικά: - Η Ευανθία μας ξέχασε, του είπε. - Μας ξέχασε, είπε πάλι σα να μην έβρισκε άλλο τίποτε να πει. Η Μαρίκα γύρισε και την κοίταζε. - Την κράτησε η Κατίγκω, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Και η κυρία Αγλαΐα που έμπαινε: - Κρατούμε και μεις το Στέφανο, είπε. - Ναι, ναι, μαμά, είπε και η Μαρίκα· και ο Στέφανος την είδε πάλι γελαστή. Κ’ έμεινε κ’ έφαγε μαζί τους. Θυμήθηκε πως τον περίμεναν στο σπίτι μόνο όταν ήρθε η κυρία Κατίγκω έπειτα από το μεσημέρι. - Εδώ έμεινες; του είπε μπαίνοντας· τουλάχιστο δεν έστελνες· το ήξερες, είχαμε σούπα! Η Μαρίκα γέλασε· κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω γύρισε και την κοίταξε. - Μαμά, της είπε, εμείς φταίμε· τον κρατήσαμε έξαφνα. - Η μαμά τον κράτησε, πρόσθεσε με μιας. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε φιλικά με την κυρία Αγλαΐα. Και η Ευανθία μπαίνοντας γρήγορα: - Θεία Αγλαΐα, Μαρίκα, ελάτε· στις τρεις μας περιμένουν, φώναξε από την πόρτα. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα· ήταν όλη κόκκινη, το πρόσωπό της και το φόρεμα. - Ελάτε! Και πριν να τη ρωτήσουν «πού;» ξαναφώναξε η Ευανθία: - Θα πάμε στα ιγγλέζικα. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε έξαφνα: - Αστειεύεσαι; - Μα πηγαίνουν; πηγαίνει ο κόσμος καθώς πρέπει; ρώτησε την κυρία Κατίγκω. - Θα είναι η Φιφίκα, έλεγε την ίδια ώρα η Ευανθία, η Μαρίκα όμως μ’ έξαφνο κίνημα: - Αλλά μαμά, πετάχτηκε, δεν είπαμε…; - Ναι, ένεψε η κυρία Αγλαΐα, ενώ η Ευανθία πρόσθετε: - Και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε: - Ο κύριος νομάρχης! - Ναι, ο κύριος νομάρχης, είπε η Ευανθία. Και την κοίταζε σα με χαμόγελο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε μια στιγμή άφωνη· έπειτα είπε: - Δεν μπορούμε, παραγγείλαμε το αμάξι. Η Ευανθία γύρισε απότομα τα μάτια της στο Στέφανο. Ο Στέφανος κοίταζε κάτω. Μα όταν σε λίγο έφυγαν πάλι μόνες η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, η Μαρίκα πρόσεξε πως η Ευανθία βγήκε χωρίς να ρίξει βλέμμα στο Στέφανο. Σταμάτησε και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα είχε σταθεί άφωνη κι αυτή. - Μα τι αστείος, ψιθύρισε έπειτα έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Ο κύριος νομάρχης, ήθελε να πει· μα το ένιωσε και διορθώθηκε γοργά: - Ναι, τι αστείος ο λοχαγός. Κ’ έκαμε να δει το Στέφανο. Μα ο Στέφανος είχε γυρίσει κ’ έβλεπε προς το παράθυρο. [Επεξεργασία] XVI - Πώς χάρηκα! είπε η Ευανθία καθώς κατέβαινε με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε. - Που το μετάνιωσε· την είδες πώς έγινε όταν άκουσε για το νομάρχη; Η κυρία Κατίγκω δε μίλησε. Και σώπασε και η Ευανθία. Έπειτα, καθώς πήγαιναν, η κυρία Κατίγκω την πρόσεξε που ήταν χλωμή. Και όταν έφτασαν στην προκυμαία και περίμεναν, και η κυρία Κατίγκω της έπιασε το χέρι, το ένιωσε κατάψυχρο. - Πάμε στον ήλιο, της ψιθύρισε· κρυώνεις; - Φυσά λιγάκι, είπε η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την ξανακοίταξε σαν ξαφνισμένη· η θάλασσα ήταν ακίνητη, το δειλινό ανέφελο, χλιαρό. Μα δε φαινότανε ούτε η Φιφίκα ούτε ο κύριος νομάρχης. - Δεν έρχονται, είπε η Ευανθία εκεί που περπατούσανε στον ήλιο. - Δεν είναι τρεις ακόμα. - Και τέταρτο, ξαναείπε η Ευανθία κοιτάζοντας την ώρα της. - Πας μπρος, θέλησε να πει η κυρία Κατίγκω, μα βλέποντας την Ευανθία χλωμή και ανήσυχη: - Είσαι αδιάθετη; τη ρώτησε. Η Ευανθία την κοίταξε· μα έπειτα έξαφνα: - Ναι, είπε, πάμε σπίτι. Η κυρία Κατίγκω φώναξε ένα αμάξι. Στο σπίτι που ήρθαν, έμαθαν πως μόλις είχε φύγει ο Στέφανος. - Ήρθε και ρώτησε αν περάσατε από δω, είπε η υπηρέτρια. - Ήτανε μόνος; ρώτησε γοργά η Ευανθία και είχε ξανακοκκινίσει. - Ναι, απάντησε η υπηρέτρια, στη σκάλα ρώτησε· μου φάνηκε πως σταμάτησε στην πόρτα αμάξι. - Ήταν αυτές, είπε η Ευανθία· και όταν έφυγε η υπηρέτρια: Μετάνιωσαν άμα άκουσαν πως θα ερχότανε και ο κύριος νομάρχης. Κ’ έμεινε κοιτάζοντας την κυρία Κατίγκω, σα να περίμενε να πει εκείνη να γυρίσουν πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω βλέποντάς τη που ξαναχλώμιασε: - Έλα, είπε, βγάλε το καπέλο σου και κάθισε. Και φώναξε να φέρουν τσάι. Η Ευανθία έμεινε σαν ξεχασμένη, καθώς την κάθισε η κυρία Κατίγκω στον καναπέ και της σερβίρισε το τσάι. Ώρα πολλή δε μίλησαν και οι δυο. Μια στιγμή μόνο η κυρία Κατίγκω, ενώ καθότανε κοντά της κρατούσε το χέρι της, είπε σιγά: - Να στείλομε για τη νονά; Μα η Ευανθία της ένεψε: όχι· κ’ έμειναν για ώρα πάλι αμίλητες, κοιτάζοντας και οι δυο μπροστά τους σα να είχαν τώρα λησμονηθεί και οι δυο. Έξω ο ήλιος βυθίζοντας στη θάλασσα έβαφε τον ουρανό με χρώμα κίτρινο - ένα κίτρινο όχι χρυσό και αστραφτερό, αλλά χλωμό και άλαμπο σαν ώχρα· το αχνό του αντίφεγγο χτυπούσε κρύο και μελαγχολικό στο τζάμι και χυνόταν ψυχρότερο και πιο θολό στην κάμαρα. Η κυρία Κατίγκω αισθάνθηκε ν’ ανατριχιάζει και φώναξε και άναψαν το τζάκι. Σε λίγο μια φεγγοβολή πήδησε έξαφνα σαν απαλή αστραπή πετώντας κόκκινες θερμές αναλαμπές στους αργυρούς δίσκους και στα κρύσταλλα των τραπεζιών και του μπουφέ μέσα στην κάμαρα. Και όταν γέμισε έπειτα η χλιαρή πνοή της τον αέρα, η Ευανθία ανασηκώθηκε κ’ έπιασε το χέρι της κυρίας Κατίγκως. - Τι ωραία που είναι εδώ, είπε σιγά και ακούμπησε στον ώμο της. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω της χάδευε ελαφρά το μάγουλο: - Ναι, δεν μπορώ πια εκεί· αν ήταν να ξαναπάω εκεί, καλύτερα να φύγω. - Αύριο να φύγω, είπε πάλι κ’ έκρυψε το πρόσωπο στο στήθος της κυρίας Κατίγκως. Η κυρία Κατίγκω ένιωσε πού εκεί. Έσκυψε και τη φίλησε. - Χρυσή μου, ψιθύρισε μονάχα σα να ένιωθε κάτι περισσότερο παρότι είχε πει η Ευανθία. Και σα να μην μπορούσε να πει κάτι περισσότερο κι αυτή: - Χρυσή μου, ξαναψιθύρισε και την έσφιξε στην αγκαλιά της. [Επεξεργασία] XVII Το βράδυ ο Στέφανος τις βρήκε και τις δυο κοντά στο τζάκι. Η κυρία Κατίγκω καθόταν στο σκαμνάκι, η Ευανθία ακουμπούσε στα γόνατά της ξαπλωμένη σ’ ένα δέρμα τίγρης που είχαν φέρει από τη σάλα. Σκυφτή, έριχνε μπρος της μια πασιέντσα. Στο τζάκι ήταν σβησμένη η φλόγα, μα κάτω από το φως της λάμπας έφεγγε ζωηρά το κόκκινό της φόρεμα. Ο Στέφανος στάθηκε πρώτα μια στιγμή, έπειτα κάθισε απέναντί τους. Η Ευανθία δεν κινήθηκε, δεν έσυρε ούτε το πόδι της που απλωμένο έβγαινε κάτω από το φόρεμα· και ο Στέφανος κοίταζε σιωπηλός τα χαρτιά που αράδιαζε η Ευανθία, όταν έξαφνα αυτή σταμάτησε. - Δε βγαίνει, είπε και σήκωσε τα μάτια. - Βγάλε από πάνω, της είπε ο Στέφανος. - Δεν ωφελεί· πρέπει να έβγει μόνη της, είπε η Ευανθία και τον κοίταξε. - Είδες; γύρισε έπειτα προς την κυρία Κατίγκω· ήταν η τρίτη. - Η δεύτερη, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε. - Η τρίτη, ψιθύρισε· όμως ξαναέριξε. Και τώρα βγήκε. - Να, μπράβο! είπε η κυρία Κατίγκω κ’ έκαμε να σηκωθεί. Μα η Ευανθία την κράτησε: - Ήταν αλήθεια η δεύτερη; - Ναι, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία δε μίλησε· έπειτα κοιτάζοντας το Στέφανο: - Κάτι είχαμε βάλει, είπε. Μα ο Στέφανος ρώτησε «τι;» γύρισε αμέσως στην κυρία Κατίγκω και της είπε ξαφνικά: - Μη, μην το πεις! Η κυρία Κατίγκω γέλασε και σηκώθηκε. Η Ευανθία έμεινε όπως ήταν ξαπλωμένη· ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι της απάνω στο σκαμνάκι και κοίταζε μπροστά της. Η κυρία Κατίγκω ήρθε στο Στέφανο· τον κοίταξε σα να ήθελε να του πει κάτι, αλλά σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε μόνο: - Είναι έξω ψύχρα; - Λιγάκι, είπε ο Στέφανος. Είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε και κοίταζε την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε στη φωτιά και καθώς φύσηξε τα ξύλα, μια λάμψη κόκκινη έπαιξε έξαφνα πίσω από την Ευανθία. Του Στέφανου του φάνηκε σα να πετάχτηκε από το φόρεμα της Ευανθίας και από εκεί χτύπησε κ’ έσπασε στο δέρμα της τίγρης όπου ήταν ξαπλωμένη. Οι μαύρες και κίτρινες γραμμές του σπιθίρισαν, και μια στιγμή σα να σάλεψαν. Έπειτα έμειναν πάλι ακίνητες και σκοτεινές. Έλαμπαν μόνο εμπρός του εκεί τα γυάλινα κίτρινα μάτια του κεφαλιού της τίγρης· έλαμπαν και τον κοίταζαν κατάματα. Και η Ευανθία βλέποντάς τον πως κοίταζε κι αυτός εκεί κατάματα σαν ξεχασμένος, κλώτσησε την κεφαλή της τίγρης με το πόδι. Ο Στέφανος ξαφνίστηκε, και η Ευανθία γέλασε. Και τεντώνοντας το πόδι και δείχνοντας το κόκκινο γοβάκι που φορούσε, είπε: - Είδες τι μου χάρισε η θεία Κατίγκω; Ο Στέφανος το κοίταξε. Γνώρισε αμέσως τις κόκκινες βελούδινες παντούφλες που είχε φέρει κάποτε ο ίδιος της κυρίας Κατίγκως. Αλλά και αμέσως θυμήθηκε πως η κυρία Κατίγκω του είχε πει πως ήθελε να τις χαρίσει της Μαρίκας. Και σταμάτησε. - Ωραίες είναι, είπε σα μηχανικά, ενώ τον κοίταζε η Ευανθία. Έπειτα έμειναν πάλι σιωπηλοί. Μα όταν η κυρία Κατίγκω βγήκε από την κάμαρα, η Ευανθία ξαπλωμένη πάντα ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Πήγατε; του είπε ξαφνικά. - Πού; ρώτησε ο Στέφανος. Μα η Ευανθία δεν απάντησε. Τον κοίταξε μονάχα και σώπασε λίγες στιγμές. Μα έπειτα κοιτάζοντάς τον πάλι: - Ξέρεις τι είχα ρίξει στην πασίεντζα; ρώτησε με μιάς· θέλεις να μάθεις; - Ναι, είπε ο Στέφανος, μα η Ευανθία έμεινε πάλι σιωπηλή. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε σαν ξαφνισμένος: - Αν θα φύγω, ψιθύρισε τέλος αργά. - Και τι βγήκε; ρώτησε ο Στέφανος. Η Ευανθία δεν απάντησε· φώναξε μόνο της κυρίας Κατίγκως που έμπαινε πάλι μέσα εκείνη τη στιγμή: - Μην του το πεις, θεία Κατίγκω. Και πετάχτηκε με μιας ορθή όταν είδε πως έμπαινε μαζί και ο κύριος Γιάγκος. - Ωραία, ανάψατε φωτιά, είπε ο κύριος Γιάγκος αφού τη χαιρέτησε. Έτριψε τα χέρια και ήρθε και κάθισε κοντά. Είχε κερδίσει πάλι απόψε τον κύριο νομάρχη και ήταν χαρούμενος. Γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα στο τραπέζι που καθίσαν έπειτα. Και η κυρία Κατίγκω δεν ήταν μελαγχολική, και ο Στέφανος μιλούσε καθισμένος απέναντι στην Ευανθία. Έπειτα, όταν ο κύριος Γιάγκος με το Στέφανο έπαιζαν την παρτίδα τους στο ντόμινο, η κυρία Κατίγκω και η Ευανθία κάθισαν κοντά τους και κοίταζαν. Όταν τελείωσαν το ντόμινο, ο Στέφανος τους έκαμε κάποια παιγνίδια με τα χαρτιά της τράπουλας. Η Ευανθία τον κοίταζε στα χέρια και ζητούσε να μαντέψει πώς τους ξεγελούσε. Και μια στιγμή εκεί που ο Στέφανος της έδινε στο χέρι τα χαρτιά και άγγιξαν τα δάχτυλά τους, η Ευανθία δεν τράβηξε το χέρι αμέσως. Έμεινε και τον κοίταζε στα μάτια. Μα έπειτα σηκώθηκε με μιάς ο Στέφανος· καληνύχτισε και βγήκε. - Πάει στη λέσχη, ψιθύρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω. - Α μπα, πάει κάτω να εργαστεί, είπε η κυρία Κατίγκω χωρίς να πιστεύει ό, τι είπε. Ο Στέφανος πήγε στη λέσχη. Το ένιωσε μόνο όταν μπήκε μέσα και είδε πως του ένεψε ο κύριος νομάρχης. Σκυμμένος στην κορυφή του πράσινου μεγάλου τραπεζιού ο κύριος νομάρχης είχε μπροστά του σωρούς τα κόκκινα και λευκά κόκκαλα· ο λοχαγός είχε καθίσει απάνω στο τραπέζι και κουνώντας το πόδι του βροντούσε το σπιρούνι στη γωνία του τραπεζιού· το βροντούσε σα με ρυθμό και σφύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε ορθός αντίκρυ και άκουσε σα να ήθελε να πιάσει το ρυθμό. Έπειτα πρόσεξε πώς γυάλιζε το φως στα δόντια και στο μονόκλ του λοχαγού και πώς χτυπούσε στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη και σταματούσε κει με ακτίνες πράσινες. Και κει θυμήθηκε πως είχε σταματήσει κι αυτός πρωτύτερα αντίκρυ σ’ ένα φως που έφεγγε σ’ ένα παράθυρο. Είχε κινήσει και πήγαινε να δει το φως, είδε όμως το φως ακίνητο πίσω από το κλεισμένο τζάμι και σταμάτησε. Δεν ένιωθε γιατί, όμως σταμάτησε· και κοίταζε σα να ήθελε να δει αν έκαιε πράγματι φως μέσα στην κάμαρα ή ήταν μόνο αντίφεγγο που έσπαζε από κάπου απέναντι. Έπειτα κοίταζε σα να ζητούσε να βρει τι χρώμα είχε το φως· έπειτα είδε πως το φως ήταν μακριά. Και είδε πως ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος κ’ αισθάνθηκε μια κρύα πνοή να πνέει από τη θάλασσα. Η μικρή πλατεία όπου είχε σταθεί ήταν έρημη, μα οι κορμοί των κοντών δέντρων του φάνηκαν σα ζωντανές παράξενες μαύρες μορφές που ήθελαν να κινηθούν. Ο Στέφανος δεν έβλεπε τα φύλλα, μα τα αισθάνθηκε πως έτρεμαν σα ν’ ανατρίχιαζαν στην κρύα πνοή της θάλασσας. Και δε γύρισε στη θάλασσα. Γύρισε πίσω. Στην προκυμαία έφεγγαν τα φώτα και οι άνθρωποι πηγαινοερχόντανε. Χαιρέτησε δυο τρεις· και βρέθηκε στη λέσχη έξαφνα. Και τώρα έμενε ορθός και κοίταζε τις πράσινες ακτίνες στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Έπειτα ξανακοίταξε το λοχαγό, έπειτα το παιχνίδι· έπειτα κάθισε με μιάς και ο ίδιος κ’ έπαιξε. Όταν γύρισε σπίτι, είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ανέβηκε στα δάχτυλα τη σκάλα για αν μην ξυπνήσουνε στο σπίτι. Μα καθώς έμπαινε στο διάδρομο, σταμάτησε· μια θαμπόλευκη μορφή που σάλεψε μπροστά του τον σταμάτησε. Τινάχτηκε όταν τον πλησίασε η μορφή, μα γνώρισε αμέσως τη φωνή που του ψιθύρισε: - Ήσουν στη λέσχη; - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Έπαιζες; -Ναι, είπε πάλι ο Στέφανος. - Και γω περίμενα. Ο Στέφανος ξαναξαφνίστηκε. Είδε με μιας μπροστά του το φωτισμένο παράθυρο, όπου απέναντι είχε σταθεί πρωτύτερα και κοίταζε. Μα η φωνή κοντά του τον ξαναξύπνησε: - Για να σου πω τι βγήκε. - Τι βγήκε; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Πως δε θα φύγω, είπε η φωνή, και ο Στέφανος είχε ξυπνήσει ολότελα. Αλλά δε μίλησε. Έμεινε ακίνητος· μα σα κίνησε μόνο τα χέρια προς τη μορφή που σάλεψε και κείνη προς τα πίσω, προς την πόρτα όπου στεκότανε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος λίγες στιγμές ακόμα, έπειτα όμως έφυγε αμέσως μέσα προς το διάδρομο πριν ανοίξει καλά η πόρτα πίσω και δει καλύτερα στο φως που χύθηκε από μέσα ποια ήταν η μορφή. [Επεξεργασία] XVIII Έφυγε, σα να φοβήθηκε να δει. Και το πρωί πάλι φοβήθηκε να δει. Φώναξε και του έφεραν στην κάμαρά του τον καφέ και κατέβηκε αμέσως κάτω στο γραφείο. Όταν τελείωσε, τράβηξε ίσια στης Μαρίκας. Τη βρήκε που καθότανε στην κάμαρα με τη γιαγιά, μα είδε αμέσως πως ήταν φοβερά χλωμή. Δεν τόλμησε να τη ρωτήσει. Κάθισε μόνο και μιλούσε πράγματα αδιάφορα με αυτή και τη γιαγιά. Μα όταν έξαφνα τον ρώτησε η γιαγιά αν θα έρθει η Ευανθία, και της απάντησε: «Δεν ξέρω, δεν την είδα σήμερα», είδε πως η Μαρίκα έστρεψε αλλού το βλέμμα. Έμεινε μια στιγμή σα συγχυσμένος. Μα όταν έφυγε η γιαγιά κ’ έμειναν μόνοι, πλησίασε πρώτος τη Μαρίκα. - Κάθισες ψες αργά; τη ρώτησε. - Όχι, κοιμήθηκα νωρίς, απάντησε ήσυχα η Μαρίκα. - Μα το παράθυρο είχε φως αργά. Η Μαρίκα τον κοίταξε. - Τι ήρθες; περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα ψιθύρισε, ήσυχα πάλι: - Το ξέχασα αναμμένο. Ο Στέφανος της έπεισε με μιας και τα δυο χέρια: - Ω Μαρίκα, ω Μαρίκα! Κ’ ενώ η Μαρίκα τον κοίταζε ατάραχη: - Δεν ξέρεις τι είσαι για μένα, ξέσπασε ξαφνικά και της γέμισε φιλιά τα χέρια. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ όλη νύχτα, εξακολούθησε, όλη τη νύχτα είχα τα μάτια σου μπροστά μου… Και έλεγε αλήθεια. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν πράγματι όλη τη νύχτα μπροστά στο Στέφανο. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα είχε μπροστά του την πόρτα που άνοιξε έξαφνα στο φως του καντηλιού και φώτισε μια λευκή μορφή που έμεινε ορθή με απλωμένα χέρια πίσω του --- αλλά τα χέρια αυτά, παράξενο! τα γνώριζε, ήταν τα χέρια της Μαρίκας. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα έβλεπε μπρος του δυο μάτια υγρά και φωτεινά που τον κοιτάζαν ενώ έφευγε --- αλλά, παράξενο! τα μάτια αυτά ήταν τα μάτια της Μαρίκας. Στιγμές στιγμές δυο κόκκινα σημάδια έφεγγαν κάτω στο πάτωμα σα βελουδένια, έλαμπαν εμπρός στ’ αγρυπνισμένα μάτια του σαν άλικα μεγάλα ρόδα που έπλεαν σε πρωινά νερά, και απάνωθέ τους έτρεμε κάτι θαμπόλευκο, κυματιστό και σαν αέρινο· στιγμές πάλι το άσπρο αυτό γινόταν κόκκινο, άλλαζε σε κρεμεζί, σε ρουμπινί κ’ έλαμπε μπρος του ζωηρά σα φλόγα, μια φλόγα που έφεγγαν μέσα της δυο μάτια --- αλλά τα μάτια ήταν της Μαρίκας. Ύστερα πάλι ξαναέσβηνε το κόκκινο σιγά σιγά, ξαναγινόταν άχνα αγανή, λευκός αφρός που έλιωνε σ’ ένα γιαλό, γινόταν αέρας διάφανος και φως που έπαιζε κ’ έτρεμε κ’ έφευγε και γλιστρούσε απάνω από μια θάλασσα άπειρη. Μια θάλασσα…. Και ο Στέφανος είδε τους σκοτεινούς κύκλους ξανά να του γεμίζουνε τη θάλασσα. Ήταν σα να ήθελαν οι κύκλοι αυτοί να σβήσουν τα μάτια της Μαρίκας που έφεγγαν μέσα από τη θάλασσα --- τα μάτια της Μαρίκας που ανοίγονταν τώρα μπροστά του εκεί μεγάλα ολόμαυρα και μελαγχολικά μέσα στους βαθουλούς μεγάλους κύκλους γύρω τους. Ο Στέφανος τα κοίταζε. Ήταν κρύα και σκοτεινά, σαν τη συννεφιασμένη θάλασσα, κ’ έβλεπαν εμπρός τους ασάλευτα και καρφωμένα, σα να ζητούσανε να σκίσουν τη σταχτερή άχνα μακριά, σα να γυρεύαν να βυθίσουν πέρα από αυτή μέσα στο χλωμό φως μακρύτερα, στο φως που κάτι σαν αντίφεγγό του έτρεμε κιτρινωπά κ’ έπαιζε θλιβερά στις κόρες τους. - Τα μάτια σου, θέλησε να ξαναπει ο Στέφανος, μα η ψυχρή και άφεγγη λάμψη τους τον πάγωσε. Και ψιθύρισε, σα να ξυπνούσε ξαφνικά: - Μαρίκα, τι έπαθες, τι έχεις; Αλλά η Μαρίκα έριξε το βλέμμα κ’ έμεινε άφωνη και ακίνητη. - Μαρίκα, ξαναψιθύρισε ο Στέφανος· μα έπειτα έμεινε άφωνος κι αυτός. Έγινε μερικές στιγμές σιγή στην κάμαρα· μια σιγή ανήσυχη. Και όσο βαστούσε αυτή, ο Στέφανος είχε το αίσθημα πως έπεφτε αργά σιγά κάτι σα σταχτερή βαριά κουρτίνα ανάμεσά τους. Μα εκεί, ενώ ο Στέφανος κρατούσε πάντα τα χέρια της, η Μαρίκα σήκωσε πάλι τα μάτια: - Ήρθες, αλήθεια, χτες βράδυ; ρώτησε κοιτάζοντάς τον έξαφνα. - Ναι, ήρθα, είπε ο Στέφανος. Αλλά σταμάτησε. - Ήρθα και κοίταζα το φως και πρόσμενα, είπε αμέσως έπειτα. Μα ξανασώπασε, σα να μην είχε να πει άλλο τίποτε. Έμειναν και κοιτάζονταν. Έπειτα σηκώθηκαν και περπάτησαν μαζί μέσα στην κάμαρα. Κ’ ενώ στάθηκαν μπροστά στις γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας, όπου οι τουλίπες έφεγγαν ολοκόκκινες στον ήλιο που έπεφτε απάνω τους από το παράθυρο, η Μαρίκα αφήνοντας το χέρι της να πέσει σαν άψυχο μέσα στο χέρι του Στέφανου, είπε σιγά: - Δεν ξέρω, μα δεν είμαι --- δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένη. Και η ματιά της ξαναπήρε το ωχρό και άφεγγο χρώμα που είχε παγώσει πρωτύτερα το Στέφανο. [Επεξεργασία] ΧΙΧ Ο Στέφανος ήρθε σιωπηλός στο σπίτι. Η κυρία Κατίγκω είδε το σύννεφο στο πρόσωπό του και τον πλησίασε και τον ρώτησε: - Είναι αδιάθετη η Μαρίκα; - Όχι, καλά είναι, απάντησε ο Στέφανος κ’ έμεινε πάλι σιωπηλός. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε και τον κοίταζε ενώ έμπαινε η Ευανθία. Ερχόταν γρήγορα, μα όταν είδε το Στέφανο σταμάτησε. Καθώς μπήκε, το φόρεμά της πέταξε λάμψεις κόκκινες στον ήλιο που γέμιζε την κάμαρα. Στάθηκε μια στιγμή· έπειτα πλησιάζοντας σιγά την κυρία Κατίγκω είπε: - Η γιαγιά παράγγειλε να πάμε. - Πηγαίνομε, απάντησε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε: - Αλλά δεν είπαμε θα έρθει η Φιφίκα; - Α ναι, το ξέχασα. Η κυρία Κατίγκω φαινόταν πράγματι σαν ξεχασμένη. - Της παραγγέλνομε --- ή πάμε στη νονά αργά, είπε ύστερα. - Α, όχι στη γιαγιά αργά· θα με κρατήσει, έσκυψε και είπε σιγαλότερα η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την έσυρε κοντά της και τη χάδεψε. Ο Στέφανος καθώς την κοίταξε είδε που ξαναέλαμψε το φόρεμά της. Και είδε πως φορούσε τα κόκκινα βελούδινα γοβάκια. Σα να γέμισε όλη η κάμαρα με ρόδα κόκκινα, τα ρόδα που έπλεαν οληνύχτα εμπρός του στα πρωινά νερά --- γύρισε αλλού κ’ έκαμε κίνημα σα να ήθελε να φύγει. Μα η Ευανθία τον πλησίασε. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω είχε γυρίσει και κάτι έσιαζε στην κάμαρα και ύστερα βγήκε, η Ευανθία στάθηκε μπροστά του ορθή και βλέποντάς τον κατάματα έκαμε κάτι να του πει. Αλλά έξαφνα σταμάτησε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος και κοιτάχτηκαν μια στιγμή και οι δυο σαν ξαφνιασμένοι. Μα ευθύς η Ευανθία: - Ξέρεις, του είπε, η Φιφίκα θα πάρει το λοχαγό. Το είπε σα να ήταν αυτό που είχε να πει. Αλλά και ο Στέφανος, σα να είχε νιώσει: - Το ξέρω, είπε με τόνο αδιάφορο και σαν ξερό. Η Ευανθία κοκκίνησε όλη. Και γύρισε αμέσως μ’ ένα τίναγμα, σα να είχε αγγίξει κάπου με το χέρι και κάηκε έξαφνα. Και καθώς ξαναέμπαινε η κυρία Κατίγκω μέσα, πήγε ίσια απάνω της: - Θεία Κατίγκω, ο Στέφανος θέλει να φύγω, είπε και σταμάτησε μπροστά της. Και θέλησε να κρύψει μ’ ένα χαμόγελο κάποιο τρεμούλιασμα που είχε η φωνή της. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε σαν ξαφνιασμένη. Ο Στέφανος έμεινε συγχυσμένος μια στιγμή. Έπειτα βλέποντας πως η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε περίεργα. - Αηδίες, ψιθύρισε σιγά. - Αστεία, είπε πάλι δυνατότερα και βημάτισε στην κάμαρα, ενώ η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία κοντά της και την ακούμπησε στον ώμο της. Μα όταν ο Στέφανος πήγε έπειτα και κάθισε στην άκρη, η Ευανθία ήρθε και ξαναστάθηκε μπροστά του και γελούσε. - Αλλά, Ευανθία, έκαμε να της πει, μα η Ευανθία αφού περίμενε και ξαναβγήκε έξω η κυρία Κατίγκω: - Δε λες αλήθεια, του είπε σφυριχτά, σα μέσα από τα δόντια. - Αλλά, Ευανθία, θέλησε να ψιθυρίσει πάλι ο Στέφανος, μα η Ευανθία τον έκοψε μα μιάς: - Ναι, ναι - δε μου έταξες να έρθεις μαζί στα ιγγλέζικα; Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος χαμήλωσε το βλέμμα. Όταν το ξανασήκωσε, η Ευανθία δε γελούσε· τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα, μεγάλα, μα άλαμπα και ωχρά. Τα μάτια δεν είχαν σκοτεινούς μεγάλους κύκλους γύρω τους, τα μάγουλα όμως ήταν χλωμά. Και όταν ο ήλιος δοκίμασε να παίξει πάλι στο κόκκινο το φόρεμα, δε γέμισε την κάμαρα με ρόδα πορφυρά· κίτρινα ρόδα ωχρά σκορπίστηκαν μπροστά στο Στέφανο καθώς κοίταζε την Ευανθία. Κ’ ενώ την κοίταζε, ξαφνικά με μια φωνή που δεν τη γνώρισε και ο ίδιος: - Ευανθία, ψιθύρισε σιγά και άπλωσε τα χέρια εμπρός. Μα έπειτα, πάλι σιγά, τα έσυρε πίσω κ’ έγειρε σ’ αυτά το μέτωπο. Η Ευανθία έκαμε να σκύψει. Αλλά δεν έσκυψε· έφερε μόνο το χέρι στα μαλλιά του και τα χάδεψε· απαλά. [Επεξεργασία] ΧΧ - Πήγαν χτες; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος δεν ένιωσε, και η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια από το κέντημά της και πρόσθεσε: - Στα ιγγλέζικα. - Δεν ξέρω --- δε ρώτησα, είπε ο Στέφανος. Μα η Μαρίκα έμεινε σκυμμένη στο δικό της κέντημα. Και ξανασώπασαν. Έπειτα η κυρία Αγλαΐα ξαναείπε έξαφνα: - Ο κύριος νομάρχης σα να νοστιμεύεται την Πρίφτη. Κ’ ενώ ούτε ο Στέφανος ούτε η Μαρίκα μίλησαν: - Να δούμε πώς θα τη μοιράσουν με το λοχαγό, είπε πάλι. Και γυρνώντας στο Στέφανο: - Η μητέρα σου τι λέει; ρώτησε. Ο Στέφανος σήκωσε τους ώμους. - Και το παιγνίδι του ταξιδιού τι να σημαίνει; Και η κυρία Αγλαΐα γέλασε. Έπειτα μίλησε πάλι για τον κύριο νομάρχη: - Τον είχαμε στη νομαρχία. Ήταν καλός υπάλληλος. Ο μπαμπάς σου τον συμπαθούσε, είπε της Μαρίκας που την κοίταζε κείνη τη στιγμή. ΄Επειτα έφερε την ομιλία στη νομαρχία. - Κάθε Παρασκευή δίναμε τσάι εμείς, κάθε Δευτέρα ο Άγγλος πρόξενος· έπειτα αλλάξαμε, το κάναμε Τετάρτη· να δεις γιατί. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε το κέντημα και συλλογίστηκε. - Α ναι, είπε έπειτα, κάθε Παρασκευή είχα συμβούλιο στο σύλλογο των κυριών· την Τρίτη στην εταιρία των εργοχείρων που ήμουν πρόεδρος. - Ναι, μου διηγηθήκατε, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα ξανασκύβοντας στο κέντημά της: - Τότε η νομαρχία είχε μεγάλη δικαιοδοσία, ψιθύρισε, τότε ήταν κατιτί να είναι κανείς νομάρχης. Ο Στέφανος συμφώνησε. - Μα οπωσδήποτε ένας νομάρχης είναι καλύτερος από το λοχαγό, είπε πάλι έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Και γυρίζοντας έξαφνα πάλι στη Μαρίκα: - Τι άσχημο που ήταν το φόρεμα της Πρίφτη· και το καπέλο με τα κίτρινα φτερά. Αλλά η Μαρίκα σα να μην πρόσεχε· κίνησε μόνο το κεφάλι και κοίταζε μπροστά της. Και ο Στέφανος γύρισε και είδε πως η Μαρίκα δεν κοίταζε ούτε στο κέντημα που είχε στα χέρια· κοίταζε πέρα στον ήλιο που βασίλευε. Ο Στέφανος περίμενε όσο που σώπασε η κυρία Αγλαΐα. Σηκώθηκε ύστερα σιγά και πήγε στο παράθυρο. Νέφη μικρά είχαν σωριαστή κομματιαστά κ’ έφεγγαν κοκκινωπά σα σφυροκοπημένες χάλκινες πλάκες στην άκρη του ουρανού, που από κάτω του έπαιζε αστραφτερή στο βάθος στενή γραμμή μονάχα η θάλασσα. Αντίκρυ το ορθόβραχο υψωνόταν ήσυχο, βαμμένο απαλό χρώμα γιουλί και διάφανο. Ο Στέφανος έμενε ορθός εκεί και κοίταζε. Πίσω η κυρία Αγλαΐα κάτι ξαναψιθύρισε, μα ο Στέφανος ούτε την άκουσε. Και δεν την άκουσε ούτε όταν έφυγε· άκουσε μόνο το βήμα της Μαρίκας που τον πλησίασε σιγά και στάθηκε κοντά του και κοίταζε κι αυτή. Μα τα χαλκοβαμμένα σύννεφα είχαν σκορπίσει· απλώθηκαν στη θέση τους βαθιόμαβες στενές λουρίδες που έλιωναν σιγά σιγά σε καταχνιά βιολέτινη, βαθιά, μουντά βιολέτινη. Μονάχα το ορθόβραχο βουνό έμενε αντίκρυ τους μενεξελί, θολότερο, σκουρότερο, μα ακόμα φωτεινό και διάφανο. Στέκονταν και οι δυο και κοίταζαν. Κοίταζαν πώς σκούραινε ολοένα το βουνό, πώς η ομίχλη πέρα γινότανε πιο σταχτερή και πώς κάτω μακριά σκοτείνιαζε η γραμμή της θάλασσας. Έξω είχε σβήσει στον αέρα κάθε αναλαμπή, κ’ ένα θολό μισόφωτο έτρεμε μέσα στην κάμαρα όταν γύρισαν κ’ έκαμαν να σαλέψουν από το παράθυρο. Μα εκεί έξαφνα πήδησε μπρος τους η Ευανθία και τους σταμάτησε στη θέση τους. - Μαρίκα, φώναξε, λοιπόν θα πάμε το πρωί; Μου το παράγγειλε η γιαγιά. - Θα πάμε, ναι, απάντησε η Μαρίκα. Και η Ευανθία που είδε το Στέφανο που κοίταξε σα να μην ένιωθε: - Στην εκκλησίτσα· τι, δεν ξέρεις; γύρισε σ’ αυτόν. - Δεν του το είπες; είπε πάλι της Μαρίκας. - Ναι, το λησμόνησα, απάντησε η Μαρίκα. - Μα εσύ το ήθελες, λέει η γιαγιά, και το έταξε να την ανοίξει. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, εγώ, ένεψε ύστερα κ’ έριξε μπροστά της μια ματιά, που χάθηκε στη σκοτεινιά που έπεφτε στην κάμαρα. Για το Στέφανο μόνο δε χάθηκε· την είχε εμπρός του όλη την ώρα έπειτα εκεί που γύριζε στο σπίτι βαδίζοντας σκυφτός κοντά στη θάλασσα. [Επεξεργασία] ΧΧΙ Ο παπάς τελείωνε τη λειτουργία στο εξωκλήσι της ακρογιαλιάς όταν σταμάτησε στην πόρτα του το αμάξι με την Ευανθία, το Στέφανο και την κυρία Κατίγκω. Ήρθαν αργά γιατί και ο Στέφανος και η Ευανθία άργησαν να ετοιμαστούν. Έπειτα η κυρία Κατίγκω θυμήθηκε στο δρόμο πως δεν είχε αφήσει της μαγείρισσας βούτυρο για το ραβανί, που είχε ζητήσει ο κύριος Γιάγκος για το μεσημέρι. - Δεν μπορώ· ο πατέρας σου το περιμένει, είπε στο Στέφανο η κυρία Κατίγκω. Έπρεπε να γυρίσουν. Στην εκκλησία ήταν μονάχες η γιαγιά με τη Μαρίκα. Η κυρία Αγλαΐα, όταν πήγαν να την ξυπνήσουν, δεν μπόρεσε να σηκωθεί. - Στη νομαρχία δεν ανοίγαμε εξωκλήσια, είπε της Μαρίκας, αλλά η Μαρίκα είπε μόνο της γιαγιάς: - Η μαμά έχει πονοκέφαλο. Και ήρθε πρωί πρωί μαζί της. Το πρωί ήταν ψυχρό και υγρό, τα δέντρα νοτισμένα, και κάτω στο ακρογιάλι απλώνονταν ωχρόσκουρες λουρίδες καταχνιάς. Η γιαγιά είχε ταμένο να πάνε με τα πόδια, και η Μαρίκα τυλίχτηκε στο επανωφόρι της κα βάδιζε. Καθώς περνούσαν κάτω από τα δέντρα δεν έβλεπε τον ίσκιο της, μα όταν βγήκανε στο λόφο τον ξαναείδε που σερνόταν σταχτερός κοντά στο μαύρο της γιαγιάς. Νόμιζε πως ερχόταν η ίδια πίσω και τον έβλεπε. Κατέβαιναν το λόφο μόνες· δεν περνούσε γύρω τους κανείς και δε μιλούσαν και οι δυο. - Κουράστηκες; ρώτησε μόνο μια στιγμή η γιαγιά. - Όχι, της ένεψε η Μαρίκα. - Όχι γιαγιά, της ξαναείπε και κατέβηκαν πάλι το λόφο σιωπηλές. Στο ακροθαλάσσι κάτω άσπριζε το εκκλησιδάκι μες στα πεύκα και παραμπρός του υψώνονταν δυο κυπαρίσσια ορθά, σταχτερά μες στο θολό πρωί. Σε λίγο όμως η Μαρίκα στάθηκε. - Κουράστηκες; την ξαναρώτησε η γιαγιά. Αλλά η Μαρίκα δεν απάντησε. Κοίταξε μόνο πίσω σα να ήθελε να δει αν είχε σταματήσει ο ίσκιος της. - Όχι, γιαγιά, είπε τότε και κοίταξε πάλι μπροστά της κάτω. Η καταχνιά είχε συρθεί, είχε απλωθεί πιο χαμηλά στη θάλασσα. - Όχι, γιαγιά, είπε ξανά και ξανακίνησε. Τα κυπαρίσσια υψώνονταν μπροστά τους κάτω πάντα σταχτιά και ασάλευτα. Όταν τα έφτασαν και πέρασαν κοντά τους, η Μαρίκα άκουσε που ψιθύριζαν στους κλώνους τους πρωινά πουλιά. Μα δε σταμάτησε· μπήκε στην εκκλησία μαζί με τη γιαγιά. Και όταν ήρθαν έπειτα η Ευανθία και ο Στέφανος, είδαν τη σταχτερή μορφή της ορθή σκυφτή και χαμένη μέσα στο αχνό γαλάζιο νέφος του λιβανιού που γέμιζε την εκκλησία. Γύρισαν άθελα και κοιταχτήκαν καθώς στάθηκαν πίσω της, ενώ η κυρία Κατίγκω πήγε στο πλάι της γιαγιάς. Η Μαρίκα φάνηκε πως τους ένιωσε, μα δεν κινήθηκε. ΄Εμειναν μερικές στιγμές σκυφτοί και οι δυο. Έπειτα η Ευανθία έδειξε του Στέφανου τον ψάλτη. Καθώς έμπαιναν πρωτύτερα της χτύπησε ευθύς στα μάτια η χοντρή κόκκινη μύτη του· και γέλασε. Μα η κυρία Κατίγκω της ένεψε και σώπασε. Και τώρα την έδειξε πάλι στο Στέφανο. Έπειτα τον σκούντησε πάλι να προσέξει πως ο ψάλτης έψελνε κλαυτά σα να νιαούριζε. - Ναι, της είπε ο Στέφανος και ξαναγύρισε πάλι το βλέμμα εμπρός του. Η Μαρίκα έμενε πάντα σκυφτή στην ίδια θέση. Είχε σταθεί κοντά στο μανουάλι που έκαιαν τα κεριά· στη μέση μια λευκή ψηλή λαμπάδα, γύρω μικρότερα λευκά και κίτρινα κεριά. Ο Στέφανος έριξε κει μια ματιά· η λαμπάδα είχε μισοκαεί, είχε λυγίσει, αλλά δεν έσταζε κάτω στις πλάκες, όπως τα κίτρινα μικρά κεριά. Όταν τα κεριά έγερναν ή έλιωναν, πήγαινε και τα σήκωνε ή τα έσβηνε η γιαγιά· όσο που έσβησαν όλα κ’ έμεινε κ’ έκαιε η λαμπάδα μόνη. Έκαιε κ’ έλιωνε χωρίς να στάζει, και ο Στέφανος την κοίταζε πως έκαιε και φωτούσε χλωμά το μαυρισμένο τέμπλο, που χρυσογλυμμένο κάποτε, τώρα κοκκίνιζε θαμπά και ξέθωρα στην κίτρινη αχνή λάμψη των καντηλιών που κρέμονταν μπρος στις εικόνες του. Η Ωραία Πύλη, ανοιγμένη εκείνη τη στιγμή, έδειχνε το ιερό βαθιά με φως θαμπότερο· ο παπάς σάλευε μέσα αόριστη σκιά και ο Στέφανος κοίταζε τώρα εκεί περίεργα σα να έβλεπε κάτι που ήξερε πως το είχε ξαναδεί, αλλά και του φαινόταν πως τώρα το πρωτοέβλεπε. Ο ψάλτης όμως στο πλευρό του μουρμούριζε κλαυτά, μουρμούριζε ενοχλητικά· και ο παπάς καθώς κινούσε μέσα στο θαμπό φως τα χέρια κ’ έσκυβε και ξανασήκωνε και ξαναέσκυβε το σώμα και κινούσε κάτι εμπρός του σα να το άπλωνε, σα να το τίναζε, του έκαμε έξαφνα μια εντύπωση σαν κωμική. Αλλά δε γέλασε, αν κ’ ένιωσε την Ευανθία που γελούσε πλάι του. Δε γέλασε, γιατί μια λάμψη κινήθηκε μες στο ιερό. Και είδε πως η Μαρίκα σήκωσε έξαφνα το πρόσωπο· το σήκωσε και κοίταξε σα να είχε πέσει η λάμψη απάνω της. Την ώρα αυτή ύψωνε κι ο ψάλτης τη φωνή και ο παπάς απλώνοντας το χέρι έσυρε το παραπέτασμα, σα να έφραζε τα άδυτο από τα βλέμματα του Στέφανου. Ο Στέφανος δεν έκαμε να κινηθεί. Άκουσε μόνο πως ο ψάλτης κάτι ξαναψιθύρισε σιγά και ο παπάς απάντησε κρυμμένος τώρα στα βάθη του ιερού. Έγινε για στιγμές σιγή και όλοι έσκυψαν το μέτωπο. Ο Στέφανος ένιωσε πως το έσκυψε κι αυτός. Όταν το ξανασήκωσε είδε κοντά του γονατισμένη τη γιαγιά και πλάι της σκυφτή και την κυρία Κατίγκω. Μα η Μαρίκα εμπρός του ήταν χαμένη. Ο παπάς είχε έβγει εμπρός στην πύλη και θυμιάτιζε, και ο καπνός του λιβανιού έπεσε πυκνό σύννεφο απάνω της και τη σκέπασε, την έκρυψε. Μα εμπρός στο σύννεφο του λιβανιού έλαμψε φωτεινά μ’ ένα φανταστικό παιγνιδιστό αντιφέγγισμα το φόρεμα της Ευανθίας. Ήταν πράσινο, αλλά εμπρός στο Στέφανο έπαιξε πορφυρό, ρόδινα πράσινο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια ευθύς, σα να μην ήθελε να δει· γύρισε κ’ έβλεπε στο τέμπλο εμπρός του. Ξυσμένη, μαυρισμένη στην παλιά κορνίζα της ήταν εκεί η μητέρα του θεού. Μισόσβηστο το πρόσωπό της, και το φόρεμα ξεθωριασμένο· άσβηστη έμενε μόνο η όψη του παιδιού με το χαμόγελο στα χείλη και τα μεγάλα μάτια του. Στο χέρι του μόλις ξεχώριζε πια η σφαίρα που κρατούσε το παιδί, μα κάτω κάτω στην εικόνα έμενε αμαύριστο το πόδι της μητέρας που πρόβαλε από το ξεβαμμένο μπλάβο φόρεμα, και φαινόνταν ζωηρά τα ξεπεταγμένα μάτια και τα κόκκινα γλωσσίδια του φιδιού που συντριβόταν κάτω από το πόδι, πατημένο με το μεγάλο δάχτυλο. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί έμεινε στιγμές πολλές βλέποντας την εικόνα αυτή. Όταν έστρεψε, η Ευανθία τον κοίταζε παράξενα. Το φόρεμά της δεν έλαμψε τώρα μπροστά του πράσινο· είδε μόνο το πρόσωπό της πορφυρό καθώς αντίκρυσε τα μάτια της. Και σα να αισθάνθηκε κάτι με μιάς, ο Στέφανος πήρε και πάλι ευθύς το βλέμμα του. Από το τέμπλο, από την κορυφή ψηλά της Πύλης είδε ένα μάτι που τον κοίταζε· ένα μάτι όχι από πρόσωπο, μα μόνο από μια κόχη ενός ματιού. Ξεβαμμένο, θαμπό κι αυτό όπως το τέμπλο, όμως ο Στέφανος το είδε φωτεινό, ζωηρό το είδε στυλωμένο απάνω του. Κ’ έστρεψε μπρος του· η Μαρίκα φάνηκε μέσα στο σύννεφο του λιβανιού γονατιστή. Κ’ έξαφνα αισθάνθηκε και ο ίδιος κάτι σα λύγισμα στα γόνατα. Μα η γιαγιά και η κυρία Κατίγκω είχαν σηκωθεί, και το σύννεφο του λιβανιού είχε σκορπίσει ολόγυρα από τη Μαρίκα. Την είδε που στεκόταν πάλι ορθή και ακίνητη, κ’ έμενε ακίνητος κι αυτός με τα μάτια απάνω της. Όσο που ξαναγύρισε η Ευανθία πάλι· της ξαναέπεσε στο βλέμμα η κωμική μορφή του ψάλτη που έλεγε τώρα γοργά και βιαστικά το τελευταίο τροπάρι του. Και γύρισε στο Στέφανο για να γελάσει. Και γέλασε. Μα ο Στέφανος δεν πρόσεξε. Μπροστά του είχε η Μαρίκα κινηθεί· κινήθηκε ένα βήμα εμπρός κ’ έμεινε κει με το κεφάλι ορθό, μα έπειτα ξαναπροχώρησε ίσια στην Πύλη όπου είχε έβγει και στάθηκε ο παπάς κρατώντας το δισκοπότηρο στο χέρι. Ο ψάλτης μουρμούριζε κοντά στο Στέφανο, μουρμούριζε κλαυτά, ενοχλητικά, μα ο Στέφανος δεν άκουε. Έβλεπε τη Μαρίκα που είχε ανέβη ένα σκαλί κ’ έσκυψε πάλι εκεί το πρόσωπο και πρόσμενε. Πρώτη κοινώνησε η γιαγιά, η Μαρίκα έπειτα. Ο Στέφανος την είδε πως πλησίασε τα χείλη της αργά και τ’ άνοιξε σιγά· και κύκλοι κίτρινοι πολλοί, χλωμοί απλώθηκαν εκεί τριγύρω της στα μάτια του. Όταν έσβησαν, είδε πως η ψηλή λευκή λαμπάδα έκαιε ακόμη στο μανουάλι πίσω της. Στάθηκε και την κοίταζε που έκαιε· έκαιε σα γερμένη απάνω της. ………. Άμα βγήκαν έξω, το βλέμμα της Μαρίκας είχε μια λάμψη αλλιώτικη. Μα όταν πλησίασε το Στέφανο, ο Στέφανος σα να είχε καρφωθεί στη θέση του· η Μαρίκα, ορθή μπροστά του, τυλιγμένη στο σταχτί επανωφόρι της, του ήταν σαν άλλη. Πίσω της υψώνονταν στο σταχτερό ουρανό τα κυπαρίσσια ακίνητα· στεγνά, βαριά και μαύρα φάνηκαν του Στέφανου· και η Μαρίκα εκεί μπροστά του τού ήρθε μια στιγμή πως ήταν ο ίσκιος τους. Μα η κυρία Κατίγκω πλησίασε τη Μαρίκα και αφού τη φίλησε: - Παιδί μου, πώς είσαι; τη ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος έριξε απάνω της τα μάτια ασάλευτα· και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή και χαμογέλασε. Η κυρία Κατίγκω έμεινε σαν ξεχασμένη. - Ελάτε, τον καφέ σας, είπε έπειτα και πήρε τη Μαρίκα. Η υπηρέτρια είχε σερβίρει τον καφέ στο πέτρινο τραπέζι εμπρός στο εκκλησιδάκι, και η Ευανθία έδινε το φλιτζάνι στον παπά, όταν πλησίασε η κυρία Κατίγκω με τη Μαρίκα. Στάθηκαν κ’ έπιναν ορθές και οι δυο, και αντίκρυ τους ο Στέφανος. Η Ευανθία ήρθε και θύμισε πάλι στο Στέφανο την κόκκινη μύτη του ψάλτη κ’ έσκυψε έπειτα και το ψιθύρισε και της κυρίας Κατίγκως. - Τρελή, είπε σιγαλά η κυρία Κατίγκω, ενώ η Ευανθία γελούσε. - Μη δείχνεις, μη γυρίζεις, της ξαναψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, σα να φοβήθηκε μήπως τη νιώσει ο ψάλτης πως γέλασε γι’ αυτόν: - Για δέτε, είπε αμέσως κ’ έδειξε στο λόφο απέναντι. - Για δέτε κει! Όλοι γύρισαν και κοίταξαν. Στην πλαγιά ψηλά του λόφου φαινόνταν μερικές μορφές που μόλις ξεχώριζαν καλά πως ήταν άνθρωποι. Φαινόνταν σα να στέκονταν σε κύκλο και τριγύριζαν μπροστά τους κάτι που δεν το έβλεπαν τι ήταν. Όταν τις έδειξε η Ευανθία, έμειναν ακίνητες· έπειτα όμως άλλες έσκυψαν, άλλες κινήθηκαν· έπειτα πάλι στάθηκαν, και τώρα έμοιαζαν σα να τίναζαν εκείνο που κρατούσαν· ύστερα έσκυψαν ξανά σα να το άπλωσαν κάτω, μα πάλι ξανασηκώθηκαν και ξαναέμειναν ορθές, ασάλευτες τριγύρω του. - Παράξενο! τι να είναι; τι να κάνουν; ψιθύρισαν κ’ έμεναν όλοι και κοίταζαν σα να έβλεπαν μυστήριο. Μα ο ψάλτης που πρόσεξε τι κοίταζαν: - Είναι βαφιέδες· απλώνουν καλεμκεριά για να στεγνώσουν, τους εξήγησε. Όλοι πήραν αδιάφορα από κει τα μάτια. Μόνη η Μαρίκα έμεινε ακόμη γυρισμένη εκεί και κοίταζε, σα να μην άκουε ή σα να μη θέλησε ν’ ακούσει. Κοντά της έγερναν τα κλαδιά τα πεύκα, σταχτιά κι αυτά στο σταχτερό πρωί, και πέρα άπλωνε ωχρή, συννεφιασμένη η θάλασσα. Ήταν τα πεύκα που από κάτω τους είχε σταθεί λευκοντυμένη μια φορά η Μαρίκα, και ήταν η θάλασσα που έλαμπε τότε κάτω κατακόκκινη. Ο Στέφανος έμενε μπρος τους σα λησμονημένος. Μα έξαφνα πετάχτηκε μπροστά η Ευανθία. - Θεία Κατίγκω, πάμε λιγάκι παραπέρα, πάμε ως το λόφο; φώναξε και της έπιασε το μπράτσο. Η κυρία Κατίγκω, πριν απαντήσει, γύρισε τα μάτια στη Μαρίκα: ο Στέφανος είχε συρθεί κοντά της. Η Μαρίκα δε μίλησε και ξεκινήσαν. Το φθινόπωρο είχε προχωρήσει, και φύλλα λιγοστά απόμεναν στα δέντρα που άπλωναν εδώ και κει αραιά στο μικρό κάμπο τα μικρά κλαδιά τους σαν αδύνατα, μακριά, σκελετωμένα χέρια με δάχτυλα ανοιχτά, κ’ έδιναν όψη πιο μελαγχολική στη θολή μέρα. Μα κάτω στη γη είχε η χλόη κεντήσει, και πιο πέρα, ψηλότερα, όσο λιγόστευαν τα κοκκινόμαυρα ξερά αρμυρίκια της ακροθαλασσιάς, χνούδι ψιλό πρασίνιζε απαλά το χώμα και στρωνόταν, απλωνόταν πιο πράσινο και μαλακό όσο ανέβαινε στο λόφο. Καθώς πήγαινε μπροστά η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, το πράσινό της φόρεμα χανόταν κ’ έσβηνε μέσα στο πράσινο της χλόης. Και ο Στέφανος σα να την έχασε κι αυτός ολότελα από εμπρός του. Βάδιζε πίσω αργά στο πλάι της Μαρίκας κ’ έβλεπε κ’ ένιωθε μόνο τη Μαρίκα· στεκόταν όπου σταματούσε κείνη κ’ έβλεπε μόνο ό, τι αυτή κοίταζε. Μια στιγμή στάθηκε η Μαρίκα ν’ ακούσει ένα ροδάνι που γύριζε και ηχούσε με ήσυχο και αργό ρυθμό κάπου εκεί πίσω, δεν είδαν πού. Έπειτα ανέβηκε ψηλότερα και θέλησε να δη πέρα τους μύλους· τα φτερά τους δε φαίνονταν· ακίνητα όπως έμεναν, χανόνταν στο θολό αέρα της συννεφιασμένης μέρας. Παρέκει σταμάτησε και κοίταζε ένα κοπάδι ψαρών πουλιών που έφευγαν απάνω· μόλις ξεχώριζαν από τη σταχτερή τη συννεφιά ψηλά, μόλις φαινόνταν πως σαλεύαν· μια στιγμή έδειξαν σα να σταμάτησαν μετεωρισμένα. Μα έπειτα ο Στέφανος και η Μαρίκα τα είδαν που κινήθηκαν και χαμηλώσαν κ’ έγειραν κατά τη θάλασσα. - Αργοπόρησαν, ψιθύρισε η Μαρίκα. - Ναι, είπε ο Στέφανος, και προχώρησαν κι αυτοί. Παραπέρα σταμάτησαν πάλι. - Άκου, είπε ο Στέφανος. Σ’ ένα χαμόδεντρο λαλούσε κρυμμένο ένα πουλί· λαλούσε σιγαλά και η φωνή του ήταν ο μόνος ήχος που έτρεμε μελαγχολικά στην ερημιά του λόφου. - Ναι, είπε η Μαρίκα καθώς στάθηκε ν’ ακούσει. Μα το πουλί έπαψε με μιάς, και ήταν τώρα σα ν’ άκουσαν πιο μελαγχολική τη σιγαλιά του λόφου. Έπειτα άκουσαν τη φωνή της Ευανθίας πίσω από το λόφο. - Μαρίκα, την άκουσαν που φώναξε· μα η κυρία Κατίγκω δεν την άφησε να στρέψη πίσω, και είδαν μόνο ένα κλαδί που έπεσε στα πόδια τους. Ήταν κλαδί από ρείκι, και καθώς ο Στέφανος το πήρε να το δώσει της Μαρίκας, τα βιολετιά μικρούλια του άνθη έπαιξαν μπροστά της σα σπίθες φωτεινές. - Άνθισαν, είπε και κοίταξε κάτω την πλαγιά, αλλά δεν είδε παρά σταχτιά ξερόκλαδα που ανάμεσά τους πρασίνιζε μόνο το φόρεμα της Ευανθίας. Έπειτα απάντησαν κατσίκες που έβοσκαν, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Μαρίκα! Είχε σταθεί· και γύρισε και κοίταξε από κάτω. Κοίταζε απάνω προς τη Μαρίκα και το Στέφανο, όσο που στάθηκαν και κοίταξαν κι αυτοί. Ένιωσαν πως ήθελε να δείξει τις κατσίκες. Αλλά οι κατσίκες ήταν σκυμμένες κ’ έβοσκαν, και η Μαρίκα και ο Στέφανος είδαν μόνο τις σταχτερές τους ράχες μισοχαμένες στα σταχτιά κλαδιά. Μια μόνο με δέρμα θαμποκόκκινο, κεραμιδί, που στο σταχτή αέρα έπαιρνε τόνους κίτρινους, είχε σταθεί στο λόφο ολόρθη και κοίταζε· χωρίς να βόσκει. Μα ο Στέφανος και η Μαρίκα δεν είδαν πού κοίταζε· είδαν μόνο πως δεν κοίταζε τη θάλασσα. Γιατί όπως είχαν στρίψει στην πλαγιά, φάνηκε πάλι κάτω η θάλασσα. Ήταν θαμπή και μολυβένια, και απάνω της σερνότανε στο βάθος γκρίζα καταχνιά· οι βράχοι εμπρός της κοκκίνιζαν ωχρά, μα ίσκιους δεν έριχναν. Καθώς στάθηκαν και κοίταζαν, η Μαρίκα πρόσεξε πως πουθενά δεν έριχνε ίσκιο η θολή μέρα· και ο Στέφανος είδε πως τα μάτια της Μαρίκας ήταν χωρίς ίσκιο --- χωρίς άλλον ίσκιο από τους μαύρους κύκλους γύρω τους. Στιγμές στιγμές σα να χανόταν μάλιστα κι αυτοί στο φως που έχυνε το βλέμμα της. Αλλά το φως αυτό δεν ήταν φέγγος· ήταν ήμερο, γαληνό φως θαμπό, όμοιο με κείνο που έχυνε η συννεφιασμένη μέρα ολόγυρα. Σιγά σιγά η θολή μέρα σα να έπαιρνε και ξάνοιγε, και φως γλυκύτερο, πιο μαλακό φαινόταν πως ζητούσε ν’ απλωθεί χυμένο μια σαν από ψηλά μια σαν από τριγύρω, ο αέρας όμως έμενε πάντα θαμπός και η συννεφιά απλωμένη ασάλευτη, άφεγγη και σταχτερή. Για μια στιγμή ήταν σα να ξεγέλασε το Στέφανο μια βραδινή μελαγχολία· η Μαρίκα ορθή μπροστά του κοίταζε με τα μάτια σα χαμένα. Της έπιασε το χέρι και σα χαμένος σε όνειρο κι αυτός θέλησε μεμιάς να τη ρωτήσει: - Δεν είσαι πάλι ευτυχισμένη; Μα δεν τη ρώτησε· γιατί η Μαρίκα σα να τον μάντεψε, τον έκαμε να σταματήσει. Την είδε που είχε τα μάτια βυθισμένα κάτω στη θάλασσα και τους γιαλούς που ανοίγονταν σε σκοτεινούς κόλπους και άπλωναν σε γραμμές χαμένες θολά και αόριστα στη συννεφιά. Ήταν σα να σκοτείνιαζε, κ’ έπεφτε σιγαλά το βράδυ --- ένα βράδυ θολό και σιωπηλό που ακολουθούσε και σφράγιζε μια μέρα που πέρασε γοργά και ανώφελα κ’ έσβηνε τώρα αργά και μελαγχολικά. Αυτό τα αίσθημα είχε ο Στέφανος· μα καθώς αντίκρυσε τα μάτια της Μαρίκας, του φάνηκε πως είδε ν’ ανοίγεται μπροστά σ’ αυτά μια άλλη εικόνα --- μια εικόνα φαιδρή και φωτεινή· του φάνηκε σα να είδε να έτρεμε μπροστά τους ένα ασυννέφιαστο χλιαρό φθινόπωρο με φωτεινούς γιαλούς, με ρόδινα νερά και απαλό, χλιαρό, διάφανο αέρα. Και είδε κι ο ίδιος να φέγγη κάτω η αμμουδιά και είδε τους βράχους μενεξελείς και σαν ανάερους, και πέρα χρυσή και πορφυρή τη θάλασσα· και τη Μαρίκα ν’ ανοίγει απάνω τους τα χέρια σα φτερά. Κ’ έξαφνα σε μια άκρη κάτω χαμηλά μακριά ξεχώρισε το παλιό Χάλασμα, όμως το είδε σταχτερό και μαυρισμένο μπροστά στη σκοτισμένη θάλασσα· και είδε τη Μαρίκα που το κοίταζε κι αυτή. Αλλά τα μάτια της Μαρίκας τώρα δεν έλαμπαν και τα χέρια της δεν ήταν τεντωμένα πέρα σα φτερά για να πετάξουν· ήταν ριγμένα κάτω ακίνητα και κρέμονταν σαν κουρασμένα. Και κοίταζαν και οι δυο το Χάλασμα σα να το έβλεπαν πρώτη φορά με μάτια αλλιώτικα, με μάτια αγνώριστα, με μάτια ξένα· το κοίταζαν σα να το έβλεπαν πρώτη φορά παρατημένο μόνο κ’ έρημο στον έρημο και σκοτεινό γιαλό. Εκεί γύρισε σιγά, αργά η Μαρίκα. Και αφού τον κοίταξε: - Ξέρεις, του είπε έξαφνα, γιατί άνοιξε η γιαγιά την εκκλησία; Ο Στέφανος ταράχτηκε, σα να ένιωσε μεμιάς δυσάρεστο αίσθημα. - Γιατί η μητέρα σου φιλιώθηκε με τη δική μου, είπε ξανά η Μαρίκα, και του Στέφανου του φάνηκε πως είδε ένα χαμόγελο στα χείλη της. Κ’ ενώ ζητούσε να το εξηγήσει, η Μαρίκα πρόσθεσε σιγότερα: - Τι καλή που είναι. Και δείχνοντας στο λόφο επάνω: - Δες την πώς κάθεται. Ο Στέφανος δεν είχε προσέξει πριν, και τώρα ξαφνίστηκε όταν είδε τη γιαγιά που είχε καθίσει στο λόφο πίσω τους. - Ερχότανε μαζί μας και κουράστηκε, είπε η Μαρίκα. Και σα να είχε κουραστεί κι αυτή, έσκυψε σιγά και κάθισε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές ορθός κ’ έβλεπε τη γιαγιά που έγερνε το κεφάλι της σκυφτό, ακίνητο και τυλιγμένο στο μαύρο του μαντίλι. Έπειτα έσκυψε και κάθισε κι αυτός πλάι στη Μαρίκα. Κ’ έμειναν σιωπηλοί και οι δυο. Δεν έβλεπαν μπροστά τους άλλο από τη σταχτερή πλαγιά και πέρα τη μολυβένια θάλασσα. Η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, σα να είχαν χαθεί κάτω στη λαγκαδιά, δεν ξαναφάνηκαν. Μα έξαφνα ο Στέφανος και η Μαρίκα εκεί που κάθονταν και σώπαιναν, άκουσαν τη φωνή τους που ανέβαινε σμιχτή από βαθιά από κάτω. Τραγουδούσαν μαζί και οι δυο, κ’ έφτανε απάνω το τραγούδι τους τρεμουλιασμένο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο, προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Όταν έσβησε, η Μαρίκα είδε το Στέφανο που έσκυψε χαμηλότερα το μέτωπο. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Όταν ανέβηκαν πάλι στο λόφο η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω ήτα φαιδρές και οι δυο· και όταν γύριζαν έπειτα στο σπίτι με το αμάξι, η Ευανθία γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα. Θυμήθηκε με τη σειρά την κόκκινη μύτη του ψάλτη, το μονύελο του λοχαγού της Πρίφτη και τα πρασινοκόκκινα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Μα είδε πως δε γέλασε η κυρία Κατίγκω, και γύρισε τ’ αστείο σ’ ένα φίλο του Στέφανου χλωμό και θλιβερό, που είχαν απαντήσει στην πλατεία χτες με την κυρία Κατίγκω. - Μας λιποθύμησε. Και η Ευανθία μιμήθηκε τη σβηστή ψόφια φωνή του και μ’ ένα μορφασμό δοκίμασε να δείξει πώς κοίταζαν τα μάτια του: - Σα μυρμηγκιού· τι σιχαμένος! Τι είναι αλήθεια; - Ποιητής, της είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία σα να μην εννόησε αμέσως. Μα έπειτα: - Γι’ αυτό του κρέμονται τα πανταλόνια, γέλασε κ’ ενώ η Μαρίκα την κοίταξε έξαφνα. - Ξέρεις, γύρισε σ’ αυτή, εκεί που τον έβλεπα μπροστά μου είχα το φόβο πως θα του πέσουν. Γέλασαν όλοι και μαζί τους και η Μαρίκα. Έπειτα η Ευανθάι αστειεύθηκε μ’ ένα φόρεμα που είδε σε μια στο δρόμο, έπειτα πάλι γέλασε με τις κίτρινες γκέτες που φορούσε μια άλλη. - Πρόστυχη φαίνεται, ψιθύρισε. - Γυναίκα μαρμαρά, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα όταν περνούσαν στην πλατεία, τα μάτια της Ευανθίας πρόσεξαν με σεβασμό την τουαλέτα μιας κυρίας. - Μια τέτοια μωβ ταγιέρ θα κάνω, γύρισε και είπε της κυρίας Κατίγκως. Κ’ έπειτα έξαφνα κοιτάζοντας και τη Μαρίκα: - Τι ωραία που είναι η νέα καφέ ωλαί ζακέτα της Φιφίκας· ε, θεία Κατίγκω; Και βλέποντας και πάλι τη Μαρίκα. - Με τρεις σειρές κόκκινο κέντημα στη μέση, στο γιακά και στα μανίκια. Η Μαρίκα δε μίλησε, και η Ευανθία γύρισε έξω και ζήτησε να βρει κάτι άλλο να γελάσει. Μα όταν γύρισαν στο σπίτι, έχασε με μιας τη όρεξη· η γιαγιά δεν την άφησε να πάει με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Αγλαΐα είχε ακόμα πονοκέφαλο, κ’ έμειναν με τη Μαρίκα μόνες. Μια δυο στιγμές παρουσιάστηκε ο παππούς στην πόρτα και κοίταξε, μα δεν μπήκε μέσα· έμπαινε κ’ έβγαινε μόνο η γιαγιά. Ευανθία έστειλε το απόγευμα και πήρε το φιγουρίνι της Φιφίκας κ’ έσκυψε στο τραπέζι και το ξεφύλλιζε· η Μαρίκα έβγαλε τον παπαγάλο από το κλουβί και τον άφησε να κρύβεται τριγύρω στις γωνιές και να της φωνάζει: - Φλώρα, Φλώρα! Η Μαρίκα έκανε πως τον ζητούσε αλλού. - Φλώρα! έκραζε ο παπαγάλος πάλι και ξανακρυβόταν. Έπαιξε έτσι κάμποσο μαζί του όσο που βαρέθηκε· έπειτα κάθισε και κοίταζε έξω· κοίταζε το θολό φως που έτρεμε γύρω από τα ξερά κλαδιά της λεύκας στο παράθυρο. Εκεί η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι και δείχνοντάς της ένα σχέδιο στο φιγουρίνι: - Αυτό θα κάνω - τι λες; τη ρώτησε. - Καλό είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα αφού κοίταξε. Έπειτα, καθώς γύρισε, είδε τον παπαγάλο που είχε έρθει σιγά και κάθισε κοντά της και την κοίταζε με ακίνητα τα στρογγυλά μικρούλια μάτια του. Ένιωσε τι ήθελε, μα δε σηκώθηκε. Έμεινε κ’ έβλεπε μια αυτόν και μια το φόρεμα της Ευανθία, σα να ήθελε να βρει ποιο ήταν πιο πράσινο. Η Ευανθία είδε τον παπαγάλο που κοίταζε έτσι κωμικά, και γέλασε. - Τον πονηρό, είπε και άπλωσε το χέρι της να τον χαδέψει. Μα ο παπαγάλος τίναξε τη μύτη εμπρός και της δάγκασε το δάχτυλο. Η Ευανθία φώναξε, και καθώς τα μάτια της αντικρυστήκαν με του παπαγάλου, η Μαρίκα είδε πως και των δυο τα βλέμματα πέταξαν μια όμοια λάμψη· μια λάμψη κίτρινη. Ο παπαγάλος πήγε στο παράθυρο και στάθηκε στο ένα πόδι ορθός και κοίταζε από κει, ενώ η Μαρίκα και η Ευανθία έμεναν αμίλητες. Πίσω τους είχε έρθει σιγά η γιαγιά και στάθηκε, μα ήταν με τις παντούφλες και δεν την κατάλαβαν. Την πρόδωσε όμως ο παπαγάλος που φώναξε «γιαγιά», και η Ευανθία γύρισε και γέλασε. Μα η γιαγιά έμενε ορθή και κοίταζε, σα να μην ήξερε γιατί είχε μπει, σα να μην ήξερε τι κοίταζε. Η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι· και το έδειξε και της Μαρίκας πάλι και στάθηκαν και οι τρεις και το κοίταζαν. Αλλά σε λίγο ακούστηκε στο διάδρομο το βήμα της κυρίας Αγλαΐας, και ο παπαγάλος πρώτος μαζεύτηκε και ζάρωσε στην άκρη στο παράθυρο. Έπειτα σύρθηκε πίσω και η γιαγιά όταν την είδε δεν την περίμενε να σηκωθεί και είχε φορέσει τις παντούφλες. Περίμενε όσο που η κυρία Αγλαΐα πήγε και στάθηκε μπροστά στις γλάστρες της, και τότε έφυγε κλεφτά από την κάμαρα η γιαγιά. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε από τις γλάστρες της στην εταζέρα, έπειτα στο μπουφέ. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία, και η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι. Η κυρία Αγλαΐα το κοίταξε. Έπειτα, όταν κάθισε, το ξανακοίταξε, αλλά δεν είπε γνώμη. Θυμήθηκε μόνο την τουαλέτα της Φιφίκας. - Άμα θυμούμαι τα κίτρινα φτερά! είπε και γέλασε. Ύστερα ρώτησε για το ταξίδι της Φιφίκας. - Τι κωμωδία! είπε και ξαναγέλασε. Η Ευανθία την κοίταξε και δε μιλούσε. Μα όταν η κυρία Αγλαΐα τη ρώτησε: - Μα δε σου είπε ποιόν θα πάρει; το λοχαγό ή το νομάρχη; - Πιστεύω, το λοχαγό, απάντησε η Ευανθία κ’ έκαμε να γελάσει. Μα η κυρία Αγλαΐα δε γέλασε. - Βέβαια, ένας νομάρχης, είπε με τόνο σοβαρό. Δεν τελείωσε· εξήγησε μονάχα τι είναι ένας νομάρχης. Και διηγήθηκε όπως πάντα για τη νομαρχία. Μα ούτε η Μαρίκα ούτε η Ευανθία πρόσεχαν πολύ. Η Ευανθία δεν έδειξε πολλή διάθεση ούτε όταν ύστερα η κυρία Αγλαΐα ξαναπήρε το φιγουρίνι και κοίταζε το φόρεμα που της έδειξε πρωτύτερα. - Ναι, ναι, ψιθύριζε μόνο ή κουνούσε το κεφάλι σ’ ό,τι της έλεγε γι’ αυτό η κυρία Αγλαΐα. Σα να είχε αλλού το νου, σα να έγινε με μιας ανήσυχη. Η Μαρίκα την πρόσεξε που πήγε στο παράθυρο, που βγήκε έξω και ξαναγύρισε και ξαναβγήκε. Και μια στιγμή που έπιασε τα μάτια της που κοίταζαν στην πόρτα, γύρισε και την κοίταζε κι αυτή σα να μην ήθελε να κρύψει γιατί την κοίταζε. [Επεξεργασία] ΧΧΙΙΙ Ευανθία περίμενα άδικα· ο Στέφανος δεν πήγε. Ξεκίνησε να πάει, αλλά σταμάτησε στο δρόμο· μπροστά στη θάλασσα. Η μέρα πήρε προς το βράδυ και ξεθόλωνε, και η θάλασσα είχε γίνει κίτρινη στο μάκρος· μπροστά όμως έμενε σταχτιά, σταχτιά και μελαγχολική. Μερικά καΐκια αραγμένα με τα πανιά ριχτά φάνηκαν του Στέφανου σαν ξεχασμένα, πεταγμένα έρημα εκεί κ’ έκαναν το ακρογιάλι πιο σκοτεινό και θλιβερό. Έφυγε κείθε, μα στην πλατεία απάντησε το φίλο του ποιητή πιο θλιβερό. Δεν πρόσεξε τι του μιλούσε, πρόσεξε μόνο τα πανταλόνια του που κρέμονταν· και θυμήθηκε το αστείο της Ευανθίας, αλλά δε γέλασε. Έξαφνα είδε την κυρία Κατίγκω που περνούσε μαζί με τη Φιφίκα. Άφησε κείνον και πλησίασε αυτές. Μα η κυρία Κατίγκω μίλησε αμέσως για την Ευανθία, και η Φιφίκα ρώτησε: - Τι κάνει αλήθεια η Ευανθία; Ο Στέφανος την κοίταξε. Μόλις κρατήθηκε και δεν τη ρώτησε: τι κάνει ο λοχαγός. Ξαφνικά όμως μίλησε για τον κύριο νομάρχη. Και τις άφησε και κείνες και προχώρησε. Μα όταν πλησίασε στο σπίτι της Μαρίκας, ξανασταμάτησε σα να θυμήθηκε κάτι έξαφνα. Το σπίτι το έκρυβαν σχεδόν τα πεύκα, φαινόταν μόνο η σιδερένια πόρτα της αυλής. Στάθηκε και την κοίταζε, μα δεν πλησίασε. Προχώρησε στο δρόμο· και σε λίγο βρέθηκε πάλι μπροστά στη θάλασσα. Ήταν ακόμα σκοτεινή, το μάκρος όμως έφεγγε τώρα χρυσοκόκκινο, και ο ουρανός στην άκρη πέρα είχε βαφεί ολοπόρφυρος. Ο Στέφανος κάθισε. Βράδιαζε πάντα, και βάρκες ψαράδικες έφταναν μια μια και άραζαν στο γιαλό και κατέβαζαν τα πανιά. Ο Στέφανος κοίταζε ακίνητος. Λίγοι περίεργοι και παιδιά τριγύριζαν τις κόφες που οι ψαράδες αράδιασαν στην αμμουδιά. Έπειτα σκόρπισαν τα παιδιά· δυο τρία ήρθαν και στάθηκαν μπροστά του και τον κοίταζαν, ύστερα έκαμαν πέρα και πετούσαν πέτρες στο νερό. Έπειτα πέρασε μπροστά του μια ολόκληρη σειρά γυναίκες· οι ψαράδες γύρισαν και τις κοίταζαν καθώς πηγαίναν στη γραμμή δυο δυο, σα στρατιώτες. - Έρχονται από το βουνό· σπάζουνε πέτρες στα νταμάρια, είπε από πίσω το παιδί του καφενείου χωρίς κανείς να το ρωτήσει. Ο Στέφανος είδε που πέρασαν μπροστά του και του φάνηκε πως πρόσεξε τις τελευταίες: φορούσαν κίτρινα μαντίλια και χοντρά άσχημα παπούτσια. Έπειτα πέρασε ένας αξιωματικός καβάλα· ήταν καμπουριασμένος και φαίνονταν τα δόντια του, όμως δεν ήταν ο λοχαγός της Πρίφτη. Ο Στέφανος τον είδε πως σπιρούνισε μπροστά του το άλογο και χάθηκε. Είχαν χαθεί και τα παιδιά, και οι ψαράδες σήκωσαν τις κόφες τους. Έμεινε μπρος η θάλασσα μονάχα και τα σύννεφα, και ο Στέφανος ξεχάστηκε πάλι μπροστά στα σύννεφα. Πυκνά, γαλαζιομέλανα άπλωναν γύρω στην κοκκινάδα του ουρανού σε αόριστες μορφές και σχήματα, και άλλαζαν, έφευγαν και χάνονταν σαν τους ψαράδες, τα παιδιά και τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα και χάθηκαν. Ο Στέφανος ξεχάστηκε, σα να μην ήθελε να δει· και όμως είδε κει ψηλά πώς ένα σύννεφο αραίωνε αγάλι αγάλι κ’ έπαιρνε μορφή· άλλαζε χρώμα, σχήμα, γινότανε σταχτί έπειτα βιολέτινο, έπειτα μενεξεδένιο, γινότανε πουλί μεγάλο με απλωτά φτερούγια έπειτα έμενε ακίνητο σαν ήσυχο ροδόχρυσο βουνάκι στην ακρογιαλιά, όσο που έγινε πάλι μακρύ καράβι και κίνησε ν’ ανοίξει τα πανιά, να φύγει και να χαθεί μέσα στην κοκκινάδα σα μέσα σε πυρωμένο πέλαγο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια· δεν ήθελε να δει. Δεν ήθελε να δει, όπως δεν ήθελε να θυμηθεί. Και θυμήθηκε τις τελευταίες από τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα μπροστά του· θυμήθηκε πως ήταν νέες και πως φορούσαν άσχημα χοντρά παπούτσια. Έπειτα όμως θυμήθηκε με μιας ό, τι δεν ήθελε να θυμηθεί, ό, τι θυμήθηκε πρωτύτερα όταν σταμάτησε απέναντι στην πόρτα με την ξερή γαζία μπροστά. Είχε συρθεί ως εκεί σα να μην ένιωθε πώς σύρθηκε. Μα όταν είδε ξαφνικά την πόρτα θυμήθηκε με μιας κ’ έφυγε αμέσως, όπως έφυγε αμέσως και το μεσημέρι από το σπίτι, που μόλις μπήκε μέσα, τον πλησίασε σιγά η κυρία Κατίγκω και πιάνοντας τον ώμο του: - Την κράτησε η γιαγιά, του είπε μελαγχολικά. Ο Στέφανος έκαμε αμέσως κίνημα. Έπειτα του είπε πάλι σιγαλά η κυρία Κατίγκω: - Είδες πώς ήταν σήμερα η Μαρίκα; Ο Στέφανος μ’ ένα άλλο κίνημα την κάρφωσε στη θέση της. Τον ένιωσε και σώπασε. Σώπασε φοβισμένη και ο Στέφανος έφυγε ευθύς. Μα έπειτα που την ξαναβρήκε στην πλατεία με τη Φιφίκα, η πρώτη λέξη της ήταν η ίδια πάλι. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως είπε της Φιφίκας για τον κύριο νομάρχη, και τώρα του φάνηκε σα να μετάνιωσε γιατί το είπε. Δεν του άρεσε· δεν ήθελε να μετανιώσει - δεν ήθελε να θυμηθεί. Κοίταξε μπρος του. Του είχε φανεί πως ξαναήρθαν εκεί πάλι τα παιδιά. Δεν ήταν τα παιδιά, ήταν στη διπλανή ταβέρνα που ψιθύριζαν σιγαλές φωνές. Έπειτα ήρθαν δυο ψαράδες και στάθηκαν κοντά του ορθοί κ’ έβλεπαν πέρα· η θάλασσα ήταν τώρα κίτρινη βαθιά, μα ο ουρανός στο βάθος έμενε πάντα πορφυρός σαν πύρινος, σα ματωμένος. - Θα έχομε αέρα, του είπε σιγά απλώνοντας το χέρι πέρα ο ένας ψαράς. Ο άλλος δε μίλησε, μα ο Στέφανος είδε πως πήγαν και οι δυο κ’ έσερναν τις βάρκες τους στην αμμουδιά. Τους κοίταζε· κ’ έπειτα κοίταξε πάλι τα σύννεφα. Είχαν αρχίσει και άλλα σκόρπιζαν ψηλά, άλλα έλειωναν πνιγμένα στο φλογισμένο βάθος. Μα έξαφνα ένα από αυτά, ένα πυκνό, βαρύ, μεγάλο πριν να σβήσει πήρε παράξενη μορφή σαν άλογο, σαν άτι μαύρο που χίμιζε με το κορμί του ορθό στην πορφυρή, στην αιματένια θάλασσα. Ο Στέφανος σηκώθηκε· μα πριν στρίψει και ν’ αφήσει πίσω του τη θάλασσα, το ματωμένο βάθος του ουρανού είχε αχνίσει· έγινε κίτρινο και κείνο σαν τη θάλασσα. Σιγά σιγά έπειτα από λίγο μονάχα μια θολή ωχροκίτρινη χλωμάδα έτρεμε ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. Και ο Στέφανος καθώς της έριξε στερνή ματιά ενώ γύριζε στην πόλη, αισθάνθηκε πως ανατρίχιασε. Το βράδυ βρήκε πάλι την κυρία Κατίγκω μελαγχολική. - Δεν την άφησε πάλι η νονά, του είπε και τον κοίταξε. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Δεν πήγες; τον ρώτησε ύστερα από λίγο. - Σε περίμενε, ξαναψιθύρισε, μα αμέσως πρόσθεσε: - Η Μαρίκα. Τον είδε όμως που γύρισε τα μάτια αλλού, και σώπασε κι αυτή. Μα υστερότερα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Αλήθεια, Στέφανε, είπε ξανά, τι ήταν εκείνο που είπες της Φιφίκας; Και ο Στέφανος γυρίζοντας σα να θυμήθηκε: - Τι είπα; ρώτησε. - Για το νομάρχη. - Α ναι, για το νομάρχη. Και ο Στέφανος την κοίταξε: - Αστεία --- αστεία. Μα έπειτα γέλασε έξαφνα, γέλασε περίεργα. Και πλησιάζοντας την κυρία Κατίγκω: - Γι’ άκου, μητέρα, της είπε σιγαλά, τι λες, ο κύριος νομάρχης δε θα ήτανε καλός για τη …. ; Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω άνοιξε τα μάτια και περίμενε: - … την Ευανθία, συμπλήρωσε με μιάς ο Στέφανος. Η κυρία Κατίγκω έμεινε με ανοιχτά τα μάτια. Έμεινε μια στιγμή, έπειτα βγήκε άφωνη έξω. Ο στέφανος την κοίτ
Ο Παύλος Νιρβάνας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη) γεννήθηκε στη Μαριούπολη της Ρωσίας, γιος του εμπόρου Κωνσταντίνου Απ. Κουμιώτη από τη Σκόπελο και της Μαριέτας Ιω. Ράλλη από τη γνωστή οικογένεια της Χίου. Σε παιδική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1883-1890) και μετά την αποφοίτησή του κατατάχθηκε στο βασιλικό ναυτικό ως ανθυπίατρος. Η πορεία του ήταν ανοδική και ως το 1922, οπότε παραιτήθηκε με το βαθμό του αρχίατρου είχε διατελέσει πρόεδρος της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Ναυτικού και τμηματάρχης του Υπουργείου Ναυτικών. Μετά την παραίτησή του αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και τη συγγραφή. Το 1928 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Από τα μαθητικά του χρόνια έδωσε δείγματα της αγάπης του για τη λογοτεχνία και σε νεαρή ηλικία δημοσίευσε άρθρα στις εφημερίδες του Πειραιά Σφαίρα και Πρόνοια. Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Νιρβάνα στα γράμματα τοποθετείται το 1884, οπότε εξέδωσε την ποιητική συλλογή Δάφναι εις την 25ην Μαρτίου και παράλληλα άρχισε να δημοσιεύει χρονογραφήματα (στις εφημερίδες Άστυ, Ακρόπολη και από το 1905 στην Εστία με το ψευδώνυμο Κύριος Άσοφος) και κείμενα σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής (Τέχνη, Παναθήναια, Νέα Εστία, Το Περιοδικόν μας, Ασμοδαίος, Μη χάνεσαι κ.α.). Σε νεαρή ηλικία πήρε επίσης μέρος στην έκδοση του σατιρικού περιοδικού Αθήναι ως μέλος της λογοτεχνικής Συντροφιάς των δώδεκα. Η δεύτερη και τελευταία ποιητική του συλλογή είχε τίτλο Παγά λαλέουσα (1907) ενώ έγραψε επίσης μελέτες, κριτικά δοκίμια, διηγήματα, θεατρικά έργα και δύο μεταφράσεις από τον Πλάτωνα και τον Κνουτ Χάμσουν. Ο Παύλος Νιρβάνας τοποθετείται τόσο χρονικά όσο και βάσει του συνόλου του έργου του στον κύκλο του Κωστή Παλαμά. Η γραφή του είναι επηρεασμένη από τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα του αισθητισμού και συμβολισμού, καθώς και από τη φιλοσοφική σκέψη του Φρειδερίκου Νίτσε, με την οποία ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή από τις σελίδες της Τέχνης του Κώστα Χατζόπουλου, όπου υπήρξε συνιδρυτής. Αξιόλογα είναι τα κριτικά του δοκίμια, ενώ στο χώρο της πεζογραφίας ασχολήθηκε αρχικά με το διήγημα και στη συνέχεια με το μυθιστόρημα. Στο πεζογραφικό του έργο κυριαρχούν ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία, ενώ τα θεατρικά του έργα κινούνται στα πρότυπα της ιψενικής γραφής. Έντονη παρουσιάζεται στο έργο του η επιρροή που δέχτηκε από τη φιλοσοφία του Νίτσε. Η γλωσσική του έκφραση πέρασε σταδιακά από την καθαρεύουσα σε μια μεικτή γλώσσα και τέλος στη δημοτική, με σταθερό χαρακτηριστικό το εξαιρετικά φροντισμένο ύφος. Το 1928 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, θέση από την οποία συνέβαλε στην ανάδειξη λογοτεχνών όπως οι Ιωάννης Κονδυλάκης, Σπύρος Μελάς και Γρηγόριος Ξενόπουλος. Πέθανε το 1937, σε ηλικία εξηνταενός χρόνων, από βρογχοπνευμονία, στο σπίτι του στο Μαρούσι.
Κωνσταντίνος Θεοτόκης Πίστομα Κορφιάτικες ιστορίες, Βιογραφικά. Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης. Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια. O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε. Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία. Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε: "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;" T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας. "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία." Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε: "Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!" Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα. Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε. "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος." "Tον σκότωσες!" Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε. Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι. Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο. Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε. Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του: "Bάλ'το πίστομα μέσα". Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872 - 1923) Ο Στέφανος-Κωνσταντίνος (Ντίνος) Θεοτόκης, γεννήθηκε, στην οικία που διατηρούσε η οικογένεια του στην πόλη της Κέρκυρας, στις 13 Μαρτίου 1872. Ήταν ένα από τα δέκα παιδιά του Μάρκου-Αλοΰσιου Θεοτόκη και της Αγγελικής Πολυλά, ανεψιάς του Ιακώβου Πολυλά. Σε ηλικία 17 ετών, το 1889, γνώστης ήδη τριών ξένων γλωσσών (της ιταλικής, της γαλλικής και της γερμανικής), αναχώρησε για το Παρίσι και εγγράφηκε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Παραμένει στο Παρίσι για δύο χρόνια και στη συνέχεια επιστρέφει στην Κέρκυρα μέσω Βενετίας, όπου γνωρίζει την Βαρώνη Ερνεστίνη Μάλλοβετς φον Μάλλοβιτς ουντ Κοσορ (Mallowetz von Mallowitz und Kossor). Το 1893 επιστρέφει στην Βενετία και παντρεύεται την Ερνεστίνη στις 11 Σεπτεμβρίου 1893 στην Πράγα. Εγκαταλείπει τις σπουδές του και μαζί με τη σύζυγό του επιστρέφουν στην Κέρκυρα και εγκαθίστανται στους Καρουσάδες. Το 1895, εκδίδεται στα γαλλικά το πρώτο πεζογράφημά του Vie de montagne, από το οποίο φάνηκε η ιδιαίτερη συγγραφική του κλίση, ενώ παράλληλα γεννιέται η κόρη του Τίνα (Τίνερλ - Tinerl). Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης επηρεάστηκε αρχικά από τη γερμανική ιδεοκρατία και ιδιαίτερα από τον Νίτσε. Τρανή απόδειξη Το Πάθος (1899), που αποτελεί πιστή απήχηση του Τάδε έφη Ζαρατούστρας (1883-4). Την εποχή αυτή ζει μία αρχικά ήρεμη ζωή στους Καρουσάδες, την οποία εκτός από τα βιβλία του και το συγγραφικό του έργο, τη θερμαίνει η φιλία του με τον Μαβίλη. Μαζί συμμετέχουν σε εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες (όπως η επανάσταση της Κρήτης το 1896 και της Θεσσαλίας το 1897) και σε τοπικές πρωτοβουλίες, (εναντίον της απόφασης του δήμου της Κέρκυρας για την εγκατάσταση ρουλέτας στο νησί, το 1902). Το 1898, βρίσκεται στο Γκράτς όπου παρακολουθεί για διάστημα έξι μηνών πανεπιστημιακά μαθήματα. Στο ταξίδι αυτό συνοδεύεται από την οικογένεια του. Το 1900 χάνει την κόρη από μηνιγγίτιδα και αφοσιώνεται στο έργο του. Συμμετέχει στην Συντροφιά των Εννέα και σχεδιάζει την οργάνωση ενός συνεδρίου δημοτικιστών στην Κέρκυρα με την παρουσία του Αλέξ. Πάλλη (1905). Παράλληλα, μεταφράζει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, και από τα σανσκριτικά Βέδες και αποσπάσματα επών απ’ την ινδική λογοτεχνία και δημοσιεύει σχετικές του μεταφράσεις και τα πρώτα του πεζά στα περιοδικά της εποχής (Η τέχνη 1898-1916, Ο Διόνυσος 1901-1902, Ο Νουμάς 1904-1916). Ταξιδεύει για επιμόρφωση και πάλι στην Ευρώπη, παρακολουθώντας με την ιδιότητα του ακροατή για τέσσερα εξάμηνα μαθήματα στο πανεπιστήμιο του Μονάχου (1907- 1909). Επιστρέφοντας, συνδέεται με τον Χατζόπουλο με τον οποίο αλληλογραφεί ανταλλάσσοντας ιδέες, ενώ το 1911 ψυχραίνεται με τον Μαβίλη για ιδεολογικούς λόγους. Συμμετείχε στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού ομίλου και του Αλληλοβοηθητικού εργατικού συνδέσμου Κερκύρας (1910-1914), ενώ παράλληλα υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του κινήματος για την χειραφέτηση των γυναικών. Η εποχή αυτή είναι η πλέον παραγωγική και δραστήρια περίοδος του Κ. Θεοτόκη. Γνώστης πλέον δέκα γλωσσών πέραν των Ελληνικών, πέντε ομιλουμένων (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά) και πέντε νεκρών (αρχαία Ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, αρχαία περσικά και σανσκριτικά) εκδίδει μεταφράσεις και δικά του αυτοτελή έργα στην Κέρκυρα (Η τιμή και το χρήμα, Η Σακούνταλα του Καλιδάσα), στην Τυβίγγη (Τα Γεωργικά του Βιργιλίου) και στην Αλεξάνδρεια (Το Νάλας και Νταμαγιάντη από το ινδικό έπος Μαχαμπαράτα, σε μετάφραση Λ. Μαβίλη και συμπλήρωση δική του). Έχει πλέον εγκατασταθεί από το 1914 στην πόλη της Κέρκυρας. Το μεταφραστικό του έργο δεν περιορίζεται σε μεταφράσεις από τα σανσκριτικά και τα λατινικά αλλά εμπλουτίζεται με μεταφράσεις από ποιήματα του Σαίξπηρ (Οθέλλος, Τρικυμία, Μακβέθ), του φιλοσοφικού ποιήματος του Λουκρητίου Περί Φύσεως και έργων αρχαίων ελλήνων συγγραφέων. Τότε καταστρώνεται, στις δύο αρχικές μορφές του και το μυθιστόρημα Οι σκλάβοι στα δεσμά τους και ολοκληρώνεται η Ιστορία της ινδικής λογοτεχνίας. Το 1917 μετακομίζει στην Αθήνα, όπου του προσφέρεται η θέση του διευθυντού Λογοκρισίας από την οποία και παραιτείται μετά από δύο μέρες (1917). Διορίζεται προσωρινά ως έκτακτος υπάλληλος στην «Υπηρεσία Ξένων και Εκθέσεων» και οριστικά στην Εθνική Βιβλιοθήκη, αρχικά ως γραμματέας και έπειτα προάγεται σε τμηματάρχη β' τάξεως (1918). Την περίοδο αυτή έρχονται στο φως τα δοκιμότερα πεζά έργα του (Κατάδικος, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους) και μεταφράσεις του όπως από τον Γκαίτε (Ερμάννος και Δωροθέα), από τον Σαίξπηρ (Άμλετ, Βασιληάς Λήρ), από τον Φλωμπέρ (Η κυρία Μποβαρύ, δύο τόμοι) και από τον Russel (Τα προβλήματα της Φιλοσοφίας). Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου πολέμου και την πτώση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας η γυναίκα του Ερνεστίνη χάνει όλη της την περιουσία, την οποία είχε κληρονομήσει μετά τον θάνατο των άκληρων αδελφών της, δηλαδή στο διάστημα 1903-1914 μετά τον γάμο της με τον συγγραφέα. Προσβεβλημένος από την επάρατη νόσο (1922) συνεχίζει το συγγραφικό του έργο με το πεζό: «Ο παπά Ιορδάνης Περίχαρος και η ενορία του». Πρόλαβε να γράψει τις πρώτες τριάντα σελίδες. Πέθανε στο σπίτι του ζωγράφου Άγγελου Γυαλινά, στην Κέρκυρα, την 1η Ιουλίου 1923 αφήνοντας το μερίδιό του από την πατρική του περιουσία στη σύζυγό του Ερνεστίνη. Εμμανουήλ Ροΐδης Ιστορία ενός τουφεκισμού Αφίνοντες άθικτον το πολύπλοκον ζήτημα της ανάγκης της θανατικής ποινής, τούτο μόνον αρκούμεθα περί των τελευταίων αθρόων καρατομήσεων να παρατηρήσωμεν, ότι προς επιτυχίαν του κυριωτάτου αυτής σκοπού, ήτοι της εκφοβίσεως των υποψηφίων φονέων, εθεωρήθησαν πανταχού και πάντοτε δύο τινά ως απαραίτητα: Η εφαρμογή της φοβεράς ποινής, εφ' όσον είναι ακόμη νωπή η εκ του κακουργήματος εντύπωσις, και η εκτέλεσις αυτής εις τον τόπον όπου τούτο διεπράχθη. Την αγγελίαν της απορρίψεως της αναιρέσεως και της αιτήσεως χάριτος κομίζει εν Γαλλία εις τον κατάδικον αυτός ο ιερεύς ο επιφορτισμένος να τον εξομολογήση, ακολουθούμενος παρά πόδας υπό του δημίου. Μεταξύ του φόνου του αρχιεπισκόπου των Παρισίων και της καρατομήσεως του φονέως εμεσολάβησαν ένδεκα μόνον ημέραι, εντός των οποίων ανεκρίθη, εδικάσθη, κατεδικάσθη και απεκεφαλίσθη. Η τοιαύτη σπουδή ήτο αληθώς κάπως έκτακτος, αλλά και ο συνήθης μέσος όρος του μεταξύ της καταδίκης και της εκτελέσεως αυτής χρόνου σπανίως υπερβαίνει τας δυο εβδομάδας, ως δύναταί τις να πεισθή αναπολών εις την μνήμην του τα κατά την καρατόμησιν του Λαπομμερί, του Τρόμπαν, του Δεβιέζ, του Πράδον, του Πραντζίνη και των άλλων ονομαστών κακούργων. Και εφ' όσον μεν η υπόθεσις ευρίσκεται εκκρεμής προ του ακυρωτικού, ο κατάδικος δύναται ευλόγως να ελπίζει· άμα δε ουδέν έχει πλέον να ελπίση, η απελπισία του δεν παρατείνεται πέραν της ημισείας ώρας, όση δηλ. απαιτείται δια να ενδυθή, εξομολογηθή και να μεταβή εκεί όπου επήχθη η λαιμητόμος. Ούτω γίνεται και εις την Αυστρίαν, την Ιταλίαν, την Αγγλίαν και την Γερμανίαν με μόνην την διαφοράν ότι εις τα δύο τελευταία κράτη είναι ακόμη βραχύτεραι αι προθεσμίαι. Η εντός ωρισμένου και ουχί μακρού χρόνου εκτέλεσις της θανατικής αποφάσεως εθεωρήθη πανταχού επιβαλλομένη, όχι μόνον προς επιτυχίαν του σκοπού της ποινής αλλά και υπό του οφειλομένου εις τον μέλλοντα να την υπομείνη ανθρωπίνου οίκτου. Εις τί τω όντι δύναται να χρησιμεύση η παράτασις της αγωνίας του ουδέν πλέον δικαιουμένου να ελπίζη; Τα ανωτέρω, τα απανταχού ισχύοντα, φαίνονται τόσον αναμφισβητήτως δίκαια, φιλάνθρωπα και ορθά, ώστε άλυτον αίνιγμα απομένει πώς μόνον αι ελληνικαί κυβερνήσεις κατώρθωσαν να προτιμήσωσι τα ακριβώς ενάντια. Η μετά πάροδον ολοκλήρων ετών θανάτωσις του φονέως άγει αυτούς εκείνους τους εν αρχή μετ' αδημονίας ερωτώντας “διατί δεν κόπτουν το θηρίον”, να ερωτώσι “διατί σφάζεται ο άνθρωπος”, αφού λησμονηθή το έγκλημά του. Ο πριν και παρ' ημίν συνήθης εν αυτώ τω τόπω όπου διεπράχθη το κακούργημα αγνισμός αυτού δια του αίματος του επί μακρόν χρόνον μαστίσαντος την επαρχίαν γνωστού εις πάντας κακούργου, ήτο βεβαίως πολύ σωφρονιστικώτερος της σφαγής εις άλλον τόπον αγνώστου εις τους παρισταμένους καταδίκου. Και τούτο όμως εθεωρήθη εσχάτως ως επουσιώδες και πολύ απραγμονέστερον να ιδρυθή έν κεντρικόν σφαγείον. Εκείνο το οποίον δεν υπήρξε δυνατόν να κατορθωθή εις τας Αθήνας δια την σφαγήν των ζώων, κατωρθώθη εις το Ναύπλιον δια την σφαγήν ανθρώπων. Τας πριν περιοδείας της λαιμητόμου διεδέχθησαν αι περιοδικαί αθρόων καταδίκων σφαγαί. Απίστευτον φαίνεται αλλά και ακριβέστατον είναι ότι διατηρούνται παρ' ημίν κεντρικαί αποθήκαι καταδίκων εκ των οποίων εξάγεται ανά διετίαν ή τριετίαν δεκαπεντάς ανθρώπων δια να σφαγή. Η διαλογή των θυμάτων, αγνοούμεν αν κατά κλήρον ή κατ' άλλον τρόπον γίνεται μεταξύ τριπλασίου, τετραπλασίου ή και δεκαπλασίου αριθμού συγκαταδίκων εις την αυτήν ποινήν. Οι κατάδικοι τω όντι εις θάνατον αποτελούσι παρ' ημίν ιδιαιτέραν και ικανώς πολυάριθμον τάξιν καταδίκων, τελείως άγνωστον εις πάσαν άλλην χώραν, δια τον λόγον ότι πανταχού ο καταδικασθείς εις θάνατον ή θανατώνεται ή αξιούμενος χάριτος μεταβάλλεται εντός τακτής προθεσμίας από καταδίκου εις θάνατον εις κατάδικον εις δεσμά ή εις άλλην οιανδήποτε ποινήν. Μόνον εν Ελλάδι ημπορεί να πολυχρονήση υπό την ιδιότητα καταδίκου εις θάνατον, δυνάμενος μεν ν' αποθάνη και εκ γεροντικού μαρασμού, αλλά και δεκτικός καρατομήσεως από μιας εις άλλην ημέραν, χωρίς να ηξεύρη διατί. Όπως το ξίφος επί της κεφαλής του Δαμοκλέους, ούτω επικρέμαται ισοβίως και επί της ιδικής του η κοπίς της λαιμητόμου. Πάντα ταύτα φαίνονται τόσον άτοπα, αλλόκοτα, απάνθρωπα και βδελυρά, ώστε εκλίνομεν επί πολύν χρόνον να πιστεύσωμεν, ότι υπήρχον ίσως ιδιαίτεροί τινες ιστορικοί, διοικητικοί, πολιτικοί ή άλλοι άγνωστοι εις ημάς λόγοι, επιβάλλοντες τας τοιαύτας εκτροπάς από της απανταχού κρατούσης συνηθείας. Τους λόγους τούτους εζητήσαμεν πλειστάκις να πληροφορηθώμεν ερωτώντες δικαστάς, εισαγγελείς, τμηματάρχας, υπουργούς και όσους άλλους ηδυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως αρμοδίους να φωτίσωσιν ημάς περί τούτου. Αι απαντήσεις όμως αυτών ημιλλώντο κατά την ποικιλίαν προς τα χρώματα της Ίριδος ή της στολής του Αρλεκίνου. Εκ των αντιφάσεων αυτών ουδέν άλλο ηδυνήθημεν να συμπεράνωμεν παρά μόνον ότι ουδ' αυτοί εκαλογνώριζαν, διατί πρέπει η Ελλάς ν' αποτελή μοναδικήν εξαίρεσιν της απανταχού επικρατούσης τάξεως και σοβαρότητος περί την διαχείρισιν του απονεμομένου εις το Κράτος φοβερού δικαιώματος του φονεύειν. Το μόνον βέβαιον είναι ότι δια της μακράς συνηθείας κατήντησαν τα παρ' ημίν διαπραττόμενα ασυνείθιστα να χάσωσι την φρικαλέαν αυτών πρωτοτυπίαν. Ο τύπος γράφει εκάστοτε περί τούτων, απλώς δια τον τύπον, ολίγας τινάς γραμμάς ουδεμιάς αξιουμένας απαντήσεως παρά των υπευθύνων, και τα πράγματα εξακολουθούσι να διανύωσι την τακτικήν ή μάλλον την άτακτον αυτών τροχιάν. Ως δεν κατώρθωσαν οι αστρονόμοι να εξηγήσωσι διατί, ενώ πάντες οι λοιποί πλανήται στρέφονται περί εαυτούς από δυσμών προς ανατολάς, μόνος ο πλανήτης Ουρανός στρέφεται απ' ανατολών προς δυσμάς, ούτως αδύνατον φαίνεται ν' ανευρεθή και ο λόγος δια τον οποίον ουδέν πρέπει να γίνεται εις την Ελλάδα, όπως εις πάντα τα λοιπά κράτη, τα έχοντα την αξίωσιν να λέγωνται πολιτισμένα. Και όχι μόνο αδύνατος είναι η ανεύρεσις του λόγου, αλλά και η αναζήτησις αυτού φαίνεται μετέχουσα του γελοίου. Ο ερωτών λ.χ. διατί είναι παρ' ημίν δεκαπλάσιος του αλλαχού των φόνων και των αναιρέσεων ο αριθμός· διατί την ποινήν της φυλακίσεως αντικαθιστά εις τα εγκλήματα του τύπου η της προφυλακίσεως· διατί εξ όλων των κρατών του Αίμου μόνη η Ελλάς δεν πρέπει να έχη στρατόν· διατί δεν καταδιώκονται οι κλέπτοντες τας δικογραφίας εκ του γραφείου της Βουλής· διατί μεταβάλλονται εις κοπρώνας τα αρχαία μνημεία, διατί αντί του κ. Τσούντα διδάσκει ο κ. Οικονόμου την αρχαιολογίαν, ή πώς συμβαίνει να θεωρή ο κ. Δηλιγιάννης επιλήψιμον την εξύβρισιν του Βασιλέως, κινδυνεύει να κατηγορηθή ως καθ' υπερβολήν απλοϊκός, ως αναζητητής ψύλλων εις τ' άχυρα, ως κοπανιστής αέρος, αν όχι και ως ιδιότροπος, δύστροπος, παράξενος, ασυμβίβαστος και ανάξιος να συγκαταλέγεται μεταξύ των εξύπνων Ρωμηών. Ο τίτλος διορθωτού του ρωμέικου κατήντησε ν' αμιλλάται κατά την γελοιότητα προς τον του τετραγωνισμού του κύκλου. Τούτον φοβούμενοι περιωρίσθημεν από ικανών ήδη ετών να λέγωμεν εις τους αναγνώστας μας παραμύθια περί γάτων, σκύλων, αλόγων, βοών και Συριανών συζύγων. Σήμερον όμως προτιμώμεν κατ' εξαίρεσιν να διηγηθώμεν εις αυτούς μίαν αληθεστάτην ιστορίαν, ήτις έχει το πλεονέκτημα να ομοιάζη παραμύθι και πλην αυτού να συνδέεται στενώς με το μέγα ζήτημα της θανατικής ποινής. Ως πάντες γνωρίζουσι, το εκτάκτως φοβερόν της ποινής αυτής έγκειται εις τας προηγουμένας της εκτελέσεως αγωνιώδεις ώρας του καταδίκου. Ενώ τον εφορμώντα κατ' εχθρικού προμαχώνος στρατιώτην ή τον πνέοντα τα λοίσθια ασθενή υποστηρίζει μέχρι τελευταίας πνοής η ελπίς ότι ενδέχεται να σωθώσιν, εις μόνον τον κατάδικον επιβάλλεται ν' αντικρύση την απόλυτον βεβαιότητα της επικειμένης αυτού εκμηδενίσεως. Αν ήτο δυνατόν ν' απαλλαχθή του φοβερού τούτου αντικρυσμού, θα εστερούντο του κυριωτάτου αυτών επιχειρήματος οι εξεγειρόμενοι κατά της θανατικής ποινής, ως ελπίζομεν να πεισθώσιν οι αναγνώσται της κατωτέρω αψευδούς διηγήσεως. Η ουσία της ιστορίας ταύτης παρέμενεν ως συγκεχυμένον και αδέσποτον παιδικόν άκουσμα εις γωνίαν τινά της μνήμης μας, ότε έτυχε να την ακούσωμεν επιβεβαιουμένην και συμπληρουμένην εν αυτώ τω τόπω όπου συνέβη παρ' αυτού του ανεψιού του ήρωος αυτής. Περιηγούμενοι κατά τον χειμώνα του 187... την Σικελίαν και διατρίβοντες από τινων ημερών εις την Μεσσίναν, έτυχεν εσπέραν τινά να ζητήσωμεν άσυλον κατ' αιφνιδίας καταιγίδος εις το πλησιόχωρον ελληνικόν προξενείον. Πλην του κ. προξένου, παλαιού ημών φίλου, εύρομεν εις την αίθουσαν έν ανδρόγυνον, το οποίον μας επαρουσίασε μειδιών μετά τινος ειρωνείας, ως τον πανοσιώτατον καπουκίνον Δομένικον Λαμαδόρον, ήτοι Κυριακούλην Χρυσοσπάθην και την... κυρίαν του. Τούτο δεν ήτο αστειότης. Μετά την κατάκτησιν τω όντι της Ρώμης υπό των Ιταλών και την επικράτησιν των προοδευτικών ιδεών πολλοί Σικελοί καλόγεροι εθεώρησαν πρέπον ν' αποτινάξωσι την κουκούλαν και να νυμφευθώσιν. Έν μόνον βλέμμα επί του ξερασωθέντος ήρκεσε να με πείση ότι έκαμε κάλλιστα να λάβη γυναίκα. Επί ώμων Άτλαντος και λαιμού ταύρου έφερε κεφαλήν, της οποίας αδύνατον ήτο να μη θαυμάση τις την ανθηράν όψιν, την πυκνήν τρίχα, τας ικανάς να χρησιμεύσωσιν ως ρόπαλον εις τον Σαμψώνα σιαγόνας, τα κατακόκκινα χονδρά χείλη και το μακάριον μειδίαμα, το αποκαλύπτον οδόντας ιπποποτάμου. Το μάσημα και τα φιλήματα του πανοσιωτάτου πρέπει να ηκούοντο εις απόστασιν πεντήκοντα τουλάχιστον βημάτων. Ο κ. πρόξενος και εγώ ωμοιάζαμεν πίθηκον παραβαλλόμενοι προς αυτόν. Ουδ' ήτο δυνατόν ν' ανεύρη γυναίκα αξιωτέραν της ιδικής του να εντρυφήση εις τα τοιαύτα αυτού προσόντα. Οι μαύροι οφθαλμοί της εφλογοβόλουν και η κοκκινόξανθος κόμη της έλαμπεν ως χαλκίνη περικεφαλαία. Δεν ήτο όσον εκείνος χονδρή, αλλ' υψηλή, εύσωμος και εύμορφη απ' επάνω έως κάτω. Λέγω δε απ' επάνω έως κάτω ουχί κατά τύχην, αλλά διότι είχεν ανυψώσει ολίγον το φόρεμά της δια να ξηράνη εις την εστίαν τα υποδήματά της, τα κάθυγρα εκ της αιφνιδίας πλημμύρας. Ουδέποτε έτυχε να ζηλεύσω τόσον πολύ εις άλλον άνθρωπον το πλάτος των ώμων του, τους οδόντας του, το πολύ αίμα του, την ευρωστίαν του και την γυναίκα του. Μετ' ολίγον μ' έκαμε να ζηλεύσω και άλλο αυτού προτέρημα, την ευθυμίαν και την κωμικήν δύναμιν, την οποίαν κατώρθωνε να μεταδίδη και εις τα πενθιμώτατα θέματα ομιλίας. Κατά τας ημέρας εκείνας περί ουδενός άλλου εγίνετο λόγος παρά περί της προσφάτου καρατομήσεως του ληστάρχου Ταρτάλια, όστις, αφού εδόξασε την Σικελικήν κλεφτουργιάν, τρέψας πολλάκις εις φυγήν τους καραβινιέρους, είχε δειλιάσει προ του δημίου. ― Αν ήμην εγώ πνευματικός του, είπεν ο προκαλόγηρος, θα κατώρθωνα να τον κάμω ν' αποθάνη παληκαρίσια, με την εφεύρεσιν του μακαρίτου θείου μου Πάτερ Βαρνάβα. Είναι η μόνη ικανή να κάμη και τον δειλότερον κατάδικον ν' αντικρύση χωρίς φόβον την φούρκαν ή την καρμανιόλαν. ― Και εις τί συνίσταται αυτή η εφεύρεσις; ηρώτησα μετά περιεργείας. ― Εις το να μη πιστεύση ο κατάδικος ότι πρόκειται να τον κόψουν ή να τον κρεμάσουν. ― Τούτο, παρετήρησα, φαίνεται κάπως δύσκολον, όταν έχη έμπροσθέν του την μηχανήν και αφού του υπεσχέθη τον παράδεισον ο παπάς. ― Και τίς η ανάγκη, απήντησε, να του υποσχεθή ο παπάς τον παράδεισον και όχι άλλο τι καλλίτερον; ― Αλλά τί καλύτερον από τον παράδεισον ημπορεί να υποσχεθή εις άνθρωπον αγόμενον εις την λαιμητόμον; ― Ημπορεί να του υποσχεθή ότι έχει ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια πριν μεταβή εις τας αιωνίους μονάς. ― Δεν σας εννοώ. ― Πώς δεν με εννοείτε; Δεν προτιμάτε και σεις τα μακαρόνια της γης από τα ωσαννά και τα αλληλούια του ουρανού, ή μήπως δεν προτιμάτε από τους άλλους αγγέλους τας ζωντανάς γυναίκας, όταν μάλιστα ομοιάζουν με την ιδικήν μου και στεγνώνουν τας κνήμας των εις την φωτιάν; Αν μου ειπήτε όχι, δεν θα σας πιστεύσω, διότι την τρώγετε με τα μάτια απ' επάνω έως κάτω, και κάμνετε πολύ καλά, επρόσθεσε μειδιών, διότι αξίζει τον κόπον, κ' εγώ δεν ζηλεύω. Δια να μη φανή παράδοξον το τοιούτον είδος ομιλίας, δεν είναι περιττόν να προσθέσω ότι υπερέβαινε τότε παν όριον των ξερασωμένων καλογήρων η αδιαντροπία και η επίδειξις ασεβείας, ως να ήθελον ν' αποζημιωθώσι δια την πρώην επιβαλλομένην εις αυτούς υπό του επαγγέλματός των συστολήν και υποκρισίαν. Ταύτα όμως δεν εξήγουν και πώς ηδύνατο ο πνευματικός να υποσχεθή εις κατάδικον πολλά έτη και φαγοπότια αντικρύ της λαιμητόμου. Την εύλογον ταύτην απορίαν μου ηυδόκησεν επί τέλους να λύση ο Χρυσοσπάθης διηγούμενος τα εξής: ― Γνωρίζετε βέβαια ότι πριν γείνει μία η Ιταλία, η νήσος μας ήτο παράρτημα του βασιλείου της Νεαπόλεως και ότι εμίσουν οι Σικελοί τους Νεαπολίτας όσον οι Πολωνοί τους Μοσχοβίτας. Και όχι μόνον τους απεστρέφοντο ως αλλοφύλους και τυράννους, αλλά και τους επεριφρόνουν ως ανάνδρους. Κατά την εποχήν λοιπόν όπου το μίσος κατά της Νεαπόλεως ευρίσκετο εις την ακμήν του, ολίγους μήνας μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1848 και τον βομβαρδισμόν της Μεσσίνας, Ναπολιτάνος στρατιώτης της φρουράς του Παλέρμου ονομαζόμενος Σάνδρος έτυχε να μαχαιρώση δι' ερωτικούς λόγους τον λοχίαν του και να καταδικασθή εις θάνατον υπό του στρατοδικείου. Η εκτέλεσις όμως της αποφάσεως επρόσκοπτε κατά της εξής σπουδαίας δυσχερείας, την οποίαν είχαν λησμονήσει να λάβουν υπ' όψιν των οι στρατοδίκαι· ότι την κακήν ιδέαν των Σικελών περί της ανδρείας των στρατιωτών του βασιλέως Φερδινάνδου θα επεκύρωνε και θα εκορύφωνεν η κατά την ημέραν της εκτελέσεως δειλία του καταδίκου. Η αλήθεια είναι ότι ο Ναπολιτάνος δύναται να φανή ανδρείος μόνον όταν είναι θυμωμένος ή μεθυσμένος, όχι όμως και ν' αντικρύση τον θάνατον με ψυχραιμίαν. Την ανησυχίαν ταύτην ηύξανεν η συμπεριφορά του καταδικασθέντος, όστις δεν έπαυε να κλαίη και να οδύρεται εις την φυλακήν του. Βέβαιον λοιπόν εφαίνετο ότι θα κατήσχυνε τον στρατόν της κατοχής αποθνήσκων ανάνδρως. Τούτο όμως ήτο τόσον ασύμφορον την επιούσαν καταστολής επαναστάσεως και την παραμονήν ίσως εκρήξεως άλλης, ώστε οι προϊστάμενοι αυτού εθεώρησαν πρέπον να γράψωσιν εις Νεάπολιν ζητούντες την μετατροπήν εις δεσμά της θανατικής ποινής. Ο βασιλεύς ήτο εύσπλαχνος και ηρέσκετο ν' απονέμη χάριν, επ' αυτού μάλιστα του ικριώματος της αγχόνης, εις πολιτικούς και άλλους καταδίκους, ουδέποτε όμως εχαρίτωσεν εγκληματήσαντα στρατιώτην, θεωρών τούτο ως επιζήμιον εις την πειθαρχίαν. Αντί λοιπόν της ζητηθείσης χάριτος έφθασε μετά τρεις ημέρας εκ Νεαπόλεως η διαταγή να εκτελεσθή η απόφασις ανυπερθέτως. Κατά το διάστημα τούτο είχε κορυφωθή η ανυπομονησία των κατοίκων του Παλέρμου να ίδωσι Ναπολιτάνον στρατιώτην λιποψυχούντα προ του θανάτου, τον οποίον είχον υπομείνει πρό τινων εβδομάδων τόσον ηρωικώς οι Σικελοί πατριώται οι καταδικασθέντες υπό των εκτάκτων δικαστηρίων. Η πεποίθησις των Πανορμιτών επί την ανανδρίαν του καταδίκου ήτο τοιούτη, ώστε δεν εδίσταζαν να στοιχηματίζωσι δέκα τάληρα αντί ενός ότι θα ελιποθύμει επί του τόπου της εκτελέσεως. Ταύτα ήτο επόμενον ν' αυξήσωσιν έτι μάλλον την αμηχανίαν των αρχών. Ο διοικητής συνεκάλει αλλεπάλληλα συμβούλια προς εύρεσιν ενός οιουδήποτε τρόπου προφυλάξεως του στρατού από της επικειμένης δυσφημίας, κατά τα οποία πολλαί και ποικίλαι επροτείνοντο γνώμαι. Οι μεν ήθελον να μεθυσθή ο κατάδικος δι' οίνου της Μαρσάλας ανακατωμένου με ρακήν, πριν οδηγηθή εις τον τόπον της εκτελέσεως, οι δε να τουφεκισθή την νύκτα εις τα υπόγεια του φρουρίου, ενώ άλλοι επρότειναν ν' αναμιχθή κοπανισμένον υαλίον εις το φαγητόν του ή να εγχυθή υδράργυρος εις το αυτίον του ενώ εκοιμάτο.[1] Αλλ' ο μεν λαθραίος τουφεκισμός θ' απεδείκνυε την κυβέρνησιν συμμεριζομένην την περί της ανανδρίας των στρατιωτών της επικρατούσαν γνώμην, η δε ανάμιξις κοπανισμένου υαλίου εις το φαγητόν και η καθ' ύπνους έγχυσις υδραργύρου ήσαν κάπως δυσεφάρμοστοι, δια τον λόγον ότι από τριών ήδη ημερών ο κατάδικος ούτε έτρωγεν ούτε εκοιμάτο. Οι συσκεπτόμενοι έξυαν την κεφαλήν των ματαίως αναζητούντες άλλο τι καλύτερον, ότε επαρουσιάσθη προ αυτών ο θείος μου Πάτερ Βαρνάβας, αναλαμβάνων αντί εκατόν ταλήρων, πληρωτέων μετά την επιτυχίαν, να διαθέση τον κατάδικον ν' αποθάνη αφόβως και γενναίως. Ερωτηθείς δια τίνος τρόπου ήλπιζε να κατορθώση τούτο, ηρκέσθη ν' απαντήση ότι η απόλυτος μυστικότης ήτο απαραίτητος όρος επιτυχίας και ότι ήτο εξ ίσου βέβαιος ότι θα επιτύχει όσον και ότι θα δύση ο ήλιος εις την θάλασσαν μετά μίαν ώραν. Ο Πάτερ Βαρνάβας εφημίζετο ως έξυπνος άνθρωπος. Η φήμη του αύτη, η πεποίθησις μετά της οποίας ωμίλει και προ πάντων η ανικανότης προς εύρεσιν άλλης διεξόδου, έπεισαν το συμβούλιον να δεχθή την πρότασιν του πανοσιωτάτου, υποσχόμενον την ζητηθείσαν αμοιβήν. Ώρα της εκτελέσεως ωρίσθη η δεκάτη της επιούσης και τόπος αυτής η ευρύχωρος παρά την προκυμαίαν πλατεία. Ρίγος και σπασμοί κατέλαβον τον κατάδικον, όταν είδεν εισαγόμενον τον συνήθη πρόδρομον των τουφεκιστών ρασοφόρον. Ούτος, ευθύς άμα έμειναν μόνοι, έσπευσε να προλάβη την επικειμένην λιποθυμίαν του δυστυχούς, λέγων εις αυτόν «μη φοβείσαι, έρχομαι να σε αναγγείλω ότι ο βασιλεύς ηυδόκησε να σου απονείμη χάριν». ― Χάριν! ανέκραξεν ο κατάδικος καταφιλών τας χείρας του καπουκίνου. Λοιπόν δεν θα με τουφεκίσουν; Είσαι βέβαιος περί τούτου; ― Βεβαιότατος. Είδα με τα μάτια μου το διάταγμα με την υπογραφήν του βασιλέως. Η χάρις όμως θα σε δοθή εις τον τόπον της εκτελέσεως. Ενθυμείσαι τους τρεις επαναστάτας, εις τους οποίους εδόθη πέρυσι χάρις επάνω εις την αγχόνην, ενώ ο βρόχος ήτο περασμένος εις τον λαιμόν των; ― Τους ενθυμούμαι. ― Ούτω και σε θα σε οδηγήσουν εις την πλατείαν της προκυμαίας, θα σε τοποθετήσουν αντικρύ εις απόσπασμα δέκα στρατιωτών, θα διαταχθεί πυρ, και τότε μόνον θα λάβης την χάριν. Δεν είχα το δικαίωμα να σου το φανερώσω· αλλά σε το λέγω, διότι ο βασιλεύς δεν θέλει τον θάνατόν σου και ήτο κίνδυνος ν' αποθάνης εις τον δρόμον από την τρομάραν. Θάρρος λοιπόν. Έχεις ακόμα να φας πολλά μακαρόνια, πριν μεταβής εις τον άλλον κόσμον. Η προσλαλιά αύτη ήρκεσε να διαλύση πάντα δισταγμόν και πάντα φόβον του καταδίκου. Ωμοίαζεν άνθρωπον από το στήθος του οποίου θα εσήκωναν βαρύ βράχον. Εδάκρυεν, εγέλα, εζητωκραύγαζε υπέρ του βασιλέως, υπέσχετο λαμπάδας εις όλους τους αγίους και επί τέλους εζήτησε να παρασύρη τον πνευματικόν του να χορεύσουν μαζί μίαν ταραντέλλαν. ― Τί κάμνεις, αθεόφοβε! είπεν ούτος. Λησμονείς ότι εχάθημεν και οι δύο, αν γνωσθή ότι σου εφανέρωσα το μυστικόν; Γονάτισε και εξομολογήσου. Ο κατάδικος εγονάτισεν, είπεν όσα είχε να είπη, έλαβεν άφεσιν αμαρτιών και απεχαιρέτισε τον πανοσιώτατον αποκαλών αυτόν σωτήρα του και υποσχόμενος να θαμβώση την επιούσαν τους θεατάς δια της αφοβίας του προ των τουφεκιστών. Ευθύς μετά την έξοδον του καπουκίνου εισήλθεν ο δεσμοφύλαξ, τον οποίον μεγάλως εξέπληξεν η εύθυμος διάθεσις του πρώην νυχθημερόν οδυρομένου. ― Δεν ηξεύρεις, είπεν εις αυτόν, ότι αύριον εις τας δέκα θα σε τουφεκίσουν; ― Το ηξεύρω πολύ καλά· γεννηθήτω το θέλημα του Θεού. Ηξεύρω όμως ότι έχω το δικαίωμα να ζητήσω να φάγω ό,τι θέλω εις το τελευταίον μου γεύμα. Παράγγειλε να μου φέρουν μίαν μακαρονάδα, ένα ψητόν καπόνι και κρασί των Συρακουσών. Μετά τριήμερον νηστείαν και αγρυπνίαν έφαγεν ως λάμια και απλωθείς έπειτα εις την κλίνην του ερρουχάλισε μακαρίως, μέχρις ού ήλθεν την επιούσαν να τον εξυπνήση ο επί της εκτελέσεως αποσπασματάρχης. Αφού δις εχασμήθη, εζήτησεν ο κατάδικος ως τελευταίας χάριτας ένα καφέ δια ν' αποτινάξη τον ύπνον από τα βλέφαρά του, μίαν ψήκτραν για να καθαρίση την στολήν του, έν γαρούφαλον και την άδειαν να βαδίση με λυτάς χείρας εις τον τόπον της εκτελέσεως. Αφού εβούτηξε δύο παξιμάδια εις τον καφέ του, επλύθη, εκτενίσθη, ανώρθωσεν ως άγκιστρα τους μύστακάς του, επέρασε το γαρούφαλον εις την κομβιοδόχην του κολοβίου του και στρεφόμενος έπειτα προς τον αποσπασματάρχην είπεν εις αυτόν μετά θαυμαστής αταραξίας: «Είμαι έτοιμος, κύριε λοχία». Πάντες οι παριστάμενοι ηπόρουν δια την αιφνιδίαν μεταμόρφωσιν του δειλού κάπωνος εις ανδρικόν πετεινόν και οι πάντες συνέχαιρον δια την έξοχον κατηχητικήν ικανότητα τον θείον μου Βαρνάβαν, όστις εδέχετο μετά της προσηκούσης εις το σχήμα του μετριοφροσύνης τα συγχαρητήρια. Αν και ήτο χειμών κατά το ημερολόγιον, ο καιρός ήτο εαρινός, ο ουρανός ανέφελος, η αύρα χλιαρά και εμοσχοβόλουν αι πορτοκαλέαι. Κανείς άλλος τόπος δεν έχει ζεστάς ημέρας τον χειμώνα πλην της Σικελίας. ― Και της Ελλάδος, διέκοψα εγώ. ― Έχετε δίκαιον, απήντησεν ο προκαλόγηρος. Ελησμόνουν ότι η μικρή σας Ελλάς ήτο πριν επαρχία της Μεγάλης και είχε πρωτεύουσαν τας Συρακούσας και βασιλέα τον Χαρώνδαν. ― Ταύτα, απήντησα γελών, είναι δεκτικά συζητήσεως. Αλλά τελειώσατε, παρακαλώ, την ιστορίαν σας. ― Έλεγα λοιπόν ότι ο καιρός ήτο ωραίος. Τα εργαστήρια είχον κλεισθή και όλοι οι Πανορμίται, άνδρες και γυναικόπαιδα, είχον σωρευθή εις τον δρόμον, τα παράθυρα, τους εξώστας και τας στέγας των χαμηλών οικιών, περιμένοντες την διάβασιν του καταδίκου. Οι κυβερνητικοί διέδιδαν ότι ούτος είχεν ανδρειωθεί και θ' απέθνησκεν ως γενναίος στρατιώτης, οι δε Σικελοί επέμειναν να στοιχηματίζωσι δέκα προς έν ότι θ' απέθνησκεν ως Ναπολιτάνος. Δεν εβράδυναν όμως να πεισθώσιν ότι δεν ήξιζε τίποτε το στοίχημά των. Αντί να σύρεται ως μόσχος εις την σφαγήν, ο κατάδικος εβάδιζεν εν μέσω των μελλόντων να τον τουφεκίσωσι στρατιωτών γαλήνιος και μεγαλοπρεπής ως θεός του Ολύμπου. Οσάκις συνήντα γνωρίμους του καθ' οδόν έτεινε εις αυτούς την χείρα και εις τα συλλυπητήρια και τας ενθαρρύνσεις αυτών απήντα δια καταλλήλου ρητού της προς χρήσιν του στρατού χρηστομαθείας του Σοαβίου: «Ο δίκαιος δεν φοβείται τον θάνατον»· «Ο άνθρωπος είναι παροδίτης της γης»· «Ο θάνατος είναι μετάβασις εις την αθανασίαν», ή άλλου τοιούτου και ευθύς έπειτα ετάχυνε το βήμα, ως θέλων ν' ανακτήση τον απολεσθέντα χρόνον. Οι Ναπολιτάνοι εθριάμβευον και επευφήμουν και οι Σικελοί έκλιναν δυσθύμως προς τα κάτω την κεφαλήν. Προ της θύρας οινοπωλείου δύο συστρατιώται του, ορθοί επί σκαμνίων, τον επροσκάλεσαν να πίη έν τελευταίον ποτήριον οίνου μετ' αυτών. Δεχθείς προθύμως την πρόσκλησιν ύψωσε το ποτήριον ανακράζων: «Εις την υγείαν της Α. Μεγαλειότητος του ενδόξου και αγαθού ημών βασιλέως Φερδινάνδου. Ο Θεός να τον ευλογή και να τον πολυχρονίζη». Την φοράν ταύτην επευφήμησαν τον κατάδικον πλην των Ναπολιτάνων και πολλοί εκ των Σικελών, εις δε τους λοιπούς μία μόνη απέμενεν ελπίς, ότι το ασύνηθες τούτο θάρρος ήτο προϊόν μιας οπωσδήποτε τεχνητής διεγέρσεως και θα εξέλειπεν επί του τόπου της εκτελέσεως. Η ελπίς αύτη θα επραγματοποιείτο ίσως αν δεν είχε προνοήσει ο θείος μου Βαρνάβας να παρευρεθή εκεί δια να τον ενθαρρύνη δια νεύματος και της επιδείξεως της άκρας χαρτίου, το οποίον δεν ηδύνατο να είναι άλλο παρά η υποσχεθείσα χάρις. Ο κατάδικος ουδέν απολέσας της αταραξίας του, υπήγε να τοποθετηθή αυθορμήτως αντικρύ των τουφεκιστών εις την κανονισμένην απόστασιν δέκα βημάτων, απωθήσας τον προσελθόντα να περιδέση κατά το σύνηθες τους οφθαλμούς του δια μαντυλίου δεκανέα. Οι στρατιώται ηύθυναν ήδη κατά του στήθους του τα όπλα αναμένοντες το τελευταίον πρόσταγμα, ότε αντήχησαν εκ διαφόρων συγχρόνως ομίλων φωναί: «Δεν μας αποχαιρετάς, Σάνδρε;» Το αποχαιρέτημα τούτο είναι εις τον τόπον μας δικαίωμα του καταδίκου και σχεδόν καθήκον επιβαλλόμενον εις αυτόν υπό της παραδόσεως. Άλλος το προετοιμάζει και άλλος το αυτοσχεδιάζει, άλλος λέγει πολλά και άλλος ολίγα, έκαστος κατά τον βαθμόν της ρητορικής του ικανότητος, όλοι όμως προσπαθούν να είπουν κάτι δια να μη υποτεθή ότι εβούβανεν αυτούς ο φόβος. Ο Σάνδρος δεν ήτο ρήτωρ, ήτο όμως αρκετά καλός τενόρος. Μη ευρίσκων τί να είπη αξιομνημόνευτον ανέμελψεν αντί προσλαλιάς το άσμα των 'Μασναδιέρων' του Βέρδι: Tra - la, Trala lala, n'andremo d'un salto nel mondo di la. Ήτοι: θα πάγω μ' έvα πήδημα ίσια στοv άλλον κόσμοv! Το κύκνειον τούτο άσμα ήτο βεβαίως επίκαιρον, η φωνή του καταδίκου ωραία και η αφοβία, μεθ' ης ητοιμάζετο να πηδήση εις τον άλλον κόσμον, αληθώς πρωτοφανής. Ευλόγως λοιπόν εξερράγη το πλήθος εις επευφημίας και χειροκροτήματα, οίων ουδέποτε ηξιώθησαν εις το θέατρον ούτε ο Ρόπας, ούτε ο Μάριος, ούτε ο Φασκίνης, ουδ' αυτή ίσως η Μαλιβράν. Ταύτα αντήχουν ακόμη, ότε ύψωσε το ξίφος ο έχων το πρόσταγμα αξιωματικός, ήστραψαν τα τουφέκια και δέκα σφαίραι ετρύπησαν το στήθος του καταδίκου. Ο θάνατος επήλθεν τόσον ακαριαίος, ώστε δεν επρόφθασε να εξαλείψη το διαστέλλον τα χείλη του μειδίαμα ευδαίμονος αυταρεσκείας. Ειπέτε μου τώρα, παρακαλώ, αν πιστεύετε ότι ηδύνατο ο θείος μου Βαρνάβας να κάμη τον άνθρωπον εκείνον ν' αποθάνη τόσον ευχαριστημένος και ν' αφίση μνήμην ήρωος, αν του ωμίλει περί της ευσπλαγχνίας του Θεού και της μακαριότητος του Παραδείσου, αντί να του υποσχεθή ότι είχεν ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια; ― Ομολογώ ότι το πράγμα επιδέχεται αμφισβήτησιν. Δεν εννοώ όμως πώς ο μακαρίτης θείος σας απεδέχετο να δοξάζη παρ' αξίαν ως ήρωας τους εχθρούς της πατρίδος του Ναπολιτάνους; ― Δεν το εννοείτε διότι δεν γνωρίζετε, ως φαίνεται, ότι οι Φράγκοι ρασοφόροι δεν έχουν άλλην πατρίδα πλην της Εκκλησίας, ουδ' άλλον αρχηγόν πλην του Πάπα. Έπειτα ο θείος μου ήτο, ως σας είπα, έξυπνος άνθρωπος και είχε στοιχηματίσει κ' εκείνος πολλά ότι θ' απέθνησκεν ο κατάδικος γενναίως. Η βροχή είχε παύσει και το ανδρόγυνον ηγέρθη να μας αποχαιρετήση. Εξερχόμενος με επροσκάλεσεν ο προκαλόγηρος να υπάγω να ίδω την συλλογήν του Σικελικών αρχαιοτήτων, και την πρόσκλησιν ταύτην επεκύρωσεν η κυρία του δι' ενός προσηνεστάτου arivederci. Εκατοίκουν το πρώτον πάτωμα μικράς οικίας εις την άκραν της οδού Γαριβάλδη. Επί της κοσμούσης την θύραν χαλκίνης πλακός ανεγινώσκετο υπό το όνομα του ενοίκου ο τίτλος 'αρχαιολόγος' (antiquario), σημαίνων εν Σικελία 'πωλητής αρχαιοτήτων'. Η δεξίωσις υπήρξε φιλοφρονεστάτη. Η οικοδέσποινα ευηρεστήθη να μου προσφέρη καφέ και να με θαμβώση και πάλιν με την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών και της χρυσής της κόμης, ο δε ξερασωμένος αρχαιολόγος, αφού μοι παρεχώρησεν αντί εκατό μόνον φράγκων δύο 'σπάνια' νομίσματα των Συρακουσών, ηυδόκησε να με πληροφορήση ότι, αν πλην των οφθαλμών και της κόμης επεθύμουν να μεταΐδω και τας κνήμας της κυρίας του, ηδυνάμην ν' απολαύσω την ευχαρίστησιν ταύτην μεταβαίνων το εσπέρας εις το θέατρον Vittorio Emmanuele, όπου ήτο δευτέρα χορεύτρια. Όπως οι καλόγηροι, ούτω είχαν αρχίσει να υπανδρεύωνται εις την Σικελίαν και αι χορεύτριαι. Εμμανουήλ Ροΐδης (1836 - 1904) Ο Ροΐδης γεννήθηκε στη Σύρο το 1836 αλλά μεγάλωσε στη Γένοβα ακολουθώντας στις μετακινήσεις του τον έμπορο πατέρα του. Σπούδασε φιλοσοφία στη Γερμανία και μετά το τέλος των σπουδών του εγκαθίσταται στην Αθήνα. Εξακολουθεί να ασχολείται με τις οικογενειακές επιχειρήσεις αλλά τον κερδίζει το γράψιμο και η δημοσιογραφία. Άσκησε μέσα από τις στήλες του έντονη κριτική σε όλο το φάσμα της πολιτικής , κοινωνικής και πνευματικής ζωής της πατρίδας μας του 19ου αιώνα , με ένα λόγο καυστικό, πνευματώδη, σατυρικό γεμάτο χιούμορ και σαρκασμό. Το ύφος του ήταν πρωτότυπο ξεχωριστό και ο ίδιος ξεχωριστός. Τρομερός αφηγητής, έγραφε σε μια ιδιαίτερη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα δουλεμένη και εξυψωμένη σε ένα γλωσσικό εργαλείο γεμάτο δύναμη και λεπτές αποχρώσεις ενώ με τον λόγο του, τις απόψεις του, τις στήλες του ήταν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της επικράτησης της δημοτικής σαν επίσημης γλώσσας. Το 1866 εκδίδει το μυθιστόρημα του "Πάπισσα Ιωάννα" που τον κάνει γνωστό παγκόσμια και τον κατατάσσει στους σημαντικότερους Έλληνες πεζογράφους. Το έργο είναι μια σάτιρα της καθολικής εκκλησίας του μεσαίωνα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, χαρίζοντας φήμη στον Ροίδη αλλά και έγινε αιτία αφορισμού του από την ελληνική εκκλησία, κάτι που μάλλον αύξησε το ενδιαφέρον του κοινού. Ο Ροΐδης πνεύμα ασυμβίβαστο και σπινθηροβόλο κατάφερε με το μοναδικό του ύφος να καθιερωθεί στα ελληνικά γράμματα και να αποτελέσει τον προάγγελο των μεγάλων έργων της ελληνικής πεζογραφίας του 20ου αιώνα Το 1875 ίδρυσε την δική του πολιτική εφημερίδα με τον τίτλο "Ασμοδαίος", που με σατυρικό πάντα ύφος δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Διετέλεσε και έφορος στην Εθνική μας βιβλιοθήκη για ένα διάστημα. Πέθανε το 1904. Έργα του: Πάπισσα Ιωάννα Ιστορία ενός σκύλου Ιστορία μιας γάτας Ιστορία ενός αλόγου Ψυχολογία Συριανού συζύγου Η μηλιά Το παράπονο ενός νεκροθάπτου ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ Κωνσταντίνος Χατζόπουλος Φθινόπωρο διήγημα, 1917 Η γιαγιά ήταν ορθή στη σκάλα όταν χτύπησε το κουδούνι της αυλόπορτας. - Είναι η κυρία Κατίγκω, είπε μέσα η υπηρέτρια. Η κυρία Αγλαΐα, που ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, έκαμε κίνημα και ψιθύρισε: - Έλα, τελείωνε γρήγορα. Η υπηρέτρια γύρισε και την κοίταξε: ξαπλωμένη πάντα έβλεπε προς το παράθυρο. - Ήρθε η Ευανθία; ακούστηκε από κάτω η φωνή της κυρίας Κατίγκως. - Έλα απάνω, είπε η γιαγιά. - Έλα απάνω, φώναξε κι ο παπαγάλος που λιαζόταν στο μπαλκόνι. Η κυρία Κατίγκω προχώρησε ένα βήμα και ξαναρώτησε: - Ήρθε αλήθεια; Στο παράθυρο παρουσιάστηκε η λευκή όψη του παππού σαν προσωπίδα κρεμασμένη πίσω από το τζάμι με τα μάτια ασάλευτα. Η κυρία Κατίγκω που είχε κάμει άλλο ένα βήμα προς τη σκάλα, σταμάτησε και γύρισε γοργά το πρόσωπο. - Έλα απάνω, ξαναμίλησε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξαναπροχώρησε· η όψη του παππού παρουσιάστηκε στο άλλο παράθυρο. Η κυρία Κατίγκω έπιασε το κλαδί μιας ροδοδάφνης που ήταν εμπρός στη σκάλα· όπως το έπιασε το μάδησε. Μέσα η κυρία Αγλαΐα άκουσε τις παντούφλες της γιαγιάς που σύρθηκαν. - Ποιος είναι μέσα; ρώτησε η κυρία Κατίγκω. Η γιαγιά είχε κατεβεί τη μισή σκάλα. - Ποιος είναι μέσα; είπε σιγότερα η κυρία Κατίγκω και κοκκίνισε. Είχε ανεβεί κι αυτή δυο σκαλοπάτια. - Τι στέκεσαι; είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξανακοκκίνισε. Τα μάτια του παππού σα να τρυπούσαν πίσω της το τζάμι. Πήδησε τα σκαλιά, έδωσε το χέρι της γιαγιάς και ανέβηκαν μαζί τη σκάλα. Η υπηρέτρια έτρεξε στην πόρτα. - Μέσα η κυρία ησύχασε, είπε φωναχτά. Η κυρία Κατίγκω γύρισε στη γιαγιά. Η γιαγιά δεν της άφησε το χέρι. - Έλα, έλα, είπε και την έσυρε κοντά της μέσα. Πέρασαν στην τραπεζαρία. Η Ευανθία έτρεξε στην πόρτα, και η κυρία Κατίγκω την άρπαξε στην αγκαλιά: - Να σε χαρώ! - Δες την πως έγινε, είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω έκλαιε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο. - Η μητέρα σου, είπε σιγά κι άφησε το κέντημά της στο κάθισμα. Έπειτα σηκώθηκε και ήρθε κ’ έδωσε το χέρι στην κυρία Κατίγκω: - Μαμά, καλημέρα. Η κυρία Κατίγκω τη φίλησε. Ο Στέφανος δεν κινήθηκε από το παράθυρο, όπου ήταν καθισμένος. - Πώς έγινε! ξαναείπε η γιαγιά. Ο Στέφανος της ένεψε: - Έλα γιαγιά. Κ’ έδειξε ένα κάθισμα κοντά του. Η κυρία Κατίγκω ξαναγκάλιασε την Ευανθία. - Χρυσή μου! Η Ευανθία έσκυψε στο στήθος της. - Με θυμόσουνα ποτέ;… Έτσι σας έσφιγγα --- Και η κυρία Κατίγκω χάδευε τα μαλλιά της Ευανθίας κ’ εξακολούθησε να κλαίει: - Τις δυο. Και δείχνοντας το Στέφανο: - Και κείνος κοίταζε. - Μητέρα, έλα τώρα, ένεψε με το χέρι ο Στέφανος· μα η γιαγιά ήρθε κοντά του. - Άσ’ την , του ψιθύρισε. Η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι, και η ματιά της απαντήθηκε με τη ματιά του Στέφανου. Η Μαρίκα ήρθε και κάθισε κοντά του και ξαναέπιασε το κέντημα. Ένα φύσημα φούσκωσε την κουρτίνα στο παράθυρο. Η Μαρίκα έβηξε ελαφρά. - Να κλείσω; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, ένεψε η Μαρίκα. Η γιαγιά έκαμε να έρθει κοντά της. - Μα γιαγιά! τη σταμάτησε η Μαρίκα, και η γιαγιά τέντωσε το αφτί· πάλι με τις παντούφλες! δε μου το έταξες; - Καλά, καλά, ψιθύρισε η γιαγιά. Η Ευανθία ξανακοίταξε, κι ο Στέφανος γύρισε προς το παράθυρο. - Έλα γιαγιά, είπε έπειτα· μα η γιαγιά πήγε στην Ευανθία. Έξω, εμπρός στο παράθυρο μια λεύκα σιγοκινούσε τα φύλλα της κοκκινισμένα. Τα πεύκα πλάι ίσκιωναν την αυλή βαριά. Η βρύση τριγυρισμένη από κισσό, έσταζε αργά στην πέτρινη λεκάνη, όπου βουτούσανε δυο πάπιες. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έριξε κάτω μια ματιά. Έπειτα κοίταξε πάλι τον ουρανό, όπου ο ήλιος πολεμούσε ν’ ανοίξει δρόμο μέσα σε σύννεφα σταχτιά, που ξέκοβαν και σκόρπιζαν κουρελιασμένα από την κορυφή του αντικρινού ορθόβραχου βουνού. Καθώς ο Στέφανος ακούμπησε το χέρι στο τζαμόφυλλο και τι κίνησε, ο ήλιος χτύπησε στο τζάμι· η αντιφεγγιά έπεσε στην όψη της Μαρίκας κ’ έπαιξε και απλώθηκε στο πάτωμα. Η Μαρίκα έκλεισε τα μάτια. - Στέφανε! φώναξε η κυρία Κατίγκω. - Γείρε το, ψιθύρισε η Μαρίκα. Καθώς έστρεψε πάλι ο Στέφανος, το τζάμι ξανακινήθηκε και ο Στέφανος μόλις πρόφτασε να δη που έσβηνε η αντηλιά στα πόδια της Ευανθίας. - Τι; ρώτησε. - Το τζάμι. Ο Στέφανος έκαμε να το κλείσει. - Ξεχασμένος είσαι, είπε η Μαρίκα· τι έβλεπες; Ο Στέφανος δεν της απάντησε· την κοίταξε σα να μην είχε ακούσει. Η Ευανθία και η κυρία Κατίγκω απέναντι μιλούσαν τώρα και γελούσαν. Η Μαρίκα κεντούσε σιωπηλή. - Στέφανε! γύρισε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε. -Πως θα χαρεί ο πατέρας σου! - Ναι, κι ο παππούς πως χάρηκε! είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε ελαφρά. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, χάρηκε, είπε ξανά η γιαγιά. Η Μαρίκα έσκυψε πάλι στο κέντημα, και η κυρία Κατίγκω ξαναέπιασε το χέρι της Ευανθίας: - Δεν την ξαναφήνομε να φύγει, ε νονά; - Ναι, έκαμε να πει η γιαγιά, μα η Μαρίκα έβηξε και η κυρία Κατίγκω γύρισε κείθε: - Στέφανε, κλείσε! φώναξε. - Μα δε φυσά, μαμά, είπε η Μαρίκα. - Σήκω απ’ αυτού, της φώναξε η γιαγιά. - Έλα κάθισε δω, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία τραβήχτηκε να κάμει θέση στον καναπέ, η Μαρίκα όμως κάθισε στο σκαμνάκι που ήταν εμπρός στα πόδια της κυρίας Κατίγκως. Κάθισε κ’ έσκυψε πάλι στο κέντημα. Και σώπασαν. - Τι κεντάς; τη ρώτησε έπειτα η κυρία Κατίγκω. - Μια μάρκα. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε να δη. - Ωραία είναι, είπε· αλλά όπως σήκωσε πάλι τα μάτια, φώναξε έξαφνα: - Μα Στέφανε! Ο Στέφανος γύρισε· η γιαγιά που είχε σηκωθεί σταμάτησε στην πόρτα. - Καπνίζεις---; Κλείσε! ξαναφώναξε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε άλλη μια στιγμή· έπειτα πέταξε το τσιγάρο κ’ έκλεισε το τζάμι. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα. - Φυσά λιγάκι, ο καιρός κρύωσε, είπε η Ευανθία. - Θα είχατε αέρα στο βαπόρι, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, που είχε στρέψει προς το παράθυρο, είδε πως ο Στέφανος είχε τα μάτια απάνω της· και μια στιγμή δεν απάντησε. - Τι, θεία Κατίγκω; είπε ύστερα. Η Μαρίκα την κοίταξε: - Ρώτησε αν είχατε αέρα στο βαπόρι. - Όχι πολύ, είπε η Ευανθία και σώπασε. Η γιαγιά που είχε βγει ήρθε πάλι. - Μαρίκα, μίλησε. Η Μαρίκα κοίταξε. - Σε θέλει μέσα, της ψιθύρισε η γιαγιά. - Η γιαγιά δεν ησυχάζει, είπε η Ευανθία. - Τι; τέντωσε τ’ αφτί η γιαγιά. - Σήμερα μαγείρεψες μονάχη, είπε δυνατότερα η Ευανθία. - Ναι, μαγείρεψα, είπε η γιαγιά κ’ έμεινε κοιτάζοντας την πόρτα που η Μαρίκα έφυγε - - Ήσουν μέσα; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα ξαπλωμένη πάντα στον καναπέ. Η Μαρίκα στάθηκε ορθή μπροστά της. - Ναι, απάντησε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε. Είδε σουφρωμένα τα φρύδια της και πρόσεξε πως στα μάγουλά της πάλευαν να σβήσουν τα ελαφρά κοκκινωπά τους στίγματα. Την κοίταξε μια στιγμή κ’ έπειτα: - Ποιος άλλος είναι; ρώτησε. - Ο Στέφανος, απάντησε η Μαρίκα. - Άλλος, ρωτώ. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια. - Το ξέρεις, είπε. - Ναι, όμως πρόσεξε μη μου τη φέρουν μέσα. Η Μαρίκα την ξανακοίταξε. Έπειτα αφού κοίταξε κάτω άλλη μια στιγμή, έκαμε ένα βήμα προς τον καναπέ, σαν αρπαγμένη από έξαφνο αίσθημα. - Γιατί όλα αυτά, μαμά; γιατί; δοκίμασε να πει, ένα όμως νεύμα της κυρίας Αγλαΐας τη σταμάτησε. Έμεινε ορθή και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα χωρίς να κινηθεί: - Πήγαινε και πρόσεξε μη μου τη φέρουν· αυτό σε ήθελα, ψιθύρισε και γύρισε τα μάτια αλλού. Η Μαρίκα ήρθε πάλι στην τραπεζαρία. Η κυρία Κατίγκω και η γιαγιά σκυφτές, μιλούσαν ψιθυριστά χείλη με χείλη. Ο Στέφανος είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε, η Ευανθία στεκόταν κοντά στο ξανανοιγμένο παράθυρο. Μια αντηλιά έπαιζε τριγύρω στα μαλλιά της. Η Μαρίκα σταμάτησε στην πόρτα. Χωρίς να θέλει γύρισε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της κονσόλας. Τα κόκκινα στίγματα είχαν απλωθεί από τα μήλα σ’ όλο το μάγουλο· στα άχρωμα χείλη της είδε λευκότερα σημάδια, σα να τα δάγκασε. Ο Στέφανος φύσηξε τον καπνό προς το παράθυρο έξω. Η Ευανθία τον κοίταξε. Πίσω της σάλευε τα φύλλα η λεύκα, στον ουρανό άπλωναν τα σύννεφα σα μαδημένα. Ο στέφανος ξανακάπνισε, η Ευανθία τον πλησίασε και είπε: - Και συ κοίταζες. Ο Στέφανος δε μίλησε. Ξαναφύσηξε τον καπνό, κι ο καπνός σκόρπισε ωχρογάλανος γύρω στο πρόσωπο της Ευανθίας· έπειτα χρωματίστηκε μενεξεδένιος κ’ έσβησε σταχτοκίτρινος, πρασινωπός. Η Μαρίκα έκαμε να ξανακαθίσει στο σκαμνάκι. - Ναι, ναι, νονά, είπε η κυρία Κατίγκω, σα να έκλεινε την ομιλία. Η γιαγιά είδε τη Μαρίκα. - Τι ήθελε; τη ρώτησε. - Τίποτε, είπε η Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε χωρίς να θέλει. - Μα, γιαγιά, πήγαινε ντύσου· θα έρθει έξαφνα κανένας, είπε σιγά η Μαρίκα. - Μαρίκα! φώναξε την ίδια ώρα η Ευανθία από το παράθυρο. Η Μαρίκα πήγε. - Για δες· δεν έχει αλλάξει κάτι εδώ; - Το σπίτι εκεί· χτίστηκε τώρα, είπε η Μαρίκα. - Α, ναι, φαινόταν ο γιαλός. - Και η εκκλησίτσα. - Με τα δυο πευκάκια. - Και τα κυπαρίσσια, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία σώπασε. Και η Μαρίκα, ενώ ο Στέφανος την κοίταζε: - Θα πάμε να την ανοίξομε. Ε, δε θα την ανοίξομε, γιαγιά; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Την εκκλησίτσα. Μα η Μάρθα στάθηκε μπρος στο παράθυρο, και η κυρία Κατίγκω φώναξε: - Μα, Στέφανε! Η γιαγιά άπλωσε τα χέρια. Ο Στέφανος σηκώθηκε, η Μαρίκα όμως τον κράτησε. Και η Ευανθία, τραβώντας τη κοντά της: - Μαρίκα, φώναξε, θυμάσαι τη γριά με τις κατσίκες; Η Μαρίκα δε μίλησε. Ο Στέφανος έκλεισε πίσω το παράθυρο. - Και το βράχο στο ακρογιάλι; - Που ανέβαινες και φώναζες, είπε η Μαρίκα. - Και βούιζε η θάλασσα. - Η σπηλιά βούιζε. - Ναι, η σπηλιά. - Και τη φοβόσουν. - Τη γριά φοβόμουνα με τις κατσίκες, είπε η Ευανθία, και ο Στέφανος που ήρθε κοντά, ψιθύρισε: - Που δε σαλεύαν. - Ναι, δε σαλεύανε και τους πετούσα πέτρες για να σαλέψουν· και τότε έβγαινε η γριά και μου έδειχνε τα γούλια της με το μακρύ δόντι που έφτανε ως κάτω απ’ το πηγούνι. Μια μέρα με κυνήγησε, κ’ έτρεξα σπίτι -- - Ξυπόλυτη; είπε η Μαρίκα. - Ναι, κ’ η μαμά σου μ’ έδειρε. Η Μαρίκα σα να κοκκίνισε, και η Ευανθία καθώς την κοίταζε η γιαγιά, φώναξε: - Γιαγιά, θυμάσαι; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Που μ’ έδειρες. - Τρελή, είπε η γιαγιά, και η Ευανθία γυρνώντας στην κυρία Κατίγκω: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. - Θεία Κατίγκω, ξαναφώναξε η Ευανθία, θυμάσαι που μ’ έδερνε η γιαγιά; - Τρελή, ψιθύρισε πάλι η γιαγιά κ’ έκαμε να τη χαδέψει καθώς ήρθε και στάθηκε μπροστά της. - Πώς της πηγαίνουνε τα πράσινα! είπε η κυρία Κατίγκω σιγά στο Στέφανο, που είχε έρθει και κάθισε στο πλάι της. - Ναι, της πηγαίνουν, είπε η Μαρίκα που στεκόταν από πίσω ορθή· και κοίταξε το Στέφανο. Μα όταν ο Στέφανος πήγε κοντά της και την είδε πως ήταν ανήσυχη: - Με κάνει νευρική, του είπε καθώς της έπιασε το χέρι. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η γιαγιά. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Που κάθεται με τις παντούφλες, είπε ξανά η Μαρίκα. Ο Στέφανος την έπιασε από τη μέση και βημάτισαν μαζί στην κάμαρα. Η Ευανθία στεκόταν στο παράθυρο με τη γιαγιά· ο Στέφανος είδε πως η κυρία Κατίγκω την κοίταζε σαν ξεχασμένη. - Στενοχωρήθηκες· θες να καπνίσεις; του είπε η Μαρίκα που πρόσεξε πως είχε ξεχαστεί κι αυτός. - Όχι, απάντησε ο Στέφανος και της ξαναέπιασε τη μέση. Περπάτησαν πάλι, όμως δίχως να μιλήσουν. Εκεί είδαν την Ευανθία που πήγε πάλι στην κυρία Κατίγκω, και ο Στέφανος πρόσεξε πως τον κοίταζαν και οι δυο, η κυρία Κατίγκω σα λησμονημένη πάντα. Έπειτα άκουσαν πως κάτι ψιθύρισε η γιαγιά· και γύρισαν. - Ναι, ναι, είπε η γιαγιά, σα να μιλούσε μόνη της· και στάθηκαν και την κοίταζαν. Μα η Ευανθία πετάχτηκε έξαφνα κ’ έπιασε από τη μέση τη γιαγιά: - Να σε χορέψω; - Τρελή! είπε και την έσπρωξε η γιαγιά, και η Ευανθία στάθηκε κ’ έβλεπε γελώντας τη Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, μα ο Στέφανος σα να μην πρόσεχε. ΄Επειτα στρέφοντας προς τη γιαγιά: - Αλλά, γιαγιά, έκαμε να πει, μα ο Στέφανος την τράβηξε προς το παράθυρο. Στάθηκαν και κοιτάζαν έξω. Η Ευανθία πήρε τη γιαγιά και κάθισαν στο πλάι της κυρίας Κατίγκως, η Ευανθία στο σκαμνάκι εμπρός στα πόδια της. Ο Στέφανος και η Μαρίκα γυρίζοντας την είδαν που έπιασε το χέρι της: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε, σα να ξυπνούσε, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! - Τι παιδί μου; - Τραγούδησέ μας. - Μα Ευανθία, είπε η Μαρίκα από αντικρύ, όμως η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω την έβλεπε σα να μην ένιωθε, η Ευανθία ψιθύρισε: - Στη φυσαρμόνικα, ένα τραγούδι. - Μα Ευανθία, είπε πάλι η Μαρίκα· η Ευανθία όμως έφερε τη φυσαρμόνικα και παρακάλεσε ξανά; - Θεία Κατίγκω! - Όχι χρυσή μου, δεν μπορώ, δοκίμασε να πη η κυρία Κατίγκω, μα η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Και η γιαγιά που έβλεπε την Ευανθία, είπε κι αυτή: - Έλα Κατίγκω. Η Μαρίκα κοίταξε τη γιαγιά κ’ έπειτα το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος ψιθύρισε: - Έλα, μητέρα. Η Μαρίκα έκαμε κίνημα,. αλλά η κυρία Κατίγκω είχε πάρει τη φυσαρμόνικα. - Δεν μπορώ, ξαναείπε σιγαλά. Ανέβασε όμως το βέλο της πιο απάνω και φάνηκε αποκάτω μελαψό, αφτιασίδωτο το μέτωπο. Η Μαρίκα γύρισε τα μάτια αλλού, ενώ η κυρία Κατίγκω έφερνε τα δάχτυλα στα κόκκαλα της φυσαρμόνικας. Τα κίνησε σ’ αυτά, σα να δοκίμαζε. Αλλά σταμάτησε μεμιάς· σταμάτησε και κοίταζε μπροστά της. - Σα φύλλο, της είπε η Ευανθία σιγά, καθώς σταμάτησε. Μα η κυρία Κατίγκω την κοίταξε μονάχα, σα να μην άκουσε. Έπειτα έριξε τα μάτια της πάλι μπροστά, ίσια στο Στέφανο, και βλέποντας χαμένα εκεί έπαιξε και τραγούδησε: Τα μάτια σου κλαίνε, Λενίτσα Λενιώ…. τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Ο Στέφανος έκαμε κίνημα, αλλά η κυρία Κατίγκω εξακολούθησε: Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά, αχ άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. Η φωνή της κυρίας Κατίγκως έτρεμε· τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Ο Στέφανος της άρπαξε τη φυσαρμόνικα. Η Μαρίκα είχε γυρίσει και κοίταζε την Ευανθία, η κυρία Κατίγκω σκέπασε τα μάτια με τα χέρια. - Κατίγκω! Κατίγκω! είπε η γιαγιά. - Το ξέρατε, ψιθύρισε η Μαρίκα. Η γιαγιά της έριξε μια άφωνη ματιά. - Αχ ναι, είπε σιγά έπειτα κ’ έφυγε συρτά…. Έξω πύκνωσαν και χαμήλωσαν τα σύννεφα και η κάμαρα σκοτείνιασε. - Θα βρέξει, είπε η Ευανθία ορθή εμπρός στο παράθυρο. Η Μαρίκα την κοίταξε. Από κάτω ακούστηκαν οι πάπιες που χτυπούσαν τα φτερά τους, και η Ευανθία έσκυψε στο τζάμι. Η κυρία Κατίγκω κατέβασε πάλι το βέλο της. - Στέφανε, θα μείνεις; είπε και σηκώθηκε. - Να έρθω μαζί; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα γύρισε και τον κοίταξε. - Όχι, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θεία Κατίγκω, φεύγεις κιόλα; φώναξε η Ευανθία που γύρισε από το παράθυρο και την είδε που έσιαζε στον καθρέφτη το καπέλο της. - Μαμά, μείνε λιγάκι, είπε και η Μαρίκα. - Πρέπει να πάω, απάντησε η κυρία Κατίγκω· θα έρθω άλλη μέρα, γύρισε στην Ευανθία που την πλησίασε. - Αν δεν έρθεις πριν εσύ, είπε σιγαλότερα και ακούμπησε το χέρι απάνω της. Η Ευανθία την κοίταξε. - Περιμένεις μια στιγμή; τη ρώτησε γοργά και πήδησε στην πόρτα. Η κυρία Κατίγκω έκαμε να στρέψει πάλι μέσα, μα καθώς έστρεψε, κινήθηκε στο πλάι η άλλη πόρτα και μέσα από το άνοιγμα είδε δυο μάτια καρφωμένα απάνω της. Μια στιγμή σα να καρφώθηκε κι αυτή στη θέση της. Μα αμέσως, χωρίς να το αισθανθεί: - Στέφανε! έβγαλε φωνή. - Πάμε! του ξαναφώναξε, όπως έστρεψε ο Στέφανος και κοίταξε. - Αλλά… δεν είπες; θέλησε να ψιθυρίσει ο Στέφανος. - Όχι, όχι, πάμε, ένεψε γοργά η κυρία Κατίγκω κ’ έφυγε. Καθώς περνούσε στο διάδρομο, η πόρτα της κυρίας Αγλαΐας έκλεισε δυνατά μπροστά της, σαν επίτηδες. Και η υπηρέτρια ορθή έξω από την πόρτα εκεί, την κοίταζε… Η Μαρίκα συνόδεψε το Στέφανο στο διάδρομο. Η Ευανθία ήρθε τρεχάτη μ’ ένα δεματάκι. - Έφυγαν; είπε ρίχνοντας ματιά στην άδεια κάμαρα. Η Μαρίκα την κοίταξε μονάχα· και στρέφοντας και πάλι μέσα είδε στην άλλη πόρτα την όψη του παππού σα σφηνωμένη μέσα στο άνοιγμα. Κ’ έμεινε και την κοίταζε. Η κυρία Κατίγκω περίμενε το Στέφανο έξω στο δρόμο. - Μα, μητέρα, τι έπαθες; ρώτησε ο Στέφανος. - Τίποτε, είπε βιαστικά η κυρία Κατίγκω. - Τίποτε, πάμε, ξαναείπε και του έπιασε το χέρι. Άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταλαματιές, και τάχυναν το βήμα. Αραιοί διαβάτες περνούσαν γρήγορα χωρίς να χαιρετήσουν. Μια στιγμή άνοιξε πίσω κάποια σιδερένια πόρτα και ξαναέκλεισε με ορμή, και η κυρία Κατίγκω στριμώχτηκε σφιχτότερα στο Στέφανο. Μια δυνατή πνοή σήκωσε έπειτα σύννεφο τη σκόνη και τους τύλιξε σε λίγο μέσα. Όταν πέρασε, είχαν φτάσει στο ακρογιάλι. Σε μερικά καΐκια αραγμένα εκεί κατεβάζαν τα πανιά· οι γλάροι πετούσαν γύρω τους σε χαμηλά στενά τόξα, και η θάλασσα απλωνόταν ανήσυχα βουβή και σκοτεινή. Η κυρία Κατίγκω σταμάτησε όταν έφτασαν στο σπίτι και ανέβηκαν τη σκάλα. Εκεί έκλεισε την πόρτα, έπιασε το χέρι του Στέφανου και του είπε: - Παιδί μου, Στέφανε… να ζήσεις, άκου: μην ξαναπάς σ’ αυτό το σπίτι. - Αλλά, μητέρα…, έκαμε να πει ο Στέφανος, μα η κυρία Κατίγκω τον σταμάτησε: - Μη, μην ξαναπάς! Και η φωνή της και η ματιά είχαν βαθιά κάτι παρακαλεστικό και τρομαγμένο. Και ο Στέφανος έμεινε μπροστά της άφωνος, ενώ η μπόρα χτυπούσε στα τζάμια με όλη της την πρώτη ορμή. [Επεξεργασία] ΙΙ - Ωραία μέρα, είπε η Ευανθία κοιτάζοντας προς το παράθυρο. Η Μαρίκα έριξε πίσω το κεφάλι και στύλωσε τα μάτια έξω. Ο ήλιος έλαμπε, ο ουρανός έφεγγε. - Βγαίνομε έξω; είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα δε μίλησε, ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα. - Πάμε περίπατο; ξαναείπε η Ευανθία. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Σου αρέσει αλήθεια; είπε σιγά. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα σιγά κι αυτός: - Μα δε σου είπα! Η Μαρίκα ξανακοίταξε μπροστά της κ’ έπειτα γύρισε πάλι: - Όχι, το χρώμα δε μου πάει· είμαι κίτρινη. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Για ξαναφόρα το, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή. - Το κέντημα στη ζώνη δε μου αρέσει, ψιθύρισε έπειτα. - Τότε βγάλε το, της είπε ο Στέφανος. - Βάλε μόνο μια κορδέλα με μια αγράφα, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα κρέμασε τα χέρια και κοίταξε το Στέφανο. - Είμαι κίτρινη, είπε σιγά. - Είσαι ωραία, της είπε ο Στέφανος σιγότερα, ενώ η Ευανθία ξεφύλλιζε ένα φιγουρίνι απάνω στο τραπέζι. Η Μαρίκα έμεινε με τα χέρια κρεμασμένα κάτω· η Ευανθία ήρθε μπροστά της. - Να, σαν αυτή, είπε κ’ έδειξε ένα σχέδιο στο φιγουρίνι. Η Μαρία κοίταξε. - Και τούτη η τάγια εδώ… κάμε την έτσι, είπε η Ευανθία. - Δε μου αρέσει, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα και γύρισε προς το παράθυρο. Ο Στέφανος της έπιασε το χέρι: - Φαίνεσαι κουρασμένη. Η Ευανθία άφησε το φιγουρίνι. Φόρεσε αυτή το επανωφόρι και πήγε στον καθρέφτη. - Εγώ έτσι θα το έκανα, είπε και μάζεψε το ύφασμα στη μέση· πού έχεις μια κορδέλα; Κρατώντας τα χέρια στη μέση κοίταζε στον καθρέφτη. Στο βάθος έβλεπε τη Μαρίκα σκυφτή και τα μάτια του Στέφανου ριγμένα στον καθρέφτη. Της φάνηκε σα να κοκκίνισε, και πήρε τη ματιά από κει. Μισογυρνώντας το κορμί ξανακοίταξε τη μέση της και φώναξε; - Μαρίκα! Η Μαρίκα γύρισε. - Να, δες εδώ… Στην πόρτα παρουσιάστηκε ο άσπρος σκούφος και η σταχτιά ρόμπα του παππού με τα σιρίτια ξεφτισμένα στα μανίκια. Κάτω απ’ το σκούφο γυάλιζαν ανήσυχα τα μάτια του. Η Ευανθία γύρισε κείθε. - Καλημέρα, παππού, φώναξε. Ο παππούς κοίταξε γύρω, σα να ζητούσε κάτι. - Τι είναι παππού; ξαναείπε η Ευανθία. Ο παππούς ήρθε στο τραπέζι, έπειτα πήγε στον κομό. - Γυρεύεις τίποτε; ρώτησε πάλι η Ευανθία. - Τα σπίρτα… μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, και ο Στέφανος σηκώθηκε. - Πάρε τα δικά μου, παππού, είπε και του έδωσε τα σπίρτα. Ο παππούς ήρθε και στάθηκε μπρος στο παράθυρο. Στάθηκε, κοίταξε έξω μια στιγμή κ’ έπειτα είπε: - Τη νύχτα έβρεξε. - Το απόγευμα, παππού, είπε η Ευανθία. - Τη νύχτα, είπε ξανά ο παππούς. - Τη νύχτα, ναι, οληνύχτα, είπε η Μαρίκα κοιτάζοντας την Ευανθία. Ο παππούς γύρισε και σύρθηκε έξω, και η Ευανθία βλέποντας τη Μαρίκα: - Τη νύχτα, ψιθύρισε σα μηχανικά. Μα έπειτα πιάνοντας τον ώμο της Μαρίκας; - Αλήθεια, δε μου τέλειωσες την ιστορία, είπε σαν ξαφνικά. - Ποια ιστορία; - Που μου άρχισες ψες βράδυ στο παράθυρο, για τ’ άστρα. - Α, ναι, θυμήθηκε η Μαρίκα. Και γυρίζοντας στο Στέφανο: Για τον Ωρίωνα, είπε κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος τινάχτηκε, σα να ξαφνίστηκε. - Έλα, πες τη, ξαναζήτησε η Ευανθία και περίμενε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε η υπηρέτρια που έβγαλε φωνή, και η Ευανθία έτρεξε κει. Ο Στέφανος κοιτάχτηκε με τη Μαρίκα. - Ευανθία! φώναξε γοργά η Μαρίκα. Μα η Ευανθία δε γύρισε. Σταμάτησε στην πόρτα εμπρός στον παππού που έτρεχε κοντά στην υπηρέτρια. - Τα σπίρτα, της ψιθύρισε ο παππούς. - Τα σπίρτα μου τα ξαναπήρε, ψιθύρισε πάλι και στάθηκε και κοίταζε την Ευανθία. - Ευανθία, ξαναφώναξε η Μαρίκα, έλα άκουσε το μύθο. Η Ευανθία γύρισε. Μα σα να ξέχασε: - Τι; ρώτησε. - Για τον Ωρίωνα, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο: - Α ναι, ποιος ήταν; Η Μαρίκα σταμάτησε, μα έπειτα: - Ένας που αγάπησε την Άρτεμη, είπε. - Α ναι, κι αυτή; Μα η Μαρίκα δεν απάντησε. Η γιαγιά ήρθε στην πόρτα και πήρε από το χέρι τον παππού. Η Ευανθία στάθηκε και κοίταζε, ενώ ο παπαγάλος φώναζε από το διάδρομο: - Παππού! παππού! Ο Στέφανος πλησίασε στο παράθυρο που ήταν ορθή η Μαρίκα. - Φαίνεσαι κουρασμένη· δεν κοιμήθηκες καλά; τη ρώτησε. - Ω ναι, είπε η Μαρίκα. Σώπασαν λίγες στιγμές. Από κάτω ανέβαινε η υγρασία της νοτισμένης γης. Η μισομαδημένη λεύκα έμενε ακίνητη· μόνο σε μια άκρη ενός κλαδιού σάλευαν δυο καρδερίνες. Στην αντικρινή ταράτσα παρδαλές πλατιές κουβέρτες απλωμένες έμοιαζαν σημαίες που με το κόκκινό τους βάθος έδιναν όψη φαιδρή στην ερημιά του μικρού δρόμου. Ένας φλώρος κρεμασμένος κάπου σε κλουβί σκόρπισε έξαφνα ένα συρτό μονότονο κελάδημα, και οι καρδερίνες απάντησαν μ’ ένα πιο σύντομο ψιθυρητό. Ο Στέφανος έπιασε τον ώμο της Μαρίκας. Μια από τις καρδερίνες πήδησε στο άλλο κλαδί κουνώντας τη λευκοστιγμένη μαύρη ουρά. Τα σταχτοκίτρινα φτερούγια έπαιξαν παρδαλά στον ήλιο, και από το μικρό κεφάλι έσμιξαν λάμψεις κόκκινες σα ρουμπινιού. Ο Στέφανος θέλησε να δείξει της Μαρίκας το πουλί, μα η Μαρίκα κοίταζε αντίκρυ. Κοίταζε αντίκρυ προς το ορθόβραχο βουνό που ίσκιωνε αποκάτω του μαβιά το γυμνό σταχτερό λόφο· λευκόχριστα σπιτάκια στριμωγμένα στο πλευρό του λόφου αραδιαστά, έμοιαζαν σα σκαλοπάτια προς το βαρύ σκοτεινό κάστρο που ύψωνε στην κορυφή κεραμιδόχρωμα τα μισογκρεμισμένα τείχη του. Η Μαρίκα κοίταζε τους ίσκιους που έριχνε το ψηλό βουνό στο λόφο, και ο Στέφανος, σα να θέλησε να τους σκορπίσει από μπροστά της, της έπιασε τη μέση κ’ έκαμε πάλι να της δείξει το πουλί. - Για δες, ψιθύρισε. Μα όταν η Μαρίκα γύρισε να δει, το πουλί είχε φύγει. - Για δες. Και ο Στέφανος έδειξε κάτω τον τοίχο της αυλής, όπου ένα βυσσινοκόκκινο περιπλοκάδι πλεγμένο με τον πράσινο κισσό απλωνότανε μαζί του κλαδιστό σα φλέβες αίμα, σαν παρακλάδια βουνών και ποταμιών σε χάρτη, κ’ έκανε αληθινά τον τοίχο σαν εικόνα χρωματισμένη φανταστικά. Η Μαρίκα έσκυψε και κοίταξε. Έπειτα σήκωσε το σώμα και αφού κοίταξε και πάλι μπροστά της, ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Στέφανε, είπε. Ο Στέφανος την κοίταξε. Η Μαρίκα σταμάτησε μια στιγμή. - Θυμάσαι πότε άρχισε η αγάπη μας; ρώτησε αμέσως έπειτα αργά και σαν ψιθυριστά. - Από το βράδυ εκείνο, είπε ο Στέφανος αργά κι αυτός. - Ποιο βράδυ; Όταν σε φώναξε η γιαγιά; Ο Στέφανος σα να ένεψε. - Όχι πρωτύτερα; Ο Στέφανος την κοίταξε. - Όχι πρωτύτερα; ξαναείπε πάλι αργά η Μαρίκα. Κι όταν σε φώναξε η γιαγιά, ε για πε μου, πρόσθεσε ύστερα. - Ήσουνα τόσο ωραία στο ηλιοβασίλεμα. - Θέλεις να πεις, τότε δεν ήμουνα χλωμή. - Μαρίκα, είπε ο Στέφανος και της έπιασε το χέρι. - Ναι, κ’ ήτανε τόσο ζεστός ο αέρας. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή και ανάσανε, σα ν’ ανάσαινε εκείνον τον αέρα. Έπειτα ξανακοιτάζοντας το Στέφανο στα μάτια: - Ξέρεις γιατί σε φώναξε η γιαγιά; είπε. - Γιατί; ρώτησε ο στέφανος. - Επίτηδες, είπε η Μαρίκα, και στα χείλη της τρεμούλιασε ένα χαμόγελο που μόλις το είδε ο Στέφανος. Και ο Στέφανος μη νιώθοντας. - Επίτηδες; ρώτησε πάλι σα μηχανικά. - Ναι, ήξερε πως δεν το ήθελε η μαμά, είπε η Μαρίκα χωρίς να πάρει τη ματιά από πάνω του. Το χέρι του Στέφανου που κρατούσε το δικό της χαλάρωσε άθελα. - Λοιπόν καλύτερα να μη με φώναζε; Η Μαρίκα έσφιξε πιο πολύ το χέρι του κ’ έσυρε κοντύτερα το Στέφανο: - Όχι, Στέφανε, όχι· δεν είπα αυτό, είπε γοργά. Και όσο ο Στέφανος την κοίταζε άφωνος, εξακολούθησε: - Είπα μόνο πως η γιαγιά κάνει ό, τι δεν αρέσει της μαμάς. Να, σήμερα μάλωσαν πάλι. Μπήκε στην κάμαρά της δίχως να χτυπήσει. Και η μαμά ήταν άντυτη. Ο Στέφανος χαμογέλασε. - Το ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Και μένα δε μου αρέσει. Και μένα με κάνει νευρική συχνά. - Που γυρνά με τις παντούφλες, ξαναγέλασε ο Στέφανος. - Ναι, κι αυτό το κάνει γιατί ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Ο Στέφανος έκαμε να τη χαδέψει: - Παιδί, παιδί. - Ναι, ναι· θέλεις να σου πω κ’ ένα άλλο; είπε η Μαρίκα και σταμάτησε. - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος και την κοίταξε προσμένοντας. - Να, και την Ευανθία την έφερε, και η Μαρίκα δεν πρόσεξε ένα κίνημα του Στέφανου, γιατί ξέρει πως δεν την ήθελε η μαμά. - Και τη μητέρα μου, κ’ εμέ τον ίδιο, είπε ο Στέφανος μ’ ένα χαμόγελο. Βρέθηκαν ένα βήμα ο ένας μακριά από τον άλλο. Η Μαρίκα χαμήλωσε τα μάτια, ο Στέφανος κοίταζε έξω. Σώπασαν μια στιγμή. Έπειτα η Μαρίκα ήρθε και του άρπαξε και τα δυο χέρια: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Έλα, φίλησέ με, του φώναξε μεμιάς και τον αγκάλιασε. Ο Στέφανος τη φίλησε. - Και σένα, είπε έξαφνα η Μαρίκα, σα να συνέχιζε το στοχασμό της. Γιατί σ’ έφερε σένα, γι’ αυτό την αγαπώ. Κ’ ενώ ο Στέφανος σώπαινε. - Τη γιαγιά, πρόσθεσε και ακούμπησε τα χέρια στους ώμους του. - Ξέρεις, Στέφανε, πώς μου είναι; είπε έπειτα από μια στιγμή. - Πώς; ρώτησε ο Στέφανος μηχανικά, σαν άθελα. - Σα μοίρα, είπε αργά η Μαρίκα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τον. - Σα μοίρα μου, ξαναψιθύρισε, κι αμέσως, σα μ’ έξαφνο ξέσπασμα: Έλα, φίλησέ με πάλι, φώναξε γοργά. Στα μάτια, ναι, στα μάτια· το ξέρεις πως μου αρέσουνε φιλιά στα μάτια, είπε με αργότερη, βραχνότερη φωνή κ’ έγειρε το κεφάλι στο λυγισμένο μπράτσο του Στέφανου. [Επεξεργασία] ΙΙΙ Ο Στέφανος, γυρνώντας σπίτι, κάθισε στο καφενείο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα μπροστά του στρωνόταν κατακόκκινη στο ηλιοβασίλεμα. Μια όμοια λάμψη φώτιζε τη θάλασσα το βράδυ εκείνο που η γιαγιά τον έκραξε στο εκκλησιδάκι έξω εκεί στην ακροθαλασσιά. Η Μαρίκα στέκονταν ορθή, και το ανοιχτόχρωμο φόρεμά της έφευγε κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα. Ο Στέφανος δεν τη γνώρισε, μάντεψε όμως ποια ήταν άμα είδε τη γιαγιά. Έδωσαν τα χέρια και κοιτάχτηκαν, παράξενα του φάνηκε. Του φάνηκε ακόμα πως η Μαρίκα κοκκίνισε. Ο Στέφανος έλειπε χρόνια, και η γιαγιά τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Η Μαρίκα του είπε μόνο καλώς ήρθες. Ύστερα τον ρώτησε για τη μαμά του. Ο Στέφανος θυμάται πως της απάντησε με τόνο: - Η μητέρα μου; Καλά, ευχαριστώ. Έπειτα γύρισε στη γιαγιά και είπε: - Ρώτησα για σας, νονά. Και ύστερα πρόσθεσε: - Και χάρηκα … Θυμάται πως δεν τελείωσε, γιατί τον κοίταξε η Μαρίκα· τον κοίταξε πάλι παράξενα. Έπειτα γύρισε η ομιλία αλλού. Η γιαγιά του είπε πως ευχαριστήθηκε πολύ που άκουσε πως θα μείνει τώρα εδώ, να πάρει το γραφείο του πατέρα του. - Ο καημένος ο Γιάγκος κουράζεται πολύ, είπε. - Και η Κατίγκω, πρόσθεσε, ναι, τι καλά που θα είναι και για την Κατίγκω. - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Και η Ευανθία, νονά; ρώτησε έπειτα από μια στιγμή. Η Μαρίκα τον κοίταξε, ενώ η γιαγιά απάντησε: - Προχτές μας έγραψε. Καλά είναι. Το χειμώνα που μας πέρασε ήρθε και μας είδε. Μα η θεία της αρρώστησε, και δεν κάθισε πολύ. - Τα έμαθα, είπε ο Στέφανος. Και πρόσθεσε: - Από τη μητέρα μου. - Ναι, η Κατίγκω την αγαπά πολύ· της φαίνεται πως βλέπει ... Και η γιαγιά σώπασε. ΄Επειτα μίλησαν γι’ άλλα πράγματα. Ο Στέφανος τις συνόδεψε ως το σπίτι. Όταν χωρίστηκαν, η Μαρίκα τον κοίταξε πάλι παράξενα ενώ του έδινε το χέρι. Και όταν έμπαινε στην πόρτα, γύρισε και τον ξαναείδε. Αυτό το βράδυ ήταν η πρώτη αρχή. - Όχι πρωτύτερα; Όσο και αν έκανε ο Στέφανος να θυμηθεί, πρωτύτερα θυμόταν τη Μαρίκα μόνο μικρή, που την έφερνε η γιαγιά και παίζανε. Αυτή, αυτός και οι δυο Ευανθίες. Πότε στον κήπο, πότε στην ακροθαλασσιά, και το χειμώνα στο βουνό πίσω από το κάστρο, που έτρεχε μέσα στην πρασινάδα η ρεματιά. Ταχτικά, καθημερινά σχεδόν. - Κατίγκω! έτοιμα τα παιδιά; φώναζε η γιαγιά από την αυλόπορτα. -Έρχονται αμέσως, απαντούσε η κυρία Κατίγκω, κι ο Στέφανος βιαζότανε να κατεβεί τα σκαλιά δυο δυο. - Το νου σου! δε σου φεύγει· θα σκοτωθείς! του φώναζε από πίσω η κυρία Κατίγκω, που κατέβαζε την Ευανθία της από το χέρι. Ο Στέφανος κρατούσε κιόλα το χέρι της άλλης Ευανθίας, όταν έφτανε η κυρία Κατίγκω με την αδερφή. - Πάλι μονάχη σου, νονά; έλεγε η κυρία Κατίγκω και χαιρετιότανε με τη γιαγιά. - Η υπηρέτρια δεν άδειαζε, απαντούσε η γιαγιά και κοίταζε την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω, που ένιωθε τη ματιά, της ψιθύριζε σιγά στο αυτί. - Ναι, ναι, καλύτερα. - Να λείπω· δε βαστιέται· πάντα με τη νομαρχία, έλεγε και η γιαγιά σιγά κ’ ήθελε να σταθεί ν’ αλλάξει ακόμα λίγα λόγια με την κυρία Κατίγκω, μα ο Στέφανος είχε πιάσει από το χέρι τις δυο Ευανθίες και ήταν έξω πια από την αυλόπορτα. - Ευανθία, Ευανθία! φώναζε η γιαγιά, και γύριζαν για μια στιγμή και οι δυο Ευανθίες. - Ευανθία! ξαναφώναζε, αλλά δε γύριζε καμιά. - Εγώ τα φταίω με τ’ όνομα, αλλά μου αρέσει, έλεγε η γιαγιά και σταματούσε να ψιθυρίσει κάτι ακόμα της κυρίας Κατίγκως· μα η Μαρίκα την τραβούσε από το φόρεμα, κ’ έφευγε η γιαγιά. Σε λίγο ήταν έξω στο ακρογιάλι, και τα παιδιά γέμιζαν τα κουβαδάκια τους στον άμμο. Η γιαγιά έβγαζε από το τζαντάκι την κάλτσα της και τα γυαλιά. Έπειτα άπλωνε το μαντήλι κάτω, και τα παιδιά σώριαζαν μέσα τα κοχύλια που μάζευαν. Και όταν το μαντήλι γέμιζε, τα έφερναν και τα έριχναν στην ποδιά της γιαγιάς. - Έλα, φτάνει πιά· μου μουσκέψατε το φόρεμα, τους έλεγε η γιαγιά. Και άφηνε την κάλτσα και τα βοηθούσε να μοιράζουν τα κοχύλια. Οι δυο Ευανθίες μάλωναν πάντα μεταξύ τους, και ο Στέφανος και με τις δυο. Η Μαρίκα γέμιζε σιωπηλή το κουβαδάκι με όσα της έδινε η γιαγιά. Και κάθιζε στον άμμο και τ’ άδειαζε και τα ξανάδειαζε· τα σώριαζε, τ’ αράδιαζε σε γραμμές και τα κοίταζε. Έπειτα σήκωνε πάλι τα μάτια και κοίταζε μπροστά της τον αέρα, τα πεύκα που στέκονταν ακίνητα στους βράχους, τη θάλασσα που έσμιγε πέρα σε μια γραμμή θολή και ασάλευτη τον ουρανό. Οι δυο Ευανθίες και ο Στέφανος άφηναν τα κοχύλια και πηδούσαν στο νερό. Πρώτη η Ευανθία της γιαγιάς. Κυνηγιόντανε, βουτούσαν ως τα γόνατα, έβρεχαν τα μεσοφόρια· πιτσίλιζαν τις πλάτες και νοτίζαν τα μαλλιά. Τα καστανόξανθα μαλλιά της Ευανθίας έφεγγαν στον ήλιο. Η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. - Μαρίκα, έλα και συ· δε θέλεις; της έλεγε η γιαγιά. Η Μαρίκα κοίταζε. - Τι; έλεγε ύστερα. - Να μπεις στη θάλασσα. - Όχι. - Γιατί; κρυώνεις; Η Μαρίκα κοίτα τη γιαγιά. - Ναι, θέλησε να πει μια μέρα, μα σταμάτησε, σα να μην ήθελε να πει το ψέμα. - Δεν το θέλει η μαμά, είπε ύστερα σιγά. - Η μαμά πολλά δε θέλει, μα δεν της το λέμε, ψιθύρισε η γιαγιά· έλα! - Και εγώ δε θέλω, είπε η Μαρίκα σα με πείσμα. - Γιατί; - Γιατί δεν το θέλει η μαμά, απάντησε η μικρή και κοίταξε τη γιαγιά στα μάτια. Η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως στάθηκε κει μπροστά και γέλασε. - Δε σε ξαναπαίζουμε, είπε της Μαρίκας κ’ έδωσε γοργή κλωτσιά στα κοχύλια της τ’ αραδιασμένα χάμω. Η Μαρίκα έκλαψε και δεν ξαναήρθε πια με τη γιαγιά. Η Ευανθία διηγήθηκε των παιδιών την άλλη μέρα πως η μητέρα της Μαρίκας μάλωσε με τη γιαγιά. ΄Επειτα άκουσαν τη γιαγιά που ψιθύριζε κρυφά με την κυρία Κατίγκω. - Είναι ανυπόφορη· ολοένα με τη νομαρχία, έλεγε η γιαγιά. - Μου γύρισε κ’ εμέ τις πλάτες, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θέλει να διώξει και την Ευανθία. - Και ο νονός; - Όπως κατάντησε ο νονός! Και η γιαγιά αναστέναξε. ........................................... Η κυρία Κατίγκω έπαιρνε συχνά τη φυσαρμόνικα κ’ έπαιζε των παιδιών· και η γιαγιά τους τραγουδούσε: Τα πουλιά στα κλώνια ζυγά ζυγά, και τα χελιδόνια ... Και τα παιδιά ζητούσανε να βρουν τη ρίμα. - Μες στη φωλιά, έλεγε το ένα. - Στη αμμουδιά, έλεγε το άλλο. Η γιαγιά δεν την ήξερε κι αυτή και δεν αποτελείωνε το τραγούδι. Και τα παιδιά γελούσαν. Κάποτε έπαιρναν τη φυσαρμόνικα και στο ακρογιάλι, και όταν έφεγγε το φεγγάρι έβγαιναν με τη βάρκα έξω στη θάλασσα. Ο πατέρας κάθιζε στα κουπιά, ο Στέφανος κοντά του, και οι δυο Ευανθίες στο πλάγι της κυρίας Κατίγκως. Η γιαγιά κρατούσε το κοφινάκι με τις φέτες τα ψωμιά. - Φεγγάρι, φεγγαράκι, τραγουδούσαν τα παιδιά, και η κυρία Κατίγκω τ’ ακολουθούσε με τη φυσαρμόνικα. Οι δυο Ευανθίες ακουμπούσανε στα γόνατά της, και η κυρία Κατίγκω έριχνε πίσω το κεφάλι και κοίταζε τη θάλασσα. Ο Στέφανος χτυπούσε με το χέρι το νερό σα με κουπί ή σηκωνόταν κ’ έστεκε ορθός στη βάρκα και γύρευε να την κάμει να τρεκλίσει. - Στέφανε! του φώναζε η μητέρα. - Παλικαριές, ψιθύριζε η Ευανθία. - Έλα τώρα, του έλεγε η γιαγιά, που άρχιζε να μοιράζει τα ψωμάκια. Τότε άρχιζε να τραγουδά ο πατέρας. Δεν ήξερε να τραγουδά σωστά, μουρμούριζε μόνο κομμένα λόγια και κοίταζε την κυρία Κατίγκω, που με το κεφάλι γερμένο πίσω και με τη φέτα το ψωμί αφημένη στα γόνατα έμενε ακίνητη και σιωπηλή κ’ έβλεπε τη θάλασσα. - Κατίγκω, ξεχάστηκες, της έλεγε η γιαγιά. - Έλα, μαμά, της φώναζε η Ευανθία. Ο πατέρας άφηνε τα κουπιά και την περίμενε να τραγουδήσει. Η κυρία Κατίγκω αγαπούσε μελαγχολικά τραγούδια, και ο Στέφανος δεν την ήθελε ν’ αρχίσει. Σκουντούσε τον πατέρα να ξαναπιάσει τα κουπιά. Μα και η Ευανθία της γιαγιάς σκουντούσε την κυρία Κατίγκω: - Έλα θεία Κατίγκω! - Σα φύλλο, θεία Κατίγκω, ξαναπαρακαλούσε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω έπαιρνε τη φυσαρμόνικα σιγά σιγά σαν κουρασμένη και άρχιζε να τραγουδά: Σα φύλλο κίτρινο και μαραμένο ... - ΄Όχι, όχι κίτρινο· το άλλο, την έκοβε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω άλλαζε το σκοπό, και τραγουδούσαν και οι δυο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Η άλλη Ευανθία τις ακολουθούσε σιγαλά. Έπειτα σώπαινε μεμιάς. Η κυρία Κατίγκω έπαυε το σκοπό κι αυτή και άφηνε να σβήνει στα νερά μόνη η φωνή της Ευανθίας της γιαγιάς: προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Ένα βράδυ το τραγουδούσαν στην ακρογιαλιά μαζί με την κυρία Κατίγκω καθισμένες χάμω στην αμμουδιά. Και ξαφνικά το άκουσαν από πίσω. Τους φάνηκε πως ήταν η ηχώ του βράχου. Γύρισαν να δουν, και η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε σαν ξαφνιασμένη. Μα η Ευανθία γνώρισε δυο μάτια που έφεγγαν στη σκοτεινιά. - Ο παππούς! είν’ ο παππούς, φώναξε. Και πήγε ίσια επάνω του και ξαναφώναξε: - Με τη Μαρίκα! Ήταν αληθινά ο παππούς και κρατούσε από το χέρι τη Μαρίκα. - Η Μαρίκα! φώναξε και η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως. Η Μαρίκα στεκότανε σαν ξαφνιασμένη και δεν άφηνε το χέρι του παππού. - Πάμε, πάμε, του σκουντούσε το γόνατο με το χέρι. Ο παππούς έμενε ακίνητος. - Ήρθα για τη γιαγιά, ψιθύρισε της κυρίας Κατίγκως. Μα η γιαγιά έλειπε το βράδυ αυτό. Η Ευανθία θέλησε να πάρει τη Μαρίκα από το χέρι του παππού Μα η Μαρίκα της είπε σιγαλά: - Δεν το ξέρει η μαμά. Και τράβηξε την Ευανθία. Η Ευανθία πήγε μαζί της, κ’ έφυγαν και οι δυο με τον παππού. Η άλλη Ευανθία κι ο Στέφανος έμειναν πίσω με την κυρία Κατίγκω. - Φοβήθηκα, είπε η Ευανθία. - Είδες πώς έφεγγαν τα μάτια του; είπε ο Στέφανος· γιατί μητέρα; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έπιασε μόνο από το χέρι και τα δυο παιδιά. Η Μαρίκα δεν ξαναήρθε στο ακρογιάλι. …………………………….. Ύστερα ερχόταν ο χειμώνας κ’ έστρωνε την αμμουδιά με σταχτοπράσινα μουσκεμένα φύκια. Ο αέρας σφύριζε μελαγχολικά στα κιτρινισμένα βούρλα και στη μαδημένη καλαμιά. Η γιαγιά έφερνε τότε τα παιδιά έξω στους λόφους πίσω από το κάστρο, όπου ο ήλιος έλαμπε χαρωπά στη νέα χλόη. Ανέβαιναν από το μονοπάτι σέρνοντας το αμαξάκι με τις κούκλες και σταματούσανε στη γέφυρα κ’ έβλεπαν κάτω το κανάλι που άραζαν τα ψαράδικα καΐκια με τα κόκκινα πανιά, και οι μαούνες άδειαζαν τα πορτοκάλια φανταχτερούς σωρούς στο μώλο. Έπειτα έγερναν κάτω κ’ έβγαιναν στο λαγκάδι όπου κυλούσε η ρεματιά. Ο Στέφανος σκαρφάλωνε ψηλά στις λευκαμένες πέτρες, οι δυο Ευανθίες γύρευαν στην άκρη βώλους και παρδαλά χαλίκια. - Στέφανε! εκεί είν’ ένας, φώναζε η αδερφή κ’ έδειχνε μέσα στο κελαρυστό νερό. Ο Στέφανος πηδούσε δω, βουτούσε κει, κλονιζόταν μια στιγμή· ύστερα ζυγιαζότανε στην πέτρα ώσπου έσκυβε τέλος κ’ έβγαζε το βώλο. - Να, πιάστε τον, φώναζε κρατώντας τον ψηλά. Οι δυο Ευανθίες κοίταζαν το πετραδάκι που γυάλιζε στον ήλιο και άπλωναν τα χέρια. -Να, πιάστε τον, ξαναφώναζε ο Στέφανος και τις γελούσε δεύτερη φορά. - Α, α! ξεφώνιζαν λαχταριστά οι δυο μικρές ώσπου άρπαζε το βώλο η Ευανθία της γιαγιάς. Η γιαγιά έβλεπε βρεγμένα το πόδια του Στέφανου και φώναζε πως θα το πει το βράδυ της κυρίας Κατίγκως. Ο Στέφανος έταζε πως δε θα ξαναπατήσει στο νερό, μα η Ευανθία έβλεπε σε λίγο κάτι που ρόδιζε ψηλά στον άλλον όχτο. - Μια κάππαρη, μια κάππαρη! έβγαζε φωνή και κοίταζε το Στέφανο. Και ο Στέφανος πηδούσε, σκαρφάλωνε, ξανβουτούσε στο νερό και γύριζε με μια μικρούτσικη ανεμώνη, που είχε φυτρώσει ανάμεσα στα ξερά κλαδιά της κάππαρης. Η Ευανθία ζάρωνε το πρόσωπο και πετούσε το άνθος, και η γιαγιά μάλωνε πάλι το Στέφανο που είχε ξαναβραχεί. Η γιαγιά έφερνε στο μαντίλι της φέτες ψωμί με μέλι, και πορτοκάλια· και η κυρία Κατίγκω γέμιζε τα τζαντάκια των παιδιών με κουλουράκια. Τους τα μοίραζε η γιαγιά, κ’ έτρωγαν και τα τρία καθιστά χάμω στη χλόη. Ο σκύλος του σπιτιού που τους ακολουθούσε κάποτε, στεκότανε και κοίταζε. Της Ευανθίας της γιαγιάς της άρεσε να του πετά ψωμί κ’ έπειτα να τον κυνηγά. - Μη, θα πέσεις! φώναζε η γιαγιά. Η Ευανθία χανόταν πίσω από το λόφο και τ’ άλλα δυο παιδιά μαζί της. Εκεί έβγαιναν μπροστά οι κατσίκες, και η Ευανθία σταματούσε τρομαγμένη: - Κοιτάχτε τις τι μαύρες που είναι· κοιτάχτε τις πώς δεν κουνιούνται! Ο Στέφανος και η άλλη Ευανθία ήθελαν να γελάσουν, μα στο τέλος φοβόντανε κι αυτοί. Σταχτερόμαυρες, γυαλιστερές έμοιαζαν οι κατσίκες σα μπρούτζινες και φαίνονταν αληθινά σα να ήταν καρφωμένες στο βουνό κ’ έτρωγαν ολοένα. Κάποτε σηκώναν το κεφάλι και στύλωναν μπροστά τους τα μικρά κίτρινα μάτια τους ασάλευτα, σα να έβλεπαν κάτι που τα παιδιά δεν το έβλεπαν. Και τότε η Ευανθία τρόμαζε περισσότερο κ’ έτρεχε να κρυφτεί πίσω από τη γιαγιά. Και σιγάζαν και τα τρία εκεί. Από το νταμάρι αντίκρυ, στην κορυφή του λόφου που κοκκίνιζε στον ήλιο μαβιά χαλκή, αντηχούσε μετάλλινος σα χτύπος ρολογιού ο ήχος των λοστών. Και όταν έπαυε, τα παιδιά το ήξεραν και περίμεναν να πεταχτεί απάνω η τούφα του καπνού, κ’ ένα κομμάτι βράχου να τιναχτεί ψηλά σε τρίμματα, όπως τινάζονται τα τόξα του νερού στο σιντριβάνι. - Αά, αά, φώναζαν τα παιδιά και πηδούσαν μεμιάς απάνω. Έπειτα έσβηνε σιγά ο καπνός και η σκόνη, και το λαγκάδι ξαναησύχαζε. Κάπου κάπου ακούονταν τώρα οι κόπανοι των γυναικών που έπλεναν μακρύτερα στη ρεματιά. Ο λόφος άσπριζε γελαστά από τ’ απλωμένα ρούχα, και στον αέρα μετεωρίζονταν τρεμουλιαστοί , σαν κρεμασμένοι από τον ουρανό ψηλά, αϊτοί με ουρές και αφτιά πολύχρωμα. Ο Στέφανος και οι δυο Ευανθίες έμεναν και τους κοίταζαν πως έτρεμαν ψηλά και πως ανέβαιναν πάντα ψηλότερα ώσπου χανόντανε σε μικρά στίγματα στο γαλανό. Ο Στέφανος δοκίμασε να σηκώσει κι αυτός έναν ψηλά. Οι Ευανθίες τον βοηθούσαν στην αρχή, μα έπειτα γύριζαν στις κούκλες τους· έπλεναν τα πανιά τους στη ρεματιά και τα στέγνωναν στον ήλιο. Έπειτα είδε ο Στέφανος άλλα παιδιά που έπιαναν πουλιά μες στα χωράφια, κι άφησε τον αϊτό. Η κυρία Κατίγκω του πήρε ένα κλουβί, μα ο Στέφανος το έφερνε κει έξω κάθε μέρα. Σώριαζε πέτρες κ’ έστηνε απάνω ένα ξερό κλαδί, κολλούσε στο κλαδί βεργίτσες αλειμμένες με ιξό και ξαπλωνόταν παραπίσω και περίμενε να έρθει να καθίσει το πουλί. Το περίμενε ώρες και το ονειρευόταν τη νύχτα. Η Ευανθία της γιαγιάς γελούσε πίσω του ή πετούσε πέτρες να ρίξει χάμω το κλαδί. Μα ο Στέφανος περίμενε. Μια μέρα, καθώς έστρεψε, είδε έξαφνα από πίσω τη Μαρίκα. Στεκότανε και κοίταζε. Την είχε φέρει η υπηρέτρια, μα τις άλλες μέρες ξαναήρθε πάλι με τη γιαγιά. Και στεκότανε και κοίταζε. Ο Στέφανος άκουε τ’ άλλα παιδιά που έκραζαν με τα χείλη τα πουλιά, και δοκίμαζε να μιμηθεί κι αυτός τον ήχο. Δεν το κατόρθωνε, και οι Ευανθίες τον περιγελούσαν. Τις κυνηγούσε με τις πέτρες κ’ έπειτα γύριζε πάλι και κάθιζε κ’ έκραζε να έρθει το πουλί. Και η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. Όσο που η κυρία Αγλαΐα ξαναμάλωσε με τη γιαγιά, και η Μαρίκα ξαναχάθηκε. Και ο Στέφανος περίμενε πάλι μονάχος να πιάσει το πουλί. ……………………………. Πέρασε ο χειμώνας χωρίς να το πιάσει. Πριν όμως έρθει ακόμα η άνοιξη, αρρώστησε έξαφνα η μια Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω καρφώθηκε απάνω από το κεφάλι της, η γιαγιά ερχόταν και συντρόφευε την κυρία Κατίγκω. Δεν ξαναβγήκαν στο βουνό. Ο Στέφανος και η Ευανθία της γιαγιάς έπαιζαν μόνοι τους στον κήπο. Το σπίτι απάνω ήταν σιωπηλό. Η υπηρέτρια έφερνε αδιάκοπα νερό από τη βρύση και πήγαινε και ξαναπήγαινε στο φαρμακείο, ο γιατρός ερχόταν και τη νύχτα αργά. Έπειτα άρχισε να ξενυχτά στο σπίτι και η γιαγιά. Και μαζί της έμενε και η Ευανθία. Κοιμότανε στη σάλα χάμω με τη γιαγιά, κι ο Στέφανος στον καναπέ. Δε μιλούσανε πολύ· ψιθυριστά μονάχα, όπως και οι μεγάλοι. Κάποτε ξεχνούσαν και σηκώναν τη φωνή, μα τους έρχονταν αμέσως στο νου η άρρωστη και σώπαιναν. Στην κάμαρα που ήταν πεσμένη δεν τους άφηναν να μπούν. Μια μέρα μόνο πλησίασαν κλεφτά στην πόρτα και είδαν τα χέρια της απλωμένα ακίνητα απάνω από το σκέπασμα. Η κυρία Κατίγκω της άλλαζε το βρεγμένο πανί στο μέτωπο. Τραβήχτηκαν σιγαλά πίσω. - Της έκοψαν και τα μαλλιά, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία ψιθύρισε: - Εγώ δε θ’ άφηνα να μου τα κόψουν. Την άλλη μέρα άκουσαν πως έστειλαν να φέρουν χιόνι από το βουνό. Και στάθηκαν και κοιταχτήκαν. Έπειτα ρώτησαν τη γιαγιά: - Γιατί; - Το πρόσταξε ο γιατρός, τους είπε. Δεν ένιωσαν· και ρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, απάντησε η γιαγιά. Κατέβηκαν κ’ έπαιζαν στην αυλή και περίμεναν το χιόνι. Το έφερε ο υπηρέτης στοιβαγμένο και τυλιγμένο μέσα σε άμμο και άχυρο. - Τι κρύο που είναι, είπε ο Στέφανος που το άγγιξε. - Θα της το βάλουν στο κεφάλι, ψιθύρισε η Ευανθία. Τράβηξαν να παν να παίξουν, μα η Ευανθία γύρισε και θέλησε να κόψει ένα κομμάτι χιόνι. Η υπηρέτρια τη χτύπησε στο χέρι, και η Ευανθία ξαναγύρισε στο Στέφανο: - Ήθελα να έκανα ένα βώλο. - Θυμάσαι μια φορά που χιόνισε; είπε ύστερα. - Ναι, και φάγαμε και βράχνιασες, είπε ο Στέφανος. Και μπήκαν κ’ έπαιξαν στον κήπο. Στο σπίτι ήταν η ίδια ησυχία πάντα· πατούσαν σιγαλά και ψιθύριζαν μονάχα. Την άλλη μέρα έφεραν και άλλο γιατρό. Τα παιδιά όταν είδαν τη γιαγιά, ξαναρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, είπε η γιαγιά. Σε άλλους όμως που είχαν στείλει να ρωτήσουν, την άκουσαν πως έλεγε: - Τα ίδια. Και στάθηκαν και την κοίταζαν. - Καλύτερα είναι, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Μα χωρίς αυτά να κάνουν θόρυβο, τους φώναξε πνιχτά: - Σιγότερα, σιγότερα. Τα παιδιά κοιτάξανε το ένα το άλλο. Έπειτα έφυγαν πατώντας στα δάχτυλα. Ύστερα ο Στέφανος θυμήθηκε πως τελείωσαν τα κουλουράκια. - Δε θα φτιάξομε άλλα, νονά; είπε της γιαγιάς. - Τι; τέντωσε η γιαγιά το αφτί. - Κουλουράκια, γιαγιά, είπε η Ευανθία. Η γιαγιά κοίταξε τα παιδιά δίχως να μιλήσει. - Να είναι έτοιμα όταν σηκωθεί η Ευανθία, της είπε ο Στέφανος σιγά στο αφτί. Και θυμήθηκε πως τα έπλαθε η μητέρα με την υπηρέτρια. Αυτός και η Ευανθία δεν έφευγαν από κοντά απ’ τη σκάφη, όσο που τους έδιναν κι αυτών ζυμάρι κ’ έπλαθαν ανθρωπάκια, ζώα κι άλλα πράγματα περίεργα, και παρακαλούσαν τη μητέρα να τα στείλει να ψηθούν κι αυτά στο φούρνο. Η κυρία Κατίγκω φώναζε στο Στέφανο: - Φύγε από κει· μη με σκοτίζεις. Κάποτε του έδινε και μια στα δάχτυλα. Στην Ευανθία όμως αδύνατο ν’ αντισταθεί. - Μαμά, μαμάκα, τη χάιδευε η μικρή και της αγκάλιαζε το λαιμό καθώς ήταν σκυμμένη. Το θυμήθηκε ο Στέφανος κ’ έμεινε συλλογισμένος· του ήρθε να τρέξει μέσα στην άρρωστη αδερφή. Μα η Ευανθία τον τράβηξε, και κατέβηκαν πάλι να παίξουν. Στην πορτοκαλιά του κήπου έμεναν ακόμα πορτοκάλια στην κορυφή. - Ρίχνομε ένα κάτω; είπε η Ευανθία, κι ο Στέφανος πήγε κ’ έφερε ένα μακρύ ξύλο από το πλυσταριό. Η υπηρέτρια τον είδε από το παράθυρο κ’ έβαλε φωνή: - Τώρα να φέρω τον πατέρα σου! Την ίδια στιγμή άνοιξε η αυλόπορτα, και τα παιδιά έτρεξαν να κρυφτούν πίσω από τα κάγκελα του κήπου. Η Ευανθία τεντώθηκε και κρυφοκοίταζε. - Ξέρεις ποιος είναι; γύρισε και ψιθύρισε γοργά. Ο Στέφανος άνοιξε τα μάτια ανήσυχα, σα φοβισμένα. - Η θεία Αγλαΐα είναι, είπε η Ευανθία. Και πρόσθεσε σιγότερα: - Της πέρασε· έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. - Έφερε και τη Μαρίκα; ρώτησε έπειτα. Η Ευανθία τον κοίταξε: - Τη θέλεις; Ο Στέφανος δεν απάντησε. Μα ύστερα από λίγο ψιθύρισε: - Γιατί να ήρθε; Και ανέβηκε στο σπίτι. Και η Ευανθία κοντά. Η κυρία Αγλαΐα καθότανε στη σάλα με τον πατέρα του και άλλες δυο κυρίες. - Σιγά, σιγά, ψιθύρισε η γιαγιά και πάλι των παιδιών άμα τα είδε. Εκείνα δεν τόλμησαν να τη ρωτήσουν αν ήρθε και η Μαρίκα. Ξανακατέβηκαν άφωνα στον κήπο. Όταν ξανανέβηκαν στο σπίτι, μια κυρία κρατούσε την κυρία Κατίγκω σωριασμένη στο διάδρομο σε μια καρέκλα, και κάτι της ψιθύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε αντίκρυ, και η κυρία Κατίγκω γύρισε και τον κοίταζε σα να μην τον γνώριζε. Μα έπειτα του ένεψε και πήγε. - Στέφανε, Στέφανε, είπε και του έπιασε τα χέρια, η Ευανθία… Πνίγηκε η φωνή της, και ο πατέρας πετάχτηκε από μέσα και άρπαξε το Στέφανο. Τον κάθισε στα γόνατά του λίγες στιγμές και του χάδεψε τα μαλλιά. Έπειτα τον άφησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω. Η άλλη κυρία έφερε ένα μπουκαλάκι και τη μύρισαν. Η Ευανθία στεκότανε σαν καρφωμένη στο πάτωμα και κοίταζε. Η μητέρα ξαναμπήκε στην άρρωστη, και η γιαγιά έβαλε των παιδιών και έφαγαν. Αμίλητα. Σε όλο το σπίτι βασίλευε σιγή. Μόνο η υπηρέτρια πηγαινοερχόταν, και η γιαγιά σερνότανε στις κάμαρες. Ο πατέρας, καθισμένος στην τραπεζαρία, κάπνιζε ολοένα. Ο γιατρός ξαναήρθε στην άρρωστη, έπειτα βγήκε και κάθισε με τον πατέρα λίγη ώρα. Μιλούσαν σιγαλά. Σε λίγο ξαναήρθε και η κυρία Αγλαΐα. Έκραξε τη γιαγιά, μίλησαν κρυφά στο διάδρομο και ξαναμπήκαν μέσα. Ο Στέφανος τις κοίταζε σα φοβισμένος, η Ευανθία είχε βρει τις κούκλες τις άρρωστης κ’ έπαιζε μόνη της σε μια άκρη. Ο Στέφανος κατέβηκε στον κήπο χωρίς να ξέρει κι αυτός γιατί. Είχε συννεφιάσει, και τα δέντρα στέκονταν ήσυχα και σκοτεινά. Μόνο τα πορτοκάλια κοκκίνιζαν ανάμεσα στα φύλλα της πορτοκαλιάς. Ο Στέφανος είδε στημένο στα κλαδιά το μακρύ ξύλο, καθώς το είχε αφήσει το πρωί. Το πήρε και χτύπησε με όση είχε δύναμη, ώσπου γκρέμισε ένα πορτοκάλι από την κορυφή. Έσκυψε το πήρε, ανέβηκε στο σπίτι και τράβηξε ίσα στον πατέρα. - Θέλω να το πάω της Ευανθίας μέσα, είπε κ’ έδειξε το πορτοκάλι με τον κλώνο, όπως είχε πέσει από την πορτοκαλιά. Ο πατέρας τον κοίταξε. - Ναι, ναι, ψιθύρισε και του αγκάλιασε τον ώμο. - Τώρα, είπε πάλι ο Στέφανος. - Ναι, τώρα άμα … ξυπνήσει σε λιγάκι, ξαναψιθύρισε ο πατέρας με δαγκαμένα χείλη. Έσφιξε απάνω του το κεφάλι του παιδιού και γύρισε το πρόσωπο. Ο Στέφανος έμεινε κρατώντας το πορτοκάλι. Έπειτα το άφησε στα γόνατα του πατέρα και πήγε κοντά στην Ευανθία. - Κοιμάται, της είπε σιγαλά. Η Ευανθία μιλούσε με τις κούκλες και δεν τον πρόσεξε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές κοντά της και κοίταζε τις δυο κυρίες που κάθονταν στον καναπέ. Κάθονταν αμίλητες και κοίταζαν στην πόρτα. - Έλα δω, του φώναξε τώρα η Ευανθία, μα ο Στέφανος δεν πήγε. Στάθηκε ακίνητος εκεί κ’ έριχνε κρυφές ματιές στην πόρτα, σα να περίμενε κάτι κι αυτός. - Έλα δω, του ξαναμίλησε η Ευανθία. Ο Στέφανος κοίταξε στο διάδρομο, όπου του φάνηκε πως άνοιξε σιγά η εξώπορτα. Είχε ανοίξει αλήθεια και παρουσιάστηκε ο παππούς. Ήρθε με σιγαλά πατήματα στην πόρτα και χωρίς να χαιρετήσει στάθηκε ορθός εκεί. Στάθηκε και κοίταζε. Μαζί του μπήκε από το διάδρομο μια κρύα πνοή και ανατρίχιασε το Στέφανο. Έτρεξε στον πατέρα και ακούμπησε στον ώμο του. Ο πατέρας του χάδεψε το μέτωπο. Το πορτοκάλι ήταν ακόμα στα γόνατά του. Ο Στέφανος δε θέλησε ούτε να το ’γγίξει. Οι δυο κυρίες στον καναπέ μίλησαν κάτι , δε γύρισε ούτε κει. Ακουμπισμένος στον πατέρα κοίταζε στο παράθυρο. Ένα πουλί ήρθε μια στιγμή στο τζάμι και στάθηκε· στάθηκε τόσο κοντά, σα να ήθελε να μπει στο σπίτι. Έπειτα πέταξε πάλι. Ο Στέφανος πλησίασε στο τζάμι. Έξω τα σύννεφα κρεμούσαν βαριά και χαμηλά, σα να σερνόντανε στη θάλασσα. Σε λίγο άρχισε να ψιχαλίζει. Ο Στέφανος έμεινε ορθός και κοίταζε τους κύκλους που έκαναν οι σταλαγματιές στη θάλασσα. Πρώτα μικροί, στενοί, πλάταιναν έπειτα, άπλωναν όσο που έσβηναν. Και αμέσως πλάι τους, απάνω τους, παρέκει γίνονταν άλλοι πολλοί, μικροί, μεγάλοι, αμέτρητοι, παντού όσο έφτανε το μάτι στη μουντή συννεφιασμένη θάλασσα. Ο Στέφανος έμεινε ώρα εκεί και κοίταζε. Μια στιγμή ήρθε η Ευανθία και στάθηκε και αυτή και κοίταζε. Από πίσω ο πατέρας κάπνιζε ολοένα, οι δυο κυρίες άλλαζαν κάπου κάπου ένα ψιθύρισμα που μόλις το άκουε κανείς. Ο παππούς έμενε ορθός στην πόρτα. Έπειτα μπήκε η γιαγιά και πήρε τον πατέρα έξω. Ο Στέφανος είδε τις κυρίες που κοιτάχτηκαν. Η μια από αυτές τον τράβηξε κοντά της. Ο Στέφανος τη γνώριζε, μα εκείνη τη στιγμή του φάνηκε σα να την έβλεπε πρώτη φορά· τόσο παράξενα τον κοίταζε. Η Ευανθία ξαναγύρισε στις κούκλες. Εκεί ακούστηκε μια δυνατή κραυγή από την κάμαρα της άρρωστης. Ο Στέφανος γνώρισε πως ήταν της μητέρας. Η κυρία του άφησε το χέρι κ’ έτρεξε έξω πίσω από την άλλη. Τα δυο παιδιά έμειναν μόνα στην κάμαρα κοιτάζοντας το ένα το άλλο. Ο παππούς είχε χαθεί. Της μητέρας η φωνή δεν ξανακούστηκε, μα τα βήματα έξω δεν πατούσαν πια σιγά. Ήταν σα να έτρεχαν όλοι τώρα μες στο σπίτι. Κ’ έτρεξε κι ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοντά του. Μα η κυρία Αγλαΐα παρουσιάστηκε μπροστά τους και τους πήρε από το χέρι. Πήγαν μαζί χωρίς να νιώθουν. Η Ευανθία κρατούσε στο χέρι της μια κούκλα, ο Στέφανος το πορτοκάλι που σήκωσε από κάτω, όπου είχε πέσει του πατέρα καθώς σηκώθηκε γοργά. Καθώς κατέβαιναν στη σκάλα, ανεβαίναν άλλοι. Ο Στέφανος δεν είδε ποιοι, του φαινόταν μόνο πως πίσω του γέμιζε το σπίτι. Έξω έβρεχε και η κυρία Αγλαΐα φώναξε ένα αμάξι. Τους κατέβασε στην πόρτα της. Απάνω βρήκαν τη Μαρίκα μόνη. Τους κοίταζε με ξαφνισμένα μάτια. Η Ευανθία έτρεξε κοντά της. - Μαρίκα, άρχισε να πει, η Ευανθία… Η κυρία Αγλαΐα όμως δεν την άφησε να τελειώσει. - Πάει ταξίδι, είπε κ’ έπιασε το Στέφανο από το χέρι. Η Μαρίκα άνοιξε πλατύτερα τα μάτια της και τον κοίταξε βαθιά, σα να είχε νιώσει. Και ο Στέφανος άπλωσε το χέρι και της έδωσε το πορτοκάλι που είχε κόψει για την αδερφή. [Επεξεργασία] ΙV Η στιγμή αυτή ήταν χαμένη ολότελα στο νου του Στέφανου. Είχε σβήσει σα να μη στάθηκε ποτέ. Και τώρα, καθισμένος στο ακρογιάλι μπροστά στη βραδιασμένη θάλασσα, έβλεπε την εικόνα της να τρέμει εμπρός του σα μακρινό καθρέφτισμα και σιγά -σιγά να ξεχωρίζει καθαρότερη ολοένα, όπως η μαύρη πλάκα μέσα στο υγρό κάτω από την κόκκινη αναλαμπή στο σκοτεινό θάλαμο. Τα δυο μεγάλα μαύρα μάτια της μικρής Μαρίκας τον κοίταζαν από την εικόνα αυτή τόσο παράξενα βαθιά και του σαλεύαν την ανάμνηση, όπως ένα τραγούδι ξαναθυμημένο στη βραδινή γαλήνη. Έβλεπε τη μικρή Μαρίκα με το σταχτί της φόρεμα, όπως την είδε το σκοτεινό εκείνο δειλινό που ήρθε σ’ αυτή με τη μητέρα της και με την Ευανθία. Κ’ έξαφνα, σα μαγικά, η μικρούλα αυτή γινόταν ένα με τη μεγαλωμένη κόρη που στεκόταν κάτω από τα πεύκα ορθή, λευκοντυμένη, σα να τον περίμενε όταν τον έκραξε η γιαγιά. Τα μάτια και το κοίταγμα ήταν τα ίδια, σα να ήταν μια και μόνη οι δυο αυτές στιγμές, και δεν τις χώριζε το διάστημα δώδεκα χρόνων που πέρασαν στο μεταξύ. Τα χρόνια αυτά ο Στέφανος δεν είχε μήτε απαντηθεί με τη Μαρίκα. Λίγες μέρες ύστερα από το θάνατο της αδερφής έφυγε μαζί με την κυρία Κατίγκω, που της κλονίστηκαν τα νεύρα κ’ έπρεπε να ταξιδέψει. Έπειτα τον είχαν κλείσει στο σχολείο. Όταν ήρθε μια φορά στο σπίτι, η Μαρίκα έλειπε μαζί με τη μητέρα της. Όταν ήρθε πάλι δεύτερη φορά, βρήκε χωρισμένα τα δυο σπίτια. Την Ευανθία την είχε πάρει μακριά μια θεία της, η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω. Είχε θυμώσει με τον πατέρα του. - Δίκιο έχει, του είπε η κυρία Κατίγκω όταν τη ρώτησε, μα κι ο πατέρας σου τι να έκανε· ποιόν άλλον έχει η … Δεν μπορούσε να προφέρει ακόμη το όνομα της Ευανθίας, όμως του εξήγησε πως ο πατέρας του, σα δικηγόρος, κίνησε δίκη της κυρίας Αγλαΐας για την κληρονομιά της Ευανθίας και ζήτησε από μέρος της θείας της την απαγόρευση του παππού, γιατί τον έκανε όπως ήθελε η κυρία Αγλαΐα. Έπειτα έφυγε ο Στέφανος για χρόνια από το σπίτι. Όταν ξαναγύρισε, η γιαγιά είχε ξεθυμώσει, και η κυρία Κατίγκω του μίλησε γι’ αυτή και για την Ευανθία. Και όταν έπειτα πρωτοαπάντησε τη γιαγιά με τη Μαρίκα μεγαλωμένη πια, η Μαρίκα του έφερε στο νου την Ευανθία και με αυτή μαζί την άλλη Ευανθία, την αδερφή. Και όταν ξαναπαντήθηκαν και δεύτερη φορά με τη Μαρίκα, και κείνη τον ξανακοίταξε παράξενα και τον ρώτησε ξανά για τη μαμά, στο νου του Στέφανου πέρασε πάλι η Ευανθία και η αδελφή, οι δυο μαζί Ευανθίες σα σμιγμένες σε μια ανάμνηση θολή και θλιβερή, όπως και ζούσανε στο σπίτι. Για καιρό έβλεπε τη Μαρίκα ο Στέφανος σα μια παλιά και ξέθωρη φωτογραφία που του ξυπνούσε στη μνήμη μια άλλη εικόνα, μια άλλη μορφή ξένη με αυτή, εχθρική σχεδόν με αυτή. Η κυρία Κατίγκω ούτε βλεπότανε ποτέ με την κυρία Αγλαΐα ούτε μιλούσε ποτέ λόγο γι’ αυτή και τη Μαρίκα. Ένα βράδυ είχε βγει ο Στέφανος περίπατο με την κυρία Κατίγκω και απαντήθηκαν με τη γιαγιά και τη Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε με τη γιαγιά, μα στη Μαρίκα κούνησε μόνο το κεφάλι. Στάθηκαν λίγες στιγμές μαζί. Οι τρεις μιλούσαν, η Μαρίκα σκάλιζε σκυφτή το χώμα με την άκρη της ομπρέλας της. Κοίταξε το Στέφανο μόνο όταν ξαναέδωσαν τα χέρια. Καθώς έφευγε με τη γιαγιά, ο Στέφανος την έβλεπε μόνο από πίσω. Το ανάστημά της ξεχώριζε λιγνότερο στη σκούρα φορεσιά. Άμα έστριψε στο δρόμο, έσκυψε πάλι το κεφάλι της. - Δεν της έδωσες το χέρι, είπε στη μητέρα του ο Στέφανος. - Αυτό έλειπε, είπε η κυρία Κατίγκω· κ’ έπειτα πρόσθεσε: - Δε φέρθηκε κι αυτή καλά. Ο Στέφανος ένιωσε πως ήθελε να πει στην Ευανθία· αλλά του φάνηκε παράξενο: τη φορά αυτή, μόλις τώρα του ήρθε στη μνήμη η Ευανθία. Και όταν είδε πάλι μια φορά στο δρόμο τη Μαρίκα και τη χαιρέτησε, τη χαιρέτησε πριν συλλογιστεί αν έπρεπε να χαιρετήσει. Έπειτα ξαναπαντήθηκε με τη Μαρίκα στο σπίτι μιας ξαδέρφης και των δυο. Στη σάλα ήταν πολλοί, και ο Στέφανος δεν την πρόσεξε που καθόταν στο πιάνο. Ορθή μπροστά της η Φιφίκα Πρίφτη τελείωνε το τραγούδι Στο Ζάππειο σε πρωτόειδα, και χειροκροτούσαν όλοι. Ο λοχαγός Γιαλούδης κ’ ένας δικηγόρος, συνάδελφος του Στέφανου, σηκώθηκαν και της έσφιξαν το χέρι. Ο Στέφανος προχώρησε και τη χαιρέτησε και τη συγχάρηκε κι αυτός. Εκεί γύρισε η Μαρίκα το κεφάλι. Κοιτάχτηκαν, σα να ξαφνιάστηκαν και οι δυο. Μα ο λοχαγός μπήκε στη μέση και τους χώρισε. Πλησίασε και είπε κάτι της Μαρίκας. Η Μαρίκα ξαναέσκυψε στο πιάνο, κ’ ενώ ο Στέφανος γύρισε και χαιρετούσε και τους άλλους, το πιάνο έπαιζε το σκοπό: Η κυρά μας η δασκάλα που είν’ άγρια και κακιά … Η Φιφίκα Πρίφτη δεν το τραγούδησε, το σφύριξε μονάχα ο λοχαγός κουνώντας το κεφάλι και τους ώμους με το ρυθμό. Ύστερα ήρθε το τσάι. Ο λοχαγός και ο δικηγόρος κάθισαν σ’ ένα τραπεζάκι κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη. Ο Στέφανος μιλούσε ορθός με το νομομηχανικό. - Για δες τους, του σφύριξε η ξαδέρφη του, ενώ του σερβίριζε το τσάι. Ο Στέφανος γύρισε και είδε. Ο δικηγόρος τέντωνε μπρος το στήθος κ’ έδειχνε το φουσκωτό χρωματιστό του λαιμοδέτη με μια χρυσή άγκυρα λοξά μπηγμένη, ο λοχαγός καμπουριασμένος πετούσε το κεφάλι έξω, σχεδόν ίσια με το πρόσωπο της κόρης. Κρατούσε δαγκαμένο το τσιγάρο και σούφρωνε το ένα μάγουλο καθώς κοίταζε με το μονόκλ, σε τρόπο που να φαίνονται τα δόντια του σα σκύλου που τα δείχνει πριν γαυγίσει. Η Φιφίκα Πρίφτη τον άκουε να της διηγείται και χαμογελούσε. Ήταν κόρη πλούσιου σαπουνά και αγαπημένη της κυρίας Κατίγκως. Κομψή και νόστιμη, ο Στέφανος μιλούσε ευχάριστα μαζί της και ήξερε πως η Θεώνη, όπως λεγόταν η ξαδέρφη του, την έφερε στο τσάι επίτηδες γι’ αυτόν. Σε λίγο η Θεώνη ξαναέριξε ματιά του Στέφανου, ματιά που έλεγε: Τι κάθεσαι! Ο Στέφανος γύρισε πάλι και είδε· ο λοχαγός είχε πλησιάσει πιο κοντά τη δεσποινίδα Πρίφτη. Μα δυο βήματα από πίσω της στεκόταν ορθή δίπλα σε μια λατάνια η Μαρίκα. Φορούσε φόρεμα ανοιχτό τριανταφυλλί, και οι ίσκιοι της λατάνιας έπεφταν κ’ έτρεμαν απάνω του σαν κοκκινόμουντα νερά. Τα μάτια του Στέφανου σταμάτησαν έξαφνα στη Μαρίκα. Η Θεώνη πήγε και κάθισε κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη και τον ξαναέκραξε με μια ματιά· κ’ έπειτα με το όνομά του. Μα ο Στέφανος τράβηξε ίσια στη Μαρίκα. Το βράδυ, όταν η κυρία Κατίγκω τον ρώτησε ποιος ήταν και τι έγινε στο τσάι, ο Στέφανος δεν είπε ούτε πως ήταν η Μαρίκα εκεί. Την άλλη μέρα βρέθηκε κάτω από το σπίτι της. Η Μαρίκα στάθηκε στο παράθυρο ορθή, ακίνητη ώσπου πέρασε. Ξαναπαντήθηκαν στο σπίτι της Θεώνης και ξαναπαντήθηκαν και πάλι, σα να το είχαν συμφωνήσει. Βγήκαν περίπατο μαζί και οι τρεις, πρώτα στο δρόμο της ακροθαλασσιάς, έπειτα όμως στ’ απόμερα, στην εξοχή, στους λόφους που έπαιζε μικρός ο Στέφανος με τις δυο Ευανθίες, και πιο μακρύτερα, όπου τα λαγκάδια της ρεματιάς ομορφαίναν περισσότερο, οι λόφοι γίνονταν βουνάκια, πέτρινα πάντα, κοκκινόμαβα, με πεύκα αραιά και ρείκια πιο πυκνά και σφάλαχτα και σπάρτα που όταν ανθίζαν τον Απρίλη έβαφαν όλον τον τόπο σα με αίμα κίτρινο --- ένα κίτρινο που το αγαπούσε χωριστά η Μαρίκα κ’ έμενε άφωνη κοιτάζοντάς το όταν έχυνε τα βράδια χρυσόξανθες αναλαμπές στα ρόδινα νερά του μικρού κόλπου, που έκανε πίσω από το κάστρο η θάλασσα. Εκεί έξω δεν απαντούσανε ψυχή. Μόνο κανένα κυνηγό και γαϊδουράκια, που όπως κατεβαίναν ολοσκέπαστα από τα κλαδιά που ήταν φορτωμένα, έμοιαζαν σα θάμνα φουντωτά που σάλευαν, φαινόντανε σα βώλοι χαλκοπράσινοι που ξεκολλούσαν και κυλούσαν γλιστρώντας κάτω στην πλαγιά. Μακρύτερα έβοσκαν κοπάδια τράγοι, και τα κουδούνια ηχούσαν εδώ βοερά από το βάθος και σαν απόκοσμα, εκεί απαλά από τη ράχη, μελαγχολικά. Κάτω στης λαγκαδιάς το χάσμα άγρια περιπλοκάδια πλεγμένα σε κουμαριές και σκίνα και σε ρείκια σχηματίζαν λόχμες, μικρούς θόλους που έφεγγαν βιολετοκόκκινοι όταν άνοιγαν τα ρείκια, έλαμπαν ασπριδεροί με μουντούς, παρδαλούς τόνους όταν ανθίζαν τα περιπλοκάδια. Η Μαρίκα και ο Στέφανος, πιασμένοι μπράτσο, γλιστρούσαν στις πλαγιές, σερνόντανε στα μονοπάτια, μιλούσανε λιγότερο παρότι σώπαιναν και ονειρεύονταν. Η Θεώνη τους ακολουθούσε πότε κοντά, πότε από πίσω, πότε τους άφηνε να προχωρούνε μόνοι, να κρύβονται για μια στιγμή στα θάμνα, να κάθονται στα φρύδια και να στέκονται στις κορυφές ορθοί σα στύλοι και να κοιτάζουνε τη θάλασσα, που ανοίγονταν μπροστά τους πάντα πλατύτερη κ’ έφεγγε όλη στο ηλιοβασίλεμα σα χρυσή πλάκα απέραντη πυρωμένη σε πυρκαγιά ολοπόρφυρη. Και μια μέρα, καθώς στέκονταν αντίκρυ εκεί στη θάλασσα, και την κοιτάζανε χεροπιασμένοι, έσφιξε ο ένας περισσότερο το χέρι του άλλου. Ο Στέφανος δεν το θυμάται ποιος. Και μια στιγμή βρεθήκαν με σμιγμένα χείλη. Έπειτα έμειναν ακουμπώντας τα χέρια ο ένας στον ώμο του άλλου, έμειναν άλλη μια στιγμή έτσι και κοιτάζονταν στα μάτια. Ο Στέφανος θυμάται πως η όψη της Μαρίκας ήταν κατακόκκινη. Έπειτα έλυσαν άφωνοι τα χέρια και κατέβηκαν το λόφο. Όσες φορές περάσαν από το λόφο, δε σταμάτησαν στο μέρος. Γλιστρούσαν σιωπηλοί. Μια μέρα μόνο, ένα βράδυ που η θάλασσα έλαμπε περισσότερο παρά άλλο βράδυ, και από πάνω κρεμόντανε τα σύννεφα ωχρά, ρόδινα εμπρός και κόκκινα βαθιά στο μάκρος, σταθήκανε και πάλι. Και η Μαρίκα έγειρε στο ώμο του και κοίταζε. Κοίταξε άφωνη λίγες στιγμές, έπειτα έπιασε το χέρι του και γύρισε και τον έβλεπε στα μάτια. Ο Στέφανος έσκυψε και της φίλησε το μέτωπο. Η Μαρίκα ακούμπησε ξανά στον ώμο του. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, είπε σιγαλά. Ο Στέφανος της γέλασε. Της γέλασε και σώπαινε. - Στέφανε, ψιθύρισε πάλι η Μαρίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Είναι και κείθε, και από εκείθε πέρα; ξαναείπε σιγαλά η Μαρίκα κ’ έδειξε στο μάκρος, που χάνονταν τα σύννεφα ολοπόρφυρα. - Τι; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος. Μα ένα πουλί πέταξε μπρος από τα πόδια του ίσια, ολόισια προς τ’ απάνω· κ’ ένας ήχος χτυπητός και λαγαρός σκορπίστηκε έξαφνα, σα να τρικύμισε κυματιστά όλον τον αέρα. Τρεμουλιαστό, ίσια απάνω, κατακόρυφα ανέβαινε το πέταγμα του σταχτερού πουλιού, και λαγαρότερο, τρικυμιστότερο και πάντα πιο ηχερό σα σάλπισμα πρωινό γέμιζε το κελάδημά του τον αιθέρα. Σώπαιναν και κοίταζαν απάνω όσο που χάθηκε σε μικρό στίγμα τα σταχτερό πουλί, και ο ήχος σβήστηκε σ’ έναν ψιθυριστό απόηχο ψηλά στο γαλανό. - Ω είναι, είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα και γυρτή στον ώμο του Στέφανου κατέβηκε το λόφο. Όταν το βράδυ γύριζαν στην πόλη, ο Στέφανος έφερνε τη Μαρίκα και τη Θεώνη ως τη γέφυρα, και αυτού τις άφηνε, και κείνος πήγαινε από τον άλλο δρόμο. Μα το βράδυ αυτό η Μαρίκα δεν του άφησε το χέρι· τον έσυρε μαζί της ως τη γέφυρα, και σταθήκαν κ’ έσκυψαν στα κάγκελα κ’ έβλεπαν κάτω. Είχε νυχτώσει και άναψαν τα φώτα. Δεν περνούσε κανείς στη γέφυρα, και μόνο στο κανάλι κάτω πηγαίναν πέρα δώθε μερικές σκιές. Στάθηκαν και κοιτάζαν κάτω και σωπαίναν, σα να ήθελαν ν’ ακούσουν ένα ψιθύρισμα που έφτανε από κάτω από τη γέφυρα. Από αντίκρυ, από τους κήπους, ένα απόγειο έφερνε μια μυρουδιά ελαφρή από ανθισμένες πασχαλιές. Η Μαρίκα σύρθηκε πιο κοντά στο Στέφανο, και ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι. Όταν χωριστήκαν ύστερα, φιλήθηκαν πρώτη φορά εμπρός στην ξαδέρφη τους. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν στη σκοτεινιά. Ο Στέφανος θυμάται πως εκεί που γύριζε έπειτα στην πόλη, είχε μπροστά του όλη την ώρα τα μάτια της Μαρίκας. Και θυμάται τώρα πως εκεί που πήγαινε θυμήθηκε έξαφνα την Ευανθία. Έτσι έξαφνα, έτσι μια στιγμή. Έπειτα η ανάμνηση έσβησε πάλι εμπρός στα μάτια της Μαρίκας. Και την άλλη μέρα που είδε τη Μαρίκα, η Μαρίκα του είπε: - Ξέρεις, Στέφανε, η Θεώνη μου θύμωσε χτες βράδυ όταν χωρίσαμε από σένα. - Γιατί από λάθος τη φώναξα Ευανθία, πρόσθεσε γελώντας· φοβάται πως αγαπώ περισσότερο την Ευανθία. - Και δεν την αγαπάς; ρώτησε ο Στέφανος. - Ανοησίες, απάντησε η Μαρίκα και σώπασε. - Αν κ’ έπρεπε, είπε πάλι έπειτα από μια στιγμή. - Γιατί; ρώτησε ο Στέφανος. - Γιατί κι αυτή --- η Θεώνη --- σε πήγαινε στην Πρίφτη. - Ανοησίες, είπε τώρα ο Στέφανος. Και σώπασαν πάλι. Μα ύστερα από λίγο η Μαρίκα ξαναείπε: - Ωστόσο είναι παράξενο στ’ αλήθεια. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Να, πολλές φορές μου φαίνεται πως είναι αλήθεια η Ευανθία που έρχεται κοντά μας. Ο Στέφανος την κοίταξε, αλλά δε μίλησε. Θυμάται πως είχε όλη την ώρα κάποια στενοχώρια να μιλήσει. Μα η Μαρίκα μιλούσε πιο πολύ τη μέρα αυτή, μιλούσε πιο πολύ παρότι σώπαινε άλλες μέρες. ……………… Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη. Και η Μαρίκα ήταν τόσο ευτυχισμένη να βυθά, να πλέει, να χάνεται σα σε όνειρο μέσα σ’ αυτό. Και σώπαινε. Κ’ έπειτα άρχιζε πάλι να μιλεί, να φλυαρεί. Κι’ έπειτα πάλι ξανασώπαινε. Κ’ έτρεχε μπρος, έμενε πίσω, ξαναγύριζε στο Στέφανο κ’ έγερνε απάνω του, βάδιζε πλάι του, ψιθύριζε, άπλωνε τα χέρια ψηλά στο φως, πέρα στη θάλασσα, τα έριχνε πάλι κάτω, τα ανάπαυε στον ώμο του, τα δίπλωνε τριγύρω στο λαιμό του. Μισοέκλεινε τα μάτια στο πρόσωπό του εμπρός και ξανάνοιγε πάλι τα μάτια πλατιά κ’ εκστατικά στο γαλανό, στα χρυσά νέφη, στα ρόδινα νερά. - Μου αρέσει, μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε· τον άφηνε να της χαδεύει τα μαλλιά και ήταν τόσο ευτυχισμένη. - Μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε κ’ έδειχνε απάνω το γλαυκό κ’ έδειχνε γύρω το χρυσό φως και κάτω τις ανεμώνες που έσκαζαν πλήθη πολλά στη γη και πλούμιζαν με τόνους ωχρορόδινους το σκούρο χώμα. Τόνοι νεκροί, κιτρινωποί, χαλκοί γλιστρούσαν εδώ και κει στους πράσινους ακόμα θάμνους και στα κλαδιά, όπου κοκκινίζαν ζωηρά τα κούμαρα. Ο Στέφανος και η Μαρίκα χάνονταν στους θόλους, σταματούσαν κι άκουαν τους σπίνους που λαλούσαν το σιγαλό σκοπό τους στα κλαδιά, τους μικρούς σπουργίτες που ψιθύριζαν στα θάμνα, τους μακρινούς, κομμένους ήχους που φτάνουν πάντα αόριστοι και μελαγχολικοί από την ερημιά και γεμίζουν τη σιγή με κάποια ανησυχία. Σταματούσαν και τους άκουαν και σώπαιναν, και η Μαρίκα άφηνε το Στέφανο να τη φιλεί και του ξανάλεγε: - Μου αρέσει το φθινόπωρο. Κάποιοι αργοπορημένοι βάτοι πρόβαλαν μια μέρα λευκοανθισμένοι, χλωμοκόκκινοι εκεί εμπρός τους, και ο Στέφανος τους έδειξε της Μαρίκας. - Είναι σαν άνοιξη, της είπε. Και θυμάται τώρα πως η Μαρίκα τον κοίταξε με μακρύ βλέμμα κ’ έπειτα: - Είναι σα γέλασμα, ψιθύρισε αργά και τον κοιτούσε. Η φωνή της είχε έναν τόνο σα βραχνό, ελαφρά βραχνό, ανεπαίσθητα βραχνό. Ο Στέφανος όμως τον πρόσεξε. - Και τον αγαπώ, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα με τον ίδιον τόνο στη φωνή και τον κοίταζε στα μάτια. Ο Στέφανος την κοίταξε κι αυτός σαν παραξενεμένος κ’ έμεινε μελαγχολικός. Μα σε λίγο ξαναβγήκανε στο λόφο· η θάλασσα άστραψε πάλι πέρα κ’ ένας αέρας χλιαρός από τα πλάτη σκόρπισε το σύννεφο. Η Μαρίκα ξανάπλωσε τα χέρια σα φτερά, και η φωνή της ηχούσε ξάστερη. Είχαν φτάσει κοντά στο Χάλασμα, ένα παλιό ερειπωμένο σπίτι που τα παράθυρά του ανοιγόντανε άδεια κοντά, μπροστά στη θάλασσα. Η Μαρίκα αγαπούσε να σταματά εκεί· τριγύρω κοκκίνιζαν ξεροί, γυμνοί μονάχα βράχοι, και οι ροδοδάφνες που δοκιμάσαν να φυτέψουν μια φορά απέξω από το χάλασμα, απόμεναν λειψές και μόλις που κοκκίνιζαν· εμπρός στην πόρτα του όμως απλωνόταν πλατιά, μεγάλη η θάλασσα. Η Μαρίκα σταμάτησε και τώρα εκεί· και τέντωσε το χέρι και την έδειξε. Κοντά της η Θεώνη κοίταζε σα να έπληττε· και ολόγυρα στους λόφους και αντίκρυ στο ορθόβραχο βουνό και απάνω στο γλαυκό και κάτω στη ροδισμένη θάλασσα άπλωνε τη χλιαρή γαλήνη του το αργό και φωτεινό φθινόπωρο. ………………… Μα η κυρία Κατίγκω έμαθε τους περίπατους και θύμωσε με τη Θεώνη. Η κυρία Αγλαΐα τα έβαλε με τη γιαγιά κ’ έπειτα με την ίδια τη Μαρίκα. Της θύμισε τη νομαρχία και της είπε: - Αδύνατο! Αδύνατο να γίνει! Δεν ήθελε μήτε να φανταστεί για τη Μαρίκα κάτι κατώτερο από νομαρχία. Και γέλασε ανάμεσα στα δόντια: - Στο σπίτι της κυρίας Κατίγκως! Μα και για την κυρία Κατίγκω η προίκα της Μαρίκας δεν ήταν αρκετή· η κυρία Κατίγκω αγαπούσε κιόλα τη Φιφίκα Πρίφτη και το έκοψε κι αυτή στο Στέφανο: - Μονάχα τη Φιφίκα. Έτσι έπαψαν οι περίπατοι, και ο Στέφανος έβλεπε σπάνια τώρα τη Μαρίκα. Θυμάται πως ήταν μελαγχολικός και διάβαζε πάντα το Βέρθερο· δε μιλούσε πια με την κυρία Κατίγκω, ούτε η γιαγιά ερχότανε σ’ αυτή. Ώσπου μια μέρα ζήτησε έξαφνα η Μαρίκα να δη το Στέφανο. Ειδωθήκαν στης Θεώνης, και η Μαρίκα ήταν ωχρή· μα έπειτα κοκκίνισε μεμιάς. - Να φύγομε, του είπε. Και όταν είδε πως ο Στέφανος δεν απαντούσε. - Τότε έλα στη μαμά, του είπε πάλι ξαφνικά. Ο Στέφανος αποφάσισε και πήγε, και η κυρία Αγλαΐα του έσφιξε περίεργα το χέρι και μιλήσαν φιλικά. Φαινόταν σα να ξέχασε τη νομαρχία κ’ έδειχνε πως είχε κάτι να του πει. Μα δεν το είπε· όταν έφευγε του ψιθύρισε μονάχα: - Ήθελα να μιλούσατε με τη γιαγιά. Μα και η γιαγιά προτίμησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω· και της είπε την απόφαση που πήρε να δωρίσει στη Μαρίκα το κτήμα που είχε για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε όταν το άκουσε: - Αλλά, νονά! Μα όταν έπειτα λογάριασε πως με το κτήμα αυτό η προίκα της Μαρίκας ανέβαινε ψηλότερα από της Φιφίκας Πρίφτη, είπε σιγαλότερα: - Για να το πω του Γιάγκου. Και φώναξε τον κύριο Γιάγκο κ’ έδωσαν το λόγο τους. Μα την ώρα που θα έφευγε η γιαγιά, η κυρία Κατίγκω την έκραξε στην άκρη. - Κοίταξε όμως, νονά, της είπε, όσο είσαι ζωντανή δεν πρέπει να το μάθει η Ευανθία. - Ναι, απάντησε η γιαγιά. - Ξέρεις πόσο την αγαπώ· δε θέλω να πικραθεί, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, ναι είπε ξανά η γιαγιά, φιλήθηκε με την κυρία Κατίγκω και αγκάλιασε το Στέφανο. Κ’ έτρεξε στην κυρία Αγλαΐα και στη Μαρίκα που περίμεναν. Η κυρία Αγλαΐα φίλησε και κείνη τη Μαρίκα, όταν όμως έγιναν οι αρραβώνες δεν παρουσιάστηκε. Η Μαρίκα βγήκε χλωμή μόνο με τη γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ήταν νευρική όλη την ώρα. Στην πόρτα φάνηκε ο άσπρος σκούφος του παππού, και όταν βγήκε από τη σάλα η υπηρέτρια με το δίσκο, ο παπαγάλος φώναξε από το κλουβί. Η Μαρίκα χλόμιασε περισσότερο. Και κει που έφευγαν έπειτα, ο Στέφανος την πρόσεξε πως έβηξε ξερά. Η κυρία Κατίγκω, όταν γύρισαν στο σπίτι, αγκάλιασε και φίλησε το Στέφανο. - Αφού το θέλησες, με την ευχή μου, του είπε, ωστόσο… Ο Στέφανος την κοίταξε. - … καλύτερα να μη γινότανε, ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έσκυψαν και οι δυο κ’ έμειναν σιωπηλοί. [Επεξεργασία] V Όμως την άλλη μέρα άλλαξε η κυρία Κατίγκω, πήγε στη γιαγιά και στη Μαρίκα. Και όταν γύρισε στο σπίτι είπε στον κύριο Γιάγκο: - Δεν ξέρεις τι καλή που είναι η Μαρίκα. Κ’ έπειτα: - Και κ ε ί ν η βγήκε σήμερα και με χαιρέτησε. Ο κύριος Γιάγκος κατάλαβε πως εννοούσε την κυρία Αγλαΐα. - Μου θυμώνει μόνο όταν πιάνεται με τη νονά, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έπειτα πάλι: - Τώρα που πήρε η κόρη της το κτήμα, δεν έχει πια μαζί μας τίποτε. Μα έξαφνα: - Δεν ξέρεις πώς το έχω μέσα μου, είπε σιγότερα. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε. - Τι; ρώτησε. - Που το πήραμε της Ευανθίας, απάντησε η κυρία Κατίγκω και μελαγχόλησε. Έπειτα όμως πηγαίνοντας πιο κοντά του: - Ξέρεις τι περιμένει; του είπε. - Ποιος; ρώτησε ο κύριος Γιάγκος. - Η…, απάντησε η κυρία Κατίγκω, και ο κύριος Γιάγκος εννόησε πάλι, περιμένει να γίνει ο Στέφανος νομάρχης. Με αυτό την έκαμαν και δέχτηκε. Ο κύριος Γιάγκος γέλασε: - Ε, και συ τάχα δεν το θέλεις; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έτρεξε μέσα και φίλησε το Στέφανο. Γρήγορα όμως ξαναμάλωσε η κυρία Αγλαΐα με τη γιαγιά και ξαναέκλεισε την πόρτα στην κυρία Κατίγκω. Μα πρόφτασε η Μαρίκα, και ο Στέφανος δεν το έμαθε. Όταν το έμαθε έπειτα, είχε συνηθίσει. Δεν πρόσεχε. Πρόσεχε κ’ έβλεπε μόνο τη Μαρίκα. Και τώρα, ενώ ο Στέφανος κάθεται εκεί αντικρύ στη θάλασσα και φέρνει στη μνήμη του όλα αυτά ένα-ένα σα να τα ξαναζεί, έχει μπροστά του πάντα την εικόνα της Μαρίκας· της Μαρίκας ορθής κάτω από τα βραδιασμένα πεύκα, σκυφτής στ’ αραδιασμένα κοχύλια της στον άμμο, ακίνητης μπροστά στη θάλασσα ενώ έπαιζαν τ’ άλλα παιδιά· ριγμένα απάνω του τα μελαγχολικά μεγάλα μαύρα μάτια της, του φαίνονταν σα να του ανοίγουν έξαφνα ένα μυστικό. Κ’ έξαφνα πάλι εκεί θυμάται ο Στέφανος τη χτεσινή σκηνή με την κυρία Κατίγκω όταν γύρισαν στο σπίτι, και στο παράθυρο ξέσπαζε η βροχή. Η κυρία Κατίγκω είχε έπειτα όλο το βράδυ σκοτεινό το πρόσωπο, και η σιγή της ήταν πνιγερή όλη την ώρα στο τραπέζι. Για να την αποφύγει, ο Στέφανος βγήκε έξω στο μπαλκόνι· βγήκε και στάθηκε σκυφτός. Δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί και γύρισε τα μάτια του απάνω. Με έξαφνα τα σταμάτησε εκεί παράξενα ο Ωρίων που ανέβαινε από το βουνό. Ανέβαινε λαμπρός, υγρός σα μόλις λουσμένος στη βροχή κ’ έλαμπε κει παράξενα στημένος ολόρθος στο βουνό. Ο Στέφανος θυμάται πως τον κοίταζε ώρα, σα να τον πρόσεχε πρώτη φορά, σα να τον έβλεπε έτσι εκεί πρώτη φορά. Και θυμάται πως ανατρίχιασε· του φάνηκε μεμιάς σα να τον κοίταζε και κάποιος άλλος, κάποιος κοντά του, πίσω, πλάι του. Έστρεψε πίσω, πλάι ---δεν ήτανε κανείς. Και σήκωσε πάλι τα μάτια απάνω κ’ έβλεπε τον Ωρίωνα. Και σήμερα έξαφνα η Μαρίκα του μίλησε για τον Ωρίωνα. Ο Στέφανος τινάχτηκε όπως και την ώρα που άκουσε τη Μαρίκα να μιλεί γι’ αυτόν. Σταμάτησε και κοίταξε μπροστά του πέρα σα να έβλεπε κει να έτρεμε ν’ ανοίξει πάλι κάποιο μυστικό. Μα ξαναέσκυψε, και η Μαρίκα ήταν πάλι εμπρός του ορθή· ορθή κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα, ορθή από πίσω του και πρόσμενε να έρθει να καθίσει το πουλί, ορθή μπροστά του κ’ έπαιρνε από το χέρι του το πορτοκάλι που είχε κόψει αυτός ο ίδιος για την αδερφή… Γύρω άρχισε να σκοτεινιάζει, και η θάλασσα είχε βαφεί με χρώμα κίτρινο που χλόμιαζε ολοένα σιγοσβήνοντας σε σταχτερή άχνα. Και του Στέφανου, καθώς κοίταζε τη θάλασσα, του φάνηκε πως γέμισε όλη με τους κύκλους που την είδε να γεμίζει το σκοτεινό απομεσήμερο που πέθαινε η μικρή αδερφή. Ξανατινάχτηκε. Όταν σήκωσε πάλι τα μάτια δεν ήταν γύρω του κανείς. Τα τραπέζια του καφενείου όλα έρημα, στην τζαμόπορτα έπαιζε μια λάμψη, σα φως που σπάζει σε αδειανό καθρέφτη. Σηκώθηκε σιγά και τράβηξε προς το ακρογιάλι. Η θάλασσα σιωπηλή σκοτείνιαζε ολοένα, στα καΐκια ανάβανε θαμπά μικρά φανάρια, και η λάμψη τους έμενε ακίνητη σαν καρφωμένη ορθή μες στο νερό. Ούτε άνθρωπος, ούτε ίσκιος γύρω· μόνο ένα ναυτόπουλο εκεί κάπου σκορπούσε σα στεναγμό το σιγαλό παθητικό τραγούδι του: Θάλασσα πλατιά, μαύρη ξενιτιά… Μελαγχολία παράξενη κυρίεψε έξαφνα το Στέφανο ενώ βάδιζε και άκουε που ξεψυχούσε το τραγούδι πίσω του· σα να του ξύπνησε μεμιάς η θλίψη ολόκληρης μιας ξενιτιάς, μιας ερημιάς. Αλλά ποιας ξενιτιάς, ποιας ερημιάς; Ο Στέφανος σταμάτησε. Και μια στιγμή καθώς σταμάτησε, του ήρθε πως τάχα ήταν κλεισμένος στα τείχη του σχολείου μια φορά· είχε μπροστά του πέρα την ξένη θάλασσα και τραγουδούσε ο ίδιος το τραγούδι που έσβηνε τώρα πίσω του. Το τραγουδούσε και θυμόταν τη δική του θάλασσα και την κυρία Κατίγκω που του έγραφε πως κάθεται και την κοιτάζει μόνη. Κ’ έξαφνα του έρχεται στο νου πως του είχε γράψει κάποτε η κυρία Κατίγκω: Είχαμε τώρα εδώ την Ευανθία. Ο Στέφανος την είχε λησμονήσει. Θυμόταν μόνο την κυρία Κατίγκω όταν έβλεπε τη θάλασσα. Και ο Στέφανος ξανασταμάτησε. Θυμήθηκε πάλι μεμιάς πως γύρισε ένα καλοκαίρι σπίτι του. Ήταν τότε που η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω· κ’ ένα βράδυ ξαφνίστηκε καθώς πήγαινε στο δρόμο. Τον σταμάτησε τρεχάτη η Ευανθία. - Ήρθα να κάνω μπάνια και να με δει η γιαγιά· πες της θείας Κατίγκως πως θα έρθω να τη δω, του είπε σιγά, σχεδόν στο αφτί. Και του έσφιξε το χέρι κ’ έφυγε. Και μια βραδιά ήρθε αλήθεια. Αγκαλιάστηκαν με την κυρία Κατίγκω και μίλησαν πολλά Ο Στέφανος στεκόταν στο μπαλκόνι. Και μια στιγμή ήρθε η Ευανθία εκεί κοντά του. Πρώτα στάθηκε αμίλητη, έπειτα του είπε: - Έμαθα θα φύγεις. - Ναι, της απάντησε. - Και γω θα φύγω, δε θα μείνω όλον το μήνα, είπε η Ευανθία. Και σώπασαν και οι δυο. Κάτω απλωνότανε μπροστά τους σιωπηλή κ’ η θάλασσα. Και ο Στέφανος σα να την είδε να γεμίζει όλη με τους κύκλους. Μια στιγμή κ’ έπειτα οι κύκλοι έσβησαν. Έσβησαν όπως έσβησαν και τώρα που απλώθηκαν μπροστά του πάλι μια στιγμή… Ο Στέφανος ήταν στην πόρτα του. Είδε την τραπεζαρία φωτισμένη: τον περίμεναν. Συλλογίστηκε την κυρία Κατίγκω αμίλητη και σκοτεινή. Και στάθηκε. Σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Όμως ανέβηκε. Τον περίμεναν να φάνε, και η κυρία Κατίγκω τον καλησπέρισε χαρούμενη. - Ήταν εδώ η Ευανθία, του είπε· δες τι μου έφερε. Και του έδειξε ένα κέντημα, ένα μαξιλαράκι μ’ ένα κόκκινο μεγάλο ρόδο φουσκωτό, στη μέση από φόντο κίτρινο. Ο Στέφανος το κοίταξε. Το φως της λάμπας έριχνε απάνω του ζωηρούς κρεμεζιούς τόνους --- του Στέφανου του φάνηκαν σαν αιματένιοι. - Πώς χάρηκε ο πατέρας σου, είπε η Κατίγκω. Ε, Γιάγκο; Ο κύριος Γιάγκος κοίταξε. - Την… Ευανθία, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, μεγάλωσε, είπε ο κύριος Γιάγκος. Η κυρία Κατίγκω αναστέναξε, και ο κύριος Γιάγκος άλλαξε ομιλία. Παραπονέθηκε για τους κεφτέδες. - Τους έκαψε, είπε. Έπειτα φώναξε την υπηρέτρια για τις σκνίπες που πλημμύριζαν το τραπέζι: - Κλείνετε πρώτα πριν ανάψετε το φως, σας είπα! Ο Στέφανος έτρωγε αμίλητος, η κυρία Κατίγκω έγινε πάλι μελαγχολική. Άμα τελείωσαν και ο Στέφανος σηκώθηκε να φύγει, η κυρία Κατίγκω τον πλησίασε στην πόρτα. - Θα έβγεις έξω; του είπε. Ο Στέφανος ένεψε «ναι», και η κυρία Κατίγκω τον κοίταξε άφωνη μια στιγμή στα μάτια. Έπειτα γύρισε να φύγει, μα πάλι σταμάτησε και τέλος τόλμησε: - Που ήσουν σήμερα; Ο Στέφανος την κοίταξε μονάχα. Και η κυρία Κατίγκω πλησιάζοντας και βάζοντας ελαφρά το χέρι της στον ώμο του ψιθύρισε: - Καλά, καλά· καλύτερα που πήγες. Και γύρισε και μπήκε μέσα. Ο Στέφανος έμεινε μια στιγμή χωρίς να κινηθεί. - Η ίδια πάντα, η ίδια πάντα, είπε έπειτα και τράβηξε στην κάμαρά του. [Επεξεργασία] VI Την άλλη μέρα βρήκε ο Στέφανος την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. - Δε σηκώθηκε η Μαρία, του είπε. Ο Στέφανος της έδωσε το χέρι και σταμάτησε: - Είναι ίσως αδιάθετη; Η Ευανθία δεν απάντησε. - Ήταν εδώ η Φιφίκα, είπε έπειτα. Και πρόσθεσε: - Ήρθε για μένα. Και κοίταζε το Στέφανο. Στην πόρτα ήρθε και στάθηκε ο παππούς. - Έλα, παππού, του μίλησε η Ευανθία. Ο παππούς κοίταξε μέσα μια στιγμή, έπειτα γύρισε κ’ έφυγε. - Θα ταξιδέψει, είπε η Ευανθία. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η Φιφίκα· θα έφευγε σήμερα, μα δεν της ετοιμάσανε το φόρεμα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν, είπε ξανά αφού κάθισε. Κι έπειτα από μια στιγμή: - Βάζω στοίχημα πως δε θ’ αρέσει της Μαρίκας. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Το φόρεμα· θα το βρει πρόστυχο. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Όπως βρίσκει πρόστυχη και τη Φιφίκα. Και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο· και είπε πάλι σα με πείσμα: - Μα εμέ μου αρέσει. Και της θείας Κατίγκως της αρέσει. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε ν’ ακούσει· η κυρία Αγλαΐα μπήκε μέσα. Η Ευανθία σηκώθηκε και καλημέρισε. Η κυρία Αγλαΐα μόλις κίνησε τα χείλη. Έπειτα άπλωσε αλύγιστα και αργά το χέρι της στο Στέφανο. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έφερε σ’ αυτό τα χείλη. Η κυρία Αγλαΐα πήγε ως το παράθυρο κ’ έριξε έξω μια ματιά· έπειτα γύρισε στη γωνία όπου είχε τ’ άνθη της και στάθηκε μπροστά σε μια μπεγκόνια. Δοκίμασε το χώμα και χάδεψε τα φύλλα της. Καθώς τα άγγιξε, μια παρδαλή απαλή λάμψη τρεμούλιασε μπροστά στην Ευανθία που πλησίασε κεί· τα κόκκινα καμπανωτά άνθη από δυο τουλίπες στημένες παρά πίσω έριχναν τόνους κόκκινους. Ο Στέφανος θυμήθηκε μπροστά τους το πορφυρό ρόδο στο κέντημα που χάρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω· κ’ έμεινε και τους κοίταζε. Η Ευανθία πρόσεχε στην κυρία Αγλαΐα που πήγε σε μια εταζέρα. Πήγε και στάθηκε μπροστά σ’ αυτή κ’ έσυρε απάνω της ελαφρά τα δάχτυλα· αφού έκαμε ύστερα το ίδιο και στο πιάνο, γύρισε γρήγορα και πάτησε το κουμπί του κουδουνιού που ήταν απάνω στο τραπέζι. Η υπηρέτρια ήρθε να της σερβίρει τον καφέ, μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε απότομα: - Ποια ξεσκόνισε δω μέσα; Η υπηρέτρια έσκυψε τα μάτια κάτω. Να ξεσκονίσεις πάλι, είπε η κυρία Αγλαΐα και κάθισε μπρος στον καφέ της. Κ’ ενώ άπλωνε έπειτα σιγά το βούτυρο σε μια φετίτσα, σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε την Ευανθία: - Τι φορούσε η Πρίφτη; - Ένα σερζ μοβ με ζακετίτσα, απάντησε η Ευανθία. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα: - Το ξέρω· δεν της πάει καθόλου. - Πώς; έκαμε να πει η Ευανθία, μα μόνο το ψιθύρισε. - Δε θα το πάρει αυτό μαζί της, είπε ύστερα. - Πού να το πάρει; - Στην Ιταλία· θα πάει με τον πατέρα της. Η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια. Και με χαμόγελο: - Κι ο λοχαγός μαζί; είπε. Η υπηρέτρια ήρθε και ξεσκόνιζε, και η Ευανθία δεν απάντησε. Είπε μόνο για το νέο φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν. Και πρόσθεσε: - Κάνουν πάλι πλατιές τις φούστες . Η άκρη ρου άσπρου σκούφου του παππού φάνηκε που έσκυψε στην πόρτα. Μα τραβήχτηκε αμέσως πίσω, και η κυρία Αγλαΐα δεν τον είδε. Η υπηρέτρια τοποθετούσε πάλι στην εταζέρα τα πράγματα που είχε σηκώσει, και η κυρία Αγλαΐα πρόσεχε κει και φώναξε της υπηρέτριας: - Λίγο πιο πέρα, δεξιότερα… - Όχι! πιο εδώ --- τι ζώο! είπε δυνατότερα όσο που τέλος: Αυτού, καλά, ψιθύρισε ευχαριστημένη και γύρισε στην Ευανθία: Πλατιές, μα δε μου αρέσουν. Αλλά η Ευανθία δεν απάντησε. Ο Στέφανος είχε στρέψει προς το παράθυρο· ο ήλιος χτυπούσε και φώτιζε τη λεύκα απέξω· τα φύλλα της ήταν πιο χαλκοκόκκινα και μαδημένα. Όταν ξαναγύρισε τα μάτια μέσα είδε πως η Ευανθία τον κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα τίναζε μέσα στο δίσκο τα ψίχουλα από το βούτημά της… - Φλώρα, Φλώρα! ακούστηκε από το διάδρομο η φωνή του παπαγάλου. Φλώρα ήταν το όνομα της υπηρέτριας που είχαν στο σπίτι όταν πήρανε τον παπαγάλο. Η Μαρίκα τον έμαθε να το φωνάζει, και όταν έφυγε η υπηρέτρια ο παπαγάλος φώναζε πάντα το όνομα αυτό άμα πλησίαζε η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε, έστρεψε στην πόρτα που έμπαινε η Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε πρώτα το Στέφανο, έπειτα φιλήθηκε με την κυρία Αγλαΐα και την Ευανθία. - Τι ωραία μέρα! γύρισε προς το παράθυρο, αφού χαιρέτησε το Στέφανο. - Θα βγούμε με το αμάξι, είπε η κυρία Αγλαΐα. Η Μαρίκα πήγε ίσια στο πιάνο κ’ έπειτα στην εταζέρα. Τα δοκίμασε, ήταν ξεσκονισμένα. Ύστερα σταματώντας απέναντι στη εταζέρα: - Να μην μπορεί να μάθει ακόμα! είπε σα μόνη της και πλησίασε και πήρε κ’ έσιαζε τα πράγματα που ήταν σ’ αυτή. Μα η κυρία Αγλαΐα που δεν τον είδε φώναξε: - Μαρίκα! - Να μην μπορεί να μάθει! ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Καλά ήταν· εσύ τα χάλασες, της ξαναφώναξε η κυρία Αγλαΐα. Μα η Μαρίκα σα να μην την άκουσε, έβαλε τα βάζα όπως ήθελε αυτή, και η κυρία Αγλαΐα έκανε να σηκωθεί: - Αλλά, Μαρίκα! - Έτσι, στραβά τα βάζουν τώρα· το είδε στης κυρίας προέδρου, είπε η Ευανθία. Ο Στέφανος περίμενε να πει η κυρία Αγλαΐα στη νομαρχία δεν τα βάζουν έτσι, μα η κυρία Αγλαΐα δε μίλησε· σήμανε μόνο το κουδούνι. Η υπηρέτρια ήρθε και ξαναέσιαξε τα βάζα. Η Μαρίκα πήγε στο Στέφανο. - Έτσι με κάνει πάντα νευρική, του είπε και στάθηκε κοντά του στο παράθυρο. - Το είδα αλήθεια στης κυρίας προέδρου, ξαναείπε, μα η μαμά έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος θέλησε ν’ αλλάξει θέμα. - Κοίταξε κει, της είπε κ’ έκαμε να της δείξει κάτι, δεν ήξερε κι ο ίδιος τι. Η Μαρίκα έσκυψε· μα καθώς έσκυψε, η ματιά της πήρε τον ίσκιο της γιαγιάς που σκούπιζε κάτω στην αυλή. Τινάχθηκε ορθή πάλι. - Όλοι εδώ μέσα μα κάνουν νευρική, είπε και γύρισε γοργά στην κάμαρα. Η Ευανθία είχε καθίσει και κεντούσε και καθώς σήκωσε μια στιγμή τα μάτια, τα έριξε στη Μαρίκα και στο Στέφανο. Κι αυτοί στρέφοντας μέσα την είδαν που τους κοίταζε. Η Ευανθία δεν πήρε από πάνω τους τα μάτια. Η κυρία Αγλαΐα γυρισμένη εκείθε, καθάριζε τα φύλλα της μπεγκόνιας. Η Μαρίκα έμεινε σα συγχυσμένη, η Ευανθία ατάραχη. Ο Στέφανος είδε όμως στη ματιά της μια λάμψη κίτρινη, μια λάμψη που του θύμισε ξαφνικά τη ματιά μιας γάτας κοκκινόμαλλης που είχαν μια φορά στο σπίτι όταν ήτανε μικρός και του άνοιξε συχνά πληγές στα δάχτυλα. Όταν η κυρία Αγλαΐα γύρισε πάλι το πρόσωπο στην κάμαρα, τους είδε που κοιταζόντανε άφωνοι και είχε το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσα στους τρεις. - Τι κάθεστε; θα βγούμε με το αμάξι, είπε γοργά η κυρία Αγλαΐα. - Αλλά μαμά, πετάχτηκε η Μαρίκα. Το είχα να πάω στα μαγαζιά, να δω ένα ύφασμα, πρόσθεσε αφού σώπασε μια στιγμή. Μα το πρόσθεσε σε τόνο που έδειχνε πως η ιδέα της είχε έρθει μόνο εκείνη τη στιγμή. - Στο γύρισμα σταματούμε και το βλέπεις, είπε η κυρία Αγλαΐα και την κοίταξε με βλέμμα που φανέρωνε πως ένιωσε την πρόφαση. Και τράβηξε κατά την πόρτα. Η Ευανθία πήγε κοντά. Η Μαρίκα στάθηκε μπρος στο Στέφανο, που έμενε ορθός στη θέση του, έτοιμος να κινηθεί, μα σα να μην ήξερε προς πού να κινηθεί. - Κι αυτή, κι αυτή με κάνει νευρική, του είπε, μόλις η Ευανθία χάθηκε έξω από την πόρτα. Σταμάτησε άλλη μια στιγμή μπροστά του, κ’ έπειτα ακολούθησαν άφωνοι και οι δυο. [Επεξεργασία] VII Το αμάξι τράβηξε το δρόμο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα στρωνόταν πέρα ήσυχη, ωχρογάλανη. Σωπαίναν και οι τέσσεροι· η Μαρίκα κοντά στο Στέφανο, η Ευανθία αντίκρυ του πλάι στην κυρία Αγλαΐα. Έξαφνα η θεία Αγλαΐα θυμήθηκε πάλι το φόρεμα της Πρίφτη. - Γκρίζο είπες; ρώτησε την Ευανθία. - Ναι, γκρίζο, απάντησε η Ευανθία. Δεν πρόσθεσε με τρία βολάν, κοίταξε μόνο στα μάτια τη Μαρίκα. Και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή. Σε λίγο περνούσανε τη γέφυρα του μόλου κ’ έσκυψαν κ’ έβλεπαν κάτω και οι δυο. Μεγάλοι σωροί ρόδια ήταν στημένοι πυραμιδωτά στο μόλο ανάμεσα σε στοίβες σάκους και ψηλές σειρές τετράγωνα ολοκαίνουργα κασόνια. - Τι κόκκινα! ψιθύρισε η Ευανθία βλέποντας τα ρόδια. - Μαρίκα, θυμήσου να στείλομε να πάρομε, είπε η κυρία Αγλαΐα. Από τις αποθήκες του μόλου κάτω από τη γέφυρα έφτανε απάνω κρατητός ο βρόντος άπειρων σφυριών που καρφώναν ολοένα. Η Μαρίκα σφάλισε τ’ αφτιά με τις παλάμες, ώσπου πέρασαν τη γέφυρα. - Ήρθαν απόψε δυο ιγγλέζικα για να φορτώσουν, είπε ο Στέφανος. - Πόσο αγοράζουν; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος είπε την τιμή, και ξανασωπάσαν πάλι. Η Ευανθία σηκώνοντας τα μάτια αντίκρισε μια στιγμή το Στέφανο. Η Μαρίκα κοίταζε ένα μικρό άσπρο σύννεφο στον ουρανό. Είχε υψωθεί εκεί, η Μαρίκα δεν το είχε δει από πού, και στάθηκε ψηλά και σάλευε μια εδώ μια εκεί, σα να μην ήξερε προς τα πού να πάει. Η Ευανθία γύρισε και την κοίταξε - Μαρίκα! φώναξε έπειτα με μιας. Η Μαρίκα γύρισε. - Να μην πάρομε και τη γιαγιά! Η Μαρίκα τής έριξε μόνο ένα βλέμμα δίχως ν’ απαντήσει, και ο Στέφανος είδε πάλι στη ματιά της Ευανθίας την κίτρινη αναλαμπή που του θύμισε πρωτύτερα την παλιά γάτα. Ο δρόμος φάνηκε στη θάλασσα και ανέβαινε προς το βουνό. Το αμάξι πήγαινε τώρα αργά, και η Μαρίκα ακουμπισμένη πίσω κοίταξε πάλι το σύννεφο. Είχε πυκνώσει τώρα μια στιγμή, έπειτα ξαναραίωσε και άπλωσε σα μαλλί ξασμένο, σκόρπισε αραιότερο, κομματιαστό, ώσπου έσβησε. -Μαρίκα, ξαναφώναξε η Ευανθία, καλά είναι τα μαλλιά μου; Είχε βγάλει το καπέλο, το ακούμπησε στα γόνατα, κ’ έσιαζε τα μαλλιά και κοίταζε. Η Μαρίκα δεν της απήντησε. Γύρισε μόνο στην κυρία Αγλαΐα και είπε: - Δεν πάμε πίσω; - Ναι, με το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Αλήθεια· να δούμε στο λιμάνι και τα ιγγλέζικα, είπε η Ευανθία. Το αμάξι ανέβαινε σε μια πλαγιά κατάφυτη με αμπέλια τρυγημένα πια και με κοκκινισμένα φύλλα, και ο δρόμος ισκιωνόταν από το κάστρο που άφησαν πίσω προς την αντολή· στην άκρη των αυλακιών του δρόμου φύτρωναν ωχρόλευκα αγριολούλουδα, λευκογάλανα σκυλάκια, και από τους όχτους μύριζε ακόμα η ξερή ρίγανη. Η Μαρίκα κούμπωσε το φόρεμά της. - Κρυώνεις; Ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα δεν απάντησε, μα ο Στέφανος φώναξε στον αμαξά: - Χτύπα λιγάκι. Άμα κατηφόρισαν στο λόφο, ο ήλιος ξαναθέρμανε το δρόμο και η θάλασσα φάνηκε πάλι κάτω φωτεινή λουρίδα. Το αμάξι κυλούσε τώρα γοργότερα, μα ένα σφύριγμα μέσα από τα δέντρα το σταμάτησε με μιας σε μια καμπή. Ήταν το τραίνο που περνούσε δυο βήματα σχεδόν μπροστά. Η Ευανθία πετάχτηκε ορθή και σήκωσε το χέρι. Μερικά κεφάλια πρόβαλαν έξω από τα παράθυρα των βαγονιών. Η Ευανθία έκαμε να νέψει με το χέρι, μα η κυρία Αγλαΐα την κράτησε. - Τρελή! Έβγαλε φωνή. Η Ευανθία γέλασε, αλλά δεν κάθισε. - Ο λοχαγός! Ο λοχαγός της Πρίφτη, φώναξε έπειτα κοιτάζοντας κατά το τραίνο. Η κυρία Αγλαΐα άφησε την Ευανθία και γύρισε κι αυτή να δει, ενώ ο τριγμός του τραίνου που χανόταν πάλι μες στα δέντρα σκέπασε τη φωνή της Ευανθίας. Η Μαρίκα την κοίταξε περίεργα και γύρισε στο Στέφανο. Η κυρία Αγλαΐα μίλησε πάλι για το ταξίδι και τα τρία βολάν της Πρίφτη. Το αμάξι πλησίαζε προς το λιμάνι και πλάι του σταματούσαν στο σκονισμένο δρόμο χωριάτισσες που πήγαιναν ξυπόλυτες και με πανέρια στο κεφάλι. Εμπρός στο πρώτο καφενεδάκι που απαντήσαν ύστερα, στεκόταν ένα αμάξι· και σ’ ένα από τα τραπέζια κάτω από τους ψηλούς ευκάλυπτους ήταν δυο κύριοι καθισμένοι. Χαιρέτησαν το Στέφανο με το καπέλο. - Ποιος είν’ ο άλλος; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. - Ο νέος εφέτης, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα κούνησε το κεφάλι δεύτερη φορά. Η Ευανθία έσκυψε να κοιτάξει, μα η κυρία Αγλαΐα την τρόμαξε με μια κραυγή. Η Ευανθία είχε ξεχάσει στα γόνατά της το καπέλο και η κυρία Αγλαΐα της ξαναφώναξε: - Μα τι ντροπή! Και τη βίασε να το φορέσει αμέσως. Περνούσαν τα πρώτα σπίτια του λιμανιού, και στις πόρτες έβγαιναν οι γυναίκες και κοίταζαν. Δυο κάρα που πέρασαν έπειτα τρεχάλα, τους έπνιξαν μέσα σε σκόνη μελανωπή. Η κυρία Αγλαΐα τίναξε το φόρεμά της, η Ευανθία γέλασε. Τέλος φάνηκαν κάτω μαυροκόκκινοι όγκοι μακρουλοί τα δυο ιγγλέζικα καθισμένα στ’ ακίνητα νερά σα βουλιαγμένα. Πρώτη τα έδειξε η Ευανθία. Ο Στέφανος έκαμε να στρέψει, μα η Μαρίκα του έδειχνε την ίδια ώρα σε άλλο μέρος. Σ’ ένα λόφο που άφησαν πίσω, άπλωνε ένας μύλος τα μεγάλα του πλατιά πανιά· μια πνοή έκανε να τα κινήσει και σαλεύαν μια στιγμή· μα η πνοή δεν είχε δύναμη και σταματούσαν κ’ έμεναν πάλι σα δεμένα. Η Μαρίκα τα κοίταζε σα να περίμενε τον άνεμο να τα κινήσει, και τα ξαναέδειξε του Στέφανου. Η Ευανθία άκουσε το βίντσι που αντηχούσε τριχτά, σκληρά από το λιμάνι, και φώναξε: - Φορτώνουν. Μαρίκα, πάμε να δούμε πώς φορτώνουν; Η Μαρίκα δε μίλησε. Μόνο η κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Αν πάει κι άλλος καλός κόσμος. Μα η Ευανθία ξαναφώναξε: - Άκου, Μαρίκα! Η Μαρίκα δε μίλησε και πάλι, έδειχνε μόνο του Στέφανου. Μα ο Στέφανος απάντησε της Ευανθίας: - Ναι, πάμε. Η Μαρίκα γύρισε μεμιάς· και ο Στέφανος είδε σαν ξαφνιασμένος πως του άφησε το χέρι κ’ έστρεψε προς το άλλο μέρος. - Τι είναι; της ψιθύρισε σκύβοντας κοντά της. Δεν του απάντησε· έβλεπε πέρα τα φτερά του μύλου που έμεναν πάντα ακίνητα, κρέμονταν σαν παραλυμένα. Άμα έφτασαν στην προκυμαία, αραιός κόσμος περπατούσε κει. Κάθε άλλος θόρυβος του λιμανιού πνιγόταν από το βίντσι των δυο ιγγλέζικων. Μαούνες φορτωμένες με σωρούς κασόνια στριμώχνονταν τριγύρω τους. Η Ευανθία σα να τα ξέχασε διόλου, ούτε γύρισε τα μάτια εκείθε. Κοίταζε τον κόσμο που περνούσε. Πρώτα πρόσεξε μια γούνα που βγήκε πρώιμα, έπειτα ένα φόρεμα αχερί: - Τι χρώμα! - Ναι, άσχημο, είπε η κυρία Αγλαΐα και στύλωσαν και οι δυο τα μάτια εκεί. Μια βιτρίνα που οι δαντέλες τη γέμιζαν κρεμασμένες σαν κουρτίνες, τους τράβηξε έπειτα το βλέμμα και η Ευανθία φώναξε: - Μαρίκα! Αλλά δυο κύριοι χαιρέτησαν από το δρόμο, και η Ευανθία ρώτησε ποιοι είναι. Έπειτα έσκυψε να γνωρίσει δυο κυρίες που τα πρόσωπά τους κρύβονταν κάτω από τις κόκκινες ομπρέλες τους. - Είναι η Ζαζά με τη μητέρα της, είπε η κυρία Αγλαΐα που τις γνώρισε από το φόρεμα. - Πώς σκύβει έτσι; - Σφίγγεται άσχημα. Παιδιά ξυπόλυτα και κόσμος με τριμμένα ρούχα, μαζεμένος γύρω σε μια μαϊμού που χόρευε, τις έκαμε και γύρισαν στο άλλο πλευρό ώσπου πέρασαν. Έπειτα τους ξαναχαιρέτησαν απέξω και η Ευανθία ξαναρώτησε ποιοι ήταν. Μα έπειτα βλέποντας δυο νέους σ’ ένα αμάξι καθισμένους με τα πόδια τεντωμένα εμπρός, γύρισε και γέλασε. - Τι, τα παπούτσια τους βγήκαν να δείξουν; είπε και ξαναγέλασε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε αυστηρά. - Μα, Ευανθία, την παρατήρησε. Αλλά η Ευανθία γέλασε πάλι. Είχαν φτάσει εμπρός στο καφενείο της προκυμαίας που μαζευόταν ο καλός κόσμος, και ο αμαξάς σταμάτησε. Η Ευανθία πήδησε κάτω πρώτη και προχώρησε· η κυρία Αγλαΐα θέλησε να την κρατήσει, μα καθώς έστρεφε, σταμάτησε κ’ έβγαλε σχεδόν φωνή: - Ο κύριος νομάρχης! Ο κύριος νομάρχης στάθηκε με το καπέλο του στο χέρι: - Τι ευχαρίστηση! Η Ευανθία έμεινε ακίνητη και η κυρία Αγλαΐα σύστησε: - Η ανεψιά μου. Δυο κύριοι που περνούσαν πλάι, γύρισαν και κοίταξαν· και η κυρία Αγλαΐα πρόσθεσε: - Ο κύριος νομάρχης, αρχαίος φίλος μας. Και σιγότερα: - Που μας λησμόνησε. Ο κύριος νομάρχης έμεινε σα στενοχωρημένος και ψιθύρισε: - Πράγματι, παράλειψις. Αλλά, δοκίμασε να δικαιολογηθεί, περιοδείες, συμβούλια, λιμενικά, τα ξέρετε… Και σα με ξαφνική έμπνευση: - Την ξέρετε τη νομαρχία. Κι έμειναν και οι δυο μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Είχαν σταθεί απέξω από το καφενείο, και ο κύριος νομάρχης χτύπησε σ’ ένα τραπέζι και πρόσφερε καθίσματα. Ο Στέφανος με τη Μαρίκα πλησίασαν, και καθίσαν όλοι. Μίλησαν πρώτα για τον ωραίο καιρό. - Κάναμε το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Και θα ήταν έμορφα, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, έμορφα, πολύ έμορφα. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα κ’ έριξε ένα βλέμμα εμπρός της· έπειτα έφερε σιγά το χέρι στα μαλλιά και τα έστρωσε με την παλάμη. - Δεν έχει κόσμο σήμερα, είπε. Και η Ευανθία που θυμήθηκε τώρα τα ιγγλέζικα, ψιθύρισε: - Θα είναι στα βαπόρια. Η κυρία Αγλαΐα της έριξε αυστηρή ματιά και γύρισε στον κύριο νομάρχη: - Σωστούς τρεις μήνες, τους σημείωσα --- ε, Μαρίκα; Μα η Μαρίκα δεν ήθελε ν’ αφήσει το Στέφανο να της ρίξει στους ώμους τη ζακετίτσα της, και η κυρία Αγλαΐα είπε αυστηρά: - Ναι, φόρεσέ τη. - Φορέστε τη, φορέστε τη, είπε και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα έφερε το χέρι πάλι πίσω στα μαλλιά. Έπειτα ξαναγύρισε: - Τον κύριο νομάρχη! Ο κύριος νομάρχης της πρόσφερε το γλύκισμα και άρχισαν να μιλάνε για τη νομαρχία, όπως πάντοτε όταν βλέπονταν. -Ναι, ναι, έλεγε η κυρία Αγλαΐα. - Ναι, ναι· όπως μια φορά. Μια φορά που ο κύριος νομάρχης ήταν γραμματεύς και η κυρία Αγλαΐα κυρία νομάρχου. Τους έκοψε η Ευανθία που ξαναθυμήθηκε τα ιγγλέζικα. - Στάθηκαν έξω, είπε του Στέφανου. Η κυρία Αγλαΐα την ξανακοίταξε αυστηρά· μα ο κύριος νομάρχης γύρισε έξαφνα: - Ναι, έχομε και τα ιγγλέζικα, είπε· τα είδατε; Και στρέφοντας στο Στέφανο άρχισε να μιλεί για τις τιμές που υψώθηκαν. - Ναι, απότομα, είπε ο Στέφανος. - Ευχάριστο, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, ευχάριστο. Το βίντσι των βαποριών ακούστηκε πάλι που έτριζε. - Φορτώνουν, είπε ο κύριος νομάρχης. - Στάθηκαν έξω, ξαναείπε η Ευανθία. Εννοούσε έξω από το βραχίονα του λιμανιού. - Ναι, πολύ έξω, είπε ο κύριος νομάρχης, και η ομιλία ήρθε στο λιμάνι που ακόμα έμενε ατελείωτο. - Μου φαίνεται άλλαξε το σχέδιο, είπε ο Στέφανος. Ο κύριος νομάρχης χαμογέλασε: - Μόνο το σχέδιο! Και κουνώντας το κεφάλι στην κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Τα ξέρετε… Μα εκεί που ο λόγος ξαναγύρισε στη νομαρχία, ο κύριος νομάρχης σηκώθηκε έξαφνα. Από τη γωνία του καφενείου παρουσιάστηκε η Φιφίκα Πρίφτη κρατώντας μπράτσο την κυρία Κατίγκω. Μόλις τους είδαν, η κυρία Κατίγκω έκαμε κίνημα. Μα ήταν αργά· ορθός εμπρός τους ο κύριος νομάρχης τους άπλωνε το χέρι και πρόσφερε καθίσματα. Η κυρία Κατίγκω πήγε ευθύς στην Ευανθία: - Χρυσή μου! Και τη φίλησε. Η Μαρίκα καθισμένη κοντά στο Στέφανο κοίταζε σιωπηλή προς το λιμάνι, που οι μακρουλοί μεγάλοι όγκοι των δυο ιγγλέζικων του έφραζαν το άνοιγμα και θάμπωναν εκεί μπροστά τους το φωτεινό χρώμα της θάλασσας. Η κυρία Κατίγκω χαιρέτησε και τη Μαρίκα. Έπειτα ήρθε πάλι στην Ευανθία και της είπε μελαγχολικά: - Τι κρίμα που δεν ήσουνα στην πρόβα! Κάθισε κοντά της και μίλησαν για το φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. Ο κύριος νομάρχης είχε γυρίσει στη Φιφίκα: - Λοιπόν αύριο; - Το μάθατε; - Τι ευτυχία! Η Φιφίκα γέλασε: - Που φεύγω; - Που σας βλέπομε πριν φύγετε. Και ο κύριος νομάρχης ακουμπώντας τις παλάμες διπλωμένες στην αργυρή λαβή του μπαστουνιού του την κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα κατέβασε τα φρύδια, όπως συνήθιζε όταν τη δυσαρεστούσε κάτι. Η Ευανθία έδειξε απέναντι μια τουαλέτα με πλατιά φουσκωτή φούστα: - Για δέτε κει! να τρία βολάν. Γύρισαν και κοίταξαν· η κυρία Αγλαΐα μισοκλείνοντας τα μάτια. Μα έξαφνα γύρισε η κυρία Αγλαΐα: - Τι αηδία, ε, Μαρίκα; Η Μαρίκα δεν απάντησε· καθώς έστρεψε, είδε μόνο πως η Ευανθία κοίταζε το Στέφανο. - Τι αηδία, ε; είπε ξανά η κυρία Αγλαΐα, και η Φιφίκα το ένιωσε και κοκκίνισε. Μα ο Στέφανος γύρισε αμέσως και τη ρώτησε: - Πηγαίνετε στην Ιταλία; - Ναι, στη Γένοβα, απάντησε σα συγχυσμένη· μα έπειτα: Ο θείος επέμενε να πάμε να μας δη, τόνισε σαν επίτηδες. Ο θείος ήταν πλούσιος έμπορος στη Γένοβα, γνωστός στην πόλη· και ο κύριος νομάρχης τόνισε κι αυτός: - Καθήκον. - Τι λαμπρός άνθρωπος! είπε έπειτα· και πατριώτης! Και στρέφοντας προς την Αγλαΐα πρόσθεσε: - Το γνωρίζω από τη νομαρχία. Τα φρύδια της κυρίας Αγλαΐας ξαναχαμήλωσαν. Μα η Ευανθία έσκυψε έξαφνα και κάτι είπε της Φιφίκας, και η Φιφίκα γέλασε. Ο κύριος νομάρχης, καθώς έστρεψε σ’ αυτή, έμεινε παίζοντας την αργυρή λαβή του μπαστουνιού του ανάμεσα στα δάχτυλα. Όταν ξαναέστρεψε είδε την κυρία Αγλαΐα που τον κοίταζε. - Ανεψιά σας είπατε; έσκυψε και της ψιθύρισε. - Ναι, από τον άντρα μου, απάντησε η κυρία Αγλαΐα, όταν εννόησε πως ρωτούσε για την Ευανθία. - Αχά! είναι --- θυμούμαι τη μητέρα της. Η Φιφίκα αντίκρυ ξαναγέλασε, και ο κύριος νομάρχης έμεινε μια στιγμή. - Από τη νομαρχία, του ξέφυγε έπειτα, μα αμέσως το ένιωσε και είπε γοργά: - Ναι, ναι, που είχε τον τελώνη. - Τον ελεγκτή, κύριε νομάρχα!... Ο κύριος νομάρχης τινάχτηκε σα να συνήρθε ξαφνικά κ’ ένιωσε πως κοκκίνισε. - Δε φαντάζεσαι τι ωραία που χτενίζει, έλεγε της Ευανθίας η Φιφίκα· ούτε αισθάνεσαι το χτένι. - Και λούζει ωραία, λένε, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ω, έκτακτα· με νέα μέθοδο. Και ιδίως το στέγνωμα· η τέχνη της είναι το στέγνωμα· με τον ατμό. Η Ευανθία κοίταζε τη Φιφίκα. Και η Μαρίκα που καθόταν άφωνη σα μόνη της, έριξε βλέμμα στα μαλλιά της Ευανθίας απέναντι. Η Ευανθία κοκκίνισε που το είδε· κοκκίνισε και χαμήλωσε τα μάτια. Της φάνηκε πως ήθελε να της θυμίσει πως χτες αυτή την έλουσε η γιαγιά. Μα η Φιφίκα που την κρατούσε από το χέρι, της είπε ξαφνικά: - Τι ωραία που είναι, Ευανθία, τα μαλλιά σου! - Ωραία, ναι, είπε και η κυρία Κατίγκω. Και η Ευανθία που ξανασήκωσε τα μάτια είδε πως όλοι, και ο Στέφανος μαζί, κοιτάζαν τα μαλλιά της. Μόνη η Μαρίκα είχε γυρίσει το βλέμμα αλλού. Η κυρία Αγλαΐα μιλούσε πάλι με τον κύριο νομάρχη. - Ναι, ναι, όπως τότε. - Ναι, ναι, όπως μια φορά. Μα η Ευανθία ξαναψιθύρισε με τη Φιφίκα, και ο κύριος νομάρχης σα να ξεχάστηκε ξανά. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με την παλάμη πίσω στα μαλλιά της· η Φιφίκα την κοίταζε από αντικρύ. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε και εκείνη· την κοίταξε άφωνη. Έπειτα της χαμογέλασε μονάχα. Μα μισοκλείνοντας τα βλέφαρα της είπε αμέσως: - Λυπήθηκα που δε σας είδα το πρωί. - Αλλά ντυνόμουνα να βγούμε, πρόσθεσε με τα φρύδια πάλι ορθά. Η Ευανθία κοιτάχτηκε με την κυρία Κατίγκω· η Φιφίκα όμως απάντησε ήσυχα: - Μα εγώ ήρθα μόνο για την Ευανθία. Το είπε κ’ έμεινε ακίνητη. Η κυρία Αγλαΐα είδε πως έμεινε ακίνητη και η αργυρή λαβή του μπαστουνιού στα χέρια του κυρίου νομάρχη. Ο Στέφανος έριξε ένα βλέμμα στη Μαρίκα· η Μαρίκα κοίταζε τη θάλασσα. Μα έπειτα όταν γύριζαν στο σπίτι, η Μαρίκα πλησίασε μια στιγμή το Στέφανο, που τις συνόδευε ως την πόρτα. Ήταν παράξενα χλωμή και του έπιασε το χέρι νευρικά. -Ξέρεις Στέφανε, του είπε, ξέρεις τι σκέφτηκα έξαφνα; - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Θα ήταν καλύτερα να έπαιρνες την … Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταξε σαν ξαφνισμένα· - Την Πρίφτη, είπε η Μαρίκα. Και τον άφησε να την κοιτάζει εκεί και χάθηκε στην πόρτα. [Επεξεργασία] VIII - Την Πρίφτη! Ο Στέφανος πήγαινε σκυφτός στο σπίτι· δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί. Και μια στιγμή που του φάνηκε έξαφνα πως κάτι έλαμψε μπροστά του, δεν ήταν τα μαλλιά της Πρίφτη. Σήκωσε ευθύς τα μάτια απάνω, σα να ήθελε να μην το δει. Και είδε τη θάλασσα. Του φάνηκε πως έλαμπε όλη. Και όταν έπειτα ανέβηκε στο σπίτι, ήρθε γελαστή κοντά του η κυρία Κατίγκω και τον κοίταξε και του είπε: - Τι όμορφη που ήταν σήμερα η Ευανθία. Και πήρε και γέμιζε δυο βάζα με άνθη. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε με τι άνθη, είδε μόνο πως έφεγγαν στα βάζα τ’ άνθη. Μα έξαφνα ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω· και ρώτησε: - Μα η Μαρίκα τι είχε; Ο Στέφανος έκαμε ν’ απαντήσει: τι; Μα δεν απάντησε· είπε μόνο: - Τι κωμικός που ήταν ο νομάρχης. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε, πρόσθεσε ο Στέφανος. - Κι αυτή. Η κυρία Κατίγκω εννόησε πια, όμως δε θύμωσε· είπε μόνο μελαγχολικά: - Μου κακοφαίνεται που φεύγει. Και αφού ξεχάστηκε για μια στιγμή, ψιθύρισε: - Θα πάρω εδώ την Ευανθία για λίγες μέρες. Ο Στέφανος έκανε να την κοιτάξει, και η κυρία Κατίγκω ξαναείπε: - Η γιαγιά θα μου τη δώσει. Και σώπασαν. Είχαν σταθεί εμπρός στο παράθυρο κ’ έβλεπαν τη θάλασσα. Ένα αεράκι τη σγούρανε ωχροπράσινη, ισκιωμένη μεριές μεριές από αραιά πλοκαμωτά, αλλού σταχτιά αλλού άσπρα σύννεφα με κίτρινες αντιφεγγιές εδώ και κει. Το μάκρος χανότανε σκουρότερο, πια σταχτερό. Από το λιμάνι ακούονταν τριχτός ο βρόντος που έκανε το βίντσι των ιγγλέζικων. - Φορτώνουν, είπε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Και του Στέφανου του φάνηκε πως άκουσε σα μακρινό αντίλαλο: - Φορτώνουν· άκου, Μαρίκα, πώς φορτώνουν. Και γύρισε. Εκεί η κυρία Κατίγκω πρόσθεσε: - Θα πάμε με την Ευανθία να τα δούμε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος. Όταν ξαναέστρεψε έπειτα, η κυρία Κατίγκω έβλεπε τη θάλασσα. Μα ύστερα από λίγο πάλι ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Δε μου είπες τι είχε σήμερα η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε ξανά. Κοίταξε μπρος του με μάτια σα μισόκλειστα για μια στιγμή. Έπειτα ψιθύρισε: - Η Μαρίκα; - Τίποτε δεν είχε, είπε δυνατότερα και ξανακοίταξε μπροστά του: η θάλασσα σα ν’ ανατρίχιασε όλη μια στιγμή, βάφηκε χαλκοπράσινη ελαφρά. Με έπειτα ξαναησύχασε και απέμεινε απλωμένη με μουντά στίγματα, σαν ξέθωρος παλιός καθρέφτης σκουριασμένος. Τα σκόρπια σύννεφα στον ουρανό είχαν σκουράνει. Ο Στέφανος έμεινε κει σκυφτός. [Επεξεργασία] ΙΧ Τα σύννεφα είχαν μαυρίσει και σκέπαζαν όλον τον ουρανό όταν μετά το μεσημέρι ο Στέφανος ανέβαινε τη σκάλα της Μαρίκας. Η Μαρίκα τον περίμενε στην πόρτα. Ήταν χλωμή, μα γέλασε όταν τον είδε. Του έπιασε το χέρι και βλέποντάς τον στο πρόσωπο: - Στέφανε, του είπε σιγά, αν μπορείς λησμόνησε ό, τι σου είπα. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε στα μάτια. - Ναι, Μαρίκα. - Λησμόνησέ το και συγχώρεσέ με· μα με πειράζει, με κάνει νευρική. Ο Στέφανος περίμενε· και η Μαρίκα ξαναψιθύρισε: - Με κάνει τόσο νευρική η Φιφίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε πάλι στα μάτια. Την κοίταξε σα να ήθελε να δει σ’ αυτά αν είχε πει το αληθινό όνομα. Μα η Μαρίκα σα να ένιωσε κάτι και φοβήθηκε, του έπιασε και το άλλο χέρι, τον έσυρε κοντά της κ’ έσκυψε στο στήθος του το πρόσωπο. Έμεινε έτσι μια στιγμή, έπειτα ορθώθηκε ξανά και πιάνοντάς τον από τη μέση τον έφερε μπρος στο παράθυρο. Και δείχνοντας τη θολωμένη μέρα έξω είπε: - Πώς μου αρέσει, δεν ξέρεις πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε. Στάθηκε ακουμπισμένη πάλι απάνω του. Ήταν εμπρός στο ανοιχτό παράθυρο, και τα ξερά χαλκά φύλλα της λεύκας κρέμονταν σαν πνιγμένα στο μολυβή αέρα του σκοτισμένου δειλινού που σύγχυζε σε άχνα αόριστη τον κάμπο πέρα κ’ έβαφε με χρώμα θαμπού μουντού ατσαλιού τον όγκο του απέναντι βουνού. - Πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. Δεν έπνεε πνοή, και ο λόγος φάνηκε στο Στέφανο σαν ψιθύρισμα της ίδιας θολωμένης ώρας. Δε μίλησε από φόβο μην ταράξει τη σιγή της. Έσκυψε μόνο στη Μαρίκα και της φίλησε το μέτωπο. Κ’ έμειναν και οι δυο άφωνοι κοιτάζοντας στο μάκρος. Έπειτα η Μαρίκα βάζοντας το χέρι γύρω στο λαιμό του: - Στην ησυχία αυτή, είπε σιγά. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα αλλάζοντας τόνο μεμιάς και φέρνοντας το πρόσωπο σιμώτερα προς το δικό του: - Δεν ξέρω, Στέφανε, γιατί, μα με πειράζει το πολύ το φως κοντά σου, είπε και τον κοίταξε κατάματα. Την κοίταξε και ο Στέφανος: το βλέμμα της είχε σαν κάποια ανησυχία, σαν κάποιο τρόμο, όπως και η φωνή της. Έμειναν έτσι μερικές στιγμές. Ο Στέφανος δεν έβρισκε τι να μιλήσει. Μα όταν έκαμε κάτι να πει… - Ω σώπα· κοίταζέ με μόνο, τον σταμάτησε η Μαρίκα, κ’ έμειναν πάλι άφωνοι βλέποντας έξω. Αλλά μια ξαφνική πνοή τους έκαμε να τιναχτούν. Ήρθε μεμιάς και κούνησε τη λεύκα σα χέρι αόρατο, χωρίς να της ταράξει τα κλαδιά. Μόνο τα φύλλα έτριξαν στα κλαδιά με ήχο ξερό σαν ξέσκισμα. Έπειτα πέρασε η πνοή και ξαναχύθηκε βουβή σιγή, που άφηνε ν’ ακούεται το πέσιμο των φύλλων κάτω. Η Μαρίκα κοίταξε άφωνη το Στέφανο. Έπειτα έσκυψε στο παράθυρο: τα ξερά φύλλα είχαν γεμίσει την αυλή. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε. Καθώς κοιτάζαν στο παράθυρο, άκουσαν πίσω τους φωνή. Γύρισαν και είδαν, ορθό, ακίνητο μπροστά τους τον παππού. Κοιταχτήκαν πάλι αμίλητοι και οι δυο. - Θα βρέξει, ψιθύρισε ο παππούς και κοίταζε έξω το βαρύ αέρα. - Ναι, παππού, θα βρέξει, είπε και η Μαρίκα σαν αυτόματα. Ο παππούς γύρισε και την κοίταξε με μια μακριά θαμπή ματιά. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί ξανανατρίχιασε. ΄Επειτα γύρισε άφωνος ο παππούς και σύρθηκε αργά και τρικλιστά κατά την πόρτα. Η ράχη της σταχτιάς τριμμένης ρόμπας του σταμάτησε έξω από την πόρτα μια στιγμή. Έπειτα χάθηκε. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Τον παππού, τον άμοιρο παππού, ψιθύρισε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε έξαφνα φωνή, και σε λίγο είδαν την υπηρέτρια που έτρεχε. Και από πίσω, ενώ η γιαγιά έσερνε από το χέρι τον παππού, ο παππούς μουρμούριζε: - Τα σπίρτα --- μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κάθισε άφωνη στον καναπέ. Έπειτα είπε ξαφνικά: - Τι φόβο είχα μην μπει μεμιάς η Ευανθία. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε. - Δε θέλω να βλέπει κανένας τον παππού τέτοιες στιγμές. Κ’ έπειτα από λίγο πάλι: - Ξέρεις γιατί; Γιατί μου φαίνεται πως ο παππούς είναι εντελώς δικός μου. Κι αυτός δεν ξέρεις πόσο μ’ αγαπά. Και τι καλά μιλεί μαζί μου. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε ολοένα. - Τι νομίζεις μου έταξε προχτές; είπε σιγώτερα η Μαρίκα. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα μια στιγμή ως να δίστασε. - Στο γάμο μας δε θα έμπει με τη ρόμπα, είπε έπειτα· και στη ματιά της έπαιξε μια λάμψη. Ο Στέφανος τη χάιδεψε ελαφρά στο πρόσωπο μ’ ένα χαμόγελο, και η Μαρίκα αφού τον κοίταξε μια στιγμή εξακολούθησε με τη φωνή ζωηρότερη: - Και ξέρεις τι; Χτες ήρθε κα με πήρε σιγαλά στην κάμαρά του και τι λες μου έδειξε; Τη ρεδιγκότα του. Την είχε βγάλει από το ντουλάπι και την ξεσκόνισε μονάχος. Δεν είπε λέξη, αλλά κατάλαβα. Σταμάτησε, μα έπειτα πάλι μεμιάς: - Αχ, Στέφανε, δεν ξέρεις πώς θα χαιρόμουν αν ερχόταν ο παππούς στο γάμο μας. _ Και γω, είπε ο Στέφανος σιγά, και η Μαρίκα κοιτάζοντάς τον τώρα κατάματα: - Και θα χαιρόμουν πιο πολύ αν ήταν εκεί μόνος ο παππούς, μόνο η γιαγιά, η μαμά, οι δικοί σου βέβαια, και κανένας άλλος. Και σα να τη σταμάτησε η ματιά του Στέφανου· κανένας ξένος, είπε σιγαλότερα. Και ο Στέφανος χωρίς να πάρει κι αυτός το βλέμμα από το δικό της πρόσωπο: - Ούτε ο κύριος νομάρχης; ρώτησε. Η Μαρίκα δεν το περίμενε κ’ έμεινε μια στιγμή άφωνη. - Γελάς! ψιθύρισε έπειτα, ενώ στην πόρτα έμπαινε η Ευανθία. Μπήκε με παράπονο για τον καιρό που χάλασε. - Και είπαμε με τη θεία Κατίγκω να πάμε στα ιγγλέζικα, είπε με απογοητευμένο πρόσωπο. Και βλέποντας προς το παράθυρο: - Το πρωί ποιος το περίμενε πώς θα σκοτείνιαζε έτσι. Μα εμείς με τη γιαγιά θα πάμε ωστόσο. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα που είχε πιάσει. - Πού; ρώτησε. - Στη θεία Κατίγκω. Δε μίλησε κανένας μια στιγμή. Έπειτα η Ευανθία πηγαίνοντας προς τη Μαρίκα: - Δεν είναι καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; ρώτησε. Τα είχε χτενίσει αφέλειες. Και ρίχνοντας το βλέμμα αντίκρυ στον καθρέφτη γέλασε πάλι η όψη της. - Δε μου παν καλύτερα έτσι; ξαναγύρισε προς τη Μαρίκα. Η Μαρίκα δίχως να προσέξει όσο ήθελε η Ευανθία: - Καλύτερα, είπε μόνο και ξαναέσκυψε πάλι στο κέντημα. Και η Ευανθία γυρίζοντας τότε στο Στέφανο: - Αλήθεια, είναι καλύτερα έτσι; ρώτησε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε να δώσει απάντηση. Η Μαρίκα είχε στυλώσει μεμιάς κι αυτή τα μάτια απάνω του. Έμειναν έτσι αμίλητοι λίγες στιγμές και οι τρεις. Και η κυρία Αγλαΐα που μπήκε μέσα ύστερα από λίγο, είχε το ίδιο αίσθημα που είχε και το πρωί, το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσά τους. [Επεξεργασία] Χ Ο Στέφανος βρήκε την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. Καθόταν στο παράθυρο κοντά και διάβαζε. Άμα τον είδε σήκωσε τα μάτια, και ο Στέφανος κάθισε αντίκρυ της. Πρώτα μίλησαν για τον καιρό. - Τι πλήξη, είπε η Ευανθία και άφησε να πέσει το βιβλίο από το χέρι της. - Φθινόπωρο, είπε ο Στέφανος. Έβρεχε και η βροχή κρεμότανε σαν πυκνό δίχτυ έξω από τα τζάμια κ’ έκρυβε κάθε θέα· πλυμένα από τη βροχή κοκκίνιζαν μόνο θαμπά τα φύλλα που έμεναν ακόμα στα κλαδιά της λεύκας. Λίγες στιγμές δε μίλησε κανείς. Η Ευανθία έσυρε το δάχτυλο στο τζάμι, σα να ήθελε να γγίσει τις στάλες της βροχής που νότιζαν το τζάμι απέξω. Έπειτα γύρισε έξαφνα: - Μας περίμενε χθες το απόγευμα η θεία Κατίγκω; - Νομίζω, είπε ο Στέφανος. - Πώς δε μου το είπες τότε; - Πού το ήξερα! Η Ευανθία τον κοίταξε στα μάτια, σα να μην πίστεψε. Ο Στέφανος σηκώθηκε κ’ έκαμε βήματα προς το άλλο παράθυρο. - Αλήθεια πλήξη, ψιθύρισε ρίχνοντας βλέμμα έξω, σα να ήθελε να κόψει εκεί την ομιλία. Το πρωί που έφευγε από το σπίτι τον σταμάτησε η μητέρα του στην πόρτα. - Στέφανε, του είπε, πώς ήθελα να ερχόταν η Ευανθία εδώ για λίγες μέρες. Δεν της το λες; - Εγώ; είπε ο Στέφανος κάπως απότομα, χωρίς να θέλει. - Θα πήγαινα μονάχη, μα το ξέρεις: δεν ήθελα να ξαναπαντηθώ… - Αλλά, μητέρα, έκοψε την κυρία Κατίγκω ο Στέφανος, δεν τ’ αφήνετε όλα αυτά επιτέλους! Η κυρία Κατίγκω κάτι θέλησε να πει, μα ο Στέφανος δεν την άφησε. - Για χάρη μου, είπε· το ξέρεις, δεν είναι κακή, μονάχα νευρική. Η κυρία Κατίγκω δεν ξαναμίλησε. Και τώρα ο Στέφανος καθώς πλησίασε πάλι την Ευανθία: - Ναι, ναι, του ήρθε μεμιάς να πει, μα η Ευανθία τον πρόλαβε. - Για πε μου αλήθεια, του είπε σιγαλά, γιατί δε μου είπες χτες αν σου αρέσουν καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; Το είπε τόσο ξαφνικά, που ο Στέφανος δε μπόρεσε πάλι να μιλήσει. Την κοίταξε μονάχα --- κοιτάχτηκαν και οι δυο για μια στιγμή. Και σα να ξαφνίστηκαν και οι δυο που άνοιξε η πόρτα. Μπήκε η γιαγιά και πήγε ίσα στο Στέφανο. - Η Μαρίκα έβηξε τη νύχτα, του είπε σιγά και ανήσυχα. - Πολύ; ρώτησε ο Στέφανος. Η γιαγιά τον κοίταξε. - Είναι η υγρασία, ξαναείπε ο Στέφανος. - Σηκώθηκε; ρώτησε ύστερα πιο δυνατά. - Θα σηκωθεί· δεν μπόρεσα να την κρατήσω, απάντησε η γιαγιά. - Δεν προσέχει, δεν προσέχει, ξαναψιθύρισε κοιτάζοντας ανήσυχα πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος έμεινε σκυφτός. Χτες βράδυ που έφευγε, η Μαρίκα κατέβηκε μαζί του κάτω. Τον κράτησε μπροστά στην πόρτα, ακούμπησε στον ώμο του και του είπε: - Δε μ’ αγαπάς, δε μ’ αγαπάς σαν πρώτα, Στέφανε. Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Έπειτα, σα να ξέχασε τι είπε, κρεμάστηκε στο μπράτσο του και τον έσυρε έξω: - Έλα να περπατήσομε λίγο στον κήπο. Και τον έσυρε ως τον κήπο. Η νύχτα ήταν σιωπηλή και σκοτεινή· δεν έφεγγε πουθενά φως. Έκαναν λίγα βήματα σιωπηλοί και οι δυο. Όπως πατούσαν, κάτι έτριξε κάτω μια στιγμή ξερά, και η Μαρίκα ψιθύρισε: - Είναι τα φύλλα… - Τα φύλλα που ακούσαμε που έπεσαν, είπε σιγώτερα και σώπασε --- σωπάσανε πάλι και οι δυο. Έπειτα η Μαρίκα έγινε μεμιάς φαιδρή. Του είπε κατιτί και γέλασε. Έπειτα θυμήθηκε τη ρεδιγκότα που της έδειξε ο παππούς. - Φαντάσου, Στέφανε, του είπε και τον κοίταζε, σα να ήθελε να δει τα μάτια του στο σκότος. Ξαναέφεραν στον κήπο δυο-τρεις γύρους, όσο που ένιωσαν πως άρχισε να ψιχαλίζει. Όταν την άφησε στην είσοδο, είδε πως ήτανε χλωμή και πως κατέβηκε χωρίς επανωφόρι. - Ναι, δεν προσέχει. Γύρισε από το παράθυρο, όπου είχε σταθεί και κοίταζε έξω τη βροχή. Η γιαγιά τον έβλεπε άφωνη, η Ευανθία είχε πάρει πάλι το βιβλίο. - Αχ ναι, αχ ναι, ανέκραξε η γιαγιά κ’ έμεινε σιωπηλή ξανά. Ο Στέφανος άναψε τσιγάρο και ξαναγύρισε προς το παράθυρο. Η βροχή θόλωνε πάντα το τζάμι. Μια ξαφνική πνοή την έφερε για μια στιγμή λοξά και χτύπησε στο τζάμι, σα να έσπασαν απάνω του σε θρύμματα πλήθος ψιλά ατσαλένια σύρματα. Η Ευανθία τινάχτηκε. - Καιρός! ψιθύρισε και κοίταξε έξω. Ποιος ξέρει, να έφυγε τάχα η Φιφίκα; - Ποιός; ρώτησε η γιαγιά. - Η Φιφίκα Πρίφτη. - Να πάει πού; - Ταξίδι, απάντησε η Ευανθία. Κ’ έπειτα στρέφοντας στο Στέφανο: - Ξέρεις, Στέφανε, είπε, έχω μια ιδέα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Η Φιφίκα δε θα πάει στην Ιταλία. - Αλλά; - Αλλού --- πάει ν’ αρραβωνιαστούνε με το λοχαγό. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Θα δεις --- η μητέρα της δε θέλει, και πάει με τον πατέρα της ν’ αρραβωνιάσουν μυστικά· γι’ αυτό έφυγε κι ο λοχαγός. - Ποιος; ρώτησε η γιαγιά τεντώνοντας το αφτί. - Κανένας, είπε η Ευανθία και ξαναπήρε το βιβλίο ενώ ο Στέφανος την κοίταζε περίεργα. Η γιαγιά έφυγε και ο Στέφανος κάθισε και κάπνιζε κ’ εξακολουθούσε να την κοιτάζει. Η βροχή χτύπησε πάλι στο παράθυρο, και μαζί της σύρθηκαν στο τζάμι και τα ξερά κλαδιά της λεύκας. Ο Στέφανος τα είδε που σείστηκαν, και του φάνηκαν σα δάχτυλα, σαν αχαμνά γνώριμα δάχτυλα που έκρουσαν το τζάμι. Είχε μελαγχολήσει, και ο αέρας εκεί μέσα του ήταν σα να τον έπνιγε. - Πλήξη, έκαμε να ψιθυρίσει για να τινάξει τη θλιβερή διάθεση, μα επάνω εκεί η Ευανθία του είπε ξαφνικά: - Μα μην το πεις της θείας Κατίγκως. Και τον κοίταζε. - Τι να μην πω; ρώτησε ο Στέφανος. - Αυτά για τη Φιφίκα. Ο Στέφανος σα να είχε λησμονήσει. - Τι; ψιθύρισε· μα έπειτα: Α ναι, είπε έξαφνα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τη. - Θα μου θυμώσει, και δε θέλω να μου θυμώσει η θεία Κατίγκω, είπε η Ευανθία και τον πλησίασε· του έπιασε τον ώμο και είπε σιγώτερα: - Μην της το πεις. Ο Στέφανος της γέλασε. Και η Ευανθία έξαφνα: - Δε με περίμενε χτες βράδυ η θεία Κατίγκω; ρώτησε και τον κοίταζε. - Ναι, σε περίμενε, είπε ο Στέφανος χωρίς να το νοήσει. Η Ευανθία μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα ξαφνικά πάλι: - Τι κρίμα να μην πάμε στα ιγγλέζικα· ήθελα να τα δω πριν φύγουν. - Θ’ αργήσουνε να φύγουν, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοιτάζοντάς τον πάντα: - Αλλά θα φύγω εγώ. -Αστεία. Ο Στέφανος σώπασε μια στιγμή. Έπειτα, σα μηχανικά, ρώτησε¨ - Πότε; - Γρήγορα, απάντησε η Ευανθία. Ο Στέφανος δε μίλησε. Άκουσαν πάλι τη βροχή που ξαναχτύπησε στο τζάμι κ’ έμειναν όρθιοι εκεί κοντά κοντά και κοιταζόνταν. [Επεξεργασία] ΧΙ Το δειλινό άμα ξαναήρθε ο Στέφανος, η Ευανθία ήταν στο πιάνο. - Δεν μπόρεσα να την κρατήσω· σηκώθηκε και ντύνεται, του είπε η γιαγιά που τον απάντησε έξω στο διάδρομο. Ο Στέφανος μπήκε σιγά στην κάμαρα και κάθισε κοντά στην πόρτα. Η Ευανθία δεν τον ένιωσε κ’ εξακολούθησε να παίζει. Είχε τελειώσει μια μαζούρκα και δοκίμαζε να παίξει άλλο χορό, μα ο ρυθμός της ξέφευγε. Ξαναδοκίμασε, δεν μπόρεσε. Έπειτα σταμάτησε. Σταμάτησε και γύρισε τα φύλλα. Έπειτα τ’ άφησε κι αυτά και γύρισε προς το παράθυρο. Έξω δεν έβρεχε, μα ο ουρανός ήταν βαρύς και σταχτερός, και η κορυφή του αντικρινού βουνού μέσα στα σωριασμένα σύννεφα φαινόταν σαν κρατήρας που σκόρπιζε καπνό. Έπειτα ο αέρας ανέμιζε τα σύννεφα και κείνα έπαιρναν σχήματα παράξενα· φούντωναν σε δάσος με στριμωχτά πυκνά τεράστια δέντρα, γίνονταν μολυβόμαυρα ψηλά βουνά, πελώριοι όγκοι πάγων μουντόλευκων που έπλεαν σε σταχτερή, μελανή θάλασσα κ’ έσπαζαν απάνω στα βουνά κ’ έσμιγαν με τη θάλασσα και γίνονταν και κείνα θάλασσα κ’ έπειτα υψώνονταν και πάλι σε βουνά κάτασπρα σα χιονοσκέπαστα όσο πού πάλι ξανάπλωναν σε θάλασσα --- μια θάλασσα τώρα λευκή σαν παγωμένη. Μπροστά σ’ αυτό το αέρινο παιχνίδι ο Στέφανος σα να ξεχάστηκε. Η Ευανθία ξανάρχισε να παίζει, μα αυτός δεν άκουε το σκοπό, κοίταζε μόνο τις εικόνες που προβάλλονταν εκεί στα σύννεφα που έφευγαν αργά στο διάστημα. Μια του φάνταζαν σα χώρες άγνωστες και μαγικές, και μια του θύμιζαν κόσμους που γνώρισε, τόπους που του φαινόταν πως τους είδε ή πως τους ονειρεύτηκε σ’ ένα μακρινό χειμερινό ταξίδι, που η θύμισή του το κρατούσε σαν όραμα φανταστικό ώσπου έσμιγαν σε μιάν απέραντη λευκή έκταση χωρίς ούτε ένα στίγμα μελανό· στεριές, νησιά, ουρανός και θάλασσα --- ένα ταξίδι ξεχασμένο που του έμενε πάντα σαν όνειρο χωρίς σωστή συναίσθηση αν το έκανε ποτέ ή μόνο το φαντάστηκε. Μα εκεί τινάχτηκε μεμιάς· ο ήχος που άφησε το πιάνο έξαφνα του ήρθε σα γνωστός. Του φάνηκε πως ξύπνησε με τα σωστά όταν γύρισε και είδε την Ευανθία που έπαιζε σκυφτή. Μα έπειτα από μια στιγμή ξαφνίστηκε πιο δυνατά. Ο παππούς ορθός στην πόρτα τραύλιζε με βραχνή τρεμουλιαστή φωνή το τραγούδι που έπαιζε η Ευανθία: προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Η Ευανθία πετάχτηκε. Βλέποντας πίσω της το Στέφανο κοκκίνισε όλη. Και η Μαρίκα, που φάνηκε την ώρα αυτή στην πόρτα, τους είδε να κοιτάζονται άφωνοι. - Έλα, παππού, έλα μέσα, θα τραγουδήσομε όλοι μαζί, είπε η Μαρίκα δίνοντας το χέρι της στο Στέφανο. Φαινότανε φαιδρή, μα ο Στέφανος είδε στα χείλη της τ’ άσπρα σημάδια των δοντιών που γνώριζε - Έλα, Ευανθία, ξαναπαίξε το, ξαναμίλησε η Μαρίκα με χαμόγελο και με ματιά που η Ευανθία την ένιωσε και χλώμιασε. ==Χλώμιασε και την κοίταξε κι αυτή, και μια στιγμή έμεινε ακίνητη. ΄Επειτα πήγε στο παράθυρο. Ο Στέφανος έμεινε κει που είχε σταθεί κοντά στην πόρτα. - Ελάτε τότε να σας το παίξω εγώ, είπε η Μαρίκα και κάθισε στο πιάνο. Το έπαιξε κ ‘ έπειτα γύρισε και κοίταξε. - Δεν το τραγούδησες παππού· δεν το έπαιξα καλά όπως η Ευανθία, ξαναείπε κ’ έριξε πάλι ματιά στην Ευανθία. Η Ευανθία έμενε ακόμα στο παράθυρο, ο Στέφανος ορθός στην ίδια θέση. Μόνο ο παππούς κινήθηκε να φύγει. Αλλά η Μαρίκα τον σταμάτησε: - Σκάσου παππού, και θα σου παίξω ένα άλλο. Άμα άρχισε να παίζει πάλι, ο Στέφανος έκαμε κίνημα. Η Μαρίκα έπαιζε το τραγούδι της κυρίας Κατίγκως: Λενίτσα Λενιώ, τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά· αχ, άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. ΄Επαιξε και τραγούδησε τις δυο στροφές γοργά, δίχως να τις χωρίσει. Μα έπειτα σταμάτησε· και με φωνή αργότερη, ψιθυριστή αλλά καθαρά ξανατραγούδησε: Αχ πού να θυμάσαι, Λενίτσα Λενιώ, εκεί που κοιμάσαι σε πεύκο σκιερό. Όταν σηκώθηκε, ο παππούς στεκόταν και την κοίταζε με μάτια ακίνητα. Η Ευανθία είχε γυρίσει στο παράθυρο και κοίταζε έξω. Μα ο Στέφανος πετάχτηκε στο διάδρομο, όπου η κυρία Κατίγκω είχε πέσει στα χέρια της γιαγιάς πνιγμένη σε λυγμούς. Την άκουσαν και μαζευτήκαν όλοι γύρω της. Ο Στέφανος τη σήκωσε. Από μέσα έτρεξε γοργά και η κυρία Αγλαΐα. Άμα είδε την κυρία Κατίγκω, σταμάτησε έξαφνα κοιτάζοντας το Στέφανο και τη Μαρίκα, σα να ρωτούσε να μάθει τι έγινε. Μα αμέσως πάλι προχώρησε και της έδωσε το χέρι. Στης γιαγιάς τα μάτια έφεγγε η χαρά ενώ περνούσαν όλοι στην τραπεζαρία. Μα σε λίγο βγήκε η γιαγιά ξανά έξω και στάθηκε κ’ έψαχνε γύρω με τα μάτια. Και ο παπαγάλος από το κλουβί του στο βάθος του διάδρομου σα να την ένιωσε, άρχισε να κράζει με τη βραχνή και σα σαρκαστική φωνή του: - Παππού, παππού. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία μαζί της. Το βράδυ πρόσεξε μόνη της το γλύκισμα --- φρυγανιές με μαρμελάδα, που ήξερε πως άρεσαν της Ευανθίας --- έβαλε μπρος στη θέση της ένα βάζο με φθινοπωρινά ρόδα λευκά και κίτρινα και κάθισε έπειτα κοντά της. Όλη την ώρα στο τραπέζι ήθελε να της χαμογελά, η ματιά της όμως ήταν μελαγχολική σα να έβλεπε όνειρο και η φωνή της φαινότανε συγκινημένη. Η Ευανθία της θύμισε το γκρι σεβιότ που είδαν σ’ ένα εμπορικό καθώς περνούσαν, έπειτα τους πλισέδες που στάθηκαν και κοίταζαν σε άλλη βιτρίνα: - Τι έμορφοι, θεία Κατίγκω! Ύστερα της μίλησε για τη Φιφίκα: - Η Φιφίκα, ναι· να δούμε, θα μας γράψει; ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. - Από την Ιταλία, είπε η Ευανθία και πρόσεξε στα μάτια την κυρία Κατίγκω. Μα η κυρία Κατίγκω δε μίλησε, και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος δε μίλησε. Δεν ήξερε γιατί ήταν σα στενοχωρημένος και χωρίς διάθεση, δεν ένιωθε γιατί γύριζε πάντα και ζητούσε ν’ ανοίξει με τον πατέρα του ομιλία. - Είδες, η Τράπεζα μας έκαμε έφεση, του είπε μια στιγμή. - Ναι, είδα, απάντησε ο κύριος Γιάγκος κ’ εξακολούθησε να τρώγει. Ο Στέφανος θυμήθηκε ύστερα άλλα δικόγραφα, και ο κύριος Γιάγκος ξαναπάντησε με μονοσύλλαβα. Άμα έφαγε και το γλυκό ο κύριος Γιάγκος διηγήθηκε πως κέρδισε στη λέσχη το νομάρχη. Και είπε κάποιο αστείο γι’ αυτόν. - Τι κωμικός που είναι, είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία γέλασε: - Νέος είναι, ρώτησε, ή βάφεται; - Αυτό είναι μυστικό της … νομαρχίας, είπε ο κύριος Γιάγκος και κοίταξε την Ευανθία. Η Ευανθία δεν εννόησε αμέσως· μα έπειτα: - Α, της νομαρχίας! είπε και ξαναγέλασε. Και η κυρία Κατίγκω ψιθύρισε: - Ξέρεις, Γιάγκο, σήμερα μιλήσαμε. - Όχι δα! - Με χαιρέτησε όταν πήγα για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω δεν είπε περισσότερα, και ο κύριος Γιάγκος σκουπίζοντας με την πετσέτα τα μουστάκια του την κοίταζε. Έπειτα έσπρωξε τα πιάτα από μπροστά του κ’ έκαμε θέση, σα να ετοιμάστηκε για να μιλήσει: - Λοιπόν. - Αυτά με το νομάρχη, είπε ύστερα και ακούμπησε τα χέρια στο τραπέζι. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία: - Πες μας λοιπόν τι άλλα; Πήγες στα ιγγλέζικα; Η Ευανθία σα να ξαφνίστηκε. - Όχι, είπε κ’ έριξε στην κυρία Κατίγκω μια ματιά. Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. -Όχι, ξαναείπε η Ευανθία· θα φύγουν; - Θα φύγουν, βέβαια θα φύγουν. Και στρέφοντας στο Στέφανο ο κύριος Γιάγκος: - Θυμήσου αύριο να γίνει η ανακοπή, του είπε. - Μα δε θα φόρτωναν ακόμα, ξαναγύρισε στην Ευανθία. ‘Η αποφόρτωσαν; ρώτησε πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε διόλου. Σκυμμένος κοίταζε τα κίτρινα και άσπρα ρόδα στο τραπέζι. Το φως της λάμπας έπεφτε απάνω τους και τα έκανε να φέγγουν ωχρότερα· σαν κέρινα. Μα ο ίσκιος τους απάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο ήταν κοκκινωπός. - Στέφανε, ξαναμίλησε ο κύριος Γιάγκος, και ο Στέφανος σηκώνοντας τα μάτια αντίκρυσε το πρόσωπο της Ευανθίας απάνω από τα ρόδα. Τον κοίταζε με βλέμμα που έλαμπε όλο φως. Ο κύριος Γιάγκος είχε καθίσει στο τραπεζάκι στη γωνία και ανακάτευε τα κόκαλα του ντόμινου. Είχαν συνήθεια να παίζουν κάθε βράδυ μια παρτίδα με το Στέφανο, και ο Στέφανος πήγε και κάθισε αντικρύ του σαν αυτόματα. Η Ευανθία ακούμπησε στον ώμο της κυρίας Κατίγκως κ’ έμεινε και κοίταζε σιωπηλή. Έπειτα ζήτησε ένα κέντημα και ξανακάθισε κοντά κοντά με την κυρία Κατίγκω και μιλούσανε ψιθυριστά. Όταν τέλειωσε το παιγνίδι, ο Στέφανος δεν έμεινε πολύ μαζί τους. Και όταν έφευγε και πήγαινε να κοιμηθεί και η Ευανθία, η κυρία Κατίγκω γύρισε στον άντρα της. - Είδες; του είπε. Ο κύριος Γιάγκος χασμουρήθηκε. - Θα με κέρδιζε αν λογάριαζε καλά. Αλλά δεν πρόσεχε. Η κυρία Κατίγκω μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα βλέποντας πάλι στην πόρτα απ’ όπου έφυγε η Ευανθία. - Να είχε μείνει εδώ από τότε! είπε μελαγχολικά. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε στα μάτια νυσταγμένος. - Όνειρα, όνειρα, ψιθύρισε όταν ένιωσε· και τράβηξε να πάει να κοιμηθεί. [Επεξεργασία] ΧΙΙΙ Ο Στέφανος δεν έπεσε να κοιμηθεί· βγήκε στο δρόμο. Έκαμε προς την προκυμαία που ήταν η λέσχη, όπου συνήθιζε και πήγαινε συχνά το βράδυ. Πριν φτάσει, σταμάτησε στα φωτισμένα παράθυρα του καφενείου απέναντι στη λέσχη. Έπαιζε μέσα μουσική και στάθηκε σα να ήθελε ν’ ακούσει. Έξαφνα άνοιξε η πόρτα και μαζί μ’ ένα σκοπό της «Κάρμεν» πετάχτηκε έξω ο κύριος νομάρχης και πίσω του ένας αξιωματικός. Ο κύριος νομάρχης στάθηκε, ο αξιωματικός πέρασε μπρός του ψιθυρίζοντας τραγουδιστά: Qu’ un oeil me regarde et que l’ amour m’ attend --- - Μπαίνετε μέσα; ρώτησε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, είπε ο Στέφανος, αλλά δεν μπήκε. Στάθηκε και τους κοίταζε να δει αν πήγαιναν στη λέσχη. Μα ενώ τους κοίταζε, γνώρισε στον αξιωματικό το λοχαγό της Πρίφτη. Σα να ξαφνίστηκε. Θυμήθηκε τι του είχε πει η Ευανθία κ’ έμεινε κοιτάζοντας. Μπροστά του, στον υγρό πισσοστρωμένο δρόμο έπαιζαν τα φώτα με κιτρινοκόκκινες αναλαμπές, πίσω του έσβηναν οι ήχοι του Τορεαδόρ: et que l’ amour m’ attend Tor·ador! Ο νομάρχης και ο λοχαγός ανέβηκαν στη λέσχη, ο Στέφανος προχώρησε στην προκυμαία. Θυμήθηκε πάλι τι του είχε πει η Ευανθία για το λοχαγό, μα όταν αισθάνθηκε τη θάλασσα κοντά του, το ξαναξέχασε. Η θάλασσα ήταν σκοτεινή μα ησυχασμένη, και ο ουρανός απάνω ξάστερος. Τ’ άστρα έριχναν από ψηλά υγρές ακτίνες, μα δεν έφταναν να φέξουν κάτω τα θαμπά νερά. Ο Στέφανος ένιωθε μόνο την υγρή πνοή τους, τη βαθειά πνοή του πόντου που απλωνόταν πέρα και ο ουρανός του τέντωνε από πάνω σκοτεινό μανδύα, σα να ήθελε να του φυλάξει τη σιωπή. Ο Στέφανος σα ν’ άκουε μέσα του όλη αυτή τη σιωπή του απέραντου μεγάλου πόντου. Του ήταν σα μια σιωπή που έτρεμε βαθιά της κάτι ανήσυχο και σάλευε κάτι κρυφό και σκοτεινό. Σταμάτησε - ήταν το ίδιο εκείνο κρυφό και σκοτεινό που τον είχε κυνηγήσει πάντα, τον ακολούθησε παντού, εδώ σα βραδινή ομίχλη σε ταξίδι, εκεί σα μελαγχολικό τραγούδι στην πρωινή χαρά. Σταμάτησε - σταμάτησε και κοίταζε στα θαμπά βάθη. Και θυμήθηκε το πουλί που δεν μπόρεσε ποτέ να πιάσει μια φορά και το πουλί που ήρθε και χτύπησε στο τζάμι το δειλινό που πέθανε η μικρή αδερφή. Κ’ έξαφνα πάλι θυμήθηκε το μακρινό ταξίδι του άλλοτε· ένα όνειρο· ένα όνειρο κι αυτό χαμένο: Η θάλασσα απλωνόταν σκοτεινοπράσινη έκταση κυματισμένη με μουντούς αφρούς, χαμένη πέρα σε μια ομίχλη σταχτερή. Πού πήγαινε δεν το ήξερε και τότε , ούτε τώρα το θυμάται. Θυμάται μόνο πως στο πλάι του γελούσε μια ιλαρή φωνή κ’ έφεγγαν γεμάτα φως δυο μάτια, που τ’ ακολούθησε σα χίμαιρα και σαν επαγγελία πέρα από τους πάγους. Μα οι παλιοί κύκλοι, οι κύκλοι της βροχής στη θάλασσα γέμισαν εκεί μεμιάς θαμπά τους πάγους, και το πουλί ήρθε και στάθηκε στο τζάμι. Και --- ο Στέφανος τινάχτηκε --- από πίσω έπαιζε κάποιος με τις κούκλες της αδερφής που πέθανε. Ο Στέφανος δε γύρισε. Κοίταζε τους κύκλους που γέμισαν πάλι μπροστά του τα θαμπά νερά. Για αν μη ζαλιστεί, σήκωσε τα μάτια απάνω· τ’ άστρα έτρεμαν ψηλά με φως υγρό. Άφησε πίσω του τη θάλασσα σκυφτός. Δεν ξέρει γιατί ξαναθυμήθηκε το λοχαγό. Τον είδε αλήθεια χτες το τραίνο η Ευανθία; -- Έπειτα θυμήθηκε πως πρέπει να κάμει την ανακοπή αύριο πρωί. Μα έπειτα βρέθηκε πάλι μακριά. Μια τρόικα τον έσερνε γοργά· ο πάγος έτριζε κάτω, και τα κουδούνια των αλόγων ηχούσαν εύθυμους χορούς στη σιωπηλή ερημιά. Γύρω τα κρύσταλλα κρεμόντανε σε μύρια σχήματα, σάλευαν κ’ έφευγαν θαμπές σκιές, θολές μορφές παράξενες, και απάνω τ’ άστρα έφεγγαν μέσα από μια κρυστάλλινη άχνα, κρυστάλλινα κι αυτά σαν παγωμένα. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως τ’ άστρα τον κοίταζαν από ψηλά σαν ξαφνισμένα και σαν ξένα, και σήκωσε πάλι τα μάτια. Μα τ’ άστρα του φάνηκαν τώρα και δω σαν ξένα. Και αντίκρυ τ’ ορθόβραχο βουνό που πρόβαλε από το άνοιγμα του δρόμου, του φάνταζε κι αυτό παράξενα. Έμοιαζε σα να χάθηκε στο βάθος του μισοσκότεινου ουρανού κ’ έγινε άυλο σύννεφο, αγανή διάφανη ομίχλη φωτεινή κρεμασμένη ανάερα κάτω από τ’ άστρα. Ο Στέφανος σα να λησμόνησε πού ήταν. Μόνο το λοχαγό της Πρίφτη δε λησμόνησε. Τι μόνο αυτός δεν του ήταν ξένος; Και γιατί ψιθύρισε έτσι το τραγούδι του, έτσι σα να του το σφύριξε στο πρόσωπο; Σταμάτησε κοιτάζοντας το φως του φαναριού που έπαιζε στο ρείθρο μπροστά στο πεζοδρόμιο. Έπαιζε πράσινο κοκκινωπά, έπειτα κίτρινο· έπειτα έμενε ακίνητο, ωχρό μες στο θολό νερό, ωχρό σα ρόδο κίτρινο. Εκεί άκουσε από πίσω μια φωνή. Τινάχτηκε. - Στέφανε, είχε ψιθυρίσει σιγαλά η φωνή, και ο Στέφανος γύρισε κείθε. Γνώρισε τη Μαρίκα που στεκόταν ορθή στη σιδερένια πόρτα. Πήγε κοντά, ίσια κοντά της· πήγε σα να μην είχε ξαφνιστή. - Σε περίμενα, του είπε η Μαρίκα, το ήξερα πως θα ’ρθεις. Τον έσυρε στην είσοδο και κείθε στην αυλή που έτρεχε η βρύση κάτω από τα πεύκα. Εκεί σταμάτησε. Η βρύση στάλαζε σιγά στην πέτρινη λεκάνη, και η Μαρίκα έσκυψε και τη σφάλισε. Έπειτα κάθισαν και οι δυο στο μακρύ κάθισμα που ήταν εκεί, και η Μαρίκα του έπιασε το χέρι. - Το ήξερα, ναι, και πώς σ’ ευχαριστώ, του είπε σιγά. Έφερε το πρόσωπό της τόσο κοντά εμπρός στο δικό του πρόσωπο, ώστε η πνοή της τον άγγιξε θερμή, σαν πύρινη. - Ναι, πώς σ’ ευχαριστώ, ξαναψιθύρισε και του έσφιξε το χέρι. Ο Στέφανος απόμεινε άφωνος, σα να μην ένιωθε. - Που ήρθες --- που ήξερες πως σε περίμενα. Ο Στέφανος έμεινε άφωνος πάλι μια στιγμή, μα αμέσως, σαν κάτι να του ανοίχτηκε μπροστά του ξαφνικά: - Ναι, ήξερα, είπε και του ήταν σα να ξύπνησε μεμιάς, και τώρα γνώριζε πού ήταν και τώρα έβλεπε μέσα του τι ήταν εκείνο που τον είχε σύρει εδώ. - Ναι, ήξερα … Και σα ν’ ανοίγονταν βαθιά του κάτι ολοένα φωτεινότερο: - Ω, Μαρίκα, ψιθύρισε κ’ έσκυψε και της φίλησε το χέρι. Η Μαρίκα ανασηκώθηκε: - Μ’ αγαπάς, Στέφανε; μ’ αγαπάς αλήθεια; Έβγαλε σχεδόν φωνή και τον κοίταζε σα να ήθελε να δει τα μάτια του. - Ναι, μόνο εσέ, Μαρίκα, είπε ο Στέφανος με ξέσπασμα έξαφνο. Μα ένιωσε τίναγμα ελαφρό στο χέρι της Μαρίκας που κρατούσε, και σταμάτησε. Η Μαρίκα μια στιγμή δε μίλησε· μα έπειτα αμέσως: - Μόνο εμέ, είπε σιγά· κ’ έπειτα σιγότερα και αργότερα; - Το ήξερα και σε περίμενα. Ο Στέφανος πρόσεξε πως η φωνή της πήρε μεμιάς το βραχνό τόνο που τον σύγχυζε. - Ναι, σε περίμενα. - Με είδες από το παράθυρο; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα δεν τον άφησε: - Όχι! το φως είδα μονάχα απ’ το παράθυρο· κ’ έτρεξα κάτω και σε είδα που το κοίταζες και με περίμενες. - Ναι, σε περίμενα, είπε ο Στέφανος και είχε το αίσθημα πως το είπε μέσα του μια άλλη φωνή, ξένη φωνή. - Άλλο βράδυ ποτέ δεν έχω ανοίξει το παράθυρο. Μα απόψε το άνοιξα· το άνοιξα και στάθηκα. Και ο αέρας μου φύσηξε στο πρόσωπο, σα να ήταν πάλι ένα απ’ τα βράδια τα παλιά αντικρύ στη θάλασσα, και μου έφερνε όπως μια φορά όλη την πνοή της θάλασσας. Κ’ έπειτα αισθάνθηκα μια μυρουδιά σαν από πασχαλιές που ερχόταν σα να έφτανε από πέρα από τη θάλασσα. Μα έπειτα πάλι η μυρουδιά μου φάνηκε παράξενη· ήταν μια μυρουδιά από κάτι σα μιμόζες, πολλές, αμέτρητες μιμόζες, κήπους ολάκερους σπαρμένους με μιμόζες· μια μυρουδιά που με περνούσε, με πότιζε, γλιστρούσε και μου στάλαζε βαθιά, με αγκάλιαζε σαν κύμα αόρατο, σαν κύμα πνιγερό, σαν κύμα κίτρινο. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και άνοιξα πάλι το παράθυρο. Το άνοιξα και κοίταζα σα να περίμενα, σα να ένιωθα πως έπρεπε ν’ ακούσω κάτι που έπρεπε να το ακούσω απόψε, δίχως άλλο απόψε. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και βγήκα πάλι στο παράθυρο, και τότε είδα το φως στο δρόμο κ’ έτρεξα. Σώπασε, κ’ ενώ σώπαινε και ο Στέφανος. - Έτρεξα αμέσως, όπως δεν έτρεξα ποτέ, όπως λαχτάρησα μόνο να τρέξω, είπε με σιγαλότερη φωνή κ’ έμεινε σα καρφωμένη εμπρός του. Ο Στέφανος καθώς της έπιασε το χέρι, το ένιωσε που έκαιγε σα φλογισμένο από τον πυρετό. - Μαρίκα, της ψιθύρισε και την έγειρε στο στήθος του. Μαρίκα, ξαναείπε χαδεύοντάς της τα μαλλιά. Κ’ έμειναν σωπαίνοντας και οι δυο· μόνο η Μαρίκα ψιθύρισε μια στιγμή: - Πόσο είμαι ευτυχισμένη. Μα έπειτα, εκεί όπως έμενε γερμένη, κοιτάζοντας απάνω χωρίς να κινηθεί, είπε έξαφνα: - Γιατί φέγγουν παράξενα τ’ αστέρια απόψε; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς την κοίταζε ολοένα δίχως να μιλήσει. - Τι είναι τάχα πέρα από τ’ αστέρια; το σκέφτηκες ποτέ; ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Το ατέλειωτο ίσως, είπε ο Στέφανος. - Τι; ρώτησε η Μαρίκα. - Και συ; και γω; είπε έπειτα σιγά. Κ’ έμεινε πάλι σιωπηλή. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε σα να ήθελε να δη τα μάτια της μες στο σκοτάδι. Μα καθώς θέλησε ύστερα η Μαρίκα κάτι να ξαναπεί, σταμάτησε έξαφνα· και ο Στέφανος ένιωσε πως σταμάτησε για να μη βήξει. Τινάχτηκε χωρίς να θέλει. - Μαρίκα, είναι υγρασία, της είπε. Και θέλησε να τη σηκώσει, να την παρακαλέσει ν’ ανεβεί στο σπίτι. Μα η Μαρίκα δεν τον άκουε. - Όχι, Στέφανε, μη θες να φύγω, είπε και τον έσυρε πάλι κοντά της· μη θες να φύγω. Αντί να πέσω να κοιμηθώ κατέβηκα σε σένα· κατέβηκα όπως δεν κατέβηκα ποτέ, όπως δε θα κατέβαινα ποτέ. Μια στιγμή καθώς κατέβαινα, σταμάτησα, αλλά δε γύρισα· έπρεπε απόψε να έρθω σ’ εσέ, γι’ αυτό δε γύρισα: γιατί δεν ήθελα να κοιμηθώ, γιατί δεν έπρεπε να κοιμηθώ, γιατί αν ήτανε να κοιμηθώ --- αλλά δεν ήθελα να κοιμηθώ, φοβόμουνα να κοιμηθώ, φοβόμουνα μην κοιμηθώ και δεν ακούσω ξέρεις τι, ναι, Στέφανε, το ξέρεις! Του Στέφανου του ήταν σα ν’ άκουε παραμιλητό· σα να τον άγγιζε φωτιά καθώς του έσφιγγε τα χέρια, και καθώς την έφερε κοντά του, τώρα είδε πως είχε κατεβεί μισόγυμνη όπως θα έπεφτε να κοιμηθεί. Τρόμαξε και δεν μπόρεσε ούτε να μιλήσει. Δε σκέφτηκε πια να τη φέρει απάνω, την άφησε να σωριαστή στο στήθος του. Καθώς κοίταζε μπροστά του, είδε κάτω τα πόδια της γυμνά. - Αλλά, Μαρίκα, θέλησε να πει, μα η Μαρίκα δεν άκουε· κοίταζε μπροστά της με μάτια τεντωμένα σα σ’ έκσταση. Κοίταζε ώρα πολλή. Έπειτα, ενώ ο Στέφανος έμενε σιωπηλός, σα να έβλεπε παράλογο όνειρο, η Μαρίκα του έπιασε σιγά το χέρι και ψιθύρισε: - Ω πάρε τα από εμπρός μου εκεί. Ο Στέφανος κοίταζε μπρος, δεν ήταν τίποτε· στο βάθος έτρεμαν μονάχα τ’ άστρα. Καθώς γύρισε προς τη Μαρίκα του φάνηκε πως είχε τώρα τα μάτια της κλειστά. Όταν τα ξανάνοιξε, την πήρε σιγαλά και την έφερε μπροστά στη σκάλα. Η Μαρίκα την ανέβηκε άφωνη· καθώς ανέβαινε φαινότανε του Στέφανου σαν άυλη σκιά. Στάθηκε και την κοίταζε όσο που χάθηκε στην πόρτα. Μα καθώς κοίταζε, είδε ξαφνικά σ’ ένα παράθυρο την όψη του παππού: ήταν ακίνητη σαν κολλημένη εκεί στο τζάμι. Ο Στέφανος γύρισε αμέσως και γλίστρησε γοργά έξω από την αυλόπορτα. Η πνοή της νύχτας τον χτύπησε πιο υγρή στο πρόσωπο. Καθώς έστρεφε στο δρόμο, το ορθόβραχο βουνό στο βάθος φαινόταν πάλι σα σύννεφο ή σαν αχνή ανάερη ομίχλη. Μα απάνω του, ψηλά στον ουρανό έλαμπε ο Ωρίων ορθός, ολόφωτος. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε· μα δε σταμάτησε. Όταν έφτασε στην προκυμαία ξαναπαντήθηκε με τον κύριο νομάρχη και με το λοχαγό. Κατέβαιναν από τη λέσχη. Καθώς πέρασε από κοντά τους, ο λοχαγός σφύριζε πάλι το σκοπό της Κάρμεν: Τορεαδόρ! [Επεξεργασία] XIV Όταν ξύπνησε ο Στέφανος πρωί και πήγε στην τραπεζαρία βρέθηκε μπρος στην Ευανθία. Καθόταν μόνη και είχε ανοιχτό μπροστά της ένα λεύκωμα με εικόνες και το ξεφύλλιζε. Στο τραπέζι ήταν ακόμα το βάζο με τα κίτρινα και λευκά ρόδα. Καθώς έσκυβε, η χλωμή τους λάμψη έπαιζε στο πρόσωπό της. Ο Στέφανος σταμάτησε στην πόρτα όσο που η Ευανθία σήκωσε τα μάτια. Δεν ένιωσε γιατί σταμάτησε· μα όταν πλησίασε, η Ευανθία τον κοίταξε σα να ήταν ώρα εκεί και δεν τον πρόσεξε. Έπειτα αφού έσκυψε πάλι μια στιγμή στο λεύκωμα, γύρισε και τον ρώτησε: - Εσύ το έφερες; - Πιστεύω, είπε ο Στέφανος αφού έριξε ματιά στο λεύκωμα. Η Ευανθία δε μίλησε πάλι μια στιγμή· μα όταν ο Στέφανος ήρθε και κάθισε στο τραπέζι αντίκρυ της, ξανασήκωσε τα μάτια και καθώς ο Στέφανος την κοίταζε. - Ήσουνα ψες στη λέσχη; τον ρώτησε έξαφνα. Ο Στέφανος δεν απάντησε. Και η Ευανθία: - Δεν ήσουνα; δεν έπαιξες; ρώτησε πάλι. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. Η Ευανθία ξαναέσκυψε στο λεύκωμα και σώπασε. Έπειτα, έξαφνα πάλι, σήκωσε ένα φύλλο και δείχνοντάς το: - Σου αρέσει αυτή; είπε. Ήταν μια στρογγυλή μορφή με χείλη παχουλά και με στριφτά σγουρά γύρω στο μέτωπο. -Τι να μου αρέσει; - Τα μάτια της, είπε η Ευανθία· και κοιτάζοντάς τον: - Δε μοιάζει της Φιφίκας, ε; Κ’ έπειτα, πάλι ξαφνικά: - Σου άρεσε ποτέ η Φιφίκα; Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε πάντα περίεργα. - Ε, δε σου άρεσε; τον ξαναρώτησε. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Σου άρεσε· γι’ αυτό η Μαρίκα τη ζηλεύει. - Ανοησίες, είπε πάλι ο Στέφανος και τράβηξε από το λεύκωμα ένα φύλλο κ’ έσκυψε κι αυτός και κοίταζε. Όταν το άφησε, η Ευανθία το πήρε από μπροστά του. - Γυναίκες είναι; ρώτησε· γιατί έχουν έτσι ανοιχτά τα χείλη; - Είναι άγγελοι που τραγουδούν, της είπε ο Στέφανος. - Και τούτα που κρατούν στα χέρια; - Κρίνα. - Κρίνα! είπε η Ευανθία σα να σταμάτησε στη λέξη, και κοίταξε πάλι την εικόνα. Μα έπειτα, ο Στέφανος πλησίασε, δείχνοντας την επιγραφή σ’ ένα άλλο φύλλο ξαναρώτησε: - Τι λέει εδώ; Ο Στέφανος έσκυψε και της εξήγησε. Η εικόνα έδειχνε δυο παιδιά που περνούσαν ένα ρυάκι. Το μεγαλύτερο κρατούσε στον ώμο του ένα τρίτο, πιο μικρό· εμπρός πήγαινε ένας σκύλος, και καθώς βάθαινε το νερό πιο πέρα, ο σκύλος γύριζε πίσω το κεφάλι προς τα παιδιά σα να τους έλεγε: κουράγιο! Έσκυψαν και οι δυο κοντά κοντά και κοίταζαν. Έπειτα, η Ευανθία σα να ήταν βέβαιη πως κι ο Στέφανος συλλογιζότανε το ίδιο. - Μα είδες πως η Μαρίκα είπε ψέματα, γύρισε και είπε. Ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια. - Πως μ’ έδειρε η γιαγιά… - … γιατί έτρεξα ξυπόλυτη, πρόσθεσε η Ευανθία. Ο Στέφανος την κοίταζε. - Μα εσύ το είπες, θέλησε να της θυμίσει. Αλλά μπήκε η υπηρέτρια και τον σταμάτησε. Μπήκε κ’ έφερε το γάλα του. Και όταν σε λίγο ήρθε μέσα η κυρία Κατίγκω βρήκε την Ευανθία που το σερβίριζε. Στάθηκε στην πόρτα και κοίταζε. Μα η Ευανθία έτρεξε και την αγκάλιασε. - Τι ωραία, φώναξε, τι ωραία, θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω τη χάδεψε στον ώμο και τη φίλησε. Και η Ευανθία γέρνοντας απάνω της ξαναψιθύρισε: - Τι ωραία που είναι δω, θεία Κατίγκω! Το είπε γοργά γοργά ως να μην το πρόσεξε. Και κοίταξε την κυρία Κατίγκω κατάματα. Έπειτα την έπιασε από τη μέση και ήρθαν και οι δυο και στάθηκαν μπροστά στο Στέφανο. Και η Ευανθία γέλασε δυνατά. Ο Στέφανος δεν ήξερε γιατί του φάνηκε σε μεθυσμένη ξαφνικά, όπως ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω που είχε σκύψει και φίλησε το Στέφανο, γύρισε στη Ευανθία: - Τι χρυσή μου; - Θα πάμε στα ιγγλέζικα; Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε ακίνητος. - Θα πάμε· εμείς οι δυο μονάχες μας θα πάμε, ξαναείπε η Ευανθία και κάθισε, με το σώμα ριγμένο πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω εκεί που τίναζε τα ψίχουλα που είχε σκορπίσει στο τραπέζι ο Στέφανος, είπε έξαφνα: - Ξέρεις αλήθεια πως δεν έφυγε η Φιφίκα; Η Ευανθία σήκωσε το σώμα και την κοίταξε περίεργα. Και ο Στέφανος αμέσως, σα να του ξέφυγε: - Ναι, είδα και γω το λοχαγό στη λέσχη. Η κυρία Κατίγκω έριξε ματιά στο Στέφανο σα δυσαρεστημένη. - Αρρώστησε έξαφνα η μητέρα της κ’ έμειναν, είπε· τώρα μου το έλεγε ο πατέρας σου. Και γυρίζοντας στη Ευανθία: - Θα πάμε έπειτα να δούμε τη Φιφίκα. - Είναι ο πατέρας μέσα; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, κατέβηκε, είπε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος κοίταξε την ώρα, σα μόλις τώρα να θυμήθηκε πως έπρεπε να σηκωθεί. Μα καθώς σηκώθηκε, η Ευανθία τον πλησίασε. - Ήσουν λοιπόν στη λέσχη; ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. - Δεν ήσουν; δεν έπαιξες; Ο Στέφανος πάλι δεν απάντησε. Μα έπειτα: - Γιατί; ρώτησε μεμιάς. Και η Ευανθία: - Γιατί μου αρέσει το παιγνίδι. Αν ήμουν άντρας θα έπαιζα, είπε, κ’ έκαμε προς το μπαλκόνι· και στάθηκε και κοίταζε έξω. Ο Στέφανος πήγε κοντά της. Κάτω από το μπαλκόνι απλώνονταν η θάλασσα. Ο Στέφανος μόλις αντίκρυσε τη χλωμοπράσινη έκταση, σταμάτησε. Σταμάτησε σα να του ανοίχτηκε μεμιάς μπροστά του κάτι που το πρωί όταν ξύπνησε του ήταν ακόμα σαν αλλόκοτο, παράλογο όνειρο. Και τώρα του ξαναήρθε αυτό στο νου σαν ξαφνική αστραπή· παράξενο, παράλογο και τώρα, παραμίλημα και τώρα, ίσκιος και όνειρο και τώρα. Όμως του στάθηκε μπροστά και τώρα σαν κάτι απόκρυφο και σκοτεινό, τον γέμισε για μια στιγμή και τώρα σαν κάτι που ήταν αδύνατο να το χωρέσει μόνο μια στιγμή, αδύνατο να το χωρέσουν μόνο χρόνια, αδύνατο να το χωρέσει ακόμα και το ανοιχτό άπειρο που απλώνονταν εμπρός του εκεί. Έκαμε να το στοχαστή, όμως θέλησε καλύτερα να το τινάξει πέρα. Παράξενο! του ήρθε στο νου ο λοχαγός και το τραγούδι που του σφύριξε στο πρόσωπο: Tor·ador! Και θέλησε να μιλήσει της Ευανθίας για το λοχαγό. Μα η Ευανθία γυρίζοντας απάνω του τα μάτια του είπε: - Ξέρεις γιατί σε ρώτησα αν έπαιζες; Ο Στέφανος σα να μην ένιωσε. - Γιατί χτες βράδυ σε φανταζόμουν πως έπαιζες. Και η Ευανθία τον ξανακοίταξε. Έπειτα γέλασε. Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε σα ξαφνισμένος: - Για δες, είπε και έδειξε έξω πέρα. Έξω πάρα η θάλασσα στρωνόταν ήσυχη, όμως στο χρώμα της, με όλο τον καθαρό πρωινό ουρανό, σα να έμενε κάτι από τη θολάδα της χθεσινής βροχής. Ήταν γαλανοπράσινο, και μια ψιλή άχνα κρεμόταν σαν κομμάτια ξεφτισμένης γάζας εδώ και κει απάνω στα νερά και στις κορφές των βράχων. Μα τα νησιά στο μάκρος έφεγγαν διάφανα, βιολετογάλανα και ήταν σα να έπλεαν και να σαλεύαν στον αέρα. Μπροστά μπροστά έξω από το λιμάνι άσπρα και κόκκινα πανιά φαντάζαν σα φτερά ανοιγμένα και καθώς έμεναν ακίνητα φαινόντανε σα να περίμεναν. Αυτά έδειξε η Ευανθία στο Στέφανο κ’ έκαμε ν’ ακουμπήσει το χέρι της στον ώμο του. Μα η κυρία Κατίγκω βγήκε στο μπαλκόνι και άλλαζε το νερό στο βάζο με τα ρόδα. Και κει που έμπαινε πάλι μέσα με το βάζο, η Ευανθία έσκυψε και μύρισε τα ρόδα. Ο Στέφανος κοίταξε κει το πρόσωπο της Ευανθίας σα να έριξε ένα κόκκινο αντιφέγγισμα στα λευκά ρόδα. Έμειναν σιωπηλοί και οι δυο άμα μπήκε μέσα η κυρία Κατίγκω. Μα έξαφνα ακούστηκε από το λιμάνι τριχτός κρότος. Ήταν το βίντσι των βαποριών που ξανάρχιζαν την εργασία. Και η Ευανθία σαν ηλεκτρισμένη, φώναξε μεμιάς: - Θεία Κατίγκω! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Τα ιγγλέζικα φορτώνουν. Μα πριν προφτάσει να βγει έξω η κυρία Κατίγκω, σκύβοντας η Ευανθία στο Στέφανο του είπε σιγαλά: - Πώς ήθελα να πάω στα ιγγλέζικα μαζί σου. Ε, έρχεσαι; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς τον κοίταζε κι αυτή κατάματα. - Ναι, της ψιθύρισε κ’ έβλεπε μπρος του σα να μην ένιωθε ενώ πλησίαζε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία χτύπησε τα χέρια, όταν της έταξε και η κυρία Κατίγκω πως θα πάνε. Και όταν ο Στέφανος τις άφησε και κίνησε να φύγει, εκεί που έβγαινε στην πόρτα του φώναξε η κυρία Κατίγκω: - Σούπα με ρύζι θα έχομε το μεσημέρι· μην αργήσεις και χαλάσει. [Επεξεργασία] XV Ενώ εργαζόταν στο γραφείο του ο Στέφανος, έλαβε ένα μπιλιέτο της Μαρίκας. Τον παρακαλούσε να πάει να τη δει πριν από το μεσημέρι. Και πήγε. Τη βρήκε που στεκόταν στο διάδρομο και τον περίμενε. Καθώς του έσφιξε το χέρι και τον κοίταξε, η ματιά της έφεγγε. Αλλά στην κάμαρα που μπήκαν ήταν η κυρία Αγλαΐα. Ορθή μπροστά στις γλάστρες της ψαλίδιζε τα φύλλα μιας φοινικιάς. Χαιρέτησε το Στέφανο με νεύμα μόνο. - Πώς σκάζω που μου κιτρινίζουν έτσι, είπε όταν ο Στέφανος ήρθε κοντά της. _ Ναι, κρίμα, είπε ο Στέφανος. Κ’ έπειτα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Πλύσιμο με καπνό βρεγμένο, είπε ξανά. - Το δοκίμασα, δεν ωφελεί, απάντησε η κυρία Αγλαΐα κ’ εξακολούθησε να ψαλιδίζει. Ο Στέφανος γύρισε στη Μαρίκα· στεκότανε κοντά του και όπως ο ήλιος γέμιζε την κάμαρα, το πρόσωπό της φαινότανε μέσα στο χρυσό φως σα μεταμορφωμένο. Της έπιασε το χέρι και στάθηκαν και κοιτάζονταν. Ύστερα καθώς σύρθηκαν προς το παράθυρο κ’ έβλεπαν έξω, η Μαρίκα δείχνοντας μια πιγόνια που γέμιζε τον τοίχο αντίκρυ μ’ εξωτικά βυσσινοπόρφυρα άνθη σα ροδιάς. - Τι ωραία! ψιθύρισε. Μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε έξαφνα το Στέφανο: - Το έμαθε η μαμά σου πως δεν έφυγε η Φιφίκα; - Ναι, είπε ο Στέφανος και γύρισε προς την κυρία Αγλαΐα. Η κυρία Αγλαΐα τον κοίταξε· κ’ έπειτα με χαμόγελο, που ο Στέφανος δεν ένιωσε αν ήταν για τη μητέρα του ή τη Φιφίκα. - Μα γιατί δεν έφυγε, τον ξαναρώτησε. Και ο Στέφανος, χωρίς να ξέρει γιατί, χαμογέλασε κι ο ίδιος. - Αρώστησε η μητέρα της, απάντησε. Και όταν η κυρία Αγλαΐα ρώτησε πάλι έπειτα: Και ο λοχαγός; -- ο Στέφανος διηγήθηκε έξαφνα το χθεσινό του απάντημα με το νομάρχη και το λοχαγό έξω από το καφενείο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με τεντωμένα μάτια: - Στο καφενείο - ο κύριος νομάρχης; - Ναι, και τραγουδούσε, είπε ο Στέφανος. - Ο κύριος νομάρχης; Ο Στέφανος ένιωσε πως τα σύγχισε. - Ο λοχαγός, απάντησε. Και είπε το τραγούδι που σφύριζε ο λοχαγός. Η κυρία Αγλαΐα γέλασε, ενώ ο Στέφανος έμεινε σιωπηλός σα να μετάνιωσε. Είχε το αίσθημα πως δίχως να το νιώσει πρόδωσε κάτι --- δικό του ή ξένο, δεν ήξερε καλά. Και όταν, αφού βγήκε η κυρία Αγλαΐα έξω, η Μαρίκα τον πλησίασε, έμεινε σα στενοχωρημένος. Αλλά η Μαρίκα του γέλασε καθώς πλησίασε, και η ματιά της έφεγγε σα λαμπρυσμένη ενώ τον κοίταζε. Και τον έσυρε κοντά της και του είπε: - Ξέρεις γιατί σ’ έφερα εδώ έτσι ξαφνικά; Ο Στέφανος δε μίλησε. - Γιατί αν και το ήξερα πως θα ερχόσουν και αν δε σ’ έφερνα, όμως δεν ήθελα να φοβηθώ πως δε θα ερχόσουν. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε παράξενα. - Ναι, εξακολούθησε, να φοβηθώ· χθες βράδυ δε φοβόμουνα, μα σήμερα φοβόμουνα μη φοβηθώ. Ο Στέφανος φαντάστηκε πως θ’ άκουγε πάλι παραμιλητό. - Κι αυτό δεν το ήθελα· γιατί ήθελα και θέλω, Στέφανε, να είμαι ευτυχισμένη, είπε πάλι η Μαρίκα. Ναι, μόνο ευτυχισμένη. Και τον έφερε σιγά σιγά προς τη γωνία που ήταν οι γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας. - Ευτυχισμένη και χαρούμενη σαν τ’ άνθη αυτά, εξακολούθησε και του έδειξε τις κόκκινες τουλίπες που έγερναν σκορπώντας λάμψεις γελούμενες στα πράσινα φυτά και στ’ άλλα παρδαλά φύλλα τριγύρω τους. Καθώς μιλούσε, στο πρόσωπό της έπαιζε όμοια λάμψη. Ήταν χαρούμενο· μα οι ωχροκόκκινες κηλίδες του γύρω στα μήλα φάνηκαν σα ροδόφυλλα του Στέφανου, ροδόφυλλα ζωγραφιστά σα λευκή κέρινη λαμπάδα και του ήταν σα να του στάλαζαν βαθιά μια ανήσυχη μελαγχολία. Αλλά η Μαρίκα γυρίζοντάς τον έξαφνα προς το παράθυρο του έδειξε πάλι τα βυσσινοκόκκινα άνθη στον τοίχο απέναντι. - Και κείνα εκεί! του είπε. Κ’ ενώ κοιτάζαν και οι δυο τ’ άνθη. - Τι μακρύ που είναι φέτος το φθινόπωρο, είπε ξανά. Κ’ έπειτα από μια μικρή σιγή και πάλι: - Ω να μην τέλειωνε ποτέ, ψιθύρισε. Η γιαγιά που ήρθε μέσα, σα να τους ξύπνησε. Καθώς είδε το Στέφανο σταμάτησε, σα να μην περίμενε πως θα τον δει εκεί. Έπειτα τον καλημέρισε· και ξαφνικά: - Η Ευανθία μας ξέχασε, του είπε. - Μας ξέχασε, είπε πάλι σα να μην έβρισκε άλλο τίποτε να πει. Η Μαρίκα γύρισε και την κοίταζε. - Την κράτησε η Κατίγκω, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Και η κυρία Αγλαΐα που έμπαινε: - Κρατούμε και μεις το Στέφανο, είπε. - Ναι, ναι, μαμά, είπε και η Μαρίκα· και ο Στέφανος την είδε πάλι γελαστή. Κ’ έμεινε κ’ έφαγε μαζί τους. Θυμήθηκε πως τον περίμεναν στο σπίτι μόνο όταν ήρθε η κυρία Κατίγκω έπειτα από το μεσημέρι. - Εδώ έμεινες; του είπε μπαίνοντας· τουλάχιστο δεν έστελνες· το ήξερες, είχαμε σούπα! Η Μαρίκα γέλασε· κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω γύρισε και την κοίταξε. - Μαμά, της είπε, εμείς φταίμε· τον κρατήσαμε έξαφνα. - Η μαμά τον κράτησε, πρόσθεσε με μιας. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε φιλικά με την κυρία Αγλαΐα. Και η Ευανθία μπαίνοντας γρήγορα: - Θεία Αγλαΐα, Μαρίκα, ελάτε· στις τρεις μας περιμένουν, φώναξε από την πόρτα. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα· ήταν όλη κόκκινη, το πρόσωπό της και το φόρεμα. - Ελάτε! Και πριν να τη ρωτήσουν «πού;» ξαναφώναξε η Ευανθία: - Θα πάμε στα ιγγλέζικα. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε έξαφνα: - Αστειεύεσαι; - Μα πηγαίνουν; πηγαίνει ο κόσμος καθώς πρέπει; ρώτησε την κυρία Κατίγκω. - Θα είναι η Φιφίκα, έλεγε την ίδια ώρα η Ευανθία, η Μαρίκα όμως μ’ έξαφνο κίνημα: - Αλλά μαμά, πετάχτηκε, δεν είπαμε…; - Ναι, ένεψε η κυρία Αγλαΐα, ενώ η Ευανθία πρόσθετε: - Και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε: - Ο κύριος νομάρχης! - Ναι, ο κύριος νομάρχης, είπε η Ευανθία. Και την κοίταζε σα με χαμόγελο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε μια στιγμή άφωνη· έπειτα είπε: - Δεν μπορούμε, παραγγείλαμε το αμάξι. Η Ευανθία γύρισε απότομα τα μάτια της στο Στέφανο. Ο Στέφανος κοίταζε κάτω. Μα όταν σε λίγο έφυγαν πάλι μόνες η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, η Μαρίκα πρόσεξε πως η Ευανθία βγήκε χωρίς να ρίξει βλέμμα στο Στέφανο. Σταμάτησε και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα είχε σταθεί άφωνη κι αυτή. - Μα τι αστείος, ψιθύρισε έπειτα έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Ο κύριος νομάρχης, ήθελε να πει· μα το ένιωσε και διορθώθηκε γοργά: - Ναι, τι αστείος ο λοχαγός. Κ’ έκαμε να δει το Στέφανο. Μα ο Στέφανος είχε γυρίσει κ’ έβλεπε προς το παράθυρο. [Επεξεργασία] XVI - Πώς χάρηκα! είπε η Ευανθία καθώς κατέβαινε με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε. - Που το μετάνιωσε· την είδες πώς έγινε όταν άκουσε για το νομάρχη; Η κυρία Κατίγκω δε μίλησε. Και σώπασε και η Ευανθία. Έπειτα, καθώς πήγαιναν, η κυρία Κατίγκω την πρόσεξε που ήταν χλωμή. Και όταν έφτασαν στην προκυμαία και περίμεναν, και η κυρία Κατίγκω της έπιασε το χέρι, το ένιωσε κατάψυχρο. - Πάμε στον ήλιο, της ψιθύρισε· κρυώνεις; - Φυσά λιγάκι, είπε η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την ξανακοίταξε σαν ξαφνισμένη· η θάλασσα ήταν ακίνητη, το δειλινό ανέφελο, χλιαρό. Μα δε φαινότανε ούτε η Φιφίκα ούτε ο κύριος νομάρχης. - Δεν έρχονται, είπε η Ευανθία εκεί που περπατούσανε στον ήλιο. - Δεν είναι τρεις ακόμα. - Και τέταρτο, ξαναείπε η Ευανθία κοιτάζοντας την ώρα της. - Πας μπρος, θέλησε να πει η κυρία Κατίγκω, μα βλέποντας την Ευανθία χλωμή και ανήσυχη: - Είσαι αδιάθετη; τη ρώτησε. Η Ευανθία την κοίταξε· μα έπειτα έξαφνα: - Ναι, είπε, πάμε σπίτι. Η κυρία Κατίγκω φώναξε ένα αμάξι. Στο σπίτι που ήρθαν, έμαθαν πως μόλις είχε φύγει ο Στέφανος. - Ήρθε και ρώτησε αν περάσατε από δω, είπε η υπηρέτρια. - Ήτανε μόνος; ρώτησε γοργά η Ευανθία και είχε ξανακοκκινίσει. - Ναι, απάντησε η υπηρέτρια, στη σκάλα ρώτησε· μου φάνηκε πως σταμάτησε στην πόρτα αμάξι. - Ήταν αυτές, είπε η Ευανθία· και όταν έφυγε η υπηρέτρια: Μετάνιωσαν άμα άκουσαν πως θα ερχότανε και ο κύριος νομάρχης. Κ’ έμεινε κοιτάζοντας την κυρία Κατίγκω, σα να περίμενε να πει εκείνη να γυρίσουν πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω βλέποντάς τη που ξαναχλώμιασε: - Έλα, είπε, βγάλε το καπέλο σου και κάθισε. Και φώναξε να φέρουν τσάι. Η Ευανθία έμεινε σαν ξεχασμένη, καθώς την κάθισε η κυρία Κατίγκω στον καναπέ και της σερβίρισε το τσάι. Ώρα πολλή δε μίλησαν και οι δυο. Μια στιγμή μόνο η κυρία Κατίγκω, ενώ καθότανε κοντά της κρατούσε το χέρι της, είπε σιγά: - Να στείλομε για τη νονά; Μα η Ευανθία της ένεψε: όχι· κ’ έμειναν για ώρα πάλι αμίλητες, κοιτάζοντας και οι δυο μπροστά τους σα να είχαν τώρα λησμονηθεί και οι δυο. Έξω ο ήλιος βυθίζοντας στη θάλασσα έβαφε τον ουρανό με χρώμα κίτρινο - ένα κίτρινο όχι χρυσό και αστραφτερό, αλλά χλωμό και άλαμπο σαν ώχρα· το αχνό του αντίφεγγο χτυπούσε κρύο και μελαγχολικό στο τζάμι και χυνόταν ψυχρότερο και πιο θολό στην κάμαρα. Η κυρία Κατίγκω αισθάνθηκε ν’ ανατριχιάζει και φώναξε και άναψαν το τζάκι. Σε λίγο μια φεγγοβολή πήδησε έξαφνα σαν απαλή αστραπή πετώντας κόκκινες θερμές αναλαμπές στους αργυρούς δίσκους και στα κρύσταλλα των τραπεζιών και του μπουφέ μέσα στην κάμαρα. Και όταν γέμισε έπειτα η χλιαρή πνοή της τον αέρα, η Ευανθία ανασηκώθηκε κ’ έπιασε το χέρι της κυρίας Κατίγκως. - Τι ωραία που είναι εδώ, είπε σιγά και ακούμπησε στον ώμο της. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω της χάδευε ελαφρά το μάγουλο: - Ναι, δεν μπορώ πια εκεί· αν ήταν να ξαναπάω εκεί, καλύτερα να φύγω. - Αύριο να φύγω, είπε πάλι κ’ έκρυψε το πρόσωπο στο στήθος της κυρίας Κατίγκως. Η κυρία Κατίγκω ένιωσε πού εκεί. Έσκυψε και τη φίλησε. - Χρυσή μου, ψιθύρισε μονάχα σα να ένιωθε κάτι περισσότερο παρότι είχε πει η Ευανθία. Και σα να μην μπορούσε να πει κάτι περισσότερο κι αυτή: - Χρυσή μου, ξαναψιθύρισε και την έσφιξε στην αγκαλιά της. [Επεξεργασία] XVII Το βράδυ ο Στέφανος τις βρήκε και τις δυο κοντά στο τζάκι. Η κυρία Κατίγκω καθόταν στο σκαμνάκι, η Ευανθία ακουμπούσε στα γόνατά της ξαπλωμένη σ’ ένα δέρμα τίγρης που είχαν φέρει από τη σάλα. Σκυφτή, έριχνε μπρος της μια πασιέντσα. Στο τζάκι ήταν σβησμένη η φλόγα, μα κάτω από το φως της λάμπας έφεγγε ζωηρά το κόκκινό της φόρεμα. Ο Στέφανος στάθηκε πρώτα μια στιγμή, έπειτα κάθισε απέναντί τους. Η Ευανθία δεν κινήθηκε, δεν έσυρε ούτε το πόδι της που απλωμένο έβγαινε κάτω από το φόρεμα· και ο Στέφανος κοίταζε σιωπηλός τα χαρτιά που αράδιαζε η Ευανθία, όταν έξαφνα αυτή σταμάτησε. - Δε βγαίνει, είπε και σήκωσε τα μάτια. - Βγάλε από πάνω, της είπε ο Στέφανος. - Δεν ωφελεί· πρέπει να έβγει μόνη της, είπε η Ευανθία και τον κοίταξε. - Είδες; γύρισε έπειτα προς την κυρία Κατίγκω· ήταν η τρίτη. - Η δεύτερη, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε. - Η τρίτη, ψιθύρισε· όμως ξαναέριξε. Και τώρα βγήκε. - Να, μπράβο! είπε η κυρία Κατίγκω κ’ έκαμε να σηκωθεί. Μα η Ευανθία την κράτησε: - Ήταν αλήθεια η δεύτερη; - Ναι, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία δε μίλησε· έπειτα κοιτάζοντας το Στέφανο: - Κάτι είχαμε βάλει, είπε. Μα ο Στέφανος ρώτησε «τι;» γύρισε αμέσως στην κυρία Κατίγκω και της είπε ξαφνικά: - Μη, μην το πεις! Η κυρία Κατίγκω γέλασε και σηκώθηκε. Η Ευανθία έμεινε όπως ήταν ξαπλωμένη· ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι της απάνω στο σκαμνάκι και κοίταζε μπροστά της. Η κυρία Κατίγκω ήρθε στο Στέφανο· τον κοίταξε σα να ήθελε να του πει κάτι, αλλά σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε μόνο: - Είναι έξω ψύχρα; - Λιγάκι, είπε ο Στέφανος. Είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε και κοίταζε την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε στη φωτιά και καθώς φύσηξε τα ξύλα, μια λάμψη κόκκινη έπαιξε έξαφνα πίσω από την Ευανθία. Του Στέφανου του φάνηκε σα να πετάχτηκε από το φόρεμα της Ευανθίας και από εκεί χτύπησε κ’ έσπασε στο δέρμα της τίγρης όπου ήταν ξαπλωμένη. Οι μαύρες και κίτρινες γραμμές του σπιθίρισαν, και μια στιγμή σα να σάλεψαν. Έπειτα έμειναν πάλι ακίνητες και σκοτεινές. Έλαμπαν μόνο εμπρός του εκεί τα γυάλινα κίτρινα μάτια του κεφαλιού της τίγρης· έλαμπαν και τον κοίταζαν κατάματα. Και η Ευανθία βλέποντάς τον πως κοίταζε κι αυτός εκεί κατάματα σαν ξεχασμένος, κλώτσησε την κεφαλή της τίγρης με το πόδι. Ο Στέφανος ξαφνίστηκε, και η Ευανθία γέλασε. Και τεντώνοντας το πόδι και δείχνοντας το κόκκινο γοβάκι που φορούσε, είπε: - Είδες τι μου χάρισε η θεία Κατίγκω; Ο Στέφανος το κοίταξε. Γνώρισε αμέσως τις κόκκινες βελούδινες παντούφλες που είχε φέρει κάποτε ο ίδιος της κυρίας Κατίγκως. Αλλά και αμέσως θυμήθηκε πως η κυρία Κατίγκω του είχε πει πως ήθελε να τις χαρίσει της Μαρίκας. Και σταμάτησε. - Ωραίες είναι, είπε σα μηχανικά, ενώ τον κοίταζε η Ευανθία. Έπειτα έμειναν πάλι σιωπηλοί. Μα όταν η κυρία Κατίγκω βγήκε από την κάμαρα, η Ευανθία ξαπλωμένη πάντα ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Πήγατε; του είπε ξαφνικά. - Πού; ρώτησε ο Στέφανος. Μα η Ευανθία δεν απάντησε. Τον κοίταξε μονάχα και σώπασε λίγες στιγμές. Μα έπειτα κοιτάζοντάς τον πάλι: - Ξέρεις τι είχα ρίξει στην πασίεντζα; ρώτησε με μιάς· θέλεις να μάθεις; - Ναι, είπε ο Στέφανος, μα η Ευανθία έμεινε πάλι σιωπηλή. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε σαν ξαφνισμένος: - Αν θα φύγω, ψιθύρισε τέλος αργά. - Και τι βγήκε; ρώτησε ο Στέφανος. Η Ευανθία δεν απάντησε· φώναξε μόνο της κυρίας Κατίγκως που έμπαινε πάλι μέσα εκείνη τη στιγμή: - Μην του το πεις, θεία Κατίγκω. Και πετάχτηκε με μιας ορθή όταν είδε πως έμπαινε μαζί και ο κύριος Γιάγκος. - Ωραία, ανάψατε φωτιά, είπε ο κύριος Γιάγκος αφού τη χαιρέτησε. Έτριψε τα χέρια και ήρθε και κάθισε κοντά. Είχε κερδίσει πάλι απόψε τον κύριο νομάρχη και ήταν χαρούμενος. Γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα στο τραπέζι που καθίσαν έπειτα. Και η κυρία Κατίγκω δεν ήταν μελαγχολική, και ο Στέφανος μιλούσε καθισμένος απέναντι στην Ευανθία. Έπειτα, όταν ο κύριος Γιάγκος με το Στέφανο έπαιζαν την παρτίδα τους στο ντόμινο, η κυρία Κατίγκω και η Ευανθία κάθισαν κοντά τους και κοίταζαν. Όταν τελείωσαν το ντόμινο, ο Στέφανος τους έκαμε κάποια παιγνίδια με τα χαρτιά της τράπουλας. Η Ευανθία τον κοίταζε στα χέρια και ζητούσε να μαντέψει πώς τους ξεγελούσε. Και μια στιγμή εκεί που ο Στέφανος της έδινε στο χέρι τα χαρτιά και άγγιξαν τα δάχτυλά τους, η Ευανθία δεν τράβηξε το χέρι αμέσως. Έμεινε και τον κοίταζε στα μάτια. Μα έπειτα σηκώθηκε με μιάς ο Στέφανος· καληνύχτισε και βγήκε. - Πάει στη λέσχη, ψιθύρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω. - Α μπα, πάει κάτω να εργαστεί, είπε η κυρία Κατίγκω χωρίς να πιστεύει ό, τι είπε. Ο Στέφανος πήγε στη λέσχη. Το ένιωσε μόνο όταν μπήκε μέσα και είδε πως του ένεψε ο κύριος νομάρχης. Σκυμμένος στην κορυφή του πράσινου μεγάλου τραπεζιού ο κύριος νομάρχης είχε μπροστά του σωρούς τα κόκκινα και λευκά κόκκαλα· ο λοχαγός είχε καθίσει απάνω στο τραπέζι και κουνώντας το πόδι του βροντούσε το σπιρούνι στη γωνία του τραπεζιού· το βροντούσε σα με ρυθμό και σφύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε ορθός αντίκρυ και άκουσε σα να ήθελε να πιάσει το ρυθμό. Έπειτα πρόσεξε πώς γυάλιζε το φως στα δόντια και στο μονόκλ του λοχαγού και πώς χτυπούσε στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη και σταματούσε κει με ακτίνες πράσινες. Και κει θυμήθηκε πως είχε σταματήσει κι αυτός πρωτύτερα αντίκρυ σ’ ένα φως που έφεγγε σ’ ένα παράθυρο. Είχε κινήσει και πήγαινε να δει το φως, είδε όμως το φως ακίνητο πίσω από το κλεισμένο τζάμι και σταμάτησε. Δεν ένιωθε γιατί, όμως σταμάτησε· και κοίταζε σα να ήθελε να δει αν έκαιε πράγματι φως μέσα στην κάμαρα ή ήταν μόνο αντίφεγγο που έσπαζε από κάπου απέναντι. Έπειτα κοίταζε σα να ζητούσε να βρει τι χρώμα είχε το φως· έπειτα είδε πως το φως ήταν μακριά. Και είδε πως ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος κ’ αισθάνθηκε μια κρύα πνοή να πνέει από τη θάλασσα. Η μικρή πλατεία όπου είχε σταθεί ήταν έρημη, μα οι κορμοί των κοντών δέντρων του φάνηκαν σα ζωντανές παράξενες μαύρες μορφές που ήθελαν να κινηθούν. Ο Στέφανος δεν έβλεπε τα φύλλα, μα τα αισθάνθηκε πως έτρεμαν σα ν’ ανατρίχιαζαν στην κρύα πνοή της θάλασσας. Και δε γύρισε στη θάλασσα. Γύρισε πίσω. Στην προκυμαία έφεγγαν τα φώτα και οι άνθρωποι πηγαινοερχόντανε. Χαιρέτησε δυο τρεις· και βρέθηκε στη λέσχη έξαφνα. Και τώρα έμενε ορθός και κοίταζε τις πράσινες ακτίνες στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Έπειτα ξανακοίταξε το λοχαγό, έπειτα το παιχνίδι· έπειτα κάθισε με μιάς και ο ίδιος κ’ έπαιξε. Όταν γύρισε σπίτι, είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ανέβηκε στα δάχτυλα τη σκάλα για αν μην ξυπνήσουνε στο σπίτι. Μα καθώς έμπαινε στο διάδρομο, σταμάτησε· μια θαμπόλευκη μορφή που σάλεψε μπροστά του τον σταμάτησε. Τινάχτηκε όταν τον πλησίασε η μορφή, μα γνώρισε αμέσως τη φωνή που του ψιθύρισε: - Ήσουν στη λέσχη; - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Έπαιζες; -Ναι, είπε πάλι ο Στέφανος. - Και γω περίμενα. Ο Στέφανος ξαναξαφνίστηκε. Είδε με μιας μπροστά του το φωτισμένο παράθυρο, όπου απέναντι είχε σταθεί πρωτύτερα και κοίταζε. Μα η φωνή κοντά του τον ξαναξύπνησε: - Για να σου πω τι βγήκε. - Τι βγήκε; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Πως δε θα φύγω, είπε η φωνή, και ο Στέφανος είχε ξυπνήσει ολότελα. Αλλά δε μίλησε. Έμεινε ακίνητος· μα σα κίνησε μόνο τα χέρια προς τη μορφή που σάλεψε και κείνη προς τα πίσω, προς την πόρτα όπου στεκότανε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος λίγες στιγμές ακόμα, έπειτα όμως έφυγε αμέσως μέσα προς το διάδρομο πριν ανοίξει καλά η πόρτα πίσω και δει καλύτερα στο φως που χύθηκε από μέσα ποια ήταν η μορφή. [Επεξεργασία] XVIII Έφυγε, σα να φοβήθηκε να δει. Και το πρωί πάλι φοβήθηκε να δει. Φώναξε και του έφεραν στην κάμαρά του τον καφέ και κατέβηκε αμέσως κάτω στο γραφείο. Όταν τελείωσε, τράβηξε ίσια στης Μαρίκας. Τη βρήκε που καθότανε στην κάμαρα με τη γιαγιά, μα είδε αμέσως πως ήταν φοβερά χλωμή. Δεν τόλμησε να τη ρωτήσει. Κάθισε μόνο και μιλούσε πράγματα αδιάφορα με αυτή και τη γιαγιά. Μα όταν έξαφνα τον ρώτησε η γιαγιά αν θα έρθει η Ευανθία, και της απάντησε: «Δεν ξέρω, δεν την είδα σήμερα», είδε πως η Μαρίκα έστρεψε αλλού το βλέμμα. Έμεινε μια στιγμή σα συγχυσμένος. Μα όταν έφυγε η γιαγιά κ’ έμειναν μόνοι, πλησίασε πρώτος τη Μαρίκα. - Κάθισες ψες αργά; τη ρώτησε. - Όχι, κοιμήθηκα νωρίς, απάντησε ήσυχα η Μαρίκα. - Μα το παράθυρο είχε φως αργά. Η Μαρίκα τον κοίταξε. - Τι ήρθες; περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα ψιθύρισε, ήσυχα πάλι: - Το ξέχασα αναμμένο. Ο Στέφανος της έπεισε με μιας και τα δυο χέρια: - Ω Μαρίκα, ω Μαρίκα! Κ’ ενώ η Μαρίκα τον κοίταζε ατάραχη: - Δεν ξέρεις τι είσαι για μένα, ξέσπασε ξαφνικά και της γέμισε φιλιά τα χέρια. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ όλη νύχτα, εξακολούθησε, όλη τη νύχτα είχα τα μάτια σου μπροστά μου… Και έλεγε αλήθεια. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν πράγματι όλη τη νύχτα μπροστά στο Στέφανο. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα είχε μπροστά του την πόρτα που άνοιξε έξαφνα στο φως του καντηλιού και φώτισε μια λευκή μορφή που έμεινε ορθή με απλωμένα χέρια πίσω του --- αλλά τα χέρια αυτά, παράξενο! τα γνώριζε, ήταν τα χέρια της Μαρίκας. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα έβλεπε μπρος του δυο μάτια υγρά και φωτεινά που τον κοιτάζαν ενώ έφευγε --- αλλά, παράξενο! τα μάτια αυτά ήταν τα μάτια της Μαρίκας. Στιγμές στιγμές δυο κόκκινα σημάδια έφεγγαν κάτω στο πάτωμα σα βελουδένια, έλαμπαν εμπρός στ’ αγρυπνισμένα μάτια του σαν άλικα μεγάλα ρόδα που έπλεαν σε πρωινά νερά, και απάνωθέ τους έτρεμε κάτι θαμπόλευκο, κυματιστό και σαν αέρινο· στιγμές πάλι το άσπρο αυτό γινόταν κόκκινο, άλλαζε σε κρεμεζί, σε ρουμπινί κ’ έλαμπε μπρος του ζωηρά σα φλόγα, μια φλόγα που έφεγγαν μέσα της δυο μάτια --- αλλά τα μάτια ήταν της Μαρίκας. Ύστερα πάλι ξαναέσβηνε το κόκκινο σιγά σιγά, ξαναγινόταν άχνα αγανή, λευκός αφρός που έλιωνε σ’ ένα γιαλό, γινόταν αέρας διάφανος και φως που έπαιζε κ’ έτρεμε κ’ έφευγε και γλιστρούσε απάνω από μια θάλασσα άπειρη. Μια θάλασσα…. Και ο Στέφανος είδε τους σκοτεινούς κύκλους ξανά να του γεμίζουνε τη θάλασσα. Ήταν σα να ήθελαν οι κύκλοι αυτοί να σβήσουν τα μάτια της Μαρίκας που έφεγγαν μέσα από τη θάλασσα --- τα μάτια της Μαρίκας που ανοίγονταν τώρα μπροστά του εκεί μεγάλα ολόμαυρα και μελαγχολικά μέσα στους βαθουλούς μεγάλους κύκλους γύρω τους. Ο Στέφανος τα κοίταζε. Ήταν κρύα και σκοτεινά, σαν τη συννεφιασμένη θάλασσα, κ’ έβλεπαν εμπρός τους ασάλευτα και καρφωμένα, σα να ζητούσανε να σκίσουν τη σταχτερή άχνα μακριά, σα να γυρεύαν να βυθίσουν πέρα από αυτή μέσα στο χλωμό φως μακρύτερα, στο φως που κάτι σαν αντίφεγγό του έτρεμε κιτρινωπά κ’ έπαιζε θλιβερά στις κόρες τους. - Τα μάτια σου, θέλησε να ξαναπει ο Στέφανος, μα η ψυχρή και άφεγγη λάμψη τους τον πάγωσε. Και ψιθύρισε, σα να ξυπνούσε ξαφνικά: - Μαρίκα, τι έπαθες, τι έχεις; Αλλά η Μαρίκα έριξε το βλέμμα κ’ έμεινε άφωνη και ακίνητη. - Μαρίκα, ξαναψιθύρισε ο Στέφανος· μα έπειτα έμεινε άφωνος κι αυτός. Έγινε μερικές στιγμές σιγή στην κάμαρα· μια σιγή ανήσυχη. Και όσο βαστούσε αυτή, ο Στέφανος είχε το αίσθημα πως έπεφτε αργά σιγά κάτι σα σταχτερή βαριά κουρτίνα ανάμεσά τους. Μα εκεί, ενώ ο Στέφανος κρατούσε πάντα τα χέρια της, η Μαρίκα σήκωσε πάλι τα μάτια: - Ήρθες, αλήθεια, χτες βράδυ; ρώτησε κοιτάζοντάς τον έξαφνα. - Ναι, ήρθα, είπε ο Στέφανος. Αλλά σταμάτησε. - Ήρθα και κοίταζα το φως και πρόσμενα, είπε αμέσως έπειτα. Μα ξανασώπασε, σα να μην είχε να πει άλλο τίποτε. Έμειναν και κοιτάζονταν. Έπειτα σηκώθηκαν και περπάτησαν μαζί μέσα στην κάμαρα. Κ’ ενώ στάθηκαν μπροστά στις γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας, όπου οι τουλίπες έφεγγαν ολοκόκκινες στον ήλιο που έπεφτε απάνω τους από το παράθυρο, η Μαρίκα αφήνοντας το χέρι της να πέσει σαν άψυχο μέσα στο χέρι του Στέφανου, είπε σιγά: - Δεν ξέρω, μα δεν είμαι --- δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένη. Και η ματιά της ξαναπήρε το ωχρό και άφεγγο χρώμα που είχε παγώσει πρωτύτερα το Στέφανο. [Επεξεργασία] ΧΙΧ Ο Στέφανος ήρθε σιωπηλός στο σπίτι. Η κυρία Κατίγκω είδε το σύννεφο στο πρόσωπό του και τον πλησίασε και τον ρώτησε: - Είναι αδιάθετη η Μαρίκα; - Όχι, καλά είναι, απάντησε ο Στέφανος κ’ έμεινε πάλι σιωπηλός. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε και τον κοίταζε ενώ έμπαινε η Ευανθία. Ερχόταν γρήγορα, μα όταν είδε το Στέφανο σταμάτησε. Καθώς μπήκε, το φόρεμά της πέταξε λάμψεις κόκκινες στον ήλιο που γέμιζε την κάμαρα. Στάθηκε μια στιγμή· έπειτα πλησιάζοντας σιγά την κυρία Κατίγκω είπε: - Η γιαγιά παράγγειλε να πάμε. - Πηγαίνομε, απάντησε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε: - Αλλά δεν είπαμε θα έρθει η Φιφίκα; - Α ναι, το ξέχασα. Η κυρία Κατίγκω φαινόταν πράγματι σαν ξεχασμένη. - Της παραγγέλνομε --- ή πάμε στη νονά αργά, είπε ύστερα. - Α, όχι στη γιαγιά αργά· θα με κρατήσει, έσκυψε και είπε σιγαλότερα η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την έσυρε κοντά της και τη χάδεψε. Ο Στέφανος καθώς την κοίταξε είδε που ξαναέλαμψε το φόρεμά της. Και είδε πως φορούσε τα κόκκινα βελούδινα γοβάκια. Σα να γέμισε όλη η κάμαρα με ρόδα κόκκινα, τα ρόδα που έπλεαν οληνύχτα εμπρός του στα πρωινά νερά --- γύρισε αλλού κ’ έκαμε κίνημα σα να ήθελε να φύγει. Μα η Ευανθία τον πλησίασε. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω είχε γυρίσει και κάτι έσιαζε στην κάμαρα και ύστερα βγήκε, η Ευανθία στάθηκε μπροστά του ορθή και βλέποντάς τον κατάματα έκαμε κάτι να του πει. Αλλά έξαφνα σταμάτησε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος και κοιτάχτηκαν μια στιγμή και οι δυο σαν ξαφνιασμένοι. Μα ευθύς η Ευανθία: - Ξέρεις, του είπε, η Φιφίκα θα πάρει το λοχαγό. Το είπε σα να ήταν αυτό που είχε να πει. Αλλά και ο Στέφανος, σα να είχε νιώσει: - Το ξέρω, είπε με τόνο αδιάφορο και σαν ξερό. Η Ευανθία κοκκίνησε όλη. Και γύρισε αμέσως μ’ ένα τίναγμα, σα να είχε αγγίξει κάπου με το χέρι και κάηκε έξαφνα. Και καθώς ξαναέμπαινε η κυρία Κατίγκω μέσα, πήγε ίσια απάνω της: - Θεία Κατίγκω, ο Στέφανος θέλει να φύγω, είπε και σταμάτησε μπροστά της. Και θέλησε να κρύψει μ’ ένα χαμόγελο κάποιο τρεμούλιασμα που είχε η φωνή της. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε σαν ξαφνιασμένη. Ο Στέφανος έμεινε συγχυσμένος μια στιγμή. Έπειτα βλέποντας πως η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε περίεργα. - Αηδίες, ψιθύρισε σιγά. - Αστεία, είπε πάλι δυνατότερα και βημάτισε στην κάμαρα, ενώ η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία κοντά της και την ακούμπησε στον ώμο της. Μα όταν ο Στέφανος πήγε έπειτα και κάθισε στην άκρη, η Ευανθία ήρθε και ξαναστάθηκε μπροστά του και γελούσε. - Αλλά, Ευανθία, έκαμε να της πει, μα η Ευανθία αφού περίμενε και ξαναβγήκε έξω η κυρία Κατίγκω: - Δε λες αλήθεια, του είπε σφυριχτά, σα μέσα από τα δόντια. - Αλλά, Ευανθία, θέλησε να ψιθυρίσει πάλι ο Στέφανος, μα η Ευανθία τον έκοψε μα μιάς: - Ναι, ναι - δε μου έταξες να έρθεις μαζί στα ιγγλέζικα; Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος χαμήλωσε το βλέμμα. Όταν το ξανασήκωσε, η Ευανθία δε γελούσε· τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα, μεγάλα, μα άλαμπα και ωχρά. Τα μάτια δεν είχαν σκοτεινούς μεγάλους κύκλους γύρω τους, τα μάγουλα όμως ήταν χλωμά. Και όταν ο ήλιος δοκίμασε να παίξει πάλι στο κόκκινο το φόρεμα, δε γέμισε την κάμαρα με ρόδα πορφυρά· κίτρινα ρόδα ωχρά σκορπίστηκαν μπροστά στο Στέφανο καθώς κοίταζε την Ευανθία. Κ’ ενώ την κοίταζε, ξαφνικά με μια φωνή που δεν τη γνώρισε και ο ίδιος: - Ευανθία, ψιθύρισε σιγά και άπλωσε τα χέρια εμπρός. Μα έπειτα, πάλι σιγά, τα έσυρε πίσω κ’ έγειρε σ’ αυτά το μέτωπο. Η Ευανθία έκαμε να σκύψει. Αλλά δεν έσκυψε· έφερε μόνο το χέρι στα μαλλιά του και τα χάδεψε· απαλά. [Επεξεργασία] ΧΧ - Πήγαν χτες; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος δεν ένιωσε, και η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια από το κέντημά της και πρόσθεσε: - Στα ιγγλέζικα. - Δεν ξέρω --- δε ρώτησα, είπε ο Στέφανος. Μα η Μαρίκα έμεινε σκυμμένη στο δικό της κέντημα. Και ξανασώπασαν. Έπειτα η κυρία Αγλαΐα ξαναείπε έξαφνα: - Ο κύριος νομάρχης σα να νοστιμεύεται την Πρίφτη. Κ’ ενώ ούτε ο Στέφανος ούτε η Μαρίκα μίλησαν: - Να δούμε πώς θα τη μοιράσουν με το λοχαγό, είπε πάλι. Και γυρνώντας στο Στέφανο: - Η μητέρα σου τι λέει; ρώτησε. Ο Στέφανος σήκωσε τους ώμους. - Και το παιγνίδι του ταξιδιού τι να σημαίνει; Και η κυρία Αγλαΐα γέλασε. Έπειτα μίλησε πάλι για τον κύριο νομάρχη: - Τον είχαμε στη νομαρχία. Ήταν καλός υπάλληλος. Ο μπαμπάς σου τον συμπαθούσε, είπε της Μαρίκας που την κοίταζε κείνη τη στιγμή. ΄Επειτα έφερε την ομιλία στη νομαρχία. - Κάθε Παρασκευή δίναμε τσάι εμείς, κάθε Δευτέρα ο Άγγλος πρόξενος· έπειτα αλλάξαμε, το κάναμε Τετάρτη· να δεις γιατί. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε το κέντημα και συλλογίστηκε. - Α ναι, είπε έπειτα, κάθε Παρασκευή είχα συμβούλιο στο σύλλογο των κυριών· την Τρίτη στην εταιρία των εργοχείρων που ήμουν πρόεδρος. - Ναι, μου διηγηθήκατε, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα ξανασκύβοντας στο κέντημά της: - Τότε η νομαρχία είχε μεγάλη δικαιοδοσία, ψιθύρισε, τότε ήταν κατιτί να είναι κανείς νομάρχης. Ο Στέφανος συμφώνησε. - Μα οπωσδήποτε ένας νομάρχης είναι καλύτερος από το λοχαγό, είπε πάλι έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Και γυρίζοντας έξαφνα πάλι στη Μαρίκα: - Τι άσχημο που ήταν το φόρεμα της Πρίφτη· και το καπέλο με τα κίτρινα φτερά. Αλλά η Μαρίκα σα να μην πρόσεχε· κίνησε μόνο το κεφάλι και κοίταζε μπροστά της. Και ο Στέφανος γύρισε και είδε πως η Μαρίκα δεν κοίταζε ούτε στο κέντημα που είχε στα χέρια· κοίταζε πέρα στον ήλιο που βασίλευε. Ο Στέφανος περίμενε όσο που σώπασε η κυρία Αγλαΐα. Σηκώθηκε ύστερα σιγά και πήγε στο παράθυρο. Νέφη μικρά είχαν σωριαστή κομματιαστά κ’ έφεγγαν κοκκινωπά σα σφυροκοπημένες χάλκινες πλάκες στην άκρη του ουρανού, που από κάτω του έπαιζε αστραφτερή στο βάθος στενή γραμμή μονάχα η θάλασσα. Αντίκρυ το ορθόβραχο υψωνόταν ήσυχο, βαμμένο απαλό χρώμα γιουλί και διάφανο. Ο Στέφανος έμενε ορθός εκεί και κοίταζε. Πίσω η κυρία Αγλαΐα κάτι ξαναψιθύρισε, μα ο Στέφανος ούτε την άκουσε. Και δεν την άκουσε ούτε όταν έφυγε· άκουσε μόνο το βήμα της Μαρίκας που τον πλησίασε σιγά και στάθηκε κοντά του και κοίταζε κι αυτή. Μα τα χαλκοβαμμένα σύννεφα είχαν σκορπίσει· απλώθηκαν στη θέση τους βαθιόμαβες στενές λουρίδες που έλιωναν σιγά σιγά σε καταχνιά βιολέτινη, βαθιά, μουντά βιολέτινη. Μονάχα το ορθόβραχο βουνό έμενε αντίκρυ τους μενεξελί, θολότερο, σκουρότερο, μα ακόμα φωτεινό και διάφανο. Στέκονταν και οι δυο και κοίταζαν. Κοίταζαν πώς σκούραινε ολοένα το βουνό, πώς η ομίχλη πέρα γινότανε πιο σταχτερή και πώς κάτω μακριά σκοτείνιαζε η γραμμή της θάλασσας. Έξω είχε σβήσει στον αέρα κάθε αναλαμπή, κ’ ένα θολό μισόφωτο έτρεμε μέσα στην κάμαρα όταν γύρισαν κ’ έκαμαν να σαλέψουν από το παράθυρο. Μα εκεί έξαφνα πήδησε μπρος τους η Ευανθία και τους σταμάτησε στη θέση τους. - Μαρίκα, φώναξε, λοιπόν θα πάμε το πρωί; Μου το παράγγειλε η γιαγιά. - Θα πάμε, ναι, απάντησε η Μαρίκα. Και η Ευανθία που είδε το Στέφανο που κοίταξε σα να μην ένιωθε: - Στην εκκλησίτσα· τι, δεν ξέρεις; γύρισε σ’ αυτόν. - Δεν του το είπες; είπε πάλι της Μαρίκας. - Ναι, το λησμόνησα, απάντησε η Μαρίκα. - Μα εσύ το ήθελες, λέει η γιαγιά, και το έταξε να την ανοίξει. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, εγώ, ένεψε ύστερα κ’ έριξε μπροστά της μια ματιά, που χάθηκε στη σκοτεινιά που έπεφτε στην κάμαρα. Για το Στέφανο μόνο δε χάθηκε· την είχε εμπρός του όλη την ώρα έπειτα εκεί που γύριζε στο σπίτι βαδίζοντας σκυφτός κοντά στη θάλασσα. [Επεξεργασία] ΧΧΙ Ο παπάς τελείωνε τη λειτουργία στο εξωκλήσι της ακρογιαλιάς όταν σταμάτησε στην πόρτα του το αμάξι με την Ευανθία, το Στέφανο και την κυρία Κατίγκω. Ήρθαν αργά γιατί και ο Στέφανος και η Ευανθία άργησαν να ετοιμαστούν. Έπειτα η κυρία Κατίγκω θυμήθηκε στο δρόμο πως δεν είχε αφήσει της μαγείρισσας βούτυρο για το ραβανί, που είχε ζητήσει ο κύριος Γιάγκος για το μεσημέρι. - Δεν μπορώ· ο πατέρας σου το περιμένει, είπε στο Στέφανο η κυρία Κατίγκω. Έπρεπε να γυρίσουν. Στην εκκλησία ήταν μονάχες η γιαγιά με τη Μαρίκα. Η κυρία Αγλαΐα, όταν πήγαν να την ξυπνήσουν, δεν μπόρεσε να σηκωθεί. - Στη νομαρχία δεν ανοίγαμε εξωκλήσια, είπε της Μαρίκας, αλλά η Μαρίκα είπε μόνο της γιαγιάς: - Η μαμά έχει πονοκέφαλο. Και ήρθε πρωί πρωί μαζί της. Το πρωί ήταν ψυχρό και υγρό, τα δέντρα νοτισμένα, και κάτω στο ακρογιάλι απλώνονταν ωχρόσκουρες λουρίδες καταχνιάς. Η γιαγιά είχε ταμένο να πάνε με τα πόδια, και η Μαρίκα τυλίχτηκε στο επανωφόρι της κα βάδιζε. Καθώς περνούσαν κάτω από τα δέντρα δεν έβλεπε τον ίσκιο της, μα όταν βγήκανε στο λόφο τον ξαναείδε που σερνόταν σταχτερός κοντά στο μαύρο της γιαγιάς. Νόμιζε πως ερχόταν η ίδια πίσω και τον έβλεπε. Κατέβαιναν το λόφο μόνες· δεν περνούσε γύρω τους κανείς και δε μιλούσαν και οι δυο. - Κουράστηκες; ρώτησε μόνο μια στιγμή η γιαγιά. - Όχι, της ένεψε η Μαρίκα. - Όχι γιαγιά, της ξαναείπε και κατέβηκαν πάλι το λόφο σιωπηλές. Στο ακροθαλάσσι κάτω άσπριζε το εκκλησιδάκι μες στα πεύκα και παραμπρός του υψώνονταν δυο κυπαρίσσια ορθά, σταχτερά μες στο θολό πρωί. Σε λίγο όμως η Μαρίκα στάθηκε. - Κουράστηκες; την ξαναρώτησε η γιαγιά. Αλλά η Μαρίκα δεν απάντησε. Κοίταξε μόνο πίσω σα να ήθελε να δει αν είχε σταματήσει ο ίσκιος της. - Όχι, γιαγιά, είπε τότε και κοίταξε πάλι μπροστά της κάτω. Η καταχνιά είχε συρθεί, είχε απλωθεί πιο χαμηλά στη θάλασσα. - Όχι, γιαγιά, είπε ξανά και ξανακίνησε. Τα κυπαρίσσια υψώνονταν μπροστά τους κάτω πάντα σταχτιά και ασάλευτα. Όταν τα έφτασαν και πέρασαν κοντά τους, η Μαρίκα άκουσε που ψιθύριζαν στους κλώνους τους πρωινά πουλιά. Μα δε σταμάτησε· μπήκε στην εκκλησία μαζί με τη γιαγιά. Και όταν ήρθαν έπειτα η Ευανθία και ο Στέφανος, είδαν τη σταχτερή μορφή της ορθή σκυφτή και χαμένη μέσα στο αχνό γαλάζιο νέφος του λιβανιού που γέμιζε την εκκλησία. Γύρισαν άθελα και κοιταχτήκαν καθώς στάθηκαν πίσω της, ενώ η κυρία Κατίγκω πήγε στο πλάι της γιαγιάς. Η Μαρίκα φάνηκε πως τους ένιωσε, μα δεν κινήθηκε. ΄Εμειναν μερικές στιγμές σκυφτοί και οι δυο. Έπειτα η Ευανθία έδειξε του Στέφανου τον ψάλτη. Καθώς έμπαιναν πρωτύτερα της χτύπησε ευθύς στα μάτια η χοντρή κόκκινη μύτη του· και γέλασε. Μα η κυρία Κατίγκω της ένεψε και σώπασε. Και τώρα την έδειξε πάλι στο Στέφανο. Έπειτα τον σκούντησε πάλι να προσέξει πως ο ψάλτης έψελνε κλαυτά σα να νιαούριζε. - Ναι, της είπε ο Στέφανος και ξαναγύρισε πάλι το βλέμμα εμπρός του. Η Μαρίκα έμενε πάντα σκυφτή στην ίδια θέση. Είχε σταθεί κοντά στο μανουάλι που έκαιαν τα κεριά· στη μέση μια λευκή ψηλή λαμπάδα, γύρω μικρότερα λευκά και κίτρινα κεριά. Ο Στέφανος έριξε κει μια ματιά· η λαμπάδα είχε μισοκαεί, είχε λυγίσει, αλλά δεν έσταζε κάτω στις πλάκες, όπως τα κίτρινα μικρά κεριά. Όταν τα κεριά έγερναν ή έλιωναν, πήγαινε και τα σήκωνε ή τα έσβηνε η γιαγιά· όσο που έσβησαν όλα κ’ έμεινε κ’ έκαιε η λαμπάδα μόνη. Έκαιε κ’ έλιωνε χωρίς να στάζει, και ο Στέφανος την κοίταζε πως έκαιε και φωτούσε χλωμά το μαυρισμένο τέμπλο, που χρυσογλυμμένο κάποτε, τώρα κοκκίνιζε θαμπά και ξέθωρα στην κίτρινη αχνή λάμψη των καντηλιών που κρέμονταν μπρος στις εικόνες του. Η Ωραία Πύλη, ανοιγμένη εκείνη τη στιγμή, έδειχνε το ιερό βαθιά με φως θαμπότερο· ο παπάς σάλευε μέσα αόριστη σκιά και ο Στέφανος κοίταζε τώρα εκεί περίεργα σα να έβλεπε κάτι που ήξερε πως το είχε ξαναδεί, αλλά και του φαινόταν πως τώρα το πρωτοέβλεπε. Ο ψάλτης όμως στο πλευρό του μουρμούριζε κλαυτά, μουρμούριζε ενοχλητικά· και ο παπάς καθώς κινούσε μέσα στο θαμπό φως τα χέρια κ’ έσκυβε και ξανασήκωνε και ξαναέσκυβε το σώμα και κινούσε κάτι εμπρός του σα να το άπλωνε, σα να το τίναζε, του έκαμε έξαφνα μια εντύπωση σαν κωμική. Αλλά δε γέλασε, αν κ’ ένιωσε την Ευανθία που γελούσε πλάι του. Δε γέλασε, γιατί μια λάμψη κινήθηκε μες στο ιερό. Και είδε πως η Μαρίκα σήκωσε έξαφνα το πρόσωπο· το σήκωσε και κοίταξε σα να είχε πέσει η λάμψη απάνω της. Την ώρα αυτή ύψωνε κι ο ψάλτης τη φωνή και ο παπάς απλώνοντας το χέρι έσυρε το παραπέτασμα, σα να έφραζε τα άδυτο από τα βλέμματα του Στέφανου. Ο Στέφανος δεν έκαμε να κινηθεί. Άκουσε μόνο πως ο ψάλτης κάτι ξαναψιθύρισε σιγά και ο παπάς απάντησε κρυμμένος τώρα στα βάθη του ιερού. Έγινε για στιγμές σιγή και όλοι έσκυψαν το μέτωπο. Ο Στέφανος ένιωσε πως το έσκυψε κι αυτός. Όταν το ξανασήκωσε είδε κοντά του γονατισμένη τη γιαγιά και πλάι της σκυφτή και την κυρία Κατίγκω. Μα η Μαρίκα εμπρός του ήταν χαμένη. Ο παπάς είχε έβγει εμπρός στην πύλη και θυμιάτιζε, και ο καπνός του λιβανιού έπεσε πυκνό σύννεφο απάνω της και τη σκέπασε, την έκρυψε. Μα εμπρός στο σύννεφο του λιβανιού έλαμψε φωτεινά μ’ ένα φανταστικό παιγνιδιστό αντιφέγγισμα το φόρεμα της Ευανθίας. Ήταν πράσινο, αλλά εμπρός στο Στέφανο έπαιξε πορφυρό, ρόδινα πράσινο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια ευθύς, σα να μην ήθελε να δει· γύρισε κ’ έβλεπε στο τέμπλο εμπρός του. Ξυσμένη, μαυρισμένη στην παλιά κορνίζα της ήταν εκεί η μητέρα του θεού. Μισόσβηστο το πρόσωπό της, και το φόρεμα ξεθωριασμένο· άσβηστη έμενε μόνο η όψη του παιδιού με το χαμόγελο στα χείλη και τα μεγάλα μάτια του. Στο χέρι του μόλις ξεχώριζε πια η σφαίρα που κρατούσε το παιδί, μα κάτω κάτω στην εικόνα έμενε αμαύριστο το πόδι της μητέρας που πρόβαλε από το ξεβαμμένο μπλάβο φόρεμα, και φαινόνταν ζωηρά τα ξεπεταγμένα μάτια και τα κόκκινα γλωσσίδια του φιδιού που συντριβόταν κάτω από το πόδι, πατημένο με το μεγάλο δάχτυλο. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί έμεινε στιγμές πολλές βλέποντας την εικόνα αυτή. Όταν έστρεψε, η Ευανθία τον κοίταζε παράξενα. Το φόρεμά της δεν έλαμψε τώρα μπροστά του πράσινο· είδε μόνο το πρόσωπό της πορφυρό καθώς αντίκρυσε τα μάτια της. Και σα να αισθάνθηκε κάτι με μιάς, ο Στέφανος πήρε και πάλι ευθύς το βλέμμα του. Από το τέμπλο, από την κορυφή ψηλά της Πύλης είδε ένα μάτι που τον κοίταζε· ένα μάτι όχι από πρόσωπο, μα μόνο από μια κόχη ενός ματιού. Ξεβαμμένο, θαμπό κι αυτό όπως το τέμπλο, όμως ο Στέφανος το είδε φωτεινό, ζωηρό το είδε στυλωμένο απάνω του. Κ’ έστρεψε μπρος του· η Μαρίκα φάνηκε μέσα στο σύννεφο του λιβανιού γονατιστή. Κ’ έξαφνα αισθάνθηκε και ο ίδιος κάτι σα λύγισμα στα γόνατα. Μα η γιαγιά και η κυρία Κατίγκω είχαν σηκωθεί, και το σύννεφο του λιβανιού είχε σκορπίσει ολόγυρα από τη Μαρίκα. Την είδε που στεκόταν πάλι ορθή και ακίνητη, κ’ έμενε ακίνητος κι αυτός με τα μάτια απάνω της. Όσο που ξαναγύρισε η Ευανθία πάλι· της ξαναέπεσε στο βλέμμα η κωμική μορφή του ψάλτη που έλεγε τώρα γοργά και βιαστικά το τελευταίο τροπάρι του. Και γύρισε στο Στέφανο για να γελάσει. Και γέλασε. Μα ο Στέφανος δεν πρόσεξε. Μπροστά του είχε η Μαρίκα κινηθεί· κινήθηκε ένα βήμα εμπρός κ’ έμεινε κει με το κεφάλι ορθό, μα έπειτα ξαναπροχώρησε ίσια στην Πύλη όπου είχε έβγει και στάθηκε ο παπάς κρατώντας το δισκοπότηρο στο χέρι. Ο ψάλτης μουρμούριζε κοντά στο Στέφανο, μουρμούριζε κλαυτά, ενοχλητικά, μα ο Στέφανος δεν άκουε. Έβλεπε τη Μαρίκα που είχε ανέβη ένα σκαλί κ’ έσκυψε πάλι εκεί το πρόσωπο και πρόσμενε. Πρώτη κοινώνησε η γιαγιά, η Μαρίκα έπειτα. Ο Στέφανος την είδε πως πλησίασε τα χείλη της αργά και τ’ άνοιξε σιγά· και κύκλοι κίτρινοι πολλοί, χλωμοί απλώθηκαν εκεί τριγύρω της στα μάτια του. Όταν έσβησαν, είδε πως η ψηλή λευκή λαμπάδα έκαιε ακόμη στο μανουάλι πίσω της. Στάθηκε και την κοίταζε που έκαιε· έκαιε σα γερμένη απάνω της. ………. Άμα βγήκαν έξω, το βλέμμα της Μαρίκας είχε μια λάμψη αλλιώτικη. Μα όταν πλησίασε το Στέφανο, ο Στέφανος σα να είχε καρφωθεί στη θέση του· η Μαρίκα, ορθή μπροστά του, τυλιγμένη στο σταχτί επανωφόρι της, του ήταν σαν άλλη. Πίσω της υψώνονταν στο σταχτερό ουρανό τα κυπαρίσσια ακίνητα· στεγνά, βαριά και μαύρα φάνηκαν του Στέφανου· και η Μαρίκα εκεί μπροστά του τού ήρθε μια στιγμή πως ήταν ο ίσκιος τους. Μα η κυρία Κατίγκω πλησίασε τη Μαρίκα και αφού τη φίλησε: - Παιδί μου, πώς είσαι; τη ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος έριξε απάνω της τα μάτια ασάλευτα· και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή και χαμογέλασε. Η κυρία Κατίγκω έμεινε σαν ξεχασμένη. - Ελάτε, τον καφέ σας, είπε έπειτα και πήρε τη Μαρίκα. Η υπηρέτρια είχε σερβίρει τον καφέ στο πέτρινο τραπέζι εμπρός στο εκκλησιδάκι, και η Ευανθία έδινε το φλιτζάνι στον παπά, όταν πλησίασε η κυρία Κατίγκω με τη Μαρίκα. Στάθηκαν κ’ έπιναν ορθές και οι δυο, και αντίκρυ τους ο Στέφανος. Η Ευανθία ήρθε και θύμισε πάλι στο Στέφανο την κόκκινη μύτη του ψάλτη κ’ έσκυψε έπειτα και το ψιθύρισε και της κυρίας Κατίγκως. - Τρελή, είπε σιγαλά η κυρία Κατίγκω, ενώ η Ευανθία γελούσε. - Μη δείχνεις, μη γυρίζεις, της ξαναψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, σα να φοβήθηκε μήπως τη νιώσει ο ψάλτης πως γέλασε γι’ αυτόν: - Για δέτε, είπε αμέσως κ’ έδειξε στο λόφο απέναντι. - Για δέτε κει! Όλοι γύρισαν και κοίταξαν. Στην πλαγιά ψηλά του λόφου φαινόνταν μερικές μορφές που μόλις ξεχώριζαν καλά πως ήταν άνθρωποι. Φαινόνταν σα να στέκονταν σε κύκλο και τριγύριζαν μπροστά τους κάτι που δεν το έβλεπαν τι ήταν. Όταν τις έδειξε η Ευανθία, έμειναν ακίνητες· έπειτα όμως άλλες έσκυψαν, άλλες κινήθηκαν· έπειτα πάλι στάθηκαν, και τώρα έμοιαζαν σα να τίναζαν εκείνο που κρατούσαν· ύστερα έσκυψαν ξανά σα να το άπλωσαν κάτω, μα πάλι ξανασηκώθηκαν και ξαναέμειναν ορθές, ασάλευτες τριγύρω του. - Παράξενο! τι να είναι; τι να κάνουν; ψιθύρισαν κ’ έμεναν όλοι και κοίταζαν σα να έβλεπαν μυστήριο. Μα ο ψάλτης που πρόσεξε τι κοίταζαν: - Είναι βαφιέδες· απλώνουν καλεμκεριά για να στεγνώσουν, τους εξήγησε. Όλοι πήραν αδιάφορα από κει τα μάτια. Μόνη η Μαρίκα έμεινε ακόμη γυρισμένη εκεί και κοίταζε, σα να μην άκουε ή σα να μη θέλησε ν’ ακούσει. Κοντά της έγερναν τα κλαδιά τα πεύκα, σταχτιά κι αυτά στο σταχτερό πρωί, και πέρα άπλωνε ωχρή, συννεφιασμένη η θάλασσα. Ήταν τα πεύκα που από κάτω τους είχε σταθεί λευκοντυμένη μια φορά η Μαρίκα, και ήταν η θάλασσα που έλαμπε τότε κάτω κατακόκκινη. Ο Στέφανος έμενε μπρος τους σα λησμονημένος. Μα έξαφνα πετάχτηκε μπροστά η Ευανθία. - Θεία Κατίγκω, πάμε λιγάκι παραπέρα, πάμε ως το λόφο; φώναξε και της έπιασε το μπράτσο. Η κυρία Κατίγκω, πριν απαντήσει, γύρισε τα μάτια στη Μαρίκα: ο Στέφανος είχε συρθεί κοντά της. Η Μαρίκα δε μίλησε και ξεκινήσαν. Το φθινόπωρο είχε προχωρήσει, και φύλλα λιγοστά απόμεναν στα δέντρα που άπλωναν εδώ και κει αραιά στο μικρό κάμπο τα μικρά κλαδιά τους σαν αδύνατα, μακριά, σκελετωμένα χέρια με δάχτυλα ανοιχτά, κ’ έδιναν όψη πιο μελαγχολική στη θολή μέρα. Μα κάτω στη γη είχε η χλόη κεντήσει, και πιο πέρα, ψηλότερα, όσο λιγόστευαν τα κοκκινόμαυρα ξερά αρμυρίκια της ακροθαλασσιάς, χνούδι ψιλό πρασίνιζε απαλά το χώμα και στρωνόταν, απλωνόταν πιο πράσινο και μαλακό όσο ανέβαινε στο λόφο. Καθώς πήγαινε μπροστά η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, το πράσινό της φόρεμα χανόταν κ’ έσβηνε μέσα στο πράσινο της χλόης. Και ο Στέφανος σα να την έχασε κι αυτός ολότελα από εμπρός του. Βάδιζε πίσω αργά στο πλάι της Μαρίκας κ’ έβλεπε κ’ ένιωθε μόνο τη Μαρίκα· στεκόταν όπου σταματούσε κείνη κ’ έβλεπε μόνο ό, τι αυτή κοίταζε. Μια στιγμή στάθηκε η Μαρίκα ν’ ακούσει ένα ροδάνι που γύριζε και ηχούσε με ήσυχο και αργό ρυθμό κάπου εκεί πίσω, δεν είδαν πού. Έπειτα ανέβηκε ψηλότερα και θέλησε να δη πέρα τους μύλους· τα φτερά τους δε φαίνονταν· ακίνητα όπως έμεναν, χανόνταν στο θολό αέρα της συννεφιασμένης μέρας. Παρέκει σταμάτησε και κοίταζε ένα κοπάδι ψαρών πουλιών που έφευγαν απάνω· μόλις ξεχώριζαν από τη σταχτερή τη συννεφιά ψηλά, μόλις φαινόνταν πως σαλεύαν· μια στιγμή έδειξαν σα να σταμάτησαν μετεωρισμένα. Μα έπειτα ο Στέφανος και η Μαρίκα τα είδαν που κινήθηκαν και χαμηλώσαν κ’ έγειραν κατά τη θάλασσα. - Αργοπόρησαν, ψιθύρισε η Μαρίκα. - Ναι, είπε ο Στέφανος, και προχώρησαν κι αυτοί. Παραπέρα σταμάτησαν πάλι. - Άκου, είπε ο Στέφανος. Σ’ ένα χαμόδεντρο λαλούσε κρυμμένο ένα πουλί· λαλούσε σιγαλά και η φωνή του ήταν ο μόνος ήχος που έτρεμε μελαγχολικά στην ερημιά του λόφου. - Ναι, είπε η Μαρίκα καθώς στάθηκε ν’ ακούσει. Μα το πουλί έπαψε με μιάς, και ήταν τώρα σα ν’ άκουσαν πιο μελαγχολική τη σιγαλιά του λόφου. Έπειτα άκουσαν τη φωνή της Ευανθίας πίσω από το λόφο. - Μαρίκα, την άκουσαν που φώναξε· μα η κυρία Κατίγκω δεν την άφησε να στρέψη πίσω, και είδαν μόνο ένα κλαδί που έπεσε στα πόδια τους. Ήταν κλαδί από ρείκι, και καθώς ο Στέφανος το πήρε να το δώσει της Μαρίκας, τα βιολετιά μικρούλια του άνθη έπαιξαν μπροστά της σα σπίθες φωτεινές. - Άνθισαν, είπε και κοίταξε κάτω την πλαγιά, αλλά δεν είδε παρά σταχτιά ξερόκλαδα που ανάμεσά τους πρασίνιζε μόνο το φόρεμα της Ευανθίας. Έπειτα απάντησαν κατσίκες που έβοσκαν, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Μαρίκα! Είχε σταθεί· και γύρισε και κοίταξε από κάτω. Κοίταζε απάνω προς τη Μαρίκα και το Στέφανο, όσο που στάθηκαν και κοίταξαν κι αυτοί. Ένιωσαν πως ήθελε να δείξει τις κατσίκες. Αλλά οι κατσίκες ήταν σκυμμένες κ’ έβοσκαν, και η Μαρίκα και ο Στέφανος είδαν μόνο τις σταχτερές τους ράχες μισοχαμένες στα σταχτιά κλαδιά. Μια μόνο με δέρμα θαμποκόκκινο, κεραμιδί, που στο σταχτή αέρα έπαιρνε τόνους κίτρινους, είχε σταθεί στο λόφο ολόρθη και κοίταζε· χωρίς να βόσκει. Μα ο Στέφανος και η Μαρίκα δεν είδαν πού κοίταζε· είδαν μόνο πως δεν κοίταζε τη θάλασσα. Γιατί όπως είχαν στρίψει στην πλαγιά, φάνηκε πάλι κάτω η θάλασσα. Ήταν θαμπή και μολυβένια, και απάνω της σερνότανε στο βάθος γκρίζα καταχνιά· οι βράχοι εμπρός της κοκκίνιζαν ωχρά, μα ίσκιους δεν έριχναν. Καθώς στάθηκαν και κοίταζαν, η Μαρίκα πρόσεξε πως πουθενά δεν έριχνε ίσκιο η θολή μέρα· και ο Στέφανος είδε πως τα μάτια της Μαρίκας ήταν χωρίς ίσκιο --- χωρίς άλλον ίσκιο από τους μαύρους κύκλους γύρω τους. Στιγμές στιγμές σα να χανόταν μάλιστα κι αυτοί στο φως που έχυνε το βλέμμα της. Αλλά το φως αυτό δεν ήταν φέγγος· ήταν ήμερο, γαληνό φως θαμπό, όμοιο με κείνο που έχυνε η συννεφιασμένη μέρα ολόγυρα. Σιγά σιγά η θολή μέρα σα να έπαιρνε και ξάνοιγε, και φως γλυκύτερο, πιο μαλακό φαινόταν πως ζητούσε ν’ απλωθεί χυμένο μια σαν από ψηλά μια σαν από τριγύρω, ο αέρας όμως έμενε πάντα θαμπός και η συννεφιά απλωμένη ασάλευτη, άφεγγη και σταχτερή. Για μια στιγμή ήταν σα να ξεγέλασε το Στέφανο μια βραδινή μελαγχολία· η Μαρίκα ορθή μπροστά του κοίταζε με τα μάτια σα χαμένα. Της έπιασε το χέρι και σα χαμένος σε όνειρο κι αυτός θέλησε μεμιάς να τη ρωτήσει: - Δεν είσαι πάλι ευτυχισμένη; Μα δεν τη ρώτησε· γιατί η Μαρίκα σα να τον μάντεψε, τον έκαμε να σταματήσει. Την είδε που είχε τα μάτια βυθισμένα κάτω στη θάλασσα και τους γιαλούς που ανοίγονταν σε σκοτεινούς κόλπους και άπλωναν σε γραμμές χαμένες θολά και αόριστα στη συννεφιά. Ήταν σα να σκοτείνιαζε, κ’ έπεφτε σιγαλά το βράδυ --- ένα βράδυ θολό και σιωπηλό που ακολουθούσε και σφράγιζε μια μέρα που πέρασε γοργά και ανώφελα κ’ έσβηνε τώρα αργά και μελαγχολικά. Αυτό τα αίσθημα είχε ο Στέφανος· μα καθώς αντίκρυσε τα μάτια της Μαρίκας, του φάνηκε πως είδε ν’ ανοίγεται μπροστά σ’ αυτά μια άλλη εικόνα --- μια εικόνα φαιδρή και φωτεινή· του φάνηκε σα να είδε να έτρεμε μπροστά τους ένα ασυννέφιαστο χλιαρό φθινόπωρο με φωτεινούς γιαλούς, με ρόδινα νερά και απαλό, χλιαρό, διάφανο αέρα. Και είδε κι ο ίδιος να φέγγη κάτω η αμμουδιά και είδε τους βράχους μενεξελείς και σαν ανάερους, και πέρα χρυσή και πορφυρή τη θάλασσα· και τη Μαρίκα ν’ ανοίγει απάνω τους τα χέρια σα φτερά. Κ’ έξαφνα σε μια άκρη κάτω χαμηλά μακριά ξεχώρισε το παλιό Χάλασμα, όμως το είδε σταχτερό και μαυρισμένο μπροστά στη σκοτισμένη θάλασσα· και είδε τη Μαρίκα που το κοίταζε κι αυτή. Αλλά τα μάτια της Μαρίκας τώρα δεν έλαμπαν και τα χέρια της δεν ήταν τεντωμένα πέρα σα φτερά για να πετάξουν· ήταν ριγμένα κάτω ακίνητα και κρέμονταν σαν κουρασμένα. Και κοίταζαν και οι δυο το Χάλασμα σα να το έβλεπαν πρώτη φορά με μάτια αλλιώτικα, με μάτια αγνώριστα, με μάτια ξένα· το κοίταζαν σα να το έβλεπαν πρώτη φορά παρατημένο μόνο κ’ έρημο στον έρημο και σκοτεινό γιαλό. Εκεί γύρισε σιγά, αργά η Μαρίκα. Και αφού τον κοίταξε: - Ξέρεις, του είπε έξαφνα, γιατί άνοιξε η γιαγιά την εκκλησία; Ο Στέφανος ταράχτηκε, σα να ένιωσε μεμιάς δυσάρεστο αίσθημα. - Γιατί η μητέρα σου φιλιώθηκε με τη δική μου, είπε ξανά η Μαρίκα, και του Στέφανου του φάνηκε πως είδε ένα χαμόγελο στα χείλη της. Κ’ ενώ ζητούσε να το εξηγήσει, η Μαρίκα πρόσθεσε σιγότερα: - Τι καλή που είναι. Και δείχνοντας στο λόφο επάνω: - Δες την πώς κάθεται. Ο Στέφανος δεν είχε προσέξει πριν, και τώρα ξαφνίστηκε όταν είδε τη γιαγιά που είχε καθίσει στο λόφο πίσω τους. - Ερχότανε μαζί μας και κουράστηκε, είπε η Μαρίκα. Και σα να είχε κουραστεί κι αυτή, έσκυψε σιγά και κάθισε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές ορθός κ’ έβλεπε τη γιαγιά που έγερνε το κεφάλι της σκυφτό, ακίνητο και τυλιγμένο στο μαύρο του μαντίλι. Έπειτα έσκυψε και κάθισε κι αυτός πλάι στη Μαρίκα. Κ’ έμειναν σιωπηλοί και οι δυο. Δεν έβλεπαν μπροστά τους άλλο από τη σταχτερή πλαγιά και πέρα τη μολυβένια θάλασσα. Η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, σα να είχαν χαθεί κάτω στη λαγκαδιά, δεν ξαναφάνηκαν. Μα έξαφνα ο Στέφανος και η Μαρίκα εκεί που κάθονταν και σώπαιναν, άκουσαν τη φωνή τους που ανέβαινε σμιχτή από βαθιά από κάτω. Τραγουδούσαν μαζί και οι δυο, κ’ έφτανε απάνω το τραγούδι τους τρεμουλιασμένο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο, προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Όταν έσβησε, η Μαρίκα είδε το Στέφανο που έσκυψε χαμηλότερα το μέτωπο. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Όταν ανέβηκαν πάλι στο λόφο η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω ήτα φαιδρές και οι δυο· και όταν γύριζαν έπειτα στο σπίτι με το αμάξι, η Ευανθία γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα. Θυμήθηκε με τη σειρά την κόκκινη μύτη του ψάλτη, το μονύελο του λοχαγού της Πρίφτη και τα πρασινοκόκκινα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Μα είδε πως δε γέλασε η κυρία Κατίγκω, και γύρισε τ’ αστείο σ’ ένα φίλο του Στέφανου χλωμό και θλιβερό, που είχαν απαντήσει στην πλατεία χτες με την κυρία Κατίγκω. - Μας λιποθύμησε. Και η Ευανθία μιμήθηκε τη σβηστή ψόφια φωνή του και μ’ ένα μορφασμό δοκίμασε να δείξει πώς κοίταζαν τα μάτια του: - Σα μυρμηγκιού· τι σιχαμένος! Τι είναι αλήθεια; - Ποιητής, της είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία σα να μην εννόησε αμέσως. Μα έπειτα: - Γι’ αυτό του κρέμονται τα πανταλόνια, γέλασε κ’ ενώ η Μαρίκα την κοίταξε έξαφνα. - Ξέρεις, γύρισε σ’ αυτή, εκεί που τον έβλεπα μπροστά μου είχα το φόβο πως θα του πέσουν. Γέλασαν όλοι και μαζί τους και η Μαρίκα. Έπειτα η Ευανθάι αστειεύθηκε μ’ ένα φόρεμα που είδε σε μια στο δρόμο, έπειτα πάλι γέλασε με τις κίτρινες γκέτες που φορούσε μια άλλη. - Πρόστυχη φαίνεται, ψιθύρισε. - Γυναίκα μαρμαρά, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα όταν περνούσαν στην πλατεία, τα μάτια της Ευανθίας πρόσεξαν με σεβασμό την τουαλέτα μιας κυρίας. - Μια τέτοια μωβ ταγιέρ θα κάνω, γύρισε και είπε της κυρίας Κατίγκως. Κ’ έπειτα έξαφνα κοιτάζοντας και τη Μαρίκα: - Τι ωραία που είναι η νέα καφέ ωλαί ζακέτα της Φιφίκας· ε, θεία Κατίγκω; Και βλέποντας και πάλι τη Μαρίκα. - Με τρεις σειρές κόκκινο κέντημα στη μέση, στο γιακά και στα μανίκια. Η Μαρίκα δε μίλησε, και η Ευανθία γύρισε έξω και ζήτησε να βρει κάτι άλλο να γελάσει. Μα όταν γύρισαν στο σπίτι, έχασε με μιας τη όρεξη· η γιαγιά δεν την άφησε να πάει με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Αγλαΐα είχε ακόμα πονοκέφαλο, κ’ έμειναν με τη Μαρίκα μόνες. Μια δυο στιγμές παρουσιάστηκε ο παππούς στην πόρτα και κοίταξε, μα δεν μπήκε μέσα· έμπαινε κ’ έβγαινε μόνο η γιαγιά. Ευανθία έστειλε το απόγευμα και πήρε το φιγουρίνι της Φιφίκας κ’ έσκυψε στο τραπέζι και το ξεφύλλιζε· η Μαρίκα έβγαλε τον παπαγάλο από το κλουβί και τον άφησε να κρύβεται τριγύρω στις γωνιές και να της φωνάζει: - Φλώρα, Φλώρα! Η Μαρίκα έκανε πως τον ζητούσε αλλού. - Φλώρα! έκραζε ο παπαγάλος πάλι και ξανακρυβόταν. Έπαιξε έτσι κάμποσο μαζί του όσο που βαρέθηκε· έπειτα κάθισε και κοίταζε έξω· κοίταζε το θολό φως που έτρεμε γύρω από τα ξερά κλαδιά της λεύκας στο παράθυρο. Εκεί η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι και δείχνοντάς της ένα σχέδιο στο φιγουρίνι: - Αυτό θα κάνω - τι λες; τη ρώτησε. - Καλό είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα αφού κοίταξε. Έπειτα, καθώς γύρισε, είδε τον παπαγάλο που είχε έρθει σιγά και κάθισε κοντά της και την κοίταζε με ακίνητα τα στρογγυλά μικρούλια μάτια του. Ένιωσε τι ήθελε, μα δε σηκώθηκε. Έμεινε κ’ έβλεπε μια αυτόν και μια το φόρεμα της Ευανθία, σα να ήθελε να βρει ποιο ήταν πιο πράσινο. Η Ευανθία είδε τον παπαγάλο που κοίταζε έτσι κωμικά, και γέλασε. - Τον πονηρό, είπε και άπλωσε το χέρι της να τον χαδέψει. Μα ο παπαγάλος τίναξε τη μύτη εμπρός και της δάγκασε το δάχτυλο. Η Ευανθία φώναξε, και καθώς τα μάτια της αντικρυστήκαν με του παπαγάλου, η Μαρίκα είδε πως και των δυο τα βλέμματα πέταξαν μια όμοια λάμψη· μια λάμψη κίτρινη. Ο παπαγάλος πήγε στο παράθυρο και στάθηκε στο ένα πόδι ορθός και κοίταζε από κει, ενώ η Μαρίκα και η Ευανθία έμεναν αμίλητες. Πίσω τους είχε έρθει σιγά η γιαγιά και στάθηκε, μα ήταν με τις παντούφλες και δεν την κατάλαβαν. Την πρόδωσε όμως ο παπαγάλος που φώναξε «γιαγιά», και η Ευανθία γύρισε και γέλασε. Μα η γιαγιά έμενε ορθή και κοίταζε, σα να μην ήξερε γιατί είχε μπει, σα να μην ήξερε τι κοίταζε. Η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι· και το έδειξε και της Μαρίκας πάλι και στάθηκαν και οι τρεις και το κοίταζαν. Αλλά σε λίγο ακούστηκε στο διάδρομο το βήμα της κυρίας Αγλαΐας, και ο παπαγάλος πρώτος μαζεύτηκε και ζάρωσε στην άκρη στο παράθυρο. Έπειτα σύρθηκε πίσω και η γιαγιά όταν την είδε δεν την περίμενε να σηκωθεί και είχε φορέσει τις παντούφλες. Περίμενε όσο που η κυρία Αγλαΐα πήγε και στάθηκε μπροστά στις γλάστρες της, και τότε έφυγε κλεφτά από την κάμαρα η γιαγιά. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε από τις γλάστρες της στην εταζέρα, έπειτα στο μπουφέ. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία, και η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι. Η κυρία Αγλαΐα το κοίταξε. Έπειτα, όταν κάθισε, το ξανακοίταξε, αλλά δεν είπε γνώμη. Θυμήθηκε μόνο την τουαλέτα της Φιφίκας. - Άμα θυμούμαι τα κίτρινα φτερά! είπε και γέλασε. Ύστερα ρώτησε για το ταξίδι της Φιφίκας. - Τι κωμωδία! είπε και ξαναγέλασε. Η Ευανθία την κοίταξε και δε μιλούσε. Μα όταν η κυρία Αγλαΐα τη ρώτησε: - Μα δε σου είπε ποιόν θα πάρει; το λοχαγό ή το νομάρχη; - Πιστεύω, το λοχαγό, απάντησε η Ευανθία κ’ έκαμε να γελάσει. Μα η κυρία Αγλαΐα δε γέλασε. - Βέβαια, ένας νομάρχης, είπε με τόνο σοβαρό. Δεν τελείωσε· εξήγησε μονάχα τι είναι ένας νομάρχης. Και διηγήθηκε όπως πάντα για τη νομαρχία. Μα ούτε η Μαρίκα ούτε η Ευανθία πρόσεχαν πολύ. Η Ευανθία δεν έδειξε πολλή διάθεση ούτε όταν ύστερα η κυρία Αγλαΐα ξαναπήρε το φιγουρίνι και κοίταζε το φόρεμα που της έδειξε πρωτύτερα. - Ναι, ναι, ψιθύριζε μόνο ή κουνούσε το κεφάλι σ’ ό,τι της έλεγε γι’ αυτό η κυρία Αγλαΐα. Σα να είχε αλλού το νου, σα να έγινε με μιας ανήσυχη. Η Μαρίκα την πρόσεξε που πήγε στο παράθυρο, που βγήκε έξω και ξαναγύρισε και ξαναβγήκε. Και μια στιγμή που έπιασε τα μάτια της που κοίταζαν στην πόρτα, γύρισε και την κοίταζε κι αυτή σα να μην ήθελε να κρύψει γιατί την κοίταζε. [Επεξεργασία] ΧΧΙΙΙ Ευανθία περίμενα άδικα· ο Στέφανος δεν πήγε. Ξεκίνησε να πάει, αλλά σταμάτησε στο δρόμο· μπροστά στη θάλασσα. Η μέρα πήρε προς το βράδυ και ξεθόλωνε, και η θάλασσα είχε γίνει κίτρινη στο μάκρος· μπροστά όμως έμενε σταχτιά, σταχτιά και μελαγχολική. Μερικά καΐκια αραγμένα με τα πανιά ριχτά φάνηκαν του Στέφανου σαν ξεχασμένα, πεταγμένα έρημα εκεί κ’ έκαναν το ακρογιάλι πιο σκοτεινό και θλιβερό. Έφυγε κείθε, μα στην πλατεία απάντησε το φίλο του ποιητή πιο θλιβερό. Δεν πρόσεξε τι του μιλούσε, πρόσεξε μόνο τα πανταλόνια του που κρέμονταν· και θυμήθηκε το αστείο της Ευανθίας, αλλά δε γέλασε. Έξαφνα είδε την κυρία Κατίγκω που περνούσε μαζί με τη Φιφίκα. Άφησε κείνον και πλησίασε αυτές. Μα η κυρία Κατίγκω μίλησε αμέσως για την Ευανθία, και η Φιφίκα ρώτησε: - Τι κάνει αλήθεια η Ευανθία; Ο Στέφανος την κοίταξε. Μόλις κρατήθηκε και δεν τη ρώτησε: τι κάνει ο λοχαγός. Ξαφνικά όμως μίλησε για τον κύριο νομάρχη. Και τις άφησε και κείνες και προχώρησε. Μα όταν πλησίασε στο σπίτι της Μαρίκας, ξανασταμάτησε σα να θυμήθηκε κάτι έξαφνα. Το σπίτι το έκρυβαν σχεδόν τα πεύκα, φαινόταν μόνο η σιδερένια πόρτα της αυλής. Στάθηκε και την κοίταζε, μα δεν πλησίασε. Προχώρησε στο δρόμο· και σε λίγο βρέθηκε πάλι μπροστά στη θάλασσα. Ήταν ακόμα σκοτεινή, το μάκρος όμως έφεγγε τώρα χρυσοκόκκινο, και ο ουρανός στην άκρη πέρα είχε βαφεί ολοπόρφυρος. Ο Στέφανος κάθισε. Βράδιαζε πάντα, και βάρκες ψαράδικες έφταναν μια μια και άραζαν στο γιαλό και κατέβαζαν τα πανιά. Ο Στέφανος κοίταζε ακίνητος. Λίγοι περίεργοι και παιδιά τριγύριζαν τις κόφες που οι ψαράδες αράδιασαν στην αμμουδιά. Έπειτα σκόρπισαν τα παιδιά· δυο τρία ήρθαν και στάθηκαν μπροστά του και τον κοίταζαν, ύστερα έκαμαν πέρα και πετούσαν πέτρες στο νερό. Έπειτα πέρασε μπροστά του μια ολόκληρη σειρά γυναίκες· οι ψαράδες γύρισαν και τις κοίταζαν καθώς πηγαίναν στη γραμμή δυο δυο, σα στρατιώτες. - Έρχονται από το βουνό· σπάζουνε πέτρες στα νταμάρια, είπε από πίσω το παιδί του καφενείου χωρίς κανείς να το ρωτήσει. Ο Στέφανος είδε που πέρασαν μπροστά του και του φάνηκε πως πρόσεξε τις τελευταίες: φορούσαν κίτρινα μαντίλια και χοντρά άσχημα παπούτσια. Έπειτα πέρασε ένας αξιωματικός καβάλα· ήταν καμπουριασμένος και φαίνονταν τα δόντια του, όμως δεν ήταν ο λοχαγός της Πρίφτη. Ο Στέφανος τον είδε πως σπιρούνισε μπροστά του το άλογο και χάθηκε. Είχαν χαθεί και τα παιδιά, και οι ψαράδες σήκωσαν τις κόφες τους. Έμεινε μπρος η θάλασσα μονάχα και τα σύννεφα, και ο Στέφανος ξεχάστηκε πάλι μπροστά στα σύννεφα. Πυκνά, γαλαζιομέλανα άπλωναν γύρω στην κοκκινάδα του ουρανού σε αόριστες μορφές και σχήματα, και άλλαζαν, έφευγαν και χάνονταν σαν τους ψαράδες, τα παιδιά και τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα και χάθηκαν. Ο Στέφανος ξεχάστηκε, σα να μην ήθελε να δει· και όμως είδε κει ψηλά πώς ένα σύννεφο αραίωνε αγάλι αγάλι κ’ έπαιρνε μορφή· άλλαζε χρώμα, σχήμα, γινότανε σταχτί έπειτα βιολέτινο, έπειτα μενεξεδένιο, γινότανε πουλί μεγάλο με απλωτά φτερούγια έπειτα έμενε ακίνητο σαν ήσυχο ροδόχρυσο βουνάκι στην ακρογιαλιά, όσο που έγινε πάλι μακρύ καράβι και κίνησε ν’ ανοίξει τα πανιά, να φύγει και να χαθεί μέσα στην κοκκινάδα σα μέσα σε πυρωμένο πέλαγο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια· δεν ήθελε να δει. Δεν ήθελε να δει, όπως δεν ήθελε να θυμηθεί. Και θυμήθηκε τις τελευταίες από τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα μπροστά του· θυμήθηκε πως ήταν νέες και πως φορούσαν άσχημα χοντρά παπούτσια. Έπειτα όμως θυμήθηκε με μιας ό, τι δεν ήθελε να θυμηθεί, ό, τι θυμήθηκε πρωτύτερα όταν σταμάτησε απέναντι στην πόρτα με την ξερή γαζία μπροστά. Είχε συρθεί ως εκεί σα να μην ένιωθε πώς σύρθηκε. Μα όταν είδε ξαφνικά την πόρτα θυμήθηκε με μιας κ’ έφυγε αμέσως, όπως έφυγε αμέσως και το μεσημέρι από το σπίτι, που μόλις μπήκε μέσα, τον πλησίασε σιγά η κυρία Κατίγκω και πιάνοντας τον ώμο του: - Την κράτησε η γιαγιά, του είπε μελαγχολικά. Ο Στέφανος έκαμε αμέσως κίνημα. Έπειτα του είπε πάλι σιγαλά η κυρία Κατίγκω: - Είδες πώς ήταν σήμερα η Μαρίκα; Ο Στέφανος μ’ ένα άλλο κίνημα την κάρφωσε στη θέση της. Τον ένιωσε και σώπασε. Σώπασε φοβισμένη και ο Στέφανος έφυγε ευθύς. Μα έπειτα που την ξαναβρήκε στην πλατεία με τη Φιφίκα, η πρώτη λέξη της ήταν η ίδια πάλι. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως είπε της Φιφίκας για τον κύριο νομάρχη, και τώρα του φάνηκε σα να μετάνιωσε γιατί το είπε. Δεν του άρεσε· δεν ήθελε να μετανιώσει - δεν ήθελε να θυμηθεί. Κοίταξε μπρος του. Του είχε φανεί πως ξαναήρθαν εκεί πάλι τα παιδιά. Δεν ήταν τα παιδιά, ήταν στη διπλανή ταβέρνα που ψιθύριζαν σιγαλές φωνές. Έπειτα ήρθαν δυο ψαράδες και στάθηκαν κοντά του ορθοί κ’ έβλεπαν πέρα· η θάλασσα ήταν τώρα κίτρινη βαθιά, μα ο ουρανός στο βάθος έμενε πάντα πορφυρός σαν πύρινος, σα ματωμένος. - Θα έχομε αέρα, του είπε σιγά απλώνοντας το χέρι πέρα ο ένας ψαράς. Ο άλλος δε μίλησε, μα ο Στέφανος είδε πως πήγαν και οι δυο κ’ έσερναν τις βάρκες τους στην αμμουδιά. Τους κοίταζε· κ’ έπειτα κοίταξε πάλι τα σύννεφα. Είχαν αρχίσει και άλλα σκόρπιζαν ψηλά, άλλα έλειωναν πνιγμένα στο φλογισμένο βάθος. Μα έξαφνα ένα από αυτά, ένα πυκνό, βαρύ, μεγάλο πριν να σβήσει πήρε παράξενη μορφή σαν άλογο, σαν άτι μαύρο που χίμιζε με το κορμί του ορθό στην πορφυρή, στην αιματένια θάλασσα. Ο Στέφανος σηκώθηκε· μα πριν στρίψει και ν’ αφήσει πίσω του τη θάλασσα, το ματωμένο βάθος του ουρανού είχε αχνίσει· έγινε κίτρινο και κείνο σαν τη θάλασσα. Σιγά σιγά έπειτα από λίγο μονάχα μια θολή ωχροκίτρινη χλωμάδα έτρεμε ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. Και ο Στέφανος καθώς της έριξε στερνή ματιά ενώ γύριζε στην πόλη, αισθάνθηκε πως ανατρίχιασε. Το βράδυ βρήκε πάλι την κυρία Κατίγκω μελαγχολική. - Δεν την άφησε πάλι η νονά, του είπε και τον κοίταξε. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Δεν πήγες; τον ρώτησε ύστερα από λίγο. - Σε περίμενε, ξαναψιθύρισε, μα αμέσως πρόσθεσε: - Η Μαρίκα. Τον είδε όμως που γύρισε τα μάτια αλλού, και σώπασε κι αυτή. Μα υστερότερα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Αλήθεια, Στέφανε, είπε ξανά, τι ήταν εκείνο που είπες της Φιφίκας; Και ο Στέφανος γυρίζοντας σα να θυμήθηκε: - Τι είπα; ρώτησε. - Για το νομάρχη. - Α ναι, για το νομάρχη. Και ο Στέφανος την κοίταξε: - Αστεία --- αστεία. Μα έπειτα γέλασε έξαφνα, γέλασε περίεργα. Και πλησιάζοντας την κυρία Κατίγκω: - Γι’ άκου, μητέρα, της είπε σιγαλά, τι λες, ο κύριος νομάρχης δε θα ήτανε καλός για τη …. ; Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω άνοιξε τα μάτια και περίμενε: - … την Ευανθία, συμπλήρωσε με μιάς ο Στέφανος. Η κυρία Κατίγκω έμεινε με ανοιχτά τα μάτια. Έμεινε μια στιγμή, έπειτα βγήκε άφωνη έξω. Ο στέφανος την κοίτ
Ο Στέφανος-Κωνσταντίνος (Ντίνος) Θεοτόκης, γεννήθηκε, στην οικία που διατηρούσε η οικογένεια του στην πόλη της Κέρκυρας, στις 13 Μαρτίου 1872. Ήταν ένα από τα δέκα παιδιά του Μάρκου-Αλοΰσιου Θεοτόκη και της Αγγελικής Πολυλά, ανεψιάς του Ιακώβου Πολυλά. Σε ηλικία 17 ετών, το 1889, γνώστης ήδη τριών ξένων γλωσσών (της ιταλικής, της γαλλικής και της γερμανικής), αναχώρησε για το Παρίσι και εγγράφηκε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Παραμένει στο Παρίσι για δύο χρόνια και στη συνέχεια επιστρέφει στην Κέρκυρα μέσω Βενετίας, όπου γνωρίζει την Βαρώνη Ερνεστίνη Μάλλοβετς φον Μάλλοβιτς ουντ Κοσορ (Mallowetz von Mallowitz und Kossor). Το 1893 επιστρέφει στην Βενετία και παντρεύεται την Ερνεστίνη στις 11 Σεπτεμβρίου 1893 στην Πράγα. Εγκαταλείπει τις σπουδές του και μαζί με τη σύζυγό του επιστρέφουν στην Κέρκυρα και εγκαθίστανται στους Καρουσάδες. Το 1895, εκδίδεται στα γαλλικά το πρώτο πεζογράφημά του Vie de montagne, από το οποίο φάνηκε η ιδιαίτερη συγγραφική του κλίση, ενώ παράλληλα γεννιέται η κόρη του Τίνα (Τίνερλ - Tinerl). Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης επηρεάστηκε αρχικά από τη γερμανική ιδεοκρατία και ιδιαίτερα από τον Νίτσε. Τρανή απόδειξη Το Πάθος (1899), που αποτελεί πιστή απήχηση του Τάδε έφη Ζαρατούστρας (1883-4). Την εποχή αυτή ζει μία αρχικά ήρεμη ζωή στους Καρουσάδες, την οποία εκτός από τα βιβλία του και το συγγραφικό του έργο, τη θερμαίνει η φιλία του με τον Μαβίλη. Μαζί συμμετέχουν σε εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες (όπως η επανάσταση της Κρήτης το 1896 και της Θεσσαλίας το 1897) και σε τοπικές πρωτοβουλίες, (εναντίον της απόφασης του δήμου της Κέρκυρας για την εγκατάσταση ρουλέτας στο νησί, το 1902). Το 1898, βρίσκεται στο Γκράτς όπου παρακολουθεί για διάστημα έξι μηνών πανεπιστημιακά μαθήματα. Στο ταξίδι αυτό συνοδεύεται από την οικογένεια του. Το 1900 χάνει την κόρη από μηνιγγίτιδα και αφοσιώνεται στο έργο του. Συμμετέχει στην Συντροφιά των Εννέα και σχεδιάζει την οργάνωση ενός συνεδρίου δημοτικιστών στην Κέρκυρα με την παρουσία του Αλέξ. Πάλλη (1905). Παράλληλα, μεταφράζει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, και από τα σανσκριτικά Βέδες και αποσπάσματα επών απ’ την ινδική λογοτεχνία και δημοσιεύει σχετικές του μεταφράσεις και τα πρώτα του πεζά στα περιοδικά της εποχής (Η τέχνη 1898-1916, Ο Διόνυσος 1901-1902, Ο Νουμάς 1904-1916). Ταξιδεύει για επιμόρφωση και πάλι στην Ευρώπη, παρακολουθώντας με την ιδιότητα του ακροατή για τέσσερα εξάμηνα μαθήματα στο πανεπιστήμιο του Μονάχου (1907- 1909). Επιστρέφοντας, συνδέεται με τον Χατζόπουλο με τον οποίο αλληλογραφεί ανταλλάσσοντας ιδέες, ενώ το 1911 ψυχραίνεται με τον Μαβίλη για ιδεολογικούς λόγους. Συμμετείχε στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού ομίλου και του Αλληλοβοηθητικού εργατικού συνδέσμου Κερκύρας (1910-1914), ενώ παράλληλα υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του κινήματος για την χειραφέτηση των γυναικών. Η εποχή αυτή είναι η πλέον παραγωγική και δραστήρια περίοδος του Κ. Θεοτόκη. Γνώστης πλέον δέκα γλωσσών πέραν των Ελληνικών, πέντε ομιλουμένων (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά) και πέντε νεκρών (αρχαία Ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, αρχαία περσικά και σανσκριτικά) εκδίδει μεταφράσεις και δικά του αυτοτελή έργα στην Κέρκυρα (Η τιμή και το χρήμα, Η Σακούνταλα του Καλιδάσα), στην Τυβίγγη (Τα Γεωργικά του Βιργιλίου) και στην Αλεξάνδρεια (Το Νάλας και Νταμαγιάντη από το ινδικό έπος Μαχαμπαράτα, σε μετάφραση Λ. Μαβίλη και συμπλήρωση δική του). Έχει πλέον εγκατασταθεί από το 1914 στην πόλη της Κέρκυρας. Το μεταφραστικό του έργο δεν περιορίζεται σε μεταφράσεις από τα σανσκριτικά και τα λατινικά αλλά εμπλουτίζεται με μεταφράσεις από ποιήματα του Σαίξπηρ (Οθέλλος, Τρικυμία, Μακβέθ), του φιλοσοφικού ποιήματος του Λουκρητίου Περί Φύσεως και έργων αρχαίων ελλήνων συγγραφέων. Τότε καταστρώνεται, στις δύο αρχικές μορφές του και το μυθιστόρημα Οι σκλάβοι στα δεσμά τους και ολοκληρώνεται η Ιστορία της ινδικής λογοτεχνίας. Το 1917 μετακομίζει στην Αθήνα, όπου του προσφέρεται η θέση του διευθυντού Λογοκρισίας από την οποία και παραιτείται μετά από δύο μέρες (1917). Διορίζεται προσωρινά ως έκτακτος υπάλληλος στην «Υπηρεσία Ξένων και Εκθέσεων» και οριστικά στην Εθνική Βιβλιοθήκη, αρχικά ως γραμματέας και έπειτα προάγεται σε τμηματάρχη β' τάξεως (1918). Την περίοδο αυτή έρχονται στο φως τα δοκιμότερα πεζά έργα του (Κατάδικος, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους) και μεταφράσεις του όπως από τον Γκαίτε (Ερμάννος και Δωροθέα), από τον Σαίξπηρ (Άμλετ, Βασιληάς Λήρ), από τον Φλωμπέρ (Η κυρία Μποβαρύ, δύο τόμοι) και από τον Russel (Τα προβλήματα της Φιλοσοφίας). Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου πολέμου και την πτώση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας η γυναίκα του Ερνεστίνη χάνει όλη της την περιουσία, την οποία είχε κληρονομήσει μετά τον θάνατο των άκληρων αδελφών της, δηλαδή στο διάστημα 1903-1914 μετά τον γάμο της με τον συγγραφέα. Προσβεβλημένος από την επάρατη νόσο (1922) συνεχίζει το συγγραφικό του έργο με το πεζό: «Ο παπά Ιορδάνης Περίχαρος και η ενορία του». Πρόλαβε να γράψει τις πρώτες τριάντα σελίδες. Πέθανε στο σπίτι του ζωγράφου Άγγελου Γυαλινά, στην Κέρκυρα, την 1η Ιουλίου 1923 αφήνοντας το μερίδιό του από την πατρική του περιουσία στη σύζυγό του Ερνεστίνη.
Εμμανουήλ Ροΐδης Ιστορία ενός τουφεκισμού Αφίνοντες άθικτον το πολύπλοκον ζήτημα της ανάγκης της θανατικής ποινής, τούτο μόνον αρκούμεθα περί των τελευταίων αθρόων καρατομήσεων να παρατηρήσωμεν, ότι προς επιτυχίαν του κυριωτάτου αυτής σκοπού, ήτοι της εκφοβίσεως των υποψηφίων φονέων, εθεωρήθησαν πανταχού και πάντοτε δύο τινά ως απαραίτητα: Η εφαρμογή της φοβεράς ποινής, εφ' όσον είναι ακόμη νωπή η εκ του κακουργήματος εντύπωσις, και η εκτέλεσις αυτής εις τον τόπον όπου τούτο διεπράχθη. Την αγγελίαν της απορρίψεως της αναιρέσεως και της αιτήσεως χάριτος κομίζει εν Γαλλία εις τον κατάδικον αυτός ο ιερεύς ο επιφορτισμένος να τον εξομολογήση, ακολουθούμενος παρά πόδας υπό του δημίου. Μεταξύ του φόνου του αρχιεπισκόπου των Παρισίων και της καρατομήσεως του φονέως εμεσολάβησαν ένδεκα μόνον ημέραι, εντός των οποίων ανεκρίθη, εδικάσθη, κατεδικάσθη και απεκεφαλίσθη. Η τοιαύτη σπουδή ήτο αληθώς κάπως έκτακτος, αλλά και ο συνήθης μέσος όρος του μεταξύ της καταδίκης και της εκτελέσεως αυτής χρόνου σπανίως υπερβαίνει τας δυο εβδομάδας, ως δύναταί τις να πεισθή αναπολών εις την μνήμην του τα κατά την καρατόμησιν του Λαπομμερί, του Τρόμπαν, του Δεβιέζ, του Πράδον, του Πραντζίνη και των άλλων ονομαστών κακούργων. Και εφ' όσον μεν η υπόθεσις ευρίσκεται εκκρεμής προ του ακυρωτικού, ο κατάδικος δύναται ευλόγως να ελπίζει· άμα δε ουδέν έχει πλέον να ελπίση, η απελπισία του δεν παρατείνεται πέραν της ημισείας ώρας, όση δηλ. απαιτείται δια να ενδυθή, εξομολογηθή και να μεταβή εκεί όπου επήχθη η λαιμητόμος. Ούτω γίνεται και εις την Αυστρίαν, την Ιταλίαν, την Αγγλίαν και την Γερμανίαν με μόνην την διαφοράν ότι εις τα δύο τελευταία κράτη είναι ακόμη βραχύτεραι αι προθεσμίαι. Η εντός ωρισμένου και ουχί μακρού χρόνου εκτέλεσις της θανατικής αποφάσεως εθεωρήθη πανταχού επιβαλλομένη, όχι μόνον προς επιτυχίαν του σκοπού της ποινής αλλά και υπό του οφειλομένου εις τον μέλλοντα να την υπομείνη ανθρωπίνου οίκτου. Εις τί τω όντι δύναται να χρησιμεύση η παράτασις της αγωνίας του ουδέν πλέον δικαιουμένου να ελπίζη; Τα ανωτέρω, τα απανταχού ισχύοντα, φαίνονται τόσον αναμφισβητήτως δίκαια, φιλάνθρωπα και ορθά, ώστε άλυτον αίνιγμα απομένει πώς μόνον αι ελληνικαί κυβερνήσεις κατώρθωσαν να προτιμήσωσι τα ακριβώς ενάντια. Η μετά πάροδον ολοκλήρων ετών θανάτωσις του φονέως άγει αυτούς εκείνους τους εν αρχή μετ' αδημονίας ερωτώντας “διατί δεν κόπτουν το θηρίον”, να ερωτώσι “διατί σφάζεται ο άνθρωπος”, αφού λησμονηθή το έγκλημά του. Ο πριν και παρ' ημίν συνήθης εν αυτώ τω τόπω όπου διεπράχθη το κακούργημα αγνισμός αυτού δια του αίματος του επί μακρόν χρόνον μαστίσαντος την επαρχίαν γνωστού εις πάντας κακούργου, ήτο βεβαίως πολύ σωφρονιστικώτερος της σφαγής εις άλλον τόπον αγνώστου εις τους παρισταμένους καταδίκου. Και τούτο όμως εθεωρήθη εσχάτως ως επουσιώδες και πολύ απραγμονέστερον να ιδρυθή έν κεντρικόν σφαγείον. Εκείνο το οποίον δεν υπήρξε δυνατόν να κατορθωθή εις τας Αθήνας δια την σφαγήν των ζώων, κατωρθώθη εις το Ναύπλιον δια την σφαγήν ανθρώπων. Τας πριν περιοδείας της λαιμητόμου διεδέχθησαν αι περιοδικαί αθρόων καταδίκων σφαγαί. Απίστευτον φαίνεται αλλά και ακριβέστατον είναι ότι διατηρούνται παρ' ημίν κεντρικαί αποθήκαι καταδίκων εκ των οποίων εξάγεται ανά διετίαν ή τριετίαν δεκαπεντάς ανθρώπων δια να σφαγή. Η διαλογή των θυμάτων, αγνοούμεν αν κατά κλήρον ή κατ' άλλον τρόπον γίνεται μεταξύ τριπλασίου, τετραπλασίου ή και δεκαπλασίου αριθμού συγκαταδίκων εις την αυτήν ποινήν. Οι κατάδικοι τω όντι εις θάνατον αποτελούσι παρ' ημίν ιδιαιτέραν και ικανώς πολυάριθμον τάξιν καταδίκων, τελείως άγνωστον εις πάσαν άλλην χώραν, δια τον λόγον ότι πανταχού ο καταδικασθείς εις θάνατον ή θανατώνεται ή αξιούμενος χάριτος μεταβάλλεται εντός τακτής προθεσμίας από καταδίκου εις θάνατον εις κατάδικον εις δεσμά ή εις άλλην οιανδήποτε ποινήν. Μόνον εν Ελλάδι ημπορεί να πολυχρονήση υπό την ιδιότητα καταδίκου εις θάνατον, δυνάμενος μεν ν' αποθάνη και εκ γεροντικού μαρασμού, αλλά και δεκτικός καρατομήσεως από μιας εις άλλην ημέραν, χωρίς να ηξεύρη διατί. Όπως το ξίφος επί της κεφαλής του Δαμοκλέους, ούτω επικρέμαται ισοβίως και επί της ιδικής του η κοπίς της λαιμητόμου. Πάντα ταύτα φαίνονται τόσον άτοπα, αλλόκοτα, απάνθρωπα και βδελυρά, ώστε εκλίνομεν επί πολύν χρόνον να πιστεύσωμεν, ότι υπήρχον ίσως ιδιαίτεροί τινες ιστορικοί, διοικητικοί, πολιτικοί ή άλλοι άγνωστοι εις ημάς λόγοι, επιβάλλοντες τας τοιαύτας εκτροπάς από της απανταχού κρατούσης συνηθείας. Τους λόγους τούτους εζητήσαμεν πλειστάκις να πληροφορηθώμεν ερωτώντες δικαστάς, εισαγγελείς, τμηματάρχας, υπουργούς και όσους άλλους ηδυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως αρμοδίους να φωτίσωσιν ημάς περί τούτου. Αι απαντήσεις όμως αυτών ημιλλώντο κατά την ποικιλίαν προς τα χρώματα της Ίριδος ή της στολής του Αρλεκίνου. Εκ των αντιφάσεων αυτών ουδέν άλλο ηδυνήθημεν να συμπεράνωμεν παρά μόνον ότι ουδ' αυτοί εκαλογνώριζαν, διατί πρέπει η Ελλάς ν' αποτελή μοναδικήν εξαίρεσιν της απανταχού επικρατούσης τάξεως και σοβαρότητος περί την διαχείρισιν του απονεμομένου εις το Κράτος φοβερού δικαιώματος του φονεύειν. Το μόνον βέβαιον είναι ότι δια της μακράς συνηθείας κατήντησαν τα παρ' ημίν διαπραττόμενα ασυνείθιστα να χάσωσι την φρικαλέαν αυτών πρωτοτυπίαν. Ο τύπος γράφει εκάστοτε περί τούτων, απλώς δια τον τύπον, ολίγας τινάς γραμμάς ουδεμιάς αξιουμένας απαντήσεως παρά των υπευθύνων, και τα πράγματα εξακολουθούσι να διανύωσι την τακτικήν ή μάλλον την άτακτον αυτών τροχιάν. Ως δεν κατώρθωσαν οι αστρονόμοι να εξηγήσωσι διατί, ενώ πάντες οι λοιποί πλανήται στρέφονται περί εαυτούς από δυσμών προς ανατολάς, μόνος ο πλανήτης Ουρανός στρέφεται απ' ανατολών προς δυσμάς, ούτως αδύνατον φαίνεται ν' ανευρεθή και ο λόγος δια τον οποίον ουδέν πρέπει να γίνεται εις την Ελλάδα, όπως εις πάντα τα λοιπά κράτη, τα έχοντα την αξίωσιν να λέγωνται πολιτισμένα. Και όχι μόνο αδύνατος είναι η ανεύρεσις του λόγου, αλλά και η αναζήτησις αυτού φαίνεται μετέχουσα του γελοίου. Ο ερωτών λ.χ. διατί είναι παρ' ημίν δεκαπλάσιος του αλλαχού των φόνων και των αναιρέσεων ο αριθμός· διατί την ποινήν της φυλακίσεως αντικαθιστά εις τα εγκλήματα του τύπου η της προφυλακίσεως· διατί εξ όλων των κρατών του Αίμου μόνη η Ελλάς δεν πρέπει να έχη στρατόν· διατί δεν καταδιώκονται οι κλέπτοντες τας δικογραφίας εκ του γραφείου της Βουλής· διατί μεταβάλλονται εις κοπρώνας τα αρχαία μνημεία, διατί αντί του κ. Τσούντα διδάσκει ο κ. Οικονόμου την αρχαιολογίαν, ή πώς συμβαίνει να θεωρή ο κ. Δηλιγιάννης επιλήψιμον την εξύβρισιν του Βασιλέως, κινδυνεύει να κατηγορηθή ως καθ' υπερβολήν απλοϊκός, ως αναζητητής ψύλλων εις τ' άχυρα, ως κοπανιστής αέρος, αν όχι και ως ιδιότροπος, δύστροπος, παράξενος, ασυμβίβαστος και ανάξιος να συγκαταλέγεται μεταξύ των εξύπνων Ρωμηών. Ο τίτλος διορθωτού του ρωμέικου κατήντησε ν' αμιλλάται κατά την γελοιότητα προς τον του τετραγωνισμού του κύκλου. Τούτον φοβούμενοι περιωρίσθημεν από ικανών ήδη ετών να λέγωμεν εις τους αναγνώστας μας παραμύθια περί γάτων, σκύλων, αλόγων, βοών και Συριανών συζύγων. Σήμερον όμως προτιμώμεν κατ' εξαίρεσιν να διηγηθώμεν εις αυτούς μίαν αληθεστάτην ιστορίαν, ήτις έχει το πλεονέκτημα να ομοιάζη παραμύθι και πλην αυτού να συνδέεται στενώς με το μέγα ζήτημα της θανατικής ποινής. Ως πάντες γνωρίζουσι, το εκτάκτως φοβερόν της ποινής αυτής έγκειται εις τας προηγουμένας της εκτελέσεως αγωνιώδεις ώρας του καταδίκου. Ενώ τον εφορμώντα κατ' εχθρικού προμαχώνος στρατιώτην ή τον πνέοντα τα λοίσθια ασθενή υποστηρίζει μέχρι τελευταίας πνοής η ελπίς ότι ενδέχεται να σωθώσιν, εις μόνον τον κατάδικον επιβάλλεται ν' αντικρύση την απόλυτον βεβαιότητα της επικειμένης αυτού εκμηδενίσεως. Αν ήτο δυνατόν ν' απαλλαχθή του φοβερού τούτου αντικρυσμού, θα εστερούντο του κυριωτάτου αυτών επιχειρήματος οι εξεγειρόμενοι κατά της θανατικής ποινής, ως ελπίζομεν να πεισθώσιν οι αναγνώσται της κατωτέρω αψευδούς διηγήσεως. Η ουσία της ιστορίας ταύτης παρέμενεν ως συγκεχυμένον και αδέσποτον παιδικόν άκουσμα εις γωνίαν τινά της μνήμης μας, ότε έτυχε να την ακούσωμεν επιβεβαιουμένην και συμπληρουμένην εν αυτώ τω τόπω όπου συνέβη παρ' αυτού του ανεψιού του ήρωος αυτής. Περιηγούμενοι κατά τον χειμώνα του 187... την Σικελίαν και διατρίβοντες από τινων ημερών εις την Μεσσίναν, έτυχεν εσπέραν τινά να ζητήσωμεν άσυλον κατ' αιφνιδίας καταιγίδος εις το πλησιόχωρον ελληνικόν προξενείον. Πλην του κ. προξένου, παλαιού ημών φίλου, εύρομεν εις την αίθουσαν έν ανδρόγυνον, το οποίον μας επαρουσίασε μειδιών μετά τινος ειρωνείας, ως τον πανοσιώτατον καπουκίνον Δομένικον Λαμαδόρον, ήτοι Κυριακούλην Χρυσοσπάθην και την... κυρίαν του. Τούτο δεν ήτο αστειότης. Μετά την κατάκτησιν τω όντι της Ρώμης υπό των Ιταλών και την επικράτησιν των προοδευτικών ιδεών πολλοί Σικελοί καλόγεροι εθεώρησαν πρέπον ν' αποτινάξωσι την κουκούλαν και να νυμφευθώσιν. Έν μόνον βλέμμα επί του ξερασωθέντος ήρκεσε να με πείση ότι έκαμε κάλλιστα να λάβη γυναίκα. Επί ώμων Άτλαντος και λαιμού ταύρου έφερε κεφαλήν, της οποίας αδύνατον ήτο να μη θαυμάση τις την ανθηράν όψιν, την πυκνήν τρίχα, τας ικανάς να χρησιμεύσωσιν ως ρόπαλον εις τον Σαμψώνα σιαγόνας, τα κατακόκκινα χονδρά χείλη και το μακάριον μειδίαμα, το αποκαλύπτον οδόντας ιπποποτάμου. Το μάσημα και τα φιλήματα του πανοσιωτάτου πρέπει να ηκούοντο εις απόστασιν πεντήκοντα τουλάχιστον βημάτων. Ο κ. πρόξενος και εγώ ωμοιάζαμεν πίθηκον παραβαλλόμενοι προς αυτόν. Ουδ' ήτο δυνατόν ν' ανεύρη γυναίκα αξιωτέραν της ιδικής του να εντρυφήση εις τα τοιαύτα αυτού προσόντα. Οι μαύροι οφθαλμοί της εφλογοβόλουν και η κοκκινόξανθος κόμη της έλαμπεν ως χαλκίνη περικεφαλαία. Δεν ήτο όσον εκείνος χονδρή, αλλ' υψηλή, εύσωμος και εύμορφη απ' επάνω έως κάτω. Λέγω δε απ' επάνω έως κάτω ουχί κατά τύχην, αλλά διότι είχεν ανυψώσει ολίγον το φόρεμά της δια να ξηράνη εις την εστίαν τα υποδήματά της, τα κάθυγρα εκ της αιφνιδίας πλημμύρας. Ουδέποτε έτυχε να ζηλεύσω τόσον πολύ εις άλλον άνθρωπον το πλάτος των ώμων του, τους οδόντας του, το πολύ αίμα του, την ευρωστίαν του και την γυναίκα του. Μετ' ολίγον μ' έκαμε να ζηλεύσω και άλλο αυτού προτέρημα, την ευθυμίαν και την κωμικήν δύναμιν, την οποίαν κατώρθωνε να μεταδίδη και εις τα πενθιμώτατα θέματα ομιλίας. Κατά τας ημέρας εκείνας περί ουδενός άλλου εγίνετο λόγος παρά περί της προσφάτου καρατομήσεως του ληστάρχου Ταρτάλια, όστις, αφού εδόξασε την Σικελικήν κλεφτουργιάν, τρέψας πολλάκις εις φυγήν τους καραβινιέρους, είχε δειλιάσει προ του δημίου. ― Αν ήμην εγώ πνευματικός του, είπεν ο προκαλόγηρος, θα κατώρθωνα να τον κάμω ν' αποθάνη παληκαρίσια, με την εφεύρεσιν του μακαρίτου θείου μου Πάτερ Βαρνάβα. Είναι η μόνη ικανή να κάμη και τον δειλότερον κατάδικον ν' αντικρύση χωρίς φόβον την φούρκαν ή την καρμανιόλαν. ― Και εις τί συνίσταται αυτή η εφεύρεσις; ηρώτησα μετά περιεργείας. ― Εις το να μη πιστεύση ο κατάδικος ότι πρόκειται να τον κόψουν ή να τον κρεμάσουν. ― Τούτο, παρετήρησα, φαίνεται κάπως δύσκολον, όταν έχη έμπροσθέν του την μηχανήν και αφού του υπεσχέθη τον παράδεισον ο παπάς. ― Και τίς η ανάγκη, απήντησε, να του υποσχεθή ο παπάς τον παράδεισον και όχι άλλο τι καλλίτερον; ― Αλλά τί καλύτερον από τον παράδεισον ημπορεί να υποσχεθή εις άνθρωπον αγόμενον εις την λαιμητόμον; ― Ημπορεί να του υποσχεθή ότι έχει ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια πριν μεταβή εις τας αιωνίους μονάς. ― Δεν σας εννοώ. ― Πώς δεν με εννοείτε; Δεν προτιμάτε και σεις τα μακαρόνια της γης από τα ωσαννά και τα αλληλούια του ουρανού, ή μήπως δεν προτιμάτε από τους άλλους αγγέλους τας ζωντανάς γυναίκας, όταν μάλιστα ομοιάζουν με την ιδικήν μου και στεγνώνουν τας κνήμας των εις την φωτιάν; Αν μου ειπήτε όχι, δεν θα σας πιστεύσω, διότι την τρώγετε με τα μάτια απ' επάνω έως κάτω, και κάμνετε πολύ καλά, επρόσθεσε μειδιών, διότι αξίζει τον κόπον, κ' εγώ δεν ζηλεύω. Δια να μη φανή παράδοξον το τοιούτον είδος ομιλίας, δεν είναι περιττόν να προσθέσω ότι υπερέβαινε τότε παν όριον των ξερασωμένων καλογήρων η αδιαντροπία και η επίδειξις ασεβείας, ως να ήθελον ν' αποζημιωθώσι δια την πρώην επιβαλλομένην εις αυτούς υπό του επαγγέλματός των συστολήν και υποκρισίαν. Ταύτα όμως δεν εξήγουν και πώς ηδύνατο ο πνευματικός να υποσχεθή εις κατάδικον πολλά έτη και φαγοπότια αντικρύ της λαιμητόμου. Την εύλογον ταύτην απορίαν μου ηυδόκησεν επί τέλους να λύση ο Χρυσοσπάθης διηγούμενος τα εξής: ― Γνωρίζετε βέβαια ότι πριν γείνει μία η Ιταλία, η νήσος μας ήτο παράρτημα του βασιλείου της Νεαπόλεως και ότι εμίσουν οι Σικελοί τους Νεαπολίτας όσον οι Πολωνοί τους Μοσχοβίτας. Και όχι μόνον τους απεστρέφοντο ως αλλοφύλους και τυράννους, αλλά και τους επεριφρόνουν ως ανάνδρους. Κατά την εποχήν λοιπόν όπου το μίσος κατά της Νεαπόλεως ευρίσκετο εις την ακμήν του, ολίγους μήνας μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1848 και τον βομβαρδισμόν της Μεσσίνας, Ναπολιτάνος στρατιώτης της φρουράς του Παλέρμου ονομαζόμενος Σάνδρος έτυχε να μαχαιρώση δι' ερωτικούς λόγους τον λοχίαν του και να καταδικασθή εις θάνατον υπό του στρατοδικείου. Η εκτέλεσις όμως της αποφάσεως επρόσκοπτε κατά της εξής σπουδαίας δυσχερείας, την οποίαν είχαν λησμονήσει να λάβουν υπ' όψιν των οι στρατοδίκαι· ότι την κακήν ιδέαν των Σικελών περί της ανδρείας των στρατιωτών του βασιλέως Φερδινάνδου θα επεκύρωνε και θα εκορύφωνεν η κατά την ημέραν της εκτελέσεως δειλία του καταδίκου. Η αλήθεια είναι ότι ο Ναπολιτάνος δύναται να φανή ανδρείος μόνον όταν είναι θυμωμένος ή μεθυσμένος, όχι όμως και ν' αντικρύση τον θάνατον με ψυχραιμίαν. Την ανησυχίαν ταύτην ηύξανεν η συμπεριφορά του καταδικασθέντος, όστις δεν έπαυε να κλαίη και να οδύρεται εις την φυλακήν του. Βέβαιον λοιπόν εφαίνετο ότι θα κατήσχυνε τον στρατόν της κατοχής αποθνήσκων ανάνδρως. Τούτο όμως ήτο τόσον ασύμφορον την επιούσαν καταστολής επαναστάσεως και την παραμονήν ίσως εκρήξεως άλλης, ώστε οι προϊστάμενοι αυτού εθεώρησαν πρέπον να γράψωσιν εις Νεάπολιν ζητούντες την μετατροπήν εις δεσμά της θανατικής ποινής. Ο βασιλεύς ήτο εύσπλαχνος και ηρέσκετο ν' απονέμη χάριν, επ' αυτού μάλιστα του ικριώματος της αγχόνης, εις πολιτικούς και άλλους καταδίκους, ουδέποτε όμως εχαρίτωσεν εγκληματήσαντα στρατιώτην, θεωρών τούτο ως επιζήμιον εις την πειθαρχίαν. Αντί λοιπόν της ζητηθείσης χάριτος έφθασε μετά τρεις ημέρας εκ Νεαπόλεως η διαταγή να εκτελεσθή η απόφασις ανυπερθέτως. Κατά το διάστημα τούτο είχε κορυφωθή η ανυπομονησία των κατοίκων του Παλέρμου να ίδωσι Ναπολιτάνον στρατιώτην λιποψυχούντα προ του θανάτου, τον οποίον είχον υπομείνει πρό τινων εβδομάδων τόσον ηρωικώς οι Σικελοί πατριώται οι καταδικασθέντες υπό των εκτάκτων δικαστηρίων. Η πεποίθησις των Πανορμιτών επί την ανανδρίαν του καταδίκου ήτο τοιούτη, ώστε δεν εδίσταζαν να στοιχηματίζωσι δέκα τάληρα αντί ενός ότι θα ελιποθύμει επί του τόπου της εκτελέσεως. Ταύτα ήτο επόμενον ν' αυξήσωσιν έτι μάλλον την αμηχανίαν των αρχών. Ο διοικητής συνεκάλει αλλεπάλληλα συμβούλια προς εύρεσιν ενός οιουδήποτε τρόπου προφυλάξεως του στρατού από της επικειμένης δυσφημίας, κατά τα οποία πολλαί και ποικίλαι επροτείνοντο γνώμαι. Οι μεν ήθελον να μεθυσθή ο κατάδικος δι' οίνου της Μαρσάλας ανακατωμένου με ρακήν, πριν οδηγηθή εις τον τόπον της εκτελέσεως, οι δε να τουφεκισθή την νύκτα εις τα υπόγεια του φρουρίου, ενώ άλλοι επρότειναν ν' αναμιχθή κοπανισμένον υαλίον εις το φαγητόν του ή να εγχυθή υδράργυρος εις το αυτίον του ενώ εκοιμάτο.[1] Αλλ' ο μεν λαθραίος τουφεκισμός θ' απεδείκνυε την κυβέρνησιν συμμεριζομένην την περί της ανανδρίας των στρατιωτών της επικρατούσαν γνώμην, η δε ανάμιξις κοπανισμένου υαλίου εις το φαγητόν και η καθ' ύπνους έγχυσις υδραργύρου ήσαν κάπως δυσεφάρμοστοι, δια τον λόγον ότι από τριών ήδη ημερών ο κατάδικος ούτε έτρωγεν ούτε εκοιμάτο. Οι συσκεπτόμενοι έξυαν την κεφαλήν των ματαίως αναζητούντες άλλο τι καλύτερον, ότε επαρουσιάσθη προ αυτών ο θείος μου Πάτερ Βαρνάβας, αναλαμβάνων αντί εκατόν ταλήρων, πληρωτέων μετά την επιτυχίαν, να διαθέση τον κατάδικον ν' αποθάνη αφόβως και γενναίως. Ερωτηθείς δια τίνος τρόπου ήλπιζε να κατορθώση τούτο, ηρκέσθη ν' απαντήση ότι η απόλυτος μυστικότης ήτο απαραίτητος όρος επιτυχίας και ότι ήτο εξ ίσου βέβαιος ότι θα επιτύχει όσον και ότι θα δύση ο ήλιος εις την θάλασσαν μετά μίαν ώραν. Ο Πάτερ Βαρνάβας εφημίζετο ως έξυπνος άνθρωπος. Η φήμη του αύτη, η πεποίθησις μετά της οποίας ωμίλει και προ πάντων η ανικανότης προς εύρεσιν άλλης διεξόδου, έπεισαν το συμβούλιον να δεχθή την πρότασιν του πανοσιωτάτου, υποσχόμενον την ζητηθείσαν αμοιβήν. Ώρα της εκτελέσεως ωρίσθη η δεκάτη της επιούσης και τόπος αυτής η ευρύχωρος παρά την προκυμαίαν πλατεία. Ρίγος και σπασμοί κατέλαβον τον κατάδικον, όταν είδεν εισαγόμενον τον συνήθη πρόδρομον των τουφεκιστών ρασοφόρον. Ούτος, ευθύς άμα έμειναν μόνοι, έσπευσε να προλάβη την επικειμένην λιποθυμίαν του δυστυχούς, λέγων εις αυτόν «μη φοβείσαι, έρχομαι να σε αναγγείλω ότι ο βασιλεύς ηυδόκησε να σου απονείμη χάριν». ― Χάριν! ανέκραξεν ο κατάδικος καταφιλών τας χείρας του καπουκίνου. Λοιπόν δεν θα με τουφεκίσουν; Είσαι βέβαιος περί τούτου; ― Βεβαιότατος. Είδα με τα μάτια μου το διάταγμα με την υπογραφήν του βασιλέως. Η χάρις όμως θα σε δοθή εις τον τόπον της εκτελέσεως. Ενθυμείσαι τους τρεις επαναστάτας, εις τους οποίους εδόθη πέρυσι χάρις επάνω εις την αγχόνην, ενώ ο βρόχος ήτο περασμένος εις τον λαιμόν των; ― Τους ενθυμούμαι. ― Ούτω και σε θα σε οδηγήσουν εις την πλατείαν της προκυμαίας, θα σε τοποθετήσουν αντικρύ εις απόσπασμα δέκα στρατιωτών, θα διαταχθεί πυρ, και τότε μόνον θα λάβης την χάριν. Δεν είχα το δικαίωμα να σου το φανερώσω· αλλά σε το λέγω, διότι ο βασιλεύς δεν θέλει τον θάνατόν σου και ήτο κίνδυνος ν' αποθάνης εις τον δρόμον από την τρομάραν. Θάρρος λοιπόν. Έχεις ακόμα να φας πολλά μακαρόνια, πριν μεταβής εις τον άλλον κόσμον. Η προσλαλιά αύτη ήρκεσε να διαλύση πάντα δισταγμόν και πάντα φόβον του καταδίκου. Ωμοίαζεν άνθρωπον από το στήθος του οποίου θα εσήκωναν βαρύ βράχον. Εδάκρυεν, εγέλα, εζητωκραύγαζε υπέρ του βασιλέως, υπέσχετο λαμπάδας εις όλους τους αγίους και επί τέλους εζήτησε να παρασύρη τον πνευματικόν του να χορεύσουν μαζί μίαν ταραντέλλαν. ― Τί κάμνεις, αθεόφοβε! είπεν ούτος. Λησμονείς ότι εχάθημεν και οι δύο, αν γνωσθή ότι σου εφανέρωσα το μυστικόν; Γονάτισε και εξομολογήσου. Ο κατάδικος εγονάτισεν, είπεν όσα είχε να είπη, έλαβεν άφεσιν αμαρτιών και απεχαιρέτισε τον πανοσιώτατον αποκαλών αυτόν σωτήρα του και υποσχόμενος να θαμβώση την επιούσαν τους θεατάς δια της αφοβίας του προ των τουφεκιστών. Ευθύς μετά την έξοδον του καπουκίνου εισήλθεν ο δεσμοφύλαξ, τον οποίον μεγάλως εξέπληξεν η εύθυμος διάθεσις του πρώην νυχθημερόν οδυρομένου. ― Δεν ηξεύρεις, είπεν εις αυτόν, ότι αύριον εις τας δέκα θα σε τουφεκίσουν; ― Το ηξεύρω πολύ καλά· γεννηθήτω το θέλημα του Θεού. Ηξεύρω όμως ότι έχω το δικαίωμα να ζητήσω να φάγω ό,τι θέλω εις το τελευταίον μου γεύμα. Παράγγειλε να μου φέρουν μίαν μακαρονάδα, ένα ψητόν καπόνι και κρασί των Συρακουσών. Μετά τριήμερον νηστείαν και αγρυπνίαν έφαγεν ως λάμια και απλωθείς έπειτα εις την κλίνην του ερρουχάλισε μακαρίως, μέχρις ού ήλθεν την επιούσαν να τον εξυπνήση ο επί της εκτελέσεως αποσπασματάρχης. Αφού δις εχασμήθη, εζήτησεν ο κατάδικος ως τελευταίας χάριτας ένα καφέ δια ν' αποτινάξη τον ύπνον από τα βλέφαρά του, μίαν ψήκτραν για να καθαρίση την στολήν του, έν γαρούφαλον και την άδειαν να βαδίση με λυτάς χείρας εις τον τόπον της εκτελέσεως. Αφού εβούτηξε δύο παξιμάδια εις τον καφέ του, επλύθη, εκτενίσθη, ανώρθωσεν ως άγκιστρα τους μύστακάς του, επέρασε το γαρούφαλον εις την κομβιοδόχην του κολοβίου του και στρεφόμενος έπειτα προς τον αποσπασματάρχην είπεν εις αυτόν μετά θαυμαστής αταραξίας: «Είμαι έτοιμος, κύριε λοχία». Πάντες οι παριστάμενοι ηπόρουν δια την αιφνιδίαν μεταμόρφωσιν του δειλού κάπωνος εις ανδρικόν πετεινόν και οι πάντες συνέχαιρον δια την έξοχον κατηχητικήν ικανότητα τον θείον μου Βαρνάβαν, όστις εδέχετο μετά της προσηκούσης εις το σχήμα του μετριοφροσύνης τα συγχαρητήρια. Αν και ήτο χειμών κατά το ημερολόγιον, ο καιρός ήτο εαρινός, ο ουρανός ανέφελος, η αύρα χλιαρά και εμοσχοβόλουν αι πορτοκαλέαι. Κανείς άλλος τόπος δεν έχει ζεστάς ημέρας τον χειμώνα πλην της Σικελίας. ― Και της Ελλάδος, διέκοψα εγώ. ― Έχετε δίκαιον, απήντησεν ο προκαλόγηρος. Ελησμόνουν ότι η μικρή σας Ελλάς ήτο πριν επαρχία της Μεγάλης και είχε πρωτεύουσαν τας Συρακούσας και βασιλέα τον Χαρώνδαν. ― Ταύτα, απήντησα γελών, είναι δεκτικά συζητήσεως. Αλλά τελειώσατε, παρακαλώ, την ιστορίαν σας. ― Έλεγα λοιπόν ότι ο καιρός ήτο ωραίος. Τα εργαστήρια είχον κλεισθή και όλοι οι Πανορμίται, άνδρες και γυναικόπαιδα, είχον σωρευθή εις τον δρόμον, τα παράθυρα, τους εξώστας και τας στέγας των χαμηλών οικιών, περιμένοντες την διάβασιν του καταδίκου. Οι κυβερνητικοί διέδιδαν ότι ούτος είχεν ανδρειωθεί και θ' απέθνησκεν ως γενναίος στρατιώτης, οι δε Σικελοί επέμειναν να στοιχηματίζωσι δέκα προς έν ότι θ' απέθνησκεν ως Ναπολιτάνος. Δεν εβράδυναν όμως να πεισθώσιν ότι δεν ήξιζε τίποτε το στοίχημά των. Αντί να σύρεται ως μόσχος εις την σφαγήν, ο κατάδικος εβάδιζεν εν μέσω των μελλόντων να τον τουφεκίσωσι στρατιωτών γαλήνιος και μεγαλοπρεπής ως θεός του Ολύμπου. Οσάκις συνήντα γνωρίμους του καθ' οδόν έτεινε εις αυτούς την χείρα και εις τα συλλυπητήρια και τας ενθαρρύνσεις αυτών απήντα δια καταλλήλου ρητού της προς χρήσιν του στρατού χρηστομαθείας του Σοαβίου: «Ο δίκαιος δεν φοβείται τον θάνατον»· «Ο άνθρωπος είναι παροδίτης της γης»· «Ο θάνατος είναι μετάβασις εις την αθανασίαν», ή άλλου τοιούτου και ευθύς έπειτα ετάχυνε το βήμα, ως θέλων ν' ανακτήση τον απολεσθέντα χρόνον. Οι Ναπολιτάνοι εθριάμβευον και επευφήμουν και οι Σικελοί έκλιναν δυσθύμως προς τα κάτω την κεφαλήν. Προ της θύρας οινοπωλείου δύο συστρατιώται του, ορθοί επί σκαμνίων, τον επροσκάλεσαν να πίη έν τελευταίον ποτήριον οίνου μετ' αυτών. Δεχθείς προθύμως την πρόσκλησιν ύψωσε το ποτήριον ανακράζων: «Εις την υγείαν της Α. Μεγαλειότητος του ενδόξου και αγαθού ημών βασιλέως Φερδινάνδου. Ο Θεός να τον ευλογή και να τον πολυχρονίζη». Την φοράν ταύτην επευφήμησαν τον κατάδικον πλην των Ναπολιτάνων και πολλοί εκ των Σικελών, εις δε τους λοιπούς μία μόνη απέμενεν ελπίς, ότι το ασύνηθες τούτο θάρρος ήτο προϊόν μιας οπωσδήποτε τεχνητής διεγέρσεως και θα εξέλειπεν επί του τόπου της εκτελέσεως. Η ελπίς αύτη θα επραγματοποιείτο ίσως αν δεν είχε προνοήσει ο θείος μου Βαρνάβας να παρευρεθή εκεί δια να τον ενθαρρύνη δια νεύματος και της επιδείξεως της άκρας χαρτίου, το οποίον δεν ηδύνατο να είναι άλλο παρά η υποσχεθείσα χάρις. Ο κατάδικος ουδέν απολέσας της αταραξίας του, υπήγε να τοποθετηθή αυθορμήτως αντικρύ των τουφεκιστών εις την κανονισμένην απόστασιν δέκα βημάτων, απωθήσας τον προσελθόντα να περιδέση κατά το σύνηθες τους οφθαλμούς του δια μαντυλίου δεκανέα. Οι στρατιώται ηύθυναν ήδη κατά του στήθους του τα όπλα αναμένοντες το τελευταίον πρόσταγμα, ότε αντήχησαν εκ διαφόρων συγχρόνως ομίλων φωναί: «Δεν μας αποχαιρετάς, Σάνδρε;» Το αποχαιρέτημα τούτο είναι εις τον τόπον μας δικαίωμα του καταδίκου και σχεδόν καθήκον επιβαλλόμενον εις αυτόν υπό της παραδόσεως. Άλλος το προετοιμάζει και άλλος το αυτοσχεδιάζει, άλλος λέγει πολλά και άλλος ολίγα, έκαστος κατά τον βαθμόν της ρητορικής του ικανότητος, όλοι όμως προσπαθούν να είπουν κάτι δια να μη υποτεθή ότι εβούβανεν αυτούς ο φόβος. Ο Σάνδρος δεν ήτο ρήτωρ, ήτο όμως αρκετά καλός τενόρος. Μη ευρίσκων τί να είπη αξιομνημόνευτον ανέμελψεν αντί προσλαλιάς το άσμα των 'Μασναδιέρων' του Βέρδι: Tra - la, Trala lala, n'andremo d'un salto nel mondo di la. Ήτοι: θα πάγω μ' έvα πήδημα ίσια στοv άλλον κόσμοv! Το κύκνειον τούτο άσμα ήτο βεβαίως επίκαιρον, η φωνή του καταδίκου ωραία και η αφοβία, μεθ' ης ητοιμάζετο να πηδήση εις τον άλλον κόσμον, αληθώς πρωτοφανής. Ευλόγως λοιπόν εξερράγη το πλήθος εις επευφημίας και χειροκροτήματα, οίων ουδέποτε ηξιώθησαν εις το θέατρον ούτε ο Ρόπας, ούτε ο Μάριος, ούτε ο Φασκίνης, ουδ' αυτή ίσως η Μαλιβράν. Ταύτα αντήχουν ακόμη, ότε ύψωσε το ξίφος ο έχων το πρόσταγμα αξιωματικός, ήστραψαν τα τουφέκια και δέκα σφαίραι ετρύπησαν το στήθος του καταδίκου. Ο θάνατος επήλθεν τόσον ακαριαίος, ώστε δεν επρόφθασε να εξαλείψη το διαστέλλον τα χείλη του μειδίαμα ευδαίμονος αυταρεσκείας. Ειπέτε μου τώρα, παρακαλώ, αν πιστεύετε ότι ηδύνατο ο θείος μου Βαρνάβας να κάμη τον άνθρωπον εκείνον ν' αποθάνη τόσον ευχαριστημένος και ν' αφίση μνήμην ήρωος, αν του ωμίλει περί της ευσπλαγχνίας του Θεού και της μακαριότητος του Παραδείσου, αντί να του υποσχεθή ότι είχεν ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια; ― Ομολογώ ότι το πράγμα επιδέχεται αμφισβήτησιν. Δεν εννοώ όμως πώς ο μακαρίτης θείος σας απεδέχετο να δοξάζη παρ' αξίαν ως ήρωας τους εχθρούς της πατρίδος του Ναπολιτάνους; ― Δεν το εννοείτε διότι δεν γνωρίζετε, ως φαίνεται, ότι οι Φράγκοι ρασοφόροι δεν έχουν άλλην πατρίδα πλην της Εκκλησίας, ουδ' άλλον αρχηγόν πλην του Πάπα. Έπειτα ο θείος μου ήτο, ως σας είπα, έξυπνος άνθρωπος και είχε στοιχηματίσει κ' εκείνος πολλά ότι θ' απέθνησκεν ο κατάδικος γενναίως. Η βροχή είχε παύσει και το ανδρόγυνον ηγέρθη να μας αποχαιρετήση. Εξερχόμενος με επροσκάλεσεν ο προκαλόγηρος να υπάγω να ίδω την συλλογήν του Σικελικών αρχαιοτήτων, και την πρόσκλησιν ταύτην επεκύρωσεν η κυρία του δι' ενός προσηνεστάτου arivederci. Εκατοίκουν το πρώτον πάτωμα μικράς οικίας εις την άκραν της οδού Γαριβάλδη. Επί της κοσμούσης την θύραν χαλκίνης πλακός ανεγινώσκετο υπό το όνομα του ενοίκου ο τίτλος 'αρχαιολόγος' (antiquario), σημαίνων εν Σικελία 'πωλητής αρχαιοτήτων'. Η δεξίωσις υπήρξε φιλοφρονεστάτη. Η οικοδέσποινα ευηρεστήθη να μου προσφέρη καφέ και να με θαμβώση και πάλιν με την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών και της χρυσής της κόμης, ο δε ξερασωμένος αρχαιολόγος, αφού μοι παρεχώρησεν αντί εκατό μόνον φράγκων δύο 'σπάνια' νομίσματα των Συρακουσών, ηυδόκησε να με πληροφορήση ότι, αν πλην των οφθαλμών και της κόμης επεθύμουν να μεταΐδω και τας κνήμας της κυρίας του, ηδυνάμην ν' απολαύσω την ευχαρίστησιν ταύτην μεταβαίνων το εσπέρας εις το θέατρον Vittorio Emmanuele, όπου ήτο δευτέρα χορεύτρια. Όπως οι καλόγηροι, ούτω είχαν αρχίσει να υπανδρεύωνται εις την Σικελίαν και αι χορεύτριαι. Εμμανουήλ Ροΐδης (1836 - 1904) Ο Ροΐδης γεννήθηκε στη Σύρο το 1836 αλλά μεγάλωσε στη Γένοβα ακολουθώντας στις μετακινήσεις του τον έμπορο πατέρα του. Σπούδασε φιλοσοφία στη Γερμανία και μετά το τέλος των σπουδών του εγκαθίσταται στην Αθήνα. Εξακολουθεί να ασχολείται με τις οικογενειακές επιχειρήσεις αλλά τον κερδίζει το γράψιμο και η δημοσιογραφία. Άσκησε μέσα από τις στήλες του έντονη κριτική σε όλο το φάσμα της πολιτικής , κοινωνικής και πνευματικής ζωής της πατρίδας μας του 19ου αιώνα , με ένα λόγο καυστικό, πνευματώδη, σατυρικό γεμάτο χιούμορ και σαρκασμό. Το ύφος του ήταν πρωτότυπο ξεχωριστό και ο ίδιος ξεχωριστός. Τρομερός αφηγητής, έγραφε σε μια ιδιαίτερη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα δουλεμένη και εξυψωμένη σε ένα γλωσσικό εργαλείο γεμάτο δύναμη και λεπτές αποχρώσεις ενώ με τον λόγο του, τις απόψεις του, τις στήλες του ήταν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της επικράτησης της δημοτικής σαν επίσημης γλώσσας. Το 1866 εκδίδει το μυθιστόρημα του "Πάπισσα Ιωάννα" που τον κάνει γνωστό παγκόσμια και τον κατατάσσει στους σημαντικότερους Έλληνες πεζογράφους. Το έργο είναι μια σάτιρα της καθολικής εκκλησίας του μεσαίωνα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, χαρίζοντας φήμη στον Ροίδη αλλά και έγινε αιτία αφορισμού του από την ελληνική εκκλησία, κάτι που μάλλον αύξησε το ενδιαφέρον του κοινού. Ο Ροΐδης πνεύμα ασυμβίβαστο και σπινθηροβόλο κατάφερε με το μοναδικό του ύφος να καθιερωθεί στα ελληνικά γράμματα και να αποτελέσει τον προάγγελο των μεγάλων έργων της ελληνικής πεζογραφίας του 20ου αιώνα Το 1875 ίδρυσε την δική του πολιτική εφημερίδα με τον τίτλο "Ασμοδαίος", που με σατυρικό πάντα ύφος δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Διετέλεσε και έφορος στην Εθνική μας βιβλιοθήκη για ένα διάστημα. Πέθανε το 1904. Έργα του: Πάπισσα Ιωάννα Ιστορία ενός σκύλου Ιστορία μιας γάτας Ιστορία ενός αλόγου Ψυχολογία Συριανού συζύγου Η μηλιά Το παράπονο ενός νεκροθάπτου ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ Κωνσταντίνος Χατζόπουλος Φθινόπωρο διήγημα, 1917 Η γιαγιά ήταν ορθή στη σκάλα όταν χτύπησε το κουδούνι της αυλόπορτας. - Είναι η κυρία Κατίγκω, είπε μέσα η υπηρέτρια. Η κυρία Αγλαΐα, που ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, έκαμε κίνημα και ψιθύρισε: - Έλα, τελείωνε γρήγορα. Η υπηρέτρια γύρισε και την κοίταξε: ξαπλωμένη πάντα έβλεπε προς το παράθυρο. - Ήρθε η Ευανθία; ακούστηκε από κάτω η φωνή της κυρίας Κατίγκως. - Έλα απάνω, είπε η γιαγιά. - Έλα απάνω, φώναξε κι ο παπαγάλος που λιαζόταν στο μπαλκόνι. Η κυρία Κατίγκω προχώρησε ένα βήμα και ξαναρώτησε: - Ήρθε αλήθεια; Στο παράθυρο παρουσιάστηκε η λευκή όψη του παππού σαν προσωπίδα κρεμασμένη πίσω από το τζάμι με τα μάτια ασάλευτα. Η κυρία Κατίγκω που είχε κάμει άλλο ένα βήμα προς τη σκάλα, σταμάτησε και γύρισε γοργά το πρόσωπο. - Έλα απάνω, ξαναμίλησε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξαναπροχώρησε· η όψη του παππού παρουσιάστηκε στο άλλο παράθυρο. Η κυρία Κατίγκω έπιασε το κλαδί μιας ροδοδάφνης που ήταν εμπρός στη σκάλα· όπως το έπιασε το μάδησε. Μέσα η κυρία Αγλαΐα άκουσε τις παντούφλες της γιαγιάς που σύρθηκαν. - Ποιος είναι μέσα; ρώτησε η κυρία Κατίγκω. Η γιαγιά είχε κατεβεί τη μισή σκάλα. - Ποιος είναι μέσα; είπε σιγότερα η κυρία Κατίγκω και κοκκίνισε. Είχε ανεβεί κι αυτή δυο σκαλοπάτια. - Τι στέκεσαι; είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξανακοκκίνισε. Τα μάτια του παππού σα να τρυπούσαν πίσω της το τζάμι. Πήδησε τα σκαλιά, έδωσε το χέρι της γιαγιάς και ανέβηκαν μαζί τη σκάλα. Η υπηρέτρια έτρεξε στην πόρτα. - Μέσα η κυρία ησύχασε, είπε φωναχτά. Η κυρία Κατίγκω γύρισε στη γιαγιά. Η γιαγιά δεν της άφησε το χέρι. - Έλα, έλα, είπε και την έσυρε κοντά της μέσα. Πέρασαν στην τραπεζαρία. Η Ευανθία έτρεξε στην πόρτα, και η κυρία Κατίγκω την άρπαξε στην αγκαλιά: - Να σε χαρώ! - Δες την πως έγινε, είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω έκλαιε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο. - Η μητέρα σου, είπε σιγά κι άφησε το κέντημά της στο κάθισμα. Έπειτα σηκώθηκε και ήρθε κ’ έδωσε το χέρι στην κυρία Κατίγκω: - Μαμά, καλημέρα. Η κυρία Κατίγκω τη φίλησε. Ο Στέφανος δεν κινήθηκε από το παράθυρο, όπου ήταν καθισμένος. - Πώς έγινε! ξαναείπε η γιαγιά. Ο Στέφανος της ένεψε: - Έλα γιαγιά. Κ’ έδειξε ένα κάθισμα κοντά του. Η κυρία Κατίγκω ξαναγκάλιασε την Ευανθία. - Χρυσή μου! Η Ευανθία έσκυψε στο στήθος της. - Με θυμόσουνα ποτέ;… Έτσι σας έσφιγγα --- Και η κυρία Κατίγκω χάδευε τα μαλλιά της Ευανθίας κ’ εξακολούθησε να κλαίει: - Τις δυο. Και δείχνοντας το Στέφανο: - Και κείνος κοίταζε. - Μητέρα, έλα τώρα, ένεψε με το χέρι ο Στέφανος· μα η γιαγιά ήρθε κοντά του. - Άσ’ την , του ψιθύρισε. Η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι, και η ματιά της απαντήθηκε με τη ματιά του Στέφανου. Η Μαρίκα ήρθε και κάθισε κοντά του και ξαναέπιασε το κέντημα. Ένα φύσημα φούσκωσε την κουρτίνα στο παράθυρο. Η Μαρίκα έβηξε ελαφρά. - Να κλείσω; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, ένεψε η Μαρίκα. Η γιαγιά έκαμε να έρθει κοντά της. - Μα γιαγιά! τη σταμάτησε η Μαρίκα, και η γιαγιά τέντωσε το αφτί· πάλι με τις παντούφλες! δε μου το έταξες; - Καλά, καλά, ψιθύρισε η γιαγιά. Η Ευανθία ξανακοίταξε, κι ο Στέφανος γύρισε προς το παράθυρο. - Έλα γιαγιά, είπε έπειτα· μα η γιαγιά πήγε στην Ευανθία. Έξω, εμπρός στο παράθυρο μια λεύκα σιγοκινούσε τα φύλλα της κοκκινισμένα. Τα πεύκα πλάι ίσκιωναν την αυλή βαριά. Η βρύση τριγυρισμένη από κισσό, έσταζε αργά στην πέτρινη λεκάνη, όπου βουτούσανε δυο πάπιες. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έριξε κάτω μια ματιά. Έπειτα κοίταξε πάλι τον ουρανό, όπου ο ήλιος πολεμούσε ν’ ανοίξει δρόμο μέσα σε σύννεφα σταχτιά, που ξέκοβαν και σκόρπιζαν κουρελιασμένα από την κορυφή του αντικρινού ορθόβραχου βουνού. Καθώς ο Στέφανος ακούμπησε το χέρι στο τζαμόφυλλο και τι κίνησε, ο ήλιος χτύπησε στο τζάμι· η αντιφεγγιά έπεσε στην όψη της Μαρίκας κ’ έπαιξε και απλώθηκε στο πάτωμα. Η Μαρίκα έκλεισε τα μάτια. - Στέφανε! φώναξε η κυρία Κατίγκω. - Γείρε το, ψιθύρισε η Μαρίκα. Καθώς έστρεψε πάλι ο Στέφανος, το τζάμι ξανακινήθηκε και ο Στέφανος μόλις πρόφτασε να δη που έσβηνε η αντηλιά στα πόδια της Ευανθίας. - Τι; ρώτησε. - Το τζάμι. Ο Στέφανος έκαμε να το κλείσει. - Ξεχασμένος είσαι, είπε η Μαρίκα· τι έβλεπες; Ο Στέφανος δεν της απάντησε· την κοίταξε σα να μην είχε ακούσει. Η Ευανθία και η κυρία Κατίγκω απέναντι μιλούσαν τώρα και γελούσαν. Η Μαρίκα κεντούσε σιωπηλή. - Στέφανε! γύρισε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε. -Πως θα χαρεί ο πατέρας σου! - Ναι, κι ο παππούς πως χάρηκε! είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε ελαφρά. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, χάρηκε, είπε ξανά η γιαγιά. Η Μαρίκα έσκυψε πάλι στο κέντημα, και η κυρία Κατίγκω ξαναέπιασε το χέρι της Ευανθίας: - Δεν την ξαναφήνομε να φύγει, ε νονά; - Ναι, έκαμε να πει η γιαγιά, μα η Μαρίκα έβηξε και η κυρία Κατίγκω γύρισε κείθε: - Στέφανε, κλείσε! φώναξε. - Μα δε φυσά, μαμά, είπε η Μαρίκα. - Σήκω απ’ αυτού, της φώναξε η γιαγιά. - Έλα κάθισε δω, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία τραβήχτηκε να κάμει θέση στον καναπέ, η Μαρίκα όμως κάθισε στο σκαμνάκι που ήταν εμπρός στα πόδια της κυρίας Κατίγκως. Κάθισε κ’ έσκυψε πάλι στο κέντημα. Και σώπασαν. - Τι κεντάς; τη ρώτησε έπειτα η κυρία Κατίγκω. - Μια μάρκα. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε να δη. - Ωραία είναι, είπε· αλλά όπως σήκωσε πάλι τα μάτια, φώναξε έξαφνα: - Μα Στέφανε! Ο Στέφανος γύρισε· η γιαγιά που είχε σηκωθεί σταμάτησε στην πόρτα. - Καπνίζεις---; Κλείσε! ξαναφώναξε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε άλλη μια στιγμή· έπειτα πέταξε το τσιγάρο κ’ έκλεισε το τζάμι. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα. - Φυσά λιγάκι, ο καιρός κρύωσε, είπε η Ευανθία. - Θα είχατε αέρα στο βαπόρι, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, που είχε στρέψει προς το παράθυρο, είδε πως ο Στέφανος είχε τα μάτια απάνω της· και μια στιγμή δεν απάντησε. - Τι, θεία Κατίγκω; είπε ύστερα. Η Μαρίκα την κοίταξε: - Ρώτησε αν είχατε αέρα στο βαπόρι. - Όχι πολύ, είπε η Ευανθία και σώπασε. Η γιαγιά που είχε βγει ήρθε πάλι. - Μαρίκα, μίλησε. Η Μαρίκα κοίταξε. - Σε θέλει μέσα, της ψιθύρισε η γιαγιά. - Η γιαγιά δεν ησυχάζει, είπε η Ευανθία. - Τι; τέντωσε τ’ αφτί η γιαγιά. - Σήμερα μαγείρεψες μονάχη, είπε δυνατότερα η Ευανθία. - Ναι, μαγείρεψα, είπε η γιαγιά κ’ έμεινε κοιτάζοντας την πόρτα που η Μαρίκα έφυγε - - Ήσουν μέσα; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα ξαπλωμένη πάντα στον καναπέ. Η Μαρίκα στάθηκε ορθή μπροστά της. - Ναι, απάντησε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε. Είδε σουφρωμένα τα φρύδια της και πρόσεξε πως στα μάγουλά της πάλευαν να σβήσουν τα ελαφρά κοκκινωπά τους στίγματα. Την κοίταξε μια στιγμή κ’ έπειτα: - Ποιος άλλος είναι; ρώτησε. - Ο Στέφανος, απάντησε η Μαρίκα. - Άλλος, ρωτώ. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια. - Το ξέρεις, είπε. - Ναι, όμως πρόσεξε μη μου τη φέρουν μέσα. Η Μαρίκα την ξανακοίταξε. Έπειτα αφού κοίταξε κάτω άλλη μια στιγμή, έκαμε ένα βήμα προς τον καναπέ, σαν αρπαγμένη από έξαφνο αίσθημα. - Γιατί όλα αυτά, μαμά; γιατί; δοκίμασε να πει, ένα όμως νεύμα της κυρίας Αγλαΐας τη σταμάτησε. Έμεινε ορθή και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα χωρίς να κινηθεί: - Πήγαινε και πρόσεξε μη μου τη φέρουν· αυτό σε ήθελα, ψιθύρισε και γύρισε τα μάτια αλλού. Η Μαρίκα ήρθε πάλι στην τραπεζαρία. Η κυρία Κατίγκω και η γιαγιά σκυφτές, μιλούσαν ψιθυριστά χείλη με χείλη. Ο Στέφανος είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε, η Ευανθία στεκόταν κοντά στο ξανανοιγμένο παράθυρο. Μια αντηλιά έπαιζε τριγύρω στα μαλλιά της. Η Μαρίκα σταμάτησε στην πόρτα. Χωρίς να θέλει γύρισε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της κονσόλας. Τα κόκκινα στίγματα είχαν απλωθεί από τα μήλα σ’ όλο το μάγουλο· στα άχρωμα χείλη της είδε λευκότερα σημάδια, σα να τα δάγκασε. Ο Στέφανος φύσηξε τον καπνό προς το παράθυρο έξω. Η Ευανθία τον κοίταξε. Πίσω της σάλευε τα φύλλα η λεύκα, στον ουρανό άπλωναν τα σύννεφα σα μαδημένα. Ο στέφανος ξανακάπνισε, η Ευανθία τον πλησίασε και είπε: - Και συ κοίταζες. Ο Στέφανος δε μίλησε. Ξαναφύσηξε τον καπνό, κι ο καπνός σκόρπισε ωχρογάλανος γύρω στο πρόσωπο της Ευανθίας· έπειτα χρωματίστηκε μενεξεδένιος κ’ έσβησε σταχτοκίτρινος, πρασινωπός. Η Μαρίκα έκαμε να ξανακαθίσει στο σκαμνάκι. - Ναι, ναι, νονά, είπε η κυρία Κατίγκω, σα να έκλεινε την ομιλία. Η γιαγιά είδε τη Μαρίκα. - Τι ήθελε; τη ρώτησε. - Τίποτε, είπε η Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε χωρίς να θέλει. - Μα, γιαγιά, πήγαινε ντύσου· θα έρθει έξαφνα κανένας, είπε σιγά η Μαρίκα. - Μαρίκα! φώναξε την ίδια ώρα η Ευανθία από το παράθυρο. Η Μαρίκα πήγε. - Για δες· δεν έχει αλλάξει κάτι εδώ; - Το σπίτι εκεί· χτίστηκε τώρα, είπε η Μαρίκα. - Α, ναι, φαινόταν ο γιαλός. - Και η εκκλησίτσα. - Με τα δυο πευκάκια. - Και τα κυπαρίσσια, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία σώπασε. Και η Μαρίκα, ενώ ο Στέφανος την κοίταζε: - Θα πάμε να την ανοίξομε. Ε, δε θα την ανοίξομε, γιαγιά; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Την εκκλησίτσα. Μα η Μάρθα στάθηκε μπρος στο παράθυρο, και η κυρία Κατίγκω φώναξε: - Μα, Στέφανε! Η γιαγιά άπλωσε τα χέρια. Ο Στέφανος σηκώθηκε, η Μαρίκα όμως τον κράτησε. Και η Ευανθία, τραβώντας τη κοντά της: - Μαρίκα, φώναξε, θυμάσαι τη γριά με τις κατσίκες; Η Μαρίκα δε μίλησε. Ο Στέφανος έκλεισε πίσω το παράθυρο. - Και το βράχο στο ακρογιάλι; - Που ανέβαινες και φώναζες, είπε η Μαρίκα. - Και βούιζε η θάλασσα. - Η σπηλιά βούιζε. - Ναι, η σπηλιά. - Και τη φοβόσουν. - Τη γριά φοβόμουνα με τις κατσίκες, είπε η Ευανθία, και ο Στέφανος που ήρθε κοντά, ψιθύρισε: - Που δε σαλεύαν. - Ναι, δε σαλεύανε και τους πετούσα πέτρες για να σαλέψουν· και τότε έβγαινε η γριά και μου έδειχνε τα γούλια της με το μακρύ δόντι που έφτανε ως κάτω απ’ το πηγούνι. Μια μέρα με κυνήγησε, κ’ έτρεξα σπίτι -- - Ξυπόλυτη; είπε η Μαρίκα. - Ναι, κ’ η μαμά σου μ’ έδειρε. Η Μαρίκα σα να κοκκίνισε, και η Ευανθία καθώς την κοίταζε η γιαγιά, φώναξε: - Γιαγιά, θυμάσαι; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Που μ’ έδειρες. - Τρελή, είπε η γιαγιά, και η Ευανθία γυρνώντας στην κυρία Κατίγκω: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. - Θεία Κατίγκω, ξαναφώναξε η Ευανθία, θυμάσαι που μ’ έδερνε η γιαγιά; - Τρελή, ψιθύρισε πάλι η γιαγιά κ’ έκαμε να τη χαδέψει καθώς ήρθε και στάθηκε μπροστά της. - Πώς της πηγαίνουνε τα πράσινα! είπε η κυρία Κατίγκω σιγά στο Στέφανο, που είχε έρθει και κάθισε στο πλάι της. - Ναι, της πηγαίνουν, είπε η Μαρίκα που στεκόταν από πίσω ορθή· και κοίταξε το Στέφανο. Μα όταν ο Στέφανος πήγε κοντά της και την είδε πως ήταν ανήσυχη: - Με κάνει νευρική, του είπε καθώς της έπιασε το χέρι. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η γιαγιά. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Που κάθεται με τις παντούφλες, είπε ξανά η Μαρίκα. Ο Στέφανος την έπιασε από τη μέση και βημάτισαν μαζί στην κάμαρα. Η Ευανθία στεκόταν στο παράθυρο με τη γιαγιά· ο Στέφανος είδε πως η κυρία Κατίγκω την κοίταζε σαν ξεχασμένη. - Στενοχωρήθηκες· θες να καπνίσεις; του είπε η Μαρίκα που πρόσεξε πως είχε ξεχαστεί κι αυτός. - Όχι, απάντησε ο Στέφανος και της ξαναέπιασε τη μέση. Περπάτησαν πάλι, όμως δίχως να μιλήσουν. Εκεί είδαν την Ευανθία που πήγε πάλι στην κυρία Κατίγκω, και ο Στέφανος πρόσεξε πως τον κοίταζαν και οι δυο, η κυρία Κατίγκω σα λησμονημένη πάντα. Έπειτα άκουσαν πως κάτι ψιθύρισε η γιαγιά· και γύρισαν. - Ναι, ναι, είπε η γιαγιά, σα να μιλούσε μόνη της· και στάθηκαν και την κοίταζαν. Μα η Ευανθία πετάχτηκε έξαφνα κ’ έπιασε από τη μέση τη γιαγιά: - Να σε χορέψω; - Τρελή! είπε και την έσπρωξε η γιαγιά, και η Ευανθία στάθηκε κ’ έβλεπε γελώντας τη Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, μα ο Στέφανος σα να μην πρόσεχε. ΄Επειτα στρέφοντας προς τη γιαγιά: - Αλλά, γιαγιά, έκαμε να πει, μα ο Στέφανος την τράβηξε προς το παράθυρο. Στάθηκαν και κοιτάζαν έξω. Η Ευανθία πήρε τη γιαγιά και κάθισαν στο πλάι της κυρίας Κατίγκως, η Ευανθία στο σκαμνάκι εμπρός στα πόδια της. Ο Στέφανος και η Μαρίκα γυρίζοντας την είδαν που έπιασε το χέρι της: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε, σα να ξυπνούσε, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! - Τι παιδί μου; - Τραγούδησέ μας. - Μα Ευανθία, είπε η Μαρίκα από αντικρύ, όμως η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω την έβλεπε σα να μην ένιωθε, η Ευανθία ψιθύρισε: - Στη φυσαρμόνικα, ένα τραγούδι. - Μα Ευανθία, είπε πάλι η Μαρίκα· η Ευανθία όμως έφερε τη φυσαρμόνικα και παρακάλεσε ξανά; - Θεία Κατίγκω! - Όχι χρυσή μου, δεν μπορώ, δοκίμασε να πη η κυρία Κατίγκω, μα η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Και η γιαγιά που έβλεπε την Ευανθία, είπε κι αυτή: - Έλα Κατίγκω. Η Μαρίκα κοίταξε τη γιαγιά κ’ έπειτα το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος ψιθύρισε: - Έλα, μητέρα. Η Μαρίκα έκαμε κίνημα,. αλλά η κυρία Κατίγκω είχε πάρει τη φυσαρμόνικα. - Δεν μπορώ, ξαναείπε σιγαλά. Ανέβασε όμως το βέλο της πιο απάνω και φάνηκε αποκάτω μελαψό, αφτιασίδωτο το μέτωπο. Η Μαρίκα γύρισε τα μάτια αλλού, ενώ η κυρία Κατίγκω έφερνε τα δάχτυλα στα κόκκαλα της φυσαρμόνικας. Τα κίνησε σ’ αυτά, σα να δοκίμαζε. Αλλά σταμάτησε μεμιάς· σταμάτησε και κοίταζε μπροστά της. - Σα φύλλο, της είπε η Ευανθία σιγά, καθώς σταμάτησε. Μα η κυρία Κατίγκω την κοίταξε μονάχα, σα να μην άκουσε. Έπειτα έριξε τα μάτια της πάλι μπροστά, ίσια στο Στέφανο, και βλέποντας χαμένα εκεί έπαιξε και τραγούδησε: Τα μάτια σου κλαίνε, Λενίτσα Λενιώ…. τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Ο Στέφανος έκαμε κίνημα, αλλά η κυρία Κατίγκω εξακολούθησε: Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά, αχ άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. Η φωνή της κυρίας Κατίγκως έτρεμε· τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Ο Στέφανος της άρπαξε τη φυσαρμόνικα. Η Μαρίκα είχε γυρίσει και κοίταζε την Ευανθία, η κυρία Κατίγκω σκέπασε τα μάτια με τα χέρια. - Κατίγκω! Κατίγκω! είπε η γιαγιά. - Το ξέρατε, ψιθύρισε η Μαρίκα. Η γιαγιά της έριξε μια άφωνη ματιά. - Αχ ναι, είπε σιγά έπειτα κ’ έφυγε συρτά…. Έξω πύκνωσαν και χαμήλωσαν τα σύννεφα και η κάμαρα σκοτείνιασε. - Θα βρέξει, είπε η Ευανθία ορθή εμπρός στο παράθυρο. Η Μαρίκα την κοίταξε. Από κάτω ακούστηκαν οι πάπιες που χτυπούσαν τα φτερά τους, και η Ευανθία έσκυψε στο τζάμι. Η κυρία Κατίγκω κατέβασε πάλι το βέλο της. - Στέφανε, θα μείνεις; είπε και σηκώθηκε. - Να έρθω μαζί; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα γύρισε και τον κοίταξε. - Όχι, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θεία Κατίγκω, φεύγεις κιόλα; φώναξε η Ευανθία που γύρισε από το παράθυρο και την είδε που έσιαζε στον καθρέφτη το καπέλο της. - Μαμά, μείνε λιγάκι, είπε και η Μαρίκα. - Πρέπει να πάω, απάντησε η κυρία Κατίγκω· θα έρθω άλλη μέρα, γύρισε στην Ευανθία που την πλησίασε. - Αν δεν έρθεις πριν εσύ, είπε σιγαλότερα και ακούμπησε το χέρι απάνω της. Η Ευανθία την κοίταξε. - Περιμένεις μια στιγμή; τη ρώτησε γοργά και πήδησε στην πόρτα. Η κυρία Κατίγκω έκαμε να στρέψει πάλι μέσα, μα καθώς έστρεψε, κινήθηκε στο πλάι η άλλη πόρτα και μέσα από το άνοιγμα είδε δυο μάτια καρφωμένα απάνω της. Μια στιγμή σα να καρφώθηκε κι αυτή στη θέση της. Μα αμέσως, χωρίς να το αισθανθεί: - Στέφανε! έβγαλε φωνή. - Πάμε! του ξαναφώναξε, όπως έστρεψε ο Στέφανος και κοίταξε. - Αλλά… δεν είπες; θέλησε να ψιθυρίσει ο Στέφανος. - Όχι, όχι, πάμε, ένεψε γοργά η κυρία Κατίγκω κ’ έφυγε. Καθώς περνούσε στο διάδρομο, η πόρτα της κυρίας Αγλαΐας έκλεισε δυνατά μπροστά της, σαν επίτηδες. Και η υπηρέτρια ορθή έξω από την πόρτα εκεί, την κοίταζε… Η Μαρίκα συνόδεψε το Στέφανο στο διάδρομο. Η Ευανθία ήρθε τρεχάτη μ’ ένα δεματάκι. - Έφυγαν; είπε ρίχνοντας ματιά στην άδεια κάμαρα. Η Μαρίκα την κοίταξε μονάχα· και στρέφοντας και πάλι μέσα είδε στην άλλη πόρτα την όψη του παππού σα σφηνωμένη μέσα στο άνοιγμα. Κ’ έμεινε και την κοίταζε. Η κυρία Κατίγκω περίμενε το Στέφανο έξω στο δρόμο. - Μα, μητέρα, τι έπαθες; ρώτησε ο Στέφανος. - Τίποτε, είπε βιαστικά η κυρία Κατίγκω. - Τίποτε, πάμε, ξαναείπε και του έπιασε το χέρι. Άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταλαματιές, και τάχυναν το βήμα. Αραιοί διαβάτες περνούσαν γρήγορα χωρίς να χαιρετήσουν. Μια στιγμή άνοιξε πίσω κάποια σιδερένια πόρτα και ξαναέκλεισε με ορμή, και η κυρία Κατίγκω στριμώχτηκε σφιχτότερα στο Στέφανο. Μια δυνατή πνοή σήκωσε έπειτα σύννεφο τη σκόνη και τους τύλιξε σε λίγο μέσα. Όταν πέρασε, είχαν φτάσει στο ακρογιάλι. Σε μερικά καΐκια αραγμένα εκεί κατεβάζαν τα πανιά· οι γλάροι πετούσαν γύρω τους σε χαμηλά στενά τόξα, και η θάλασσα απλωνόταν ανήσυχα βουβή και σκοτεινή. Η κυρία Κατίγκω σταμάτησε όταν έφτασαν στο σπίτι και ανέβηκαν τη σκάλα. Εκεί έκλεισε την πόρτα, έπιασε το χέρι του Στέφανου και του είπε: - Παιδί μου, Στέφανε… να ζήσεις, άκου: μην ξαναπάς σ’ αυτό το σπίτι. - Αλλά, μητέρα…, έκαμε να πει ο Στέφανος, μα η κυρία Κατίγκω τον σταμάτησε: - Μη, μην ξαναπάς! Και η φωνή της και η ματιά είχαν βαθιά κάτι παρακαλεστικό και τρομαγμένο. Και ο Στέφανος έμεινε μπροστά της άφωνος, ενώ η μπόρα χτυπούσε στα τζάμια με όλη της την πρώτη ορμή. [Επεξεργασία] ΙΙ - Ωραία μέρα, είπε η Ευανθία κοιτάζοντας προς το παράθυρο. Η Μαρίκα έριξε πίσω το κεφάλι και στύλωσε τα μάτια έξω. Ο ήλιος έλαμπε, ο ουρανός έφεγγε. - Βγαίνομε έξω; είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα δε μίλησε, ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα. - Πάμε περίπατο; ξαναείπε η Ευανθία. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Σου αρέσει αλήθεια; είπε σιγά. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα σιγά κι αυτός: - Μα δε σου είπα! Η Μαρίκα ξανακοίταξε μπροστά της κ’ έπειτα γύρισε πάλι: - Όχι, το χρώμα δε μου πάει· είμαι κίτρινη. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Για ξαναφόρα το, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή. - Το κέντημα στη ζώνη δε μου αρέσει, ψιθύρισε έπειτα. - Τότε βγάλε το, της είπε ο Στέφανος. - Βάλε μόνο μια κορδέλα με μια αγράφα, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα κρέμασε τα χέρια και κοίταξε το Στέφανο. - Είμαι κίτρινη, είπε σιγά. - Είσαι ωραία, της είπε ο Στέφανος σιγότερα, ενώ η Ευανθία ξεφύλλιζε ένα φιγουρίνι απάνω στο τραπέζι. Η Μαρίκα έμεινε με τα χέρια κρεμασμένα κάτω· η Ευανθία ήρθε μπροστά της. - Να, σαν αυτή, είπε κ’ έδειξε ένα σχέδιο στο φιγουρίνι. Η Μαρία κοίταξε. - Και τούτη η τάγια εδώ… κάμε την έτσι, είπε η Ευανθία. - Δε μου αρέσει, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα και γύρισε προς το παράθυρο. Ο Στέφανος της έπιασε το χέρι: - Φαίνεσαι κουρασμένη. Η Ευανθία άφησε το φιγουρίνι. Φόρεσε αυτή το επανωφόρι και πήγε στον καθρέφτη. - Εγώ έτσι θα το έκανα, είπε και μάζεψε το ύφασμα στη μέση· πού έχεις μια κορδέλα; Κρατώντας τα χέρια στη μέση κοίταζε στον καθρέφτη. Στο βάθος έβλεπε τη Μαρίκα σκυφτή και τα μάτια του Στέφανου ριγμένα στον καθρέφτη. Της φάνηκε σα να κοκκίνισε, και πήρε τη ματιά από κει. Μισογυρνώντας το κορμί ξανακοίταξε τη μέση της και φώναξε; - Μαρίκα! Η Μαρίκα γύρισε. - Να, δες εδώ… Στην πόρτα παρουσιάστηκε ο άσπρος σκούφος και η σταχτιά ρόμπα του παππού με τα σιρίτια ξεφτισμένα στα μανίκια. Κάτω απ’ το σκούφο γυάλιζαν ανήσυχα τα μάτια του. Η Ευανθία γύρισε κείθε. - Καλημέρα, παππού, φώναξε. Ο παππούς κοίταξε γύρω, σα να ζητούσε κάτι. - Τι είναι παππού; ξαναείπε η Ευανθία. Ο παππούς ήρθε στο τραπέζι, έπειτα πήγε στον κομό. - Γυρεύεις τίποτε; ρώτησε πάλι η Ευανθία. - Τα σπίρτα… μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, και ο Στέφανος σηκώθηκε. - Πάρε τα δικά μου, παππού, είπε και του έδωσε τα σπίρτα. Ο παππούς ήρθε και στάθηκε μπρος στο παράθυρο. Στάθηκε, κοίταξε έξω μια στιγμή κ’ έπειτα είπε: - Τη νύχτα έβρεξε. - Το απόγευμα, παππού, είπε η Ευανθία. - Τη νύχτα, είπε ξανά ο παππούς. - Τη νύχτα, ναι, οληνύχτα, είπε η Μαρίκα κοιτάζοντας την Ευανθία. Ο παππούς γύρισε και σύρθηκε έξω, και η Ευανθία βλέποντας τη Μαρίκα: - Τη νύχτα, ψιθύρισε σα μηχανικά. Μα έπειτα πιάνοντας τον ώμο της Μαρίκας; - Αλήθεια, δε μου τέλειωσες την ιστορία, είπε σαν ξαφνικά. - Ποια ιστορία; - Που μου άρχισες ψες βράδυ στο παράθυρο, για τ’ άστρα. - Α, ναι, θυμήθηκε η Μαρίκα. Και γυρίζοντας στο Στέφανο: Για τον Ωρίωνα, είπε κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος τινάχτηκε, σα να ξαφνίστηκε. - Έλα, πες τη, ξαναζήτησε η Ευανθία και περίμενε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε η υπηρέτρια που έβγαλε φωνή, και η Ευανθία έτρεξε κει. Ο Στέφανος κοιτάχτηκε με τη Μαρίκα. - Ευανθία! φώναξε γοργά η Μαρίκα. Μα η Ευανθία δε γύρισε. Σταμάτησε στην πόρτα εμπρός στον παππού που έτρεχε κοντά στην υπηρέτρια. - Τα σπίρτα, της ψιθύρισε ο παππούς. - Τα σπίρτα μου τα ξαναπήρε, ψιθύρισε πάλι και στάθηκε και κοίταζε την Ευανθία. - Ευανθία, ξαναφώναξε η Μαρίκα, έλα άκουσε το μύθο. Η Ευανθία γύρισε. Μα σα να ξέχασε: - Τι; ρώτησε. - Για τον Ωρίωνα, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο: - Α ναι, ποιος ήταν; Η Μαρίκα σταμάτησε, μα έπειτα: - Ένας που αγάπησε την Άρτεμη, είπε. - Α ναι, κι αυτή; Μα η Μαρίκα δεν απάντησε. Η γιαγιά ήρθε στην πόρτα και πήρε από το χέρι τον παππού. Η Ευανθία στάθηκε και κοίταζε, ενώ ο παπαγάλος φώναζε από το διάδρομο: - Παππού! παππού! Ο Στέφανος πλησίασε στο παράθυρο που ήταν ορθή η Μαρίκα. - Φαίνεσαι κουρασμένη· δεν κοιμήθηκες καλά; τη ρώτησε. - Ω ναι, είπε η Μαρίκα. Σώπασαν λίγες στιγμές. Από κάτω ανέβαινε η υγρασία της νοτισμένης γης. Η μισομαδημένη λεύκα έμενε ακίνητη· μόνο σε μια άκρη ενός κλαδιού σάλευαν δυο καρδερίνες. Στην αντικρινή ταράτσα παρδαλές πλατιές κουβέρτες απλωμένες έμοιαζαν σημαίες που με το κόκκινό τους βάθος έδιναν όψη φαιδρή στην ερημιά του μικρού δρόμου. Ένας φλώρος κρεμασμένος κάπου σε κλουβί σκόρπισε έξαφνα ένα συρτό μονότονο κελάδημα, και οι καρδερίνες απάντησαν μ’ ένα πιο σύντομο ψιθυρητό. Ο Στέφανος έπιασε τον ώμο της Μαρίκας. Μια από τις καρδερίνες πήδησε στο άλλο κλαδί κουνώντας τη λευκοστιγμένη μαύρη ουρά. Τα σταχτοκίτρινα φτερούγια έπαιξαν παρδαλά στον ήλιο, και από το μικρό κεφάλι έσμιξαν λάμψεις κόκκινες σα ρουμπινιού. Ο Στέφανος θέλησε να δείξει της Μαρίκας το πουλί, μα η Μαρίκα κοίταζε αντίκρυ. Κοίταζε αντίκρυ προς το ορθόβραχο βουνό που ίσκιωνε αποκάτω του μαβιά το γυμνό σταχτερό λόφο· λευκόχριστα σπιτάκια στριμωγμένα στο πλευρό του λόφου αραδιαστά, έμοιαζαν σα σκαλοπάτια προς το βαρύ σκοτεινό κάστρο που ύψωνε στην κορυφή κεραμιδόχρωμα τα μισογκρεμισμένα τείχη του. Η Μαρίκα κοίταζε τους ίσκιους που έριχνε το ψηλό βουνό στο λόφο, και ο Στέφανος, σα να θέλησε να τους σκορπίσει από μπροστά της, της έπιασε τη μέση κ’ έκαμε πάλι να της δείξει το πουλί. - Για δες, ψιθύρισε. Μα όταν η Μαρίκα γύρισε να δει, το πουλί είχε φύγει. - Για δες. Και ο Στέφανος έδειξε κάτω τον τοίχο της αυλής, όπου ένα βυσσινοκόκκινο περιπλοκάδι πλεγμένο με τον πράσινο κισσό απλωνότανε μαζί του κλαδιστό σα φλέβες αίμα, σαν παρακλάδια βουνών και ποταμιών σε χάρτη, κ’ έκανε αληθινά τον τοίχο σαν εικόνα χρωματισμένη φανταστικά. Η Μαρίκα έσκυψε και κοίταξε. Έπειτα σήκωσε το σώμα και αφού κοίταξε και πάλι μπροστά της, ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Στέφανε, είπε. Ο Στέφανος την κοίταξε. Η Μαρίκα σταμάτησε μια στιγμή. - Θυμάσαι πότε άρχισε η αγάπη μας; ρώτησε αμέσως έπειτα αργά και σαν ψιθυριστά. - Από το βράδυ εκείνο, είπε ο Στέφανος αργά κι αυτός. - Ποιο βράδυ; Όταν σε φώναξε η γιαγιά; Ο Στέφανος σα να ένεψε. - Όχι πρωτύτερα; Ο Στέφανος την κοίταξε. - Όχι πρωτύτερα; ξαναείπε πάλι αργά η Μαρίκα. Κι όταν σε φώναξε η γιαγιά, ε για πε μου, πρόσθεσε ύστερα. - Ήσουνα τόσο ωραία στο ηλιοβασίλεμα. - Θέλεις να πεις, τότε δεν ήμουνα χλωμή. - Μαρίκα, είπε ο Στέφανος και της έπιασε το χέρι. - Ναι, κ’ ήτανε τόσο ζεστός ο αέρας. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή και ανάσανε, σα ν’ ανάσαινε εκείνον τον αέρα. Έπειτα ξανακοιτάζοντας το Στέφανο στα μάτια: - Ξέρεις γιατί σε φώναξε η γιαγιά; είπε. - Γιατί; ρώτησε ο στέφανος. - Επίτηδες, είπε η Μαρίκα, και στα χείλη της τρεμούλιασε ένα χαμόγελο που μόλις το είδε ο Στέφανος. Και ο Στέφανος μη νιώθοντας. - Επίτηδες; ρώτησε πάλι σα μηχανικά. - Ναι, ήξερε πως δεν το ήθελε η μαμά, είπε η Μαρίκα χωρίς να πάρει τη ματιά από πάνω του. Το χέρι του Στέφανου που κρατούσε το δικό της χαλάρωσε άθελα. - Λοιπόν καλύτερα να μη με φώναζε; Η Μαρίκα έσφιξε πιο πολύ το χέρι του κ’ έσυρε κοντύτερα το Στέφανο: - Όχι, Στέφανε, όχι· δεν είπα αυτό, είπε γοργά. Και όσο ο Στέφανος την κοίταζε άφωνος, εξακολούθησε: - Είπα μόνο πως η γιαγιά κάνει ό, τι δεν αρέσει της μαμάς. Να, σήμερα μάλωσαν πάλι. Μπήκε στην κάμαρά της δίχως να χτυπήσει. Και η μαμά ήταν άντυτη. Ο Στέφανος χαμογέλασε. - Το ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Και μένα δε μου αρέσει. Και μένα με κάνει νευρική συχνά. - Που γυρνά με τις παντούφλες, ξαναγέλασε ο Στέφανος. - Ναι, κι αυτό το κάνει γιατί ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Ο Στέφανος έκαμε να τη χαδέψει: - Παιδί, παιδί. - Ναι, ναι· θέλεις να σου πω κ’ ένα άλλο; είπε η Μαρίκα και σταμάτησε. - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος και την κοίταξε προσμένοντας. - Να, και την Ευανθία την έφερε, και η Μαρίκα δεν πρόσεξε ένα κίνημα του Στέφανου, γιατί ξέρει πως δεν την ήθελε η μαμά. - Και τη μητέρα μου, κ’ εμέ τον ίδιο, είπε ο Στέφανος μ’ ένα χαμόγελο. Βρέθηκαν ένα βήμα ο ένας μακριά από τον άλλο. Η Μαρίκα χαμήλωσε τα μάτια, ο Στέφανος κοίταζε έξω. Σώπασαν μια στιγμή. Έπειτα η Μαρίκα ήρθε και του άρπαξε και τα δυο χέρια: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Έλα, φίλησέ με, του φώναξε μεμιάς και τον αγκάλιασε. Ο Στέφανος τη φίλησε. - Και σένα, είπε έξαφνα η Μαρίκα, σα να συνέχιζε το στοχασμό της. Γιατί σ’ έφερε σένα, γι’ αυτό την αγαπώ. Κ’ ενώ ο Στέφανος σώπαινε. - Τη γιαγιά, πρόσθεσε και ακούμπησε τα χέρια στους ώμους του. - Ξέρεις, Στέφανε, πώς μου είναι; είπε έπειτα από μια στιγμή. - Πώς; ρώτησε ο Στέφανος μηχανικά, σαν άθελα. - Σα μοίρα, είπε αργά η Μαρίκα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τον. - Σα μοίρα μου, ξαναψιθύρισε, κι αμέσως, σα μ’ έξαφνο ξέσπασμα: Έλα, φίλησέ με πάλι, φώναξε γοργά. Στα μάτια, ναι, στα μάτια· το ξέρεις πως μου αρέσουνε φιλιά στα μάτια, είπε με αργότερη, βραχνότερη φωνή κ’ έγειρε το κεφάλι στο λυγισμένο μπράτσο του Στέφανου. [Επεξεργασία] ΙΙΙ Ο Στέφανος, γυρνώντας σπίτι, κάθισε στο καφενείο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα μπροστά του στρωνόταν κατακόκκινη στο ηλιοβασίλεμα. Μια όμοια λάμψη φώτιζε τη θάλασσα το βράδυ εκείνο που η γιαγιά τον έκραξε στο εκκλησιδάκι έξω εκεί στην ακροθαλασσιά. Η Μαρίκα στέκονταν ορθή, και το ανοιχτόχρωμο φόρεμά της έφευγε κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα. Ο Στέφανος δεν τη γνώρισε, μάντεψε όμως ποια ήταν άμα είδε τη γιαγιά. Έδωσαν τα χέρια και κοιτάχτηκαν, παράξενα του φάνηκε. Του φάνηκε ακόμα πως η Μαρίκα κοκκίνισε. Ο Στέφανος έλειπε χρόνια, και η γιαγιά τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Η Μαρίκα του είπε μόνο καλώς ήρθες. Ύστερα τον ρώτησε για τη μαμά του. Ο Στέφανος θυμάται πως της απάντησε με τόνο: - Η μητέρα μου; Καλά, ευχαριστώ. Έπειτα γύρισε στη γιαγιά και είπε: - Ρώτησα για σας, νονά. Και ύστερα πρόσθεσε: - Και χάρηκα … Θυμάται πως δεν τελείωσε, γιατί τον κοίταξε η Μαρίκα· τον κοίταξε πάλι παράξενα. Έπειτα γύρισε η ομιλία αλλού. Η γιαγιά του είπε πως ευχαριστήθηκε πολύ που άκουσε πως θα μείνει τώρα εδώ, να πάρει το γραφείο του πατέρα του. - Ο καημένος ο Γιάγκος κουράζεται πολύ, είπε. - Και η Κατίγκω, πρόσθεσε, ναι, τι καλά που θα είναι και για την Κατίγκω. - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Και η Ευανθία, νονά; ρώτησε έπειτα από μια στιγμή. Η Μαρίκα τον κοίταξε, ενώ η γιαγιά απάντησε: - Προχτές μας έγραψε. Καλά είναι. Το χειμώνα που μας πέρασε ήρθε και μας είδε. Μα η θεία της αρρώστησε, και δεν κάθισε πολύ. - Τα έμαθα, είπε ο Στέφανος. Και πρόσθεσε: - Από τη μητέρα μου. - Ναι, η Κατίγκω την αγαπά πολύ· της φαίνεται πως βλέπει ... Και η γιαγιά σώπασε. ΄Επειτα μίλησαν γι’ άλλα πράγματα. Ο Στέφανος τις συνόδεψε ως το σπίτι. Όταν χωρίστηκαν, η Μαρίκα τον κοίταξε πάλι παράξενα ενώ του έδινε το χέρι. Και όταν έμπαινε στην πόρτα, γύρισε και τον ξαναείδε. Αυτό το βράδυ ήταν η πρώτη αρχή. - Όχι πρωτύτερα; Όσο και αν έκανε ο Στέφανος να θυμηθεί, πρωτύτερα θυμόταν τη Μαρίκα μόνο μικρή, που την έφερνε η γιαγιά και παίζανε. Αυτή, αυτός και οι δυο Ευανθίες. Πότε στον κήπο, πότε στην ακροθαλασσιά, και το χειμώνα στο βουνό πίσω από το κάστρο, που έτρεχε μέσα στην πρασινάδα η ρεματιά. Ταχτικά, καθημερινά σχεδόν. - Κατίγκω! έτοιμα τα παιδιά; φώναζε η γιαγιά από την αυλόπορτα. -Έρχονται αμέσως, απαντούσε η κυρία Κατίγκω, κι ο Στέφανος βιαζότανε να κατεβεί τα σκαλιά δυο δυο. - Το νου σου! δε σου φεύγει· θα σκοτωθείς! του φώναζε από πίσω η κυρία Κατίγκω, που κατέβαζε την Ευανθία της από το χέρι. Ο Στέφανος κρατούσε κιόλα το χέρι της άλλης Ευανθίας, όταν έφτανε η κυρία Κατίγκω με την αδερφή. - Πάλι μονάχη σου, νονά; έλεγε η κυρία Κατίγκω και χαιρετιότανε με τη γιαγιά. - Η υπηρέτρια δεν άδειαζε, απαντούσε η γιαγιά και κοίταζε την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω, που ένιωθε τη ματιά, της ψιθύριζε σιγά στο αυτί. - Ναι, ναι, καλύτερα. - Να λείπω· δε βαστιέται· πάντα με τη νομαρχία, έλεγε και η γιαγιά σιγά κ’ ήθελε να σταθεί ν’ αλλάξει ακόμα λίγα λόγια με την κυρία Κατίγκω, μα ο Στέφανος είχε πιάσει από το χέρι τις δυο Ευανθίες και ήταν έξω πια από την αυλόπορτα. - Ευανθία, Ευανθία! φώναζε η γιαγιά, και γύριζαν για μια στιγμή και οι δυο Ευανθίες. - Ευανθία! ξαναφώναζε, αλλά δε γύριζε καμιά. - Εγώ τα φταίω με τ’ όνομα, αλλά μου αρέσει, έλεγε η γιαγιά και σταματούσε να ψιθυρίσει κάτι ακόμα της κυρίας Κατίγκως· μα η Μαρίκα την τραβούσε από το φόρεμα, κ’ έφευγε η γιαγιά. Σε λίγο ήταν έξω στο ακρογιάλι, και τα παιδιά γέμιζαν τα κουβαδάκια τους στον άμμο. Η γιαγιά έβγαζε από το τζαντάκι την κάλτσα της και τα γυαλιά. Έπειτα άπλωνε το μαντήλι κάτω, και τα παιδιά σώριαζαν μέσα τα κοχύλια που μάζευαν. Και όταν το μαντήλι γέμιζε, τα έφερναν και τα έριχναν στην ποδιά της γιαγιάς. - Έλα, φτάνει πιά· μου μουσκέψατε το φόρεμα, τους έλεγε η γιαγιά. Και άφηνε την κάλτσα και τα βοηθούσε να μοιράζουν τα κοχύλια. Οι δυο Ευανθίες μάλωναν πάντα μεταξύ τους, και ο Στέφανος και με τις δυο. Η Μαρίκα γέμιζε σιωπηλή το κουβαδάκι με όσα της έδινε η γιαγιά. Και κάθιζε στον άμμο και τ’ άδειαζε και τα ξανάδειαζε· τα σώριαζε, τ’ αράδιαζε σε γραμμές και τα κοίταζε. Έπειτα σήκωνε πάλι τα μάτια και κοίταζε μπροστά της τον αέρα, τα πεύκα που στέκονταν ακίνητα στους βράχους, τη θάλασσα που έσμιγε πέρα σε μια γραμμή θολή και ασάλευτη τον ουρανό. Οι δυο Ευανθίες και ο Στέφανος άφηναν τα κοχύλια και πηδούσαν στο νερό. Πρώτη η Ευανθία της γιαγιάς. Κυνηγιόντανε, βουτούσαν ως τα γόνατα, έβρεχαν τα μεσοφόρια· πιτσίλιζαν τις πλάτες και νοτίζαν τα μαλλιά. Τα καστανόξανθα μαλλιά της Ευανθίας έφεγγαν στον ήλιο. Η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. - Μαρίκα, έλα και συ· δε θέλεις; της έλεγε η γιαγιά. Η Μαρίκα κοίταζε. - Τι; έλεγε ύστερα. - Να μπεις στη θάλασσα. - Όχι. - Γιατί; κρυώνεις; Η Μαρίκα κοίτα τη γιαγιά. - Ναι, θέλησε να πει μια μέρα, μα σταμάτησε, σα να μην ήθελε να πει το ψέμα. - Δεν το θέλει η μαμά, είπε ύστερα σιγά. - Η μαμά πολλά δε θέλει, μα δεν της το λέμε, ψιθύρισε η γιαγιά· έλα! - Και εγώ δε θέλω, είπε η Μαρίκα σα με πείσμα. - Γιατί; - Γιατί δεν το θέλει η μαμά, απάντησε η μικρή και κοίταξε τη γιαγιά στα μάτια. Η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως στάθηκε κει μπροστά και γέλασε. - Δε σε ξαναπαίζουμε, είπε της Μαρίκας κ’ έδωσε γοργή κλωτσιά στα κοχύλια της τ’ αραδιασμένα χάμω. Η Μαρίκα έκλαψε και δεν ξαναήρθε πια με τη γιαγιά. Η Ευανθία διηγήθηκε των παιδιών την άλλη μέρα πως η μητέρα της Μαρίκας μάλωσε με τη γιαγιά. ΄Επειτα άκουσαν τη γιαγιά που ψιθύριζε κρυφά με την κυρία Κατίγκω. - Είναι ανυπόφορη· ολοένα με τη νομαρχία, έλεγε η γιαγιά. - Μου γύρισε κ’ εμέ τις πλάτες, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θέλει να διώξει και την Ευανθία. - Και ο νονός; - Όπως κατάντησε ο νονός! Και η γιαγιά αναστέναξε. ........................................... Η κυρία Κατίγκω έπαιρνε συχνά τη φυσαρμόνικα κ’ έπαιζε των παιδιών· και η γιαγιά τους τραγουδούσε: Τα πουλιά στα κλώνια ζυγά ζυγά, και τα χελιδόνια ... Και τα παιδιά ζητούσανε να βρουν τη ρίμα. - Μες στη φωλιά, έλεγε το ένα. - Στη αμμουδιά, έλεγε το άλλο. Η γιαγιά δεν την ήξερε κι αυτή και δεν αποτελείωνε το τραγούδι. Και τα παιδιά γελούσαν. Κάποτε έπαιρναν τη φυσαρμόνικα και στο ακρογιάλι, και όταν έφεγγε το φεγγάρι έβγαιναν με τη βάρκα έξω στη θάλασσα. Ο πατέρας κάθιζε στα κουπιά, ο Στέφανος κοντά του, και οι δυο Ευανθίες στο πλάγι της κυρίας Κατίγκως. Η γιαγιά κρατούσε το κοφινάκι με τις φέτες τα ψωμιά. - Φεγγάρι, φεγγαράκι, τραγουδούσαν τα παιδιά, και η κυρία Κατίγκω τ’ ακολουθούσε με τη φυσαρμόνικα. Οι δυο Ευανθίες ακουμπούσανε στα γόνατά της, και η κυρία Κατίγκω έριχνε πίσω το κεφάλι και κοίταζε τη θάλασσα. Ο Στέφανος χτυπούσε με το χέρι το νερό σα με κουπί ή σηκωνόταν κ’ έστεκε ορθός στη βάρκα και γύρευε να την κάμει να τρεκλίσει. - Στέφανε! του φώναζε η μητέρα. - Παλικαριές, ψιθύριζε η Ευανθία. - Έλα τώρα, του έλεγε η γιαγιά, που άρχιζε να μοιράζει τα ψωμάκια. Τότε άρχιζε να τραγουδά ο πατέρας. Δεν ήξερε να τραγουδά σωστά, μουρμούριζε μόνο κομμένα λόγια και κοίταζε την κυρία Κατίγκω, που με το κεφάλι γερμένο πίσω και με τη φέτα το ψωμί αφημένη στα γόνατα έμενε ακίνητη και σιωπηλή κ’ έβλεπε τη θάλασσα. - Κατίγκω, ξεχάστηκες, της έλεγε η γιαγιά. - Έλα, μαμά, της φώναζε η Ευανθία. Ο πατέρας άφηνε τα κουπιά και την περίμενε να τραγουδήσει. Η κυρία Κατίγκω αγαπούσε μελαγχολικά τραγούδια, και ο Στέφανος δεν την ήθελε ν’ αρχίσει. Σκουντούσε τον πατέρα να ξαναπιάσει τα κουπιά. Μα και η Ευανθία της γιαγιάς σκουντούσε την κυρία Κατίγκω: - Έλα θεία Κατίγκω! - Σα φύλλο, θεία Κατίγκω, ξαναπαρακαλούσε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω έπαιρνε τη φυσαρμόνικα σιγά σιγά σαν κουρασμένη και άρχιζε να τραγουδά: Σα φύλλο κίτρινο και μαραμένο ... - ΄Όχι, όχι κίτρινο· το άλλο, την έκοβε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω άλλαζε το σκοπό, και τραγουδούσαν και οι δυο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Η άλλη Ευανθία τις ακολουθούσε σιγαλά. Έπειτα σώπαινε μεμιάς. Η κυρία Κατίγκω έπαυε το σκοπό κι αυτή και άφηνε να σβήνει στα νερά μόνη η φωνή της Ευανθίας της γιαγιάς: προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Ένα βράδυ το τραγουδούσαν στην ακρογιαλιά μαζί με την κυρία Κατίγκω καθισμένες χάμω στην αμμουδιά. Και ξαφνικά το άκουσαν από πίσω. Τους φάνηκε πως ήταν η ηχώ του βράχου. Γύρισαν να δουν, και η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε σαν ξαφνιασμένη. Μα η Ευανθία γνώρισε δυο μάτια που έφεγγαν στη σκοτεινιά. - Ο παππούς! είν’ ο παππούς, φώναξε. Και πήγε ίσια επάνω του και ξαναφώναξε: - Με τη Μαρίκα! Ήταν αληθινά ο παππούς και κρατούσε από το χέρι τη Μαρίκα. - Η Μαρίκα! φώναξε και η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως. Η Μαρίκα στεκότανε σαν ξαφνιασμένη και δεν άφηνε το χέρι του παππού. - Πάμε, πάμε, του σκουντούσε το γόνατο με το χέρι. Ο παππούς έμενε ακίνητος. - Ήρθα για τη γιαγιά, ψιθύρισε της κυρίας Κατίγκως. Μα η γιαγιά έλειπε το βράδυ αυτό. Η Ευανθία θέλησε να πάρει τη Μαρίκα από το χέρι του παππού Μα η Μαρίκα της είπε σιγαλά: - Δεν το ξέρει η μαμά. Και τράβηξε την Ευανθία. Η Ευανθία πήγε μαζί της, κ’ έφυγαν και οι δυο με τον παππού. Η άλλη Ευανθία κι ο Στέφανος έμειναν πίσω με την κυρία Κατίγκω. - Φοβήθηκα, είπε η Ευανθία. - Είδες πώς έφεγγαν τα μάτια του; είπε ο Στέφανος· γιατί μητέρα; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έπιασε μόνο από το χέρι και τα δυο παιδιά. Η Μαρίκα δεν ξαναήρθε στο ακρογιάλι. …………………………….. Ύστερα ερχόταν ο χειμώνας κ’ έστρωνε την αμμουδιά με σταχτοπράσινα μουσκεμένα φύκια. Ο αέρας σφύριζε μελαγχολικά στα κιτρινισμένα βούρλα και στη μαδημένη καλαμιά. Η γιαγιά έφερνε τότε τα παιδιά έξω στους λόφους πίσω από το κάστρο, όπου ο ήλιος έλαμπε χαρωπά στη νέα χλόη. Ανέβαιναν από το μονοπάτι σέρνοντας το αμαξάκι με τις κούκλες και σταματούσανε στη γέφυρα κ’ έβλεπαν κάτω το κανάλι που άραζαν τα ψαράδικα καΐκια με τα κόκκινα πανιά, και οι μαούνες άδειαζαν τα πορτοκάλια φανταχτερούς σωρούς στο μώλο. Έπειτα έγερναν κάτω κ’ έβγαιναν στο λαγκάδι όπου κυλούσε η ρεματιά. Ο Στέφανος σκαρφάλωνε ψηλά στις λευκαμένες πέτρες, οι δυο Ευανθίες γύρευαν στην άκρη βώλους και παρδαλά χαλίκια. - Στέφανε! εκεί είν’ ένας, φώναζε η αδερφή κ’ έδειχνε μέσα στο κελαρυστό νερό. Ο Στέφανος πηδούσε δω, βουτούσε κει, κλονιζόταν μια στιγμή· ύστερα ζυγιαζότανε στην πέτρα ώσπου έσκυβε τέλος κ’ έβγαζε το βώλο. - Να, πιάστε τον, φώναζε κρατώντας τον ψηλά. Οι δυο Ευανθίες κοίταζαν το πετραδάκι που γυάλιζε στον ήλιο και άπλωναν τα χέρια. -Να, πιάστε τον, ξαναφώναζε ο Στέφανος και τις γελούσε δεύτερη φορά. - Α, α! ξεφώνιζαν λαχταριστά οι δυο μικρές ώσπου άρπαζε το βώλο η Ευανθία της γιαγιάς. Η γιαγιά έβλεπε βρεγμένα το πόδια του Στέφανου και φώναζε πως θα το πει το βράδυ της κυρίας Κατίγκως. Ο Στέφανος έταζε πως δε θα ξαναπατήσει στο νερό, μα η Ευανθία έβλεπε σε λίγο κάτι που ρόδιζε ψηλά στον άλλον όχτο. - Μια κάππαρη, μια κάππαρη! έβγαζε φωνή και κοίταζε το Στέφανο. Και ο Στέφανος πηδούσε, σκαρφάλωνε, ξανβουτούσε στο νερό και γύριζε με μια μικρούτσικη ανεμώνη, που είχε φυτρώσει ανάμεσα στα ξερά κλαδιά της κάππαρης. Η Ευανθία ζάρωνε το πρόσωπο και πετούσε το άνθος, και η γιαγιά μάλωνε πάλι το Στέφανο που είχε ξαναβραχεί. Η γιαγιά έφερνε στο μαντίλι της φέτες ψωμί με μέλι, και πορτοκάλια· και η κυρία Κατίγκω γέμιζε τα τζαντάκια των παιδιών με κουλουράκια. Τους τα μοίραζε η γιαγιά, κ’ έτρωγαν και τα τρία καθιστά χάμω στη χλόη. Ο σκύλος του σπιτιού που τους ακολουθούσε κάποτε, στεκότανε και κοίταζε. Της Ευανθίας της γιαγιάς της άρεσε να του πετά ψωμί κ’ έπειτα να τον κυνηγά. - Μη, θα πέσεις! φώναζε η γιαγιά. Η Ευανθία χανόταν πίσω από το λόφο και τ’ άλλα δυο παιδιά μαζί της. Εκεί έβγαιναν μπροστά οι κατσίκες, και η Ευανθία σταματούσε τρομαγμένη: - Κοιτάχτε τις τι μαύρες που είναι· κοιτάχτε τις πώς δεν κουνιούνται! Ο Στέφανος και η άλλη Ευανθία ήθελαν να γελάσουν, μα στο τέλος φοβόντανε κι αυτοί. Σταχτερόμαυρες, γυαλιστερές έμοιαζαν οι κατσίκες σα μπρούτζινες και φαίνονταν αληθινά σα να ήταν καρφωμένες στο βουνό κ’ έτρωγαν ολοένα. Κάποτε σηκώναν το κεφάλι και στύλωναν μπροστά τους τα μικρά κίτρινα μάτια τους ασάλευτα, σα να έβλεπαν κάτι που τα παιδιά δεν το έβλεπαν. Και τότε η Ευανθία τρόμαζε περισσότερο κ’ έτρεχε να κρυφτεί πίσω από τη γιαγιά. Και σιγάζαν και τα τρία εκεί. Από το νταμάρι αντίκρυ, στην κορυφή του λόφου που κοκκίνιζε στον ήλιο μαβιά χαλκή, αντηχούσε μετάλλινος σα χτύπος ρολογιού ο ήχος των λοστών. Και όταν έπαυε, τα παιδιά το ήξεραν και περίμεναν να πεταχτεί απάνω η τούφα του καπνού, κ’ ένα κομμάτι βράχου να τιναχτεί ψηλά σε τρίμματα, όπως τινάζονται τα τόξα του νερού στο σιντριβάνι. - Αά, αά, φώναζαν τα παιδιά και πηδούσαν μεμιάς απάνω. Έπειτα έσβηνε σιγά ο καπνός και η σκόνη, και το λαγκάδι ξαναησύχαζε. Κάπου κάπου ακούονταν τώρα οι κόπανοι των γυναικών που έπλεναν μακρύτερα στη ρεματιά. Ο λόφος άσπριζε γελαστά από τ’ απλωμένα ρούχα, και στον αέρα μετεωρίζονταν τρεμουλιαστοί , σαν κρεμασμένοι από τον ουρανό ψηλά, αϊτοί με ουρές και αφτιά πολύχρωμα. Ο Στέφανος και οι δυο Ευανθίες έμεναν και τους κοίταζαν πως έτρεμαν ψηλά και πως ανέβαιναν πάντα ψηλότερα ώσπου χανόντανε σε μικρά στίγματα στο γαλανό. Ο Στέφανος δοκίμασε να σηκώσει κι αυτός έναν ψηλά. Οι Ευανθίες τον βοηθούσαν στην αρχή, μα έπειτα γύριζαν στις κούκλες τους· έπλεναν τα πανιά τους στη ρεματιά και τα στέγνωναν στον ήλιο. Έπειτα είδε ο Στέφανος άλλα παιδιά που έπιαναν πουλιά μες στα χωράφια, κι άφησε τον αϊτό. Η κυρία Κατίγκω του πήρε ένα κλουβί, μα ο Στέφανος το έφερνε κει έξω κάθε μέρα. Σώριαζε πέτρες κ’ έστηνε απάνω ένα ξερό κλαδί, κολλούσε στο κλαδί βεργίτσες αλειμμένες με ιξό και ξαπλωνόταν παραπίσω και περίμενε να έρθει να καθίσει το πουλί. Το περίμενε ώρες και το ονειρευόταν τη νύχτα. Η Ευανθία της γιαγιάς γελούσε πίσω του ή πετούσε πέτρες να ρίξει χάμω το κλαδί. Μα ο Στέφανος περίμενε. Μια μέρα, καθώς έστρεψε, είδε έξαφνα από πίσω τη Μαρίκα. Στεκότανε και κοίταζε. Την είχε φέρει η υπηρέτρια, μα τις άλλες μέρες ξαναήρθε πάλι με τη γιαγιά. Και στεκότανε και κοίταζε. Ο Στέφανος άκουε τ’ άλλα παιδιά που έκραζαν με τα χείλη τα πουλιά, και δοκίμαζε να μιμηθεί κι αυτός τον ήχο. Δεν το κατόρθωνε, και οι Ευανθίες τον περιγελούσαν. Τις κυνηγούσε με τις πέτρες κ’ έπειτα γύριζε πάλι και κάθιζε κ’ έκραζε να έρθει το πουλί. Και η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. Όσο που η κυρία Αγλαΐα ξαναμάλωσε με τη γιαγιά, και η Μαρίκα ξαναχάθηκε. Και ο Στέφανος περίμενε πάλι μονάχος να πιάσει το πουλί. ……………………………. Πέρασε ο χειμώνας χωρίς να το πιάσει. Πριν όμως έρθει ακόμα η άνοιξη, αρρώστησε έξαφνα η μια Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω καρφώθηκε απάνω από το κεφάλι της, η γιαγιά ερχόταν και συντρόφευε την κυρία Κατίγκω. Δεν ξαναβγήκαν στο βουνό. Ο Στέφανος και η Ευανθία της γιαγιάς έπαιζαν μόνοι τους στον κήπο. Το σπίτι απάνω ήταν σιωπηλό. Η υπηρέτρια έφερνε αδιάκοπα νερό από τη βρύση και πήγαινε και ξαναπήγαινε στο φαρμακείο, ο γιατρός ερχόταν και τη νύχτα αργά. Έπειτα άρχισε να ξενυχτά στο σπίτι και η γιαγιά. Και μαζί της έμενε και η Ευανθία. Κοιμότανε στη σάλα χάμω με τη γιαγιά, κι ο Στέφανος στον καναπέ. Δε μιλούσανε πολύ· ψιθυριστά μονάχα, όπως και οι μεγάλοι. Κάποτε ξεχνούσαν και σηκώναν τη φωνή, μα τους έρχονταν αμέσως στο νου η άρρωστη και σώπαιναν. Στην κάμαρα που ήταν πεσμένη δεν τους άφηναν να μπούν. Μια μέρα μόνο πλησίασαν κλεφτά στην πόρτα και είδαν τα χέρια της απλωμένα ακίνητα απάνω από το σκέπασμα. Η κυρία Κατίγκω της άλλαζε το βρεγμένο πανί στο μέτωπο. Τραβήχτηκαν σιγαλά πίσω. - Της έκοψαν και τα μαλλιά, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία ψιθύρισε: - Εγώ δε θ’ άφηνα να μου τα κόψουν. Την άλλη μέρα άκουσαν πως έστειλαν να φέρουν χιόνι από το βουνό. Και στάθηκαν και κοιταχτήκαν. Έπειτα ρώτησαν τη γιαγιά: - Γιατί; - Το πρόσταξε ο γιατρός, τους είπε. Δεν ένιωσαν· και ρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, απάντησε η γιαγιά. Κατέβηκαν κ’ έπαιζαν στην αυλή και περίμεναν το χιόνι. Το έφερε ο υπηρέτης στοιβαγμένο και τυλιγμένο μέσα σε άμμο και άχυρο. - Τι κρύο που είναι, είπε ο Στέφανος που το άγγιξε. - Θα της το βάλουν στο κεφάλι, ψιθύρισε η Ευανθία. Τράβηξαν να παν να παίξουν, μα η Ευανθία γύρισε και θέλησε να κόψει ένα κομμάτι χιόνι. Η υπηρέτρια τη χτύπησε στο χέρι, και η Ευανθία ξαναγύρισε στο Στέφανο: - Ήθελα να έκανα ένα βώλο. - Θυμάσαι μια φορά που χιόνισε; είπε ύστερα. - Ναι, και φάγαμε και βράχνιασες, είπε ο Στέφανος. Και μπήκαν κ’ έπαιξαν στον κήπο. Στο σπίτι ήταν η ίδια ησυχία πάντα· πατούσαν σιγαλά και ψιθύριζαν μονάχα. Την άλλη μέρα έφεραν και άλλο γιατρό. Τα παιδιά όταν είδαν τη γιαγιά, ξαναρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, είπε η γιαγιά. Σε άλλους όμως που είχαν στείλει να ρωτήσουν, την άκουσαν πως έλεγε: - Τα ίδια. Και στάθηκαν και την κοίταζαν. - Καλύτερα είναι, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Μα χωρίς αυτά να κάνουν θόρυβο, τους φώναξε πνιχτά: - Σιγότερα, σιγότερα. Τα παιδιά κοιτάξανε το ένα το άλλο. Έπειτα έφυγαν πατώντας στα δάχτυλα. Ύστερα ο Στέφανος θυμήθηκε πως τελείωσαν τα κουλουράκια. - Δε θα φτιάξομε άλλα, νονά; είπε της γιαγιάς. - Τι; τέντωσε η γιαγιά το αφτί. - Κουλουράκια, γιαγιά, είπε η Ευανθία. Η γιαγιά κοίταξε τα παιδιά δίχως να μιλήσει. - Να είναι έτοιμα όταν σηκωθεί η Ευανθία, της είπε ο Στέφανος σιγά στο αφτί. Και θυμήθηκε πως τα έπλαθε η μητέρα με την υπηρέτρια. Αυτός και η Ευανθία δεν έφευγαν από κοντά απ’ τη σκάφη, όσο που τους έδιναν κι αυτών ζυμάρι κ’ έπλαθαν ανθρωπάκια, ζώα κι άλλα πράγματα περίεργα, και παρακαλούσαν τη μητέρα να τα στείλει να ψηθούν κι αυτά στο φούρνο. Η κυρία Κατίγκω φώναζε στο Στέφανο: - Φύγε από κει· μη με σκοτίζεις. Κάποτε του έδινε και μια στα δάχτυλα. Στην Ευανθία όμως αδύνατο ν’ αντισταθεί. - Μαμά, μαμάκα, τη χάιδευε η μικρή και της αγκάλιαζε το λαιμό καθώς ήταν σκυμμένη. Το θυμήθηκε ο Στέφανος κ’ έμεινε συλλογισμένος· του ήρθε να τρέξει μέσα στην άρρωστη αδερφή. Μα η Ευανθία τον τράβηξε, και κατέβηκαν πάλι να παίξουν. Στην πορτοκαλιά του κήπου έμεναν ακόμα πορτοκάλια στην κορυφή. - Ρίχνομε ένα κάτω; είπε η Ευανθία, κι ο Στέφανος πήγε κ’ έφερε ένα μακρύ ξύλο από το πλυσταριό. Η υπηρέτρια τον είδε από το παράθυρο κ’ έβαλε φωνή: - Τώρα να φέρω τον πατέρα σου! Την ίδια στιγμή άνοιξε η αυλόπορτα, και τα παιδιά έτρεξαν να κρυφτούν πίσω από τα κάγκελα του κήπου. Η Ευανθία τεντώθηκε και κρυφοκοίταζε. - Ξέρεις ποιος είναι; γύρισε και ψιθύρισε γοργά. Ο Στέφανος άνοιξε τα μάτια ανήσυχα, σα φοβισμένα. - Η θεία Αγλαΐα είναι, είπε η Ευανθία. Και πρόσθεσε σιγότερα: - Της πέρασε· έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. - Έφερε και τη Μαρίκα; ρώτησε έπειτα. Η Ευανθία τον κοίταξε: - Τη θέλεις; Ο Στέφανος δεν απάντησε. Μα ύστερα από λίγο ψιθύρισε: - Γιατί να ήρθε; Και ανέβηκε στο σπίτι. Και η Ευανθία κοντά. Η κυρία Αγλαΐα καθότανε στη σάλα με τον πατέρα του και άλλες δυο κυρίες. - Σιγά, σιγά, ψιθύρισε η γιαγιά και πάλι των παιδιών άμα τα είδε. Εκείνα δεν τόλμησαν να τη ρωτήσουν αν ήρθε και η Μαρίκα. Ξανακατέβηκαν άφωνα στον κήπο. Όταν ξανανέβηκαν στο σπίτι, μια κυρία κρατούσε την κυρία Κατίγκω σωριασμένη στο διάδρομο σε μια καρέκλα, και κάτι της ψιθύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε αντίκρυ, και η κυρία Κατίγκω γύρισε και τον κοίταζε σα να μην τον γνώριζε. Μα έπειτα του ένεψε και πήγε. - Στέφανε, Στέφανε, είπε και του έπιασε τα χέρια, η Ευανθία… Πνίγηκε η φωνή της, και ο πατέρας πετάχτηκε από μέσα και άρπαξε το Στέφανο. Τον κάθισε στα γόνατά του λίγες στιγμές και του χάδεψε τα μαλλιά. Έπειτα τον άφησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω. Η άλλη κυρία έφερε ένα μπουκαλάκι και τη μύρισαν. Η Ευανθία στεκότανε σαν καρφωμένη στο πάτωμα και κοίταζε. Η μητέρα ξαναμπήκε στην άρρωστη, και η γιαγιά έβαλε των παιδιών και έφαγαν. Αμίλητα. Σε όλο το σπίτι βασίλευε σιγή. Μόνο η υπηρέτρια πηγαινοερχόταν, και η γιαγιά σερνότανε στις κάμαρες. Ο πατέρας, καθισμένος στην τραπεζαρία, κάπνιζε ολοένα. Ο γιατρός ξαναήρθε στην άρρωστη, έπειτα βγήκε και κάθισε με τον πατέρα λίγη ώρα. Μιλούσαν σιγαλά. Σε λίγο ξαναήρθε και η κυρία Αγλαΐα. Έκραξε τη γιαγιά, μίλησαν κρυφά στο διάδρομο και ξαναμπήκαν μέσα. Ο Στέφανος τις κοίταζε σα φοβισμένος, η Ευανθία είχε βρει τις κούκλες τις άρρωστης κ’ έπαιζε μόνη της σε μια άκρη. Ο Στέφανος κατέβηκε στον κήπο χωρίς να ξέρει κι αυτός γιατί. Είχε συννεφιάσει, και τα δέντρα στέκονταν ήσυχα και σκοτεινά. Μόνο τα πορτοκάλια κοκκίνιζαν ανάμεσα στα φύλλα της πορτοκαλιάς. Ο Στέφανος είδε στημένο στα κλαδιά το μακρύ ξύλο, καθώς το είχε αφήσει το πρωί. Το πήρε και χτύπησε με όση είχε δύναμη, ώσπου γκρέμισε ένα πορτοκάλι από την κορυφή. Έσκυψε το πήρε, ανέβηκε στο σπίτι και τράβηξε ίσα στον πατέρα. - Θέλω να το πάω της Ευανθίας μέσα, είπε κ’ έδειξε το πορτοκάλι με τον κλώνο, όπως είχε πέσει από την πορτοκαλιά. Ο πατέρας τον κοίταξε. - Ναι, ναι, ψιθύρισε και του αγκάλιασε τον ώμο. - Τώρα, είπε πάλι ο Στέφανος. - Ναι, τώρα άμα … ξυπνήσει σε λιγάκι, ξαναψιθύρισε ο πατέρας με δαγκαμένα χείλη. Έσφιξε απάνω του το κεφάλι του παιδιού και γύρισε το πρόσωπο. Ο Στέφανος έμεινε κρατώντας το πορτοκάλι. Έπειτα το άφησε στα γόνατα του πατέρα και πήγε κοντά στην Ευανθία. - Κοιμάται, της είπε σιγαλά. Η Ευανθία μιλούσε με τις κούκλες και δεν τον πρόσεξε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές κοντά της και κοίταζε τις δυο κυρίες που κάθονταν στον καναπέ. Κάθονταν αμίλητες και κοίταζαν στην πόρτα. - Έλα δω, του φώναξε τώρα η Ευανθία, μα ο Στέφανος δεν πήγε. Στάθηκε ακίνητος εκεί κ’ έριχνε κρυφές ματιές στην πόρτα, σα να περίμενε κάτι κι αυτός. - Έλα δω, του ξαναμίλησε η Ευανθία. Ο Στέφανος κοίταξε στο διάδρομο, όπου του φάνηκε πως άνοιξε σιγά η εξώπορτα. Είχε ανοίξει αλήθεια και παρουσιάστηκε ο παππούς. Ήρθε με σιγαλά πατήματα στην πόρτα και χωρίς να χαιρετήσει στάθηκε ορθός εκεί. Στάθηκε και κοίταζε. Μαζί του μπήκε από το διάδρομο μια κρύα πνοή και ανατρίχιασε το Στέφανο. Έτρεξε στον πατέρα και ακούμπησε στον ώμο του. Ο πατέρας του χάδεψε το μέτωπο. Το πορτοκάλι ήταν ακόμα στα γόνατά του. Ο Στέφανος δε θέλησε ούτε να το ’γγίξει. Οι δυο κυρίες στον καναπέ μίλησαν κάτι , δε γύρισε ούτε κει. Ακουμπισμένος στον πατέρα κοίταζε στο παράθυρο. Ένα πουλί ήρθε μια στιγμή στο τζάμι και στάθηκε· στάθηκε τόσο κοντά, σα να ήθελε να μπει στο σπίτι. Έπειτα πέταξε πάλι. Ο Στέφανος πλησίασε στο τζάμι. Έξω τα σύννεφα κρεμούσαν βαριά και χαμηλά, σα να σερνόντανε στη θάλασσα. Σε λίγο άρχισε να ψιχαλίζει. Ο Στέφανος έμεινε ορθός και κοίταζε τους κύκλους που έκαναν οι σταλαγματιές στη θάλασσα. Πρώτα μικροί, στενοί, πλάταιναν έπειτα, άπλωναν όσο που έσβηναν. Και αμέσως πλάι τους, απάνω τους, παρέκει γίνονταν άλλοι πολλοί, μικροί, μεγάλοι, αμέτρητοι, παντού όσο έφτανε το μάτι στη μουντή συννεφιασμένη θάλασσα. Ο Στέφανος έμεινε ώρα εκεί και κοίταζε. Μια στιγμή ήρθε η Ευανθία και στάθηκε και αυτή και κοίταζε. Από πίσω ο πατέρας κάπνιζε ολοένα, οι δυο κυρίες άλλαζαν κάπου κάπου ένα ψιθύρισμα που μόλις το άκουε κανείς. Ο παππούς έμενε ορθός στην πόρτα. Έπειτα μπήκε η γιαγιά και πήρε τον πατέρα έξω. Ο Στέφανος είδε τις κυρίες που κοιτάχτηκαν. Η μια από αυτές τον τράβηξε κοντά της. Ο Στέφανος τη γνώριζε, μα εκείνη τη στιγμή του φάνηκε σα να την έβλεπε πρώτη φορά· τόσο παράξενα τον κοίταζε. Η Ευανθία ξαναγύρισε στις κούκλες. Εκεί ακούστηκε μια δυνατή κραυγή από την κάμαρα της άρρωστης. Ο Στέφανος γνώρισε πως ήταν της μητέρας. Η κυρία του άφησε το χέρι κ’ έτρεξε έξω πίσω από την άλλη. Τα δυο παιδιά έμειναν μόνα στην κάμαρα κοιτάζοντας το ένα το άλλο. Ο παππούς είχε χαθεί. Της μητέρας η φωνή δεν ξανακούστηκε, μα τα βήματα έξω δεν πατούσαν πια σιγά. Ήταν σα να έτρεχαν όλοι τώρα μες στο σπίτι. Κ’ έτρεξε κι ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοντά του. Μα η κυρία Αγλαΐα παρουσιάστηκε μπροστά τους και τους πήρε από το χέρι. Πήγαν μαζί χωρίς να νιώθουν. Η Ευανθία κρατούσε στο χέρι της μια κούκλα, ο Στέφανος το πορτοκάλι που σήκωσε από κάτω, όπου είχε πέσει του πατέρα καθώς σηκώθηκε γοργά. Καθώς κατέβαιναν στη σκάλα, ανεβαίναν άλλοι. Ο Στέφανος δεν είδε ποιοι, του φαινόταν μόνο πως πίσω του γέμιζε το σπίτι. Έξω έβρεχε και η κυρία Αγλαΐα φώναξε ένα αμάξι. Τους κατέβασε στην πόρτα της. Απάνω βρήκαν τη Μαρίκα μόνη. Τους κοίταζε με ξαφνισμένα μάτια. Η Ευανθία έτρεξε κοντά της. - Μαρίκα, άρχισε να πει, η Ευανθία… Η κυρία Αγλαΐα όμως δεν την άφησε να τελειώσει. - Πάει ταξίδι, είπε κ’ έπιασε το Στέφανο από το χέρι. Η Μαρίκα άνοιξε πλατύτερα τα μάτια της και τον κοίταξε βαθιά, σα να είχε νιώσει. Και ο Στέφανος άπλωσε το χέρι και της έδωσε το πορτοκάλι που είχε κόψει για την αδερφή. [Επεξεργασία] ΙV Η στιγμή αυτή ήταν χαμένη ολότελα στο νου του Στέφανου. Είχε σβήσει σα να μη στάθηκε ποτέ. Και τώρα, καθισμένος στο ακρογιάλι μπροστά στη βραδιασμένη θάλασσα, έβλεπε την εικόνα της να τρέμει εμπρός του σα μακρινό καθρέφτισμα και σιγά -σιγά να ξεχωρίζει καθαρότερη ολοένα, όπως η μαύρη πλάκα μέσα στο υγρό κάτω από την κόκκινη αναλαμπή στο σκοτεινό θάλαμο. Τα δυο μεγάλα μαύρα μάτια της μικρής Μαρίκας τον κοίταζαν από την εικόνα αυτή τόσο παράξενα βαθιά και του σαλεύαν την ανάμνηση, όπως ένα τραγούδι ξαναθυμημένο στη βραδινή γαλήνη. Έβλεπε τη μικρή Μαρίκα με το σταχτί της φόρεμα, όπως την είδε το σκοτεινό εκείνο δειλινό που ήρθε σ’ αυτή με τη μητέρα της και με την Ευανθία. Κ’ έξαφνα, σα μαγικά, η μικρούλα αυτή γινόταν ένα με τη μεγαλωμένη κόρη που στεκόταν κάτω από τα πεύκα ορθή, λευκοντυμένη, σα να τον περίμενε όταν τον έκραξε η γιαγιά. Τα μάτια και το κοίταγμα ήταν τα ίδια, σα να ήταν μια και μόνη οι δυο αυτές στιγμές, και δεν τις χώριζε το διάστημα δώδεκα χρόνων που πέρασαν στο μεταξύ. Τα χρόνια αυτά ο Στέφανος δεν είχε μήτε απαντηθεί με τη Μαρίκα. Λίγες μέρες ύστερα από το θάνατο της αδερφής έφυγε μαζί με την κυρία Κατίγκω, που της κλονίστηκαν τα νεύρα κ’ έπρεπε να ταξιδέψει. Έπειτα τον είχαν κλείσει στο σχολείο. Όταν ήρθε μια φορά στο σπίτι, η Μαρίκα έλειπε μαζί με τη μητέρα της. Όταν ήρθε πάλι δεύτερη φορά, βρήκε χωρισμένα τα δυο σπίτια. Την Ευανθία την είχε πάρει μακριά μια θεία της, η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω. Είχε θυμώσει με τον πατέρα του. - Δίκιο έχει, του είπε η κυρία Κατίγκω όταν τη ρώτησε, μα κι ο πατέρας σου τι να έκανε· ποιόν άλλον έχει η … Δεν μπορούσε να προφέρει ακόμη το όνομα της Ευανθίας, όμως του εξήγησε πως ο πατέρας του, σα δικηγόρος, κίνησε δίκη της κυρίας Αγλαΐας για την κληρονομιά της Ευανθίας και ζήτησε από μέρος της θείας της την απαγόρευση του παππού, γιατί τον έκανε όπως ήθελε η κυρία Αγλαΐα. Έπειτα έφυγε ο Στέφανος για χρόνια από το σπίτι. Όταν ξαναγύρισε, η γιαγιά είχε ξεθυμώσει, και η κυρία Κατίγκω του μίλησε γι’ αυτή και για την Ευανθία. Και όταν έπειτα πρωτοαπάντησε τη γιαγιά με τη Μαρίκα μεγαλωμένη πια, η Μαρίκα του έφερε στο νου την Ευανθία και με αυτή μαζί την άλλη Ευανθία, την αδερφή. Και όταν ξαναπαντήθηκαν και δεύτερη φορά με τη Μαρίκα, και κείνη τον ξανακοίταξε παράξενα και τον ρώτησε ξανά για τη μαμά, στο νου του Στέφανου πέρασε πάλι η Ευανθία και η αδελφή, οι δυο μαζί Ευανθίες σα σμιγμένες σε μια ανάμνηση θολή και θλιβερή, όπως και ζούσανε στο σπίτι. Για καιρό έβλεπε τη Μαρίκα ο Στέφανος σα μια παλιά και ξέθωρη φωτογραφία που του ξυπνούσε στη μνήμη μια άλλη εικόνα, μια άλλη μορφή ξένη με αυτή, εχθρική σχεδόν με αυτή. Η κυρία Κατίγκω ούτε βλεπότανε ποτέ με την κυρία Αγλαΐα ούτε μιλούσε ποτέ λόγο γι’ αυτή και τη Μαρίκα. Ένα βράδυ είχε βγει ο Στέφανος περίπατο με την κυρία Κατίγκω και απαντήθηκαν με τη γιαγιά και τη Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε με τη γιαγιά, μα στη Μαρίκα κούνησε μόνο το κεφάλι. Στάθηκαν λίγες στιγμές μαζί. Οι τρεις μιλούσαν, η Μαρίκα σκάλιζε σκυφτή το χώμα με την άκρη της ομπρέλας της. Κοίταξε το Στέφανο μόνο όταν ξαναέδωσαν τα χέρια. Καθώς έφευγε με τη γιαγιά, ο Στέφανος την έβλεπε μόνο από πίσω. Το ανάστημά της ξεχώριζε λιγνότερο στη σκούρα φορεσιά. Άμα έστριψε στο δρόμο, έσκυψε πάλι το κεφάλι της. - Δεν της έδωσες το χέρι, είπε στη μητέρα του ο Στέφανος. - Αυτό έλειπε, είπε η κυρία Κατίγκω· κ’ έπειτα πρόσθεσε: - Δε φέρθηκε κι αυτή καλά. Ο Στέφανος ένιωσε πως ήθελε να πει στην Ευανθία· αλλά του φάνηκε παράξενο: τη φορά αυτή, μόλις τώρα του ήρθε στη μνήμη η Ευανθία. Και όταν είδε πάλι μια φορά στο δρόμο τη Μαρίκα και τη χαιρέτησε, τη χαιρέτησε πριν συλλογιστεί αν έπρεπε να χαιρετήσει. Έπειτα ξαναπαντήθηκε με τη Μαρίκα στο σπίτι μιας ξαδέρφης και των δυο. Στη σάλα ήταν πολλοί, και ο Στέφανος δεν την πρόσεξε που καθόταν στο πιάνο. Ορθή μπροστά της η Φιφίκα Πρίφτη τελείωνε το τραγούδι Στο Ζάππειο σε πρωτόειδα, και χειροκροτούσαν όλοι. Ο λοχαγός Γιαλούδης κ’ ένας δικηγόρος, συνάδελφος του Στέφανου, σηκώθηκαν και της έσφιξαν το χέρι. Ο Στέφανος προχώρησε και τη χαιρέτησε και τη συγχάρηκε κι αυτός. Εκεί γύρισε η Μαρίκα το κεφάλι. Κοιτάχτηκαν, σα να ξαφνιάστηκαν και οι δυο. Μα ο λοχαγός μπήκε στη μέση και τους χώρισε. Πλησίασε και είπε κάτι της Μαρίκας. Η Μαρίκα ξαναέσκυψε στο πιάνο, κ’ ενώ ο Στέφανος γύρισε και χαιρετούσε και τους άλλους, το πιάνο έπαιζε το σκοπό: Η κυρά μας η δασκάλα που είν’ άγρια και κακιά … Η Φιφίκα Πρίφτη δεν το τραγούδησε, το σφύριξε μονάχα ο λοχαγός κουνώντας το κεφάλι και τους ώμους με το ρυθμό. Ύστερα ήρθε το τσάι. Ο λοχαγός και ο δικηγόρος κάθισαν σ’ ένα τραπεζάκι κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη. Ο Στέφανος μιλούσε ορθός με το νομομηχανικό. - Για δες τους, του σφύριξε η ξαδέρφη του, ενώ του σερβίριζε το τσάι. Ο Στέφανος γύρισε και είδε. Ο δικηγόρος τέντωνε μπρος το στήθος κ’ έδειχνε το φουσκωτό χρωματιστό του λαιμοδέτη με μια χρυσή άγκυρα λοξά μπηγμένη, ο λοχαγός καμπουριασμένος πετούσε το κεφάλι έξω, σχεδόν ίσια με το πρόσωπο της κόρης. Κρατούσε δαγκαμένο το τσιγάρο και σούφρωνε το ένα μάγουλο καθώς κοίταζε με το μονόκλ, σε τρόπο που να φαίνονται τα δόντια του σα σκύλου που τα δείχνει πριν γαυγίσει. Η Φιφίκα Πρίφτη τον άκουε να της διηγείται και χαμογελούσε. Ήταν κόρη πλούσιου σαπουνά και αγαπημένη της κυρίας Κατίγκως. Κομψή και νόστιμη, ο Στέφανος μιλούσε ευχάριστα μαζί της και ήξερε πως η Θεώνη, όπως λεγόταν η ξαδέρφη του, την έφερε στο τσάι επίτηδες γι’ αυτόν. Σε λίγο η Θεώνη ξαναέριξε ματιά του Στέφανου, ματιά που έλεγε: Τι κάθεσαι! Ο Στέφανος γύρισε πάλι και είδε· ο λοχαγός είχε πλησιάσει πιο κοντά τη δεσποινίδα Πρίφτη. Μα δυο βήματα από πίσω της στεκόταν ορθή δίπλα σε μια λατάνια η Μαρίκα. Φορούσε φόρεμα ανοιχτό τριανταφυλλί, και οι ίσκιοι της λατάνιας έπεφταν κ’ έτρεμαν απάνω του σαν κοκκινόμουντα νερά. Τα μάτια του Στέφανου σταμάτησαν έξαφνα στη Μαρίκα. Η Θεώνη πήγε και κάθισε κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη και τον ξαναέκραξε με μια ματιά· κ’ έπειτα με το όνομά του. Μα ο Στέφανος τράβηξε ίσια στη Μαρίκα. Το βράδυ, όταν η κυρία Κατίγκω τον ρώτησε ποιος ήταν και τι έγινε στο τσάι, ο Στέφανος δεν είπε ούτε πως ήταν η Μαρίκα εκεί. Την άλλη μέρα βρέθηκε κάτω από το σπίτι της. Η Μαρίκα στάθηκε στο παράθυρο ορθή, ακίνητη ώσπου πέρασε. Ξαναπαντήθηκαν στο σπίτι της Θεώνης και ξαναπαντήθηκαν και πάλι, σα να το είχαν συμφωνήσει. Βγήκαν περίπατο μαζί και οι τρεις, πρώτα στο δρόμο της ακροθαλασσιάς, έπειτα όμως στ’ απόμερα, στην εξοχή, στους λόφους που έπαιζε μικρός ο Στέφανος με τις δυο Ευανθίες, και πιο μακρύτερα, όπου τα λαγκάδια της ρεματιάς ομορφαίναν περισσότερο, οι λόφοι γίνονταν βουνάκια, πέτρινα πάντα, κοκκινόμαβα, με πεύκα αραιά και ρείκια πιο πυκνά και σφάλαχτα και σπάρτα που όταν ανθίζαν τον Απρίλη έβαφαν όλον τον τόπο σα με αίμα κίτρινο --- ένα κίτρινο που το αγαπούσε χωριστά η Μαρίκα κ’ έμενε άφωνη κοιτάζοντάς το όταν έχυνε τα βράδια χρυσόξανθες αναλαμπές στα ρόδινα νερά του μικρού κόλπου, που έκανε πίσω από το κάστρο η θάλασσα. Εκεί έξω δεν απαντούσανε ψυχή. Μόνο κανένα κυνηγό και γαϊδουράκια, που όπως κατεβαίναν ολοσκέπαστα από τα κλαδιά που ήταν φορτωμένα, έμοιαζαν σα θάμνα φουντωτά που σάλευαν, φαινόντανε σα βώλοι χαλκοπράσινοι που ξεκολλούσαν και κυλούσαν γλιστρώντας κάτω στην πλαγιά. Μακρύτερα έβοσκαν κοπάδια τράγοι, και τα κουδούνια ηχούσαν εδώ βοερά από το βάθος και σαν απόκοσμα, εκεί απαλά από τη ράχη, μελαγχολικά. Κάτω στης λαγκαδιάς το χάσμα άγρια περιπλοκάδια πλεγμένα σε κουμαριές και σκίνα και σε ρείκια σχηματίζαν λόχμες, μικρούς θόλους που έφεγγαν βιολετοκόκκινοι όταν άνοιγαν τα ρείκια, έλαμπαν ασπριδεροί με μουντούς, παρδαλούς τόνους όταν ανθίζαν τα περιπλοκάδια. Η Μαρίκα και ο Στέφανος, πιασμένοι μπράτσο, γλιστρούσαν στις πλαγιές, σερνόντανε στα μονοπάτια, μιλούσανε λιγότερο παρότι σώπαιναν και ονειρεύονταν. Η Θεώνη τους ακολουθούσε πότε κοντά, πότε από πίσω, πότε τους άφηνε να προχωρούνε μόνοι, να κρύβονται για μια στιγμή στα θάμνα, να κάθονται στα φρύδια και να στέκονται στις κορυφές ορθοί σα στύλοι και να κοιτάζουνε τη θάλασσα, που ανοίγονταν μπροστά τους πάντα πλατύτερη κ’ έφεγγε όλη στο ηλιοβασίλεμα σα χρυσή πλάκα απέραντη πυρωμένη σε πυρκαγιά ολοπόρφυρη. Και μια μέρα, καθώς στέκονταν αντίκρυ εκεί στη θάλασσα, και την κοιτάζανε χεροπιασμένοι, έσφιξε ο ένας περισσότερο το χέρι του άλλου. Ο Στέφανος δεν το θυμάται ποιος. Και μια στιγμή βρεθήκαν με σμιγμένα χείλη. Έπειτα έμειναν ακουμπώντας τα χέρια ο ένας στον ώμο του άλλου, έμειναν άλλη μια στιγμή έτσι και κοιτάζονταν στα μάτια. Ο Στέφανος θυμάται πως η όψη της Μαρίκας ήταν κατακόκκινη. Έπειτα έλυσαν άφωνοι τα χέρια και κατέβηκαν το λόφο. Όσες φορές περάσαν από το λόφο, δε σταμάτησαν στο μέρος. Γλιστρούσαν σιωπηλοί. Μια μέρα μόνο, ένα βράδυ που η θάλασσα έλαμπε περισσότερο παρά άλλο βράδυ, και από πάνω κρεμόντανε τα σύννεφα ωχρά, ρόδινα εμπρός και κόκκινα βαθιά στο μάκρος, σταθήκανε και πάλι. Και η Μαρίκα έγειρε στο ώμο του και κοίταζε. Κοίταξε άφωνη λίγες στιγμές, έπειτα έπιασε το χέρι του και γύρισε και τον έβλεπε στα μάτια. Ο Στέφανος έσκυψε και της φίλησε το μέτωπο. Η Μαρίκα ακούμπησε ξανά στον ώμο του. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, είπε σιγαλά. Ο Στέφανος της γέλασε. Της γέλασε και σώπαινε. - Στέφανε, ψιθύρισε πάλι η Μαρίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Είναι και κείθε, και από εκείθε πέρα; ξαναείπε σιγαλά η Μαρίκα κ’ έδειξε στο μάκρος, που χάνονταν τα σύννεφα ολοπόρφυρα. - Τι; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος. Μα ένα πουλί πέταξε μπρος από τα πόδια του ίσια, ολόισια προς τ’ απάνω· κ’ ένας ήχος χτυπητός και λαγαρός σκορπίστηκε έξαφνα, σα να τρικύμισε κυματιστά όλον τον αέρα. Τρεμουλιαστό, ίσια απάνω, κατακόρυφα ανέβαινε το πέταγμα του σταχτερού πουλιού, και λαγαρότερο, τρικυμιστότερο και πάντα πιο ηχερό σα σάλπισμα πρωινό γέμιζε το κελάδημά του τον αιθέρα. Σώπαιναν και κοίταζαν απάνω όσο που χάθηκε σε μικρό στίγμα τα σταχτερό πουλί, και ο ήχος σβήστηκε σ’ έναν ψιθυριστό απόηχο ψηλά στο γαλανό. - Ω είναι, είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα και γυρτή στον ώμο του Στέφανου κατέβηκε το λόφο. Όταν το βράδυ γύριζαν στην πόλη, ο Στέφανος έφερνε τη Μαρίκα και τη Θεώνη ως τη γέφυρα, και αυτού τις άφηνε, και κείνος πήγαινε από τον άλλο δρόμο. Μα το βράδυ αυτό η Μαρίκα δεν του άφησε το χέρι· τον έσυρε μαζί της ως τη γέφυρα, και σταθήκαν κ’ έσκυψαν στα κάγκελα κ’ έβλεπαν κάτω. Είχε νυχτώσει και άναψαν τα φώτα. Δεν περνούσε κανείς στη γέφυρα, και μόνο στο κανάλι κάτω πηγαίναν πέρα δώθε μερικές σκιές. Στάθηκαν και κοιτάζαν κάτω και σωπαίναν, σα να ήθελαν ν’ ακούσουν ένα ψιθύρισμα που έφτανε από κάτω από τη γέφυρα. Από αντίκρυ, από τους κήπους, ένα απόγειο έφερνε μια μυρουδιά ελαφρή από ανθισμένες πασχαλιές. Η Μαρίκα σύρθηκε πιο κοντά στο Στέφανο, και ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι. Όταν χωριστήκαν ύστερα, φιλήθηκαν πρώτη φορά εμπρός στην ξαδέρφη τους. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν στη σκοτεινιά. Ο Στέφανος θυμάται πως εκεί που γύριζε έπειτα στην πόλη, είχε μπροστά του όλη την ώρα τα μάτια της Μαρίκας. Και θυμάται τώρα πως εκεί που πήγαινε θυμήθηκε έξαφνα την Ευανθία. Έτσι έξαφνα, έτσι μια στιγμή. Έπειτα η ανάμνηση έσβησε πάλι εμπρός στα μάτια της Μαρίκας. Και την άλλη μέρα που είδε τη Μαρίκα, η Μαρίκα του είπε: - Ξέρεις, Στέφανε, η Θεώνη μου θύμωσε χτες βράδυ όταν χωρίσαμε από σένα. - Γιατί από λάθος τη φώναξα Ευανθία, πρόσθεσε γελώντας· φοβάται πως αγαπώ περισσότερο την Ευανθία. - Και δεν την αγαπάς; ρώτησε ο Στέφανος. - Ανοησίες, απάντησε η Μαρίκα και σώπασε. - Αν κ’ έπρεπε, είπε πάλι έπειτα από μια στιγμή. - Γιατί; ρώτησε ο Στέφανος. - Γιατί κι αυτή --- η Θεώνη --- σε πήγαινε στην Πρίφτη. - Ανοησίες, είπε τώρα ο Στέφανος. Και σώπασαν πάλι. Μα ύστερα από λίγο η Μαρίκα ξαναείπε: - Ωστόσο είναι παράξενο στ’ αλήθεια. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Να, πολλές φορές μου φαίνεται πως είναι αλήθεια η Ευανθία που έρχεται κοντά μας. Ο Στέφανος την κοίταξε, αλλά δε μίλησε. Θυμάται πως είχε όλη την ώρα κάποια στενοχώρια να μιλήσει. Μα η Μαρίκα μιλούσε πιο πολύ τη μέρα αυτή, μιλούσε πιο πολύ παρότι σώπαινε άλλες μέρες. ……………… Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη. Και η Μαρίκα ήταν τόσο ευτυχισμένη να βυθά, να πλέει, να χάνεται σα σε όνειρο μέσα σ’ αυτό. Και σώπαινε. Κ’ έπειτα άρχιζε πάλι να μιλεί, να φλυαρεί. Κι’ έπειτα πάλι ξανασώπαινε. Κ’ έτρεχε μπρος, έμενε πίσω, ξαναγύριζε στο Στέφανο κ’ έγερνε απάνω του, βάδιζε πλάι του, ψιθύριζε, άπλωνε τα χέρια ψηλά στο φως, πέρα στη θάλασσα, τα έριχνε πάλι κάτω, τα ανάπαυε στον ώμο του, τα δίπλωνε τριγύρω στο λαιμό του. Μισοέκλεινε τα μάτια στο πρόσωπό του εμπρός και ξανάνοιγε πάλι τα μάτια πλατιά κ’ εκστατικά στο γαλανό, στα χρυσά νέφη, στα ρόδινα νερά. - Μου αρέσει, μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε· τον άφηνε να της χαδεύει τα μαλλιά και ήταν τόσο ευτυχισμένη. - Μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε κ’ έδειχνε απάνω το γλαυκό κ’ έδειχνε γύρω το χρυσό φως και κάτω τις ανεμώνες που έσκαζαν πλήθη πολλά στη γη και πλούμιζαν με τόνους ωχρορόδινους το σκούρο χώμα. Τόνοι νεκροί, κιτρινωποί, χαλκοί γλιστρούσαν εδώ και κει στους πράσινους ακόμα θάμνους και στα κλαδιά, όπου κοκκινίζαν ζωηρά τα κούμαρα. Ο Στέφανος και η Μαρίκα χάνονταν στους θόλους, σταματούσαν κι άκουαν τους σπίνους που λαλούσαν το σιγαλό σκοπό τους στα κλαδιά, τους μικρούς σπουργίτες που ψιθύριζαν στα θάμνα, τους μακρινούς, κομμένους ήχους που φτάνουν πάντα αόριστοι και μελαγχολικοί από την ερημιά και γεμίζουν τη σιγή με κάποια ανησυχία. Σταματούσαν και τους άκουαν και σώπαιναν, και η Μαρίκα άφηνε το Στέφανο να τη φιλεί και του ξανάλεγε: - Μου αρέσει το φθινόπωρο. Κάποιοι αργοπορημένοι βάτοι πρόβαλαν μια μέρα λευκοανθισμένοι, χλωμοκόκκινοι εκεί εμπρός τους, και ο Στέφανος τους έδειξε της Μαρίκας. - Είναι σαν άνοιξη, της είπε. Και θυμάται τώρα πως η Μαρίκα τον κοίταξε με μακρύ βλέμμα κ’ έπειτα: - Είναι σα γέλασμα, ψιθύρισε αργά και τον κοιτούσε. Η φωνή της είχε έναν τόνο σα βραχνό, ελαφρά βραχνό, ανεπαίσθητα βραχνό. Ο Στέφανος όμως τον πρόσεξε. - Και τον αγαπώ, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα με τον ίδιον τόνο στη φωνή και τον κοίταζε στα μάτια. Ο Στέφανος την κοίταξε κι αυτός σαν παραξενεμένος κ’ έμεινε μελαγχολικός. Μα σε λίγο ξαναβγήκανε στο λόφο· η θάλασσα άστραψε πάλι πέρα κ’ ένας αέρας χλιαρός από τα πλάτη σκόρπισε το σύννεφο. Η Μαρίκα ξανάπλωσε τα χέρια σα φτερά, και η φωνή της ηχούσε ξάστερη. Είχαν φτάσει κοντά στο Χάλασμα, ένα παλιό ερειπωμένο σπίτι που τα παράθυρά του ανοιγόντανε άδεια κοντά, μπροστά στη θάλασσα. Η Μαρίκα αγαπούσε να σταματά εκεί· τριγύρω κοκκίνιζαν ξεροί, γυμνοί μονάχα βράχοι, και οι ροδοδάφνες που δοκιμάσαν να φυτέψουν μια φορά απέξω από το χάλασμα, απόμεναν λειψές και μόλις που κοκκίνιζαν· εμπρός στην πόρτα του όμως απλωνόταν πλατιά, μεγάλη η θάλασσα. Η Μαρίκα σταμάτησε και τώρα εκεί· και τέντωσε το χέρι και την έδειξε. Κοντά της η Θεώνη κοίταζε σα να έπληττε· και ολόγυρα στους λόφους και αντίκρυ στο ορθόβραχο βουνό και απάνω στο γλαυκό και κάτω στη ροδισμένη θάλασσα άπλωνε τη χλιαρή γαλήνη του το αργό και φωτεινό φθινόπωρο. ………………… Μα η κυρία Κατίγκω έμαθε τους περίπατους και θύμωσε με τη Θεώνη. Η κυρία Αγλαΐα τα έβαλε με τη γιαγιά κ’ έπειτα με την ίδια τη Μαρίκα. Της θύμισε τη νομαρχία και της είπε: - Αδύνατο! Αδύνατο να γίνει! Δεν ήθελε μήτε να φανταστεί για τη Μαρίκα κάτι κατώτερο από νομαρχία. Και γέλασε ανάμεσα στα δόντια: - Στο σπίτι της κυρίας Κατίγκως! Μα και για την κυρία Κατίγκω η προίκα της Μαρίκας δεν ήταν αρκετή· η κυρία Κατίγκω αγαπούσε κιόλα τη Φιφίκα Πρίφτη και το έκοψε κι αυτή στο Στέφανο: - Μονάχα τη Φιφίκα. Έτσι έπαψαν οι περίπατοι, και ο Στέφανος έβλεπε σπάνια τώρα τη Μαρίκα. Θυμάται πως ήταν μελαγχολικός και διάβαζε πάντα το Βέρθερο· δε μιλούσε πια με την κυρία Κατίγκω, ούτε η γιαγιά ερχότανε σ’ αυτή. Ώσπου μια μέρα ζήτησε έξαφνα η Μαρίκα να δη το Στέφανο. Ειδωθήκαν στης Θεώνης, και η Μαρίκα ήταν ωχρή· μα έπειτα κοκκίνισε μεμιάς. - Να φύγομε, του είπε. Και όταν είδε πως ο Στέφανος δεν απαντούσε. - Τότε έλα στη μαμά, του είπε πάλι ξαφνικά. Ο Στέφανος αποφάσισε και πήγε, και η κυρία Αγλαΐα του έσφιξε περίεργα το χέρι και μιλήσαν φιλικά. Φαινόταν σα να ξέχασε τη νομαρχία κ’ έδειχνε πως είχε κάτι να του πει. Μα δεν το είπε· όταν έφευγε του ψιθύρισε μονάχα: - Ήθελα να μιλούσατε με τη γιαγιά. Μα και η γιαγιά προτίμησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω· και της είπε την απόφαση που πήρε να δωρίσει στη Μαρίκα το κτήμα που είχε για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε όταν το άκουσε: - Αλλά, νονά! Μα όταν έπειτα λογάριασε πως με το κτήμα αυτό η προίκα της Μαρίκας ανέβαινε ψηλότερα από της Φιφίκας Πρίφτη, είπε σιγαλότερα: - Για να το πω του Γιάγκου. Και φώναξε τον κύριο Γιάγκο κ’ έδωσαν το λόγο τους. Μα την ώρα που θα έφευγε η γιαγιά, η κυρία Κατίγκω την έκραξε στην άκρη. - Κοίταξε όμως, νονά, της είπε, όσο είσαι ζωντανή δεν πρέπει να το μάθει η Ευανθία. - Ναι, απάντησε η γιαγιά. - Ξέρεις πόσο την αγαπώ· δε θέλω να πικραθεί, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, ναι είπε ξανά η γιαγιά, φιλήθηκε με την κυρία Κατίγκω και αγκάλιασε το Στέφανο. Κ’ έτρεξε στην κυρία Αγλαΐα και στη Μαρίκα που περίμεναν. Η κυρία Αγλαΐα φίλησε και κείνη τη Μαρίκα, όταν όμως έγιναν οι αρραβώνες δεν παρουσιάστηκε. Η Μαρίκα βγήκε χλωμή μόνο με τη γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ήταν νευρική όλη την ώρα. Στην πόρτα φάνηκε ο άσπρος σκούφος του παππού, και όταν βγήκε από τη σάλα η υπηρέτρια με το δίσκο, ο παπαγάλος φώναξε από το κλουβί. Η Μαρίκα χλόμιασε περισσότερο. Και κει που έφευγαν έπειτα, ο Στέφανος την πρόσεξε πως έβηξε ξερά. Η κυρία Κατίγκω, όταν γύρισαν στο σπίτι, αγκάλιασε και φίλησε το Στέφανο. - Αφού το θέλησες, με την ευχή μου, του είπε, ωστόσο… Ο Στέφανος την κοίταξε. - … καλύτερα να μη γινότανε, ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έσκυψαν και οι δυο κ’ έμειναν σιωπηλοί. [Επεξεργασία] V Όμως την άλλη μέρα άλλαξε η κυρία Κατίγκω, πήγε στη γιαγιά και στη Μαρίκα. Και όταν γύρισε στο σπίτι είπε στον κύριο Γιάγκο: - Δεν ξέρεις τι καλή που είναι η Μαρίκα. Κ’ έπειτα: - Και κ ε ί ν η βγήκε σήμερα και με χαιρέτησε. Ο κύριος Γιάγκος κατάλαβε πως εννοούσε την κυρία Αγλαΐα. - Μου θυμώνει μόνο όταν πιάνεται με τη νονά, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έπειτα πάλι: - Τώρα που πήρε η κόρη της το κτήμα, δεν έχει πια μαζί μας τίποτε. Μα έξαφνα: - Δεν ξέρεις πώς το έχω μέσα μου, είπε σιγότερα. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε. - Τι; ρώτησε. - Που το πήραμε της Ευανθίας, απάντησε η κυρία Κατίγκω και μελαγχόλησε. Έπειτα όμως πηγαίνοντας πιο κοντά του: - Ξέρεις τι περιμένει; του είπε. - Ποιος; ρώτησε ο κύριος Γιάγκος. - Η…, απάντησε η κυρία Κατίγκω, και ο κύριος Γιάγκος εννόησε πάλι, περιμένει να γίνει ο Στέφανος νομάρχης. Με αυτό την έκαμαν και δέχτηκε. Ο κύριος Γιάγκος γέλασε: - Ε, και συ τάχα δεν το θέλεις; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έτρεξε μέσα και φίλησε το Στέφανο. Γρήγορα όμως ξαναμάλωσε η κυρία Αγλαΐα με τη γιαγιά και ξαναέκλεισε την πόρτα στην κυρία Κατίγκω. Μα πρόφτασε η Μαρίκα, και ο Στέφανος δεν το έμαθε. Όταν το έμαθε έπειτα, είχε συνηθίσει. Δεν πρόσεχε. Πρόσεχε κ’ έβλεπε μόνο τη Μαρίκα. Και τώρα, ενώ ο Στέφανος κάθεται εκεί αντικρύ στη θάλασσα και φέρνει στη μνήμη του όλα αυτά ένα-ένα σα να τα ξαναζεί, έχει μπροστά του πάντα την εικόνα της Μαρίκας· της Μαρίκας ορθής κάτω από τα βραδιασμένα πεύκα, σκυφτής στ’ αραδιασμένα κοχύλια της στον άμμο, ακίνητης μπροστά στη θάλασσα ενώ έπαιζαν τ’ άλλα παιδιά· ριγμένα απάνω του τα μελαγχολικά μεγάλα μαύρα μάτια της, του φαίνονταν σα να του ανοίγουν έξαφνα ένα μυστικό. Κ’ έξαφνα πάλι εκεί θυμάται ο Στέφανος τη χτεσινή σκηνή με την κυρία Κατίγκω όταν γύρισαν στο σπίτι, και στο παράθυρο ξέσπαζε η βροχή. Η κυρία Κατίγκω είχε έπειτα όλο το βράδυ σκοτεινό το πρόσωπο, και η σιγή της ήταν πνιγερή όλη την ώρα στο τραπέζι. Για να την αποφύγει, ο Στέφανος βγήκε έξω στο μπαλκόνι· βγήκε και στάθηκε σκυφτός. Δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί και γύρισε τα μάτια του απάνω. Με έξαφνα τα σταμάτησε εκεί παράξενα ο Ωρίων που ανέβαινε από το βουνό. Ανέβαινε λαμπρός, υγρός σα μόλις λουσμένος στη βροχή κ’ έλαμπε κει παράξενα στημένος ολόρθος στο βουνό. Ο Στέφανος θυμάται πως τον κοίταζε ώρα, σα να τον πρόσεχε πρώτη φορά, σα να τον έβλεπε έτσι εκεί πρώτη φορά. Και θυμάται πως ανατρίχιασε· του φάνηκε μεμιάς σα να τον κοίταζε και κάποιος άλλος, κάποιος κοντά του, πίσω, πλάι του. Έστρεψε πίσω, πλάι ---δεν ήτανε κανείς. Και σήκωσε πάλι τα μάτια απάνω κ’ έβλεπε τον Ωρίωνα. Και σήμερα έξαφνα η Μαρίκα του μίλησε για τον Ωρίωνα. Ο Στέφανος τινάχτηκε όπως και την ώρα που άκουσε τη Μαρίκα να μιλεί γι’ αυτόν. Σταμάτησε και κοίταξε μπροστά του πέρα σα να έβλεπε κει να έτρεμε ν’ ανοίξει πάλι κάποιο μυστικό. Μα ξαναέσκυψε, και η Μαρίκα ήταν πάλι εμπρός του ορθή· ορθή κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα, ορθή από πίσω του και πρόσμενε να έρθει να καθίσει το πουλί, ορθή μπροστά του κ’ έπαιρνε από το χέρι του το πορτοκάλι που είχε κόψει αυτός ο ίδιος για την αδερφή… Γύρω άρχισε να σκοτεινιάζει, και η θάλασσα είχε βαφεί με χρώμα κίτρινο που χλόμιαζε ολοένα σιγοσβήνοντας σε σταχτερή άχνα. Και του Στέφανου, καθώς κοίταζε τη θάλασσα, του φάνηκε πως γέμισε όλη με τους κύκλους που την είδε να γεμίζει το σκοτεινό απομεσήμερο που πέθαινε η μικρή αδερφή. Ξανατινάχτηκε. Όταν σήκωσε πάλι τα μάτια δεν ήταν γύρω του κανείς. Τα τραπέζια του καφενείου όλα έρημα, στην τζαμόπορτα έπαιζε μια λάμψη, σα φως που σπάζει σε αδειανό καθρέφτη. Σηκώθηκε σιγά και τράβηξε προς το ακρογιάλι. Η θάλασσα σιωπηλή σκοτείνιαζε ολοένα, στα καΐκια ανάβανε θαμπά μικρά φανάρια, και η λάμψη τους έμενε ακίνητη σαν καρφωμένη ορθή μες στο νερό. Ούτε άνθρωπος, ούτε ίσκιος γύρω· μόνο ένα ναυτόπουλο εκεί κάπου σκορπούσε σα στεναγμό το σιγαλό παθητικό τραγούδι του: Θάλασσα πλατιά, μαύρη ξενιτιά… Μελαγχολία παράξενη κυρίεψε έξαφνα το Στέφανο ενώ βάδιζε και άκουε που ξεψυχούσε το τραγούδι πίσω του· σα να του ξύπνησε μεμιάς η θλίψη ολόκληρης μιας ξενιτιάς, μιας ερημιάς. Αλλά ποιας ξενιτιάς, ποιας ερημιάς; Ο Στέφανος σταμάτησε. Και μια στιγμή καθώς σταμάτησε, του ήρθε πως τάχα ήταν κλεισμένος στα τείχη του σχολείου μια φορά· είχε μπροστά του πέρα την ξένη θάλασσα και τραγουδούσε ο ίδιος το τραγούδι που έσβηνε τώρα πίσω του. Το τραγουδούσε και θυμόταν τη δική του θάλασσα και την κυρία Κατίγκω που του έγραφε πως κάθεται και την κοιτάζει μόνη. Κ’ έξαφνα του έρχεται στο νου πως του είχε γράψει κάποτε η κυρία Κατίγκω: Είχαμε τώρα εδώ την Ευανθία. Ο Στέφανος την είχε λησμονήσει. Θυμόταν μόνο την κυρία Κατίγκω όταν έβλεπε τη θάλασσα. Και ο Στέφανος ξανασταμάτησε. Θυμήθηκε πάλι μεμιάς πως γύρισε ένα καλοκαίρι σπίτι του. Ήταν τότε που η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω· κ’ ένα βράδυ ξαφνίστηκε καθώς πήγαινε στο δρόμο. Τον σταμάτησε τρεχάτη η Ευανθία. - Ήρθα να κάνω μπάνια και να με δει η γιαγιά· πες της θείας Κατίγκως πως θα έρθω να τη δω, του είπε σιγά, σχεδόν στο αφτί. Και του έσφιξε το χέρι κ’ έφυγε. Και μια βραδιά ήρθε αλήθεια. Αγκαλιάστηκαν με την κυρία Κατίγκω και μίλησαν πολλά Ο Στέφανος στεκόταν στο μπαλκόνι. Και μια στιγμή ήρθε η Ευανθία εκεί κοντά του. Πρώτα στάθηκε αμίλητη, έπειτα του είπε: - Έμαθα θα φύγεις. - Ναι, της απάντησε. - Και γω θα φύγω, δε θα μείνω όλον το μήνα, είπε η Ευανθία. Και σώπασαν και οι δυο. Κάτω απλωνότανε μπροστά τους σιωπηλή κ’ η θάλασσα. Και ο Στέφανος σα να την είδε να γεμίζει όλη με τους κύκλους. Μια στιγμή κ’ έπειτα οι κύκλοι έσβησαν. Έσβησαν όπως έσβησαν και τώρα που απλώθηκαν μπροστά του πάλι μια στιγμή… Ο Στέφανος ήταν στην πόρτα του. Είδε την τραπεζαρία φωτισμένη: τον περίμεναν. Συλλογίστηκε την κυρία Κατίγκω αμίλητη και σκοτεινή. Και στάθηκε. Σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Όμως ανέβηκε. Τον περίμεναν να φάνε, και η κυρία Κατίγκω τον καλησπέρισε χαρούμενη. - Ήταν εδώ η Ευανθία, του είπε· δες τι μου έφερε. Και του έδειξε ένα κέντημα, ένα μαξιλαράκι μ’ ένα κόκκινο μεγάλο ρόδο φουσκωτό, στη μέση από φόντο κίτρινο. Ο Στέφανος το κοίταξε. Το φως της λάμπας έριχνε απάνω του ζωηρούς κρεμεζιούς τόνους --- του Στέφανου του φάνηκαν σαν αιματένιοι. - Πώς χάρηκε ο πατέρας σου, είπε η Κατίγκω. Ε, Γιάγκο; Ο κύριος Γιάγκος κοίταξε. - Την… Ευανθία, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, μεγάλωσε, είπε ο κύριος Γιάγκος. Η κυρία Κατίγκω αναστέναξε, και ο κύριος Γιάγκος άλλαξε ομιλία. Παραπονέθηκε για τους κεφτέδες. - Τους έκαψε, είπε. Έπειτα φώναξε την υπηρέτρια για τις σκνίπες που πλημμύριζαν το τραπέζι: - Κλείνετε πρώτα πριν ανάψετε το φως, σας είπα! Ο Στέφανος έτρωγε αμίλητος, η κυρία Κατίγκω έγινε πάλι μελαγχολική. Άμα τελείωσαν και ο Στέφανος σηκώθηκε να φύγει, η κυρία Κατίγκω τον πλησίασε στην πόρτα. - Θα έβγεις έξω; του είπε. Ο Στέφανος ένεψε «ναι», και η κυρία Κατίγκω τον κοίταξε άφωνη μια στιγμή στα μάτια. Έπειτα γύρισε να φύγει, μα πάλι σταμάτησε και τέλος τόλμησε: - Που ήσουν σήμερα; Ο Στέφανος την κοίταξε μονάχα. Και η κυρία Κατίγκω πλησιάζοντας και βάζοντας ελαφρά το χέρι της στον ώμο του ψιθύρισε: - Καλά, καλά· καλύτερα που πήγες. Και γύρισε και μπήκε μέσα. Ο Στέφανος έμεινε μια στιγμή χωρίς να κινηθεί. - Η ίδια πάντα, η ίδια πάντα, είπε έπειτα και τράβηξε στην κάμαρά του. [Επεξεργασία] VI Την άλλη μέρα βρήκε ο Στέφανος την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. - Δε σηκώθηκε η Μαρία, του είπε. Ο Στέφανος της έδωσε το χέρι και σταμάτησε: - Είναι ίσως αδιάθετη; Η Ευανθία δεν απάντησε. - Ήταν εδώ η Φιφίκα, είπε έπειτα. Και πρόσθεσε: - Ήρθε για μένα. Και κοίταζε το Στέφανο. Στην πόρτα ήρθε και στάθηκε ο παππούς. - Έλα, παππού, του μίλησε η Ευανθία. Ο παππούς κοίταξε μέσα μια στιγμή, έπειτα γύρισε κ’ έφυγε. - Θα ταξιδέψει, είπε η Ευανθία. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η Φιφίκα· θα έφευγε σήμερα, μα δεν της ετοιμάσανε το φόρεμα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν, είπε ξανά αφού κάθισε. Κι έπειτα από μια στιγμή: - Βάζω στοίχημα πως δε θ’ αρέσει της Μαρίκας. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Το φόρεμα· θα το βρει πρόστυχο. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Όπως βρίσκει πρόστυχη και τη Φιφίκα. Και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο· και είπε πάλι σα με πείσμα: - Μα εμέ μου αρέσει. Και της θείας Κατίγκως της αρέσει. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε ν’ ακούσει· η κυρία Αγλαΐα μπήκε μέσα. Η Ευανθία σηκώθηκε και καλημέρισε. Η κυρία Αγλαΐα μόλις κίνησε τα χείλη. Έπειτα άπλωσε αλύγιστα και αργά το χέρι της στο Στέφανο. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έφερε σ’ αυτό τα χείλη. Η κυρία Αγλαΐα πήγε ως το παράθυρο κ’ έριξε έξω μια ματιά· έπειτα γύρισε στη γωνία όπου είχε τ’ άνθη της και στάθηκε μπροστά σε μια μπεγκόνια. Δοκίμασε το χώμα και χάδεψε τα φύλλα της. Καθώς τα άγγιξε, μια παρδαλή απαλή λάμψη τρεμούλιασε μπροστά στην Ευανθία που πλησίασε κεί· τα κόκκινα καμπανωτά άνθη από δυο τουλίπες στημένες παρά πίσω έριχναν τόνους κόκκινους. Ο Στέφανος θυμήθηκε μπροστά τους το πορφυρό ρόδο στο κέντημα που χάρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω· κ’ έμεινε και τους κοίταζε. Η Ευανθία πρόσεχε στην κυρία Αγλαΐα που πήγε σε μια εταζέρα. Πήγε και στάθηκε μπροστά σ’ αυτή κ’ έσυρε απάνω της ελαφρά τα δάχτυλα· αφού έκαμε ύστερα το ίδιο και στο πιάνο, γύρισε γρήγορα και πάτησε το κουμπί του κουδουνιού που ήταν απάνω στο τραπέζι. Η υπηρέτρια ήρθε να της σερβίρει τον καφέ, μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε απότομα: - Ποια ξεσκόνισε δω μέσα; Η υπηρέτρια έσκυψε τα μάτια κάτω. Να ξεσκονίσεις πάλι, είπε η κυρία Αγλαΐα και κάθισε μπρος στον καφέ της. Κ’ ενώ άπλωνε έπειτα σιγά το βούτυρο σε μια φετίτσα, σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε την Ευανθία: - Τι φορούσε η Πρίφτη; - Ένα σερζ μοβ με ζακετίτσα, απάντησε η Ευανθία. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα: - Το ξέρω· δεν της πάει καθόλου. - Πώς; έκαμε να πει η Ευανθία, μα μόνο το ψιθύρισε. - Δε θα το πάρει αυτό μαζί της, είπε ύστερα. - Πού να το πάρει; - Στην Ιταλία· θα πάει με τον πατέρα της. Η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια. Και με χαμόγελο: - Κι ο λοχαγός μαζί; είπε. Η υπηρέτρια ήρθε και ξεσκόνιζε, και η Ευανθία δεν απάντησε. Είπε μόνο για το νέο φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν. Και πρόσθεσε: - Κάνουν πάλι πλατιές τις φούστες . Η άκρη ρου άσπρου σκούφου του παππού φάνηκε που έσκυψε στην πόρτα. Μα τραβήχτηκε αμέσως πίσω, και η κυρία Αγλαΐα δεν τον είδε. Η υπηρέτρια τοποθετούσε πάλι στην εταζέρα τα πράγματα που είχε σηκώσει, και η κυρία Αγλαΐα πρόσεχε κει και φώναξε της υπηρέτριας: - Λίγο πιο πέρα, δεξιότερα… - Όχι! πιο εδώ --- τι ζώο! είπε δυνατότερα όσο που τέλος: Αυτού, καλά, ψιθύρισε ευχαριστημένη και γύρισε στην Ευανθία: Πλατιές, μα δε μου αρέσουν. Αλλά η Ευανθία δεν απάντησε. Ο Στέφανος είχε στρέψει προς το παράθυρο· ο ήλιος χτυπούσε και φώτιζε τη λεύκα απέξω· τα φύλλα της ήταν πιο χαλκοκόκκινα και μαδημένα. Όταν ξαναγύρισε τα μάτια μέσα είδε πως η Ευανθία τον κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα τίναζε μέσα στο δίσκο τα ψίχουλα από το βούτημά της… - Φλώρα, Φλώρα! ακούστηκε από το διάδρομο η φωνή του παπαγάλου. Φλώρα ήταν το όνομα της υπηρέτριας που είχαν στο σπίτι όταν πήρανε τον παπαγάλο. Η Μαρίκα τον έμαθε να το φωνάζει, και όταν έφυγε η υπηρέτρια ο παπαγάλος φώναζε πάντα το όνομα αυτό άμα πλησίαζε η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε, έστρεψε στην πόρτα που έμπαινε η Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε πρώτα το Στέφανο, έπειτα φιλήθηκε με την κυρία Αγλαΐα και την Ευανθία. - Τι ωραία μέρα! γύρισε προς το παράθυρο, αφού χαιρέτησε το Στέφανο. - Θα βγούμε με το αμάξι, είπε η κυρία Αγλαΐα. Η Μαρίκα πήγε ίσια στο πιάνο κ’ έπειτα στην εταζέρα. Τα δοκίμασε, ήταν ξεσκονισμένα. Ύστερα σταματώντας απέναντι στη εταζέρα: - Να μην μπορεί να μάθει ακόμα! είπε σα μόνη της και πλησίασε και πήρε κ’ έσιαζε τα πράγματα που ήταν σ’ αυτή. Μα η κυρία Αγλαΐα που δεν τον είδε φώναξε: - Μαρίκα! - Να μην μπορεί να μάθει! ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Καλά ήταν· εσύ τα χάλασες, της ξαναφώναξε η κυρία Αγλαΐα. Μα η Μαρίκα σα να μην την άκουσε, έβαλε τα βάζα όπως ήθελε αυτή, και η κυρία Αγλαΐα έκανε να σηκωθεί: - Αλλά, Μαρίκα! - Έτσι, στραβά τα βάζουν τώρα· το είδε στης κυρίας προέδρου, είπε η Ευανθία. Ο Στέφανος περίμενε να πει η κυρία Αγλαΐα στη νομαρχία δεν τα βάζουν έτσι, μα η κυρία Αγλαΐα δε μίλησε· σήμανε μόνο το κουδούνι. Η υπηρέτρια ήρθε και ξαναέσιαξε τα βάζα. Η Μαρίκα πήγε στο Στέφανο. - Έτσι με κάνει πάντα νευρική, του είπε και στάθηκε κοντά του στο παράθυρο. - Το είδα αλήθεια στης κυρίας προέδρου, ξαναείπε, μα η μαμά έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος θέλησε ν’ αλλάξει θέμα. - Κοίταξε κει, της είπε κ’ έκαμε να της δείξει κάτι, δεν ήξερε κι ο ίδιος τι. Η Μαρίκα έσκυψε· μα καθώς έσκυψε, η ματιά της πήρε τον ίσκιο της γιαγιάς που σκούπιζε κάτω στην αυλή. Τινάχθηκε ορθή πάλι. - Όλοι εδώ μέσα μα κάνουν νευρική, είπε και γύρισε γοργά στην κάμαρα. Η Ευανθία είχε καθίσει και κεντούσε και καθώς σήκωσε μια στιγμή τα μάτια, τα έριξε στη Μαρίκα και στο Στέφανο. Κι αυτοί στρέφοντας μέσα την είδαν που τους κοίταζε. Η Ευανθία δεν πήρε από πάνω τους τα μάτια. Η κυρία Αγλαΐα γυρισμένη εκείθε, καθάριζε τα φύλλα της μπεγκόνιας. Η Μαρίκα έμεινε σα συγχυσμένη, η Ευανθία ατάραχη. Ο Στέφανος είδε όμως στη ματιά της μια λάμψη κίτρινη, μια λάμψη που του θύμισε ξαφνικά τη ματιά μιας γάτας κοκκινόμαλλης που είχαν μια φορά στο σπίτι όταν ήτανε μικρός και του άνοιξε συχνά πληγές στα δάχτυλα. Όταν η κυρία Αγλαΐα γύρισε πάλι το πρόσωπο στην κάμαρα, τους είδε που κοιταζόντανε άφωνοι και είχε το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσα στους τρεις. - Τι κάθεστε; θα βγούμε με το αμάξι, είπε γοργά η κυρία Αγλαΐα. - Αλλά μαμά, πετάχτηκε η Μαρίκα. Το είχα να πάω στα μαγαζιά, να δω ένα ύφασμα, πρόσθεσε αφού σώπασε μια στιγμή. Μα το πρόσθεσε σε τόνο που έδειχνε πως η ιδέα της είχε έρθει μόνο εκείνη τη στιγμή. - Στο γύρισμα σταματούμε και το βλέπεις, είπε η κυρία Αγλαΐα και την κοίταξε με βλέμμα που φανέρωνε πως ένιωσε την πρόφαση. Και τράβηξε κατά την πόρτα. Η Ευανθία πήγε κοντά. Η Μαρίκα στάθηκε μπρος στο Στέφανο, που έμενε ορθός στη θέση του, έτοιμος να κινηθεί, μα σα να μην ήξερε προς πού να κινηθεί. - Κι αυτή, κι αυτή με κάνει νευρική, του είπε, μόλις η Ευανθία χάθηκε έξω από την πόρτα. Σταμάτησε άλλη μια στιγμή μπροστά του, κ’ έπειτα ακολούθησαν άφωνοι και οι δυο. [Επεξεργασία] VII Το αμάξι τράβηξε το δρόμο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα στρωνόταν πέρα ήσυχη, ωχρογάλανη. Σωπαίναν και οι τέσσεροι· η Μαρίκα κοντά στο Στέφανο, η Ευανθία αντίκρυ του πλάι στην κυρία Αγλαΐα. Έξαφνα η θεία Αγλαΐα θυμήθηκε πάλι το φόρεμα της Πρίφτη. - Γκρίζο είπες; ρώτησε την Ευανθία. - Ναι, γκρίζο, απάντησε η Ευανθία. Δεν πρόσθεσε με τρία βολάν, κοίταξε μόνο στα μάτια τη Μαρίκα. Και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή. Σε λίγο περνούσανε τη γέφυρα του μόλου κ’ έσκυψαν κ’ έβλεπαν κάτω και οι δυο. Μεγάλοι σωροί ρόδια ήταν στημένοι πυραμιδωτά στο μόλο ανάμεσα σε στοίβες σάκους και ψηλές σειρές τετράγωνα ολοκαίνουργα κασόνια. - Τι κόκκινα! ψιθύρισε η Ευανθία βλέποντας τα ρόδια. - Μαρίκα, θυμήσου να στείλομε να πάρομε, είπε η κυρία Αγλαΐα. Από τις αποθήκες του μόλου κάτω από τη γέφυρα έφτανε απάνω κρατητός ο βρόντος άπειρων σφυριών που καρφώναν ολοένα. Η Μαρίκα σφάλισε τ’ αφτιά με τις παλάμες, ώσπου πέρασαν τη γέφυρα. - Ήρθαν απόψε δυο ιγγλέζικα για να φορτώσουν, είπε ο Στέφανος. - Πόσο αγοράζουν; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος είπε την τιμή, και ξανασωπάσαν πάλι. Η Ευανθία σηκώνοντας τα μάτια αντίκρισε μια στιγμή το Στέφανο. Η Μαρίκα κοίταζε ένα μικρό άσπρο σύννεφο στον ουρανό. Είχε υψωθεί εκεί, η Μαρίκα δεν το είχε δει από πού, και στάθηκε ψηλά και σάλευε μια εδώ μια εκεί, σα να μην ήξερε προς τα πού να πάει. Η Ευανθία γύρισε και την κοίταξε - Μαρίκα! φώναξε έπειτα με μιας. Η Μαρίκα γύρισε. - Να μην πάρομε και τη γιαγιά! Η Μαρίκα τής έριξε μόνο ένα βλέμμα δίχως ν’ απαντήσει, και ο Στέφανος είδε πάλι στη ματιά της Ευανθίας την κίτρινη αναλαμπή που του θύμισε πρωτύτερα την παλιά γάτα. Ο δρόμος φάνηκε στη θάλασσα και ανέβαινε προς το βουνό. Το αμάξι πήγαινε τώρα αργά, και η Μαρίκα ακουμπισμένη πίσω κοίταξε πάλι το σύννεφο. Είχε πυκνώσει τώρα μια στιγμή, έπειτα ξαναραίωσε και άπλωσε σα μαλλί ξασμένο, σκόρπισε αραιότερο, κομματιαστό, ώσπου έσβησε. -Μαρίκα, ξαναφώναξε η Ευανθία, καλά είναι τα μαλλιά μου; Είχε βγάλει το καπέλο, το ακούμπησε στα γόνατα, κ’ έσιαζε τα μαλλιά και κοίταζε. Η Μαρίκα δεν της απήντησε. Γύρισε μόνο στην κυρία Αγλαΐα και είπε: - Δεν πάμε πίσω; - Ναι, με το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Αλήθεια· να δούμε στο λιμάνι και τα ιγγλέζικα, είπε η Ευανθία. Το αμάξι ανέβαινε σε μια πλαγιά κατάφυτη με αμπέλια τρυγημένα πια και με κοκκινισμένα φύλλα, και ο δρόμος ισκιωνόταν από το κάστρο που άφησαν πίσω προς την αντολή· στην άκρη των αυλακιών του δρόμου φύτρωναν ωχρόλευκα αγριολούλουδα, λευκογάλανα σκυλάκια, και από τους όχτους μύριζε ακόμα η ξερή ρίγανη. Η Μαρίκα κούμπωσε το φόρεμά της. - Κρυώνεις; Ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα δεν απάντησε, μα ο Στέφανος φώναξε στον αμαξά: - Χτύπα λιγάκι. Άμα κατηφόρισαν στο λόφο, ο ήλιος ξαναθέρμανε το δρόμο και η θάλασσα φάνηκε πάλι κάτω φωτεινή λουρίδα. Το αμάξι κυλούσε τώρα γοργότερα, μα ένα σφύριγμα μέσα από τα δέντρα το σταμάτησε με μιας σε μια καμπή. Ήταν το τραίνο που περνούσε δυο βήματα σχεδόν μπροστά. Η Ευανθία πετάχτηκε ορθή και σήκωσε το χέρι. Μερικά κεφάλια πρόβαλαν έξω από τα παράθυρα των βαγονιών. Η Ευανθία έκαμε να νέψει με το χέρι, μα η κυρία Αγλαΐα την κράτησε. - Τρελή! Έβγαλε φωνή. Η Ευανθία γέλασε, αλλά δεν κάθισε. - Ο λοχαγός! Ο λοχαγός της Πρίφτη, φώναξε έπειτα κοιτάζοντας κατά το τραίνο. Η κυρία Αγλαΐα άφησε την Ευανθία και γύρισε κι αυτή να δει, ενώ ο τριγμός του τραίνου που χανόταν πάλι μες στα δέντρα σκέπασε τη φωνή της Ευανθίας. Η Μαρίκα την κοίταξε περίεργα και γύρισε στο Στέφανο. Η κυρία Αγλαΐα μίλησε πάλι για το ταξίδι και τα τρία βολάν της Πρίφτη. Το αμάξι πλησίαζε προς το λιμάνι και πλάι του σταματούσαν στο σκονισμένο δρόμο χωριάτισσες που πήγαιναν ξυπόλυτες και με πανέρια στο κεφάλι. Εμπρός στο πρώτο καφενεδάκι που απαντήσαν ύστερα, στεκόταν ένα αμάξι· και σ’ ένα από τα τραπέζια κάτω από τους ψηλούς ευκάλυπτους ήταν δυο κύριοι καθισμένοι. Χαιρέτησαν το Στέφανο με το καπέλο. - Ποιος είν’ ο άλλος; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. - Ο νέος εφέτης, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα κούνησε το κεφάλι δεύτερη φορά. Η Ευανθία έσκυψε να κοιτάξει, μα η κυρία Αγλαΐα την τρόμαξε με μια κραυγή. Η Ευανθία είχε ξεχάσει στα γόνατά της το καπέλο και η κυρία Αγλαΐα της ξαναφώναξε: - Μα τι ντροπή! Και τη βίασε να το φορέσει αμέσως. Περνούσαν τα πρώτα σπίτια του λιμανιού, και στις πόρτες έβγαιναν οι γυναίκες και κοίταζαν. Δυο κάρα που πέρασαν έπειτα τρεχάλα, τους έπνιξαν μέσα σε σκόνη μελανωπή. Η κυρία Αγλαΐα τίναξε το φόρεμά της, η Ευανθία γέλασε. Τέλος φάνηκαν κάτω μαυροκόκκινοι όγκοι μακρουλοί τα δυο ιγγλέζικα καθισμένα στ’ ακίνητα νερά σα βουλιαγμένα. Πρώτη τα έδειξε η Ευανθία. Ο Στέφανος έκαμε να στρέψει, μα η Μαρίκα του έδειχνε την ίδια ώρα σε άλλο μέρος. Σ’ ένα λόφο που άφησαν πίσω, άπλωνε ένας μύλος τα μεγάλα του πλατιά πανιά· μια πνοή έκανε να τα κινήσει και σαλεύαν μια στιγμή· μα η πνοή δεν είχε δύναμη και σταματούσαν κ’ έμεναν πάλι σα δεμένα. Η Μαρίκα τα κοίταζε σα να περίμενε τον άνεμο να τα κινήσει, και τα ξαναέδειξε του Στέφανου. Η Ευανθία άκουσε το βίντσι που αντηχούσε τριχτά, σκληρά από το λιμάνι, και φώναξε: - Φορτώνουν. Μαρίκα, πάμε να δούμε πώς φορτώνουν; Η Μαρίκα δε μίλησε. Μόνο η κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Αν πάει κι άλλος καλός κόσμος. Μα η Ευανθία ξαναφώναξε: - Άκου, Μαρίκα! Η Μαρίκα δε μίλησε και πάλι, έδειχνε μόνο του Στέφανου. Μα ο Στέφανος απάντησε της Ευανθίας: - Ναι, πάμε. Η Μαρίκα γύρισε μεμιάς· και ο Στέφανος είδε σαν ξαφνιασμένος πως του άφησε το χέρι κ’ έστρεψε προς το άλλο μέρος. - Τι είναι; της ψιθύρισε σκύβοντας κοντά της. Δεν του απάντησε· έβλεπε πέρα τα φτερά του μύλου που έμεναν πάντα ακίνητα, κρέμονταν σαν παραλυμένα. Άμα έφτασαν στην προκυμαία, αραιός κόσμος περπατούσε κει. Κάθε άλλος θόρυβος του λιμανιού πνιγόταν από το βίντσι των δυο ιγγλέζικων. Μαούνες φορτωμένες με σωρούς κασόνια στριμώχνονταν τριγύρω τους. Η Ευανθία σα να τα ξέχασε διόλου, ούτε γύρισε τα μάτια εκείθε. Κοίταζε τον κόσμο που περνούσε. Πρώτα πρόσεξε μια γούνα που βγήκε πρώιμα, έπειτα ένα φόρεμα αχερί: - Τι χρώμα! - Ναι, άσχημο, είπε η κυρία Αγλαΐα και στύλωσαν και οι δυο τα μάτια εκεί. Μια βιτρίνα που οι δαντέλες τη γέμιζαν κρεμασμένες σαν κουρτίνες, τους τράβηξε έπειτα το βλέμμα και η Ευανθία φώναξε: - Μαρίκα! Αλλά δυο κύριοι χαιρέτησαν από το δρόμο, και η Ευανθία ρώτησε ποιοι είναι. Έπειτα έσκυψε να γνωρίσει δυο κυρίες που τα πρόσωπά τους κρύβονταν κάτω από τις κόκκινες ομπρέλες τους. - Είναι η Ζαζά με τη μητέρα της, είπε η κυρία Αγλαΐα που τις γνώρισε από το φόρεμα. - Πώς σκύβει έτσι; - Σφίγγεται άσχημα. Παιδιά ξυπόλυτα και κόσμος με τριμμένα ρούχα, μαζεμένος γύρω σε μια μαϊμού που χόρευε, τις έκαμε και γύρισαν στο άλλο πλευρό ώσπου πέρασαν. Έπειτα τους ξαναχαιρέτησαν απέξω και η Ευανθία ξαναρώτησε ποιοι ήταν. Μα έπειτα βλέποντας δυο νέους σ’ ένα αμάξι καθισμένους με τα πόδια τεντωμένα εμπρός, γύρισε και γέλασε. - Τι, τα παπούτσια τους βγήκαν να δείξουν; είπε και ξαναγέλασε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε αυστηρά. - Μα, Ευανθία, την παρατήρησε. Αλλά η Ευανθία γέλασε πάλι. Είχαν φτάσει εμπρός στο καφενείο της προκυμαίας που μαζευόταν ο καλός κόσμος, και ο αμαξάς σταμάτησε. Η Ευανθία πήδησε κάτω πρώτη και προχώρησε· η κυρία Αγλαΐα θέλησε να την κρατήσει, μα καθώς έστρεφε, σταμάτησε κ’ έβγαλε σχεδόν φωνή: - Ο κύριος νομάρχης! Ο κύριος νομάρχης στάθηκε με το καπέλο του στο χέρι: - Τι ευχαρίστηση! Η Ευανθία έμεινε ακίνητη και η κυρία Αγλαΐα σύστησε: - Η ανεψιά μου. Δυο κύριοι που περνούσαν πλάι, γύρισαν και κοίταξαν· και η κυρία Αγλαΐα πρόσθεσε: - Ο κύριος νομάρχης, αρχαίος φίλος μας. Και σιγότερα: - Που μας λησμόνησε. Ο κύριος νομάρχης έμεινε σα στενοχωρημένος και ψιθύρισε: - Πράγματι, παράλειψις. Αλλά, δοκίμασε να δικαιολογηθεί, περιοδείες, συμβούλια, λιμενικά, τα ξέρετε… Και σα με ξαφνική έμπνευση: - Την ξέρετε τη νομαρχία. Κι έμειναν και οι δυο μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Είχαν σταθεί απέξω από το καφενείο, και ο κύριος νομάρχης χτύπησε σ’ ένα τραπέζι και πρόσφερε καθίσματα. Ο Στέφανος με τη Μαρίκα πλησίασαν, και καθίσαν όλοι. Μίλησαν πρώτα για τον ωραίο καιρό. - Κάναμε το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Και θα ήταν έμορφα, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, έμορφα, πολύ έμορφα. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα κ’ έριξε ένα βλέμμα εμπρός της· έπειτα έφερε σιγά το χέρι στα μαλλιά και τα έστρωσε με την παλάμη. - Δεν έχει κόσμο σήμερα, είπε. Και η Ευανθία που θυμήθηκε τώρα τα ιγγλέζικα, ψιθύρισε: - Θα είναι στα βαπόρια. Η κυρία Αγλαΐα της έριξε αυστηρή ματιά και γύρισε στον κύριο νομάρχη: - Σωστούς τρεις μήνες, τους σημείωσα --- ε, Μαρίκα; Μα η Μαρίκα δεν ήθελε ν’ αφήσει το Στέφανο να της ρίξει στους ώμους τη ζακετίτσα της, και η κυρία Αγλαΐα είπε αυστηρά: - Ναι, φόρεσέ τη. - Φορέστε τη, φορέστε τη, είπε και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα έφερε το χέρι πάλι πίσω στα μαλλιά. Έπειτα ξαναγύρισε: - Τον κύριο νομάρχη! Ο κύριος νομάρχης της πρόσφερε το γλύκισμα και άρχισαν να μιλάνε για τη νομαρχία, όπως πάντοτε όταν βλέπονταν. -Ναι, ναι, έλεγε η κυρία Αγλαΐα. - Ναι, ναι· όπως μια φορά. Μια φορά που ο κύριος νομάρχης ήταν γραμματεύς και η κυρία Αγλαΐα κυρία νομάρχου. Τους έκοψε η Ευανθία που ξαναθυμήθηκε τα ιγγλέζικα. - Στάθηκαν έξω, είπε του Στέφανου. Η κυρία Αγλαΐα την ξανακοίταξε αυστηρά· μα ο κύριος νομάρχης γύρισε έξαφνα: - Ναι, έχομε και τα ιγγλέζικα, είπε· τα είδατε; Και στρέφοντας στο Στέφανο άρχισε να μιλεί για τις τιμές που υψώθηκαν. - Ναι, απότομα, είπε ο Στέφανος. - Ευχάριστο, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, ευχάριστο. Το βίντσι των βαποριών ακούστηκε πάλι που έτριζε. - Φορτώνουν, είπε ο κύριος νομάρχης. - Στάθηκαν έξω, ξαναείπε η Ευανθία. Εννοούσε έξω από το βραχίονα του λιμανιού. - Ναι, πολύ έξω, είπε ο κύριος νομάρχης, και η ομιλία ήρθε στο λιμάνι που ακόμα έμενε ατελείωτο. - Μου φαίνεται άλλαξε το σχέδιο, είπε ο Στέφανος. Ο κύριος νομάρχης χαμογέλασε: - Μόνο το σχέδιο! Και κουνώντας το κεφάλι στην κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Τα ξέρετε… Μα εκεί που ο λόγος ξαναγύρισε στη νομαρχία, ο κύριος νομάρχης σηκώθηκε έξαφνα. Από τη γωνία του καφενείου παρουσιάστηκε η Φιφίκα Πρίφτη κρατώντας μπράτσο την κυρία Κατίγκω. Μόλις τους είδαν, η κυρία Κατίγκω έκαμε κίνημα. Μα ήταν αργά· ορθός εμπρός τους ο κύριος νομάρχης τους άπλωνε το χέρι και πρόσφερε καθίσματα. Η κυρία Κατίγκω πήγε ευθύς στην Ευανθία: - Χρυσή μου! Και τη φίλησε. Η Μαρίκα καθισμένη κοντά στο Στέφανο κοίταζε σιωπηλή προς το λιμάνι, που οι μακρουλοί μεγάλοι όγκοι των δυο ιγγλέζικων του έφραζαν το άνοιγμα και θάμπωναν εκεί μπροστά τους το φωτεινό χρώμα της θάλασσας. Η κυρία Κατίγκω χαιρέτησε και τη Μαρίκα. Έπειτα ήρθε πάλι στην Ευανθία και της είπε μελαγχολικά: - Τι κρίμα που δεν ήσουνα στην πρόβα! Κάθισε κοντά της και μίλησαν για το φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. Ο κύριος νομάρχης είχε γυρίσει στη Φιφίκα: - Λοιπόν αύριο; - Το μάθατε; - Τι ευτυχία! Η Φιφίκα γέλασε: - Που φεύγω; - Που σας βλέπομε πριν φύγετε. Και ο κύριος νομάρχης ακουμπώντας τις παλάμες διπλωμένες στην αργυρή λαβή του μπαστουνιού του την κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα κατέβασε τα φρύδια, όπως συνήθιζε όταν τη δυσαρεστούσε κάτι. Η Ευανθία έδειξε απέναντι μια τουαλέτα με πλατιά φουσκωτή φούστα: - Για δέτε κει! να τρία βολάν. Γύρισαν και κοίταξαν· η κυρία Αγλαΐα μισοκλείνοντας τα μάτια. Μα έξαφνα γύρισε η κυρία Αγλαΐα: - Τι αηδία, ε, Μαρίκα; Η Μαρίκα δεν απάντησε· καθώς έστρεψε, είδε μόνο πως η Ευανθία κοίταζε το Στέφανο. - Τι αηδία, ε; είπε ξανά η κυρία Αγλαΐα, και η Φιφίκα το ένιωσε και κοκκίνισε. Μα ο Στέφανος γύρισε αμέσως και τη ρώτησε: - Πηγαίνετε στην Ιταλία; - Ναι, στη Γένοβα, απάντησε σα συγχυσμένη· μα έπειτα: Ο θείος επέμενε να πάμε να μας δη, τόνισε σαν επίτηδες. Ο θείος ήταν πλούσιος έμπορος στη Γένοβα, γνωστός στην πόλη· και ο κύριος νομάρχης τόνισε κι αυτός: - Καθήκον. - Τι λαμπρός άνθρωπος! είπε έπειτα· και πατριώτης! Και στρέφοντας προς την Αγλαΐα πρόσθεσε: - Το γνωρίζω από τη νομαρχία. Τα φρύδια της κυρίας Αγλαΐας ξαναχαμήλωσαν. Μα η Ευανθία έσκυψε έξαφνα και κάτι είπε της Φιφίκας, και η Φιφίκα γέλασε. Ο κύριος νομάρχης, καθώς έστρεψε σ’ αυτή, έμεινε παίζοντας την αργυρή λαβή του μπαστουνιού του ανάμεσα στα δάχτυλα. Όταν ξαναέστρεψε είδε την κυρία Αγλαΐα που τον κοίταζε. - Ανεψιά σας είπατε; έσκυψε και της ψιθύρισε. - Ναι, από τον άντρα μου, απάντησε η κυρία Αγλαΐα, όταν εννόησε πως ρωτούσε για την Ευανθία. - Αχά! είναι --- θυμούμαι τη μητέρα της. Η Φιφίκα αντίκρυ ξαναγέλασε, και ο κύριος νομάρχης έμεινε μια στιγμή. - Από τη νομαρχία, του ξέφυγε έπειτα, μα αμέσως το ένιωσε και είπε γοργά: - Ναι, ναι, που είχε τον τελώνη. - Τον ελεγκτή, κύριε νομάρχα!... Ο κύριος νομάρχης τινάχτηκε σα να συνήρθε ξαφνικά κ’ ένιωσε πως κοκκίνισε. - Δε φαντάζεσαι τι ωραία που χτενίζει, έλεγε της Ευανθίας η Φιφίκα· ούτε αισθάνεσαι το χτένι. - Και λούζει ωραία, λένε, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ω, έκτακτα· με νέα μέθοδο. Και ιδίως το στέγνωμα· η τέχνη της είναι το στέγνωμα· με τον ατμό. Η Ευανθία κοίταζε τη Φιφίκα. Και η Μαρίκα που καθόταν άφωνη σα μόνη της, έριξε βλέμμα στα μαλλιά της Ευανθίας απέναντι. Η Ευανθία κοκκίνισε που το είδε· κοκκίνισε και χαμήλωσε τα μάτια. Της φάνηκε πως ήθελε να της θυμίσει πως χτες αυτή την έλουσε η γιαγιά. Μα η Φιφίκα που την κρατούσε από το χέρι, της είπε ξαφνικά: - Τι ωραία που είναι, Ευανθία, τα μαλλιά σου! - Ωραία, ναι, είπε και η κυρία Κατίγκω. Και η Ευανθία που ξανασήκωσε τα μάτια είδε πως όλοι, και ο Στέφανος μαζί, κοιτάζαν τα μαλλιά της. Μόνη η Μαρίκα είχε γυρίσει το βλέμμα αλλού. Η κυρία Αγλαΐα μιλούσε πάλι με τον κύριο νομάρχη. - Ναι, ναι, όπως τότε. - Ναι, ναι, όπως μια φορά. Μα η Ευανθία ξαναψιθύρισε με τη Φιφίκα, και ο κύριος νομάρχης σα να ξεχάστηκε ξανά. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με την παλάμη πίσω στα μαλλιά της· η Φιφίκα την κοίταζε από αντικρύ. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε και εκείνη· την κοίταξε άφωνη. Έπειτα της χαμογέλασε μονάχα. Μα μισοκλείνοντας τα βλέφαρα της είπε αμέσως: - Λυπήθηκα που δε σας είδα το πρωί. - Αλλά ντυνόμουνα να βγούμε, πρόσθεσε με τα φρύδια πάλι ορθά. Η Ευανθία κοιτάχτηκε με την κυρία Κατίγκω· η Φιφίκα όμως απάντησε ήσυχα: - Μα εγώ ήρθα μόνο για την Ευανθία. Το είπε κ’ έμεινε ακίνητη. Η κυρία Αγλαΐα είδε πως έμεινε ακίνητη και η αργυρή λαβή του μπαστουνιού στα χέρια του κυρίου νομάρχη. Ο Στέφανος έριξε ένα βλέμμα στη Μαρίκα· η Μαρίκα κοίταζε τη θάλασσα. Μα έπειτα όταν γύριζαν στο σπίτι, η Μαρίκα πλησίασε μια στιγμή το Στέφανο, που τις συνόδευε ως την πόρτα. Ήταν παράξενα χλωμή και του έπιασε το χέρι νευρικά. -Ξέρεις Στέφανε, του είπε, ξέρεις τι σκέφτηκα έξαφνα; - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Θα ήταν καλύτερα να έπαιρνες την … Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταξε σαν ξαφνισμένα· - Την Πρίφτη, είπε η Μαρίκα. Και τον άφησε να την κοιτάζει εκεί και χάθηκε στην πόρτα. [Επεξεργασία] VIII - Την Πρίφτη! Ο Στέφανος πήγαινε σκυφτός στο σπίτι· δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί. Και μια στιγμή που του φάνηκε έξαφνα πως κάτι έλαμψε μπροστά του, δεν ήταν τα μαλλιά της Πρίφτη. Σήκωσε ευθύς τα μάτια απάνω, σα να ήθελε να μην το δει. Και είδε τη θάλασσα. Του φάνηκε πως έλαμπε όλη. Και όταν έπειτα ανέβηκε στο σπίτι, ήρθε γελαστή κοντά του η κυρία Κατίγκω και τον κοίταξε και του είπε: - Τι όμορφη που ήταν σήμερα η Ευανθία. Και πήρε και γέμιζε δυο βάζα με άνθη. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε με τι άνθη, είδε μόνο πως έφεγγαν στα βάζα τ’ άνθη. Μα έξαφνα ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω· και ρώτησε: - Μα η Μαρίκα τι είχε; Ο Στέφανος έκαμε ν’ απαντήσει: τι; Μα δεν απάντησε· είπε μόνο: - Τι κωμικός που ήταν ο νομάρχης. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε, πρόσθεσε ο Στέφανος. - Κι αυτή. Η κυρία Κατίγκω εννόησε πια, όμως δε θύμωσε· είπε μόνο μελαγχολικά: - Μου κακοφαίνεται που φεύγει. Και αφού ξεχάστηκε για μια στιγμή, ψιθύρισε: - Θα πάρω εδώ την Ευανθία για λίγες μέρες. Ο Στέφανος έκανε να την κοιτάξει, και η κυρία Κατίγκω ξαναείπε: - Η γιαγιά θα μου τη δώσει. Και σώπασαν. Είχαν σταθεί εμπρός στο παράθυρο κ’ έβλεπαν τη θάλασσα. Ένα αεράκι τη σγούρανε ωχροπράσινη, ισκιωμένη μεριές μεριές από αραιά πλοκαμωτά, αλλού σταχτιά αλλού άσπρα σύννεφα με κίτρινες αντιφεγγιές εδώ και κει. Το μάκρος χανότανε σκουρότερο, πια σταχτερό. Από το λιμάνι ακούονταν τριχτός ο βρόντος που έκανε το βίντσι των ιγγλέζικων. - Φορτώνουν, είπε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Και του Στέφανου του φάνηκε πως άκουσε σα μακρινό αντίλαλο: - Φορτώνουν· άκου, Μαρίκα, πώς φορτώνουν. Και γύρισε. Εκεί η κυρία Κατίγκω πρόσθεσε: - Θα πάμε με την Ευανθία να τα δούμε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος. Όταν ξαναέστρεψε έπειτα, η κυρία Κατίγκω έβλεπε τη θάλασσα. Μα ύστερα από λίγο πάλι ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Δε μου είπες τι είχε σήμερα η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε ξανά. Κοίταξε μπρος του με μάτια σα μισόκλειστα για μια στιγμή. Έπειτα ψιθύρισε: - Η Μαρίκα; - Τίποτε δεν είχε, είπε δυνατότερα και ξανακοίταξε μπροστά του: η θάλασσα σα ν’ ανατρίχιασε όλη μια στιγμή, βάφηκε χαλκοπράσινη ελαφρά. Με έπειτα ξαναησύχασε και απέμεινε απλωμένη με μουντά στίγματα, σαν ξέθωρος παλιός καθρέφτης σκουριασμένος. Τα σκόρπια σύννεφα στον ουρανό είχαν σκουράνει. Ο Στέφανος έμεινε κει σκυφτός. [Επεξεργασία] ΙΧ Τα σύννεφα είχαν μαυρίσει και σκέπαζαν όλον τον ουρανό όταν μετά το μεσημέρι ο Στέφανος ανέβαινε τη σκάλα της Μαρίκας. Η Μαρίκα τον περίμενε στην πόρτα. Ήταν χλωμή, μα γέλασε όταν τον είδε. Του έπιασε το χέρι και βλέποντάς τον στο πρόσωπο: - Στέφανε, του είπε σιγά, αν μπορείς λησμόνησε ό, τι σου είπα. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε στα μάτια. - Ναι, Μαρίκα. - Λησμόνησέ το και συγχώρεσέ με· μα με πειράζει, με κάνει νευρική. Ο Στέφανος περίμενε· και η Μαρίκα ξαναψιθύρισε: - Με κάνει τόσο νευρική η Φιφίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε πάλι στα μάτια. Την κοίταξε σα να ήθελε να δει σ’ αυτά αν είχε πει το αληθινό όνομα. Μα η Μαρίκα σα να ένιωσε κάτι και φοβήθηκε, του έπιασε και το άλλο χέρι, τον έσυρε κοντά της κ’ έσκυψε στο στήθος του το πρόσωπο. Έμεινε έτσι μια στιγμή, έπειτα ορθώθηκε ξανά και πιάνοντάς τον από τη μέση τον έφερε μπρος στο παράθυρο. Και δείχνοντας τη θολωμένη μέρα έξω είπε: - Πώς μου αρέσει, δεν ξέρεις πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε. Στάθηκε ακουμπισμένη πάλι απάνω του. Ήταν εμπρός στο ανοιχτό παράθυρο, και τα ξερά χαλκά φύλλα της λεύκας κρέμονταν σαν πνιγμένα στο μολυβή αέρα του σκοτισμένου δειλινού που σύγχυζε σε άχνα αόριστη τον κάμπο πέρα κ’ έβαφε με χρώμα θαμπού μουντού ατσαλιού τον όγκο του απέναντι βουνού. - Πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. Δεν έπνεε πνοή, και ο λόγος φάνηκε στο Στέφανο σαν ψιθύρισμα της ίδιας θολωμένης ώρας. Δε μίλησε από φόβο μην ταράξει τη σιγή της. Έσκυψε μόνο στη Μαρίκα και της φίλησε το μέτωπο. Κ’ έμειναν και οι δυο άφωνοι κοιτάζοντας στο μάκρος. Έπειτα η Μαρίκα βάζοντας το χέρι γύρω στο λαιμό του: - Στην ησυχία αυτή, είπε σιγά. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα αλλάζοντας τόνο μεμιάς και φέρνοντας το πρόσωπο σιμώτερα προς το δικό του: - Δεν ξέρω, Στέφανε, γιατί, μα με πειράζει το πολύ το φως κοντά σου, είπε και τον κοίταξε κατάματα. Την κοίταξε και ο Στέφανος: το βλέμμα της είχε σαν κάποια ανησυχία, σαν κάποιο τρόμο, όπως και η φωνή της. Έμειναν έτσι μερικές στιγμές. Ο Στέφανος δεν έβρισκε τι να μιλήσει. Μα όταν έκαμε κάτι να πει… - Ω σώπα· κοίταζέ με μόνο, τον σταμάτησε η Μαρίκα, κ’ έμειναν πάλι άφωνοι βλέποντας έξω. Αλλά μια ξαφνική πνοή τους έκαμε να τιναχτούν. Ήρθε μεμιάς και κούνησε τη λεύκα σα χέρι αόρατο, χωρίς να της ταράξει τα κλαδιά. Μόνο τα φύλλα έτριξαν στα κλαδιά με ήχο ξερό σαν ξέσκισμα. Έπειτα πέρασε η πνοή και ξαναχύθηκε βουβή σιγή, που άφηνε ν’ ακούεται το πέσιμο των φύλλων κάτω. Η Μαρίκα κοίταξε άφωνη το Στέφανο. Έπειτα έσκυψε στο παράθυρο: τα ξερά φύλλα είχαν γεμίσει την αυλή. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε. Καθώς κοιτάζαν στο παράθυρο, άκουσαν πίσω τους φωνή. Γύρισαν και είδαν, ορθό, ακίνητο μπροστά τους τον παππού. Κοιταχτήκαν πάλι αμίλητοι και οι δυο. - Θα βρέξει, ψιθύρισε ο παππούς και κοίταζε έξω το βαρύ αέρα. - Ναι, παππού, θα βρέξει, είπε και η Μαρίκα σαν αυτόματα. Ο παππούς γύρισε και την κοίταξε με μια μακριά θαμπή ματιά. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί ξανανατρίχιασε. ΄Επειτα γύρισε άφωνος ο παππούς και σύρθηκε αργά και τρικλιστά κατά την πόρτα. Η ράχη της σταχτιάς τριμμένης ρόμπας του σταμάτησε έξω από την πόρτα μια στιγμή. Έπειτα χάθηκε. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Τον παππού, τον άμοιρο παππού, ψιθύρισε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε έξαφνα φωνή, και σε λίγο είδαν την υπηρέτρια που έτρεχε. Και από πίσω, ενώ η γιαγιά έσερνε από το χέρι τον παππού, ο παππούς μουρμούριζε: - Τα σπίρτα --- μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κάθισε άφωνη στον καναπέ. Έπειτα είπε ξαφνικά: - Τι φόβο είχα μην μπει μεμιάς η Ευανθία. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε. - Δε θέλω να βλέπει κανένας τον παππού τέτοιες στιγμές. Κ’ έπειτα από λίγο πάλι: - Ξέρεις γιατί; Γιατί μου φαίνεται πως ο παππούς είναι εντελώς δικός μου. Κι αυτός δεν ξέρεις πόσο μ’ αγαπά. Και τι καλά μιλεί μαζί μου. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε ολοένα. - Τι νομίζεις μου έταξε προχτές; είπε σιγώτερα η Μαρίκα. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα μια στιγμή ως να δίστασε. - Στο γάμο μας δε θα έμπει με τη ρόμπα, είπε έπειτα· και στη ματιά της έπαιξε μια λάμψη. Ο Στέφανος τη χάιδεψε ελαφρά στο πρόσωπο μ’ ένα χαμόγελο, και η Μαρίκα αφού τον κοίταξε μια στιγμή εξακολούθησε με τη φωνή ζωηρότερη: - Και ξέρεις τι; Χτες ήρθε κα με πήρε σιγαλά στην κάμαρά του και τι λες μου έδειξε; Τη ρεδιγκότα του. Την είχε βγάλει από το ντουλάπι και την ξεσκόνισε μονάχος. Δεν είπε λέξη, αλλά κατάλαβα. Σταμάτησε, μα έπειτα πάλι μεμιάς: - Αχ, Στέφανε, δεν ξέρεις πώς θα χαιρόμουν αν ερχόταν ο παππούς στο γάμο μας. _ Και γω, είπε ο Στέφανος σιγά, και η Μαρίκα κοιτάζοντάς τον τώρα κατάματα: - Και θα χαιρόμουν πιο πολύ αν ήταν εκεί μόνος ο παππούς, μόνο η γιαγιά, η μαμά, οι δικοί σου βέβαια, και κανένας άλλος. Και σα να τη σταμάτησε η ματιά του Στέφανου· κανένας ξένος, είπε σιγαλότερα. Και ο Στέφανος χωρίς να πάρει κι αυτός το βλέμμα από το δικό της πρόσωπο: - Ούτε ο κύριος νομάρχης; ρώτησε. Η Μαρίκα δεν το περίμενε κ’ έμεινε μια στιγμή άφωνη. - Γελάς! ψιθύρισε έπειτα, ενώ στην πόρτα έμπαινε η Ευανθία. Μπήκε με παράπονο για τον καιρό που χάλασε. - Και είπαμε με τη θεία Κατίγκω να πάμε στα ιγγλέζικα, είπε με απογοητευμένο πρόσωπο. Και βλέποντας προς το παράθυρο: - Το πρωί ποιος το περίμενε πώς θα σκοτείνιαζε έτσι. Μα εμείς με τη γιαγιά θα πάμε ωστόσο. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα που είχε πιάσει. - Πού; ρώτησε. - Στη θεία Κατίγκω. Δε μίλησε κανένας μια στιγμή. Έπειτα η Ευανθία πηγαίνοντας προς τη Μαρίκα: - Δεν είναι καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; ρώτησε. Τα είχε χτενίσει αφέλειες. Και ρίχνοντας το βλέμμα αντίκρυ στον καθρέφτη γέλασε πάλι η όψη της. - Δε μου παν καλύτερα έτσι; ξαναγύρισε προς τη Μαρίκα. Η Μαρίκα δίχως να προσέξει όσο ήθελε η Ευανθία: - Καλύτερα, είπε μόνο και ξαναέσκυψε πάλι στο κέντημα. Και η Ευανθία γυρίζοντας τότε στο Στέφανο: - Αλήθεια, είναι καλύτερα έτσι; ρώτησε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε να δώσει απάντηση. Η Μαρίκα είχε στυλώσει μεμιάς κι αυτή τα μάτια απάνω του. Έμειναν έτσι αμίλητοι λίγες στιγμές και οι τρεις. Και η κυρία Αγλαΐα που μπήκε μέσα ύστερα από λίγο, είχε το ίδιο αίσθημα που είχε και το πρωί, το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσά τους. [Επεξεργασία] Χ Ο Στέφανος βρήκε την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. Καθόταν στο παράθυρο κοντά και διάβαζε. Άμα τον είδε σήκωσε τα μάτια, και ο Στέφανος κάθισε αντίκρυ της. Πρώτα μίλησαν για τον καιρό. - Τι πλήξη, είπε η Ευανθία και άφησε να πέσει το βιβλίο από το χέρι της. - Φθινόπωρο, είπε ο Στέφανος. Έβρεχε και η βροχή κρεμότανε σαν πυκνό δίχτυ έξω από τα τζάμια κ’ έκρυβε κάθε θέα· πλυμένα από τη βροχή κοκκίνιζαν μόνο θαμπά τα φύλλα που έμεναν ακόμα στα κλαδιά της λεύκας. Λίγες στιγμές δε μίλησε κανείς. Η Ευανθία έσυρε το δάχτυλο στο τζάμι, σα να ήθελε να γγίσει τις στάλες της βροχής που νότιζαν το τζάμι απέξω. Έπειτα γύρισε έξαφνα: - Μας περίμενε χθες το απόγευμα η θεία Κατίγκω; - Νομίζω, είπε ο Στέφανος. - Πώς δε μου το είπες τότε; - Πού το ήξερα! Η Ευανθία τον κοίταξε στα μάτια, σα να μην πίστεψε. Ο Στέφανος σηκώθηκε κ’ έκαμε βήματα προς το άλλο παράθυρο. - Αλήθεια πλήξη, ψιθύρισε ρίχνοντας βλέμμα έξω, σα να ήθελε να κόψει εκεί την ομιλία. Το πρωί που έφευγε από το σπίτι τον σταμάτησε η μητέρα του στην πόρτα. - Στέφανε, του είπε, πώς ήθελα να ερχόταν η Ευανθία εδώ για λίγες μέρες. Δεν της το λες; - Εγώ; είπε ο Στέφανος κάπως απότομα, χωρίς να θέλει. - Θα πήγαινα μονάχη, μα το ξέρεις: δεν ήθελα να ξαναπαντηθώ… - Αλλά, μητέρα, έκοψε την κυρία Κατίγκω ο Στέφανος, δεν τ’ αφήνετε όλα αυτά επιτέλους! Η κυρία Κατίγκω κάτι θέλησε να πει, μα ο Στέφανος δεν την άφησε. - Για χάρη μου, είπε· το ξέρεις, δεν είναι κακή, μονάχα νευρική. Η κυρία Κατίγκω δεν ξαναμίλησε. Και τώρα ο Στέφανος καθώς πλησίασε πάλι την Ευανθία: - Ναι, ναι, του ήρθε μεμιάς να πει, μα η Ευανθία τον πρόλαβε. - Για πε μου αλήθεια, του είπε σιγαλά, γιατί δε μου είπες χτες αν σου αρέσουν καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; Το είπε τόσο ξαφνικά, που ο Στέφανος δε μπόρεσε πάλι να μιλήσει. Την κοίταξε μονάχα --- κοιτάχτηκαν και οι δυο για μια στιγμή. Και σα να ξαφνίστηκαν και οι δυο που άνοιξε η πόρτα. Μπήκε η γιαγιά και πήγε ίσα στο Στέφανο. - Η Μαρίκα έβηξε τη νύχτα, του είπε σιγά και ανήσυχα. - Πολύ; ρώτησε ο Στέφανος. Η γιαγιά τον κοίταξε. - Είναι η υγρασία, ξαναείπε ο Στέφανος. - Σηκώθηκε; ρώτησε ύστερα πιο δυνατά. - Θα σηκωθεί· δεν μπόρεσα να την κρατήσω, απάντησε η γιαγιά. - Δεν προσέχει, δεν προσέχει, ξαναψιθύρισε κοιτάζοντας ανήσυχα πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος έμεινε σκυφτός. Χτες βράδυ που έφευγε, η Μαρίκα κατέβηκε μαζί του κάτω. Τον κράτησε μπροστά στην πόρτα, ακούμπησε στον ώμο του και του είπε: - Δε μ’ αγαπάς, δε μ’ αγαπάς σαν πρώτα, Στέφανε. Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Έπειτα, σα να ξέχασε τι είπε, κρεμάστηκε στο μπράτσο του και τον έσυρε έξω: - Έλα να περπατήσομε λίγο στον κήπο. Και τον έσυρε ως τον κήπο. Η νύχτα ήταν σιωπηλή και σκοτεινή· δεν έφεγγε πουθενά φως. Έκαναν λίγα βήματα σιωπηλοί και οι δυο. Όπως πατούσαν, κάτι έτριξε κάτω μια στιγμή ξερά, και η Μαρίκα ψιθύρισε: - Είναι τα φύλλα… - Τα φύλλα που ακούσαμε που έπεσαν, είπε σιγώτερα και σώπασε --- σωπάσανε πάλι και οι δυο. Έπειτα η Μαρίκα έγινε μεμιάς φαιδρή. Του είπε κατιτί και γέλασε. Έπειτα θυμήθηκε τη ρεδιγκότα που της έδειξε ο παππούς. - Φαντάσου, Στέφανε, του είπε και τον κοίταζε, σα να ήθελε να δει τα μάτια του στο σκότος. Ξαναέφεραν στον κήπο δυο-τρεις γύρους, όσο που ένιωσαν πως άρχισε να ψιχαλίζει. Όταν την άφησε στην είσοδο, είδε πως ήτανε χλωμή και πως κατέβηκε χωρίς επανωφόρι. - Ναι, δεν προσέχει. Γύρισε από το παράθυρο, όπου είχε σταθεί και κοίταζε έξω τη βροχή. Η γιαγιά τον έβλεπε άφωνη, η Ευανθία είχε πάρει πάλι το βιβλίο. - Αχ ναι, αχ ναι, ανέκραξε η γιαγιά κ’ έμεινε σιωπηλή ξανά. Ο Στέφανος άναψε τσιγάρο και ξαναγύρισε προς το παράθυρο. Η βροχή θόλωνε πάντα το τζάμι. Μια ξαφνική πνοή την έφερε για μια στιγμή λοξά και χτύπησε στο τζάμι, σα να έσπασαν απάνω του σε θρύμματα πλήθος ψιλά ατσαλένια σύρματα. Η Ευανθία τινάχτηκε. - Καιρός! ψιθύρισε και κοίταξε έξω. Ποιος ξέρει, να έφυγε τάχα η Φιφίκα; - Ποιός; ρώτησε η γιαγιά. - Η Φιφίκα Πρίφτη. - Να πάει πού; - Ταξίδι, απάντησε η Ευανθία. Κ’ έπειτα στρέφοντας στο Στέφανο: - Ξέρεις, Στέφανε, είπε, έχω μια ιδέα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Η Φιφίκα δε θα πάει στην Ιταλία. - Αλλά; - Αλλού --- πάει ν’ αρραβωνιαστούνε με το λοχαγό. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Θα δεις --- η μητέρα της δε θέλει, και πάει με τον πατέρα της ν’ αρραβωνιάσουν μυστικά· γι’ αυτό έφυγε κι ο λοχαγός. - Ποιος; ρώτησε η γιαγιά τεντώνοντας το αφτί. - Κανένας, είπε η Ευανθία και ξαναπήρε το βιβλίο ενώ ο Στέφανος την κοίταζε περίεργα. Η γιαγιά έφυγε και ο Στέφανος κάθισε και κάπνιζε κ’ εξακολουθούσε να την κοιτάζει. Η βροχή χτύπησε πάλι στο παράθυρο, και μαζί της σύρθηκαν στο τζάμι και τα ξερά κλαδιά της λεύκας. Ο Στέφανος τα είδε που σείστηκαν, και του φάνηκαν σα δάχτυλα, σαν αχαμνά γνώριμα δάχτυλα που έκρουσαν το τζάμι. Είχε μελαγχολήσει, και ο αέρας εκεί μέσα του ήταν σα να τον έπνιγε. - Πλήξη, έκαμε να ψιθυρίσει για να τινάξει τη θλιβερή διάθεση, μα επάνω εκεί η Ευανθία του είπε ξαφνικά: - Μα μην το πεις της θείας Κατίγκως. Και τον κοίταζε. - Τι να μην πω; ρώτησε ο Στέφανος. - Αυτά για τη Φιφίκα. Ο Στέφανος σα να είχε λησμονήσει. - Τι; ψιθύρισε· μα έπειτα: Α ναι, είπε έξαφνα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τη. - Θα μου θυμώσει, και δε θέλω να μου θυμώσει η θεία Κατίγκω, είπε η Ευανθία και τον πλησίασε· του έπιασε τον ώμο και είπε σιγώτερα: - Μην της το πεις. Ο Στέφανος της γέλασε. Και η Ευανθία έξαφνα: - Δε με περίμενε χτες βράδυ η θεία Κατίγκω; ρώτησε και τον κοίταζε. - Ναι, σε περίμενε, είπε ο Στέφανος χωρίς να το νοήσει. Η Ευανθία μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα ξαφνικά πάλι: - Τι κρίμα να μην πάμε στα ιγγλέζικα· ήθελα να τα δω πριν φύγουν. - Θ’ αργήσουνε να φύγουν, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοιτάζοντάς τον πάντα: - Αλλά θα φύγω εγώ. -Αστεία. Ο Στέφανος σώπασε μια στιγμή. Έπειτα, σα μηχανικά, ρώτησε¨ - Πότε; - Γρήγορα, απάντησε η Ευανθία. Ο Στέφανος δε μίλησε. Άκουσαν πάλι τη βροχή που ξαναχτύπησε στο τζάμι κ’ έμειναν όρθιοι εκεί κοντά κοντά και κοιταζόνταν. [Επεξεργασία] ΧΙ Το δειλινό άμα ξαναήρθε ο Στέφανος, η Ευανθία ήταν στο πιάνο. - Δεν μπόρεσα να την κρατήσω· σηκώθηκε και ντύνεται, του είπε η γιαγιά που τον απάντησε έξω στο διάδρομο. Ο Στέφανος μπήκε σιγά στην κάμαρα και κάθισε κοντά στην πόρτα. Η Ευανθία δεν τον ένιωσε κ’ εξακολούθησε να παίζει. Είχε τελειώσει μια μαζούρκα και δοκίμαζε να παίξει άλλο χορό, μα ο ρυθμός της ξέφευγε. Ξαναδοκίμασε, δεν μπόρεσε. Έπειτα σταμάτησε. Σταμάτησε και γύρισε τα φύλλα. Έπειτα τ’ άφησε κι αυτά και γύρισε προς το παράθυρο. Έξω δεν έβρεχε, μα ο ουρανός ήταν βαρύς και σταχτερός, και η κορυφή του αντικρινού βουνού μέσα στα σωριασμένα σύννεφα φαινόταν σαν κρατήρας που σκόρπιζε καπνό. Έπειτα ο αέρας ανέμιζε τα σύννεφα και κείνα έπαιρναν σχήματα παράξενα· φούντωναν σε δάσος με στριμωχτά πυκνά τεράστια δέντρα, γίνονταν μολυβόμαυρα ψηλά βουνά, πελώριοι όγκοι πάγων μουντόλευκων που έπλεαν σε σταχτερή, μελανή θάλασσα κ’ έσπαζαν απάνω στα βουνά κ’ έσμιγαν με τη θάλασσα και γίνονταν και κείνα θάλασσα κ’ έπειτα υψώνονταν και πάλι σε βουνά κάτασπρα σα χιονοσκέπαστα όσο πού πάλι ξανάπλωναν σε θάλασσα --- μια θάλασσα τώρα λευκή σαν παγωμένη. Μπροστά σ’ αυτό το αέρινο παιχνίδι ο Στέφανος σα να ξεχάστηκε. Η Ευανθία ξανάρχισε να παίζει, μα αυτός δεν άκουε το σκοπό, κοίταζε μόνο τις εικόνες που προβάλλονταν εκεί στα σύννεφα που έφευγαν αργά στο διάστημα. Μια του φάνταζαν σα χώρες άγνωστες και μαγικές, και μια του θύμιζαν κόσμους που γνώρισε, τόπους που του φαινόταν πως τους είδε ή πως τους ονειρεύτηκε σ’ ένα μακρινό χειμερινό ταξίδι, που η θύμισή του το κρατούσε σαν όραμα φανταστικό ώσπου έσμιγαν σε μιάν απέραντη λευκή έκταση χωρίς ούτε ένα στίγμα μελανό· στεριές, νησιά, ουρανός και θάλασσα --- ένα ταξίδι ξεχασμένο που του έμενε πάντα σαν όνειρο χωρίς σωστή συναίσθηση αν το έκανε ποτέ ή μόνο το φαντάστηκε. Μα εκεί τινάχτηκε μεμιάς· ο ήχος που άφησε το πιάνο έξαφνα του ήρθε σα γνωστός. Του φάνηκε πως ξύπνησε με τα σωστά όταν γύρισε και είδε την Ευανθία που έπαιζε σκυφτή. Μα έπειτα από μια στιγμή ξαφνίστηκε πιο δυνατά. Ο παππούς ορθός στην πόρτα τραύλιζε με βραχνή τρεμουλιαστή φωνή το τραγούδι που έπαιζε η Ευανθία: προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Η Ευανθία πετάχτηκε. Βλέποντας πίσω της το Στέφανο κοκκίνισε όλη. Και η Μαρίκα, που φάνηκε την ώρα αυτή στην πόρτα, τους είδε να κοιτάζονται άφωνοι. - Έλα, παππού, έλα μέσα, θα τραγουδήσομε όλοι μαζί, είπε η Μαρίκα δίνοντας το χέρι της στο Στέφανο. Φαινότανε φαιδρή, μα ο Στέφανος είδε στα χείλη της τ’ άσπρα σημάδια των δοντιών που γνώριζε - Έλα, Ευανθία, ξαναπαίξε το, ξαναμίλησε η Μαρίκα με χαμόγελο και με ματιά που η Ευανθία την ένιωσε και χλώμιασε. ==Χλώμιασε και την κοίταξε κι αυτή, και μια στιγμή έμεινε ακίνητη. ΄Επειτα πήγε στο παράθυρο. Ο Στέφανος έμεινε κει που είχε σταθεί κοντά στην πόρτα. - Ελάτε τότε να σας το παίξω εγώ, είπε η Μαρίκα και κάθισε στο πιάνο. Το έπαιξε κ ‘ έπειτα γύρισε και κοίταξε. - Δεν το τραγούδησες παππού· δεν το έπαιξα καλά όπως η Ευανθία, ξαναείπε κ’ έριξε πάλι ματιά στην Ευανθία. Η Ευανθία έμενε ακόμα στο παράθυρο, ο Στέφανος ορθός στην ίδια θέση. Μόνο ο παππούς κινήθηκε να φύγει. Αλλά η Μαρίκα τον σταμάτησε: - Σκάσου παππού, και θα σου παίξω ένα άλλο. Άμα άρχισε να παίζει πάλι, ο Στέφανος έκαμε κίνημα. Η Μαρίκα έπαιζε το τραγούδι της κυρίας Κατίγκως: Λενίτσα Λενιώ, τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά· αχ, άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. ΄Επαιξε και τραγούδησε τις δυο στροφές γοργά, δίχως να τις χωρίσει. Μα έπειτα σταμάτησε· και με φωνή αργότερη, ψιθυριστή αλλά καθαρά ξανατραγούδησε: Αχ πού να θυμάσαι, Λενίτσα Λενιώ, εκεί που κοιμάσαι σε πεύκο σκιερό. Όταν σηκώθηκε, ο παππούς στεκόταν και την κοίταζε με μάτια ακίνητα. Η Ευανθία είχε γυρίσει στο παράθυρο και κοίταζε έξω. Μα ο Στέφανος πετάχτηκε στο διάδρομο, όπου η κυρία Κατίγκω είχε πέσει στα χέρια της γιαγιάς πνιγμένη σε λυγμούς. Την άκουσαν και μαζευτήκαν όλοι γύρω της. Ο Στέφανος τη σήκωσε. Από μέσα έτρεξε γοργά και η κυρία Αγλαΐα. Άμα είδε την κυρία Κατίγκω, σταμάτησε έξαφνα κοιτάζοντας το Στέφανο και τη Μαρίκα, σα να ρωτούσε να μάθει τι έγινε. Μα αμέσως πάλι προχώρησε και της έδωσε το χέρι. Στης γιαγιάς τα μάτια έφεγγε η χαρά ενώ περνούσαν όλοι στην τραπεζαρία. Μα σε λίγο βγήκε η γιαγιά ξανά έξω και στάθηκε κ’ έψαχνε γύρω με τα μάτια. Και ο παπαγάλος από το κλουβί του στο βάθος του διάδρομου σα να την ένιωσε, άρχισε να κράζει με τη βραχνή και σα σαρκαστική φωνή του: - Παππού, παππού. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία μαζί της. Το βράδυ πρόσεξε μόνη της το γλύκισμα --- φρυγανιές με μαρμελάδα, που ήξερε πως άρεσαν της Ευανθίας --- έβαλε μπρος στη θέση της ένα βάζο με φθινοπωρινά ρόδα λευκά και κίτρινα και κάθισε έπειτα κοντά της. Όλη την ώρα στο τραπέζι ήθελε να της χαμογελά, η ματιά της όμως ήταν μελαγχολική σα να έβλεπε όνειρο και η φωνή της φαινότανε συγκινημένη. Η Ευανθία της θύμισε το γκρι σεβιότ που είδαν σ’ ένα εμπορικό καθώς περνούσαν, έπειτα τους πλισέδες που στάθηκαν και κοίταζαν σε άλλη βιτρίνα: - Τι έμορφοι, θεία Κατίγκω! Ύστερα της μίλησε για τη Φιφίκα: - Η Φιφίκα, ναι· να δούμε, θα μας γράψει; ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. - Από την Ιταλία, είπε η Ευανθία και πρόσεξε στα μάτια την κυρία Κατίγκω. Μα η κυρία Κατίγκω δε μίλησε, και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος δε μίλησε. Δεν ήξερε γιατί ήταν σα στενοχωρημένος και χωρίς διάθεση, δεν ένιωθε γιατί γύριζε πάντα και ζητούσε ν’ ανοίξει με τον πατέρα του ομιλία. - Είδες, η Τράπεζα μας έκαμε έφεση, του είπε μια στιγμή. - Ναι, είδα, απάντησε ο κύριος Γιάγκος κ’ εξακολούθησε να τρώγει. Ο Στέφανος θυμήθηκε ύστερα άλλα δικόγραφα, και ο κύριος Γιάγκος ξαναπάντησε με μονοσύλλαβα. Άμα έφαγε και το γλυκό ο κύριος Γιάγκος διηγήθηκε πως κέρδισε στη λέσχη το νομάρχη. Και είπε κάποιο αστείο γι’ αυτόν. - Τι κωμικός που είναι, είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία γέλασε: - Νέος είναι, ρώτησε, ή βάφεται; - Αυτό είναι μυστικό της … νομαρχίας, είπε ο κύριος Γιάγκος και κοίταξε την Ευανθία. Η Ευανθία δεν εννόησε αμέσως· μα έπειτα: - Α, της νομαρχίας! είπε και ξαναγέλασε. Και η κυρία Κατίγκω ψιθύρισε: - Ξέρεις, Γιάγκο, σήμερα μιλήσαμε. - Όχι δα! - Με χαιρέτησε όταν πήγα για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω δεν είπε περισσότερα, και ο κύριος Γιάγκος σκουπίζοντας με την πετσέτα τα μουστάκια του την κοίταζε. Έπειτα έσπρωξε τα πιάτα από μπροστά του κ’ έκαμε θέση, σα να ετοιμάστηκε για να μιλήσει: - Λοιπόν. - Αυτά με το νομάρχη, είπε ύστερα και ακούμπησε τα χέρια στο τραπέζι. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία: - Πες μας λοιπόν τι άλλα; Πήγες στα ιγγλέζικα; Η Ευανθία σα να ξαφνίστηκε. - Όχι, είπε κ’ έριξε στην κυρία Κατίγκω μια ματιά. Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. -Όχι, ξαναείπε η Ευανθία· θα φύγουν; - Θα φύγουν, βέβαια θα φύγουν. Και στρέφοντας στο Στέφανο ο κύριος Γιάγκος: - Θυμήσου αύριο να γίνει η ανακοπή, του είπε. - Μα δε θα φόρτωναν ακόμα, ξαναγύρισε στην Ευανθία. ‘Η αποφόρτωσαν; ρώτησε πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε διόλου. Σκυμμένος κοίταζε τα κίτρινα και άσπρα ρόδα στο τραπέζι. Το φως της λάμπας έπεφτε απάνω τους και τα έκανε να φέγγουν ωχρότερα· σαν κέρινα. Μα ο ίσκιος τους απάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο ήταν κοκκινωπός. - Στέφανε, ξαναμίλησε ο κύριος Γιάγκος, και ο Στέφανος σηκώνοντας τα μάτια αντίκρυσε το πρόσωπο της Ευανθίας απάνω από τα ρόδα. Τον κοίταζε με βλέμμα που έλαμπε όλο φως. Ο κύριος Γιάγκος είχε καθίσει στο τραπεζάκι στη γωνία και ανακάτευε τα κόκαλα του ντόμινου. Είχαν συνήθεια να παίζουν κάθε βράδυ μια παρτίδα με το Στέφανο, και ο Στέφανος πήγε και κάθισε αντικρύ του σαν αυτόματα. Η Ευανθία ακούμπησε στον ώμο της κυρίας Κατίγκως κ’ έμεινε και κοίταζε σιωπηλή. Έπειτα ζήτησε ένα κέντημα και ξανακάθισε κοντά κοντά με την κυρία Κατίγκω και μιλούσανε ψιθυριστά. Όταν τέλειωσε το παιγνίδι, ο Στέφανος δεν έμεινε πολύ μαζί τους. Και όταν έφευγε και πήγαινε να κοιμηθεί και η Ευανθία, η κυρία Κατίγκω γύρισε στον άντρα της. - Είδες; του είπε. Ο κύριος Γιάγκος χασμουρήθηκε. - Θα με κέρδιζε αν λογάριαζε καλά. Αλλά δεν πρόσεχε. Η κυρία Κατίγκω μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα βλέποντας πάλι στην πόρτα απ’ όπου έφυγε η Ευανθία. - Να είχε μείνει εδώ από τότε! είπε μελαγχολικά. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε στα μάτια νυσταγμένος. - Όνειρα, όνειρα, ψιθύρισε όταν ένιωσε· και τράβηξε να πάει να κοιμηθεί. [Επεξεργασία] ΧΙΙΙ Ο Στέφανος δεν έπεσε να κοιμηθεί· βγήκε στο δρόμο. Έκαμε προς την προκυμαία που ήταν η λέσχη, όπου συνήθιζε και πήγαινε συχνά το βράδυ. Πριν φτάσει, σταμάτησε στα φωτισμένα παράθυρα του καφενείου απέναντι στη λέσχη. Έπαιζε μέσα μουσική και στάθηκε σα να ήθελε ν’ ακούσει. Έξαφνα άνοιξε η πόρτα και μαζί μ’ ένα σκοπό της «Κάρμεν» πετάχτηκε έξω ο κύριος νομάρχης και πίσω του ένας αξιωματικός. Ο κύριος νομάρχης στάθηκε, ο αξιωματικός πέρασε μπρός του ψιθυρίζοντας τραγουδιστά: Qu’ un oeil me regarde et que l’ amour m’ attend --- - Μπαίνετε μέσα; ρώτησε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, είπε ο Στέφανος, αλλά δεν μπήκε. Στάθηκε και τους κοίταζε να δει αν πήγαιναν στη λέσχη. Μα ενώ τους κοίταζε, γνώρισε στον αξιωματικό το λοχαγό της Πρίφτη. Σα να ξαφνίστηκε. Θυμήθηκε τι του είχε πει η Ευανθία κ’ έμεινε κοιτάζοντας. Μπροστά του, στον υγρό πισσοστρωμένο δρόμο έπαιζαν τα φώτα με κιτρινοκόκκινες αναλαμπές, πίσω του έσβηναν οι ήχοι του Τορεαδόρ: et que l’ amour m’ attend Tor·ador! Ο νομάρχης και ο λοχαγός ανέβηκαν στη λέσχη, ο Στέφανος προχώρησε στην προκυμαία. Θυμήθηκε πάλι τι του είχε πει η Ευανθία για το λοχαγό, μα όταν αισθάνθηκε τη θάλασσα κοντά του, το ξαναξέχασε. Η θάλασσα ήταν σκοτεινή μα ησυχασμένη, και ο ουρανός απάνω ξάστερος. Τ’ άστρα έριχναν από ψηλά υγρές ακτίνες, μα δεν έφταναν να φέξουν κάτω τα θαμπά νερά. Ο Στέφανος ένιωθε μόνο την υγρή πνοή τους, τη βαθειά πνοή του πόντου που απλωνόταν πέρα και ο ουρανός του τέντωνε από πάνω σκοτεινό μανδύα, σα να ήθελε να του φυλάξει τη σιωπή. Ο Στέφανος σα ν’ άκουε μέσα του όλη αυτή τη σιωπή του απέραντου μεγάλου πόντου. Του ήταν σα μια σιωπή που έτρεμε βαθιά της κάτι ανήσυχο και σάλευε κάτι κρυφό και σκοτεινό. Σταμάτησε - ήταν το ίδιο εκείνο κρυφό και σκοτεινό που τον είχε κυνηγήσει πάντα, τον ακολούθησε παντού, εδώ σα βραδινή ομίχλη σε ταξίδι, εκεί σα μελαγχολικό τραγούδι στην πρωινή χαρά. Σταμάτησε - σταμάτησε και κοίταζε στα θαμπά βάθη. Και θυμήθηκε το πουλί που δεν μπόρεσε ποτέ να πιάσει μια φορά και το πουλί που ήρθε και χτύπησε στο τζάμι το δειλινό που πέθανε η μικρή αδερφή. Κ’ έξαφνα πάλι θυμήθηκε το μακρινό ταξίδι του άλλοτε· ένα όνειρο· ένα όνειρο κι αυτό χαμένο: Η θάλασσα απλωνόταν σκοτεινοπράσινη έκταση κυματισμένη με μουντούς αφρούς, χαμένη πέρα σε μια ομίχλη σταχτερή. Πού πήγαινε δεν το ήξερε και τότε , ούτε τώρα το θυμάται. Θυμάται μόνο πως στο πλάι του γελούσε μια ιλαρή φωνή κ’ έφεγγαν γεμάτα φως δυο μάτια, που τ’ ακολούθησε σα χίμαιρα και σαν επαγγελία πέρα από τους πάγους. Μα οι παλιοί κύκλοι, οι κύκλοι της βροχής στη θάλασσα γέμισαν εκεί μεμιάς θαμπά τους πάγους, και το πουλί ήρθε και στάθηκε στο τζάμι. Και --- ο Στέφανος τινάχτηκε --- από πίσω έπαιζε κάποιος με τις κούκλες της αδερφής που πέθανε. Ο Στέφανος δε γύρισε. Κοίταζε τους κύκλους που γέμισαν πάλι μπροστά του τα θαμπά νερά. Για αν μη ζαλιστεί, σήκωσε τα μάτια απάνω· τ’ άστρα έτρεμαν ψηλά με φως υγρό. Άφησε πίσω του τη θάλασσα σκυφτός. Δεν ξέρει γιατί ξαναθυμήθηκε το λοχαγό. Τον είδε αλήθεια χτες το τραίνο η Ευανθία; -- Έπειτα θυμήθηκε πως πρέπει να κάμει την ανακοπή αύριο πρωί. Μα έπειτα βρέθηκε πάλι μακριά. Μια τρόικα τον έσερνε γοργά· ο πάγος έτριζε κάτω, και τα κουδούνια των αλόγων ηχούσαν εύθυμους χορούς στη σιωπηλή ερημιά. Γύρω τα κρύσταλλα κρεμόντανε σε μύρια σχήματα, σάλευαν κ’ έφευγαν θαμπές σκιές, θολές μορφές παράξενες, και απάνω τ’ άστρα έφεγγαν μέσα από μια κρυστάλλινη άχνα, κρυστάλλινα κι αυτά σαν παγωμένα. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως τ’ άστρα τον κοίταζαν από ψηλά σαν ξαφνισμένα και σαν ξένα, και σήκωσε πάλι τα μάτια. Μα τ’ άστρα του φάνηκαν τώρα και δω σαν ξένα. Και αντίκρυ τ’ ορθόβραχο βουνό που πρόβαλε από το άνοιγμα του δρόμου, του φάνταζε κι αυτό παράξενα. Έμοιαζε σα να χάθηκε στο βάθος του μισοσκότεινου ουρανού κ’ έγινε άυλο σύννεφο, αγανή διάφανη ομίχλη φωτεινή κρεμασμένη ανάερα κάτω από τ’ άστρα. Ο Στέφανος σα να λησμόνησε πού ήταν. Μόνο το λοχαγό της Πρίφτη δε λησμόνησε. Τι μόνο αυτός δεν του ήταν ξένος; Και γιατί ψιθύρισε έτσι το τραγούδι του, έτσι σα να του το σφύριξε στο πρόσωπο; Σταμάτησε κοιτάζοντας το φως του φαναριού που έπαιζε στο ρείθρο μπροστά στο πεζοδρόμιο. Έπαιζε πράσινο κοκκινωπά, έπειτα κίτρινο· έπειτα έμενε ακίνητο, ωχρό μες στο θολό νερό, ωχρό σα ρόδο κίτρινο. Εκεί άκουσε από πίσω μια φωνή. Τινάχτηκε. - Στέφανε, είχε ψιθυρίσει σιγαλά η φωνή, και ο Στέφανος γύρισε κείθε. Γνώρισε τη Μαρίκα που στεκόταν ορθή στη σιδερένια πόρτα. Πήγε κοντά, ίσια κοντά της· πήγε σα να μην είχε ξαφνιστή. - Σε περίμενα, του είπε η Μαρίκα, το ήξερα πως θα ’ρθεις. Τον έσυρε στην είσοδο και κείθε στην αυλή που έτρεχε η βρύση κάτω από τα πεύκα. Εκεί σταμάτησε. Η βρύση στάλαζε σιγά στην πέτρινη λεκάνη, και η Μαρίκα έσκυψε και τη σφάλισε. Έπειτα κάθισαν και οι δυο στο μακρύ κάθισμα που ήταν εκεί, και η Μαρίκα του έπιασε το χέρι. - Το ήξερα, ναι, και πώς σ’ ευχαριστώ, του είπε σιγά. Έφερε το πρόσωπό της τόσο κοντά εμπρός στο δικό του πρόσωπο, ώστε η πνοή της τον άγγιξε θερμή, σαν πύρινη. - Ναι, πώς σ’ ευχαριστώ, ξαναψιθύρισε και του έσφιξε το χέρι. Ο Στέφανος απόμεινε άφωνος, σα να μην ένιωθε. - Που ήρθες --- που ήξερες πως σε περίμενα. Ο Στέφανος έμεινε άφωνος πάλι μια στιγμή, μα αμέσως, σαν κάτι να του ανοίχτηκε μπροστά του ξαφνικά: - Ναι, ήξερα, είπε και του ήταν σα να ξύπνησε μεμιάς, και τώρα γνώριζε πού ήταν και τώρα έβλεπε μέσα του τι ήταν εκείνο που τον είχε σύρει εδώ. - Ναι, ήξερα … Και σα ν’ ανοίγονταν βαθιά του κάτι ολοένα φωτεινότερο: - Ω, Μαρίκα, ψιθύρισε κ’ έσκυψε και της φίλησε το χέρι. Η Μαρίκα ανασηκώθηκε: - Μ’ αγαπάς, Στέφανε; μ’ αγαπάς αλήθεια; Έβγαλε σχεδόν φωνή και τον κοίταζε σα να ήθελε να δει τα μάτια του. - Ναι, μόνο εσέ, Μαρίκα, είπε ο Στέφανος με ξέσπασμα έξαφνο. Μα ένιωσε τίναγμα ελαφρό στο χέρι της Μαρίκας που κρατούσε, και σταμάτησε. Η Μαρίκα μια στιγμή δε μίλησε· μα έπειτα αμέσως: - Μόνο εμέ, είπε σιγά· κ’ έπειτα σιγότερα και αργότερα; - Το ήξερα και σε περίμενα. Ο Στέφανος πρόσεξε πως η φωνή της πήρε μεμιάς το βραχνό τόνο που τον σύγχυζε. - Ναι, σε περίμενα. - Με είδες από το παράθυρο; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα δεν τον άφησε: - Όχι! το φως είδα μονάχα απ’ το παράθυρο· κ’ έτρεξα κάτω και σε είδα που το κοίταζες και με περίμενες. - Ναι, σε περίμενα, είπε ο Στέφανος και είχε το αίσθημα πως το είπε μέσα του μια άλλη φωνή, ξένη φωνή. - Άλλο βράδυ ποτέ δεν έχω ανοίξει το παράθυρο. Μα απόψε το άνοιξα· το άνοιξα και στάθηκα. Και ο αέρας μου φύσηξε στο πρόσωπο, σα να ήταν πάλι ένα απ’ τα βράδια τα παλιά αντικρύ στη θάλασσα, και μου έφερνε όπως μια φορά όλη την πνοή της θάλασσας. Κ’ έπειτα αισθάνθηκα μια μυρουδιά σαν από πασχαλιές που ερχόταν σα να έφτανε από πέρα από τη θάλασσα. Μα έπειτα πάλι η μυρουδιά μου φάνηκε παράξενη· ήταν μια μυρουδιά από κάτι σα μιμόζες, πολλές, αμέτρητες μιμόζες, κήπους ολάκερους σπαρμένους με μιμόζες· μια μυρουδιά που με περνούσε, με πότιζε, γλιστρούσε και μου στάλαζε βαθιά, με αγκάλιαζε σαν κύμα αόρατο, σαν κύμα πνιγερό, σαν κύμα κίτρινο. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και άνοιξα πάλι το παράθυρο. Το άνοιξα και κοίταζα σα να περίμενα, σα να ένιωθα πως έπρεπε ν’ ακούσω κάτι που έπρεπε να το ακούσω απόψε, δίχως άλλο απόψε. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και βγήκα πάλι στο παράθυρο, και τότε είδα το φως στο δρόμο κ’ έτρεξα. Σώπασε, κ’ ενώ σώπαινε και ο Στέφανος. - Έτρεξα αμέσως, όπως δεν έτρεξα ποτέ, όπως λαχτάρησα μόνο να τρέξω, είπε με σιγαλότερη φωνή κ’ έμεινε σα καρφωμένη εμπρός του. Ο Στέφανος καθώς της έπιασε το χέρι, το ένιωσε που έκαιγε σα φλογισμένο από τον πυρετό. - Μαρίκα, της ψιθύρισε και την έγειρε στο στήθος του. Μαρίκα, ξαναείπε χαδεύοντάς της τα μαλλιά. Κ’ έμειναν σωπαίνοντας και οι δυο· μόνο η Μαρίκα ψιθύρισε μια στιγμή: - Πόσο είμαι ευτυχισμένη. Μα έπειτα, εκεί όπως έμενε γερμένη, κοιτάζοντας απάνω χωρίς να κινηθεί, είπε έξαφνα: - Γιατί φέγγουν παράξενα τ’ αστέρια απόψε; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς την κοίταζε ολοένα δίχως να μιλήσει. - Τι είναι τάχα πέρα από τ’ αστέρια; το σκέφτηκες ποτέ; ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Το ατέλειωτο ίσως, είπε ο Στέφανος. - Τι; ρώτησε η Μαρίκα. - Και συ; και γω; είπε έπειτα σιγά. Κ’ έμεινε πάλι σιωπηλή. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε σα να ήθελε να δη τα μάτια της μες στο σκοτάδι. Μα καθώς θέλησε ύστερα η Μαρίκα κάτι να ξαναπεί, σταμάτησε έξαφνα· και ο Στέφανος ένιωσε πως σταμάτησε για να μη βήξει. Τινάχτηκε χωρίς να θέλει. - Μαρίκα, είναι υγρασία, της είπε. Και θέλησε να τη σηκώσει, να την παρακαλέσει ν’ ανεβεί στο σπίτι. Μα η Μαρίκα δεν τον άκουε. - Όχι, Στέφανε, μη θες να φύγω, είπε και τον έσυρε πάλι κοντά της· μη θες να φύγω. Αντί να πέσω να κοιμηθώ κατέβηκα σε σένα· κατέβηκα όπως δεν κατέβηκα ποτέ, όπως δε θα κατέβαινα ποτέ. Μια στιγμή καθώς κατέβαινα, σταμάτησα, αλλά δε γύρισα· έπρεπε απόψε να έρθω σ’ εσέ, γι’ αυτό δε γύρισα: γιατί δεν ήθελα να κοιμηθώ, γιατί δεν έπρεπε να κοιμηθώ, γιατί αν ήτανε να κοιμηθώ --- αλλά δεν ήθελα να κοιμηθώ, φοβόμουνα να κοιμηθώ, φοβόμουνα μην κοιμηθώ και δεν ακούσω ξέρεις τι, ναι, Στέφανε, το ξέρεις! Του Στέφανου του ήταν σα ν’ άκουε παραμιλητό· σα να τον άγγιζε φωτιά καθώς του έσφιγγε τα χέρια, και καθώς την έφερε κοντά του, τώρα είδε πως είχε κατεβεί μισόγυμνη όπως θα έπεφτε να κοιμηθεί. Τρόμαξε και δεν μπόρεσε ούτε να μιλήσει. Δε σκέφτηκε πια να τη φέρει απάνω, την άφησε να σωριαστή στο στήθος του. Καθώς κοίταζε μπροστά του, είδε κάτω τα πόδια της γυμνά. - Αλλά, Μαρίκα, θέλησε να πει, μα η Μαρίκα δεν άκουε· κοίταζε μπροστά της με μάτια τεντωμένα σα σ’ έκσταση. Κοίταζε ώρα πολλή. Έπειτα, ενώ ο Στέφανος έμενε σιωπηλός, σα να έβλεπε παράλογο όνειρο, η Μαρίκα του έπιασε σιγά το χέρι και ψιθύρισε: - Ω πάρε τα από εμπρός μου εκεί. Ο Στέφανος κοίταζε μπρος, δεν ήταν τίποτε· στο βάθος έτρεμαν μονάχα τ’ άστρα. Καθώς γύρισε προς τη Μαρίκα του φάνηκε πως είχε τώρα τα μάτια της κλειστά. Όταν τα ξανάνοιξε, την πήρε σιγαλά και την έφερε μπροστά στη σκάλα. Η Μαρίκα την ανέβηκε άφωνη· καθώς ανέβαινε φαινότανε του Στέφανου σαν άυλη σκιά. Στάθηκε και την κοίταζε όσο που χάθηκε στην πόρτα. Μα καθώς κοίταζε, είδε ξαφνικά σ’ ένα παράθυρο την όψη του παππού: ήταν ακίνητη σαν κολλημένη εκεί στο τζάμι. Ο Στέφανος γύρισε αμέσως και γλίστρησε γοργά έξω από την αυλόπορτα. Η πνοή της νύχτας τον χτύπησε πιο υγρή στο πρόσωπο. Καθώς έστρεφε στο δρόμο, το ορθόβραχο βουνό στο βάθος φαινόταν πάλι σα σύννεφο ή σαν αχνή ανάερη ομίχλη. Μα απάνω του, ψηλά στον ουρανό έλαμπε ο Ωρίων ορθός, ολόφωτος. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε· μα δε σταμάτησε. Όταν έφτασε στην προκυμαία ξαναπαντήθηκε με τον κύριο νομάρχη και με το λοχαγό. Κατέβαιναν από τη λέσχη. Καθώς πέρασε από κοντά τους, ο λοχαγός σφύριζε πάλι το σκοπό της Κάρμεν: Τορεαδόρ! [Επεξεργασία] XIV Όταν ξύπνησε ο Στέφανος πρωί και πήγε στην τραπεζαρία βρέθηκε μπρος στην Ευανθία. Καθόταν μόνη και είχε ανοιχτό μπροστά της ένα λεύκωμα με εικόνες και το ξεφύλλιζε. Στο τραπέζι ήταν ακόμα το βάζο με τα κίτρινα και λευκά ρόδα. Καθώς έσκυβε, η χλωμή τους λάμψη έπαιζε στο πρόσωπό της. Ο Στέφανος σταμάτησε στην πόρτα όσο που η Ευανθία σήκωσε τα μάτια. Δεν ένιωσε γιατί σταμάτησε· μα όταν πλησίασε, η Ευανθία τον κοίταξε σα να ήταν ώρα εκεί και δεν τον πρόσεξε. Έπειτα αφού έσκυψε πάλι μια στιγμή στο λεύκωμα, γύρισε και τον ρώτησε: - Εσύ το έφερες; - Πιστεύω, είπε ο Στέφανος αφού έριξε ματιά στο λεύκωμα. Η Ευανθία δε μίλησε πάλι μια στιγμή· μα όταν ο Στέφανος ήρθε και κάθισε στο τραπέζι αντίκρυ της, ξανασήκωσε τα μάτια και καθώς ο Στέφανος την κοίταζε. - Ήσουνα ψες στη λέσχη; τον ρώτησε έξαφνα. Ο Στέφανος δεν απάντησε. Και η Ευανθία: - Δεν ήσουνα; δεν έπαιξες; ρώτησε πάλι. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. Η Ευανθία ξαναέσκυψε στο λεύκωμα και σώπασε. Έπειτα, έξαφνα πάλι, σήκωσε ένα φύλλο και δείχνοντάς το: - Σου αρέσει αυτή; είπε. Ήταν μια στρογγυλή μορφή με χείλη παχουλά και με στριφτά σγουρά γύρω στο μέτωπο. -Τι να μου αρέσει; - Τα μάτια της, είπε η Ευανθία· και κοιτάζοντάς τον: - Δε μοιάζει της Φιφίκας, ε; Κ’ έπειτα, πάλι ξαφνικά: - Σου άρεσε ποτέ η Φιφίκα; Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε πάντα περίεργα. - Ε, δε σου άρεσε; τον ξαναρώτησε. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Σου άρεσε· γι’ αυτό η Μαρίκα τη ζηλεύει. - Ανοησίες, είπε πάλι ο Στέφανος και τράβηξε από το λεύκωμα ένα φύλλο κ’ έσκυψε κι αυτός και κοίταζε. Όταν το άφησε, η Ευανθία το πήρε από μπροστά του. - Γυναίκες είναι; ρώτησε· γιατί έχουν έτσι ανοιχτά τα χείλη; - Είναι άγγελοι που τραγουδούν, της είπε ο Στέφανος. - Και τούτα που κρατούν στα χέρια; - Κρίνα. - Κρίνα! είπε η Ευανθία σα να σταμάτησε στη λέξη, και κοίταξε πάλι την εικόνα. Μα έπειτα, ο Στέφανος πλησίασε, δείχνοντας την επιγραφή σ’ ένα άλλο φύλλο ξαναρώτησε: - Τι λέει εδώ; Ο Στέφανος έσκυψε και της εξήγησε. Η εικόνα έδειχνε δυο παιδιά που περνούσαν ένα ρυάκι. Το μεγαλύτερο κρατούσε στον ώμο του ένα τρίτο, πιο μικρό· εμπρός πήγαινε ένας σκύλος, και καθώς βάθαινε το νερό πιο πέρα, ο σκύλος γύριζε πίσω το κεφάλι προς τα παιδιά σα να τους έλεγε: κουράγιο! Έσκυψαν και οι δυο κοντά κοντά και κοίταζαν. Έπειτα, η Ευανθία σα να ήταν βέβαιη πως κι ο Στέφανος συλλογιζότανε το ίδιο. - Μα είδες πως η Μαρίκα είπε ψέματα, γύρισε και είπε. Ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια. - Πως μ’ έδειρε η γιαγιά… - … γιατί έτρεξα ξυπόλυτη, πρόσθεσε η Ευανθία. Ο Στέφανος την κοίταζε. - Μα εσύ το είπες, θέλησε να της θυμίσει. Αλλά μπήκε η υπηρέτρια και τον σταμάτησε. Μπήκε κ’ έφερε το γάλα του. Και όταν σε λίγο ήρθε μέσα η κυρία Κατίγκω βρήκε την Ευανθία που το σερβίριζε. Στάθηκε στην πόρτα και κοίταζε. Μα η Ευανθία έτρεξε και την αγκάλιασε. - Τι ωραία, φώναξε, τι ωραία, θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω τη χάδεψε στον ώμο και τη φίλησε. Και η Ευανθία γέρνοντας απάνω της ξαναψιθύρισε: - Τι ωραία που είναι δω, θεία Κατίγκω! Το είπε γοργά γοργά ως να μην το πρόσεξε. Και κοίταξε την κυρία Κατίγκω κατάματα. Έπειτα την έπιασε από τη μέση και ήρθαν και οι δυο και στάθηκαν μπροστά στο Στέφανο. Και η Ευανθία γέλασε δυνατά. Ο Στέφανος δεν ήξερε γιατί του φάνηκε σε μεθυσμένη ξαφνικά, όπως ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω που είχε σκύψει και φίλησε το Στέφανο, γύρισε στη Ευανθία: - Τι χρυσή μου; - Θα πάμε στα ιγγλέζικα; Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε ακίνητος. - Θα πάμε· εμείς οι δυο μονάχες μας θα πάμε, ξαναείπε η Ευανθία και κάθισε, με το σώμα ριγμένο πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω εκεί που τίναζε τα ψίχουλα που είχε σκορπίσει στο τραπέζι ο Στέφανος, είπε έξαφνα: - Ξέρεις αλήθεια πως δεν έφυγε η Φιφίκα; Η Ευανθία σήκωσε το σώμα και την κοίταξε περίεργα. Και ο Στέφανος αμέσως, σα να του ξέφυγε: - Ναι, είδα και γω το λοχαγό στη λέσχη. Η κυρία Κατίγκω έριξε ματιά στο Στέφανο σα δυσαρεστημένη. - Αρρώστησε έξαφνα η μητέρα της κ’ έμειναν, είπε· τώρα μου το έλεγε ο πατέρας σου. Και γυρίζοντας στη Ευανθία: - Θα πάμε έπειτα να δούμε τη Φιφίκα. - Είναι ο πατέρας μέσα; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, κατέβηκε, είπε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος κοίταξε την ώρα, σα μόλις τώρα να θυμήθηκε πως έπρεπε να σηκωθεί. Μα καθώς σηκώθηκε, η Ευανθία τον πλησίασε. - Ήσουν λοιπόν στη λέσχη; ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. - Δεν ήσουν; δεν έπαιξες; Ο Στέφανος πάλι δεν απάντησε. Μα έπειτα: - Γιατί; ρώτησε μεμιάς. Και η Ευανθία: - Γιατί μου αρέσει το παιγνίδι. Αν ήμουν άντρας θα έπαιζα, είπε, κ’ έκαμε προς το μπαλκόνι· και στάθηκε και κοίταζε έξω. Ο Στέφανος πήγε κοντά της. Κάτω από το μπαλκόνι απλώνονταν η θάλασσα. Ο Στέφανος μόλις αντίκρυσε τη χλωμοπράσινη έκταση, σταμάτησε. Σταμάτησε σα να του ανοίχτηκε μεμιάς μπροστά του κάτι που το πρωί όταν ξύπνησε του ήταν ακόμα σαν αλλόκοτο, παράλογο όνειρο. Και τώρα του ξαναήρθε αυτό στο νου σαν ξαφνική αστραπή· παράξενο, παράλογο και τώρα, παραμίλημα και τώρα, ίσκιος και όνειρο και τώρα. Όμως του στάθηκε μπροστά και τώρα σαν κάτι απόκρυφο και σκοτεινό, τον γέμισε για μια στιγμή και τώρα σαν κάτι που ήταν αδύνατο να το χωρέσει μόνο μια στιγμή, αδύνατο να το χωρέσουν μόνο χρόνια, αδύνατο να το χωρέσει ακόμα και το ανοιχτό άπειρο που απλώνονταν εμπρός του εκεί. Έκαμε να το στοχαστή, όμως θέλησε καλύτερα να το τινάξει πέρα. Παράξενο! του ήρθε στο νου ο λοχαγός και το τραγούδι που του σφύριξε στο πρόσωπο: Tor·ador! Και θέλησε να μιλήσει της Ευανθίας για το λοχαγό. Μα η Ευανθία γυρίζοντας απάνω του τα μάτια του είπε: - Ξέρεις γιατί σε ρώτησα αν έπαιζες; Ο Στέφανος σα να μην ένιωσε. - Γιατί χτες βράδυ σε φανταζόμουν πως έπαιζες. Και η Ευανθία τον ξανακοίταξε. Έπειτα γέλασε. Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε σα ξαφνισμένος: - Για δες, είπε και έδειξε έξω πέρα. Έξω πάρα η θάλασσα στρωνόταν ήσυχη, όμως στο χρώμα της, με όλο τον καθαρό πρωινό ουρανό, σα να έμενε κάτι από τη θολάδα της χθεσινής βροχής. Ήταν γαλανοπράσινο, και μια ψιλή άχνα κρεμόταν σαν κομμάτια ξεφτισμένης γάζας εδώ και κει απάνω στα νερά και στις κορφές των βράχων. Μα τα νησιά στο μάκρος έφεγγαν διάφανα, βιολετογάλανα και ήταν σα να έπλεαν και να σαλεύαν στον αέρα. Μπροστά μπροστά έξω από το λιμάνι άσπρα και κόκκινα πανιά φαντάζαν σα φτερά ανοιγμένα και καθώς έμεναν ακίνητα φαινόντανε σα να περίμεναν. Αυτά έδειξε η Ευανθία στο Στέφανο κ’ έκαμε ν’ ακουμπήσει το χέρι της στον ώμο του. Μα η κυρία Κατίγκω βγήκε στο μπαλκόνι και άλλαζε το νερό στο βάζο με τα ρόδα. Και κει που έμπαινε πάλι μέσα με το βάζο, η Ευανθία έσκυψε και μύρισε τα ρόδα. Ο Στέφανος κοίταξε κει το πρόσωπο της Ευανθίας σα να έριξε ένα κόκκινο αντιφέγγισμα στα λευκά ρόδα. Έμειναν σιωπηλοί και οι δυο άμα μπήκε μέσα η κυρία Κατίγκω. Μα έξαφνα ακούστηκε από το λιμάνι τριχτός κρότος. Ήταν το βίντσι των βαποριών που ξανάρχιζαν την εργασία. Και η Ευανθία σαν ηλεκτρισμένη, φώναξε μεμιάς: - Θεία Κατίγκω! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Τα ιγγλέζικα φορτώνουν. Μα πριν προφτάσει να βγει έξω η κυρία Κατίγκω, σκύβοντας η Ευανθία στο Στέφανο του είπε σιγαλά: - Πώς ήθελα να πάω στα ιγγλέζικα μαζί σου. Ε, έρχεσαι; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς τον κοίταζε κι αυτή κατάματα. - Ναι, της ψιθύρισε κ’ έβλεπε μπρος του σα να μην ένιωθε ενώ πλησίαζε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία χτύπησε τα χέρια, όταν της έταξε και η κυρία Κατίγκω πως θα πάνε. Και όταν ο Στέφανος τις άφησε και κίνησε να φύγει, εκεί που έβγαινε στην πόρτα του φώναξε η κυρία Κατίγκω: - Σούπα με ρύζι θα έχομε το μεσημέρι· μην αργήσεις και χαλάσει. [Επεξεργασία] XV Ενώ εργαζόταν στο γραφείο του ο Στέφανος, έλαβε ένα μπιλιέτο της Μαρίκας. Τον παρακαλούσε να πάει να τη δει πριν από το μεσημέρι. Και πήγε. Τη βρήκε που στεκόταν στο διάδρομο και τον περίμενε. Καθώς του έσφιξε το χέρι και τον κοίταξε, η ματιά της έφεγγε. Αλλά στην κάμαρα που μπήκαν ήταν η κυρία Αγλαΐα. Ορθή μπροστά στις γλάστρες της ψαλίδιζε τα φύλλα μιας φοινικιάς. Χαιρέτησε το Στέφανο με νεύμα μόνο. - Πώς σκάζω που μου κιτρινίζουν έτσι, είπε όταν ο Στέφανος ήρθε κοντά της. _ Ναι, κρίμα, είπε ο Στέφανος. Κ’ έπειτα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Πλύσιμο με καπνό βρεγμένο, είπε ξανά. - Το δοκίμασα, δεν ωφελεί, απάντησε η κυρία Αγλαΐα κ’ εξακολούθησε να ψαλιδίζει. Ο Στέφανος γύρισε στη Μαρίκα· στεκότανε κοντά του και όπως ο ήλιος γέμιζε την κάμαρα, το πρόσωπό της φαινότανε μέσα στο χρυσό φως σα μεταμορφωμένο. Της έπιασε το χέρι και στάθηκαν και κοιτάζονταν. Ύστερα καθώς σύρθηκαν προς το παράθυρο κ’ έβλεπαν έξω, η Μαρίκα δείχνοντας μια πιγόνια που γέμιζε τον τοίχο αντίκρυ μ’ εξωτικά βυσσινοπόρφυρα άνθη σα ροδιάς. - Τι ωραία! ψιθύρισε. Μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε έξαφνα το Στέφανο: - Το έμαθε η μαμά σου πως δεν έφυγε η Φιφίκα; - Ναι, είπε ο Στέφανος και γύρισε προς την κυρία Αγλαΐα. Η κυρία Αγλαΐα τον κοίταξε· κ’ έπειτα με χαμόγελο, που ο Στέφανος δεν ένιωσε αν ήταν για τη μητέρα του ή τη Φιφίκα. - Μα γιατί δεν έφυγε, τον ξαναρώτησε. Και ο Στέφανος, χωρίς να ξέρει γιατί, χαμογέλασε κι ο ίδιος. - Αρώστησε η μητέρα της, απάντησε. Και όταν η κυρία Αγλαΐα ρώτησε πάλι έπειτα: Και ο λοχαγός; -- ο Στέφανος διηγήθηκε έξαφνα το χθεσινό του απάντημα με το νομάρχη και το λοχαγό έξω από το καφενείο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με τεντωμένα μάτια: - Στο καφενείο - ο κύριος νομάρχης; - Ναι, και τραγουδούσε, είπε ο Στέφανος. - Ο κύριος νομάρχης; Ο Στέφανος ένιωσε πως τα σύγχισε. - Ο λοχαγός, απάντησε. Και είπε το τραγούδι που σφύριζε ο λοχαγός. Η κυρία Αγλαΐα γέλασε, ενώ ο Στέφανος έμεινε σιωπηλός σα να μετάνιωσε. Είχε το αίσθημα πως δίχως να το νιώσει πρόδωσε κάτι --- δικό του ή ξένο, δεν ήξερε καλά. Και όταν, αφού βγήκε η κυρία Αγλαΐα έξω, η Μαρίκα τον πλησίασε, έμεινε σα στενοχωρημένος. Αλλά η Μαρίκα του γέλασε καθώς πλησίασε, και η ματιά της έφεγγε σα λαμπρυσμένη ενώ τον κοίταζε. Και τον έσυρε κοντά της και του είπε: - Ξέρεις γιατί σ’ έφερα εδώ έτσι ξαφνικά; Ο Στέφανος δε μίλησε. - Γιατί αν και το ήξερα πως θα ερχόσουν και αν δε σ’ έφερνα, όμως δεν ήθελα να φοβηθώ πως δε θα ερχόσουν. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε παράξενα. - Ναι, εξακολούθησε, να φοβηθώ· χθες βράδυ δε φοβόμουνα, μα σήμερα φοβόμουνα μη φοβηθώ. Ο Στέφανος φαντάστηκε πως θ’ άκουγε πάλι παραμιλητό. - Κι αυτό δεν το ήθελα· γιατί ήθελα και θέλω, Στέφανε, να είμαι ευτυχισμένη, είπε πάλι η Μαρίκα. Ναι, μόνο ευτυχισμένη. Και τον έφερε σιγά σιγά προς τη γωνία που ήταν οι γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας. - Ευτυχισμένη και χαρούμενη σαν τ’ άνθη αυτά, εξακολούθησε και του έδειξε τις κόκκινες τουλίπες που έγερναν σκορπώντας λάμψεις γελούμενες στα πράσινα φυτά και στ’ άλλα παρδαλά φύλλα τριγύρω τους. Καθώς μιλούσε, στο πρόσωπό της έπαιζε όμοια λάμψη. Ήταν χαρούμενο· μα οι ωχροκόκκινες κηλίδες του γύρω στα μήλα φάνηκαν σα ροδόφυλλα του Στέφανου, ροδόφυλλα ζωγραφιστά σα λευκή κέρινη λαμπάδα και του ήταν σα να του στάλαζαν βαθιά μια ανήσυχη μελαγχολία. Αλλά η Μαρίκα γυρίζοντάς τον έξαφνα προς το παράθυρο του έδειξε πάλι τα βυσσινοκόκκινα άνθη στον τοίχο απέναντι. - Και κείνα εκεί! του είπε. Κ’ ενώ κοιτάζαν και οι δυο τ’ άνθη. - Τι μακρύ που είναι φέτος το φθινόπωρο, είπε ξανά. Κ’ έπειτα από μια μικρή σιγή και πάλι: - Ω να μην τέλειωνε ποτέ, ψιθύρισε. Η γιαγιά που ήρθε μέσα, σα να τους ξύπνησε. Καθώς είδε το Στέφανο σταμάτησε, σα να μην περίμενε πως θα τον δει εκεί. Έπειτα τον καλημέρισε· και ξαφνικά: - Η Ευανθία μας ξέχασε, του είπε. - Μας ξέχασε, είπε πάλι σα να μην έβρισκε άλλο τίποτε να πει. Η Μαρίκα γύρισε και την κοίταζε. - Την κράτησε η Κατίγκω, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Και η κυρία Αγλαΐα που έμπαινε: - Κρατούμε και μεις το Στέφανο, είπε. - Ναι, ναι, μαμά, είπε και η Μαρίκα· και ο Στέφανος την είδε πάλι γελαστή. Κ’ έμεινε κ’ έφαγε μαζί τους. Θυμήθηκε πως τον περίμεναν στο σπίτι μόνο όταν ήρθε η κυρία Κατίγκω έπειτα από το μεσημέρι. - Εδώ έμεινες; του είπε μπαίνοντας· τουλάχιστο δεν έστελνες· το ήξερες, είχαμε σούπα! Η Μαρίκα γέλασε· κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω γύρισε και την κοίταξε. - Μαμά, της είπε, εμείς φταίμε· τον κρατήσαμε έξαφνα. - Η μαμά τον κράτησε, πρόσθεσε με μιας. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε φιλικά με την κυρία Αγλαΐα. Και η Ευανθία μπαίνοντας γρήγορα: - Θεία Αγλαΐα, Μαρίκα, ελάτε· στις τρεις μας περιμένουν, φώναξε από την πόρτα. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα· ήταν όλη κόκκινη, το πρόσωπό της και το φόρεμα. - Ελάτε! Και πριν να τη ρωτήσουν «πού;» ξαναφώναξε η Ευανθία: - Θα πάμε στα ιγγλέζικα. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε έξαφνα: - Αστειεύεσαι; - Μα πηγαίνουν; πηγαίνει ο κόσμος καθώς πρέπει; ρώτησε την κυρία Κατίγκω. - Θα είναι η Φιφίκα, έλεγε την ίδια ώρα η Ευανθία, η Μαρίκα όμως μ’ έξαφνο κίνημα: - Αλλά μαμά, πετάχτηκε, δεν είπαμε…; - Ναι, ένεψε η κυρία Αγλαΐα, ενώ η Ευανθία πρόσθετε: - Και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε: - Ο κύριος νομάρχης! - Ναι, ο κύριος νομάρχης, είπε η Ευανθία. Και την κοίταζε σα με χαμόγελο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε μια στιγμή άφωνη· έπειτα είπε: - Δεν μπορούμε, παραγγείλαμε το αμάξι. Η Ευανθία γύρισε απότομα τα μάτια της στο Στέφανο. Ο Στέφανος κοίταζε κάτω. Μα όταν σε λίγο έφυγαν πάλι μόνες η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, η Μαρίκα πρόσεξε πως η Ευανθία βγήκε χωρίς να ρίξει βλέμμα στο Στέφανο. Σταμάτησε και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα είχε σταθεί άφωνη κι αυτή. - Μα τι αστείος, ψιθύρισε έπειτα έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Ο κύριος νομάρχης, ήθελε να πει· μα το ένιωσε και διορθώθηκε γοργά: - Ναι, τι αστείος ο λοχαγός. Κ’ έκαμε να δει το Στέφανο. Μα ο Στέφανος είχε γυρίσει κ’ έβλεπε προς το παράθυρο. [Επεξεργασία] XVI - Πώς χάρηκα! είπε η Ευανθία καθώς κατέβαινε με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε. - Που το μετάνιωσε· την είδες πώς έγινε όταν άκουσε για το νομάρχη; Η κυρία Κατίγκω δε μίλησε. Και σώπασε και η Ευανθία. Έπειτα, καθώς πήγαιναν, η κυρία Κατίγκω την πρόσεξε που ήταν χλωμή. Και όταν έφτασαν στην προκυμαία και περίμεναν, και η κυρία Κατίγκω της έπιασε το χέρι, το ένιωσε κατάψυχρο. - Πάμε στον ήλιο, της ψιθύρισε· κρυώνεις; - Φυσά λιγάκι, είπε η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την ξανακοίταξε σαν ξαφνισμένη· η θάλασσα ήταν ακίνητη, το δειλινό ανέφελο, χλιαρό. Μα δε φαινότανε ούτε η Φιφίκα ούτε ο κύριος νομάρχης. - Δεν έρχονται, είπε η Ευανθία εκεί που περπατούσανε στον ήλιο. - Δεν είναι τρεις ακόμα. - Και τέταρτο, ξαναείπε η Ευανθία κοιτάζοντας την ώρα της. - Πας μπρος, θέλησε να πει η κυρία Κατίγκω, μα βλέποντας την Ευανθία χλωμή και ανήσυχη: - Είσαι αδιάθετη; τη ρώτησε. Η Ευανθία την κοίταξε· μα έπειτα έξαφνα: - Ναι, είπε, πάμε σπίτι. Η κυρία Κατίγκω φώναξε ένα αμάξι. Στο σπίτι που ήρθαν, έμαθαν πως μόλις είχε φύγει ο Στέφανος. - Ήρθε και ρώτησε αν περάσατε από δω, είπε η υπηρέτρια. - Ήτανε μόνος; ρώτησε γοργά η Ευανθία και είχε ξανακοκκινίσει. - Ναι, απάντησε η υπηρέτρια, στη σκάλα ρώτησε· μου φάνηκε πως σταμάτησε στην πόρτα αμάξι. - Ήταν αυτές, είπε η Ευανθία· και όταν έφυγε η υπηρέτρια: Μετάνιωσαν άμα άκουσαν πως θα ερχότανε και ο κύριος νομάρχης. Κ’ έμεινε κοιτάζοντας την κυρία Κατίγκω, σα να περίμενε να πει εκείνη να γυρίσουν πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω βλέποντάς τη που ξαναχλώμιασε: - Έλα, είπε, βγάλε το καπέλο σου και κάθισε. Και φώναξε να φέρουν τσάι. Η Ευανθία έμεινε σαν ξεχασμένη, καθώς την κάθισε η κυρία Κατίγκω στον καναπέ και της σερβίρισε το τσάι. Ώρα πολλή δε μίλησαν και οι δυο. Μια στιγμή μόνο η κυρία Κατίγκω, ενώ καθότανε κοντά της κρατούσε το χέρι της, είπε σιγά: - Να στείλομε για τη νονά; Μα η Ευανθία της ένεψε: όχι· κ’ έμειναν για ώρα πάλι αμίλητες, κοιτάζοντας και οι δυο μπροστά τους σα να είχαν τώρα λησμονηθεί και οι δυο. Έξω ο ήλιος βυθίζοντας στη θάλασσα έβαφε τον ουρανό με χρώμα κίτρινο - ένα κίτρινο όχι χρυσό και αστραφτερό, αλλά χλωμό και άλαμπο σαν ώχρα· το αχνό του αντίφεγγο χτυπούσε κρύο και μελαγχολικό στο τζάμι και χυνόταν ψυχρότερο και πιο θολό στην κάμαρα. Η κυρία Κατίγκω αισθάνθηκε ν’ ανατριχιάζει και φώναξε και άναψαν το τζάκι. Σε λίγο μια φεγγοβολή πήδησε έξαφνα σαν απαλή αστραπή πετώντας κόκκινες θερμές αναλαμπές στους αργυρούς δίσκους και στα κρύσταλλα των τραπεζιών και του μπουφέ μέσα στην κάμαρα. Και όταν γέμισε έπειτα η χλιαρή πνοή της τον αέρα, η Ευανθία ανασηκώθηκε κ’ έπιασε το χέρι της κυρίας Κατίγκως. - Τι ωραία που είναι εδώ, είπε σιγά και ακούμπησε στον ώμο της. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω της χάδευε ελαφρά το μάγουλο: - Ναι, δεν μπορώ πια εκεί· αν ήταν να ξαναπάω εκεί, καλύτερα να φύγω. - Αύριο να φύγω, είπε πάλι κ’ έκρυψε το πρόσωπο στο στήθος της κυρίας Κατίγκως. Η κυρία Κατίγκω ένιωσε πού εκεί. Έσκυψε και τη φίλησε. - Χρυσή μου, ψιθύρισε μονάχα σα να ένιωθε κάτι περισσότερο παρότι είχε πει η Ευανθία. Και σα να μην μπορούσε να πει κάτι περισσότερο κι αυτή: - Χρυσή μου, ξαναψιθύρισε και την έσφιξε στην αγκαλιά της. [Επεξεργασία] XVII Το βράδυ ο Στέφανος τις βρήκε και τις δυο κοντά στο τζάκι. Η κυρία Κατίγκω καθόταν στο σκαμνάκι, η Ευανθία ακουμπούσε στα γόνατά της ξαπλωμένη σ’ ένα δέρμα τίγρης που είχαν φέρει από τη σάλα. Σκυφτή, έριχνε μπρος της μια πασιέντσα. Στο τζάκι ήταν σβησμένη η φλόγα, μα κάτω από το φως της λάμπας έφεγγε ζωηρά το κόκκινό της φόρεμα. Ο Στέφανος στάθηκε πρώτα μια στιγμή, έπειτα κάθισε απέναντί τους. Η Ευανθία δεν κινήθηκε, δεν έσυρε ούτε το πόδι της που απλωμένο έβγαινε κάτω από το φόρεμα· και ο Στέφανος κοίταζε σιωπηλός τα χαρτιά που αράδιαζε η Ευανθία, όταν έξαφνα αυτή σταμάτησε. - Δε βγαίνει, είπε και σήκωσε τα μάτια. - Βγάλε από πάνω, της είπε ο Στέφανος. - Δεν ωφελεί· πρέπει να έβγει μόνη της, είπε η Ευανθία και τον κοίταξε. - Είδες; γύρισε έπειτα προς την κυρία Κατίγκω· ήταν η τρίτη. - Η δεύτερη, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε. - Η τρίτη, ψιθύρισε· όμως ξαναέριξε. Και τώρα βγήκε. - Να, μπράβο! είπε η κυρία Κατίγκω κ’ έκαμε να σηκωθεί. Μα η Ευανθία την κράτησε: - Ήταν αλήθεια η δεύτερη; - Ναι, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία δε μίλησε· έπειτα κοιτάζοντας το Στέφανο: - Κάτι είχαμε βάλει, είπε. Μα ο Στέφανος ρώτησε «τι;» γύρισε αμέσως στην κυρία Κατίγκω και της είπε ξαφνικά: - Μη, μην το πεις! Η κυρία Κατίγκω γέλασε και σηκώθηκε. Η Ευανθία έμεινε όπως ήταν ξαπλωμένη· ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι της απάνω στο σκαμνάκι και κοίταζε μπροστά της. Η κυρία Κατίγκω ήρθε στο Στέφανο· τον κοίταξε σα να ήθελε να του πει κάτι, αλλά σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε μόνο: - Είναι έξω ψύχρα; - Λιγάκι, είπε ο Στέφανος. Είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε και κοίταζε την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε στη φωτιά και καθώς φύσηξε τα ξύλα, μια λάμψη κόκκινη έπαιξε έξαφνα πίσω από την Ευανθία. Του Στέφανου του φάνηκε σα να πετάχτηκε από το φόρεμα της Ευανθίας και από εκεί χτύπησε κ’ έσπασε στο δέρμα της τίγρης όπου ήταν ξαπλωμένη. Οι μαύρες και κίτρινες γραμμές του σπιθίρισαν, και μια στιγμή σα να σάλεψαν. Έπειτα έμειναν πάλι ακίνητες και σκοτεινές. Έλαμπαν μόνο εμπρός του εκεί τα γυάλινα κίτρινα μάτια του κεφαλιού της τίγρης· έλαμπαν και τον κοίταζαν κατάματα. Και η Ευανθία βλέποντάς τον πως κοίταζε κι αυτός εκεί κατάματα σαν ξεχασμένος, κλώτσησε την κεφαλή της τίγρης με το πόδι. Ο Στέφανος ξαφνίστηκε, και η Ευανθία γέλασε. Και τεντώνοντας το πόδι και δείχνοντας το κόκκινο γοβάκι που φορούσε, είπε: - Είδες τι μου χάρισε η θεία Κατίγκω; Ο Στέφανος το κοίταξε. Γνώρισε αμέσως τις κόκκινες βελούδινες παντούφλες που είχε φέρει κάποτε ο ίδιος της κυρίας Κατίγκως. Αλλά και αμέσως θυμήθηκε πως η κυρία Κατίγκω του είχε πει πως ήθελε να τις χαρίσει της Μαρίκας. Και σταμάτησε. - Ωραίες είναι, είπε σα μηχανικά, ενώ τον κοίταζε η Ευανθία. Έπειτα έμειναν πάλι σιωπηλοί. Μα όταν η κυρία Κατίγκω βγήκε από την κάμαρα, η Ευανθία ξαπλωμένη πάντα ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Πήγατε; του είπε ξαφνικά. - Πού; ρώτησε ο Στέφανος. Μα η Ευανθία δεν απάντησε. Τον κοίταξε μονάχα και σώπασε λίγες στιγμές. Μα έπειτα κοιτάζοντάς τον πάλι: - Ξέρεις τι είχα ρίξει στην πασίεντζα; ρώτησε με μιάς· θέλεις να μάθεις; - Ναι, είπε ο Στέφανος, μα η Ευανθία έμεινε πάλι σιωπηλή. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε σαν ξαφνισμένος: - Αν θα φύγω, ψιθύρισε τέλος αργά. - Και τι βγήκε; ρώτησε ο Στέφανος. Η Ευανθία δεν απάντησε· φώναξε μόνο της κυρίας Κατίγκως που έμπαινε πάλι μέσα εκείνη τη στιγμή: - Μην του το πεις, θεία Κατίγκω. Και πετάχτηκε με μιας ορθή όταν είδε πως έμπαινε μαζί και ο κύριος Γιάγκος. - Ωραία, ανάψατε φωτιά, είπε ο κύριος Γιάγκος αφού τη χαιρέτησε. Έτριψε τα χέρια και ήρθε και κάθισε κοντά. Είχε κερδίσει πάλι απόψε τον κύριο νομάρχη και ήταν χαρούμενος. Γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα στο τραπέζι που καθίσαν έπειτα. Και η κυρία Κατίγκω δεν ήταν μελαγχολική, και ο Στέφανος μιλούσε καθισμένος απέναντι στην Ευανθία. Έπειτα, όταν ο κύριος Γιάγκος με το Στέφανο έπαιζαν την παρτίδα τους στο ντόμινο, η κυρία Κατίγκω και η Ευανθία κάθισαν κοντά τους και κοίταζαν. Όταν τελείωσαν το ντόμινο, ο Στέφανος τους έκαμε κάποια παιγνίδια με τα χαρτιά της τράπουλας. Η Ευανθία τον κοίταζε στα χέρια και ζητούσε να μαντέψει πώς τους ξεγελούσε. Και μια στιγμή εκεί που ο Στέφανος της έδινε στο χέρι τα χαρτιά και άγγιξαν τα δάχτυλά τους, η Ευανθία δεν τράβηξε το χέρι αμέσως. Έμεινε και τον κοίταζε στα μάτια. Μα έπειτα σηκώθηκε με μιάς ο Στέφανος· καληνύχτισε και βγήκε. - Πάει στη λέσχη, ψιθύρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω. - Α μπα, πάει κάτω να εργαστεί, είπε η κυρία Κατίγκω χωρίς να πιστεύει ό, τι είπε. Ο Στέφανος πήγε στη λέσχη. Το ένιωσε μόνο όταν μπήκε μέσα και είδε πως του ένεψε ο κύριος νομάρχης. Σκυμμένος στην κορυφή του πράσινου μεγάλου τραπεζιού ο κύριος νομάρχης είχε μπροστά του σωρούς τα κόκκινα και λευκά κόκκαλα· ο λοχαγός είχε καθίσει απάνω στο τραπέζι και κουνώντας το πόδι του βροντούσε το σπιρούνι στη γωνία του τραπεζιού· το βροντούσε σα με ρυθμό και σφύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε ορθός αντίκρυ και άκουσε σα να ήθελε να πιάσει το ρυθμό. Έπειτα πρόσεξε πώς γυάλιζε το φως στα δόντια και στο μονόκλ του λοχαγού και πώς χτυπούσε στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη και σταματούσε κει με ακτίνες πράσινες. Και κει θυμήθηκε πως είχε σταματήσει κι αυτός πρωτύτερα αντίκρυ σ’ ένα φως που έφεγγε σ’ ένα παράθυρο. Είχε κινήσει και πήγαινε να δει το φως, είδε όμως το φως ακίνητο πίσω από το κλεισμένο τζάμι και σταμάτησε. Δεν ένιωθε γιατί, όμως σταμάτησε· και κοίταζε σα να ήθελε να δει αν έκαιε πράγματι φως μέσα στην κάμαρα ή ήταν μόνο αντίφεγγο που έσπαζε από κάπου απέναντι. Έπειτα κοίταζε σα να ζητούσε να βρει τι χρώμα είχε το φως· έπειτα είδε πως το φως ήταν μακριά. Και είδε πως ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος κ’ αισθάνθηκε μια κρύα πνοή να πνέει από τη θάλασσα. Η μικρή πλατεία όπου είχε σταθεί ήταν έρημη, μα οι κορμοί των κοντών δέντρων του φάνηκαν σα ζωντανές παράξενες μαύρες μορφές που ήθελαν να κινηθούν. Ο Στέφανος δεν έβλεπε τα φύλλα, μα τα αισθάνθηκε πως έτρεμαν σα ν’ ανατρίχιαζαν στην κρύα πνοή της θάλασσας. Και δε γύρισε στη θάλασσα. Γύρισε πίσω. Στην προκυμαία έφεγγαν τα φώτα και οι άνθρωποι πηγαινοερχόντανε. Χαιρέτησε δυο τρεις· και βρέθηκε στη λέσχη έξαφνα. Και τώρα έμενε ορθός και κοίταζε τις πράσινες ακτίνες στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Έπειτα ξανακοίταξε το λοχαγό, έπειτα το παιχνίδι· έπειτα κάθισε με μιάς και ο ίδιος κ’ έπαιξε. Όταν γύρισε σπίτι, είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ανέβηκε στα δάχτυλα τη σκάλα για αν μην ξυπνήσουνε στο σπίτι. Μα καθώς έμπαινε στο διάδρομο, σταμάτησε· μια θαμπόλευκη μορφή που σάλεψε μπροστά του τον σταμάτησε. Τινάχτηκε όταν τον πλησίασε η μορφή, μα γνώρισε αμέσως τη φωνή που του ψιθύρισε: - Ήσουν στη λέσχη; - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Έπαιζες; -Ναι, είπε πάλι ο Στέφανος. - Και γω περίμενα. Ο Στέφανος ξαναξαφνίστηκε. Είδε με μιας μπροστά του το φωτισμένο παράθυρο, όπου απέναντι είχε σταθεί πρωτύτερα και κοίταζε. Μα η φωνή κοντά του τον ξαναξύπνησε: - Για να σου πω τι βγήκε. - Τι βγήκε; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Πως δε θα φύγω, είπε η φωνή, και ο Στέφανος είχε ξυπνήσει ολότελα. Αλλά δε μίλησε. Έμεινε ακίνητος· μα σα κίνησε μόνο τα χέρια προς τη μορφή που σάλεψε και κείνη προς τα πίσω, προς την πόρτα όπου στεκότανε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος λίγες στιγμές ακόμα, έπειτα όμως έφυγε αμέσως μέσα προς το διάδρομο πριν ανοίξει καλά η πόρτα πίσω και δει καλύτερα στο φως που χύθηκε από μέσα ποια ήταν η μορφή. [Επεξεργασία] XVIII Έφυγε, σα να φοβήθηκε να δει. Και το πρωί πάλι φοβήθηκε να δει. Φώναξε και του έφεραν στην κάμαρά του τον καφέ και κατέβηκε αμέσως κάτω στο γραφείο. Όταν τελείωσε, τράβηξε ίσια στης Μαρίκας. Τη βρήκε που καθότανε στην κάμαρα με τη γιαγιά, μα είδε αμέσως πως ήταν φοβερά χλωμή. Δεν τόλμησε να τη ρωτήσει. Κάθισε μόνο και μιλούσε πράγματα αδιάφορα με αυτή και τη γιαγιά. Μα όταν έξαφνα τον ρώτησε η γιαγιά αν θα έρθει η Ευανθία, και της απάντησε: «Δεν ξέρω, δεν την είδα σήμερα», είδε πως η Μαρίκα έστρεψε αλλού το βλέμμα. Έμεινε μια στιγμή σα συγχυσμένος. Μα όταν έφυγε η γιαγιά κ’ έμειναν μόνοι, πλησίασε πρώτος τη Μαρίκα. - Κάθισες ψες αργά; τη ρώτησε. - Όχι, κοιμήθηκα νωρίς, απάντησε ήσυχα η Μαρίκα. - Μα το παράθυρο είχε φως αργά. Η Μαρίκα τον κοίταξε. - Τι ήρθες; περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα ψιθύρισε, ήσυχα πάλι: - Το ξέχασα αναμμένο. Ο Στέφανος της έπεισε με μιας και τα δυο χέρια: - Ω Μαρίκα, ω Μαρίκα! Κ’ ενώ η Μαρίκα τον κοίταζε ατάραχη: - Δεν ξέρεις τι είσαι για μένα, ξέσπασε ξαφνικά και της γέμισε φιλιά τα χέρια. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ όλη νύχτα, εξακολούθησε, όλη τη νύχτα είχα τα μάτια σου μπροστά μου… Και έλεγε αλήθεια. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν πράγματι όλη τη νύχτα μπροστά στο Στέφανο. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα είχε μπροστά του την πόρτα που άνοιξε έξαφνα στο φως του καντηλιού και φώτισε μια λευκή μορφή που έμεινε ορθή με απλωμένα χέρια πίσω του --- αλλά τα χέρια αυτά, παράξενο! τα γνώριζε, ήταν τα χέρια της Μαρίκας. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα έβλεπε μπρος του δυο μάτια υγρά και φωτεινά που τον κοιτάζαν ενώ έφευγε --- αλλά, παράξενο! τα μάτια αυτά ήταν τα μάτια της Μαρίκας. Στιγμές στιγμές δυο κόκκινα σημάδια έφεγγαν κάτω στο πάτωμα σα βελουδένια, έλαμπαν εμπρός στ’ αγρυπνισμένα μάτια του σαν άλικα μεγάλα ρόδα που έπλεαν σε πρωινά νερά, και απάνωθέ τους έτρεμε κάτι θαμπόλευκο, κυματιστό και σαν αέρινο· στιγμές πάλι το άσπρο αυτό γινόταν κόκκινο, άλλαζε σε κρεμεζί, σε ρουμπινί κ’ έλαμπε μπρος του ζωηρά σα φλόγα, μια φλόγα που έφεγγαν μέσα της δυο μάτια --- αλλά τα μάτια ήταν της Μαρίκας. Ύστερα πάλι ξαναέσβηνε το κόκκινο σιγά σιγά, ξαναγινόταν άχνα αγανή, λευκός αφρός που έλιωνε σ’ ένα γιαλό, γινόταν αέρας διάφανος και φως που έπαιζε κ’ έτρεμε κ’ έφευγε και γλιστρούσε απάνω από μια θάλασσα άπειρη. Μια θάλασσα…. Και ο Στέφανος είδε τους σκοτεινούς κύκλους ξανά να του γεμίζουνε τη θάλασσα. Ήταν σα να ήθελαν οι κύκλοι αυτοί να σβήσουν τα μάτια της Μαρίκας που έφεγγαν μέσα από τη θάλασσα --- τα μάτια της Μαρίκας που ανοίγονταν τώρα μπροστά του εκεί μεγάλα ολόμαυρα και μελαγχολικά μέσα στους βαθουλούς μεγάλους κύκλους γύρω τους. Ο Στέφανος τα κοίταζε. Ήταν κρύα και σκοτεινά, σαν τη συννεφιασμένη θάλασσα, κ’ έβλεπαν εμπρός τους ασάλευτα και καρφωμένα, σα να ζητούσανε να σκίσουν τη σταχτερή άχνα μακριά, σα να γυρεύαν να βυθίσουν πέρα από αυτή μέσα στο χλωμό φως μακρύτερα, στο φως που κάτι σαν αντίφεγγό του έτρεμε κιτρινωπά κ’ έπαιζε θλιβερά στις κόρες τους. - Τα μάτια σου, θέλησε να ξαναπει ο Στέφανος, μα η ψυχρή και άφεγγη λάμψη τους τον πάγωσε. Και ψιθύρισε, σα να ξυπνούσε ξαφνικά: - Μαρίκα, τι έπαθες, τι έχεις; Αλλά η Μαρίκα έριξε το βλέμμα κ’ έμεινε άφωνη και ακίνητη. - Μαρίκα, ξαναψιθύρισε ο Στέφανος· μα έπειτα έμεινε άφωνος κι αυτός. Έγινε μερικές στιγμές σιγή στην κάμαρα· μια σιγή ανήσυχη. Και όσο βαστούσε αυτή, ο Στέφανος είχε το αίσθημα πως έπεφτε αργά σιγά κάτι σα σταχτερή βαριά κουρτίνα ανάμεσά τους. Μα εκεί, ενώ ο Στέφανος κρατούσε πάντα τα χέρια της, η Μαρίκα σήκωσε πάλι τα μάτια: - Ήρθες, αλήθεια, χτες βράδυ; ρώτησε κοιτάζοντάς τον έξαφνα. - Ναι, ήρθα, είπε ο Στέφανος. Αλλά σταμάτησε. - Ήρθα και κοίταζα το φως και πρόσμενα, είπε αμέσως έπειτα. Μα ξανασώπασε, σα να μην είχε να πει άλλο τίποτε. Έμειναν και κοιτάζονταν. Έπειτα σηκώθηκαν και περπάτησαν μαζί μέσα στην κάμαρα. Κ’ ενώ στάθηκαν μπροστά στις γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας, όπου οι τουλίπες έφεγγαν ολοκόκκινες στον ήλιο που έπεφτε απάνω τους από το παράθυρο, η Μαρίκα αφήνοντας το χέρι της να πέσει σαν άψυχο μέσα στο χέρι του Στέφανου, είπε σιγά: - Δεν ξέρω, μα δεν είμαι --- δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένη. Και η ματιά της ξαναπήρε το ωχρό και άφεγγο χρώμα που είχε παγώσει πρωτύτερα το Στέφανο. [Επεξεργασία] ΧΙΧ Ο Στέφανος ήρθε σιωπηλός στο σπίτι. Η κυρία Κατίγκω είδε το σύννεφο στο πρόσωπό του και τον πλησίασε και τον ρώτησε: - Είναι αδιάθετη η Μαρίκα; - Όχι, καλά είναι, απάντησε ο Στέφανος κ’ έμεινε πάλι σιωπηλός. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε και τον κοίταζε ενώ έμπαινε η Ευανθία. Ερχόταν γρήγορα, μα όταν είδε το Στέφανο σταμάτησε. Καθώς μπήκε, το φόρεμά της πέταξε λάμψεις κόκκινες στον ήλιο που γέμιζε την κάμαρα. Στάθηκε μια στιγμή· έπειτα πλησιάζοντας σιγά την κυρία Κατίγκω είπε: - Η γιαγιά παράγγειλε να πάμε. - Πηγαίνομε, απάντησε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε: - Αλλά δεν είπαμε θα έρθει η Φιφίκα; - Α ναι, το ξέχασα. Η κυρία Κατίγκω φαινόταν πράγματι σαν ξεχασμένη. - Της παραγγέλνομε --- ή πάμε στη νονά αργά, είπε ύστερα. - Α, όχι στη γιαγιά αργά· θα με κρατήσει, έσκυψε και είπε σιγαλότερα η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την έσυρε κοντά της και τη χάδεψε. Ο Στέφανος καθώς την κοίταξε είδε που ξαναέλαμψε το φόρεμά της. Και είδε πως φορούσε τα κόκκινα βελούδινα γοβάκια. Σα να γέμισε όλη η κάμαρα με ρόδα κόκκινα, τα ρόδα που έπλεαν οληνύχτα εμπρός του στα πρωινά νερά --- γύρισε αλλού κ’ έκαμε κίνημα σα να ήθελε να φύγει. Μα η Ευανθία τον πλησίασε. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω είχε γυρίσει και κάτι έσιαζε στην κάμαρα και ύστερα βγήκε, η Ευανθία στάθηκε μπροστά του ορθή και βλέποντάς τον κατάματα έκαμε κάτι να του πει. Αλλά έξαφνα σταμάτησε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος και κοιτάχτηκαν μια στιγμή και οι δυο σαν ξαφνιασμένοι. Μα ευθύς η Ευανθία: - Ξέρεις, του είπε, η Φιφίκα θα πάρει το λοχαγό. Το είπε σα να ήταν αυτό που είχε να πει. Αλλά και ο Στέφανος, σα να είχε νιώσει: - Το ξέρω, είπε με τόνο αδιάφορο και σαν ξερό. Η Ευανθία κοκκίνησε όλη. Και γύρισε αμέσως μ’ ένα τίναγμα, σα να είχε αγγίξει κάπου με το χέρι και κάηκε έξαφνα. Και καθώς ξαναέμπαινε η κυρία Κατίγκω μέσα, πήγε ίσια απάνω της: - Θεία Κατίγκω, ο Στέφανος θέλει να φύγω, είπε και σταμάτησε μπροστά της. Και θέλησε να κρύψει μ’ ένα χαμόγελο κάποιο τρεμούλιασμα που είχε η φωνή της. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε σαν ξαφνιασμένη. Ο Στέφανος έμεινε συγχυσμένος μια στιγμή. Έπειτα βλέποντας πως η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε περίεργα. - Αηδίες, ψιθύρισε σιγά. - Αστεία, είπε πάλι δυνατότερα και βημάτισε στην κάμαρα, ενώ η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία κοντά της και την ακούμπησε στον ώμο της. Μα όταν ο Στέφανος πήγε έπειτα και κάθισε στην άκρη, η Ευανθία ήρθε και ξαναστάθηκε μπροστά του και γελούσε. - Αλλά, Ευανθία, έκαμε να της πει, μα η Ευανθία αφού περίμενε και ξαναβγήκε έξω η κυρία Κατίγκω: - Δε λες αλήθεια, του είπε σφυριχτά, σα μέσα από τα δόντια. - Αλλά, Ευανθία, θέλησε να ψιθυρίσει πάλι ο Στέφανος, μα η Ευανθία τον έκοψε μα μιάς: - Ναι, ναι - δε μου έταξες να έρθεις μαζί στα ιγγλέζικα; Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος χαμήλωσε το βλέμμα. Όταν το ξανασήκωσε, η Ευανθία δε γελούσε· τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα, μεγάλα, μα άλαμπα και ωχρά. Τα μάτια δεν είχαν σκοτεινούς μεγάλους κύκλους γύρω τους, τα μάγουλα όμως ήταν χλωμά. Και όταν ο ήλιος δοκίμασε να παίξει πάλι στο κόκκινο το φόρεμα, δε γέμισε την κάμαρα με ρόδα πορφυρά· κίτρινα ρόδα ωχρά σκορπίστηκαν μπροστά στο Στέφανο καθώς κοίταζε την Ευανθία. Κ’ ενώ την κοίταζε, ξαφνικά με μια φωνή που δεν τη γνώρισε και ο ίδιος: - Ευανθία, ψιθύρισε σιγά και άπλωσε τα χέρια εμπρός. Μα έπειτα, πάλι σιγά, τα έσυρε πίσω κ’ έγειρε σ’ αυτά το μέτωπο. Η Ευανθία έκαμε να σκύψει. Αλλά δεν έσκυψε· έφερε μόνο το χέρι στα μαλλιά του και τα χάδεψε· απαλά. [Επεξεργασία] ΧΧ - Πήγαν χτες; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος δεν ένιωσε, και η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια από το κέντημά της και πρόσθεσε: - Στα ιγγλέζικα. - Δεν ξέρω --- δε ρώτησα, είπε ο Στέφανος. Μα η Μαρίκα έμεινε σκυμμένη στο δικό της κέντημα. Και ξανασώπασαν. Έπειτα η κυρία Αγλαΐα ξαναείπε έξαφνα: - Ο κύριος νομάρχης σα να νοστιμεύεται την Πρίφτη. Κ’ ενώ ούτε ο Στέφανος ούτε η Μαρίκα μίλησαν: - Να δούμε πώς θα τη μοιράσουν με το λοχαγό, είπε πάλι. Και γυρνώντας στο Στέφανο: - Η μητέρα σου τι λέει; ρώτησε. Ο Στέφανος σήκωσε τους ώμους. - Και το παιγνίδι του ταξιδιού τι να σημαίνει; Και η κυρία Αγλαΐα γέλασε. Έπειτα μίλησε πάλι για τον κύριο νομάρχη: - Τον είχαμε στη νομαρχία. Ήταν καλός υπάλληλος. Ο μπαμπάς σου τον συμπαθούσε, είπε της Μαρίκας που την κοίταζε κείνη τη στιγμή. ΄Επειτα έφερε την ομιλία στη νομαρχία. - Κάθε Παρασκευή δίναμε τσάι εμείς, κάθε Δευτέρα ο Άγγλος πρόξενος· έπειτα αλλάξαμε, το κάναμε Τετάρτη· να δεις γιατί. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε το κέντημα και συλλογίστηκε. - Α ναι, είπε έπειτα, κάθε Παρασκευή είχα συμβούλιο στο σύλλογο των κυριών· την Τρίτη στην εταιρία των εργοχείρων που ήμουν πρόεδρος. - Ναι, μου διηγηθήκατε, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα ξανασκύβοντας στο κέντημά της: - Τότε η νομαρχία είχε μεγάλη δικαιοδοσία, ψιθύρισε, τότε ήταν κατιτί να είναι κανείς νομάρχης. Ο Στέφανος συμφώνησε. - Μα οπωσδήποτε ένας νομάρχης είναι καλύτερος από το λοχαγό, είπε πάλι έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Και γυρίζοντας έξαφνα πάλι στη Μαρίκα: - Τι άσχημο που ήταν το φόρεμα της Πρίφτη· και το καπέλο με τα κίτρινα φτερά. Αλλά η Μαρίκα σα να μην πρόσεχε· κίνησε μόνο το κεφάλι και κοίταζε μπροστά της. Και ο Στέφανος γύρισε και είδε πως η Μαρίκα δεν κοίταζε ούτε στο κέντημα που είχε στα χέρια· κοίταζε πέρα στον ήλιο που βασίλευε. Ο Στέφανος περίμενε όσο που σώπασε η κυρία Αγλαΐα. Σηκώθηκε ύστερα σιγά και πήγε στο παράθυρο. Νέφη μικρά είχαν σωριαστή κομματιαστά κ’ έφεγγαν κοκκινωπά σα σφυροκοπημένες χάλκινες πλάκες στην άκρη του ουρανού, που από κάτω του έπαιζε αστραφτερή στο βάθος στενή γραμμή μονάχα η θάλασσα. Αντίκρυ το ορθόβραχο υψωνόταν ήσυχο, βαμμένο απαλό χρώμα γιουλί και διάφανο. Ο Στέφανος έμενε ορθός εκεί και κοίταζε. Πίσω η κυρία Αγλαΐα κάτι ξαναψιθύρισε, μα ο Στέφανος ούτε την άκουσε. Και δεν την άκουσε ούτε όταν έφυγε· άκουσε μόνο το βήμα της Μαρίκας που τον πλησίασε σιγά και στάθηκε κοντά του και κοίταζε κι αυτή. Μα τα χαλκοβαμμένα σύννεφα είχαν σκορπίσει· απλώθηκαν στη θέση τους βαθιόμαβες στενές λουρίδες που έλιωναν σιγά σιγά σε καταχνιά βιολέτινη, βαθιά, μουντά βιολέτινη. Μονάχα το ορθόβραχο βουνό έμενε αντίκρυ τους μενεξελί, θολότερο, σκουρότερο, μα ακόμα φωτεινό και διάφανο. Στέκονταν και οι δυο και κοίταζαν. Κοίταζαν πώς σκούραινε ολοένα το βουνό, πώς η ομίχλη πέρα γινότανε πιο σταχτερή και πώς κάτω μακριά σκοτείνιαζε η γραμμή της θάλασσας. Έξω είχε σβήσει στον αέρα κάθε αναλαμπή, κ’ ένα θολό μισόφωτο έτρεμε μέσα στην κάμαρα όταν γύρισαν κ’ έκαμαν να σαλέψουν από το παράθυρο. Μα εκεί έξαφνα πήδησε μπρος τους η Ευανθία και τους σταμάτησε στη θέση τους. - Μαρίκα, φώναξε, λοιπόν θα πάμε το πρωί; Μου το παράγγειλε η γιαγιά. - Θα πάμε, ναι, απάντησε η Μαρίκα. Και η Ευανθία που είδε το Στέφανο που κοίταξε σα να μην ένιωθε: - Στην εκκλησίτσα· τι, δεν ξέρεις; γύρισε σ’ αυτόν. - Δεν του το είπες; είπε πάλι της Μαρίκας. - Ναι, το λησμόνησα, απάντησε η Μαρίκα. - Μα εσύ το ήθελες, λέει η γιαγιά, και το έταξε να την ανοίξει. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, εγώ, ένεψε ύστερα κ’ έριξε μπροστά της μια ματιά, που χάθηκε στη σκοτεινιά που έπεφτε στην κάμαρα. Για το Στέφανο μόνο δε χάθηκε· την είχε εμπρός του όλη την ώρα έπειτα εκεί που γύριζε στο σπίτι βαδίζοντας σκυφτός κοντά στη θάλασσα. [Επεξεργασία] ΧΧΙ Ο παπάς τελείωνε τη λειτουργία στο εξωκλήσι της ακρογιαλιάς όταν σταμάτησε στην πόρτα του το αμάξι με την Ευανθία, το Στέφανο και την κυρία Κατίγκω. Ήρθαν αργά γιατί και ο Στέφανος και η Ευανθία άργησαν να ετοιμαστούν. Έπειτα η κυρία Κατίγκω θυμήθηκε στο δρόμο πως δεν είχε αφήσει της μαγείρισσας βούτυρο για το ραβανί, που είχε ζητήσει ο κύριος Γιάγκος για το μεσημέρι. - Δεν μπορώ· ο πατέρας σου το περιμένει, είπε στο Στέφανο η κυρία Κατίγκω. Έπρεπε να γυρίσουν. Στην εκκλησία ήταν μονάχες η γιαγιά με τη Μαρίκα. Η κυρία Αγλαΐα, όταν πήγαν να την ξυπνήσουν, δεν μπόρεσε να σηκωθεί. - Στη νομαρχία δεν ανοίγαμε εξωκλήσια, είπε της Μαρίκας, αλλά η Μαρίκα είπε μόνο της γιαγιάς: - Η μαμά έχει πονοκέφαλο. Και ήρθε πρωί πρωί μαζί της. Το πρωί ήταν ψυχρό και υγρό, τα δέντρα νοτισμένα, και κάτω στο ακρογιάλι απλώνονταν ωχρόσκουρες λουρίδες καταχνιάς. Η γιαγιά είχε ταμένο να πάνε με τα πόδια, και η Μαρίκα τυλίχτηκε στο επανωφόρι της κα βάδιζε. Καθώς περνούσαν κάτω από τα δέντρα δεν έβλεπε τον ίσκιο της, μα όταν βγήκανε στο λόφο τον ξαναείδε που σερνόταν σταχτερός κοντά στο μαύρο της γιαγιάς. Νόμιζε πως ερχόταν η ίδια πίσω και τον έβλεπε. Κατέβαιναν το λόφο μόνες· δεν περνούσε γύρω τους κανείς και δε μιλούσαν και οι δυο. - Κουράστηκες; ρώτησε μόνο μια στιγμή η γιαγιά. - Όχι, της ένεψε η Μαρίκα. - Όχι γιαγιά, της ξαναείπε και κατέβηκαν πάλι το λόφο σιωπηλές. Στο ακροθαλάσσι κάτω άσπριζε το εκκλησιδάκι μες στα πεύκα και παραμπρός του υψώνονταν δυο κυπαρίσσια ορθά, σταχτερά μες στο θολό πρωί. Σε λίγο όμως η Μαρίκα στάθηκε. - Κουράστηκες; την ξαναρώτησε η γιαγιά. Αλλά η Μαρίκα δεν απάντησε. Κοίταξε μόνο πίσω σα να ήθελε να δει αν είχε σταματήσει ο ίσκιος της. - Όχι, γιαγιά, είπε τότε και κοίταξε πάλι μπροστά της κάτω. Η καταχνιά είχε συρθεί, είχε απλωθεί πιο χαμηλά στη θάλασσα. - Όχι, γιαγιά, είπε ξανά και ξανακίνησε. Τα κυπαρίσσια υψώνονταν μπροστά τους κάτω πάντα σταχτιά και ασάλευτα. Όταν τα έφτασαν και πέρασαν κοντά τους, η Μαρίκα άκουσε που ψιθύριζαν στους κλώνους τους πρωινά πουλιά. Μα δε σταμάτησε· μπήκε στην εκκλησία μαζί με τη γιαγιά. Και όταν ήρθαν έπειτα η Ευανθία και ο Στέφανος, είδαν τη σταχτερή μορφή της ορθή σκυφτή και χαμένη μέσα στο αχνό γαλάζιο νέφος του λιβανιού που γέμιζε την εκκλησία. Γύρισαν άθελα και κοιταχτήκαν καθώς στάθηκαν πίσω της, ενώ η κυρία Κατίγκω πήγε στο πλάι της γιαγιάς. Η Μαρίκα φάνηκε πως τους ένιωσε, μα δεν κινήθηκε. ΄Εμειναν μερικές στιγμές σκυφτοί και οι δυο. Έπειτα η Ευανθία έδειξε του Στέφανου τον ψάλτη. Καθώς έμπαιναν πρωτύτερα της χτύπησε ευθύς στα μάτια η χοντρή κόκκινη μύτη του· και γέλασε. Μα η κυρία Κατίγκω της ένεψε και σώπασε. Και τώρα την έδειξε πάλι στο Στέφανο. Έπειτα τον σκούντησε πάλι να προσέξει πως ο ψάλτης έψελνε κλαυτά σα να νιαούριζε. - Ναι, της είπε ο Στέφανος και ξαναγύρισε πάλι το βλέμμα εμπρός του. Η Μαρίκα έμενε πάντα σκυφτή στην ίδια θέση. Είχε σταθεί κοντά στο μανουάλι που έκαιαν τα κεριά· στη μέση μια λευκή ψηλή λαμπάδα, γύρω μικρότερα λευκά και κίτρινα κεριά. Ο Στέφανος έριξε κει μια ματιά· η λαμπάδα είχε μισοκαεί, είχε λυγίσει, αλλά δεν έσταζε κάτω στις πλάκες, όπως τα κίτρινα μικρά κεριά. Όταν τα κεριά έγερναν ή έλιωναν, πήγαινε και τα σήκωνε ή τα έσβηνε η γιαγιά· όσο που έσβησαν όλα κ’ έμεινε κ’ έκαιε η λαμπάδα μόνη. Έκαιε κ’ έλιωνε χωρίς να στάζει, και ο Στέφανος την κοίταζε πως έκαιε και φωτούσε χλωμά το μαυρισμένο τέμπλο, που χρυσογλυμμένο κάποτε, τώρα κοκκίνιζε θαμπά και ξέθωρα στην κίτρινη αχνή λάμψη των καντηλιών που κρέμονταν μπρος στις εικόνες του. Η Ωραία Πύλη, ανοιγμένη εκείνη τη στιγμή, έδειχνε το ιερό βαθιά με φως θαμπότερο· ο παπάς σάλευε μέσα αόριστη σκιά και ο Στέφανος κοίταζε τώρα εκεί περίεργα σα να έβλεπε κάτι που ήξερε πως το είχε ξαναδεί, αλλά και του φαινόταν πως τώρα το πρωτοέβλεπε. Ο ψάλτης όμως στο πλευρό του μουρμούριζε κλαυτά, μουρμούριζε ενοχλητικά· και ο παπάς καθώς κινούσε μέσα στο θαμπό φως τα χέρια κ’ έσκυβε και ξανασήκωνε και ξαναέσκυβε το σώμα και κινούσε κάτι εμπρός του σα να το άπλωνε, σα να το τίναζε, του έκαμε έξαφνα μια εντύπωση σαν κωμική. Αλλά δε γέλασε, αν κ’ ένιωσε την Ευανθία που γελούσε πλάι του. Δε γέλασε, γιατί μια λάμψη κινήθηκε μες στο ιερό. Και είδε πως η Μαρίκα σήκωσε έξαφνα το πρόσωπο· το σήκωσε και κοίταξε σα να είχε πέσει η λάμψη απάνω της. Την ώρα αυτή ύψωνε κι ο ψάλτης τη φωνή και ο παπάς απλώνοντας το χέρι έσυρε το παραπέτασμα, σα να έφραζε τα άδυτο από τα βλέμματα του Στέφανου. Ο Στέφανος δεν έκαμε να κινηθεί. Άκουσε μόνο πως ο ψάλτης κάτι ξαναψιθύρισε σιγά και ο παπάς απάντησε κρυμμένος τώρα στα βάθη του ιερού. Έγινε για στιγμές σιγή και όλοι έσκυψαν το μέτωπο. Ο Στέφανος ένιωσε πως το έσκυψε κι αυτός. Όταν το ξανασήκωσε είδε κοντά του γονατισμένη τη γιαγιά και πλάι της σκυφτή και την κυρία Κατίγκω. Μα η Μαρίκα εμπρός του ήταν χαμένη. Ο παπάς είχε έβγει εμπρός στην πύλη και θυμιάτιζε, και ο καπνός του λιβανιού έπεσε πυκνό σύννεφο απάνω της και τη σκέπασε, την έκρυψε. Μα εμπρός στο σύννεφο του λιβανιού έλαμψε φωτεινά μ’ ένα φανταστικό παιγνιδιστό αντιφέγγισμα το φόρεμα της Ευανθίας. Ήταν πράσινο, αλλά εμπρός στο Στέφανο έπαιξε πορφυρό, ρόδινα πράσινο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια ευθύς, σα να μην ήθελε να δει· γύρισε κ’ έβλεπε στο τέμπλο εμπρός του. Ξυσμένη, μαυρισμένη στην παλιά κορνίζα της ήταν εκεί η μητέρα του θεού. Μισόσβηστο το πρόσωπό της, και το φόρεμα ξεθωριασμένο· άσβηστη έμενε μόνο η όψη του παιδιού με το χαμόγελο στα χείλη και τα μεγάλα μάτια του. Στο χέρι του μόλις ξεχώριζε πια η σφαίρα που κρατούσε το παιδί, μα κάτω κάτω στην εικόνα έμενε αμαύριστο το πόδι της μητέρας που πρόβαλε από το ξεβαμμένο μπλάβο φόρεμα, και φαινόνταν ζωηρά τα ξεπεταγμένα μάτια και τα κόκκινα γλωσσίδια του φιδιού που συντριβόταν κάτω από το πόδι, πατημένο με το μεγάλο δάχτυλο. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί έμεινε στιγμές πολλές βλέποντας την εικόνα αυτή. Όταν έστρεψε, η Ευανθία τον κοίταζε παράξενα. Το φόρεμά της δεν έλαμψε τώρα μπροστά του πράσινο· είδε μόνο το πρόσωπό της πορφυρό καθώς αντίκρυσε τα μάτια της. Και σα να αισθάνθηκε κάτι με μιάς, ο Στέφανος πήρε και πάλι ευθύς το βλέμμα του. Από το τέμπλο, από την κορυφή ψηλά της Πύλης είδε ένα μάτι που τον κοίταζε· ένα μάτι όχι από πρόσωπο, μα μόνο από μια κόχη ενός ματιού. Ξεβαμμένο, θαμπό κι αυτό όπως το τέμπλο, όμως ο Στέφανος το είδε φωτεινό, ζωηρό το είδε στυλωμένο απάνω του. Κ’ έστρεψε μπρος του· η Μαρίκα φάνηκε μέσα στο σύννεφο του λιβανιού γονατιστή. Κ’ έξαφνα αισθάνθηκε και ο ίδιος κάτι σα λύγισμα στα γόνατα. Μα η γιαγιά και η κυρία Κατίγκω είχαν σηκωθεί, και το σύννεφο του λιβανιού είχε σκορπίσει ολόγυρα από τη Μαρίκα. Την είδε που στεκόταν πάλι ορθή και ακίνητη, κ’ έμενε ακίνητος κι αυτός με τα μάτια απάνω της. Όσο που ξαναγύρισε η Ευανθία πάλι· της ξαναέπεσε στο βλέμμα η κωμική μορφή του ψάλτη που έλεγε τώρα γοργά και βιαστικά το τελευταίο τροπάρι του. Και γύρισε στο Στέφανο για να γελάσει. Και γέλασε. Μα ο Στέφανος δεν πρόσεξε. Μπροστά του είχε η Μαρίκα κινηθεί· κινήθηκε ένα βήμα εμπρός κ’ έμεινε κει με το κεφάλι ορθό, μα έπειτα ξαναπροχώρησε ίσια στην Πύλη όπου είχε έβγει και στάθηκε ο παπάς κρατώντας το δισκοπότηρο στο χέρι. Ο ψάλτης μουρμούριζε κοντά στο Στέφανο, μουρμούριζε κλαυτά, ενοχλητικά, μα ο Στέφανος δεν άκουε. Έβλεπε τη Μαρίκα που είχε ανέβη ένα σκαλί κ’ έσκυψε πάλι εκεί το πρόσωπο και πρόσμενε. Πρώτη κοινώνησε η γιαγιά, η Μαρίκα έπειτα. Ο Στέφανος την είδε πως πλησίασε τα χείλη της αργά και τ’ άνοιξε σιγά· και κύκλοι κίτρινοι πολλοί, χλωμοί απλώθηκαν εκεί τριγύρω της στα μάτια του. Όταν έσβησαν, είδε πως η ψηλή λευκή λαμπάδα έκαιε ακόμη στο μανουάλι πίσω της. Στάθηκε και την κοίταζε που έκαιε· έκαιε σα γερμένη απάνω της. ………. Άμα βγήκαν έξω, το βλέμμα της Μαρίκας είχε μια λάμψη αλλιώτικη. Μα όταν πλησίασε το Στέφανο, ο Στέφανος σα να είχε καρφωθεί στη θέση του· η Μαρίκα, ορθή μπροστά του, τυλιγμένη στο σταχτί επανωφόρι της, του ήταν σαν άλλη. Πίσω της υψώνονταν στο σταχτερό ουρανό τα κυπαρίσσια ακίνητα· στεγνά, βαριά και μαύρα φάνηκαν του Στέφανου· και η Μαρίκα εκεί μπροστά του τού ήρθε μια στιγμή πως ήταν ο ίσκιος τους. Μα η κυρία Κατίγκω πλησίασε τη Μαρίκα και αφού τη φίλησε: - Παιδί μου, πώς είσαι; τη ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος έριξε απάνω της τα μάτια ασάλευτα· και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή και χαμογέλασε. Η κυρία Κατίγκω έμεινε σαν ξεχασμένη. - Ελάτε, τον καφέ σας, είπε έπειτα και πήρε τη Μαρίκα. Η υπηρέτρια είχε σερβίρει τον καφέ στο πέτρινο τραπέζι εμπρός στο εκκλησιδάκι, και η Ευανθία έδινε το φλιτζάνι στον παπά, όταν πλησίασε η κυρία Κατίγκω με τη Μαρίκα. Στάθηκαν κ’ έπιναν ορθές και οι δυο, και αντίκρυ τους ο Στέφανος. Η Ευανθία ήρθε και θύμισε πάλι στο Στέφανο την κόκκινη μύτη του ψάλτη κ’ έσκυψε έπειτα και το ψιθύρισε και της κυρίας Κατίγκως. - Τρελή, είπε σιγαλά η κυρία Κατίγκω, ενώ η Ευανθία γελούσε. - Μη δείχνεις, μη γυρίζεις, της ξαναψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, σα να φοβήθηκε μήπως τη νιώσει ο ψάλτης πως γέλασε γι’ αυτόν: - Για δέτε, είπε αμέσως κ’ έδειξε στο λόφο απέναντι. - Για δέτε κει! Όλοι γύρισαν και κοίταξαν. Στην πλαγιά ψηλά του λόφου φαινόνταν μερικές μορφές που μόλις ξεχώριζαν καλά πως ήταν άνθρωποι. Φαινόνταν σα να στέκονταν σε κύκλο και τριγύριζαν μπροστά τους κάτι που δεν το έβλεπαν τι ήταν. Όταν τις έδειξε η Ευανθία, έμειναν ακίνητες· έπειτα όμως άλλες έσκυψαν, άλλες κινήθηκαν· έπειτα πάλι στάθηκαν, και τώρα έμοιαζαν σα να τίναζαν εκείνο που κρατούσαν· ύστερα έσκυψαν ξανά σα να το άπλωσαν κάτω, μα πάλι ξανασηκώθηκαν και ξαναέμειναν ορθές, ασάλευτες τριγύρω του. - Παράξενο! τι να είναι; τι να κάνουν; ψιθύρισαν κ’ έμεναν όλοι και κοίταζαν σα να έβλεπαν μυστήριο. Μα ο ψάλτης που πρόσεξε τι κοίταζαν: - Είναι βαφιέδες· απλώνουν καλεμκεριά για να στεγνώσουν, τους εξήγησε. Όλοι πήραν αδιάφορα από κει τα μάτια. Μόνη η Μαρίκα έμεινε ακόμη γυρισμένη εκεί και κοίταζε, σα να μην άκουε ή σα να μη θέλησε ν’ ακούσει. Κοντά της έγερναν τα κλαδιά τα πεύκα, σταχτιά κι αυτά στο σταχτερό πρωί, και πέρα άπλωνε ωχρή, συννεφιασμένη η θάλασσα. Ήταν τα πεύκα που από κάτω τους είχε σταθεί λευκοντυμένη μια φορά η Μαρίκα, και ήταν η θάλασσα που έλαμπε τότε κάτω κατακόκκινη. Ο Στέφανος έμενε μπρος τους σα λησμονημένος. Μα έξαφνα πετάχτηκε μπροστά η Ευανθία. - Θεία Κατίγκω, πάμε λιγάκι παραπέρα, πάμε ως το λόφο; φώναξε και της έπιασε το μπράτσο. Η κυρία Κατίγκω, πριν απαντήσει, γύρισε τα μάτια στη Μαρίκα: ο Στέφανος είχε συρθεί κοντά της. Η Μαρίκα δε μίλησε και ξεκινήσαν. Το φθινόπωρο είχε προχωρήσει, και φύλλα λιγοστά απόμεναν στα δέντρα που άπλωναν εδώ και κει αραιά στο μικρό κάμπο τα μικρά κλαδιά τους σαν αδύνατα, μακριά, σκελετωμένα χέρια με δάχτυλα ανοιχτά, κ’ έδιναν όψη πιο μελαγχολική στη θολή μέρα. Μα κάτω στη γη είχε η χλόη κεντήσει, και πιο πέρα, ψηλότερα, όσο λιγόστευαν τα κοκκινόμαυρα ξερά αρμυρίκια της ακροθαλασσιάς, χνούδι ψιλό πρασίνιζε απαλά το χώμα και στρωνόταν, απλωνόταν πιο πράσινο και μαλακό όσο ανέβαινε στο λόφο. Καθώς πήγαινε μπροστά η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, το πράσινό της φόρεμα χανόταν κ’ έσβηνε μέσα στο πράσινο της χλόης. Και ο Στέφανος σα να την έχασε κι αυτός ολότελα από εμπρός του. Βάδιζε πίσω αργά στο πλάι της Μαρίκας κ’ έβλεπε κ’ ένιωθε μόνο τη Μαρίκα· στεκόταν όπου σταματούσε κείνη κ’ έβλεπε μόνο ό, τι αυτή κοίταζε. Μια στιγμή στάθηκε η Μαρίκα ν’ ακούσει ένα ροδάνι που γύριζε και ηχούσε με ήσυχο και αργό ρυθμό κάπου εκεί πίσω, δεν είδαν πού. Έπειτα ανέβηκε ψηλότερα και θέλησε να δη πέρα τους μύλους· τα φτερά τους δε φαίνονταν· ακίνητα όπως έμεναν, χανόνταν στο θολό αέρα της συννεφιασμένης μέρας. Παρέκει σταμάτησε και κοίταζε ένα κοπάδι ψαρών πουλιών που έφευγαν απάνω· μόλις ξεχώριζαν από τη σταχτερή τη συννεφιά ψηλά, μόλις φαινόνταν πως σαλεύαν· μια στιγμή έδειξαν σα να σταμάτησαν μετεωρισμένα. Μα έπειτα ο Στέφανος και η Μαρίκα τα είδαν που κινήθηκαν και χαμηλώσαν κ’ έγειραν κατά τη θάλασσα. - Αργοπόρησαν, ψιθύρισε η Μαρίκα. - Ναι, είπε ο Στέφανος, και προχώρησαν κι αυτοί. Παραπέρα σταμάτησαν πάλι. - Άκου, είπε ο Στέφανος. Σ’ ένα χαμόδεντρο λαλούσε κρυμμένο ένα πουλί· λαλούσε σιγαλά και η φωνή του ήταν ο μόνος ήχος που έτρεμε μελαγχολικά στην ερημιά του λόφου. - Ναι, είπε η Μαρίκα καθώς στάθηκε ν’ ακούσει. Μα το πουλί έπαψε με μιάς, και ήταν τώρα σα ν’ άκουσαν πιο μελαγχολική τη σιγαλιά του λόφου. Έπειτα άκουσαν τη φωνή της Ευανθίας πίσω από το λόφο. - Μαρίκα, την άκουσαν που φώναξε· μα η κυρία Κατίγκω δεν την άφησε να στρέψη πίσω, και είδαν μόνο ένα κλαδί που έπεσε στα πόδια τους. Ήταν κλαδί από ρείκι, και καθώς ο Στέφανος το πήρε να το δώσει της Μαρίκας, τα βιολετιά μικρούλια του άνθη έπαιξαν μπροστά της σα σπίθες φωτεινές. - Άνθισαν, είπε και κοίταξε κάτω την πλαγιά, αλλά δεν είδε παρά σταχτιά ξερόκλαδα που ανάμεσά τους πρασίνιζε μόνο το φόρεμα της Ευανθίας. Έπειτα απάντησαν κατσίκες που έβοσκαν, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Μαρίκα! Είχε σταθεί· και γύρισε και κοίταξε από κάτω. Κοίταζε απάνω προς τη Μαρίκα και το Στέφανο, όσο που στάθηκαν και κοίταξαν κι αυτοί. Ένιωσαν πως ήθελε να δείξει τις κατσίκες. Αλλά οι κατσίκες ήταν σκυμμένες κ’ έβοσκαν, και η Μαρίκα και ο Στέφανος είδαν μόνο τις σταχτερές τους ράχες μισοχαμένες στα σταχτιά κλαδιά. Μια μόνο με δέρμα θαμποκόκκινο, κεραμιδί, που στο σταχτή αέρα έπαιρνε τόνους κίτρινους, είχε σταθεί στο λόφο ολόρθη και κοίταζε· χωρίς να βόσκει. Μα ο Στέφανος και η Μαρίκα δεν είδαν πού κοίταζε· είδαν μόνο πως δεν κοίταζε τη θάλασσα. Γιατί όπως είχαν στρίψει στην πλαγιά, φάνηκε πάλι κάτω η θάλασσα. Ήταν θαμπή και μολυβένια, και απάνω της σερνότανε στο βάθος γκρίζα καταχνιά· οι βράχοι εμπρός της κοκκίνιζαν ωχρά, μα ίσκιους δεν έριχναν. Καθώς στάθηκαν και κοίταζαν, η Μαρίκα πρόσεξε πως πουθενά δεν έριχνε ίσκιο η θολή μέρα· και ο Στέφανος είδε πως τα μάτια της Μαρίκας ήταν χωρίς ίσκιο --- χωρίς άλλον ίσκιο από τους μαύρους κύκλους γύρω τους. Στιγμές στιγμές σα να χανόταν μάλιστα κι αυτοί στο φως που έχυνε το βλέμμα της. Αλλά το φως αυτό δεν ήταν φέγγος· ήταν ήμερο, γαληνό φως θαμπό, όμοιο με κείνο που έχυνε η συννεφιασμένη μέρα ολόγυρα. Σιγά σιγά η θολή μέρα σα να έπαιρνε και ξάνοιγε, και φως γλυκύτερο, πιο μαλακό φαινόταν πως ζητούσε ν’ απλωθεί χυμένο μια σαν από ψηλά μια σαν από τριγύρω, ο αέρας όμως έμενε πάντα θαμπός και η συννεφιά απλωμένη ασάλευτη, άφεγγη και σταχτερή. Για μια στιγμή ήταν σα να ξεγέλασε το Στέφανο μια βραδινή μελαγχολία· η Μαρίκα ορθή μπροστά του κοίταζε με τα μάτια σα χαμένα. Της έπιασε το χέρι και σα χαμένος σε όνειρο κι αυτός θέλησε μεμιάς να τη ρωτήσει: - Δεν είσαι πάλι ευτυχισμένη; Μα δεν τη ρώτησε· γιατί η Μαρίκα σα να τον μάντεψε, τον έκαμε να σταματήσει. Την είδε που είχε τα μάτια βυθισμένα κάτω στη θάλασσα και τους γιαλούς που ανοίγονταν σε σκοτεινούς κόλπους και άπλωναν σε γραμμές χαμένες θολά και αόριστα στη συννεφιά. Ήταν σα να σκοτείνιαζε, κ’ έπεφτε σιγαλά το βράδυ --- ένα βράδυ θολό και σιωπηλό που ακολουθούσε και σφράγιζε μια μέρα που πέρασε γοργά και ανώφελα κ’ έσβηνε τώρα αργά και μελαγχολικά. Αυτό τα αίσθημα είχε ο Στέφανος· μα καθώς αντίκρυσε τα μάτια της Μαρίκας, του φάνηκε πως είδε ν’ ανοίγεται μπροστά σ’ αυτά μια άλλη εικόνα --- μια εικόνα φαιδρή και φωτεινή· του φάνηκε σα να είδε να έτρεμε μπροστά τους ένα ασυννέφιαστο χλιαρό φθινόπωρο με φωτεινούς γιαλούς, με ρόδινα νερά και απαλό, χλιαρό, διάφανο αέρα. Και είδε κι ο ίδιος να φέγγη κάτω η αμμουδιά και είδε τους βράχους μενεξελείς και σαν ανάερους, και πέρα χρυσή και πορφυρή τη θάλασσα· και τη Μαρίκα ν’ ανοίγει απάνω τους τα χέρια σα φτερά. Κ’ έξαφνα σε μια άκρη κάτω χαμηλά μακριά ξεχώρισε το παλιό Χάλασμα, όμως το είδε σταχτερό και μαυρισμένο μπροστά στη σκοτισμένη θάλασσα· και είδε τη Μαρίκα που το κοίταζε κι αυτή. Αλλά τα μάτια της Μαρίκας τώρα δεν έλαμπαν και τα χέρια της δεν ήταν τεντωμένα πέρα σα φτερά για να πετάξουν· ήταν ριγμένα κάτω ακίνητα και κρέμονταν σαν κουρασμένα. Και κοίταζαν και οι δυο το Χάλασμα σα να το έβλεπαν πρώτη φορά με μάτια αλλιώτικα, με μάτια αγνώριστα, με μάτια ξένα· το κοίταζαν σα να το έβλεπαν πρώτη φορά παρατημένο μόνο κ’ έρημο στον έρημο και σκοτεινό γιαλό. Εκεί γύρισε σιγά, αργά η Μαρίκα. Και αφού τον κοίταξε: - Ξέρεις, του είπε έξαφνα, γιατί άνοιξε η γιαγιά την εκκλησία; Ο Στέφανος ταράχτηκε, σα να ένιωσε μεμιάς δυσάρεστο αίσθημα. - Γιατί η μητέρα σου φιλιώθηκε με τη δική μου, είπε ξανά η Μαρίκα, και του Στέφανου του φάνηκε πως είδε ένα χαμόγελο στα χείλη της. Κ’ ενώ ζητούσε να το εξηγήσει, η Μαρίκα πρόσθεσε σιγότερα: - Τι καλή που είναι. Και δείχνοντας στο λόφο επάνω: - Δες την πώς κάθεται. Ο Στέφανος δεν είχε προσέξει πριν, και τώρα ξαφνίστηκε όταν είδε τη γιαγιά που είχε καθίσει στο λόφο πίσω τους. - Ερχότανε μαζί μας και κουράστηκε, είπε η Μαρίκα. Και σα να είχε κουραστεί κι αυτή, έσκυψε σιγά και κάθισε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές ορθός κ’ έβλεπε τη γιαγιά που έγερνε το κεφάλι της σκυφτό, ακίνητο και τυλιγμένο στο μαύρο του μαντίλι. Έπειτα έσκυψε και κάθισε κι αυτός πλάι στη Μαρίκα. Κ’ έμειναν σιωπηλοί και οι δυο. Δεν έβλεπαν μπροστά τους άλλο από τη σταχτερή πλαγιά και πέρα τη μολυβένια θάλασσα. Η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, σα να είχαν χαθεί κάτω στη λαγκαδιά, δεν ξαναφάνηκαν. Μα έξαφνα ο Στέφανος και η Μαρίκα εκεί που κάθονταν και σώπαιναν, άκουσαν τη φωνή τους που ανέβαινε σμιχτή από βαθιά από κάτω. Τραγουδούσαν μαζί και οι δυο, κ’ έφτανε απάνω το τραγούδι τους τρεμουλιασμένο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο, προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Όταν έσβησε, η Μαρίκα είδε το Στέφανο που έσκυψε χαμηλότερα το μέτωπο. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Όταν ανέβηκαν πάλι στο λόφο η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω ήτα φαιδρές και οι δυο· και όταν γύριζαν έπειτα στο σπίτι με το αμάξι, η Ευανθία γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα. Θυμήθηκε με τη σειρά την κόκκινη μύτη του ψάλτη, το μονύελο του λοχαγού της Πρίφτη και τα πρασινοκόκκινα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Μα είδε πως δε γέλασε η κυρία Κατίγκω, και γύρισε τ’ αστείο σ’ ένα φίλο του Στέφανου χλωμό και θλιβερό, που είχαν απαντήσει στην πλατεία χτες με την κυρία Κατίγκω. - Μας λιποθύμησε. Και η Ευανθία μιμήθηκε τη σβηστή ψόφια φωνή του και μ’ ένα μορφασμό δοκίμασε να δείξει πώς κοίταζαν τα μάτια του: - Σα μυρμηγκιού· τι σιχαμένος! Τι είναι αλήθεια; - Ποιητής, της είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία σα να μην εννόησε αμέσως. Μα έπειτα: - Γι’ αυτό του κρέμονται τα πανταλόνια, γέλασε κ’ ενώ η Μαρίκα την κοίταξε έξαφνα. - Ξέρεις, γύρισε σ’ αυτή, εκεί που τον έβλεπα μπροστά μου είχα το φόβο πως θα του πέσουν. Γέλασαν όλοι και μαζί τους και η Μαρίκα. Έπειτα η Ευανθάι αστειεύθηκε μ’ ένα φόρεμα που είδε σε μια στο δρόμο, έπειτα πάλι γέλασε με τις κίτρινες γκέτες που φορούσε μια άλλη. - Πρόστυχη φαίνεται, ψιθύρισε. - Γυναίκα μαρμαρά, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα όταν περνούσαν στην πλατεία, τα μάτια της Ευανθίας πρόσεξαν με σεβασμό την τουαλέτα μιας κυρίας. - Μια τέτοια μωβ ταγιέρ θα κάνω, γύρισε και είπε της κυρίας Κατίγκως. Κ’ έπειτα έξαφνα κοιτάζοντας και τη Μαρίκα: - Τι ωραία που είναι η νέα καφέ ωλαί ζακέτα της Φιφίκας· ε, θεία Κατίγκω; Και βλέποντας και πάλι τη Μαρίκα. - Με τρεις σειρές κόκκινο κέντημα στη μέση, στο γιακά και στα μανίκια. Η Μαρίκα δε μίλησε, και η Ευανθία γύρισε έξω και ζήτησε να βρει κάτι άλλο να γελάσει. Μα όταν γύρισαν στο σπίτι, έχασε με μιας τη όρεξη· η γιαγιά δεν την άφησε να πάει με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Αγλαΐα είχε ακόμα πονοκέφαλο, κ’ έμειναν με τη Μαρίκα μόνες. Μια δυο στιγμές παρουσιάστηκε ο παππούς στην πόρτα και κοίταξε, μα δεν μπήκε μέσα· έμπαινε κ’ έβγαινε μόνο η γιαγιά. Ευανθία έστειλε το απόγευμα και πήρε το φιγουρίνι της Φιφίκας κ’ έσκυψε στο τραπέζι και το ξεφύλλιζε· η Μαρίκα έβγαλε τον παπαγάλο από το κλουβί και τον άφησε να κρύβεται τριγύρω στις γωνιές και να της φωνάζει: - Φλώρα, Φλώρα! Η Μαρίκα έκανε πως τον ζητούσε αλλού. - Φλώρα! έκραζε ο παπαγάλος πάλι και ξανακρυβόταν. Έπαιξε έτσι κάμποσο μαζί του όσο που βαρέθηκε· έπειτα κάθισε και κοίταζε έξω· κοίταζε το θολό φως που έτρεμε γύρω από τα ξερά κλαδιά της λεύκας στο παράθυρο. Εκεί η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι και δείχνοντάς της ένα σχέδιο στο φιγουρίνι: - Αυτό θα κάνω - τι λες; τη ρώτησε. - Καλό είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα αφού κοίταξε. Έπειτα, καθώς γύρισε, είδε τον παπαγάλο που είχε έρθει σιγά και κάθισε κοντά της και την κοίταζε με ακίνητα τα στρογγυλά μικρούλια μάτια του. Ένιωσε τι ήθελε, μα δε σηκώθηκε. Έμεινε κ’ έβλεπε μια αυτόν και μια το φόρεμα της Ευανθία, σα να ήθελε να βρει ποιο ήταν πιο πράσινο. Η Ευανθία είδε τον παπαγάλο που κοίταζε έτσι κωμικά, και γέλασε. - Τον πονηρό, είπε και άπλωσε το χέρι της να τον χαδέψει. Μα ο παπαγάλος τίναξε τη μύτη εμπρός και της δάγκασε το δάχτυλο. Η Ευανθία φώναξε, και καθώς τα μάτια της αντικρυστήκαν με του παπαγάλου, η Μαρίκα είδε πως και των δυο τα βλέμματα πέταξαν μια όμοια λάμψη· μια λάμψη κίτρινη. Ο παπαγάλος πήγε στο παράθυρο και στάθηκε στο ένα πόδι ορθός και κοίταζε από κει, ενώ η Μαρίκα και η Ευανθία έμεναν αμίλητες. Πίσω τους είχε έρθει σιγά η γιαγιά και στάθηκε, μα ήταν με τις παντούφλες και δεν την κατάλαβαν. Την πρόδωσε όμως ο παπαγάλος που φώναξε «γιαγιά», και η Ευανθία γύρισε και γέλασε. Μα η γιαγιά έμενε ορθή και κοίταζε, σα να μην ήξερε γιατί είχε μπει, σα να μην ήξερε τι κοίταζε. Η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι· και το έδειξε και της Μαρίκας πάλι και στάθηκαν και οι τρεις και το κοίταζαν. Αλλά σε λίγο ακούστηκε στο διάδρομο το βήμα της κυρίας Αγλαΐας, και ο παπαγάλος πρώτος μαζεύτηκε και ζάρωσε στην άκρη στο παράθυρο. Έπειτα σύρθηκε πίσω και η γιαγιά όταν την είδε δεν την περίμενε να σηκωθεί και είχε φορέσει τις παντούφλες. Περίμενε όσο που η κυρία Αγλαΐα πήγε και στάθηκε μπροστά στις γλάστρες της, και τότε έφυγε κλεφτά από την κάμαρα η γιαγιά. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε από τις γλάστρες της στην εταζέρα, έπειτα στο μπουφέ. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία, και η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι. Η κυρία Αγλαΐα το κοίταξε. Έπειτα, όταν κάθισε, το ξανακοίταξε, αλλά δεν είπε γνώμη. Θυμήθηκε μόνο την τουαλέτα της Φιφίκας. - Άμα θυμούμαι τα κίτρινα φτερά! είπε και γέλασε. Ύστερα ρώτησε για το ταξίδι της Φιφίκας. - Τι κωμωδία! είπε και ξαναγέλασε. Η Ευανθία την κοίταξε και δε μιλούσε. Μα όταν η κυρία Αγλαΐα τη ρώτησε: - Μα δε σου είπε ποιόν θα πάρει; το λοχαγό ή το νομάρχη; - Πιστεύω, το λοχαγό, απάντησε η Ευανθία κ’ έκαμε να γελάσει. Μα η κυρία Αγλαΐα δε γέλασε. - Βέβαια, ένας νομάρχης, είπε με τόνο σοβαρό. Δεν τελείωσε· εξήγησε μονάχα τι είναι ένας νομάρχης. Και διηγήθηκε όπως πάντα για τη νομαρχία. Μα ούτε η Μαρίκα ούτε η Ευανθία πρόσεχαν πολύ. Η Ευανθία δεν έδειξε πολλή διάθεση ούτε όταν ύστερα η κυρία Αγλαΐα ξαναπήρε το φιγουρίνι και κοίταζε το φόρεμα που της έδειξε πρωτύτερα. - Ναι, ναι, ψιθύριζε μόνο ή κουνούσε το κεφάλι σ’ ό,τι της έλεγε γι’ αυτό η κυρία Αγλαΐα. Σα να είχε αλλού το νου, σα να έγινε με μιας ανήσυχη. Η Μαρίκα την πρόσεξε που πήγε στο παράθυρο, που βγήκε έξω και ξαναγύρισε και ξαναβγήκε. Και μια στιγμή που έπιασε τα μάτια της που κοίταζαν στην πόρτα, γύρισε και την κοίταζε κι αυτή σα να μην ήθελε να κρύψει γιατί την κοίταζε. [Επεξεργασία] ΧΧΙΙΙ Ευανθία περίμενα άδικα· ο Στέφανος δεν πήγε. Ξεκίνησε να πάει, αλλά σταμάτησε στο δρόμο· μπροστά στη θάλασσα. Η μέρα πήρε προς το βράδυ και ξεθόλωνε, και η θάλασσα είχε γίνει κίτρινη στο μάκρος· μπροστά όμως έμενε σταχτιά, σταχτιά και μελαγχολική. Μερικά καΐκια αραγμένα με τα πανιά ριχτά φάνηκαν του Στέφανου σαν ξεχασμένα, πεταγμένα έρημα εκεί κ’ έκαναν το ακρογιάλι πιο σκοτεινό και θλιβερό. Έφυγε κείθε, μα στην πλατεία απάντησε το φίλο του ποιητή πιο θλιβερό. Δεν πρόσεξε τι του μιλούσε, πρόσεξε μόνο τα πανταλόνια του που κρέμονταν· και θυμήθηκε το αστείο της Ευανθίας, αλλά δε γέλασε. Έξαφνα είδε την κυρία Κατίγκω που περνούσε μαζί με τη Φιφίκα. Άφησε κείνον και πλησίασε αυτές. Μα η κυρία Κατίγκω μίλησε αμέσως για την Ευανθία, και η Φιφίκα ρώτησε: - Τι κάνει αλήθεια η Ευανθία; Ο Στέφανος την κοίταξε. Μόλις κρατήθηκε και δεν τη ρώτησε: τι κάνει ο λοχαγός. Ξαφνικά όμως μίλησε για τον κύριο νομάρχη. Και τις άφησε και κείνες και προχώρησε. Μα όταν πλησίασε στο σπίτι της Μαρίκας, ξανασταμάτησε σα να θυμήθηκε κάτι έξαφνα. Το σπίτι το έκρυβαν σχεδόν τα πεύκα, φαινόταν μόνο η σιδερένια πόρτα της αυλής. Στάθηκε και την κοίταζε, μα δεν πλησίασε. Προχώρησε στο δρόμο· και σε λίγο βρέθηκε πάλι μπροστά στη θάλασσα. Ήταν ακόμα σκοτεινή, το μάκρος όμως έφεγγε τώρα χρυσοκόκκινο, και ο ουρανός στην άκρη πέρα είχε βαφεί ολοπόρφυρος. Ο Στέφανος κάθισε. Βράδιαζε πάντα, και βάρκες ψαράδικες έφταναν μια μια και άραζαν στο γιαλό και κατέβαζαν τα πανιά. Ο Στέφανος κοίταζε ακίνητος. Λίγοι περίεργοι και παιδιά τριγύριζαν τις κόφες που οι ψαράδες αράδιασαν στην αμμουδιά. Έπειτα σκόρπισαν τα παιδιά· δυο τρία ήρθαν και στάθηκαν μπροστά του και τον κοίταζαν, ύστερα έκαμαν πέρα και πετούσαν πέτρες στο νερό. Έπειτα πέρασε μπροστά του μια ολόκληρη σειρά γυναίκες· οι ψαράδες γύρισαν και τις κοίταζαν καθώς πηγαίναν στη γραμμή δυο δυο, σα στρατιώτες. - Έρχονται από το βουνό· σπάζουνε πέτρες στα νταμάρια, είπε από πίσω το παιδί του καφενείου χωρίς κανείς να το ρωτήσει. Ο Στέφανος είδε που πέρασαν μπροστά του και του φάνηκε πως πρόσεξε τις τελευταίες: φορούσαν κίτρινα μαντίλια και χοντρά άσχημα παπούτσια. Έπειτα πέρασε ένας αξιωματικός καβάλα· ήταν καμπουριασμένος και φαίνονταν τα δόντια του, όμως δεν ήταν ο λοχαγός της Πρίφτη. Ο Στέφανος τον είδε πως σπιρούνισε μπροστά του το άλογο και χάθηκε. Είχαν χαθεί και τα παιδιά, και οι ψαράδες σήκωσαν τις κόφες τους. Έμεινε μπρος η θάλασσα μονάχα και τα σύννεφα, και ο Στέφανος ξεχάστηκε πάλι μπροστά στα σύννεφα. Πυκνά, γαλαζιομέλανα άπλωναν γύρω στην κοκκινάδα του ουρανού σε αόριστες μορφές και σχήματα, και άλλαζαν, έφευγαν και χάνονταν σαν τους ψαράδες, τα παιδιά και τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα και χάθηκαν. Ο Στέφανος ξεχάστηκε, σα να μην ήθελε να δει· και όμως είδε κει ψηλά πώς ένα σύννεφο αραίωνε αγάλι αγάλι κ’ έπαιρνε μορφή· άλλαζε χρώμα, σχήμα, γινότανε σταχτί έπειτα βιολέτινο, έπειτα μενεξεδένιο, γινότανε πουλί μεγάλο με απλωτά φτερούγια έπειτα έμενε ακίνητο σαν ήσυχο ροδόχρυσο βουνάκι στην ακρογιαλιά, όσο που έγινε πάλι μακρύ καράβι και κίνησε ν’ ανοίξει τα πανιά, να φύγει και να χαθεί μέσα στην κοκκινάδα σα μέσα σε πυρωμένο πέλαγο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια· δεν ήθελε να δει. Δεν ήθελε να δει, όπως δεν ήθελε να θυμηθεί. Και θυμήθηκε τις τελευταίες από τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα μπροστά του· θυμήθηκε πως ήταν νέες και πως φορούσαν άσχημα χοντρά παπούτσια. Έπειτα όμως θυμήθηκε με μιας ό, τι δεν ήθελε να θυμηθεί, ό, τι θυμήθηκε πρωτύτερα όταν σταμάτησε απέναντι στην πόρτα με την ξερή γαζία μπροστά. Είχε συρθεί ως εκεί σα να μην ένιωθε πώς σύρθηκε. Μα όταν είδε ξαφνικά την πόρτα θυμήθηκε με μιας κ’ έφυγε αμέσως, όπως έφυγε αμέσως και το μεσημέρι από το σπίτι, που μόλις μπήκε μέσα, τον πλησίασε σιγά η κυρία Κατίγκω και πιάνοντας τον ώμο του: - Την κράτησε η γιαγιά, του είπε μελαγχολικά. Ο Στέφανος έκαμε αμέσως κίνημα. Έπειτα του είπε πάλι σιγαλά η κυρία Κατίγκω: - Είδες πώς ήταν σήμερα η Μαρίκα; Ο Στέφανος μ’ ένα άλλο κίνημα την κάρφωσε στη θέση της. Τον ένιωσε και σώπασε. Σώπασε φοβισμένη και ο Στέφανος έφυγε ευθύς. Μα έπειτα που την ξαναβρήκε στην πλατεία με τη Φιφίκα, η πρώτη λέξη της ήταν η ίδια πάλι. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως είπε της Φιφίκας για τον κύριο νομάρχη, και τώρα του φάνηκε σα να μετάνιωσε γιατί το είπε. Δεν του άρεσε· δεν ήθελε να μετανιώσει - δεν ήθελε να θυμηθεί. Κοίταξε μπρος του. Του είχε φανεί πως ξαναήρθαν εκεί πάλι τα παιδιά. Δεν ήταν τα παιδιά, ήταν στη διπλανή ταβέρνα που ψιθύριζαν σιγαλές φωνές. Έπειτα ήρθαν δυο ψαράδες και στάθηκαν κοντά του ορθοί κ’ έβλεπαν πέρα· η θάλασσα ήταν τώρα κίτρινη βαθιά, μα ο ουρανός στο βάθος έμενε πάντα πορφυρός σαν πύρινος, σα ματωμένος. - Θα έχομε αέρα, του είπε σιγά απλώνοντας το χέρι πέρα ο ένας ψαράς. Ο άλλος δε μίλησε, μα ο Στέφανος είδε πως πήγαν και οι δυο κ’ έσερναν τις βάρκες τους στην αμμουδιά. Τους κοίταζε· κ’ έπειτα κοίταξε πάλι τα σύννεφα. Είχαν αρχίσει και άλλα σκόρπιζαν ψηλά, άλλα έλειωναν πνιγμένα στο φλογισμένο βάθος. Μα έξαφνα ένα από αυτά, ένα πυκνό, βαρύ, μεγάλο πριν να σβήσει πήρε παράξενη μορφή σαν άλογο, σαν άτι μαύρο που χίμιζε με το κορμί του ορθό στην πορφυρή, στην αιματένια θάλασσα. Ο Στέφανος σηκώθηκε· μα πριν στρίψει και ν’ αφήσει πίσω του τη θάλασσα, το ματωμένο βάθος του ουρανού είχε αχνίσει· έγινε κίτρινο και κείνο σαν τη θάλασσα. Σιγά σιγά έπειτα από λίγο μονάχα μια θολή ωχροκίτρινη χλωμάδα έτρεμε ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. Και ο Στέφανος καθώς της έριξε στερνή ματιά ενώ γύριζε στην πόλη, αισθάνθηκε πως ανατρίχιασε. Το βράδυ βρήκε πάλι την κυρία Κατίγκω μελαγχολική. - Δεν την άφησε πάλι η νονά, του είπε και τον κοίταξε. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Δεν πήγες; τον ρώτησε ύστερα από λίγο. - Σε περίμενε, ξαναψιθύρισε, μα αμέσως πρόσθεσε: - Η Μαρίκα. Τον είδε όμως που γύρισε τα μάτια αλλού, και σώπασε κι αυτή. Μα υστερότερα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Αλήθεια, Στέφανε, είπε ξανά, τι ήταν εκείνο που είπες της Φιφίκας; Και ο Στέφανος γυρίζοντας σα να θυμήθηκε: - Τι είπα; ρώτησε. - Για το νομάρχη. - Α ναι, για το νομάρχη. Και ο Στέφανος την κοίταξε: - Αστεία --- αστεία. Μα έπειτα γέλασε έξαφνα, γέλασε περίεργα. Και πλησιάζοντας την κυρία Κατίγκω: - Γι’ άκου, μητέρα, της είπε σιγαλά, τι λες, ο κύριος νομάρχης δε θα ήτανε καλός για τη …. ; Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω άνοιξε τα μάτια και περίμενε: - … την Ευανθία, συμπλήρωσε με μιάς ο Στέφανος. Η κυρία Κατίγκω έμεινε με ανοιχτά τα μάτια. Έμεινε μια στιγμή, έπειτα βγήκε άφωνη έξω. Ο στέφανος την κοίτ
Ο Ροΐδης γεννήθηκε στη Σύρο το 1836 αλλά μεγάλωσε στη Γένοβα ακολουθώντας στις μετακινήσεις του τον έμπορο πατέρα του. Σπούδασε φιλοσοφία στη Γερμανία και μετά το τέλος των σπουδών του εγκαθίσταται στην Αθήνα. Εξακολουθεί να ασχολείται με τις οικογενειακές επιχειρήσεις αλλά τον κερδίζει το γράψιμο και η δημοσιογραφία. Άσκησε μέσα από τις στήλες του έντονη κριτική σε όλο το φάσμα της πολιτικής , κοινωνικής και πνευματικής ζωής της πατρίδας μας του 19ου αιώνα , με ένα λόγο καυστικό, πνευματώδη, σατυρικό γεμάτο χιούμορ και σαρκασμό. Το ύφος του ήταν πρωτότυπο ξεχωριστό και ο ίδιος ξεχωριστός. Τρομερός αφηγητής, έγραφε σε μια ιδιαίτερη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα δουλεμένη και εξυψωμένη σε ένα γλωσσικό εργαλείο γεμάτο δύναμη και λεπτές αποχρώσεις ενώ με τον λόγο του, τις απόψεις του, τις στήλες του ήταν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της επικράτησης της δημοτικής σαν επίσημης γλώσσας. Το 1866 εκδίδει το μυθιστόρημα του "Πάπισσα Ιωάννα" που τον κάνει γνωστό παγκόσμια και τον κατατάσσει στους σημαντικότερους Έλληνες πεζογράφους. Το έργο είναι μια σάτιρα της καθολικής εκκλησίας του μεσαίωνα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, χαρίζοντας φήμη στον Ροίδη αλλά και έγινε αιτία αφορισμού του από την ελληνική εκκλησία, κάτι που μάλλον αύξησε το ενδιαφέρον του κοινού. Ο Ροΐδης πνεύμα ασυμβίβαστο και σπινθηροβόλο κατάφερε με το μοναδικό του ύφος να καθιερωθεί στα ελληνικά γράμματα και να αποτελέσει τον προάγγελο των μεγάλων έργων της ελληνικής πεζογραφίας του 20ου αιώνα Το 1875 ίδρυσε την δική του πολιτική εφημερίδα με τον τίτλο "Ασμοδαίος", που με σατυρικό πάντα ύφος δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Διετέλεσε και έφορος στην Εθνική μας βιβλιοθήκη για ένα διάστημα. Πέθανε το 1904. Έργα του: Πάπισσα Ιωάννα Ιστορία ενός σκύλου Ιστορία μιας γάτας Ιστορία ενός αλόγου Ψυχολογία Συριανού συζύγου Η μηλιά Το παράπονο ενός νεκροθάπτου ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΙΔΗΣ
Κωνσταντίνος Χατζόπουλος Φθινόπωρο διήγημα, 1917 Η γιαγιά ήταν ορθή στη σκάλα όταν χτύπησε το κουδούνι της αυλόπορτας. - Είναι η κυρία Κατίγκω, είπε μέσα η υπηρέτρια. Η κυρία Αγλαΐα, που ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, έκαμε κίνημα και ψιθύρισε: - Έλα, τελείωνε γρήγορα. Η υπηρέτρια γύρισε και την κοίταξε: ξαπλωμένη πάντα έβλεπε προς το παράθυρο. - Ήρθε η Ευανθία; ακούστηκε από κάτω η φωνή της κυρίας Κατίγκως. - Έλα απάνω, είπε η γιαγιά. - Έλα απάνω, φώναξε κι ο παπαγάλος που λιαζόταν στο μπαλκόνι. Η κυρία Κατίγκω προχώρησε ένα βήμα και ξαναρώτησε: - Ήρθε αλήθεια; Στο παράθυρο παρουσιάστηκε η λευκή όψη του παππού σαν προσωπίδα κρεμασμένη πίσω από το τζάμι με τα μάτια ασάλευτα. Η κυρία Κατίγκω που είχε κάμει άλλο ένα βήμα προς τη σκάλα, σταμάτησε και γύρισε γοργά το πρόσωπο. - Έλα απάνω, ξαναμίλησε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξαναπροχώρησε· η όψη του παππού παρουσιάστηκε στο άλλο παράθυρο. Η κυρία Κατίγκω έπιασε το κλαδί μιας ροδοδάφνης που ήταν εμπρός στη σκάλα· όπως το έπιασε το μάδησε. Μέσα η κυρία Αγλαΐα άκουσε τις παντούφλες της γιαγιάς που σύρθηκαν. - Ποιος είναι μέσα; ρώτησε η κυρία Κατίγκω. Η γιαγιά είχε κατεβεί τη μισή σκάλα. - Ποιος είναι μέσα; είπε σιγότερα η κυρία Κατίγκω και κοκκίνισε. Είχε ανεβεί κι αυτή δυο σκαλοπάτια. - Τι στέκεσαι; είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξανακοκκίνισε. Τα μάτια του παππού σα να τρυπούσαν πίσω της το τζάμι. Πήδησε τα σκαλιά, έδωσε το χέρι της γιαγιάς και ανέβηκαν μαζί τη σκάλα. Η υπηρέτρια έτρεξε στην πόρτα. - Μέσα η κυρία ησύχασε, είπε φωναχτά. Η κυρία Κατίγκω γύρισε στη γιαγιά. Η γιαγιά δεν της άφησε το χέρι. - Έλα, έλα, είπε και την έσυρε κοντά της μέσα. Πέρασαν στην τραπεζαρία. Η Ευανθία έτρεξε στην πόρτα, και η κυρία Κατίγκω την άρπαξε στην αγκαλιά: - Να σε χαρώ! - Δες την πως έγινε, είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω έκλαιε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο. - Η μητέρα σου, είπε σιγά κι άφησε το κέντημά της στο κάθισμα. Έπειτα σηκώθηκε και ήρθε κ’ έδωσε το χέρι στην κυρία Κατίγκω: - Μαμά, καλημέρα. Η κυρία Κατίγκω τη φίλησε. Ο Στέφανος δεν κινήθηκε από το παράθυρο, όπου ήταν καθισμένος. - Πώς έγινε! ξαναείπε η γιαγιά. Ο Στέφανος της ένεψε: - Έλα γιαγιά. Κ’ έδειξε ένα κάθισμα κοντά του. Η κυρία Κατίγκω ξαναγκάλιασε την Ευανθία. - Χρυσή μου! Η Ευανθία έσκυψε στο στήθος της. - Με θυμόσουνα ποτέ;… Έτσι σας έσφιγγα --- Και η κυρία Κατίγκω χάδευε τα μαλλιά της Ευανθίας κ’ εξακολούθησε να κλαίει: - Τις δυο. Και δείχνοντας το Στέφανο: - Και κείνος κοίταζε. - Μητέρα, έλα τώρα, ένεψε με το χέρι ο Στέφανος· μα η γιαγιά ήρθε κοντά του. - Άσ’ την , του ψιθύρισε. Η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι, και η ματιά της απαντήθηκε με τη ματιά του Στέφανου. Η Μαρίκα ήρθε και κάθισε κοντά του και ξαναέπιασε το κέντημα. Ένα φύσημα φούσκωσε την κουρτίνα στο παράθυρο. Η Μαρίκα έβηξε ελαφρά. - Να κλείσω; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, ένεψε η Μαρίκα. Η γιαγιά έκαμε να έρθει κοντά της. - Μα γιαγιά! τη σταμάτησε η Μαρίκα, και η γιαγιά τέντωσε το αφτί· πάλι με τις παντούφλες! δε μου το έταξες; - Καλά, καλά, ψιθύρισε η γιαγιά. Η Ευανθία ξανακοίταξε, κι ο Στέφανος γύρισε προς το παράθυρο. - Έλα γιαγιά, είπε έπειτα· μα η γιαγιά πήγε στην Ευανθία. Έξω, εμπρός στο παράθυρο μια λεύκα σιγοκινούσε τα φύλλα της κοκκινισμένα. Τα πεύκα πλάι ίσκιωναν την αυλή βαριά. Η βρύση τριγυρισμένη από κισσό, έσταζε αργά στην πέτρινη λεκάνη, όπου βουτούσανε δυο πάπιες. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έριξε κάτω μια ματιά. Έπειτα κοίταξε πάλι τον ουρανό, όπου ο ήλιος πολεμούσε ν’ ανοίξει δρόμο μέσα σε σύννεφα σταχτιά, που ξέκοβαν και σκόρπιζαν κουρελιασμένα από την κορυφή του αντικρινού ορθόβραχου βουνού. Καθώς ο Στέφανος ακούμπησε το χέρι στο τζαμόφυλλο και τι κίνησε, ο ήλιος χτύπησε στο τζάμι· η αντιφεγγιά έπεσε στην όψη της Μαρίκας κ’ έπαιξε και απλώθηκε στο πάτωμα. Η Μαρίκα έκλεισε τα μάτια. - Στέφανε! φώναξε η κυρία Κατίγκω. - Γείρε το, ψιθύρισε η Μαρίκα. Καθώς έστρεψε πάλι ο Στέφανος, το τζάμι ξανακινήθηκε και ο Στέφανος μόλις πρόφτασε να δη που έσβηνε η αντηλιά στα πόδια της Ευανθίας. - Τι; ρώτησε. - Το τζάμι. Ο Στέφανος έκαμε να το κλείσει. - Ξεχασμένος είσαι, είπε η Μαρίκα· τι έβλεπες; Ο Στέφανος δεν της απάντησε· την κοίταξε σα να μην είχε ακούσει. Η Ευανθία και η κυρία Κατίγκω απέναντι μιλούσαν τώρα και γελούσαν. Η Μαρίκα κεντούσε σιωπηλή. - Στέφανε! γύρισε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε. -Πως θα χαρεί ο πατέρας σου! - Ναι, κι ο παππούς πως χάρηκε! είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε ελαφρά. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, χάρηκε, είπε ξανά η γιαγιά. Η Μαρίκα έσκυψε πάλι στο κέντημα, και η κυρία Κατίγκω ξαναέπιασε το χέρι της Ευανθίας: - Δεν την ξαναφήνομε να φύγει, ε νονά; - Ναι, έκαμε να πει η γιαγιά, μα η Μαρίκα έβηξε και η κυρία Κατίγκω γύρισε κείθε: - Στέφανε, κλείσε! φώναξε. - Μα δε φυσά, μαμά, είπε η Μαρίκα. - Σήκω απ’ αυτού, της φώναξε η γιαγιά. - Έλα κάθισε δω, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία τραβήχτηκε να κάμει θέση στον καναπέ, η Μαρίκα όμως κάθισε στο σκαμνάκι που ήταν εμπρός στα πόδια της κυρίας Κατίγκως. Κάθισε κ’ έσκυψε πάλι στο κέντημα. Και σώπασαν. - Τι κεντάς; τη ρώτησε έπειτα η κυρία Κατίγκω. - Μια μάρκα. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε να δη. - Ωραία είναι, είπε· αλλά όπως σήκωσε πάλι τα μάτια, φώναξε έξαφνα: - Μα Στέφανε! Ο Στέφανος γύρισε· η γιαγιά που είχε σηκωθεί σταμάτησε στην πόρτα. - Καπνίζεις---; Κλείσε! ξαναφώναξε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος την κοίταξε άλλη μια στιγμή· έπειτα πέταξε το τσιγάρο κ’ έκλεισε το τζάμι. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα. - Φυσά λιγάκι, ο καιρός κρύωσε, είπε η Ευανθία. - Θα είχατε αέρα στο βαπόρι, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, που είχε στρέψει προς το παράθυρο, είδε πως ο Στέφανος είχε τα μάτια απάνω της· και μια στιγμή δεν απάντησε. - Τι, θεία Κατίγκω; είπε ύστερα. Η Μαρίκα την κοίταξε: - Ρώτησε αν είχατε αέρα στο βαπόρι. - Όχι πολύ, είπε η Ευανθία και σώπασε. Η γιαγιά που είχε βγει ήρθε πάλι. - Μαρίκα, μίλησε. Η Μαρίκα κοίταξε. - Σε θέλει μέσα, της ψιθύρισε η γιαγιά. - Η γιαγιά δεν ησυχάζει, είπε η Ευανθία. - Τι; τέντωσε τ’ αφτί η γιαγιά. - Σήμερα μαγείρεψες μονάχη, είπε δυνατότερα η Ευανθία. - Ναι, μαγείρεψα, είπε η γιαγιά κ’ έμεινε κοιτάζοντας την πόρτα που η Μαρίκα έφυγε - - Ήσουν μέσα; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα ξαπλωμένη πάντα στον καναπέ. Η Μαρίκα στάθηκε ορθή μπροστά της. - Ναι, απάντησε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε. Είδε σουφρωμένα τα φρύδια της και πρόσεξε πως στα μάγουλά της πάλευαν να σβήσουν τα ελαφρά κοκκινωπά τους στίγματα. Την κοίταξε μια στιγμή κ’ έπειτα: - Ποιος άλλος είναι; ρώτησε. - Ο Στέφανος, απάντησε η Μαρίκα. - Άλλος, ρωτώ. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια. - Το ξέρεις, είπε. - Ναι, όμως πρόσεξε μη μου τη φέρουν μέσα. Η Μαρίκα την ξανακοίταξε. Έπειτα αφού κοίταξε κάτω άλλη μια στιγμή, έκαμε ένα βήμα προς τον καναπέ, σαν αρπαγμένη από έξαφνο αίσθημα. - Γιατί όλα αυτά, μαμά; γιατί; δοκίμασε να πει, ένα όμως νεύμα της κυρίας Αγλαΐας τη σταμάτησε. Έμεινε ορθή και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα χωρίς να κινηθεί: - Πήγαινε και πρόσεξε μη μου τη φέρουν· αυτό σε ήθελα, ψιθύρισε και γύρισε τα μάτια αλλού. Η Μαρίκα ήρθε πάλι στην τραπεζαρία. Η κυρία Κατίγκω και η γιαγιά σκυφτές, μιλούσαν ψιθυριστά χείλη με χείλη. Ο Στέφανος είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε, η Ευανθία στεκόταν κοντά στο ξανανοιγμένο παράθυρο. Μια αντηλιά έπαιζε τριγύρω στα μαλλιά της. Η Μαρίκα σταμάτησε στην πόρτα. Χωρίς να θέλει γύρισε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της κονσόλας. Τα κόκκινα στίγματα είχαν απλωθεί από τα μήλα σ’ όλο το μάγουλο· στα άχρωμα χείλη της είδε λευκότερα σημάδια, σα να τα δάγκασε. Ο Στέφανος φύσηξε τον καπνό προς το παράθυρο έξω. Η Ευανθία τον κοίταξε. Πίσω της σάλευε τα φύλλα η λεύκα, στον ουρανό άπλωναν τα σύννεφα σα μαδημένα. Ο στέφανος ξανακάπνισε, η Ευανθία τον πλησίασε και είπε: - Και συ κοίταζες. Ο Στέφανος δε μίλησε. Ξαναφύσηξε τον καπνό, κι ο καπνός σκόρπισε ωχρογάλανος γύρω στο πρόσωπο της Ευανθίας· έπειτα χρωματίστηκε μενεξεδένιος κ’ έσβησε σταχτοκίτρινος, πρασινωπός. Η Μαρίκα έκαμε να ξανακαθίσει στο σκαμνάκι. - Ναι, ναι, νονά, είπε η κυρία Κατίγκω, σα να έκλεινε την ομιλία. Η γιαγιά είδε τη Μαρίκα. - Τι ήθελε; τη ρώτησε. - Τίποτε, είπε η Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε χωρίς να θέλει. - Μα, γιαγιά, πήγαινε ντύσου· θα έρθει έξαφνα κανένας, είπε σιγά η Μαρίκα. - Μαρίκα! φώναξε την ίδια ώρα η Ευανθία από το παράθυρο. Η Μαρίκα πήγε. - Για δες· δεν έχει αλλάξει κάτι εδώ; - Το σπίτι εκεί· χτίστηκε τώρα, είπε η Μαρίκα. - Α, ναι, φαινόταν ο γιαλός. - Και η εκκλησίτσα. - Με τα δυο πευκάκια. - Και τα κυπαρίσσια, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία σώπασε. Και η Μαρίκα, ενώ ο Στέφανος την κοίταζε: - Θα πάμε να την ανοίξομε. Ε, δε θα την ανοίξομε, γιαγιά; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Την εκκλησίτσα. Μα η Μάρθα στάθηκε μπρος στο παράθυρο, και η κυρία Κατίγκω φώναξε: - Μα, Στέφανε! Η γιαγιά άπλωσε τα χέρια. Ο Στέφανος σηκώθηκε, η Μαρίκα όμως τον κράτησε. Και η Ευανθία, τραβώντας τη κοντά της: - Μαρίκα, φώναξε, θυμάσαι τη γριά με τις κατσίκες; Η Μαρίκα δε μίλησε. Ο Στέφανος έκλεισε πίσω το παράθυρο. - Και το βράχο στο ακρογιάλι; - Που ανέβαινες και φώναζες, είπε η Μαρίκα. - Και βούιζε η θάλασσα. - Η σπηλιά βούιζε. - Ναι, η σπηλιά. - Και τη φοβόσουν. - Τη γριά φοβόμουνα με τις κατσίκες, είπε η Ευανθία, και ο Στέφανος που ήρθε κοντά, ψιθύρισε: - Που δε σαλεύαν. - Ναι, δε σαλεύανε και τους πετούσα πέτρες για να σαλέψουν· και τότε έβγαινε η γριά και μου έδειχνε τα γούλια της με το μακρύ δόντι που έφτανε ως κάτω απ’ το πηγούνι. Μια μέρα με κυνήγησε, κ’ έτρεξα σπίτι -- - Ξυπόλυτη; είπε η Μαρίκα. - Ναι, κ’ η μαμά σου μ’ έδειρε. Η Μαρίκα σα να κοκκίνισε, και η Ευανθία καθώς την κοίταζε η γιαγιά, φώναξε: - Γιαγιά, θυμάσαι; - Τι; ρώτησε η γιαγιά. - Που μ’ έδειρες. - Τρελή, είπε η γιαγιά, και η Ευανθία γυρνώντας στην κυρία Κατίγκω: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. - Θεία Κατίγκω, ξαναφώναξε η Ευανθία, θυμάσαι που μ’ έδερνε η γιαγιά; - Τρελή, ψιθύρισε πάλι η γιαγιά κ’ έκαμε να τη χαδέψει καθώς ήρθε και στάθηκε μπροστά της. - Πώς της πηγαίνουνε τα πράσινα! είπε η κυρία Κατίγκω σιγά στο Στέφανο, που είχε έρθει και κάθισε στο πλάι της. - Ναι, της πηγαίνουν, είπε η Μαρίκα που στεκόταν από πίσω ορθή· και κοίταξε το Στέφανο. Μα όταν ο Στέφανος πήγε κοντά της και την είδε πως ήταν ανήσυχη: - Με κάνει νευρική, του είπε καθώς της έπιασε το χέρι. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η γιαγιά. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Που κάθεται με τις παντούφλες, είπε ξανά η Μαρίκα. Ο Στέφανος την έπιασε από τη μέση και βημάτισαν μαζί στην κάμαρα. Η Ευανθία στεκόταν στο παράθυρο με τη γιαγιά· ο Στέφανος είδε πως η κυρία Κατίγκω την κοίταζε σαν ξεχασμένη. - Στενοχωρήθηκες· θες να καπνίσεις; του είπε η Μαρίκα που πρόσεξε πως είχε ξεχαστεί κι αυτός. - Όχι, απάντησε ο Στέφανος και της ξαναέπιασε τη μέση. Περπάτησαν πάλι, όμως δίχως να μιλήσουν. Εκεί είδαν την Ευανθία που πήγε πάλι στην κυρία Κατίγκω, και ο Στέφανος πρόσεξε πως τον κοίταζαν και οι δυο, η κυρία Κατίγκω σα λησμονημένη πάντα. Έπειτα άκουσαν πως κάτι ψιθύρισε η γιαγιά· και γύρισαν. - Ναι, ναι, είπε η γιαγιά, σα να μιλούσε μόνη της· και στάθηκαν και την κοίταζαν. Μα η Ευανθία πετάχτηκε έξαφνα κ’ έπιασε από τη μέση τη γιαγιά: - Να σε χορέψω; - Τρελή! είπε και την έσπρωξε η γιαγιά, και η Ευανθία στάθηκε κ’ έβλεπε γελώντας τη Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, μα ο Στέφανος σα να μην πρόσεχε. ΄Επειτα στρέφοντας προς τη γιαγιά: - Αλλά, γιαγιά, έκαμε να πει, μα ο Στέφανος την τράβηξε προς το παράθυρο. Στάθηκαν και κοιτάζαν έξω. Η Ευανθία πήρε τη γιαγιά και κάθισαν στο πλάι της κυρίας Κατίγκως, η Ευανθία στο σκαμνάκι εμπρός στα πόδια της. Ο Στέφανος και η Μαρίκα γυρίζοντας την είδαν που έπιασε το χέρι της: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε, σα να ξυπνούσε, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! - Τι παιδί μου; - Τραγούδησέ μας. - Μα Ευανθία, είπε η Μαρίκα από αντικρύ, όμως η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω την έβλεπε σα να μην ένιωθε, η Ευανθία ψιθύρισε: - Στη φυσαρμόνικα, ένα τραγούδι. - Μα Ευανθία, είπε πάλι η Μαρίκα· η Ευανθία όμως έφερε τη φυσαρμόνικα και παρακάλεσε ξανά; - Θεία Κατίγκω! - Όχι χρυσή μου, δεν μπορώ, δοκίμασε να πη η κυρία Κατίγκω, μα η Ευανθία ξαναπαρακάλεσε: - Θεία Κατίγκω! Και η γιαγιά που έβλεπε την Ευανθία, είπε κι αυτή: - Έλα Κατίγκω. Η Μαρίκα κοίταξε τη γιαγιά κ’ έπειτα το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος ψιθύρισε: - Έλα, μητέρα. Η Μαρίκα έκαμε κίνημα,. αλλά η κυρία Κατίγκω είχε πάρει τη φυσαρμόνικα. - Δεν μπορώ, ξαναείπε σιγαλά. Ανέβασε όμως το βέλο της πιο απάνω και φάνηκε αποκάτω μελαψό, αφτιασίδωτο το μέτωπο. Η Μαρίκα γύρισε τα μάτια αλλού, ενώ η κυρία Κατίγκω έφερνε τα δάχτυλα στα κόκκαλα της φυσαρμόνικας. Τα κίνησε σ’ αυτά, σα να δοκίμαζε. Αλλά σταμάτησε μεμιάς· σταμάτησε και κοίταζε μπροστά της. - Σα φύλλο, της είπε η Ευανθία σιγά, καθώς σταμάτησε. Μα η κυρία Κατίγκω την κοίταξε μονάχα, σα να μην άκουσε. Έπειτα έριξε τα μάτια της πάλι μπροστά, ίσια στο Στέφανο, και βλέποντας χαμένα εκεί έπαιξε και τραγούδησε: Τα μάτια σου κλαίνε, Λενίτσα Λενιώ…. τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Ο Στέφανος έκαμε κίνημα, αλλά η κυρία Κατίγκω εξακολούθησε: Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά, αχ άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. Η φωνή της κυρίας Κατίγκως έτρεμε· τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Ο Στέφανος της άρπαξε τη φυσαρμόνικα. Η Μαρίκα είχε γυρίσει και κοίταζε την Ευανθία, η κυρία Κατίγκω σκέπασε τα μάτια με τα χέρια. - Κατίγκω! Κατίγκω! είπε η γιαγιά. - Το ξέρατε, ψιθύρισε η Μαρίκα. Η γιαγιά της έριξε μια άφωνη ματιά. - Αχ ναι, είπε σιγά έπειτα κ’ έφυγε συρτά…. Έξω πύκνωσαν και χαμήλωσαν τα σύννεφα και η κάμαρα σκοτείνιασε. - Θα βρέξει, είπε η Ευανθία ορθή εμπρός στο παράθυρο. Η Μαρίκα την κοίταξε. Από κάτω ακούστηκαν οι πάπιες που χτυπούσαν τα φτερά τους, και η Ευανθία έσκυψε στο τζάμι. Η κυρία Κατίγκω κατέβασε πάλι το βέλο της. - Στέφανε, θα μείνεις; είπε και σηκώθηκε. - Να έρθω μαζί; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα γύρισε και τον κοίταξε. - Όχι, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θεία Κατίγκω, φεύγεις κιόλα; φώναξε η Ευανθία που γύρισε από το παράθυρο και την είδε που έσιαζε στον καθρέφτη το καπέλο της. - Μαμά, μείνε λιγάκι, είπε και η Μαρίκα. - Πρέπει να πάω, απάντησε η κυρία Κατίγκω· θα έρθω άλλη μέρα, γύρισε στην Ευανθία που την πλησίασε. - Αν δεν έρθεις πριν εσύ, είπε σιγαλότερα και ακούμπησε το χέρι απάνω της. Η Ευανθία την κοίταξε. - Περιμένεις μια στιγμή; τη ρώτησε γοργά και πήδησε στην πόρτα. Η κυρία Κατίγκω έκαμε να στρέψει πάλι μέσα, μα καθώς έστρεψε, κινήθηκε στο πλάι η άλλη πόρτα και μέσα από το άνοιγμα είδε δυο μάτια καρφωμένα απάνω της. Μια στιγμή σα να καρφώθηκε κι αυτή στη θέση της. Μα αμέσως, χωρίς να το αισθανθεί: - Στέφανε! έβγαλε φωνή. - Πάμε! του ξαναφώναξε, όπως έστρεψε ο Στέφανος και κοίταξε. - Αλλά… δεν είπες; θέλησε να ψιθυρίσει ο Στέφανος. - Όχι, όχι, πάμε, ένεψε γοργά η κυρία Κατίγκω κ’ έφυγε. Καθώς περνούσε στο διάδρομο, η πόρτα της κυρίας Αγλαΐας έκλεισε δυνατά μπροστά της, σαν επίτηδες. Και η υπηρέτρια ορθή έξω από την πόρτα εκεί, την κοίταζε… Η Μαρίκα συνόδεψε το Στέφανο στο διάδρομο. Η Ευανθία ήρθε τρεχάτη μ’ ένα δεματάκι. - Έφυγαν; είπε ρίχνοντας ματιά στην άδεια κάμαρα. Η Μαρίκα την κοίταξε μονάχα· και στρέφοντας και πάλι μέσα είδε στην άλλη πόρτα την όψη του παππού σα σφηνωμένη μέσα στο άνοιγμα. Κ’ έμεινε και την κοίταζε. Η κυρία Κατίγκω περίμενε το Στέφανο έξω στο δρόμο. - Μα, μητέρα, τι έπαθες; ρώτησε ο Στέφανος. - Τίποτε, είπε βιαστικά η κυρία Κατίγκω. - Τίποτε, πάμε, ξαναείπε και του έπιασε το χέρι. Άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταλαματιές, και τάχυναν το βήμα. Αραιοί διαβάτες περνούσαν γρήγορα χωρίς να χαιρετήσουν. Μια στιγμή άνοιξε πίσω κάποια σιδερένια πόρτα και ξαναέκλεισε με ορμή, και η κυρία Κατίγκω στριμώχτηκε σφιχτότερα στο Στέφανο. Μια δυνατή πνοή σήκωσε έπειτα σύννεφο τη σκόνη και τους τύλιξε σε λίγο μέσα. Όταν πέρασε, είχαν φτάσει στο ακρογιάλι. Σε μερικά καΐκια αραγμένα εκεί κατεβάζαν τα πανιά· οι γλάροι πετούσαν γύρω τους σε χαμηλά στενά τόξα, και η θάλασσα απλωνόταν ανήσυχα βουβή και σκοτεινή. Η κυρία Κατίγκω σταμάτησε όταν έφτασαν στο σπίτι και ανέβηκαν τη σκάλα. Εκεί έκλεισε την πόρτα, έπιασε το χέρι του Στέφανου και του είπε: - Παιδί μου, Στέφανε… να ζήσεις, άκου: μην ξαναπάς σ’ αυτό το σπίτι. - Αλλά, μητέρα…, έκαμε να πει ο Στέφανος, μα η κυρία Κατίγκω τον σταμάτησε: - Μη, μην ξαναπάς! Και η φωνή της και η ματιά είχαν βαθιά κάτι παρακαλεστικό και τρομαγμένο. Και ο Στέφανος έμεινε μπροστά της άφωνος, ενώ η μπόρα χτυπούσε στα τζάμια με όλη της την πρώτη ορμή. [Επεξεργασία] ΙΙ - Ωραία μέρα, είπε η Ευανθία κοιτάζοντας προς το παράθυρο. Η Μαρίκα έριξε πίσω το κεφάλι και στύλωσε τα μάτια έξω. Ο ήλιος έλαμπε, ο ουρανός έφεγγε. - Βγαίνομε έξω; είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα δε μίλησε, ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα. - Πάμε περίπατο; ξαναείπε η Ευανθία. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Σου αρέσει αλήθεια; είπε σιγά. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα σιγά κι αυτός: - Μα δε σου είπα! Η Μαρίκα ξανακοίταξε μπροστά της κ’ έπειτα γύρισε πάλι: - Όχι, το χρώμα δε μου πάει· είμαι κίτρινη. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Για ξαναφόρα το, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή. - Το κέντημα στη ζώνη δε μου αρέσει, ψιθύρισε έπειτα. - Τότε βγάλε το, της είπε ο Στέφανος. - Βάλε μόνο μια κορδέλα με μια αγράφα, είπε η Ευανθία. Η Μαρίκα κρέμασε τα χέρια και κοίταξε το Στέφανο. - Είμαι κίτρινη, είπε σιγά. - Είσαι ωραία, της είπε ο Στέφανος σιγότερα, ενώ η Ευανθία ξεφύλλιζε ένα φιγουρίνι απάνω στο τραπέζι. Η Μαρίκα έμεινε με τα χέρια κρεμασμένα κάτω· η Ευανθία ήρθε μπροστά της. - Να, σαν αυτή, είπε κ’ έδειξε ένα σχέδιο στο φιγουρίνι. Η Μαρία κοίταξε. - Και τούτη η τάγια εδώ… κάμε την έτσι, είπε η Ευανθία. - Δε μου αρέσει, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα και γύρισε προς το παράθυρο. Ο Στέφανος της έπιασε το χέρι: - Φαίνεσαι κουρασμένη. Η Ευανθία άφησε το φιγουρίνι. Φόρεσε αυτή το επανωφόρι και πήγε στον καθρέφτη. - Εγώ έτσι θα το έκανα, είπε και μάζεψε το ύφασμα στη μέση· πού έχεις μια κορδέλα; Κρατώντας τα χέρια στη μέση κοίταζε στον καθρέφτη. Στο βάθος έβλεπε τη Μαρίκα σκυφτή και τα μάτια του Στέφανου ριγμένα στον καθρέφτη. Της φάνηκε σα να κοκκίνισε, και πήρε τη ματιά από κει. Μισογυρνώντας το κορμί ξανακοίταξε τη μέση της και φώναξε; - Μαρίκα! Η Μαρίκα γύρισε. - Να, δες εδώ… Στην πόρτα παρουσιάστηκε ο άσπρος σκούφος και η σταχτιά ρόμπα του παππού με τα σιρίτια ξεφτισμένα στα μανίκια. Κάτω απ’ το σκούφο γυάλιζαν ανήσυχα τα μάτια του. Η Ευανθία γύρισε κείθε. - Καλημέρα, παππού, φώναξε. Ο παππούς κοίταξε γύρω, σα να ζητούσε κάτι. - Τι είναι παππού; ξαναείπε η Ευανθία. Ο παππούς ήρθε στο τραπέζι, έπειτα πήγε στον κομό. - Γυρεύεις τίποτε; ρώτησε πάλι η Ευανθία. - Τα σπίρτα… μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο, και ο Στέφανος σηκώθηκε. - Πάρε τα δικά μου, παππού, είπε και του έδωσε τα σπίρτα. Ο παππούς ήρθε και στάθηκε μπρος στο παράθυρο. Στάθηκε, κοίταξε έξω μια στιγμή κ’ έπειτα είπε: - Τη νύχτα έβρεξε. - Το απόγευμα, παππού, είπε η Ευανθία. - Τη νύχτα, είπε ξανά ο παππούς. - Τη νύχτα, ναι, οληνύχτα, είπε η Μαρίκα κοιτάζοντας την Ευανθία. Ο παππούς γύρισε και σύρθηκε έξω, και η Ευανθία βλέποντας τη Μαρίκα: - Τη νύχτα, ψιθύρισε σα μηχανικά. Μα έπειτα πιάνοντας τον ώμο της Μαρίκας; - Αλήθεια, δε μου τέλειωσες την ιστορία, είπε σαν ξαφνικά. - Ποια ιστορία; - Που μου άρχισες ψες βράδυ στο παράθυρο, για τ’ άστρα. - Α, ναι, θυμήθηκε η Μαρίκα. Και γυρίζοντας στο Στέφανο: Για τον Ωρίωνα, είπε κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος τινάχτηκε, σα να ξαφνίστηκε. - Έλα, πες τη, ξαναζήτησε η Ευανθία και περίμενε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε η υπηρέτρια που έβγαλε φωνή, και η Ευανθία έτρεξε κει. Ο Στέφανος κοιτάχτηκε με τη Μαρίκα. - Ευανθία! φώναξε γοργά η Μαρίκα. Μα η Ευανθία δε γύρισε. Σταμάτησε στην πόρτα εμπρός στον παππού που έτρεχε κοντά στην υπηρέτρια. - Τα σπίρτα, της ψιθύρισε ο παππούς. - Τα σπίρτα μου τα ξαναπήρε, ψιθύρισε πάλι και στάθηκε και κοίταζε την Ευανθία. - Ευανθία, ξαναφώναξε η Μαρίκα, έλα άκουσε το μύθο. Η Ευανθία γύρισε. Μα σα να ξέχασε: - Τι; ρώτησε. - Για τον Ωρίωνα, είπε η Μαρίκα. Η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο: - Α ναι, ποιος ήταν; Η Μαρίκα σταμάτησε, μα έπειτα: - Ένας που αγάπησε την Άρτεμη, είπε. - Α ναι, κι αυτή; Μα η Μαρίκα δεν απάντησε. Η γιαγιά ήρθε στην πόρτα και πήρε από το χέρι τον παππού. Η Ευανθία στάθηκε και κοίταζε, ενώ ο παπαγάλος φώναζε από το διάδρομο: - Παππού! παππού! Ο Στέφανος πλησίασε στο παράθυρο που ήταν ορθή η Μαρίκα. - Φαίνεσαι κουρασμένη· δεν κοιμήθηκες καλά; τη ρώτησε. - Ω ναι, είπε η Μαρίκα. Σώπασαν λίγες στιγμές. Από κάτω ανέβαινε η υγρασία της νοτισμένης γης. Η μισομαδημένη λεύκα έμενε ακίνητη· μόνο σε μια άκρη ενός κλαδιού σάλευαν δυο καρδερίνες. Στην αντικρινή ταράτσα παρδαλές πλατιές κουβέρτες απλωμένες έμοιαζαν σημαίες που με το κόκκινό τους βάθος έδιναν όψη φαιδρή στην ερημιά του μικρού δρόμου. Ένας φλώρος κρεμασμένος κάπου σε κλουβί σκόρπισε έξαφνα ένα συρτό μονότονο κελάδημα, και οι καρδερίνες απάντησαν μ’ ένα πιο σύντομο ψιθυρητό. Ο Στέφανος έπιασε τον ώμο της Μαρίκας. Μια από τις καρδερίνες πήδησε στο άλλο κλαδί κουνώντας τη λευκοστιγμένη μαύρη ουρά. Τα σταχτοκίτρινα φτερούγια έπαιξαν παρδαλά στον ήλιο, και από το μικρό κεφάλι έσμιξαν λάμψεις κόκκινες σα ρουμπινιού. Ο Στέφανος θέλησε να δείξει της Μαρίκας το πουλί, μα η Μαρίκα κοίταζε αντίκρυ. Κοίταζε αντίκρυ προς το ορθόβραχο βουνό που ίσκιωνε αποκάτω του μαβιά το γυμνό σταχτερό λόφο· λευκόχριστα σπιτάκια στριμωγμένα στο πλευρό του λόφου αραδιαστά, έμοιαζαν σα σκαλοπάτια προς το βαρύ σκοτεινό κάστρο που ύψωνε στην κορυφή κεραμιδόχρωμα τα μισογκρεμισμένα τείχη του. Η Μαρίκα κοίταζε τους ίσκιους που έριχνε το ψηλό βουνό στο λόφο, και ο Στέφανος, σα να θέλησε να τους σκορπίσει από μπροστά της, της έπιασε τη μέση κ’ έκαμε πάλι να της δείξει το πουλί. - Για δες, ψιθύρισε. Μα όταν η Μαρίκα γύρισε να δει, το πουλί είχε φύγει. - Για δες. Και ο Στέφανος έδειξε κάτω τον τοίχο της αυλής, όπου ένα βυσσινοκόκκινο περιπλοκάδι πλεγμένο με τον πράσινο κισσό απλωνότανε μαζί του κλαδιστό σα φλέβες αίμα, σαν παρακλάδια βουνών και ποταμιών σε χάρτη, κ’ έκανε αληθινά τον τοίχο σαν εικόνα χρωματισμένη φανταστικά. Η Μαρίκα έσκυψε και κοίταξε. Έπειτα σήκωσε το σώμα και αφού κοίταξε και πάλι μπροστά της, ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Στέφανε, είπε. Ο Στέφανος την κοίταξε. Η Μαρίκα σταμάτησε μια στιγμή. - Θυμάσαι πότε άρχισε η αγάπη μας; ρώτησε αμέσως έπειτα αργά και σαν ψιθυριστά. - Από το βράδυ εκείνο, είπε ο Στέφανος αργά κι αυτός. - Ποιο βράδυ; Όταν σε φώναξε η γιαγιά; Ο Στέφανος σα να ένεψε. - Όχι πρωτύτερα; Ο Στέφανος την κοίταξε. - Όχι πρωτύτερα; ξαναείπε πάλι αργά η Μαρίκα. Κι όταν σε φώναξε η γιαγιά, ε για πε μου, πρόσθεσε ύστερα. - Ήσουνα τόσο ωραία στο ηλιοβασίλεμα. - Θέλεις να πεις, τότε δεν ήμουνα χλωμή. - Μαρίκα, είπε ο Στέφανος και της έπιασε το χέρι. - Ναι, κ’ ήτανε τόσο ζεστός ο αέρας. Η Μαρίκα σώπασε μια στιγμή και ανάσανε, σα ν’ ανάσαινε εκείνον τον αέρα. Έπειτα ξανακοιτάζοντας το Στέφανο στα μάτια: - Ξέρεις γιατί σε φώναξε η γιαγιά; είπε. - Γιατί; ρώτησε ο στέφανος. - Επίτηδες, είπε η Μαρίκα, και στα χείλη της τρεμούλιασε ένα χαμόγελο που μόλις το είδε ο Στέφανος. Και ο Στέφανος μη νιώθοντας. - Επίτηδες; ρώτησε πάλι σα μηχανικά. - Ναι, ήξερε πως δεν το ήθελε η μαμά, είπε η Μαρίκα χωρίς να πάρει τη ματιά από πάνω του. Το χέρι του Στέφανου που κρατούσε το δικό της χαλάρωσε άθελα. - Λοιπόν καλύτερα να μη με φώναζε; Η Μαρίκα έσφιξε πιο πολύ το χέρι του κ’ έσυρε κοντύτερα το Στέφανο: - Όχι, Στέφανε, όχι· δεν είπα αυτό, είπε γοργά. Και όσο ο Στέφανος την κοίταζε άφωνος, εξακολούθησε: - Είπα μόνο πως η γιαγιά κάνει ό, τι δεν αρέσει της μαμάς. Να, σήμερα μάλωσαν πάλι. Μπήκε στην κάμαρά της δίχως να χτυπήσει. Και η μαμά ήταν άντυτη. Ο Στέφανος χαμογέλασε. - Το ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Και μένα δε μου αρέσει. Και μένα με κάνει νευρική συχνά. - Που γυρνά με τις παντούφλες, ξαναγέλασε ο Στέφανος. - Ναι, κι αυτό το κάνει γιατί ξέρει πως δεν αρέσει της μαμάς. Ο Στέφανος έκαμε να τη χαδέψει: - Παιδί, παιδί. - Ναι, ναι· θέλεις να σου πω κ’ ένα άλλο; είπε η Μαρίκα και σταμάτησε. - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος και την κοίταξε προσμένοντας. - Να, και την Ευανθία την έφερε, και η Μαρίκα δεν πρόσεξε ένα κίνημα του Στέφανου, γιατί ξέρει πως δεν την ήθελε η μαμά. - Και τη μητέρα μου, κ’ εμέ τον ίδιο, είπε ο Στέφανος μ’ ένα χαμόγελο. Βρέθηκαν ένα βήμα ο ένας μακριά από τον άλλο. Η Μαρίκα χαμήλωσε τα μάτια, ο Στέφανος κοίταζε έξω. Σώπασαν μια στιγμή. Έπειτα η Μαρίκα ήρθε και του άρπαξε και τα δυο χέρια: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Έλα, φίλησέ με, του φώναξε μεμιάς και τον αγκάλιασε. Ο Στέφανος τη φίλησε. - Και σένα, είπε έξαφνα η Μαρίκα, σα να συνέχιζε το στοχασμό της. Γιατί σ’ έφερε σένα, γι’ αυτό την αγαπώ. Κ’ ενώ ο Στέφανος σώπαινε. - Τη γιαγιά, πρόσθεσε και ακούμπησε τα χέρια στους ώμους του. - Ξέρεις, Στέφανε, πώς μου είναι; είπε έπειτα από μια στιγμή. - Πώς; ρώτησε ο Στέφανος μηχανικά, σαν άθελα. - Σα μοίρα, είπε αργά η Μαρίκα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τον. - Σα μοίρα μου, ξαναψιθύρισε, κι αμέσως, σα μ’ έξαφνο ξέσπασμα: Έλα, φίλησέ με πάλι, φώναξε γοργά. Στα μάτια, ναι, στα μάτια· το ξέρεις πως μου αρέσουνε φιλιά στα μάτια, είπε με αργότερη, βραχνότερη φωνή κ’ έγειρε το κεφάλι στο λυγισμένο μπράτσο του Στέφανου. [Επεξεργασία] ΙΙΙ Ο Στέφανος, γυρνώντας σπίτι, κάθισε στο καφενείο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα μπροστά του στρωνόταν κατακόκκινη στο ηλιοβασίλεμα. Μια όμοια λάμψη φώτιζε τη θάλασσα το βράδυ εκείνο που η γιαγιά τον έκραξε στο εκκλησιδάκι έξω εκεί στην ακροθαλασσιά. Η Μαρίκα στέκονταν ορθή, και το ανοιχτόχρωμο φόρεμά της έφευγε κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα. Ο Στέφανος δεν τη γνώρισε, μάντεψε όμως ποια ήταν άμα είδε τη γιαγιά. Έδωσαν τα χέρια και κοιτάχτηκαν, παράξενα του φάνηκε. Του φάνηκε ακόμα πως η Μαρίκα κοκκίνισε. Ο Στέφανος έλειπε χρόνια, και η γιαγιά τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Η Μαρίκα του είπε μόνο καλώς ήρθες. Ύστερα τον ρώτησε για τη μαμά του. Ο Στέφανος θυμάται πως της απάντησε με τόνο: - Η μητέρα μου; Καλά, ευχαριστώ. Έπειτα γύρισε στη γιαγιά και είπε: - Ρώτησα για σας, νονά. Και ύστερα πρόσθεσε: - Και χάρηκα … Θυμάται πως δεν τελείωσε, γιατί τον κοίταξε η Μαρίκα· τον κοίταξε πάλι παράξενα. Έπειτα γύρισε η ομιλία αλλού. Η γιαγιά του είπε πως ευχαριστήθηκε πολύ που άκουσε πως θα μείνει τώρα εδώ, να πάρει το γραφείο του πατέρα του. - Ο καημένος ο Γιάγκος κουράζεται πολύ, είπε. - Και η Κατίγκω, πρόσθεσε, ναι, τι καλά που θα είναι και για την Κατίγκω. - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Και η Ευανθία, νονά; ρώτησε έπειτα από μια στιγμή. Η Μαρίκα τον κοίταξε, ενώ η γιαγιά απάντησε: - Προχτές μας έγραψε. Καλά είναι. Το χειμώνα που μας πέρασε ήρθε και μας είδε. Μα η θεία της αρρώστησε, και δεν κάθισε πολύ. - Τα έμαθα, είπε ο Στέφανος. Και πρόσθεσε: - Από τη μητέρα μου. - Ναι, η Κατίγκω την αγαπά πολύ· της φαίνεται πως βλέπει ... Και η γιαγιά σώπασε. ΄Επειτα μίλησαν γι’ άλλα πράγματα. Ο Στέφανος τις συνόδεψε ως το σπίτι. Όταν χωρίστηκαν, η Μαρίκα τον κοίταξε πάλι παράξενα ενώ του έδινε το χέρι. Και όταν έμπαινε στην πόρτα, γύρισε και τον ξαναείδε. Αυτό το βράδυ ήταν η πρώτη αρχή. - Όχι πρωτύτερα; Όσο και αν έκανε ο Στέφανος να θυμηθεί, πρωτύτερα θυμόταν τη Μαρίκα μόνο μικρή, που την έφερνε η γιαγιά και παίζανε. Αυτή, αυτός και οι δυο Ευανθίες. Πότε στον κήπο, πότε στην ακροθαλασσιά, και το χειμώνα στο βουνό πίσω από το κάστρο, που έτρεχε μέσα στην πρασινάδα η ρεματιά. Ταχτικά, καθημερινά σχεδόν. - Κατίγκω! έτοιμα τα παιδιά; φώναζε η γιαγιά από την αυλόπορτα. -Έρχονται αμέσως, απαντούσε η κυρία Κατίγκω, κι ο Στέφανος βιαζότανε να κατεβεί τα σκαλιά δυο δυο. - Το νου σου! δε σου φεύγει· θα σκοτωθείς! του φώναζε από πίσω η κυρία Κατίγκω, που κατέβαζε την Ευανθία της από το χέρι. Ο Στέφανος κρατούσε κιόλα το χέρι της άλλης Ευανθίας, όταν έφτανε η κυρία Κατίγκω με την αδερφή. - Πάλι μονάχη σου, νονά; έλεγε η κυρία Κατίγκω και χαιρετιότανε με τη γιαγιά. - Η υπηρέτρια δεν άδειαζε, απαντούσε η γιαγιά και κοίταζε την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω, που ένιωθε τη ματιά, της ψιθύριζε σιγά στο αυτί. - Ναι, ναι, καλύτερα. - Να λείπω· δε βαστιέται· πάντα με τη νομαρχία, έλεγε και η γιαγιά σιγά κ’ ήθελε να σταθεί ν’ αλλάξει ακόμα λίγα λόγια με την κυρία Κατίγκω, μα ο Στέφανος είχε πιάσει από το χέρι τις δυο Ευανθίες και ήταν έξω πια από την αυλόπορτα. - Ευανθία, Ευανθία! φώναζε η γιαγιά, και γύριζαν για μια στιγμή και οι δυο Ευανθίες. - Ευανθία! ξαναφώναζε, αλλά δε γύριζε καμιά. - Εγώ τα φταίω με τ’ όνομα, αλλά μου αρέσει, έλεγε η γιαγιά και σταματούσε να ψιθυρίσει κάτι ακόμα της κυρίας Κατίγκως· μα η Μαρίκα την τραβούσε από το φόρεμα, κ’ έφευγε η γιαγιά. Σε λίγο ήταν έξω στο ακρογιάλι, και τα παιδιά γέμιζαν τα κουβαδάκια τους στον άμμο. Η γιαγιά έβγαζε από το τζαντάκι την κάλτσα της και τα γυαλιά. Έπειτα άπλωνε το μαντήλι κάτω, και τα παιδιά σώριαζαν μέσα τα κοχύλια που μάζευαν. Και όταν το μαντήλι γέμιζε, τα έφερναν και τα έριχναν στην ποδιά της γιαγιάς. - Έλα, φτάνει πιά· μου μουσκέψατε το φόρεμα, τους έλεγε η γιαγιά. Και άφηνε την κάλτσα και τα βοηθούσε να μοιράζουν τα κοχύλια. Οι δυο Ευανθίες μάλωναν πάντα μεταξύ τους, και ο Στέφανος και με τις δυο. Η Μαρίκα γέμιζε σιωπηλή το κουβαδάκι με όσα της έδινε η γιαγιά. Και κάθιζε στον άμμο και τ’ άδειαζε και τα ξανάδειαζε· τα σώριαζε, τ’ αράδιαζε σε γραμμές και τα κοίταζε. Έπειτα σήκωνε πάλι τα μάτια και κοίταζε μπροστά της τον αέρα, τα πεύκα που στέκονταν ακίνητα στους βράχους, τη θάλασσα που έσμιγε πέρα σε μια γραμμή θολή και ασάλευτη τον ουρανό. Οι δυο Ευανθίες και ο Στέφανος άφηναν τα κοχύλια και πηδούσαν στο νερό. Πρώτη η Ευανθία της γιαγιάς. Κυνηγιόντανε, βουτούσαν ως τα γόνατα, έβρεχαν τα μεσοφόρια· πιτσίλιζαν τις πλάτες και νοτίζαν τα μαλλιά. Τα καστανόξανθα μαλλιά της Ευανθίας έφεγγαν στον ήλιο. Η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. - Μαρίκα, έλα και συ· δε θέλεις; της έλεγε η γιαγιά. Η Μαρίκα κοίταζε. - Τι; έλεγε ύστερα. - Να μπεις στη θάλασσα. - Όχι. - Γιατί; κρυώνεις; Η Μαρίκα κοίτα τη γιαγιά. - Ναι, θέλησε να πει μια μέρα, μα σταμάτησε, σα να μην ήθελε να πει το ψέμα. - Δεν το θέλει η μαμά, είπε ύστερα σιγά. - Η μαμά πολλά δε θέλει, μα δεν της το λέμε, ψιθύρισε η γιαγιά· έλα! - Και εγώ δε θέλω, είπε η Μαρίκα σα με πείσμα. - Γιατί; - Γιατί δεν το θέλει η μαμά, απάντησε η μικρή και κοίταξε τη γιαγιά στα μάτια. Η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως στάθηκε κει μπροστά και γέλασε. - Δε σε ξαναπαίζουμε, είπε της Μαρίκας κ’ έδωσε γοργή κλωτσιά στα κοχύλια της τ’ αραδιασμένα χάμω. Η Μαρίκα έκλαψε και δεν ξαναήρθε πια με τη γιαγιά. Η Ευανθία διηγήθηκε των παιδιών την άλλη μέρα πως η μητέρα της Μαρίκας μάλωσε με τη γιαγιά. ΄Επειτα άκουσαν τη γιαγιά που ψιθύριζε κρυφά με την κυρία Κατίγκω. - Είναι ανυπόφορη· ολοένα με τη νομαρχία, έλεγε η γιαγιά. - Μου γύρισε κ’ εμέ τις πλάτες, είπε η κυρία Κατίγκω. - Θέλει να διώξει και την Ευανθία. - Και ο νονός; - Όπως κατάντησε ο νονός! Και η γιαγιά αναστέναξε. ........................................... Η κυρία Κατίγκω έπαιρνε συχνά τη φυσαρμόνικα κ’ έπαιζε των παιδιών· και η γιαγιά τους τραγουδούσε: Τα πουλιά στα κλώνια ζυγά ζυγά, και τα χελιδόνια ... Και τα παιδιά ζητούσανε να βρουν τη ρίμα. - Μες στη φωλιά, έλεγε το ένα. - Στη αμμουδιά, έλεγε το άλλο. Η γιαγιά δεν την ήξερε κι αυτή και δεν αποτελείωνε το τραγούδι. Και τα παιδιά γελούσαν. Κάποτε έπαιρναν τη φυσαρμόνικα και στο ακρογιάλι, και όταν έφεγγε το φεγγάρι έβγαιναν με τη βάρκα έξω στη θάλασσα. Ο πατέρας κάθιζε στα κουπιά, ο Στέφανος κοντά του, και οι δυο Ευανθίες στο πλάγι της κυρίας Κατίγκως. Η γιαγιά κρατούσε το κοφινάκι με τις φέτες τα ψωμιά. - Φεγγάρι, φεγγαράκι, τραγουδούσαν τα παιδιά, και η κυρία Κατίγκω τ’ ακολουθούσε με τη φυσαρμόνικα. Οι δυο Ευανθίες ακουμπούσανε στα γόνατά της, και η κυρία Κατίγκω έριχνε πίσω το κεφάλι και κοίταζε τη θάλασσα. Ο Στέφανος χτυπούσε με το χέρι το νερό σα με κουπί ή σηκωνόταν κ’ έστεκε ορθός στη βάρκα και γύρευε να την κάμει να τρεκλίσει. - Στέφανε! του φώναζε η μητέρα. - Παλικαριές, ψιθύριζε η Ευανθία. - Έλα τώρα, του έλεγε η γιαγιά, που άρχιζε να μοιράζει τα ψωμάκια. Τότε άρχιζε να τραγουδά ο πατέρας. Δεν ήξερε να τραγουδά σωστά, μουρμούριζε μόνο κομμένα λόγια και κοίταζε την κυρία Κατίγκω, που με το κεφάλι γερμένο πίσω και με τη φέτα το ψωμί αφημένη στα γόνατα έμενε ακίνητη και σιωπηλή κ’ έβλεπε τη θάλασσα. - Κατίγκω, ξεχάστηκες, της έλεγε η γιαγιά. - Έλα, μαμά, της φώναζε η Ευανθία. Ο πατέρας άφηνε τα κουπιά και την περίμενε να τραγουδήσει. Η κυρία Κατίγκω αγαπούσε μελαγχολικά τραγούδια, και ο Στέφανος δεν την ήθελε ν’ αρχίσει. Σκουντούσε τον πατέρα να ξαναπιάσει τα κουπιά. Μα και η Ευανθία της γιαγιάς σκουντούσε την κυρία Κατίγκω: - Έλα θεία Κατίγκω! - Σα φύλλο, θεία Κατίγκω, ξαναπαρακαλούσε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω έπαιρνε τη φυσαρμόνικα σιγά σιγά σαν κουρασμένη και άρχιζε να τραγουδά: Σα φύλλο κίτρινο και μαραμένο ... - ΄Όχι, όχι κίτρινο· το άλλο, την έκοβε η Ευανθία, και η κυρία Κατίγκω άλλαζε το σκοπό, και τραγουδούσαν και οι δυο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Η άλλη Ευανθία τις ακολουθούσε σιγαλά. Έπειτα σώπαινε μεμιάς. Η κυρία Κατίγκω έπαυε το σκοπό κι αυτή και άφηνε να σβήνει στα νερά μόνη η φωνή της Ευανθίας της γιαγιάς: προσμένω να βρω, τι τάχα προσμένω; Ένα βράδυ το τραγουδούσαν στην ακρογιαλιά μαζί με την κυρία Κατίγκω καθισμένες χάμω στην αμμουδιά. Και ξαφνικά το άκουσαν από πίσω. Τους φάνηκε πως ήταν η ηχώ του βράχου. Γύρισαν να δουν, και η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε σαν ξαφνιασμένη. Μα η Ευανθία γνώρισε δυο μάτια που έφεγγαν στη σκοτεινιά. - Ο παππούς! είν’ ο παππούς, φώναξε. Και πήγε ίσια επάνω του και ξαναφώναξε: - Με τη Μαρίκα! Ήταν αληθινά ο παππούς και κρατούσε από το χέρι τη Μαρίκα. - Η Μαρίκα! φώναξε και η Ευανθία της κυρίας Κατίγκως. Η Μαρίκα στεκότανε σαν ξαφνιασμένη και δεν άφηνε το χέρι του παππού. - Πάμε, πάμε, του σκουντούσε το γόνατο με το χέρι. Ο παππούς έμενε ακίνητος. - Ήρθα για τη γιαγιά, ψιθύρισε της κυρίας Κατίγκως. Μα η γιαγιά έλειπε το βράδυ αυτό. Η Ευανθία θέλησε να πάρει τη Μαρίκα από το χέρι του παππού Μα η Μαρίκα της είπε σιγαλά: - Δεν το ξέρει η μαμά. Και τράβηξε την Ευανθία. Η Ευανθία πήγε μαζί της, κ’ έφυγαν και οι δυο με τον παππού. Η άλλη Ευανθία κι ο Στέφανος έμειναν πίσω με την κυρία Κατίγκω. - Φοβήθηκα, είπε η Ευανθία. - Είδες πώς έφεγγαν τα μάτια του; είπε ο Στέφανος· γιατί μητέρα; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έπιασε μόνο από το χέρι και τα δυο παιδιά. Η Μαρίκα δεν ξαναήρθε στο ακρογιάλι. …………………………….. Ύστερα ερχόταν ο χειμώνας κ’ έστρωνε την αμμουδιά με σταχτοπράσινα μουσκεμένα φύκια. Ο αέρας σφύριζε μελαγχολικά στα κιτρινισμένα βούρλα και στη μαδημένη καλαμιά. Η γιαγιά έφερνε τότε τα παιδιά έξω στους λόφους πίσω από το κάστρο, όπου ο ήλιος έλαμπε χαρωπά στη νέα χλόη. Ανέβαιναν από το μονοπάτι σέρνοντας το αμαξάκι με τις κούκλες και σταματούσανε στη γέφυρα κ’ έβλεπαν κάτω το κανάλι που άραζαν τα ψαράδικα καΐκια με τα κόκκινα πανιά, και οι μαούνες άδειαζαν τα πορτοκάλια φανταχτερούς σωρούς στο μώλο. Έπειτα έγερναν κάτω κ’ έβγαιναν στο λαγκάδι όπου κυλούσε η ρεματιά. Ο Στέφανος σκαρφάλωνε ψηλά στις λευκαμένες πέτρες, οι δυο Ευανθίες γύρευαν στην άκρη βώλους και παρδαλά χαλίκια. - Στέφανε! εκεί είν’ ένας, φώναζε η αδερφή κ’ έδειχνε μέσα στο κελαρυστό νερό. Ο Στέφανος πηδούσε δω, βουτούσε κει, κλονιζόταν μια στιγμή· ύστερα ζυγιαζότανε στην πέτρα ώσπου έσκυβε τέλος κ’ έβγαζε το βώλο. - Να, πιάστε τον, φώναζε κρατώντας τον ψηλά. Οι δυο Ευανθίες κοίταζαν το πετραδάκι που γυάλιζε στον ήλιο και άπλωναν τα χέρια. -Να, πιάστε τον, ξαναφώναζε ο Στέφανος και τις γελούσε δεύτερη φορά. - Α, α! ξεφώνιζαν λαχταριστά οι δυο μικρές ώσπου άρπαζε το βώλο η Ευανθία της γιαγιάς. Η γιαγιά έβλεπε βρεγμένα το πόδια του Στέφανου και φώναζε πως θα το πει το βράδυ της κυρίας Κατίγκως. Ο Στέφανος έταζε πως δε θα ξαναπατήσει στο νερό, μα η Ευανθία έβλεπε σε λίγο κάτι που ρόδιζε ψηλά στον άλλον όχτο. - Μια κάππαρη, μια κάππαρη! έβγαζε φωνή και κοίταζε το Στέφανο. Και ο Στέφανος πηδούσε, σκαρφάλωνε, ξανβουτούσε στο νερό και γύριζε με μια μικρούτσικη ανεμώνη, που είχε φυτρώσει ανάμεσα στα ξερά κλαδιά της κάππαρης. Η Ευανθία ζάρωνε το πρόσωπο και πετούσε το άνθος, και η γιαγιά μάλωνε πάλι το Στέφανο που είχε ξαναβραχεί. Η γιαγιά έφερνε στο μαντίλι της φέτες ψωμί με μέλι, και πορτοκάλια· και η κυρία Κατίγκω γέμιζε τα τζαντάκια των παιδιών με κουλουράκια. Τους τα μοίραζε η γιαγιά, κ’ έτρωγαν και τα τρία καθιστά χάμω στη χλόη. Ο σκύλος του σπιτιού που τους ακολουθούσε κάποτε, στεκότανε και κοίταζε. Της Ευανθίας της γιαγιάς της άρεσε να του πετά ψωμί κ’ έπειτα να τον κυνηγά. - Μη, θα πέσεις! φώναζε η γιαγιά. Η Ευανθία χανόταν πίσω από το λόφο και τ’ άλλα δυο παιδιά μαζί της. Εκεί έβγαιναν μπροστά οι κατσίκες, και η Ευανθία σταματούσε τρομαγμένη: - Κοιτάχτε τις τι μαύρες που είναι· κοιτάχτε τις πώς δεν κουνιούνται! Ο Στέφανος και η άλλη Ευανθία ήθελαν να γελάσουν, μα στο τέλος φοβόντανε κι αυτοί. Σταχτερόμαυρες, γυαλιστερές έμοιαζαν οι κατσίκες σα μπρούτζινες και φαίνονταν αληθινά σα να ήταν καρφωμένες στο βουνό κ’ έτρωγαν ολοένα. Κάποτε σηκώναν το κεφάλι και στύλωναν μπροστά τους τα μικρά κίτρινα μάτια τους ασάλευτα, σα να έβλεπαν κάτι που τα παιδιά δεν το έβλεπαν. Και τότε η Ευανθία τρόμαζε περισσότερο κ’ έτρεχε να κρυφτεί πίσω από τη γιαγιά. Και σιγάζαν και τα τρία εκεί. Από το νταμάρι αντίκρυ, στην κορυφή του λόφου που κοκκίνιζε στον ήλιο μαβιά χαλκή, αντηχούσε μετάλλινος σα χτύπος ρολογιού ο ήχος των λοστών. Και όταν έπαυε, τα παιδιά το ήξεραν και περίμεναν να πεταχτεί απάνω η τούφα του καπνού, κ’ ένα κομμάτι βράχου να τιναχτεί ψηλά σε τρίμματα, όπως τινάζονται τα τόξα του νερού στο σιντριβάνι. - Αά, αά, φώναζαν τα παιδιά και πηδούσαν μεμιάς απάνω. Έπειτα έσβηνε σιγά ο καπνός και η σκόνη, και το λαγκάδι ξαναησύχαζε. Κάπου κάπου ακούονταν τώρα οι κόπανοι των γυναικών που έπλεναν μακρύτερα στη ρεματιά. Ο λόφος άσπριζε γελαστά από τ’ απλωμένα ρούχα, και στον αέρα μετεωρίζονταν τρεμουλιαστοί , σαν κρεμασμένοι από τον ουρανό ψηλά, αϊτοί με ουρές και αφτιά πολύχρωμα. Ο Στέφανος και οι δυο Ευανθίες έμεναν και τους κοίταζαν πως έτρεμαν ψηλά και πως ανέβαιναν πάντα ψηλότερα ώσπου χανόντανε σε μικρά στίγματα στο γαλανό. Ο Στέφανος δοκίμασε να σηκώσει κι αυτός έναν ψηλά. Οι Ευανθίες τον βοηθούσαν στην αρχή, μα έπειτα γύριζαν στις κούκλες τους· έπλεναν τα πανιά τους στη ρεματιά και τα στέγνωναν στον ήλιο. Έπειτα είδε ο Στέφανος άλλα παιδιά που έπιαναν πουλιά μες στα χωράφια, κι άφησε τον αϊτό. Η κυρία Κατίγκω του πήρε ένα κλουβί, μα ο Στέφανος το έφερνε κει έξω κάθε μέρα. Σώριαζε πέτρες κ’ έστηνε απάνω ένα ξερό κλαδί, κολλούσε στο κλαδί βεργίτσες αλειμμένες με ιξό και ξαπλωνόταν παραπίσω και περίμενε να έρθει να καθίσει το πουλί. Το περίμενε ώρες και το ονειρευόταν τη νύχτα. Η Ευανθία της γιαγιάς γελούσε πίσω του ή πετούσε πέτρες να ρίξει χάμω το κλαδί. Μα ο Στέφανος περίμενε. Μια μέρα, καθώς έστρεψε, είδε έξαφνα από πίσω τη Μαρίκα. Στεκότανε και κοίταζε. Την είχε φέρει η υπηρέτρια, μα τις άλλες μέρες ξαναήρθε πάλι με τη γιαγιά. Και στεκότανε και κοίταζε. Ο Στέφανος άκουε τ’ άλλα παιδιά που έκραζαν με τα χείλη τα πουλιά, και δοκίμαζε να μιμηθεί κι αυτός τον ήχο. Δεν το κατόρθωνε, και οι Ευανθίες τον περιγελούσαν. Τις κυνηγούσε με τις πέτρες κ’ έπειτα γύριζε πάλι και κάθιζε κ’ έκραζε να έρθει το πουλί. Και η Μαρίκα στεκότανε και κοίταζε. Όσο που η κυρία Αγλαΐα ξαναμάλωσε με τη γιαγιά, και η Μαρίκα ξαναχάθηκε. Και ο Στέφανος περίμενε πάλι μονάχος να πιάσει το πουλί. ……………………………. Πέρασε ο χειμώνας χωρίς να το πιάσει. Πριν όμως έρθει ακόμα η άνοιξη, αρρώστησε έξαφνα η μια Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω καρφώθηκε απάνω από το κεφάλι της, η γιαγιά ερχόταν και συντρόφευε την κυρία Κατίγκω. Δεν ξαναβγήκαν στο βουνό. Ο Στέφανος και η Ευανθία της γιαγιάς έπαιζαν μόνοι τους στον κήπο. Το σπίτι απάνω ήταν σιωπηλό. Η υπηρέτρια έφερνε αδιάκοπα νερό από τη βρύση και πήγαινε και ξαναπήγαινε στο φαρμακείο, ο γιατρός ερχόταν και τη νύχτα αργά. Έπειτα άρχισε να ξενυχτά στο σπίτι και η γιαγιά. Και μαζί της έμενε και η Ευανθία. Κοιμότανε στη σάλα χάμω με τη γιαγιά, κι ο Στέφανος στον καναπέ. Δε μιλούσανε πολύ· ψιθυριστά μονάχα, όπως και οι μεγάλοι. Κάποτε ξεχνούσαν και σηκώναν τη φωνή, μα τους έρχονταν αμέσως στο νου η άρρωστη και σώπαιναν. Στην κάμαρα που ήταν πεσμένη δεν τους άφηναν να μπούν. Μια μέρα μόνο πλησίασαν κλεφτά στην πόρτα και είδαν τα χέρια της απλωμένα ακίνητα απάνω από το σκέπασμα. Η κυρία Κατίγκω της άλλαζε το βρεγμένο πανί στο μέτωπο. Τραβήχτηκαν σιγαλά πίσω. - Της έκοψαν και τα μαλλιά, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία ψιθύρισε: - Εγώ δε θ’ άφηνα να μου τα κόψουν. Την άλλη μέρα άκουσαν πως έστειλαν να φέρουν χιόνι από το βουνό. Και στάθηκαν και κοιταχτήκαν. Έπειτα ρώτησαν τη γιαγιά: - Γιατί; - Το πρόσταξε ο γιατρός, τους είπε. Δεν ένιωσαν· και ρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, απάντησε η γιαγιά. Κατέβηκαν κ’ έπαιζαν στην αυλή και περίμεναν το χιόνι. Το έφερε ο υπηρέτης στοιβαγμένο και τυλιγμένο μέσα σε άμμο και άχυρο. - Τι κρύο που είναι, είπε ο Στέφανος που το άγγιξε. - Θα της το βάλουν στο κεφάλι, ψιθύρισε η Ευανθία. Τράβηξαν να παν να παίξουν, μα η Ευανθία γύρισε και θέλησε να κόψει ένα κομμάτι χιόνι. Η υπηρέτρια τη χτύπησε στο χέρι, και η Ευανθία ξαναγύρισε στο Στέφανο: - Ήθελα να έκανα ένα βώλο. - Θυμάσαι μια φορά που χιόνισε; είπε ύστερα. - Ναι, και φάγαμε και βράχνιασες, είπε ο Στέφανος. Και μπήκαν κ’ έπαιξαν στον κήπο. Στο σπίτι ήταν η ίδια ησυχία πάντα· πατούσαν σιγαλά και ψιθύριζαν μονάχα. Την άλλη μέρα έφεραν και άλλο γιατρό. Τα παιδιά όταν είδαν τη γιαγιά, ξαναρώτησαν πώς είναι η Ευανθία. - Καλύτερα, είπε η γιαγιά. Σε άλλους όμως που είχαν στείλει να ρωτήσουν, την άκουσαν πως έλεγε: - Τα ίδια. Και στάθηκαν και την κοίταζαν. - Καλύτερα είναι, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Μα χωρίς αυτά να κάνουν θόρυβο, τους φώναξε πνιχτά: - Σιγότερα, σιγότερα. Τα παιδιά κοιτάξανε το ένα το άλλο. Έπειτα έφυγαν πατώντας στα δάχτυλα. Ύστερα ο Στέφανος θυμήθηκε πως τελείωσαν τα κουλουράκια. - Δε θα φτιάξομε άλλα, νονά; είπε της γιαγιάς. - Τι; τέντωσε η γιαγιά το αφτί. - Κουλουράκια, γιαγιά, είπε η Ευανθία. Η γιαγιά κοίταξε τα παιδιά δίχως να μιλήσει. - Να είναι έτοιμα όταν σηκωθεί η Ευανθία, της είπε ο Στέφανος σιγά στο αφτί. Και θυμήθηκε πως τα έπλαθε η μητέρα με την υπηρέτρια. Αυτός και η Ευανθία δεν έφευγαν από κοντά απ’ τη σκάφη, όσο που τους έδιναν κι αυτών ζυμάρι κ’ έπλαθαν ανθρωπάκια, ζώα κι άλλα πράγματα περίεργα, και παρακαλούσαν τη μητέρα να τα στείλει να ψηθούν κι αυτά στο φούρνο. Η κυρία Κατίγκω φώναζε στο Στέφανο: - Φύγε από κει· μη με σκοτίζεις. Κάποτε του έδινε και μια στα δάχτυλα. Στην Ευανθία όμως αδύνατο ν’ αντισταθεί. - Μαμά, μαμάκα, τη χάιδευε η μικρή και της αγκάλιαζε το λαιμό καθώς ήταν σκυμμένη. Το θυμήθηκε ο Στέφανος κ’ έμεινε συλλογισμένος· του ήρθε να τρέξει μέσα στην άρρωστη αδερφή. Μα η Ευανθία τον τράβηξε, και κατέβηκαν πάλι να παίξουν. Στην πορτοκαλιά του κήπου έμεναν ακόμα πορτοκάλια στην κορυφή. - Ρίχνομε ένα κάτω; είπε η Ευανθία, κι ο Στέφανος πήγε κ’ έφερε ένα μακρύ ξύλο από το πλυσταριό. Η υπηρέτρια τον είδε από το παράθυρο κ’ έβαλε φωνή: - Τώρα να φέρω τον πατέρα σου! Την ίδια στιγμή άνοιξε η αυλόπορτα, και τα παιδιά έτρεξαν να κρυφτούν πίσω από τα κάγκελα του κήπου. Η Ευανθία τεντώθηκε και κρυφοκοίταζε. - Ξέρεις ποιος είναι; γύρισε και ψιθύρισε γοργά. Ο Στέφανος άνοιξε τα μάτια ανήσυχα, σα φοβισμένα. - Η θεία Αγλαΐα είναι, είπε η Ευανθία. Και πρόσθεσε σιγότερα: - Της πέρασε· έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος μια στιγμή δε μίλησε. - Έφερε και τη Μαρίκα; ρώτησε έπειτα. Η Ευανθία τον κοίταξε: - Τη θέλεις; Ο Στέφανος δεν απάντησε. Μα ύστερα από λίγο ψιθύρισε: - Γιατί να ήρθε; Και ανέβηκε στο σπίτι. Και η Ευανθία κοντά. Η κυρία Αγλαΐα καθότανε στη σάλα με τον πατέρα του και άλλες δυο κυρίες. - Σιγά, σιγά, ψιθύρισε η γιαγιά και πάλι των παιδιών άμα τα είδε. Εκείνα δεν τόλμησαν να τη ρωτήσουν αν ήρθε και η Μαρίκα. Ξανακατέβηκαν άφωνα στον κήπο. Όταν ξανανέβηκαν στο σπίτι, μια κυρία κρατούσε την κυρία Κατίγκω σωριασμένη στο διάδρομο σε μια καρέκλα, και κάτι της ψιθύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε αντίκρυ, και η κυρία Κατίγκω γύρισε και τον κοίταζε σα να μην τον γνώριζε. Μα έπειτα του ένεψε και πήγε. - Στέφανε, Στέφανε, είπε και του έπιασε τα χέρια, η Ευανθία… Πνίγηκε η φωνή της, και ο πατέρας πετάχτηκε από μέσα και άρπαξε το Στέφανο. Τον κάθισε στα γόνατά του λίγες στιγμές και του χάδεψε τα μαλλιά. Έπειτα τον άφησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω. Η άλλη κυρία έφερε ένα μπουκαλάκι και τη μύρισαν. Η Ευανθία στεκότανε σαν καρφωμένη στο πάτωμα και κοίταζε. Η μητέρα ξαναμπήκε στην άρρωστη, και η γιαγιά έβαλε των παιδιών και έφαγαν. Αμίλητα. Σε όλο το σπίτι βασίλευε σιγή. Μόνο η υπηρέτρια πηγαινοερχόταν, και η γιαγιά σερνότανε στις κάμαρες. Ο πατέρας, καθισμένος στην τραπεζαρία, κάπνιζε ολοένα. Ο γιατρός ξαναήρθε στην άρρωστη, έπειτα βγήκε και κάθισε με τον πατέρα λίγη ώρα. Μιλούσαν σιγαλά. Σε λίγο ξαναήρθε και η κυρία Αγλαΐα. Έκραξε τη γιαγιά, μίλησαν κρυφά στο διάδρομο και ξαναμπήκαν μέσα. Ο Στέφανος τις κοίταζε σα φοβισμένος, η Ευανθία είχε βρει τις κούκλες τις άρρωστης κ’ έπαιζε μόνη της σε μια άκρη. Ο Στέφανος κατέβηκε στον κήπο χωρίς να ξέρει κι αυτός γιατί. Είχε συννεφιάσει, και τα δέντρα στέκονταν ήσυχα και σκοτεινά. Μόνο τα πορτοκάλια κοκκίνιζαν ανάμεσα στα φύλλα της πορτοκαλιάς. Ο Στέφανος είδε στημένο στα κλαδιά το μακρύ ξύλο, καθώς το είχε αφήσει το πρωί. Το πήρε και χτύπησε με όση είχε δύναμη, ώσπου γκρέμισε ένα πορτοκάλι από την κορυφή. Έσκυψε το πήρε, ανέβηκε στο σπίτι και τράβηξε ίσα στον πατέρα. - Θέλω να το πάω της Ευανθίας μέσα, είπε κ’ έδειξε το πορτοκάλι με τον κλώνο, όπως είχε πέσει από την πορτοκαλιά. Ο πατέρας τον κοίταξε. - Ναι, ναι, ψιθύρισε και του αγκάλιασε τον ώμο. - Τώρα, είπε πάλι ο Στέφανος. - Ναι, τώρα άμα … ξυπνήσει σε λιγάκι, ξαναψιθύρισε ο πατέρας με δαγκαμένα χείλη. Έσφιξε απάνω του το κεφάλι του παιδιού και γύρισε το πρόσωπο. Ο Στέφανος έμεινε κρατώντας το πορτοκάλι. Έπειτα το άφησε στα γόνατα του πατέρα και πήγε κοντά στην Ευανθία. - Κοιμάται, της είπε σιγαλά. Η Ευανθία μιλούσε με τις κούκλες και δεν τον πρόσεξε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές κοντά της και κοίταζε τις δυο κυρίες που κάθονταν στον καναπέ. Κάθονταν αμίλητες και κοίταζαν στην πόρτα. - Έλα δω, του φώναξε τώρα η Ευανθία, μα ο Στέφανος δεν πήγε. Στάθηκε ακίνητος εκεί κ’ έριχνε κρυφές ματιές στην πόρτα, σα να περίμενε κάτι κι αυτός. - Έλα δω, του ξαναμίλησε η Ευανθία. Ο Στέφανος κοίταξε στο διάδρομο, όπου του φάνηκε πως άνοιξε σιγά η εξώπορτα. Είχε ανοίξει αλήθεια και παρουσιάστηκε ο παππούς. Ήρθε με σιγαλά πατήματα στην πόρτα και χωρίς να χαιρετήσει στάθηκε ορθός εκεί. Στάθηκε και κοίταζε. Μαζί του μπήκε από το διάδρομο μια κρύα πνοή και ανατρίχιασε το Στέφανο. Έτρεξε στον πατέρα και ακούμπησε στον ώμο του. Ο πατέρας του χάδεψε το μέτωπο. Το πορτοκάλι ήταν ακόμα στα γόνατά του. Ο Στέφανος δε θέλησε ούτε να το ’γγίξει. Οι δυο κυρίες στον καναπέ μίλησαν κάτι , δε γύρισε ούτε κει. Ακουμπισμένος στον πατέρα κοίταζε στο παράθυρο. Ένα πουλί ήρθε μια στιγμή στο τζάμι και στάθηκε· στάθηκε τόσο κοντά, σα να ήθελε να μπει στο σπίτι. Έπειτα πέταξε πάλι. Ο Στέφανος πλησίασε στο τζάμι. Έξω τα σύννεφα κρεμούσαν βαριά και χαμηλά, σα να σερνόντανε στη θάλασσα. Σε λίγο άρχισε να ψιχαλίζει. Ο Στέφανος έμεινε ορθός και κοίταζε τους κύκλους που έκαναν οι σταλαγματιές στη θάλασσα. Πρώτα μικροί, στενοί, πλάταιναν έπειτα, άπλωναν όσο που έσβηναν. Και αμέσως πλάι τους, απάνω τους, παρέκει γίνονταν άλλοι πολλοί, μικροί, μεγάλοι, αμέτρητοι, παντού όσο έφτανε το μάτι στη μουντή συννεφιασμένη θάλασσα. Ο Στέφανος έμεινε ώρα εκεί και κοίταζε. Μια στιγμή ήρθε η Ευανθία και στάθηκε και αυτή και κοίταζε. Από πίσω ο πατέρας κάπνιζε ολοένα, οι δυο κυρίες άλλαζαν κάπου κάπου ένα ψιθύρισμα που μόλις το άκουε κανείς. Ο παππούς έμενε ορθός στην πόρτα. Έπειτα μπήκε η γιαγιά και πήρε τον πατέρα έξω. Ο Στέφανος είδε τις κυρίες που κοιτάχτηκαν. Η μια από αυτές τον τράβηξε κοντά της. Ο Στέφανος τη γνώριζε, μα εκείνη τη στιγμή του φάνηκε σα να την έβλεπε πρώτη φορά· τόσο παράξενα τον κοίταζε. Η Ευανθία ξαναγύρισε στις κούκλες. Εκεί ακούστηκε μια δυνατή κραυγή από την κάμαρα της άρρωστης. Ο Στέφανος γνώρισε πως ήταν της μητέρας. Η κυρία του άφησε το χέρι κ’ έτρεξε έξω πίσω από την άλλη. Τα δυο παιδιά έμειναν μόνα στην κάμαρα κοιτάζοντας το ένα το άλλο. Ο παππούς είχε χαθεί. Της μητέρας η φωνή δεν ξανακούστηκε, μα τα βήματα έξω δεν πατούσαν πια σιγά. Ήταν σα να έτρεχαν όλοι τώρα μες στο σπίτι. Κ’ έτρεξε κι ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοντά του. Μα η κυρία Αγλαΐα παρουσιάστηκε μπροστά τους και τους πήρε από το χέρι. Πήγαν μαζί χωρίς να νιώθουν. Η Ευανθία κρατούσε στο χέρι της μια κούκλα, ο Στέφανος το πορτοκάλι που σήκωσε από κάτω, όπου είχε πέσει του πατέρα καθώς σηκώθηκε γοργά. Καθώς κατέβαιναν στη σκάλα, ανεβαίναν άλλοι. Ο Στέφανος δεν είδε ποιοι, του φαινόταν μόνο πως πίσω του γέμιζε το σπίτι. Έξω έβρεχε και η κυρία Αγλαΐα φώναξε ένα αμάξι. Τους κατέβασε στην πόρτα της. Απάνω βρήκαν τη Μαρίκα μόνη. Τους κοίταζε με ξαφνισμένα μάτια. Η Ευανθία έτρεξε κοντά της. - Μαρίκα, άρχισε να πει, η Ευανθία… Η κυρία Αγλαΐα όμως δεν την άφησε να τελειώσει. - Πάει ταξίδι, είπε κ’ έπιασε το Στέφανο από το χέρι. Η Μαρίκα άνοιξε πλατύτερα τα μάτια της και τον κοίταξε βαθιά, σα να είχε νιώσει. Και ο Στέφανος άπλωσε το χέρι και της έδωσε το πορτοκάλι που είχε κόψει για την αδερφή. [Επεξεργασία] ΙV Η στιγμή αυτή ήταν χαμένη ολότελα στο νου του Στέφανου. Είχε σβήσει σα να μη στάθηκε ποτέ. Και τώρα, καθισμένος στο ακρογιάλι μπροστά στη βραδιασμένη θάλασσα, έβλεπε την εικόνα της να τρέμει εμπρός του σα μακρινό καθρέφτισμα και σιγά -σιγά να ξεχωρίζει καθαρότερη ολοένα, όπως η μαύρη πλάκα μέσα στο υγρό κάτω από την κόκκινη αναλαμπή στο σκοτεινό θάλαμο. Τα δυο μεγάλα μαύρα μάτια της μικρής Μαρίκας τον κοίταζαν από την εικόνα αυτή τόσο παράξενα βαθιά και του σαλεύαν την ανάμνηση, όπως ένα τραγούδι ξαναθυμημένο στη βραδινή γαλήνη. Έβλεπε τη μικρή Μαρίκα με το σταχτί της φόρεμα, όπως την είδε το σκοτεινό εκείνο δειλινό που ήρθε σ’ αυτή με τη μητέρα της και με την Ευανθία. Κ’ έξαφνα, σα μαγικά, η μικρούλα αυτή γινόταν ένα με τη μεγαλωμένη κόρη που στεκόταν κάτω από τα πεύκα ορθή, λευκοντυμένη, σα να τον περίμενε όταν τον έκραξε η γιαγιά. Τα μάτια και το κοίταγμα ήταν τα ίδια, σα να ήταν μια και μόνη οι δυο αυτές στιγμές, και δεν τις χώριζε το διάστημα δώδεκα χρόνων που πέρασαν στο μεταξύ. Τα χρόνια αυτά ο Στέφανος δεν είχε μήτε απαντηθεί με τη Μαρίκα. Λίγες μέρες ύστερα από το θάνατο της αδερφής έφυγε μαζί με την κυρία Κατίγκω, που της κλονίστηκαν τα νεύρα κ’ έπρεπε να ταξιδέψει. Έπειτα τον είχαν κλείσει στο σχολείο. Όταν ήρθε μια φορά στο σπίτι, η Μαρίκα έλειπε μαζί με τη μητέρα της. Όταν ήρθε πάλι δεύτερη φορά, βρήκε χωρισμένα τα δυο σπίτια. Την Ευανθία την είχε πάρει μακριά μια θεία της, η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω. Είχε θυμώσει με τον πατέρα του. - Δίκιο έχει, του είπε η κυρία Κατίγκω όταν τη ρώτησε, μα κι ο πατέρας σου τι να έκανε· ποιόν άλλον έχει η … Δεν μπορούσε να προφέρει ακόμη το όνομα της Ευανθίας, όμως του εξήγησε πως ο πατέρας του, σα δικηγόρος, κίνησε δίκη της κυρίας Αγλαΐας για την κληρονομιά της Ευανθίας και ζήτησε από μέρος της θείας της την απαγόρευση του παππού, γιατί τον έκανε όπως ήθελε η κυρία Αγλαΐα. Έπειτα έφυγε ο Στέφανος για χρόνια από το σπίτι. Όταν ξαναγύρισε, η γιαγιά είχε ξεθυμώσει, και η κυρία Κατίγκω του μίλησε γι’ αυτή και για την Ευανθία. Και όταν έπειτα πρωτοαπάντησε τη γιαγιά με τη Μαρίκα μεγαλωμένη πια, η Μαρίκα του έφερε στο νου την Ευανθία και με αυτή μαζί την άλλη Ευανθία, την αδερφή. Και όταν ξαναπαντήθηκαν και δεύτερη φορά με τη Μαρίκα, και κείνη τον ξανακοίταξε παράξενα και τον ρώτησε ξανά για τη μαμά, στο νου του Στέφανου πέρασε πάλι η Ευανθία και η αδελφή, οι δυο μαζί Ευανθίες σα σμιγμένες σε μια ανάμνηση θολή και θλιβερή, όπως και ζούσανε στο σπίτι. Για καιρό έβλεπε τη Μαρίκα ο Στέφανος σα μια παλιά και ξέθωρη φωτογραφία που του ξυπνούσε στη μνήμη μια άλλη εικόνα, μια άλλη μορφή ξένη με αυτή, εχθρική σχεδόν με αυτή. Η κυρία Κατίγκω ούτε βλεπότανε ποτέ με την κυρία Αγλαΐα ούτε μιλούσε ποτέ λόγο γι’ αυτή και τη Μαρίκα. Ένα βράδυ είχε βγει ο Στέφανος περίπατο με την κυρία Κατίγκω και απαντήθηκαν με τη γιαγιά και τη Μαρίκα. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε με τη γιαγιά, μα στη Μαρίκα κούνησε μόνο το κεφάλι. Στάθηκαν λίγες στιγμές μαζί. Οι τρεις μιλούσαν, η Μαρίκα σκάλιζε σκυφτή το χώμα με την άκρη της ομπρέλας της. Κοίταξε το Στέφανο μόνο όταν ξαναέδωσαν τα χέρια. Καθώς έφευγε με τη γιαγιά, ο Στέφανος την έβλεπε μόνο από πίσω. Το ανάστημά της ξεχώριζε λιγνότερο στη σκούρα φορεσιά. Άμα έστριψε στο δρόμο, έσκυψε πάλι το κεφάλι της. - Δεν της έδωσες το χέρι, είπε στη μητέρα του ο Στέφανος. - Αυτό έλειπε, είπε η κυρία Κατίγκω· κ’ έπειτα πρόσθεσε: - Δε φέρθηκε κι αυτή καλά. Ο Στέφανος ένιωσε πως ήθελε να πει στην Ευανθία· αλλά του φάνηκε παράξενο: τη φορά αυτή, μόλις τώρα του ήρθε στη μνήμη η Ευανθία. Και όταν είδε πάλι μια φορά στο δρόμο τη Μαρίκα και τη χαιρέτησε, τη χαιρέτησε πριν συλλογιστεί αν έπρεπε να χαιρετήσει. Έπειτα ξαναπαντήθηκε με τη Μαρίκα στο σπίτι μιας ξαδέρφης και των δυο. Στη σάλα ήταν πολλοί, και ο Στέφανος δεν την πρόσεξε που καθόταν στο πιάνο. Ορθή μπροστά της η Φιφίκα Πρίφτη τελείωνε το τραγούδι Στο Ζάππειο σε πρωτόειδα, και χειροκροτούσαν όλοι. Ο λοχαγός Γιαλούδης κ’ ένας δικηγόρος, συνάδελφος του Στέφανου, σηκώθηκαν και της έσφιξαν το χέρι. Ο Στέφανος προχώρησε και τη χαιρέτησε και τη συγχάρηκε κι αυτός. Εκεί γύρισε η Μαρίκα το κεφάλι. Κοιτάχτηκαν, σα να ξαφνιάστηκαν και οι δυο. Μα ο λοχαγός μπήκε στη μέση και τους χώρισε. Πλησίασε και είπε κάτι της Μαρίκας. Η Μαρίκα ξαναέσκυψε στο πιάνο, κ’ ενώ ο Στέφανος γύρισε και χαιρετούσε και τους άλλους, το πιάνο έπαιζε το σκοπό: Η κυρά μας η δασκάλα που είν’ άγρια και κακιά … Η Φιφίκα Πρίφτη δεν το τραγούδησε, το σφύριξε μονάχα ο λοχαγός κουνώντας το κεφάλι και τους ώμους με το ρυθμό. Ύστερα ήρθε το τσάι. Ο λοχαγός και ο δικηγόρος κάθισαν σ’ ένα τραπεζάκι κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη. Ο Στέφανος μιλούσε ορθός με το νομομηχανικό. - Για δες τους, του σφύριξε η ξαδέρφη του, ενώ του σερβίριζε το τσάι. Ο Στέφανος γύρισε και είδε. Ο δικηγόρος τέντωνε μπρος το στήθος κ’ έδειχνε το φουσκωτό χρωματιστό του λαιμοδέτη με μια χρυσή άγκυρα λοξά μπηγμένη, ο λοχαγός καμπουριασμένος πετούσε το κεφάλι έξω, σχεδόν ίσια με το πρόσωπο της κόρης. Κρατούσε δαγκαμένο το τσιγάρο και σούφρωνε το ένα μάγουλο καθώς κοίταζε με το μονόκλ, σε τρόπο που να φαίνονται τα δόντια του σα σκύλου που τα δείχνει πριν γαυγίσει. Η Φιφίκα Πρίφτη τον άκουε να της διηγείται και χαμογελούσε. Ήταν κόρη πλούσιου σαπουνά και αγαπημένη της κυρίας Κατίγκως. Κομψή και νόστιμη, ο Στέφανος μιλούσε ευχάριστα μαζί της και ήξερε πως η Θεώνη, όπως λεγόταν η ξαδέρφη του, την έφερε στο τσάι επίτηδες γι’ αυτόν. Σε λίγο η Θεώνη ξαναέριξε ματιά του Στέφανου, ματιά που έλεγε: Τι κάθεσαι! Ο Στέφανος γύρισε πάλι και είδε· ο λοχαγός είχε πλησιάσει πιο κοντά τη δεσποινίδα Πρίφτη. Μα δυο βήματα από πίσω της στεκόταν ορθή δίπλα σε μια λατάνια η Μαρίκα. Φορούσε φόρεμα ανοιχτό τριανταφυλλί, και οι ίσκιοι της λατάνιας έπεφταν κ’ έτρεμαν απάνω του σαν κοκκινόμουντα νερά. Τα μάτια του Στέφανου σταμάτησαν έξαφνα στη Μαρίκα. Η Θεώνη πήγε και κάθισε κοντά στη δεσποινίδα Πρίφτη και τον ξαναέκραξε με μια ματιά· κ’ έπειτα με το όνομά του. Μα ο Στέφανος τράβηξε ίσια στη Μαρίκα. Το βράδυ, όταν η κυρία Κατίγκω τον ρώτησε ποιος ήταν και τι έγινε στο τσάι, ο Στέφανος δεν είπε ούτε πως ήταν η Μαρίκα εκεί. Την άλλη μέρα βρέθηκε κάτω από το σπίτι της. Η Μαρίκα στάθηκε στο παράθυρο ορθή, ακίνητη ώσπου πέρασε. Ξαναπαντήθηκαν στο σπίτι της Θεώνης και ξαναπαντήθηκαν και πάλι, σα να το είχαν συμφωνήσει. Βγήκαν περίπατο μαζί και οι τρεις, πρώτα στο δρόμο της ακροθαλασσιάς, έπειτα όμως στ’ απόμερα, στην εξοχή, στους λόφους που έπαιζε μικρός ο Στέφανος με τις δυο Ευανθίες, και πιο μακρύτερα, όπου τα λαγκάδια της ρεματιάς ομορφαίναν περισσότερο, οι λόφοι γίνονταν βουνάκια, πέτρινα πάντα, κοκκινόμαβα, με πεύκα αραιά και ρείκια πιο πυκνά και σφάλαχτα και σπάρτα που όταν ανθίζαν τον Απρίλη έβαφαν όλον τον τόπο σα με αίμα κίτρινο --- ένα κίτρινο που το αγαπούσε χωριστά η Μαρίκα κ’ έμενε άφωνη κοιτάζοντάς το όταν έχυνε τα βράδια χρυσόξανθες αναλαμπές στα ρόδινα νερά του μικρού κόλπου, που έκανε πίσω από το κάστρο η θάλασσα. Εκεί έξω δεν απαντούσανε ψυχή. Μόνο κανένα κυνηγό και γαϊδουράκια, που όπως κατεβαίναν ολοσκέπαστα από τα κλαδιά που ήταν φορτωμένα, έμοιαζαν σα θάμνα φουντωτά που σάλευαν, φαινόντανε σα βώλοι χαλκοπράσινοι που ξεκολλούσαν και κυλούσαν γλιστρώντας κάτω στην πλαγιά. Μακρύτερα έβοσκαν κοπάδια τράγοι, και τα κουδούνια ηχούσαν εδώ βοερά από το βάθος και σαν απόκοσμα, εκεί απαλά από τη ράχη, μελαγχολικά. Κάτω στης λαγκαδιάς το χάσμα άγρια περιπλοκάδια πλεγμένα σε κουμαριές και σκίνα και σε ρείκια σχηματίζαν λόχμες, μικρούς θόλους που έφεγγαν βιολετοκόκκινοι όταν άνοιγαν τα ρείκια, έλαμπαν ασπριδεροί με μουντούς, παρδαλούς τόνους όταν ανθίζαν τα περιπλοκάδια. Η Μαρίκα και ο Στέφανος, πιασμένοι μπράτσο, γλιστρούσαν στις πλαγιές, σερνόντανε στα μονοπάτια, μιλούσανε λιγότερο παρότι σώπαιναν και ονειρεύονταν. Η Θεώνη τους ακολουθούσε πότε κοντά, πότε από πίσω, πότε τους άφηνε να προχωρούνε μόνοι, να κρύβονται για μια στιγμή στα θάμνα, να κάθονται στα φρύδια και να στέκονται στις κορυφές ορθοί σα στύλοι και να κοιτάζουνε τη θάλασσα, που ανοίγονταν μπροστά τους πάντα πλατύτερη κ’ έφεγγε όλη στο ηλιοβασίλεμα σα χρυσή πλάκα απέραντη πυρωμένη σε πυρκαγιά ολοπόρφυρη. Και μια μέρα, καθώς στέκονταν αντίκρυ εκεί στη θάλασσα, και την κοιτάζανε χεροπιασμένοι, έσφιξε ο ένας περισσότερο το χέρι του άλλου. Ο Στέφανος δεν το θυμάται ποιος. Και μια στιγμή βρεθήκαν με σμιγμένα χείλη. Έπειτα έμειναν ακουμπώντας τα χέρια ο ένας στον ώμο του άλλου, έμειναν άλλη μια στιγμή έτσι και κοιτάζονταν στα μάτια. Ο Στέφανος θυμάται πως η όψη της Μαρίκας ήταν κατακόκκινη. Έπειτα έλυσαν άφωνοι τα χέρια και κατέβηκαν το λόφο. Όσες φορές περάσαν από το λόφο, δε σταμάτησαν στο μέρος. Γλιστρούσαν σιωπηλοί. Μια μέρα μόνο, ένα βράδυ που η θάλασσα έλαμπε περισσότερο παρά άλλο βράδυ, και από πάνω κρεμόντανε τα σύννεφα ωχρά, ρόδινα εμπρός και κόκκινα βαθιά στο μάκρος, σταθήκανε και πάλι. Και η Μαρίκα έγειρε στο ώμο του και κοίταζε. Κοίταξε άφωνη λίγες στιγμές, έπειτα έπιασε το χέρι του και γύρισε και τον έβλεπε στα μάτια. Ο Στέφανος έσκυψε και της φίλησε το μέτωπο. Η Μαρίκα ακούμπησε ξανά στον ώμο του. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, είπε σιγαλά. Ο Στέφανος της γέλασε. Της γέλασε και σώπαινε. - Στέφανε, ψιθύρισε πάλι η Μαρίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Είναι και κείθε, και από εκείθε πέρα; ξαναείπε σιγαλά η Μαρίκα κ’ έδειξε στο μάκρος, που χάνονταν τα σύννεφα ολοπόρφυρα. - Τι; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος. Μα ένα πουλί πέταξε μπρος από τα πόδια του ίσια, ολόισια προς τ’ απάνω· κ’ ένας ήχος χτυπητός και λαγαρός σκορπίστηκε έξαφνα, σα να τρικύμισε κυματιστά όλον τον αέρα. Τρεμουλιαστό, ίσια απάνω, κατακόρυφα ανέβαινε το πέταγμα του σταχτερού πουλιού, και λαγαρότερο, τρικυμιστότερο και πάντα πιο ηχερό σα σάλπισμα πρωινό γέμιζε το κελάδημά του τον αιθέρα. Σώπαιναν και κοίταζαν απάνω όσο που χάθηκε σε μικρό στίγμα τα σταχτερό πουλί, και ο ήχος σβήστηκε σ’ έναν ψιθυριστό απόηχο ψηλά στο γαλανό. - Ω είναι, είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα και γυρτή στον ώμο του Στέφανου κατέβηκε το λόφο. Όταν το βράδυ γύριζαν στην πόλη, ο Στέφανος έφερνε τη Μαρίκα και τη Θεώνη ως τη γέφυρα, και αυτού τις άφηνε, και κείνος πήγαινε από τον άλλο δρόμο. Μα το βράδυ αυτό η Μαρίκα δεν του άφησε το χέρι· τον έσυρε μαζί της ως τη γέφυρα, και σταθήκαν κ’ έσκυψαν στα κάγκελα κ’ έβλεπαν κάτω. Είχε νυχτώσει και άναψαν τα φώτα. Δεν περνούσε κανείς στη γέφυρα, και μόνο στο κανάλι κάτω πηγαίναν πέρα δώθε μερικές σκιές. Στάθηκαν και κοιτάζαν κάτω και σωπαίναν, σα να ήθελαν ν’ ακούσουν ένα ψιθύρισμα που έφτανε από κάτω από τη γέφυρα. Από αντίκρυ, από τους κήπους, ένα απόγειο έφερνε μια μυρουδιά ελαφρή από ανθισμένες πασχαλιές. Η Μαρίκα σύρθηκε πιο κοντά στο Στέφανο, και ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι. Όταν χωριστήκαν ύστερα, φιλήθηκαν πρώτη φορά εμπρός στην ξαδέρφη τους. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν στη σκοτεινιά. Ο Στέφανος θυμάται πως εκεί που γύριζε έπειτα στην πόλη, είχε μπροστά του όλη την ώρα τα μάτια της Μαρίκας. Και θυμάται τώρα πως εκεί που πήγαινε θυμήθηκε έξαφνα την Ευανθία. Έτσι έξαφνα, έτσι μια στιγμή. Έπειτα η ανάμνηση έσβησε πάλι εμπρός στα μάτια της Μαρίκας. Και την άλλη μέρα που είδε τη Μαρίκα, η Μαρίκα του είπε: - Ξέρεις, Στέφανε, η Θεώνη μου θύμωσε χτες βράδυ όταν χωρίσαμε από σένα. - Γιατί από λάθος τη φώναξα Ευανθία, πρόσθεσε γελώντας· φοβάται πως αγαπώ περισσότερο την Ευανθία. - Και δεν την αγαπάς; ρώτησε ο Στέφανος. - Ανοησίες, απάντησε η Μαρίκα και σώπασε. - Αν κ’ έπρεπε, είπε πάλι έπειτα από μια στιγμή. - Γιατί; ρώτησε ο Στέφανος. - Γιατί κι αυτή --- η Θεώνη --- σε πήγαινε στην Πρίφτη. - Ανοησίες, είπε τώρα ο Στέφανος. Και σώπασαν πάλι. Μα ύστερα από λίγο η Μαρίκα ξαναείπε: - Ωστόσο είναι παράξενο στ’ αλήθεια. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Να, πολλές φορές μου φαίνεται πως είναι αλήθεια η Ευανθία που έρχεται κοντά μας. Ο Στέφανος την κοίταξε, αλλά δε μίλησε. Θυμάται πως είχε όλη την ώρα κάποια στενοχώρια να μιλήσει. Μα η Μαρίκα μιλούσε πιο πολύ τη μέρα αυτή, μιλούσε πιο πολύ παρότι σώπαινε άλλες μέρες. ……………… Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη. Και η Μαρίκα ήταν τόσο ευτυχισμένη να βυθά, να πλέει, να χάνεται σα σε όνειρο μέσα σ’ αυτό. Και σώπαινε. Κ’ έπειτα άρχιζε πάλι να μιλεί, να φλυαρεί. Κι’ έπειτα πάλι ξανασώπαινε. Κ’ έτρεχε μπρος, έμενε πίσω, ξαναγύριζε στο Στέφανο κ’ έγερνε απάνω του, βάδιζε πλάι του, ψιθύριζε, άπλωνε τα χέρια ψηλά στο φως, πέρα στη θάλασσα, τα έριχνε πάλι κάτω, τα ανάπαυε στον ώμο του, τα δίπλωνε τριγύρω στο λαιμό του. Μισοέκλεινε τα μάτια στο πρόσωπό του εμπρός και ξανάνοιγε πάλι τα μάτια πλατιά κ’ εκστατικά στο γαλανό, στα χρυσά νέφη, στα ρόδινα νερά. - Μου αρέσει, μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε· τον άφηνε να της χαδεύει τα μαλλιά και ήταν τόσο ευτυχισμένη. - Μου αρέσει το φθινόπωρο, έλεγε κ’ έδειχνε απάνω το γλαυκό κ’ έδειχνε γύρω το χρυσό φως και κάτω τις ανεμώνες που έσκαζαν πλήθη πολλά στη γη και πλούμιζαν με τόνους ωχρορόδινους το σκούρο χώμα. Τόνοι νεκροί, κιτρινωποί, χαλκοί γλιστρούσαν εδώ και κει στους πράσινους ακόμα θάμνους και στα κλαδιά, όπου κοκκινίζαν ζωηρά τα κούμαρα. Ο Στέφανος και η Μαρίκα χάνονταν στους θόλους, σταματούσαν κι άκουαν τους σπίνους που λαλούσαν το σιγαλό σκοπό τους στα κλαδιά, τους μικρούς σπουργίτες που ψιθύριζαν στα θάμνα, τους μακρινούς, κομμένους ήχους που φτάνουν πάντα αόριστοι και μελαγχολικοί από την ερημιά και γεμίζουν τη σιγή με κάποια ανησυχία. Σταματούσαν και τους άκουαν και σώπαιναν, και η Μαρίκα άφηνε το Στέφανο να τη φιλεί και του ξανάλεγε: - Μου αρέσει το φθινόπωρο. Κάποιοι αργοπορημένοι βάτοι πρόβαλαν μια μέρα λευκοανθισμένοι, χλωμοκόκκινοι εκεί εμπρός τους, και ο Στέφανος τους έδειξε της Μαρίκας. - Είναι σαν άνοιξη, της είπε. Και θυμάται τώρα πως η Μαρίκα τον κοίταξε με μακρύ βλέμμα κ’ έπειτα: - Είναι σα γέλασμα, ψιθύρισε αργά και τον κοιτούσε. Η φωνή της είχε έναν τόνο σα βραχνό, ελαφρά βραχνό, ανεπαίσθητα βραχνό. Ο Στέφανος όμως τον πρόσεξε. - Και τον αγαπώ, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα με τον ίδιον τόνο στη φωνή και τον κοίταζε στα μάτια. Ο Στέφανος την κοίταξε κι αυτός σαν παραξενεμένος κ’ έμεινε μελαγχολικός. Μα σε λίγο ξαναβγήκανε στο λόφο· η θάλασσα άστραψε πάλι πέρα κ’ ένας αέρας χλιαρός από τα πλάτη σκόρπισε το σύννεφο. Η Μαρίκα ξανάπλωσε τα χέρια σα φτερά, και η φωνή της ηχούσε ξάστερη. Είχαν φτάσει κοντά στο Χάλασμα, ένα παλιό ερειπωμένο σπίτι που τα παράθυρά του ανοιγόντανε άδεια κοντά, μπροστά στη θάλασσα. Η Μαρίκα αγαπούσε να σταματά εκεί· τριγύρω κοκκίνιζαν ξεροί, γυμνοί μονάχα βράχοι, και οι ροδοδάφνες που δοκιμάσαν να φυτέψουν μια φορά απέξω από το χάλασμα, απόμεναν λειψές και μόλις που κοκκίνιζαν· εμπρός στην πόρτα του όμως απλωνόταν πλατιά, μεγάλη η θάλασσα. Η Μαρίκα σταμάτησε και τώρα εκεί· και τέντωσε το χέρι και την έδειξε. Κοντά της η Θεώνη κοίταζε σα να έπληττε· και ολόγυρα στους λόφους και αντίκρυ στο ορθόβραχο βουνό και απάνω στο γλαυκό και κάτω στη ροδισμένη θάλασσα άπλωνε τη χλιαρή γαλήνη του το αργό και φωτεινό φθινόπωρο. ………………… Μα η κυρία Κατίγκω έμαθε τους περίπατους και θύμωσε με τη Θεώνη. Η κυρία Αγλαΐα τα έβαλε με τη γιαγιά κ’ έπειτα με την ίδια τη Μαρίκα. Της θύμισε τη νομαρχία και της είπε: - Αδύνατο! Αδύνατο να γίνει! Δεν ήθελε μήτε να φανταστεί για τη Μαρίκα κάτι κατώτερο από νομαρχία. Και γέλασε ανάμεσα στα δόντια: - Στο σπίτι της κυρίας Κατίγκως! Μα και για την κυρία Κατίγκω η προίκα της Μαρίκας δεν ήταν αρκετή· η κυρία Κατίγκω αγαπούσε κιόλα τη Φιφίκα Πρίφτη και το έκοψε κι αυτή στο Στέφανο: - Μονάχα τη Φιφίκα. Έτσι έπαψαν οι περίπατοι, και ο Στέφανος έβλεπε σπάνια τώρα τη Μαρίκα. Θυμάται πως ήταν μελαγχολικός και διάβαζε πάντα το Βέρθερο· δε μιλούσε πια με την κυρία Κατίγκω, ούτε η γιαγιά ερχότανε σ’ αυτή. Ώσπου μια μέρα ζήτησε έξαφνα η Μαρίκα να δη το Στέφανο. Ειδωθήκαν στης Θεώνης, και η Μαρίκα ήταν ωχρή· μα έπειτα κοκκίνισε μεμιάς. - Να φύγομε, του είπε. Και όταν είδε πως ο Στέφανος δεν απαντούσε. - Τότε έλα στη μαμά, του είπε πάλι ξαφνικά. Ο Στέφανος αποφάσισε και πήγε, και η κυρία Αγλαΐα του έσφιξε περίεργα το χέρι και μιλήσαν φιλικά. Φαινόταν σα να ξέχασε τη νομαρχία κ’ έδειχνε πως είχε κάτι να του πει. Μα δεν το είπε· όταν έφευγε του ψιθύρισε μονάχα: - Ήθελα να μιλούσατε με τη γιαγιά. Μα και η γιαγιά προτίμησε και πήγε στην κυρία Κατίγκω· και της είπε την απόφαση που πήρε να δωρίσει στη Μαρίκα το κτήμα που είχε για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε όταν το άκουσε: - Αλλά, νονά! Μα όταν έπειτα λογάριασε πως με το κτήμα αυτό η προίκα της Μαρίκας ανέβαινε ψηλότερα από της Φιφίκας Πρίφτη, είπε σιγαλότερα: - Για να το πω του Γιάγκου. Και φώναξε τον κύριο Γιάγκο κ’ έδωσαν το λόγο τους. Μα την ώρα που θα έφευγε η γιαγιά, η κυρία Κατίγκω την έκραξε στην άκρη. - Κοίταξε όμως, νονά, της είπε, όσο είσαι ζωντανή δεν πρέπει να το μάθει η Ευανθία. - Ναι, απάντησε η γιαγιά. - Ξέρεις πόσο την αγαπώ· δε θέλω να πικραθεί, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, ναι είπε ξανά η γιαγιά, φιλήθηκε με την κυρία Κατίγκω και αγκάλιασε το Στέφανο. Κ’ έτρεξε στην κυρία Αγλαΐα και στη Μαρίκα που περίμεναν. Η κυρία Αγλαΐα φίλησε και κείνη τη Μαρίκα, όταν όμως έγιναν οι αρραβώνες δεν παρουσιάστηκε. Η Μαρίκα βγήκε χλωμή μόνο με τη γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ήταν νευρική όλη την ώρα. Στην πόρτα φάνηκε ο άσπρος σκούφος του παππού, και όταν βγήκε από τη σάλα η υπηρέτρια με το δίσκο, ο παπαγάλος φώναξε από το κλουβί. Η Μαρίκα χλόμιασε περισσότερο. Και κει που έφευγαν έπειτα, ο Στέφανος την πρόσεξε πως έβηξε ξερά. Η κυρία Κατίγκω, όταν γύρισαν στο σπίτι, αγκάλιασε και φίλησε το Στέφανο. - Αφού το θέλησες, με την ευχή μου, του είπε, ωστόσο… Ο Στέφανος την κοίταξε. - … καλύτερα να μη γινότανε, ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έσκυψαν και οι δυο κ’ έμειναν σιωπηλοί. [Επεξεργασία] V Όμως την άλλη μέρα άλλαξε η κυρία Κατίγκω, πήγε στη γιαγιά και στη Μαρίκα. Και όταν γύρισε στο σπίτι είπε στον κύριο Γιάγκο: - Δεν ξέρεις τι καλή που είναι η Μαρίκα. Κ’ έπειτα: - Και κ ε ί ν η βγήκε σήμερα και με χαιρέτησε. Ο κύριος Γιάγκος κατάλαβε πως εννοούσε την κυρία Αγλαΐα. - Μου θυμώνει μόνο όταν πιάνεται με τη νονά, πρόσθεσε η κυρία Κατίγκω. Κ’ έπειτα πάλι: - Τώρα που πήρε η κόρη της το κτήμα, δεν έχει πια μαζί μας τίποτε. Μα έξαφνα: - Δεν ξέρεις πώς το έχω μέσα μου, είπε σιγότερα. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε. - Τι; ρώτησε. - Που το πήραμε της Ευανθίας, απάντησε η κυρία Κατίγκω και μελαγχόλησε. Έπειτα όμως πηγαίνοντας πιο κοντά του: - Ξέρεις τι περιμένει; του είπε. - Ποιος; ρώτησε ο κύριος Γιάγκος. - Η…, απάντησε η κυρία Κατίγκω, και ο κύριος Γιάγκος εννόησε πάλι, περιμένει να γίνει ο Στέφανος νομάρχης. Με αυτό την έκαμαν και δέχτηκε. Ο κύριος Γιάγκος γέλασε: - Ε, και συ τάχα δεν το θέλεις; Η κυρία Κατίγκω δεν απάντησε. Έτρεξε μέσα και φίλησε το Στέφανο. Γρήγορα όμως ξαναμάλωσε η κυρία Αγλαΐα με τη γιαγιά και ξαναέκλεισε την πόρτα στην κυρία Κατίγκω. Μα πρόφτασε η Μαρίκα, και ο Στέφανος δεν το έμαθε. Όταν το έμαθε έπειτα, είχε συνηθίσει. Δεν πρόσεχε. Πρόσεχε κ’ έβλεπε μόνο τη Μαρίκα. Και τώρα, ενώ ο Στέφανος κάθεται εκεί αντικρύ στη θάλασσα και φέρνει στη μνήμη του όλα αυτά ένα-ένα σα να τα ξαναζεί, έχει μπροστά του πάντα την εικόνα της Μαρίκας· της Μαρίκας ορθής κάτω από τα βραδιασμένα πεύκα, σκυφτής στ’ αραδιασμένα κοχύλια της στον άμμο, ακίνητης μπροστά στη θάλασσα ενώ έπαιζαν τ’ άλλα παιδιά· ριγμένα απάνω του τα μελαγχολικά μεγάλα μαύρα μάτια της, του φαίνονταν σα να του ανοίγουν έξαφνα ένα μυστικό. Κ’ έξαφνα πάλι εκεί θυμάται ο Στέφανος τη χτεσινή σκηνή με την κυρία Κατίγκω όταν γύρισαν στο σπίτι, και στο παράθυρο ξέσπαζε η βροχή. Η κυρία Κατίγκω είχε έπειτα όλο το βράδυ σκοτεινό το πρόσωπο, και η σιγή της ήταν πνιγερή όλη την ώρα στο τραπέζι. Για να την αποφύγει, ο Στέφανος βγήκε έξω στο μπαλκόνι· βγήκε και στάθηκε σκυφτός. Δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί και γύρισε τα μάτια του απάνω. Με έξαφνα τα σταμάτησε εκεί παράξενα ο Ωρίων που ανέβαινε από το βουνό. Ανέβαινε λαμπρός, υγρός σα μόλις λουσμένος στη βροχή κ’ έλαμπε κει παράξενα στημένος ολόρθος στο βουνό. Ο Στέφανος θυμάται πως τον κοίταζε ώρα, σα να τον πρόσεχε πρώτη φορά, σα να τον έβλεπε έτσι εκεί πρώτη φορά. Και θυμάται πως ανατρίχιασε· του φάνηκε μεμιάς σα να τον κοίταζε και κάποιος άλλος, κάποιος κοντά του, πίσω, πλάι του. Έστρεψε πίσω, πλάι ---δεν ήτανε κανείς. Και σήκωσε πάλι τα μάτια απάνω κ’ έβλεπε τον Ωρίωνα. Και σήμερα έξαφνα η Μαρίκα του μίλησε για τον Ωρίωνα. Ο Στέφανος τινάχτηκε όπως και την ώρα που άκουσε τη Μαρίκα να μιλεί γι’ αυτόν. Σταμάτησε και κοίταξε μπροστά του πέρα σα να έβλεπε κει να έτρεμε ν’ ανοίξει πάλι κάποιο μυστικό. Μα ξαναέσκυψε, και η Μαρίκα ήταν πάλι εμπρός του ορθή· ορθή κάτω από τα ισκιωμένα πεύκα, ορθή από πίσω του και πρόσμενε να έρθει να καθίσει το πουλί, ορθή μπροστά του κ’ έπαιρνε από το χέρι του το πορτοκάλι που είχε κόψει αυτός ο ίδιος για την αδερφή… Γύρω άρχισε να σκοτεινιάζει, και η θάλασσα είχε βαφεί με χρώμα κίτρινο που χλόμιαζε ολοένα σιγοσβήνοντας σε σταχτερή άχνα. Και του Στέφανου, καθώς κοίταζε τη θάλασσα, του φάνηκε πως γέμισε όλη με τους κύκλους που την είδε να γεμίζει το σκοτεινό απομεσήμερο που πέθαινε η μικρή αδερφή. Ξανατινάχτηκε. Όταν σήκωσε πάλι τα μάτια δεν ήταν γύρω του κανείς. Τα τραπέζια του καφενείου όλα έρημα, στην τζαμόπορτα έπαιζε μια λάμψη, σα φως που σπάζει σε αδειανό καθρέφτη. Σηκώθηκε σιγά και τράβηξε προς το ακρογιάλι. Η θάλασσα σιωπηλή σκοτείνιαζε ολοένα, στα καΐκια ανάβανε θαμπά μικρά φανάρια, και η λάμψη τους έμενε ακίνητη σαν καρφωμένη ορθή μες στο νερό. Ούτε άνθρωπος, ούτε ίσκιος γύρω· μόνο ένα ναυτόπουλο εκεί κάπου σκορπούσε σα στεναγμό το σιγαλό παθητικό τραγούδι του: Θάλασσα πλατιά, μαύρη ξενιτιά… Μελαγχολία παράξενη κυρίεψε έξαφνα το Στέφανο ενώ βάδιζε και άκουε που ξεψυχούσε το τραγούδι πίσω του· σα να του ξύπνησε μεμιάς η θλίψη ολόκληρης μιας ξενιτιάς, μιας ερημιάς. Αλλά ποιας ξενιτιάς, ποιας ερημιάς; Ο Στέφανος σταμάτησε. Και μια στιγμή καθώς σταμάτησε, του ήρθε πως τάχα ήταν κλεισμένος στα τείχη του σχολείου μια φορά· είχε μπροστά του πέρα την ξένη θάλασσα και τραγουδούσε ο ίδιος το τραγούδι που έσβηνε τώρα πίσω του. Το τραγουδούσε και θυμόταν τη δική του θάλασσα και την κυρία Κατίγκω που του έγραφε πως κάθεται και την κοιτάζει μόνη. Κ’ έξαφνα του έρχεται στο νου πως του είχε γράψει κάποτε η κυρία Κατίγκω: Είχαμε τώρα εδώ την Ευανθία. Ο Στέφανος την είχε λησμονήσει. Θυμόταν μόνο την κυρία Κατίγκω όταν έβλεπε τη θάλασσα. Και ο Στέφανος ξανασταμάτησε. Θυμήθηκε πάλι μεμιάς πως γύρισε ένα καλοκαίρι σπίτι του. Ήταν τότε που η γιαγιά δεν ερχόταν στην κυρία Κατίγκω· κ’ ένα βράδυ ξαφνίστηκε καθώς πήγαινε στο δρόμο. Τον σταμάτησε τρεχάτη η Ευανθία. - Ήρθα να κάνω μπάνια και να με δει η γιαγιά· πες της θείας Κατίγκως πως θα έρθω να τη δω, του είπε σιγά, σχεδόν στο αφτί. Και του έσφιξε το χέρι κ’ έφυγε. Και μια βραδιά ήρθε αλήθεια. Αγκαλιάστηκαν με την κυρία Κατίγκω και μίλησαν πολλά Ο Στέφανος στεκόταν στο μπαλκόνι. Και μια στιγμή ήρθε η Ευανθία εκεί κοντά του. Πρώτα στάθηκε αμίλητη, έπειτα του είπε: - Έμαθα θα φύγεις. - Ναι, της απάντησε. - Και γω θα φύγω, δε θα μείνω όλον το μήνα, είπε η Ευανθία. Και σώπασαν και οι δυο. Κάτω απλωνότανε μπροστά τους σιωπηλή κ’ η θάλασσα. Και ο Στέφανος σα να την είδε να γεμίζει όλη με τους κύκλους. Μια στιγμή κ’ έπειτα οι κύκλοι έσβησαν. Έσβησαν όπως έσβησαν και τώρα που απλώθηκαν μπροστά του πάλι μια στιγμή… Ο Στέφανος ήταν στην πόρτα του. Είδε την τραπεζαρία φωτισμένη: τον περίμεναν. Συλλογίστηκε την κυρία Κατίγκω αμίλητη και σκοτεινή. Και στάθηκε. Σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Όμως ανέβηκε. Τον περίμεναν να φάνε, και η κυρία Κατίγκω τον καλησπέρισε χαρούμενη. - Ήταν εδώ η Ευανθία, του είπε· δες τι μου έφερε. Και του έδειξε ένα κέντημα, ένα μαξιλαράκι μ’ ένα κόκκινο μεγάλο ρόδο φουσκωτό, στη μέση από φόντο κίτρινο. Ο Στέφανος το κοίταξε. Το φως της λάμπας έριχνε απάνω του ζωηρούς κρεμεζιούς τόνους --- του Στέφανου του φάνηκαν σαν αιματένιοι. - Πώς χάρηκε ο πατέρας σου, είπε η Κατίγκω. Ε, Γιάγκο; Ο κύριος Γιάγκος κοίταξε. - Την… Ευανθία, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ναι, μεγάλωσε, είπε ο κύριος Γιάγκος. Η κυρία Κατίγκω αναστέναξε, και ο κύριος Γιάγκος άλλαξε ομιλία. Παραπονέθηκε για τους κεφτέδες. - Τους έκαψε, είπε. Έπειτα φώναξε την υπηρέτρια για τις σκνίπες που πλημμύριζαν το τραπέζι: - Κλείνετε πρώτα πριν ανάψετε το φως, σας είπα! Ο Στέφανος έτρωγε αμίλητος, η κυρία Κατίγκω έγινε πάλι μελαγχολική. Άμα τελείωσαν και ο Στέφανος σηκώθηκε να φύγει, η κυρία Κατίγκω τον πλησίασε στην πόρτα. - Θα έβγεις έξω; του είπε. Ο Στέφανος ένεψε «ναι», και η κυρία Κατίγκω τον κοίταξε άφωνη μια στιγμή στα μάτια. Έπειτα γύρισε να φύγει, μα πάλι σταμάτησε και τέλος τόλμησε: - Που ήσουν σήμερα; Ο Στέφανος την κοίταξε μονάχα. Και η κυρία Κατίγκω πλησιάζοντας και βάζοντας ελαφρά το χέρι της στον ώμο του ψιθύρισε: - Καλά, καλά· καλύτερα που πήγες. Και γύρισε και μπήκε μέσα. Ο Στέφανος έμεινε μια στιγμή χωρίς να κινηθεί. - Η ίδια πάντα, η ίδια πάντα, είπε έπειτα και τράβηξε στην κάμαρά του. [Επεξεργασία] VI Την άλλη μέρα βρήκε ο Στέφανος την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. - Δε σηκώθηκε η Μαρία, του είπε. Ο Στέφανος της έδωσε το χέρι και σταμάτησε: - Είναι ίσως αδιάθετη; Η Ευανθία δεν απάντησε. - Ήταν εδώ η Φιφίκα, είπε έπειτα. Και πρόσθεσε: - Ήρθε για μένα. Και κοίταζε το Στέφανο. Στην πόρτα ήρθε και στάθηκε ο παππούς. - Έλα, παππού, του μίλησε η Ευανθία. Ο παππούς κοίταξε μέσα μια στιγμή, έπειτα γύρισε κ’ έφυγε. - Θα ταξιδέψει, είπε η Ευανθία. - Ποιος; ρώτησε ο Στέφανος. - Η Φιφίκα· θα έφευγε σήμερα, μα δεν της ετοιμάσανε το φόρεμα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν, είπε ξανά αφού κάθισε. Κι έπειτα από μια στιγμή: - Βάζω στοίχημα πως δε θ’ αρέσει της Μαρίκας. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. - Το φόρεμα· θα το βρει πρόστυχο. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Όπως βρίσκει πρόστυχη και τη Φιφίκα. Και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο· και είπε πάλι σα με πείσμα: - Μα εμέ μου αρέσει. Και της θείας Κατίγκως της αρέσει. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε ν’ ακούσει· η κυρία Αγλαΐα μπήκε μέσα. Η Ευανθία σηκώθηκε και καλημέρισε. Η κυρία Αγλαΐα μόλις κίνησε τα χείλη. Έπειτα άπλωσε αλύγιστα και αργά το χέρι της στο Στέφανο. Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έφερε σ’ αυτό τα χείλη. Η κυρία Αγλαΐα πήγε ως το παράθυρο κ’ έριξε έξω μια ματιά· έπειτα γύρισε στη γωνία όπου είχε τ’ άνθη της και στάθηκε μπροστά σε μια μπεγκόνια. Δοκίμασε το χώμα και χάδεψε τα φύλλα της. Καθώς τα άγγιξε, μια παρδαλή απαλή λάμψη τρεμούλιασε μπροστά στην Ευανθία που πλησίασε κεί· τα κόκκινα καμπανωτά άνθη από δυο τουλίπες στημένες παρά πίσω έριχναν τόνους κόκκινους. Ο Στέφανος θυμήθηκε μπροστά τους το πορφυρό ρόδο στο κέντημα που χάρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω· κ’ έμεινε και τους κοίταζε. Η Ευανθία πρόσεχε στην κυρία Αγλαΐα που πήγε σε μια εταζέρα. Πήγε και στάθηκε μπροστά σ’ αυτή κ’ έσυρε απάνω της ελαφρά τα δάχτυλα· αφού έκαμε ύστερα το ίδιο και στο πιάνο, γύρισε γρήγορα και πάτησε το κουμπί του κουδουνιού που ήταν απάνω στο τραπέζι. Η υπηρέτρια ήρθε να της σερβίρει τον καφέ, μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε απότομα: - Ποια ξεσκόνισε δω μέσα; Η υπηρέτρια έσκυψε τα μάτια κάτω. Να ξεσκονίσεις πάλι, είπε η κυρία Αγλαΐα και κάθισε μπρος στον καφέ της. Κ’ ενώ άπλωνε έπειτα σιγά το βούτυρο σε μια φετίτσα, σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε την Ευανθία: - Τι φορούσε η Πρίφτη; - Ένα σερζ μοβ με ζακετίτσα, απάντησε η Ευανθία. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα: - Το ξέρω· δεν της πάει καθόλου. - Πώς; έκαμε να πει η Ευανθία, μα μόνο το ψιθύρισε. - Δε θα το πάρει αυτό μαζί της, είπε ύστερα. - Πού να το πάρει; - Στην Ιταλία· θα πάει με τον πατέρα της. Η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια. Και με χαμόγελο: - Κι ο λοχαγός μαζί; είπε. Η υπηρέτρια ήρθε και ξεσκόνιζε, και η Ευανθία δεν απάντησε. Είπε μόνο για το νέο φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. - Γκρίζο με τρία πλατιά βολάν. Και πρόσθεσε: - Κάνουν πάλι πλατιές τις φούστες . Η άκρη ρου άσπρου σκούφου του παππού φάνηκε που έσκυψε στην πόρτα. Μα τραβήχτηκε αμέσως πίσω, και η κυρία Αγλαΐα δεν τον είδε. Η υπηρέτρια τοποθετούσε πάλι στην εταζέρα τα πράγματα που είχε σηκώσει, και η κυρία Αγλαΐα πρόσεχε κει και φώναξε της υπηρέτριας: - Λίγο πιο πέρα, δεξιότερα… - Όχι! πιο εδώ --- τι ζώο! είπε δυνατότερα όσο που τέλος: Αυτού, καλά, ψιθύρισε ευχαριστημένη και γύρισε στην Ευανθία: Πλατιές, μα δε μου αρέσουν. Αλλά η Ευανθία δεν απάντησε. Ο Στέφανος είχε στρέψει προς το παράθυρο· ο ήλιος χτυπούσε και φώτιζε τη λεύκα απέξω· τα φύλλα της ήταν πιο χαλκοκόκκινα και μαδημένα. Όταν ξαναγύρισε τα μάτια μέσα είδε πως η Ευανθία τον κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα τίναζε μέσα στο δίσκο τα ψίχουλα από το βούτημά της… - Φλώρα, Φλώρα! ακούστηκε από το διάδρομο η φωνή του παπαγάλου. Φλώρα ήταν το όνομα της υπηρέτριας που είχαν στο σπίτι όταν πήρανε τον παπαγάλο. Η Μαρίκα τον έμαθε να το φωνάζει, και όταν έφυγε η υπηρέτρια ο παπαγάλος φώναζε πάντα το όνομα αυτό άμα πλησίαζε η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε, έστρεψε στην πόρτα που έμπαινε η Μαρίκα. Η Μαρίκα κοίταξε πρώτα το Στέφανο, έπειτα φιλήθηκε με την κυρία Αγλαΐα και την Ευανθία. - Τι ωραία μέρα! γύρισε προς το παράθυρο, αφού χαιρέτησε το Στέφανο. - Θα βγούμε με το αμάξι, είπε η κυρία Αγλαΐα. Η Μαρίκα πήγε ίσια στο πιάνο κ’ έπειτα στην εταζέρα. Τα δοκίμασε, ήταν ξεσκονισμένα. Ύστερα σταματώντας απέναντι στη εταζέρα: - Να μην μπορεί να μάθει ακόμα! είπε σα μόνη της και πλησίασε και πήρε κ’ έσιαζε τα πράγματα που ήταν σ’ αυτή. Μα η κυρία Αγλαΐα που δεν τον είδε φώναξε: - Μαρίκα! - Να μην μπορεί να μάθει! ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Καλά ήταν· εσύ τα χάλασες, της ξαναφώναξε η κυρία Αγλαΐα. Μα η Μαρίκα σα να μην την άκουσε, έβαλε τα βάζα όπως ήθελε αυτή, και η κυρία Αγλαΐα έκανε να σηκωθεί: - Αλλά, Μαρίκα! - Έτσι, στραβά τα βάζουν τώρα· το είδε στης κυρίας προέδρου, είπε η Ευανθία. Ο Στέφανος περίμενε να πει η κυρία Αγλαΐα στη νομαρχία δεν τα βάζουν έτσι, μα η κυρία Αγλαΐα δε μίλησε· σήμανε μόνο το κουδούνι. Η υπηρέτρια ήρθε και ξαναέσιαξε τα βάζα. Η Μαρίκα πήγε στο Στέφανο. - Έτσι με κάνει πάντα νευρική, του είπε και στάθηκε κοντά του στο παράθυρο. - Το είδα αλήθεια στης κυρίας προέδρου, ξαναείπε, μα η μαμά έτσι κάνει πάντα. Ο Στέφανος θέλησε ν’ αλλάξει θέμα. - Κοίταξε κει, της είπε κ’ έκαμε να της δείξει κάτι, δεν ήξερε κι ο ίδιος τι. Η Μαρίκα έσκυψε· μα καθώς έσκυψε, η ματιά της πήρε τον ίσκιο της γιαγιάς που σκούπιζε κάτω στην αυλή. Τινάχθηκε ορθή πάλι. - Όλοι εδώ μέσα μα κάνουν νευρική, είπε και γύρισε γοργά στην κάμαρα. Η Ευανθία είχε καθίσει και κεντούσε και καθώς σήκωσε μια στιγμή τα μάτια, τα έριξε στη Μαρίκα και στο Στέφανο. Κι αυτοί στρέφοντας μέσα την είδαν που τους κοίταζε. Η Ευανθία δεν πήρε από πάνω τους τα μάτια. Η κυρία Αγλαΐα γυρισμένη εκείθε, καθάριζε τα φύλλα της μπεγκόνιας. Η Μαρίκα έμεινε σα συγχυσμένη, η Ευανθία ατάραχη. Ο Στέφανος είδε όμως στη ματιά της μια λάμψη κίτρινη, μια λάμψη που του θύμισε ξαφνικά τη ματιά μιας γάτας κοκκινόμαλλης που είχαν μια φορά στο σπίτι όταν ήτανε μικρός και του άνοιξε συχνά πληγές στα δάχτυλα. Όταν η κυρία Αγλαΐα γύρισε πάλι το πρόσωπο στην κάμαρα, τους είδε που κοιταζόντανε άφωνοι και είχε το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσα στους τρεις. - Τι κάθεστε; θα βγούμε με το αμάξι, είπε γοργά η κυρία Αγλαΐα. - Αλλά μαμά, πετάχτηκε η Μαρίκα. Το είχα να πάω στα μαγαζιά, να δω ένα ύφασμα, πρόσθεσε αφού σώπασε μια στιγμή. Μα το πρόσθεσε σε τόνο που έδειχνε πως η ιδέα της είχε έρθει μόνο εκείνη τη στιγμή. - Στο γύρισμα σταματούμε και το βλέπεις, είπε η κυρία Αγλαΐα και την κοίταξε με βλέμμα που φανέρωνε πως ένιωσε την πρόφαση. Και τράβηξε κατά την πόρτα. Η Ευανθία πήγε κοντά. Η Μαρίκα στάθηκε μπρος στο Στέφανο, που έμενε ορθός στη θέση του, έτοιμος να κινηθεί, μα σα να μην ήξερε προς πού να κινηθεί. - Κι αυτή, κι αυτή με κάνει νευρική, του είπε, μόλις η Ευανθία χάθηκε έξω από την πόρτα. Σταμάτησε άλλη μια στιγμή μπροστά του, κ’ έπειτα ακολούθησαν άφωνοι και οι δυο. [Επεξεργασία] VII Το αμάξι τράβηξε το δρόμο της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα στρωνόταν πέρα ήσυχη, ωχρογάλανη. Σωπαίναν και οι τέσσεροι· η Μαρίκα κοντά στο Στέφανο, η Ευανθία αντίκρυ του πλάι στην κυρία Αγλαΐα. Έξαφνα η θεία Αγλαΐα θυμήθηκε πάλι το φόρεμα της Πρίφτη. - Γκρίζο είπες; ρώτησε την Ευανθία. - Ναι, γκρίζο, απάντησε η Ευανθία. Δεν πρόσθεσε με τρία βολάν, κοίταξε μόνο στα μάτια τη Μαρίκα. Και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή. Σε λίγο περνούσανε τη γέφυρα του μόλου κ’ έσκυψαν κ’ έβλεπαν κάτω και οι δυο. Μεγάλοι σωροί ρόδια ήταν στημένοι πυραμιδωτά στο μόλο ανάμεσα σε στοίβες σάκους και ψηλές σειρές τετράγωνα ολοκαίνουργα κασόνια. - Τι κόκκινα! ψιθύρισε η Ευανθία βλέποντας τα ρόδια. - Μαρίκα, θυμήσου να στείλομε να πάρομε, είπε η κυρία Αγλαΐα. Από τις αποθήκες του μόλου κάτω από τη γέφυρα έφτανε απάνω κρατητός ο βρόντος άπειρων σφυριών που καρφώναν ολοένα. Η Μαρίκα σφάλισε τ’ αφτιά με τις παλάμες, ώσπου πέρασαν τη γέφυρα. - Ήρθαν απόψε δυο ιγγλέζικα για να φορτώσουν, είπε ο Στέφανος. - Πόσο αγοράζουν; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος είπε την τιμή, και ξανασωπάσαν πάλι. Η Ευανθία σηκώνοντας τα μάτια αντίκρισε μια στιγμή το Στέφανο. Η Μαρίκα κοίταζε ένα μικρό άσπρο σύννεφο στον ουρανό. Είχε υψωθεί εκεί, η Μαρίκα δεν το είχε δει από πού, και στάθηκε ψηλά και σάλευε μια εδώ μια εκεί, σα να μην ήξερε προς τα πού να πάει. Η Ευανθία γύρισε και την κοίταξε - Μαρίκα! φώναξε έπειτα με μιας. Η Μαρίκα γύρισε. - Να μην πάρομε και τη γιαγιά! Η Μαρίκα τής έριξε μόνο ένα βλέμμα δίχως ν’ απαντήσει, και ο Στέφανος είδε πάλι στη ματιά της Ευανθίας την κίτρινη αναλαμπή που του θύμισε πρωτύτερα την παλιά γάτα. Ο δρόμος φάνηκε στη θάλασσα και ανέβαινε προς το βουνό. Το αμάξι πήγαινε τώρα αργά, και η Μαρίκα ακουμπισμένη πίσω κοίταξε πάλι το σύννεφο. Είχε πυκνώσει τώρα μια στιγμή, έπειτα ξαναραίωσε και άπλωσε σα μαλλί ξασμένο, σκόρπισε αραιότερο, κομματιαστό, ώσπου έσβησε. -Μαρίκα, ξαναφώναξε η Ευανθία, καλά είναι τα μαλλιά μου; Είχε βγάλει το καπέλο, το ακούμπησε στα γόνατα, κ’ έσιαζε τα μαλλιά και κοίταζε. Η Μαρίκα δεν της απήντησε. Γύρισε μόνο στην κυρία Αγλαΐα και είπε: - Δεν πάμε πίσω; - Ναι, με το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Αλήθεια· να δούμε στο λιμάνι και τα ιγγλέζικα, είπε η Ευανθία. Το αμάξι ανέβαινε σε μια πλαγιά κατάφυτη με αμπέλια τρυγημένα πια και με κοκκινισμένα φύλλα, και ο δρόμος ισκιωνόταν από το κάστρο που άφησαν πίσω προς την αντολή· στην άκρη των αυλακιών του δρόμου φύτρωναν ωχρόλευκα αγριολούλουδα, λευκογάλανα σκυλάκια, και από τους όχτους μύριζε ακόμα η ξερή ρίγανη. Η Μαρίκα κούμπωσε το φόρεμά της. - Κρυώνεις; Ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα δεν απάντησε, μα ο Στέφανος φώναξε στον αμαξά: - Χτύπα λιγάκι. Άμα κατηφόρισαν στο λόφο, ο ήλιος ξαναθέρμανε το δρόμο και η θάλασσα φάνηκε πάλι κάτω φωτεινή λουρίδα. Το αμάξι κυλούσε τώρα γοργότερα, μα ένα σφύριγμα μέσα από τα δέντρα το σταμάτησε με μιας σε μια καμπή. Ήταν το τραίνο που περνούσε δυο βήματα σχεδόν μπροστά. Η Ευανθία πετάχτηκε ορθή και σήκωσε το χέρι. Μερικά κεφάλια πρόβαλαν έξω από τα παράθυρα των βαγονιών. Η Ευανθία έκαμε να νέψει με το χέρι, μα η κυρία Αγλαΐα την κράτησε. - Τρελή! Έβγαλε φωνή. Η Ευανθία γέλασε, αλλά δεν κάθισε. - Ο λοχαγός! Ο λοχαγός της Πρίφτη, φώναξε έπειτα κοιτάζοντας κατά το τραίνο. Η κυρία Αγλαΐα άφησε την Ευανθία και γύρισε κι αυτή να δει, ενώ ο τριγμός του τραίνου που χανόταν πάλι μες στα δέντρα σκέπασε τη φωνή της Ευανθίας. Η Μαρίκα την κοίταξε περίεργα και γύρισε στο Στέφανο. Η κυρία Αγλαΐα μίλησε πάλι για το ταξίδι και τα τρία βολάν της Πρίφτη. Το αμάξι πλησίαζε προς το λιμάνι και πλάι του σταματούσαν στο σκονισμένο δρόμο χωριάτισσες που πήγαιναν ξυπόλυτες και με πανέρια στο κεφάλι. Εμπρός στο πρώτο καφενεδάκι που απαντήσαν ύστερα, στεκόταν ένα αμάξι· και σ’ ένα από τα τραπέζια κάτω από τους ψηλούς ευκάλυπτους ήταν δυο κύριοι καθισμένοι. Χαιρέτησαν το Στέφανο με το καπέλο. - Ποιος είν’ ο άλλος; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. - Ο νέος εφέτης, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα κούνησε το κεφάλι δεύτερη φορά. Η Ευανθία έσκυψε να κοιτάξει, μα η κυρία Αγλαΐα την τρόμαξε με μια κραυγή. Η Ευανθία είχε ξεχάσει στα γόνατά της το καπέλο και η κυρία Αγλαΐα της ξαναφώναξε: - Μα τι ντροπή! Και τη βίασε να το φορέσει αμέσως. Περνούσαν τα πρώτα σπίτια του λιμανιού, και στις πόρτες έβγαιναν οι γυναίκες και κοίταζαν. Δυο κάρα που πέρασαν έπειτα τρεχάλα, τους έπνιξαν μέσα σε σκόνη μελανωπή. Η κυρία Αγλαΐα τίναξε το φόρεμά της, η Ευανθία γέλασε. Τέλος φάνηκαν κάτω μαυροκόκκινοι όγκοι μακρουλοί τα δυο ιγγλέζικα καθισμένα στ’ ακίνητα νερά σα βουλιαγμένα. Πρώτη τα έδειξε η Ευανθία. Ο Στέφανος έκαμε να στρέψει, μα η Μαρίκα του έδειχνε την ίδια ώρα σε άλλο μέρος. Σ’ ένα λόφο που άφησαν πίσω, άπλωνε ένας μύλος τα μεγάλα του πλατιά πανιά· μια πνοή έκανε να τα κινήσει και σαλεύαν μια στιγμή· μα η πνοή δεν είχε δύναμη και σταματούσαν κ’ έμεναν πάλι σα δεμένα. Η Μαρίκα τα κοίταζε σα να περίμενε τον άνεμο να τα κινήσει, και τα ξαναέδειξε του Στέφανου. Η Ευανθία άκουσε το βίντσι που αντηχούσε τριχτά, σκληρά από το λιμάνι, και φώναξε: - Φορτώνουν. Μαρίκα, πάμε να δούμε πώς φορτώνουν; Η Μαρίκα δε μίλησε. Μόνο η κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Αν πάει κι άλλος καλός κόσμος. Μα η Ευανθία ξαναφώναξε: - Άκου, Μαρίκα! Η Μαρίκα δε μίλησε και πάλι, έδειχνε μόνο του Στέφανου. Μα ο Στέφανος απάντησε της Ευανθίας: - Ναι, πάμε. Η Μαρίκα γύρισε μεμιάς· και ο Στέφανος είδε σαν ξαφνιασμένος πως του άφησε το χέρι κ’ έστρεψε προς το άλλο μέρος. - Τι είναι; της ψιθύρισε σκύβοντας κοντά της. Δεν του απάντησε· έβλεπε πέρα τα φτερά του μύλου που έμεναν πάντα ακίνητα, κρέμονταν σαν παραλυμένα. Άμα έφτασαν στην προκυμαία, αραιός κόσμος περπατούσε κει. Κάθε άλλος θόρυβος του λιμανιού πνιγόταν από το βίντσι των δυο ιγγλέζικων. Μαούνες φορτωμένες με σωρούς κασόνια στριμώχνονταν τριγύρω τους. Η Ευανθία σα να τα ξέχασε διόλου, ούτε γύρισε τα μάτια εκείθε. Κοίταζε τον κόσμο που περνούσε. Πρώτα πρόσεξε μια γούνα που βγήκε πρώιμα, έπειτα ένα φόρεμα αχερί: - Τι χρώμα! - Ναι, άσχημο, είπε η κυρία Αγλαΐα και στύλωσαν και οι δυο τα μάτια εκεί. Μια βιτρίνα που οι δαντέλες τη γέμιζαν κρεμασμένες σαν κουρτίνες, τους τράβηξε έπειτα το βλέμμα και η Ευανθία φώναξε: - Μαρίκα! Αλλά δυο κύριοι χαιρέτησαν από το δρόμο, και η Ευανθία ρώτησε ποιοι είναι. Έπειτα έσκυψε να γνωρίσει δυο κυρίες που τα πρόσωπά τους κρύβονταν κάτω από τις κόκκινες ομπρέλες τους. - Είναι η Ζαζά με τη μητέρα της, είπε η κυρία Αγλαΐα που τις γνώρισε από το φόρεμα. - Πώς σκύβει έτσι; - Σφίγγεται άσχημα. Παιδιά ξυπόλυτα και κόσμος με τριμμένα ρούχα, μαζεμένος γύρω σε μια μαϊμού που χόρευε, τις έκαμε και γύρισαν στο άλλο πλευρό ώσπου πέρασαν. Έπειτα τους ξαναχαιρέτησαν απέξω και η Ευανθία ξαναρώτησε ποιοι ήταν. Μα έπειτα βλέποντας δυο νέους σ’ ένα αμάξι καθισμένους με τα πόδια τεντωμένα εμπρός, γύρισε και γέλασε. - Τι, τα παπούτσια τους βγήκαν να δείξουν; είπε και ξαναγέλασε. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε αυστηρά. - Μα, Ευανθία, την παρατήρησε. Αλλά η Ευανθία γέλασε πάλι. Είχαν φτάσει εμπρός στο καφενείο της προκυμαίας που μαζευόταν ο καλός κόσμος, και ο αμαξάς σταμάτησε. Η Ευανθία πήδησε κάτω πρώτη και προχώρησε· η κυρία Αγλαΐα θέλησε να την κρατήσει, μα καθώς έστρεφε, σταμάτησε κ’ έβγαλε σχεδόν φωνή: - Ο κύριος νομάρχης! Ο κύριος νομάρχης στάθηκε με το καπέλο του στο χέρι: - Τι ευχαρίστηση! Η Ευανθία έμεινε ακίνητη και η κυρία Αγλαΐα σύστησε: - Η ανεψιά μου. Δυο κύριοι που περνούσαν πλάι, γύρισαν και κοίταξαν· και η κυρία Αγλαΐα πρόσθεσε: - Ο κύριος νομάρχης, αρχαίος φίλος μας. Και σιγότερα: - Που μας λησμόνησε. Ο κύριος νομάρχης έμεινε σα στενοχωρημένος και ψιθύρισε: - Πράγματι, παράλειψις. Αλλά, δοκίμασε να δικαιολογηθεί, περιοδείες, συμβούλια, λιμενικά, τα ξέρετε… Και σα με ξαφνική έμπνευση: - Την ξέρετε τη νομαρχία. Κι έμειναν και οι δυο μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Είχαν σταθεί απέξω από το καφενείο, και ο κύριος νομάρχης χτύπησε σ’ ένα τραπέζι και πρόσφερε καθίσματα. Ο Στέφανος με τη Μαρίκα πλησίασαν, και καθίσαν όλοι. Μίλησαν πρώτα για τον ωραίο καιρό. - Κάναμε το γύρο, είπε η κυρία Αγλαΐα. - Και θα ήταν έμορφα, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, έμορφα, πολύ έμορφα. Η κυρία Αγλαΐα μισοέκλεισε τα βλέφαρα κ’ έριξε ένα βλέμμα εμπρός της· έπειτα έφερε σιγά το χέρι στα μαλλιά και τα έστρωσε με την παλάμη. - Δεν έχει κόσμο σήμερα, είπε. Και η Ευανθία που θυμήθηκε τώρα τα ιγγλέζικα, ψιθύρισε: - Θα είναι στα βαπόρια. Η κυρία Αγλαΐα της έριξε αυστηρή ματιά και γύρισε στον κύριο νομάρχη: - Σωστούς τρεις μήνες, τους σημείωσα --- ε, Μαρίκα; Μα η Μαρίκα δεν ήθελε ν’ αφήσει το Στέφανο να της ρίξει στους ώμους τη ζακετίτσα της, και η κυρία Αγλαΐα είπε αυστηρά: - Ναι, φόρεσέ τη. - Φορέστε τη, φορέστε τη, είπε και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα έφερε το χέρι πάλι πίσω στα μαλλιά. Έπειτα ξαναγύρισε: - Τον κύριο νομάρχη! Ο κύριος νομάρχης της πρόσφερε το γλύκισμα και άρχισαν να μιλάνε για τη νομαρχία, όπως πάντοτε όταν βλέπονταν. -Ναι, ναι, έλεγε η κυρία Αγλαΐα. - Ναι, ναι· όπως μια φορά. Μια φορά που ο κύριος νομάρχης ήταν γραμματεύς και η κυρία Αγλαΐα κυρία νομάρχου. Τους έκοψε η Ευανθία που ξαναθυμήθηκε τα ιγγλέζικα. - Στάθηκαν έξω, είπε του Στέφανου. Η κυρία Αγλαΐα την ξανακοίταξε αυστηρά· μα ο κύριος νομάρχης γύρισε έξαφνα: - Ναι, έχομε και τα ιγγλέζικα, είπε· τα είδατε; Και στρέφοντας στο Στέφανο άρχισε να μιλεί για τις τιμές που υψώθηκαν. - Ναι, απότομα, είπε ο Στέφανος. - Ευχάριστο, είπε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, ευχάριστο. Το βίντσι των βαποριών ακούστηκε πάλι που έτριζε. - Φορτώνουν, είπε ο κύριος νομάρχης. - Στάθηκαν έξω, ξαναείπε η Ευανθία. Εννοούσε έξω από το βραχίονα του λιμανιού. - Ναι, πολύ έξω, είπε ο κύριος νομάρχης, και η ομιλία ήρθε στο λιμάνι που ακόμα έμενε ατελείωτο. - Μου φαίνεται άλλαξε το σχέδιο, είπε ο Στέφανος. Ο κύριος νομάρχης χαμογέλασε: - Μόνο το σχέδιο! Και κουνώντας το κεφάλι στην κυρία Αγλαΐα ψιθύρισε: - Τα ξέρετε… Μα εκεί που ο λόγος ξαναγύρισε στη νομαρχία, ο κύριος νομάρχης σηκώθηκε έξαφνα. Από τη γωνία του καφενείου παρουσιάστηκε η Φιφίκα Πρίφτη κρατώντας μπράτσο την κυρία Κατίγκω. Μόλις τους είδαν, η κυρία Κατίγκω έκαμε κίνημα. Μα ήταν αργά· ορθός εμπρός τους ο κύριος νομάρχης τους άπλωνε το χέρι και πρόσφερε καθίσματα. Η κυρία Κατίγκω πήγε ευθύς στην Ευανθία: - Χρυσή μου! Και τη φίλησε. Η Μαρίκα καθισμένη κοντά στο Στέφανο κοίταζε σιωπηλή προς το λιμάνι, που οι μακρουλοί μεγάλοι όγκοι των δυο ιγγλέζικων του έφραζαν το άνοιγμα και θάμπωναν εκεί μπροστά τους το φωτεινό χρώμα της θάλασσας. Η κυρία Κατίγκω χαιρέτησε και τη Μαρίκα. Έπειτα ήρθε πάλι στην Ευανθία και της είπε μελαγχολικά: - Τι κρίμα που δεν ήσουνα στην πρόβα! Κάθισε κοντά της και μίλησαν για το φόρεμα που έραβε η Φιφίκα. Ο κύριος νομάρχης είχε γυρίσει στη Φιφίκα: - Λοιπόν αύριο; - Το μάθατε; - Τι ευτυχία! Η Φιφίκα γέλασε: - Που φεύγω; - Που σας βλέπομε πριν φύγετε. Και ο κύριος νομάρχης ακουμπώντας τις παλάμες διπλωμένες στην αργυρή λαβή του μπαστουνιού του την κοίταζε. Η κυρία Αγλαΐα κατέβασε τα φρύδια, όπως συνήθιζε όταν τη δυσαρεστούσε κάτι. Η Ευανθία έδειξε απέναντι μια τουαλέτα με πλατιά φουσκωτή φούστα: - Για δέτε κει! να τρία βολάν. Γύρισαν και κοίταξαν· η κυρία Αγλαΐα μισοκλείνοντας τα μάτια. Μα έξαφνα γύρισε η κυρία Αγλαΐα: - Τι αηδία, ε, Μαρίκα; Η Μαρίκα δεν απάντησε· καθώς έστρεψε, είδε μόνο πως η Ευανθία κοίταζε το Στέφανο. - Τι αηδία, ε; είπε ξανά η κυρία Αγλαΐα, και η Φιφίκα το ένιωσε και κοκκίνισε. Μα ο Στέφανος γύρισε αμέσως και τη ρώτησε: - Πηγαίνετε στην Ιταλία; - Ναι, στη Γένοβα, απάντησε σα συγχυσμένη· μα έπειτα: Ο θείος επέμενε να πάμε να μας δη, τόνισε σαν επίτηδες. Ο θείος ήταν πλούσιος έμπορος στη Γένοβα, γνωστός στην πόλη· και ο κύριος νομάρχης τόνισε κι αυτός: - Καθήκον. - Τι λαμπρός άνθρωπος! είπε έπειτα· και πατριώτης! Και στρέφοντας προς την Αγλαΐα πρόσθεσε: - Το γνωρίζω από τη νομαρχία. Τα φρύδια της κυρίας Αγλαΐας ξαναχαμήλωσαν. Μα η Ευανθία έσκυψε έξαφνα και κάτι είπε της Φιφίκας, και η Φιφίκα γέλασε. Ο κύριος νομάρχης, καθώς έστρεψε σ’ αυτή, έμεινε παίζοντας την αργυρή λαβή του μπαστουνιού του ανάμεσα στα δάχτυλα. Όταν ξαναέστρεψε είδε την κυρία Αγλαΐα που τον κοίταζε. - Ανεψιά σας είπατε; έσκυψε και της ψιθύρισε. - Ναι, από τον άντρα μου, απάντησε η κυρία Αγλαΐα, όταν εννόησε πως ρωτούσε για την Ευανθία. - Αχά! είναι --- θυμούμαι τη μητέρα της. Η Φιφίκα αντίκρυ ξαναγέλασε, και ο κύριος νομάρχης έμεινε μια στιγμή. - Από τη νομαρχία, του ξέφυγε έπειτα, μα αμέσως το ένιωσε και είπε γοργά: - Ναι, ναι, που είχε τον τελώνη. - Τον ελεγκτή, κύριε νομάρχα!... Ο κύριος νομάρχης τινάχτηκε σα να συνήρθε ξαφνικά κ’ ένιωσε πως κοκκίνισε. - Δε φαντάζεσαι τι ωραία που χτενίζει, έλεγε της Ευανθίας η Φιφίκα· ούτε αισθάνεσαι το χτένι. - Και λούζει ωραία, λένε, είπε η κυρία Κατίγκω. - Ω, έκτακτα· με νέα μέθοδο. Και ιδίως το στέγνωμα· η τέχνη της είναι το στέγνωμα· με τον ατμό. Η Ευανθία κοίταζε τη Φιφίκα. Και η Μαρίκα που καθόταν άφωνη σα μόνη της, έριξε βλέμμα στα μαλλιά της Ευανθίας απέναντι. Η Ευανθία κοκκίνισε που το είδε· κοκκίνισε και χαμήλωσε τα μάτια. Της φάνηκε πως ήθελε να της θυμίσει πως χτες αυτή την έλουσε η γιαγιά. Μα η Φιφίκα που την κρατούσε από το χέρι, της είπε ξαφνικά: - Τι ωραία που είναι, Ευανθία, τα μαλλιά σου! - Ωραία, ναι, είπε και η κυρία Κατίγκω. Και η Ευανθία που ξανασήκωσε τα μάτια είδε πως όλοι, και ο Στέφανος μαζί, κοιτάζαν τα μαλλιά της. Μόνη η Μαρίκα είχε γυρίσει το βλέμμα αλλού. Η κυρία Αγλαΐα μιλούσε πάλι με τον κύριο νομάρχη. - Ναι, ναι, όπως τότε. - Ναι, ναι, όπως μια φορά. Μα η Ευανθία ξαναψιθύρισε με τη Φιφίκα, και ο κύριος νομάρχης σα να ξεχάστηκε ξανά. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με την παλάμη πίσω στα μαλλιά της· η Φιφίκα την κοίταζε από αντικρύ. Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε και εκείνη· την κοίταξε άφωνη. Έπειτα της χαμογέλασε μονάχα. Μα μισοκλείνοντας τα βλέφαρα της είπε αμέσως: - Λυπήθηκα που δε σας είδα το πρωί. - Αλλά ντυνόμουνα να βγούμε, πρόσθεσε με τα φρύδια πάλι ορθά. Η Ευανθία κοιτάχτηκε με την κυρία Κατίγκω· η Φιφίκα όμως απάντησε ήσυχα: - Μα εγώ ήρθα μόνο για την Ευανθία. Το είπε κ’ έμεινε ακίνητη. Η κυρία Αγλαΐα είδε πως έμεινε ακίνητη και η αργυρή λαβή του μπαστουνιού στα χέρια του κυρίου νομάρχη. Ο Στέφανος έριξε ένα βλέμμα στη Μαρίκα· η Μαρίκα κοίταζε τη θάλασσα. Μα έπειτα όταν γύριζαν στο σπίτι, η Μαρίκα πλησίασε μια στιγμή το Στέφανο, που τις συνόδευε ως την πόρτα. Ήταν παράξενα χλωμή και του έπιασε το χέρι νευρικά. -Ξέρεις Στέφανε, του είπε, ξέρεις τι σκέφτηκα έξαφνα; - Τι; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Θα ήταν καλύτερα να έπαιρνες την … Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταξε σαν ξαφνισμένα· - Την Πρίφτη, είπε η Μαρίκα. Και τον άφησε να την κοιτάζει εκεί και χάθηκε στην πόρτα. [Επεξεργασία] VIII - Την Πρίφτη! Ο Στέφανος πήγαινε σκυφτός στο σπίτι· δεν ήθελε όμως να συλλογιστεί. Και μια στιγμή που του φάνηκε έξαφνα πως κάτι έλαμψε μπροστά του, δεν ήταν τα μαλλιά της Πρίφτη. Σήκωσε ευθύς τα μάτια απάνω, σα να ήθελε να μην το δει. Και είδε τη θάλασσα. Του φάνηκε πως έλαμπε όλη. Και όταν έπειτα ανέβηκε στο σπίτι, ήρθε γελαστή κοντά του η κυρία Κατίγκω και τον κοίταξε και του είπε: - Τι όμορφη που ήταν σήμερα η Ευανθία. Και πήρε και γέμιζε δυο βάζα με άνθη. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε με τι άνθη, είδε μόνο πως έφεγγαν στα βάζα τ’ άνθη. Μα έξαφνα ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω· και ρώτησε: - Μα η Μαρίκα τι είχε; Ο Στέφανος έκαμε ν’ απαντήσει: τι; Μα δεν απάντησε· είπε μόνο: - Τι κωμικός που ήταν ο νομάρχης. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε, πρόσθεσε ο Στέφανος. - Κι αυτή. Η κυρία Κατίγκω εννόησε πια, όμως δε θύμωσε· είπε μόνο μελαγχολικά: - Μου κακοφαίνεται που φεύγει. Και αφού ξεχάστηκε για μια στιγμή, ψιθύρισε: - Θα πάρω εδώ την Ευανθία για λίγες μέρες. Ο Στέφανος έκανε να την κοιτάξει, και η κυρία Κατίγκω ξαναείπε: - Η γιαγιά θα μου τη δώσει. Και σώπασαν. Είχαν σταθεί εμπρός στο παράθυρο κ’ έβλεπαν τη θάλασσα. Ένα αεράκι τη σγούρανε ωχροπράσινη, ισκιωμένη μεριές μεριές από αραιά πλοκαμωτά, αλλού σταχτιά αλλού άσπρα σύννεφα με κίτρινες αντιφεγγιές εδώ και κει. Το μάκρος χανότανε σκουρότερο, πια σταχτερό. Από το λιμάνι ακούονταν τριχτός ο βρόντος που έκανε το βίντσι των ιγγλέζικων. - Φορτώνουν, είπε έξαφνα η κυρία Κατίγκω. Και του Στέφανου του φάνηκε πως άκουσε σα μακρινό αντίλαλο: - Φορτώνουν· άκου, Μαρίκα, πώς φορτώνουν. Και γύρισε. Εκεί η κυρία Κατίγκω πρόσθεσε: - Θα πάμε με την Ευανθία να τα δούμε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος. Όταν ξαναέστρεψε έπειτα, η κυρία Κατίγκω έβλεπε τη θάλασσα. Μα ύστερα από λίγο πάλι ξαναγύρισε η κυρία Κατίγκω: - Στέφανε! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Δε μου είπες τι είχε σήμερα η Μαρίκα. Ο Στέφανος σα να ξαφνίστηκε ξανά. Κοίταξε μπρος του με μάτια σα μισόκλειστα για μια στιγμή. Έπειτα ψιθύρισε: - Η Μαρίκα; - Τίποτε δεν είχε, είπε δυνατότερα και ξανακοίταξε μπροστά του: η θάλασσα σα ν’ ανατρίχιασε όλη μια στιγμή, βάφηκε χαλκοπράσινη ελαφρά. Με έπειτα ξαναησύχασε και απέμεινε απλωμένη με μουντά στίγματα, σαν ξέθωρος παλιός καθρέφτης σκουριασμένος. Τα σκόρπια σύννεφα στον ουρανό είχαν σκουράνει. Ο Στέφανος έμεινε κει σκυφτός. [Επεξεργασία] ΙΧ Τα σύννεφα είχαν μαυρίσει και σκέπαζαν όλον τον ουρανό όταν μετά το μεσημέρι ο Στέφανος ανέβαινε τη σκάλα της Μαρίκας. Η Μαρίκα τον περίμενε στην πόρτα. Ήταν χλωμή, μα γέλασε όταν τον είδε. Του έπιασε το χέρι και βλέποντάς τον στο πρόσωπο: - Στέφανε, του είπε σιγά, αν μπορείς λησμόνησε ό, τι σου είπα. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε στα μάτια. - Ναι, Μαρίκα. - Λησμόνησέ το και συγχώρεσέ με· μα με πειράζει, με κάνει νευρική. Ο Στέφανος περίμενε· και η Μαρίκα ξαναψιθύρισε: - Με κάνει τόσο νευρική η Φιφίκα. Ο Στέφανος την κοίταξε πάλι στα μάτια. Την κοίταξε σα να ήθελε να δει σ’ αυτά αν είχε πει το αληθινό όνομα. Μα η Μαρίκα σα να ένιωσε κάτι και φοβήθηκε, του έπιασε και το άλλο χέρι, τον έσυρε κοντά της κ’ έσκυψε στο στήθος του το πρόσωπο. Έμεινε έτσι μια στιγμή, έπειτα ορθώθηκε ξανά και πιάνοντάς τον από τη μέση τον έφερε μπρος στο παράθυρο. Και δείχνοντας τη θολωμένη μέρα έξω είπε: - Πώς μου αρέσει, δεν ξέρεις πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε. Στάθηκε ακουμπισμένη πάλι απάνω του. Ήταν εμπρός στο ανοιχτό παράθυρο, και τα ξερά χαλκά φύλλα της λεύκας κρέμονταν σαν πνιγμένα στο μολυβή αέρα του σκοτισμένου δειλινού που σύγχυζε σε άχνα αόριστη τον κάμπο πέρα κ’ έβαφε με χρώμα θαμπού μουντού ατσαλιού τον όγκο του απέναντι βουνού. - Πώς μου αρέσει που σκοτείνιασε, ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. Δεν έπνεε πνοή, και ο λόγος φάνηκε στο Στέφανο σαν ψιθύρισμα της ίδιας θολωμένης ώρας. Δε μίλησε από φόβο μην ταράξει τη σιγή της. Έσκυψε μόνο στη Μαρίκα και της φίλησε το μέτωπο. Κ’ έμειναν και οι δυο άφωνοι κοιτάζοντας στο μάκρος. Έπειτα η Μαρίκα βάζοντας το χέρι γύρω στο λαιμό του: - Στην ησυχία αυτή, είπε σιγά. - Πόσο είμαι ευτυχισμένη, περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα αλλάζοντας τόνο μεμιάς και φέρνοντας το πρόσωπο σιμώτερα προς το δικό του: - Δεν ξέρω, Στέφανε, γιατί, μα με πειράζει το πολύ το φως κοντά σου, είπε και τον κοίταξε κατάματα. Την κοίταξε και ο Στέφανος: το βλέμμα της είχε σαν κάποια ανησυχία, σαν κάποιο τρόμο, όπως και η φωνή της. Έμειναν έτσι μερικές στιγμές. Ο Στέφανος δεν έβρισκε τι να μιλήσει. Μα όταν έκαμε κάτι να πει… - Ω σώπα· κοίταζέ με μόνο, τον σταμάτησε η Μαρίκα, κ’ έμειναν πάλι άφωνοι βλέποντας έξω. Αλλά μια ξαφνική πνοή τους έκαμε να τιναχτούν. Ήρθε μεμιάς και κούνησε τη λεύκα σα χέρι αόρατο, χωρίς να της ταράξει τα κλαδιά. Μόνο τα φύλλα έτριξαν στα κλαδιά με ήχο ξερό σαν ξέσκισμα. Έπειτα πέρασε η πνοή και ξαναχύθηκε βουβή σιγή, που άφηνε ν’ ακούεται το πέσιμο των φύλλων κάτω. Η Μαρίκα κοίταξε άφωνη το Στέφανο. Έπειτα έσκυψε στο παράθυρο: τα ξερά φύλλα είχαν γεμίσει την αυλή. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε. Καθώς κοιτάζαν στο παράθυρο, άκουσαν πίσω τους φωνή. Γύρισαν και είδαν, ορθό, ακίνητο μπροστά τους τον παππού. Κοιταχτήκαν πάλι αμίλητοι και οι δυο. - Θα βρέξει, ψιθύρισε ο παππούς και κοίταζε έξω το βαρύ αέρα. - Ναι, παππού, θα βρέξει, είπε και η Μαρίκα σαν αυτόματα. Ο παππούς γύρισε και την κοίταξε με μια μακριά θαμπή ματιά. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί ξανανατρίχιασε. ΄Επειτα γύρισε άφωνος ο παππούς και σύρθηκε αργά και τρικλιστά κατά την πόρτα. Η ράχη της σταχτιάς τριμμένης ρόμπας του σταμάτησε έξω από την πόρτα μια στιγμή. Έπειτα χάθηκε. Η Μαρίκα γύρισε και κοίταξε το Στέφανο. - Τον παππού, τον άμοιρο παππού, ψιθύρισε. Μα από το διάδρομο ακούστηκε έξαφνα φωνή, και σε λίγο είδαν την υπηρέτρια που έτρεχε. Και από πίσω, ενώ η γιαγιά έσερνε από το χέρι τον παππού, ο παππούς μουρμούριζε: - Τα σπίρτα --- μου τα ξαναπήρε. Η Μαρίκα κάθισε άφωνη στον καναπέ. Έπειτα είπε ξαφνικά: - Τι φόβο είχα μην μπει μεμιάς η Ευανθία. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε. - Δε θέλω να βλέπει κανένας τον παππού τέτοιες στιγμές. Κ’ έπειτα από λίγο πάλι: - Ξέρεις γιατί; Γιατί μου φαίνεται πως ο παππούς είναι εντελώς δικός μου. Κι αυτός δεν ξέρεις πόσο μ’ αγαπά. Και τι καλά μιλεί μαζί μου. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε ολοένα. - Τι νομίζεις μου έταξε προχτές; είπε σιγώτερα η Μαρίκα. - Τι; ρώτησε ο Στέφανος. Η Μαρίκα μια στιγμή ως να δίστασε. - Στο γάμο μας δε θα έμπει με τη ρόμπα, είπε έπειτα· και στη ματιά της έπαιξε μια λάμψη. Ο Στέφανος τη χάιδεψε ελαφρά στο πρόσωπο μ’ ένα χαμόγελο, και η Μαρίκα αφού τον κοίταξε μια στιγμή εξακολούθησε με τη φωνή ζωηρότερη: - Και ξέρεις τι; Χτες ήρθε κα με πήρε σιγαλά στην κάμαρά του και τι λες μου έδειξε; Τη ρεδιγκότα του. Την είχε βγάλει από το ντουλάπι και την ξεσκόνισε μονάχος. Δεν είπε λέξη, αλλά κατάλαβα. Σταμάτησε, μα έπειτα πάλι μεμιάς: - Αχ, Στέφανε, δεν ξέρεις πώς θα χαιρόμουν αν ερχόταν ο παππούς στο γάμο μας. _ Και γω, είπε ο Στέφανος σιγά, και η Μαρίκα κοιτάζοντάς τον τώρα κατάματα: - Και θα χαιρόμουν πιο πολύ αν ήταν εκεί μόνος ο παππούς, μόνο η γιαγιά, η μαμά, οι δικοί σου βέβαια, και κανένας άλλος. Και σα να τη σταμάτησε η ματιά του Στέφανου· κανένας ξένος, είπε σιγαλότερα. Και ο Στέφανος χωρίς να πάρει κι αυτός το βλέμμα από το δικό της πρόσωπο: - Ούτε ο κύριος νομάρχης; ρώτησε. Η Μαρίκα δεν το περίμενε κ’ έμεινε μια στιγμή άφωνη. - Γελάς! ψιθύρισε έπειτα, ενώ στην πόρτα έμπαινε η Ευανθία. Μπήκε με παράπονο για τον καιρό που χάλασε. - Και είπαμε με τη θεία Κατίγκω να πάμε στα ιγγλέζικα, είπε με απογοητευμένο πρόσωπο. Και βλέποντας προς το παράθυρο: - Το πρωί ποιος το περίμενε πώς θα σκοτείνιαζε έτσι. Μα εμείς με τη γιαγιά θα πάμε ωστόσο. Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα που είχε πιάσει. - Πού; ρώτησε. - Στη θεία Κατίγκω. Δε μίλησε κανένας μια στιγμή. Έπειτα η Ευανθία πηγαίνοντας προς τη Μαρίκα: - Δεν είναι καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; ρώτησε. Τα είχε χτενίσει αφέλειες. Και ρίχνοντας το βλέμμα αντίκρυ στον καθρέφτη γέλασε πάλι η όψη της. - Δε μου παν καλύτερα έτσι; ξαναγύρισε προς τη Μαρίκα. Η Μαρίκα δίχως να προσέξει όσο ήθελε η Ευανθία: - Καλύτερα, είπε μόνο και ξαναέσκυψε πάλι στο κέντημα. Και η Ευανθία γυρίζοντας τότε στο Στέφανο: - Αλήθεια, είναι καλύτερα έτσι; ρώτησε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Στέφανος δεν πρόφτασε να δώσει απάντηση. Η Μαρίκα είχε στυλώσει μεμιάς κι αυτή τα μάτια απάνω του. Έμειναν έτσι αμίλητοι λίγες στιγμές και οι τρεις. Και η κυρία Αγλαΐα που μπήκε μέσα ύστερα από λίγο, είχε το ίδιο αίσθημα που είχε και το πρωί, το αίσθημα πως κάτι έγινε κει ανάμεσά τους. [Επεξεργασία] Χ Ο Στέφανος βρήκε την Ευανθία μόνη στην τραπεζαρία. Καθόταν στο παράθυρο κοντά και διάβαζε. Άμα τον είδε σήκωσε τα μάτια, και ο Στέφανος κάθισε αντίκρυ της. Πρώτα μίλησαν για τον καιρό. - Τι πλήξη, είπε η Ευανθία και άφησε να πέσει το βιβλίο από το χέρι της. - Φθινόπωρο, είπε ο Στέφανος. Έβρεχε και η βροχή κρεμότανε σαν πυκνό δίχτυ έξω από τα τζάμια κ’ έκρυβε κάθε θέα· πλυμένα από τη βροχή κοκκίνιζαν μόνο θαμπά τα φύλλα που έμεναν ακόμα στα κλαδιά της λεύκας. Λίγες στιγμές δε μίλησε κανείς. Η Ευανθία έσυρε το δάχτυλο στο τζάμι, σα να ήθελε να γγίσει τις στάλες της βροχής που νότιζαν το τζάμι απέξω. Έπειτα γύρισε έξαφνα: - Μας περίμενε χθες το απόγευμα η θεία Κατίγκω; - Νομίζω, είπε ο Στέφανος. - Πώς δε μου το είπες τότε; - Πού το ήξερα! Η Ευανθία τον κοίταξε στα μάτια, σα να μην πίστεψε. Ο Στέφανος σηκώθηκε κ’ έκαμε βήματα προς το άλλο παράθυρο. - Αλήθεια πλήξη, ψιθύρισε ρίχνοντας βλέμμα έξω, σα να ήθελε να κόψει εκεί την ομιλία. Το πρωί που έφευγε από το σπίτι τον σταμάτησε η μητέρα του στην πόρτα. - Στέφανε, του είπε, πώς ήθελα να ερχόταν η Ευανθία εδώ για λίγες μέρες. Δεν της το λες; - Εγώ; είπε ο Στέφανος κάπως απότομα, χωρίς να θέλει. - Θα πήγαινα μονάχη, μα το ξέρεις: δεν ήθελα να ξαναπαντηθώ… - Αλλά, μητέρα, έκοψε την κυρία Κατίγκω ο Στέφανος, δεν τ’ αφήνετε όλα αυτά επιτέλους! Η κυρία Κατίγκω κάτι θέλησε να πει, μα ο Στέφανος δεν την άφησε. - Για χάρη μου, είπε· το ξέρεις, δεν είναι κακή, μονάχα νευρική. Η κυρία Κατίγκω δεν ξαναμίλησε. Και τώρα ο Στέφανος καθώς πλησίασε πάλι την Ευανθία: - Ναι, ναι, του ήρθε μεμιάς να πει, μα η Ευανθία τον πρόλαβε. - Για πε μου αλήθεια, του είπε σιγαλά, γιατί δε μου είπες χτες αν σου αρέσουν καλύτερα έτσι τα μαλλιά μου; Το είπε τόσο ξαφνικά, που ο Στέφανος δε μπόρεσε πάλι να μιλήσει. Την κοίταξε μονάχα --- κοιτάχτηκαν και οι δυο για μια στιγμή. Και σα να ξαφνίστηκαν και οι δυο που άνοιξε η πόρτα. Μπήκε η γιαγιά και πήγε ίσα στο Στέφανο. - Η Μαρίκα έβηξε τη νύχτα, του είπε σιγά και ανήσυχα. - Πολύ; ρώτησε ο Στέφανος. Η γιαγιά τον κοίταξε. - Είναι η υγρασία, ξαναείπε ο Στέφανος. - Σηκώθηκε; ρώτησε ύστερα πιο δυνατά. - Θα σηκωθεί· δεν μπόρεσα να την κρατήσω, απάντησε η γιαγιά. - Δεν προσέχει, δεν προσέχει, ξαναψιθύρισε κοιτάζοντας ανήσυχα πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος έμεινε σκυφτός. Χτες βράδυ που έφευγε, η Μαρίκα κατέβηκε μαζί του κάτω. Τον κράτησε μπροστά στην πόρτα, ακούμπησε στον ώμο του και του είπε: - Δε μ’ αγαπάς, δε μ’ αγαπάς σαν πρώτα, Στέφανε. Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Έπειτα, σα να ξέχασε τι είπε, κρεμάστηκε στο μπράτσο του και τον έσυρε έξω: - Έλα να περπατήσομε λίγο στον κήπο. Και τον έσυρε ως τον κήπο. Η νύχτα ήταν σιωπηλή και σκοτεινή· δεν έφεγγε πουθενά φως. Έκαναν λίγα βήματα σιωπηλοί και οι δυο. Όπως πατούσαν, κάτι έτριξε κάτω μια στιγμή ξερά, και η Μαρίκα ψιθύρισε: - Είναι τα φύλλα… - Τα φύλλα που ακούσαμε που έπεσαν, είπε σιγώτερα και σώπασε --- σωπάσανε πάλι και οι δυο. Έπειτα η Μαρίκα έγινε μεμιάς φαιδρή. Του είπε κατιτί και γέλασε. Έπειτα θυμήθηκε τη ρεδιγκότα που της έδειξε ο παππούς. - Φαντάσου, Στέφανε, του είπε και τον κοίταζε, σα να ήθελε να δει τα μάτια του στο σκότος. Ξαναέφεραν στον κήπο δυο-τρεις γύρους, όσο που ένιωσαν πως άρχισε να ψιχαλίζει. Όταν την άφησε στην είσοδο, είδε πως ήτανε χλωμή και πως κατέβηκε χωρίς επανωφόρι. - Ναι, δεν προσέχει. Γύρισε από το παράθυρο, όπου είχε σταθεί και κοίταζε έξω τη βροχή. Η γιαγιά τον έβλεπε άφωνη, η Ευανθία είχε πάρει πάλι το βιβλίο. - Αχ ναι, αχ ναι, ανέκραξε η γιαγιά κ’ έμεινε σιωπηλή ξανά. Ο Στέφανος άναψε τσιγάρο και ξαναγύρισε προς το παράθυρο. Η βροχή θόλωνε πάντα το τζάμι. Μια ξαφνική πνοή την έφερε για μια στιγμή λοξά και χτύπησε στο τζάμι, σα να έσπασαν απάνω του σε θρύμματα πλήθος ψιλά ατσαλένια σύρματα. Η Ευανθία τινάχτηκε. - Καιρός! ψιθύρισε και κοίταξε έξω. Ποιος ξέρει, να έφυγε τάχα η Φιφίκα; - Ποιός; ρώτησε η γιαγιά. - Η Φιφίκα Πρίφτη. - Να πάει πού; - Ταξίδι, απάντησε η Ευανθία. Κ’ έπειτα στρέφοντας στο Στέφανο: - Ξέρεις, Στέφανε, είπε, έχω μια ιδέα. Ο Στέφανος την κοίταξε. - Η Φιφίκα δε θα πάει στην Ιταλία. - Αλλά; - Αλλού --- πάει ν’ αρραβωνιαστούνε με το λοχαγό. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Θα δεις --- η μητέρα της δε θέλει, και πάει με τον πατέρα της ν’ αρραβωνιάσουν μυστικά· γι’ αυτό έφυγε κι ο λοχαγός. - Ποιος; ρώτησε η γιαγιά τεντώνοντας το αφτί. - Κανένας, είπε η Ευανθία και ξαναπήρε το βιβλίο ενώ ο Στέφανος την κοίταζε περίεργα. Η γιαγιά έφυγε και ο Στέφανος κάθισε και κάπνιζε κ’ εξακολουθούσε να την κοιτάζει. Η βροχή χτύπησε πάλι στο παράθυρο, και μαζί της σύρθηκαν στο τζάμι και τα ξερά κλαδιά της λεύκας. Ο Στέφανος τα είδε που σείστηκαν, και του φάνηκαν σα δάχτυλα, σαν αχαμνά γνώριμα δάχτυλα που έκρουσαν το τζάμι. Είχε μελαγχολήσει, και ο αέρας εκεί μέσα του ήταν σα να τον έπνιγε. - Πλήξη, έκαμε να ψιθυρίσει για να τινάξει τη θλιβερή διάθεση, μα επάνω εκεί η Ευανθία του είπε ξαφνικά: - Μα μην το πεις της θείας Κατίγκως. Και τον κοίταζε. - Τι να μην πω; ρώτησε ο Στέφανος. - Αυτά για τη Φιφίκα. Ο Στέφανος σα να είχε λησμονήσει. - Τι; ψιθύρισε· μα έπειτα: Α ναι, είπε έξαφνα κ’ έμεινε κοιτάζοντάς τη. - Θα μου θυμώσει, και δε θέλω να μου θυμώσει η θεία Κατίγκω, είπε η Ευανθία και τον πλησίασε· του έπιασε τον ώμο και είπε σιγώτερα: - Μην της το πεις. Ο Στέφανος της γέλασε. Και η Ευανθία έξαφνα: - Δε με περίμενε χτες βράδυ η θεία Κατίγκω; ρώτησε και τον κοίταζε. - Ναι, σε περίμενε, είπε ο Στέφανος χωρίς να το νοήσει. Η Ευανθία μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα ξαφνικά πάλι: - Τι κρίμα να μην πάμε στα ιγγλέζικα· ήθελα να τα δω πριν φύγουν. - Θ’ αργήσουνε να φύγουν, είπε ο Στέφανος. Και η Ευανθία κοιτάζοντάς τον πάντα: - Αλλά θα φύγω εγώ. -Αστεία. Ο Στέφανος σώπασε μια στιγμή. Έπειτα, σα μηχανικά, ρώτησε¨ - Πότε; - Γρήγορα, απάντησε η Ευανθία. Ο Στέφανος δε μίλησε. Άκουσαν πάλι τη βροχή που ξαναχτύπησε στο τζάμι κ’ έμειναν όρθιοι εκεί κοντά κοντά και κοιταζόνταν. [Επεξεργασία] ΧΙ Το δειλινό άμα ξαναήρθε ο Στέφανος, η Ευανθία ήταν στο πιάνο. - Δεν μπόρεσα να την κρατήσω· σηκώθηκε και ντύνεται, του είπε η γιαγιά που τον απάντησε έξω στο διάδρομο. Ο Στέφανος μπήκε σιγά στην κάμαρα και κάθισε κοντά στην πόρτα. Η Ευανθία δεν τον ένιωσε κ’ εξακολούθησε να παίζει. Είχε τελειώσει μια μαζούρκα και δοκίμαζε να παίξει άλλο χορό, μα ο ρυθμός της ξέφευγε. Ξαναδοκίμασε, δεν μπόρεσε. Έπειτα σταμάτησε. Σταμάτησε και γύρισε τα φύλλα. Έπειτα τ’ άφησε κι αυτά και γύρισε προς το παράθυρο. Έξω δεν έβρεχε, μα ο ουρανός ήταν βαρύς και σταχτερός, και η κορυφή του αντικρινού βουνού μέσα στα σωριασμένα σύννεφα φαινόταν σαν κρατήρας που σκόρπιζε καπνό. Έπειτα ο αέρας ανέμιζε τα σύννεφα και κείνα έπαιρναν σχήματα παράξενα· φούντωναν σε δάσος με στριμωχτά πυκνά τεράστια δέντρα, γίνονταν μολυβόμαυρα ψηλά βουνά, πελώριοι όγκοι πάγων μουντόλευκων που έπλεαν σε σταχτερή, μελανή θάλασσα κ’ έσπαζαν απάνω στα βουνά κ’ έσμιγαν με τη θάλασσα και γίνονταν και κείνα θάλασσα κ’ έπειτα υψώνονταν και πάλι σε βουνά κάτασπρα σα χιονοσκέπαστα όσο πού πάλι ξανάπλωναν σε θάλασσα --- μια θάλασσα τώρα λευκή σαν παγωμένη. Μπροστά σ’ αυτό το αέρινο παιχνίδι ο Στέφανος σα να ξεχάστηκε. Η Ευανθία ξανάρχισε να παίζει, μα αυτός δεν άκουε το σκοπό, κοίταζε μόνο τις εικόνες που προβάλλονταν εκεί στα σύννεφα που έφευγαν αργά στο διάστημα. Μια του φάνταζαν σα χώρες άγνωστες και μαγικές, και μια του θύμιζαν κόσμους που γνώρισε, τόπους που του φαινόταν πως τους είδε ή πως τους ονειρεύτηκε σ’ ένα μακρινό χειμερινό ταξίδι, που η θύμισή του το κρατούσε σαν όραμα φανταστικό ώσπου έσμιγαν σε μιάν απέραντη λευκή έκταση χωρίς ούτε ένα στίγμα μελανό· στεριές, νησιά, ουρανός και θάλασσα --- ένα ταξίδι ξεχασμένο που του έμενε πάντα σαν όνειρο χωρίς σωστή συναίσθηση αν το έκανε ποτέ ή μόνο το φαντάστηκε. Μα εκεί τινάχτηκε μεμιάς· ο ήχος που άφησε το πιάνο έξαφνα του ήρθε σα γνωστός. Του φάνηκε πως ξύπνησε με τα σωστά όταν γύρισε και είδε την Ευανθία που έπαιζε σκυφτή. Μα έπειτα από μια στιγμή ξαφνίστηκε πιο δυνατά. Ο παππούς ορθός στην πόρτα τραύλιζε με βραχνή τρεμουλιαστή φωνή το τραγούδι που έπαιζε η Ευανθία: προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Η Ευανθία πετάχτηκε. Βλέποντας πίσω της το Στέφανο κοκκίνισε όλη. Και η Μαρίκα, που φάνηκε την ώρα αυτή στην πόρτα, τους είδε να κοιτάζονται άφωνοι. - Έλα, παππού, έλα μέσα, θα τραγουδήσομε όλοι μαζί, είπε η Μαρίκα δίνοντας το χέρι της στο Στέφανο. Φαινότανε φαιδρή, μα ο Στέφανος είδε στα χείλη της τ’ άσπρα σημάδια των δοντιών που γνώριζε - Έλα, Ευανθία, ξαναπαίξε το, ξαναμίλησε η Μαρίκα με χαμόγελο και με ματιά που η Ευανθία την ένιωσε και χλώμιασε. ==Χλώμιασε και την κοίταξε κι αυτή, και μια στιγμή έμεινε ακίνητη. ΄Επειτα πήγε στο παράθυρο. Ο Στέφανος έμεινε κει που είχε σταθεί κοντά στην πόρτα. - Ελάτε τότε να σας το παίξω εγώ, είπε η Μαρίκα και κάθισε στο πιάνο. Το έπαιξε κ ‘ έπειτα γύρισε και κοίταξε. - Δεν το τραγούδησες παππού· δεν το έπαιξα καλά όπως η Ευανθία, ξαναείπε κ’ έριξε πάλι ματιά στην Ευανθία. Η Ευανθία έμενε ακόμα στο παράθυρο, ο Στέφανος ορθός στην ίδια θέση. Μόνο ο παππούς κινήθηκε να φύγει. Αλλά η Μαρίκα τον σταμάτησε: - Σκάσου παππού, και θα σου παίξω ένα άλλο. Άμα άρχισε να παίζει πάλι, ο Στέφανος έκαμε κίνημα. Η Μαρίκα έπαιζε το τραγούδι της κυρίας Κατίγκως: Λενίτσα Λενιώ, τα χέρια σου καίνε, το χείλι σου αχνό. Σου γύρευα: μείνε! δεν είχες μιλιά· αχ, άσπρε μου κρίνε, μακριά ήσουνα πια. ΄Επαιξε και τραγούδησε τις δυο στροφές γοργά, δίχως να τις χωρίσει. Μα έπειτα σταμάτησε· και με φωνή αργότερη, ψιθυριστή αλλά καθαρά ξανατραγούδησε: Αχ πού να θυμάσαι, Λενίτσα Λενιώ, εκεί που κοιμάσαι σε πεύκο σκιερό. Όταν σηκώθηκε, ο παππούς στεκόταν και την κοίταζε με μάτια ακίνητα. Η Ευανθία είχε γυρίσει στο παράθυρο και κοίταζε έξω. Μα ο Στέφανος πετάχτηκε στο διάδρομο, όπου η κυρία Κατίγκω είχε πέσει στα χέρια της γιαγιάς πνιγμένη σε λυγμούς. Την άκουσαν και μαζευτήκαν όλοι γύρω της. Ο Στέφανος τη σήκωσε. Από μέσα έτρεξε γοργά και η κυρία Αγλαΐα. Άμα είδε την κυρία Κατίγκω, σταμάτησε έξαφνα κοιτάζοντας το Στέφανο και τη Μαρίκα, σα να ρωτούσε να μάθει τι έγινε. Μα αμέσως πάλι προχώρησε και της έδωσε το χέρι. Στης γιαγιάς τα μάτια έφεγγε η χαρά ενώ περνούσαν όλοι στην τραπεζαρία. Μα σε λίγο βγήκε η γιαγιά ξανά έξω και στάθηκε κ’ έψαχνε γύρω με τα μάτια. Και ο παπαγάλος από το κλουβί του στο βάθος του διάδρομου σα να την ένιωσε, άρχισε να κράζει με τη βραχνή και σα σαρκαστική φωνή του: - Παππού, παππού. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία μαζί της. Το βράδυ πρόσεξε μόνη της το γλύκισμα --- φρυγανιές με μαρμελάδα, που ήξερε πως άρεσαν της Ευανθίας --- έβαλε μπρος στη θέση της ένα βάζο με φθινοπωρινά ρόδα λευκά και κίτρινα και κάθισε έπειτα κοντά της. Όλη την ώρα στο τραπέζι ήθελε να της χαμογελά, η ματιά της όμως ήταν μελαγχολική σα να έβλεπε όνειρο και η φωνή της φαινότανε συγκινημένη. Η Ευανθία της θύμισε το γκρι σεβιότ που είδαν σ’ ένα εμπορικό καθώς περνούσαν, έπειτα τους πλισέδες που στάθηκαν και κοίταζαν σε άλλη βιτρίνα: - Τι έμορφοι, θεία Κατίγκω! Ύστερα της μίλησε για τη Φιφίκα: - Η Φιφίκα, ναι· να δούμε, θα μας γράψει; ψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. - Από την Ιταλία, είπε η Ευανθία και πρόσεξε στα μάτια την κυρία Κατίγκω. Μα η κυρία Κατίγκω δε μίλησε, και η Ευανθία κοίταξε το Στέφανο. Αλλά και ο Στέφανος δε μίλησε. Δεν ήξερε γιατί ήταν σα στενοχωρημένος και χωρίς διάθεση, δεν ένιωθε γιατί γύριζε πάντα και ζητούσε ν’ ανοίξει με τον πατέρα του ομιλία. - Είδες, η Τράπεζα μας έκαμε έφεση, του είπε μια στιγμή. - Ναι, είδα, απάντησε ο κύριος Γιάγκος κ’ εξακολούθησε να τρώγει. Ο Στέφανος θυμήθηκε ύστερα άλλα δικόγραφα, και ο κύριος Γιάγκος ξαναπάντησε με μονοσύλλαβα. Άμα έφαγε και το γλυκό ο κύριος Γιάγκος διηγήθηκε πως κέρδισε στη λέσχη το νομάρχη. Και είπε κάποιο αστείο γι’ αυτόν. - Τι κωμικός που είναι, είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία γέλασε: - Νέος είναι, ρώτησε, ή βάφεται; - Αυτό είναι μυστικό της … νομαρχίας, είπε ο κύριος Γιάγκος και κοίταξε την Ευανθία. Η Ευανθία δεν εννόησε αμέσως· μα έπειτα: - Α, της νομαρχίας! είπε και ξαναγέλασε. Και η κυρία Κατίγκω ψιθύρισε: - Ξέρεις, Γιάγκο, σήμερα μιλήσαμε. - Όχι δα! - Με χαιρέτησε όταν πήγα για την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω δεν είπε περισσότερα, και ο κύριος Γιάγκος σκουπίζοντας με την πετσέτα τα μουστάκια του την κοίταζε. Έπειτα έσπρωξε τα πιάτα από μπροστά του κ’ έκαμε θέση, σα να ετοιμάστηκε για να μιλήσει: - Λοιπόν. - Αυτά με το νομάρχη, είπε ύστερα και ακούμπησε τα χέρια στο τραπέζι. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία: - Πες μας λοιπόν τι άλλα; Πήγες στα ιγγλέζικα; Η Ευανθία σα να ξαφνίστηκε. - Όχι, είπε κ’ έριξε στην κυρία Κατίγκω μια ματιά. Η κυρία Κατίγκω είχε ξεχαστεί. -Όχι, ξαναείπε η Ευανθία· θα φύγουν; - Θα φύγουν, βέβαια θα φύγουν. Και στρέφοντας στο Στέφανο ο κύριος Γιάγκος: - Θυμήσου αύριο να γίνει η ανακοπή, του είπε. - Μα δε θα φόρτωναν ακόμα, ξαναγύρισε στην Ευανθία. ‘Η αποφόρτωσαν; ρώτησε πάλι το Στέφανο. Ο Στέφανος δεν πρόσεξε διόλου. Σκυμμένος κοίταζε τα κίτρινα και άσπρα ρόδα στο τραπέζι. Το φως της λάμπας έπεφτε απάνω τους και τα έκανε να φέγγουν ωχρότερα· σαν κέρινα. Μα ο ίσκιος τους απάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο ήταν κοκκινωπός. - Στέφανε, ξαναμίλησε ο κύριος Γιάγκος, και ο Στέφανος σηκώνοντας τα μάτια αντίκρυσε το πρόσωπο της Ευανθίας απάνω από τα ρόδα. Τον κοίταζε με βλέμμα που έλαμπε όλο φως. Ο κύριος Γιάγκος είχε καθίσει στο τραπεζάκι στη γωνία και ανακάτευε τα κόκαλα του ντόμινου. Είχαν συνήθεια να παίζουν κάθε βράδυ μια παρτίδα με το Στέφανο, και ο Στέφανος πήγε και κάθισε αντικρύ του σαν αυτόματα. Η Ευανθία ακούμπησε στον ώμο της κυρίας Κατίγκως κ’ έμεινε και κοίταζε σιωπηλή. Έπειτα ζήτησε ένα κέντημα και ξανακάθισε κοντά κοντά με την κυρία Κατίγκω και μιλούσανε ψιθυριστά. Όταν τέλειωσε το παιγνίδι, ο Στέφανος δεν έμεινε πολύ μαζί τους. Και όταν έφευγε και πήγαινε να κοιμηθεί και η Ευανθία, η κυρία Κατίγκω γύρισε στον άντρα της. - Είδες; του είπε. Ο κύριος Γιάγκος χασμουρήθηκε. - Θα με κέρδιζε αν λογάριαζε καλά. Αλλά δεν πρόσεχε. Η κυρία Κατίγκω μια στιγμή δε μίλησε. Έπειτα βλέποντας πάλι στην πόρτα απ’ όπου έφυγε η Ευανθία. - Να είχε μείνει εδώ από τότε! είπε μελαγχολικά. Ο κύριος Γιάγκος την κοίταξε στα μάτια νυσταγμένος. - Όνειρα, όνειρα, ψιθύρισε όταν ένιωσε· και τράβηξε να πάει να κοιμηθεί. [Επεξεργασία] ΧΙΙΙ Ο Στέφανος δεν έπεσε να κοιμηθεί· βγήκε στο δρόμο. Έκαμε προς την προκυμαία που ήταν η λέσχη, όπου συνήθιζε και πήγαινε συχνά το βράδυ. Πριν φτάσει, σταμάτησε στα φωτισμένα παράθυρα του καφενείου απέναντι στη λέσχη. Έπαιζε μέσα μουσική και στάθηκε σα να ήθελε ν’ ακούσει. Έξαφνα άνοιξε η πόρτα και μαζί μ’ ένα σκοπό της «Κάρμεν» πετάχτηκε έξω ο κύριος νομάρχης και πίσω του ένας αξιωματικός. Ο κύριος νομάρχης στάθηκε, ο αξιωματικός πέρασε μπρός του ψιθυρίζοντας τραγουδιστά: Qu’ un oeil me regarde et que l’ amour m’ attend --- - Μπαίνετε μέσα; ρώτησε ο κύριος νομάρχης. - Ναι, είπε ο Στέφανος, αλλά δεν μπήκε. Στάθηκε και τους κοίταζε να δει αν πήγαιναν στη λέσχη. Μα ενώ τους κοίταζε, γνώρισε στον αξιωματικό το λοχαγό της Πρίφτη. Σα να ξαφνίστηκε. Θυμήθηκε τι του είχε πει η Ευανθία κ’ έμεινε κοιτάζοντας. Μπροστά του, στον υγρό πισσοστρωμένο δρόμο έπαιζαν τα φώτα με κιτρινοκόκκινες αναλαμπές, πίσω του έσβηναν οι ήχοι του Τορεαδόρ: et que l’ amour m’ attend Tor·ador! Ο νομάρχης και ο λοχαγός ανέβηκαν στη λέσχη, ο Στέφανος προχώρησε στην προκυμαία. Θυμήθηκε πάλι τι του είχε πει η Ευανθία για το λοχαγό, μα όταν αισθάνθηκε τη θάλασσα κοντά του, το ξαναξέχασε. Η θάλασσα ήταν σκοτεινή μα ησυχασμένη, και ο ουρανός απάνω ξάστερος. Τ’ άστρα έριχναν από ψηλά υγρές ακτίνες, μα δεν έφταναν να φέξουν κάτω τα θαμπά νερά. Ο Στέφανος ένιωθε μόνο την υγρή πνοή τους, τη βαθειά πνοή του πόντου που απλωνόταν πέρα και ο ουρανός του τέντωνε από πάνω σκοτεινό μανδύα, σα να ήθελε να του φυλάξει τη σιωπή. Ο Στέφανος σα ν’ άκουε μέσα του όλη αυτή τη σιωπή του απέραντου μεγάλου πόντου. Του ήταν σα μια σιωπή που έτρεμε βαθιά της κάτι ανήσυχο και σάλευε κάτι κρυφό και σκοτεινό. Σταμάτησε - ήταν το ίδιο εκείνο κρυφό και σκοτεινό που τον είχε κυνηγήσει πάντα, τον ακολούθησε παντού, εδώ σα βραδινή ομίχλη σε ταξίδι, εκεί σα μελαγχολικό τραγούδι στην πρωινή χαρά. Σταμάτησε - σταμάτησε και κοίταζε στα θαμπά βάθη. Και θυμήθηκε το πουλί που δεν μπόρεσε ποτέ να πιάσει μια φορά και το πουλί που ήρθε και χτύπησε στο τζάμι το δειλινό που πέθανε η μικρή αδερφή. Κ’ έξαφνα πάλι θυμήθηκε το μακρινό ταξίδι του άλλοτε· ένα όνειρο· ένα όνειρο κι αυτό χαμένο: Η θάλασσα απλωνόταν σκοτεινοπράσινη έκταση κυματισμένη με μουντούς αφρούς, χαμένη πέρα σε μια ομίχλη σταχτερή. Πού πήγαινε δεν το ήξερε και τότε , ούτε τώρα το θυμάται. Θυμάται μόνο πως στο πλάι του γελούσε μια ιλαρή φωνή κ’ έφεγγαν γεμάτα φως δυο μάτια, που τ’ ακολούθησε σα χίμαιρα και σαν επαγγελία πέρα από τους πάγους. Μα οι παλιοί κύκλοι, οι κύκλοι της βροχής στη θάλασσα γέμισαν εκεί μεμιάς θαμπά τους πάγους, και το πουλί ήρθε και στάθηκε στο τζάμι. Και --- ο Στέφανος τινάχτηκε --- από πίσω έπαιζε κάποιος με τις κούκλες της αδερφής που πέθανε. Ο Στέφανος δε γύρισε. Κοίταζε τους κύκλους που γέμισαν πάλι μπροστά του τα θαμπά νερά. Για αν μη ζαλιστεί, σήκωσε τα μάτια απάνω· τ’ άστρα έτρεμαν ψηλά με φως υγρό. Άφησε πίσω του τη θάλασσα σκυφτός. Δεν ξέρει γιατί ξαναθυμήθηκε το λοχαγό. Τον είδε αλήθεια χτες το τραίνο η Ευανθία; -- Έπειτα θυμήθηκε πως πρέπει να κάμει την ανακοπή αύριο πρωί. Μα έπειτα βρέθηκε πάλι μακριά. Μια τρόικα τον έσερνε γοργά· ο πάγος έτριζε κάτω, και τα κουδούνια των αλόγων ηχούσαν εύθυμους χορούς στη σιωπηλή ερημιά. Γύρω τα κρύσταλλα κρεμόντανε σε μύρια σχήματα, σάλευαν κ’ έφευγαν θαμπές σκιές, θολές μορφές παράξενες, και απάνω τ’ άστρα έφεγγαν μέσα από μια κρυστάλλινη άχνα, κρυστάλλινα κι αυτά σαν παγωμένα. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως τ’ άστρα τον κοίταζαν από ψηλά σαν ξαφνισμένα και σαν ξένα, και σήκωσε πάλι τα μάτια. Μα τ’ άστρα του φάνηκαν τώρα και δω σαν ξένα. Και αντίκρυ τ’ ορθόβραχο βουνό που πρόβαλε από το άνοιγμα του δρόμου, του φάνταζε κι αυτό παράξενα. Έμοιαζε σα να χάθηκε στο βάθος του μισοσκότεινου ουρανού κ’ έγινε άυλο σύννεφο, αγανή διάφανη ομίχλη φωτεινή κρεμασμένη ανάερα κάτω από τ’ άστρα. Ο Στέφανος σα να λησμόνησε πού ήταν. Μόνο το λοχαγό της Πρίφτη δε λησμόνησε. Τι μόνο αυτός δεν του ήταν ξένος; Και γιατί ψιθύρισε έτσι το τραγούδι του, έτσι σα να του το σφύριξε στο πρόσωπο; Σταμάτησε κοιτάζοντας το φως του φαναριού που έπαιζε στο ρείθρο μπροστά στο πεζοδρόμιο. Έπαιζε πράσινο κοκκινωπά, έπειτα κίτρινο· έπειτα έμενε ακίνητο, ωχρό μες στο θολό νερό, ωχρό σα ρόδο κίτρινο. Εκεί άκουσε από πίσω μια φωνή. Τινάχτηκε. - Στέφανε, είχε ψιθυρίσει σιγαλά η φωνή, και ο Στέφανος γύρισε κείθε. Γνώρισε τη Μαρίκα που στεκόταν ορθή στη σιδερένια πόρτα. Πήγε κοντά, ίσια κοντά της· πήγε σα να μην είχε ξαφνιστή. - Σε περίμενα, του είπε η Μαρίκα, το ήξερα πως θα ’ρθεις. Τον έσυρε στην είσοδο και κείθε στην αυλή που έτρεχε η βρύση κάτω από τα πεύκα. Εκεί σταμάτησε. Η βρύση στάλαζε σιγά στην πέτρινη λεκάνη, και η Μαρίκα έσκυψε και τη σφάλισε. Έπειτα κάθισαν και οι δυο στο μακρύ κάθισμα που ήταν εκεί, και η Μαρίκα του έπιασε το χέρι. - Το ήξερα, ναι, και πώς σ’ ευχαριστώ, του είπε σιγά. Έφερε το πρόσωπό της τόσο κοντά εμπρός στο δικό του πρόσωπο, ώστε η πνοή της τον άγγιξε θερμή, σαν πύρινη. - Ναι, πώς σ’ ευχαριστώ, ξαναψιθύρισε και του έσφιξε το χέρι. Ο Στέφανος απόμεινε άφωνος, σα να μην ένιωθε. - Που ήρθες --- που ήξερες πως σε περίμενα. Ο Στέφανος έμεινε άφωνος πάλι μια στιγμή, μα αμέσως, σαν κάτι να του ανοίχτηκε μπροστά του ξαφνικά: - Ναι, ήξερα, είπε και του ήταν σα να ξύπνησε μεμιάς, και τώρα γνώριζε πού ήταν και τώρα έβλεπε μέσα του τι ήταν εκείνο που τον είχε σύρει εδώ. - Ναι, ήξερα … Και σα ν’ ανοίγονταν βαθιά του κάτι ολοένα φωτεινότερο: - Ω, Μαρίκα, ψιθύρισε κ’ έσκυψε και της φίλησε το χέρι. Η Μαρίκα ανασηκώθηκε: - Μ’ αγαπάς, Στέφανε; μ’ αγαπάς αλήθεια; Έβγαλε σχεδόν φωνή και τον κοίταζε σα να ήθελε να δει τα μάτια του. - Ναι, μόνο εσέ, Μαρίκα, είπε ο Στέφανος με ξέσπασμα έξαφνο. Μα ένιωσε τίναγμα ελαφρό στο χέρι της Μαρίκας που κρατούσε, και σταμάτησε. Η Μαρίκα μια στιγμή δε μίλησε· μα έπειτα αμέσως: - Μόνο εμέ, είπε σιγά· κ’ έπειτα σιγότερα και αργότερα; - Το ήξερα και σε περίμενα. Ο Στέφανος πρόσεξε πως η φωνή της πήρε μεμιάς το βραχνό τόνο που τον σύγχυζε. - Ναι, σε περίμενα. - Με είδες από το παράθυρο; έκαμε να ρωτήσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα δεν τον άφησε: - Όχι! το φως είδα μονάχα απ’ το παράθυρο· κ’ έτρεξα κάτω και σε είδα που το κοίταζες και με περίμενες. - Ναι, σε περίμενα, είπε ο Στέφανος και είχε το αίσθημα πως το είπε μέσα του μια άλλη φωνή, ξένη φωνή. - Άλλο βράδυ ποτέ δεν έχω ανοίξει το παράθυρο. Μα απόψε το άνοιξα· το άνοιξα και στάθηκα. Και ο αέρας μου φύσηξε στο πρόσωπο, σα να ήταν πάλι ένα απ’ τα βράδια τα παλιά αντικρύ στη θάλασσα, και μου έφερνε όπως μια φορά όλη την πνοή της θάλασσας. Κ’ έπειτα αισθάνθηκα μια μυρουδιά σαν από πασχαλιές που ερχόταν σα να έφτανε από πέρα από τη θάλασσα. Μα έπειτα πάλι η μυρουδιά μου φάνηκε παράξενη· ήταν μια μυρουδιά από κάτι σα μιμόζες, πολλές, αμέτρητες μιμόζες, κήπους ολάκερους σπαρμένους με μιμόζες· μια μυρουδιά που με περνούσε, με πότιζε, γλιστρούσε και μου στάλαζε βαθιά, με αγκάλιαζε σαν κύμα αόρατο, σαν κύμα πνιγερό, σαν κύμα κίτρινο. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και άνοιξα πάλι το παράθυρο. Το άνοιξα και κοίταζα σα να περίμενα, σα να ένιωθα πως έπρεπε ν’ ακούσω κάτι που έπρεπε να το ακούσω απόψε, δίχως άλλο απόψε. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ και βγήκα πάλι στο παράθυρο, και τότε είδα το φως στο δρόμο κ’ έτρεξα. Σώπασε, κ’ ενώ σώπαινε και ο Στέφανος. - Έτρεξα αμέσως, όπως δεν έτρεξα ποτέ, όπως λαχτάρησα μόνο να τρέξω, είπε με σιγαλότερη φωνή κ’ έμεινε σα καρφωμένη εμπρός του. Ο Στέφανος καθώς της έπιασε το χέρι, το ένιωσε που έκαιγε σα φλογισμένο από τον πυρετό. - Μαρίκα, της ψιθύρισε και την έγειρε στο στήθος του. Μαρίκα, ξαναείπε χαδεύοντάς της τα μαλλιά. Κ’ έμειναν σωπαίνοντας και οι δυο· μόνο η Μαρίκα ψιθύρισε μια στιγμή: - Πόσο είμαι ευτυχισμένη. Μα έπειτα, εκεί όπως έμενε γερμένη, κοιτάζοντας απάνω χωρίς να κινηθεί, είπε έξαφνα: - Γιατί φέγγουν παράξενα τ’ αστέρια απόψε; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς την κοίταζε ολοένα δίχως να μιλήσει. - Τι είναι τάχα πέρα από τ’ αστέρια; το σκέφτηκες ποτέ; ξαναψιθύρισε η Μαρίκα. - Το ατέλειωτο ίσως, είπε ο Στέφανος. - Τι; ρώτησε η Μαρίκα. - Και συ; και γω; είπε έπειτα σιγά. Κ’ έμεινε πάλι σιωπηλή. Ο Στέφανος της έσφιξε το χέρι και την κοίταξε σα να ήθελε να δη τα μάτια της μες στο σκοτάδι. Μα καθώς θέλησε ύστερα η Μαρίκα κάτι να ξαναπεί, σταμάτησε έξαφνα· και ο Στέφανος ένιωσε πως σταμάτησε για να μη βήξει. Τινάχτηκε χωρίς να θέλει. - Μαρίκα, είναι υγρασία, της είπε. Και θέλησε να τη σηκώσει, να την παρακαλέσει ν’ ανεβεί στο σπίτι. Μα η Μαρίκα δεν τον άκουε. - Όχι, Στέφανε, μη θες να φύγω, είπε και τον έσυρε πάλι κοντά της· μη θες να φύγω. Αντί να πέσω να κοιμηθώ κατέβηκα σε σένα· κατέβηκα όπως δεν κατέβηκα ποτέ, όπως δε θα κατέβαινα ποτέ. Μια στιγμή καθώς κατέβαινα, σταμάτησα, αλλά δε γύρισα· έπρεπε απόψε να έρθω σ’ εσέ, γι’ αυτό δε γύρισα: γιατί δεν ήθελα να κοιμηθώ, γιατί δεν έπρεπε να κοιμηθώ, γιατί αν ήτανε να κοιμηθώ --- αλλά δεν ήθελα να κοιμηθώ, φοβόμουνα να κοιμηθώ, φοβόμουνα μην κοιμηθώ και δεν ακούσω ξέρεις τι, ναι, Στέφανε, το ξέρεις! Του Στέφανου του ήταν σα ν’ άκουε παραμιλητό· σα να τον άγγιζε φωτιά καθώς του έσφιγγε τα χέρια, και καθώς την έφερε κοντά του, τώρα είδε πως είχε κατεβεί μισόγυμνη όπως θα έπεφτε να κοιμηθεί. Τρόμαξε και δεν μπόρεσε ούτε να μιλήσει. Δε σκέφτηκε πια να τη φέρει απάνω, την άφησε να σωριαστή στο στήθος του. Καθώς κοίταζε μπροστά του, είδε κάτω τα πόδια της γυμνά. - Αλλά, Μαρίκα, θέλησε να πει, μα η Μαρίκα δεν άκουε· κοίταζε μπροστά της με μάτια τεντωμένα σα σ’ έκσταση. Κοίταζε ώρα πολλή. Έπειτα, ενώ ο Στέφανος έμενε σιωπηλός, σα να έβλεπε παράλογο όνειρο, η Μαρίκα του έπιασε σιγά το χέρι και ψιθύρισε: - Ω πάρε τα από εμπρός μου εκεί. Ο Στέφανος κοίταζε μπρος, δεν ήταν τίποτε· στο βάθος έτρεμαν μονάχα τ’ άστρα. Καθώς γύρισε προς τη Μαρίκα του φάνηκε πως είχε τώρα τα μάτια της κλειστά. Όταν τα ξανάνοιξε, την πήρε σιγαλά και την έφερε μπροστά στη σκάλα. Η Μαρίκα την ανέβηκε άφωνη· καθώς ανέβαινε φαινότανε του Στέφανου σαν άυλη σκιά. Στάθηκε και την κοίταζε όσο που χάθηκε στην πόρτα. Μα καθώς κοίταζε, είδε ξαφνικά σ’ ένα παράθυρο την όψη του παππού: ήταν ακίνητη σαν κολλημένη εκεί στο τζάμι. Ο Στέφανος γύρισε αμέσως και γλίστρησε γοργά έξω από την αυλόπορτα. Η πνοή της νύχτας τον χτύπησε πιο υγρή στο πρόσωπο. Καθώς έστρεφε στο δρόμο, το ορθόβραχο βουνό στο βάθος φαινόταν πάλι σα σύννεφο ή σαν αχνή ανάερη ομίχλη. Μα απάνω του, ψηλά στον ουρανό έλαμπε ο Ωρίων ορθός, ολόφωτος. Ο Στέφανος σα ν’ ανατρίχιασε· μα δε σταμάτησε. Όταν έφτασε στην προκυμαία ξαναπαντήθηκε με τον κύριο νομάρχη και με το λοχαγό. Κατέβαιναν από τη λέσχη. Καθώς πέρασε από κοντά τους, ο λοχαγός σφύριζε πάλι το σκοπό της Κάρμεν: Τορεαδόρ! [Επεξεργασία] XIV Όταν ξύπνησε ο Στέφανος πρωί και πήγε στην τραπεζαρία βρέθηκε μπρος στην Ευανθία. Καθόταν μόνη και είχε ανοιχτό μπροστά της ένα λεύκωμα με εικόνες και το ξεφύλλιζε. Στο τραπέζι ήταν ακόμα το βάζο με τα κίτρινα και λευκά ρόδα. Καθώς έσκυβε, η χλωμή τους λάμψη έπαιζε στο πρόσωπό της. Ο Στέφανος σταμάτησε στην πόρτα όσο που η Ευανθία σήκωσε τα μάτια. Δεν ένιωσε γιατί σταμάτησε· μα όταν πλησίασε, η Ευανθία τον κοίταξε σα να ήταν ώρα εκεί και δεν τον πρόσεξε. Έπειτα αφού έσκυψε πάλι μια στιγμή στο λεύκωμα, γύρισε και τον ρώτησε: - Εσύ το έφερες; - Πιστεύω, είπε ο Στέφανος αφού έριξε ματιά στο λεύκωμα. Η Ευανθία δε μίλησε πάλι μια στιγμή· μα όταν ο Στέφανος ήρθε και κάθισε στο τραπέζι αντίκρυ της, ξανασήκωσε τα μάτια και καθώς ο Στέφανος την κοίταζε. - Ήσουνα ψες στη λέσχη; τον ρώτησε έξαφνα. Ο Στέφανος δεν απάντησε. Και η Ευανθία: - Δεν ήσουνα; δεν έπαιξες; ρώτησε πάλι. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. Η Ευανθία ξαναέσκυψε στο λεύκωμα και σώπασε. Έπειτα, έξαφνα πάλι, σήκωσε ένα φύλλο και δείχνοντάς το: - Σου αρέσει αυτή; είπε. Ήταν μια στρογγυλή μορφή με χείλη παχουλά και με στριφτά σγουρά γύρω στο μέτωπο. -Τι να μου αρέσει; - Τα μάτια της, είπε η Ευανθία· και κοιτάζοντάς τον: - Δε μοιάζει της Φιφίκας, ε; Κ’ έπειτα, πάλι ξαφνικά: - Σου άρεσε ποτέ η Φιφίκα; Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε πάντα περίεργα. - Ε, δε σου άρεσε; τον ξαναρώτησε. - Αστεία, είπε ο Στέφανος. - Σου άρεσε· γι’ αυτό η Μαρίκα τη ζηλεύει. - Ανοησίες, είπε πάλι ο Στέφανος και τράβηξε από το λεύκωμα ένα φύλλο κ’ έσκυψε κι αυτός και κοίταζε. Όταν το άφησε, η Ευανθία το πήρε από μπροστά του. - Γυναίκες είναι; ρώτησε· γιατί έχουν έτσι ανοιχτά τα χείλη; - Είναι άγγελοι που τραγουδούν, της είπε ο Στέφανος. - Και τούτα που κρατούν στα χέρια; - Κρίνα. - Κρίνα! είπε η Ευανθία σα να σταμάτησε στη λέξη, και κοίταξε πάλι την εικόνα. Μα έπειτα, ο Στέφανος πλησίασε, δείχνοντας την επιγραφή σ’ ένα άλλο φύλλο ξαναρώτησε: - Τι λέει εδώ; Ο Στέφανος έσκυψε και της εξήγησε. Η εικόνα έδειχνε δυο παιδιά που περνούσαν ένα ρυάκι. Το μεγαλύτερο κρατούσε στον ώμο του ένα τρίτο, πιο μικρό· εμπρός πήγαινε ένας σκύλος, και καθώς βάθαινε το νερό πιο πέρα, ο σκύλος γύριζε πίσω το κεφάλι προς τα παιδιά σα να τους έλεγε: κουράγιο! Έσκυψαν και οι δυο κοντά κοντά και κοίταζαν. Έπειτα, η Ευανθία σα να ήταν βέβαιη πως κι ο Στέφανος συλλογιζότανε το ίδιο. - Μα είδες πως η Μαρίκα είπε ψέματα, γύρισε και είπε. Ο Στέφανος σήκωσε τα μάτια. - Πως μ’ έδειρε η γιαγιά… - … γιατί έτρεξα ξυπόλυτη, πρόσθεσε η Ευανθία. Ο Στέφανος την κοίταζε. - Μα εσύ το είπες, θέλησε να της θυμίσει. Αλλά μπήκε η υπηρέτρια και τον σταμάτησε. Μπήκε κ’ έφερε το γάλα του. Και όταν σε λίγο ήρθε μέσα η κυρία Κατίγκω βρήκε την Ευανθία που το σερβίριζε. Στάθηκε στην πόρτα και κοίταζε. Μα η Ευανθία έτρεξε και την αγκάλιασε. - Τι ωραία, φώναξε, τι ωραία, θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω τη χάδεψε στον ώμο και τη φίλησε. Και η Ευανθία γέρνοντας απάνω της ξαναψιθύρισε: - Τι ωραία που είναι δω, θεία Κατίγκω! Το είπε γοργά γοργά ως να μην το πρόσεξε. Και κοίταξε την κυρία Κατίγκω κατάματα. Έπειτα την έπιασε από τη μέση και ήρθαν και οι δυο και στάθηκαν μπροστά στο Στέφανο. Και η Ευανθία γέλασε δυνατά. Ο Στέφανος δεν ήξερε γιατί του φάνηκε σε μεθυσμένη ξαφνικά, όπως ξαναφώναξε: - Θεία Κατίγκω! Η κυρία Κατίγκω που είχε σκύψει και φίλησε το Στέφανο, γύρισε στη Ευανθία: - Τι χρυσή μου; - Θα πάμε στα ιγγλέζικα; Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε ακίνητος. - Θα πάμε· εμείς οι δυο μονάχες μας θα πάμε, ξαναείπε η Ευανθία και κάθισε, με το σώμα ριγμένο πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω εκεί που τίναζε τα ψίχουλα που είχε σκορπίσει στο τραπέζι ο Στέφανος, είπε έξαφνα: - Ξέρεις αλήθεια πως δεν έφυγε η Φιφίκα; Η Ευανθία σήκωσε το σώμα και την κοίταξε περίεργα. Και ο Στέφανος αμέσως, σα να του ξέφυγε: - Ναι, είδα και γω το λοχαγό στη λέσχη. Η κυρία Κατίγκω έριξε ματιά στο Στέφανο σα δυσαρεστημένη. - Αρρώστησε έξαφνα η μητέρα της κ’ έμειναν, είπε· τώρα μου το έλεγε ο πατέρας σου. Και γυρίζοντας στη Ευανθία: - Θα πάμε έπειτα να δούμε τη Φιφίκα. - Είναι ο πατέρας μέσα; ρώτησε ο Στέφανος. - Όχι, κατέβηκε, είπε η κυρία Κατίγκω. Ο Στέφανος κοίταξε την ώρα, σα μόλις τώρα να θυμήθηκε πως έπρεπε να σηκωθεί. Μα καθώς σηκώθηκε, η Ευανθία τον πλησίασε. - Ήσουν λοιπόν στη λέσχη; ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα. - Δεν ήσουν; δεν έπαιξες; Ο Στέφανος πάλι δεν απάντησε. Μα έπειτα: - Γιατί; ρώτησε μεμιάς. Και η Ευανθία: - Γιατί μου αρέσει το παιγνίδι. Αν ήμουν άντρας θα έπαιζα, είπε, κ’ έκαμε προς το μπαλκόνι· και στάθηκε και κοίταζε έξω. Ο Στέφανος πήγε κοντά της. Κάτω από το μπαλκόνι απλώνονταν η θάλασσα. Ο Στέφανος μόλις αντίκρυσε τη χλωμοπράσινη έκταση, σταμάτησε. Σταμάτησε σα να του ανοίχτηκε μεμιάς μπροστά του κάτι που το πρωί όταν ξύπνησε του ήταν ακόμα σαν αλλόκοτο, παράλογο όνειρο. Και τώρα του ξαναήρθε αυτό στο νου σαν ξαφνική αστραπή· παράξενο, παράλογο και τώρα, παραμίλημα και τώρα, ίσκιος και όνειρο και τώρα. Όμως του στάθηκε μπροστά και τώρα σαν κάτι απόκρυφο και σκοτεινό, τον γέμισε για μια στιγμή και τώρα σαν κάτι που ήταν αδύνατο να το χωρέσει μόνο μια στιγμή, αδύνατο να το χωρέσουν μόνο χρόνια, αδύνατο να το χωρέσει ακόμα και το ανοιχτό άπειρο που απλώνονταν εμπρός του εκεί. Έκαμε να το στοχαστή, όμως θέλησε καλύτερα να το τινάξει πέρα. Παράξενο! του ήρθε στο νου ο λοχαγός και το τραγούδι που του σφύριξε στο πρόσωπο: Tor·ador! Και θέλησε να μιλήσει της Ευανθίας για το λοχαγό. Μα η Ευανθία γυρίζοντας απάνω του τα μάτια του είπε: - Ξέρεις γιατί σε ρώτησα αν έπαιζες; Ο Στέφανος σα να μην ένιωσε. - Γιατί χτες βράδυ σε φανταζόμουν πως έπαιζες. Και η Ευανθία τον ξανακοίταξε. Έπειτα γέλασε. Κ’ ενώ ο Στέφανος έμενε σα ξαφνισμένος: - Για δες, είπε και έδειξε έξω πέρα. Έξω πάρα η θάλασσα στρωνόταν ήσυχη, όμως στο χρώμα της, με όλο τον καθαρό πρωινό ουρανό, σα να έμενε κάτι από τη θολάδα της χθεσινής βροχής. Ήταν γαλανοπράσινο, και μια ψιλή άχνα κρεμόταν σαν κομμάτια ξεφτισμένης γάζας εδώ και κει απάνω στα νερά και στις κορφές των βράχων. Μα τα νησιά στο μάκρος έφεγγαν διάφανα, βιολετογάλανα και ήταν σα να έπλεαν και να σαλεύαν στον αέρα. Μπροστά μπροστά έξω από το λιμάνι άσπρα και κόκκινα πανιά φαντάζαν σα φτερά ανοιγμένα και καθώς έμεναν ακίνητα φαινόντανε σα να περίμεναν. Αυτά έδειξε η Ευανθία στο Στέφανο κ’ έκαμε ν’ ακουμπήσει το χέρι της στον ώμο του. Μα η κυρία Κατίγκω βγήκε στο μπαλκόνι και άλλαζε το νερό στο βάζο με τα ρόδα. Και κει που έμπαινε πάλι μέσα με το βάζο, η Ευανθία έσκυψε και μύρισε τα ρόδα. Ο Στέφανος κοίταξε κει το πρόσωπο της Ευανθίας σα να έριξε ένα κόκκινο αντιφέγγισμα στα λευκά ρόδα. Έμειναν σιωπηλοί και οι δυο άμα μπήκε μέσα η κυρία Κατίγκω. Μα έξαφνα ακούστηκε από το λιμάνι τριχτός κρότος. Ήταν το βίντσι των βαποριών που ξανάρχιζαν την εργασία. Και η Ευανθία σαν ηλεκτρισμένη, φώναξε μεμιάς: - Θεία Κατίγκω! Ο Στέφανος την κοίταξε. - Τα ιγγλέζικα φορτώνουν. Μα πριν προφτάσει να βγει έξω η κυρία Κατίγκω, σκύβοντας η Ευανθία στο Στέφανο του είπε σιγαλά: - Πώς ήθελα να πάω στα ιγγλέζικα μαζί σου. Ε, έρχεσαι; Ο Στέφανος την κοίταξε, και καθώς τον κοίταζε κι αυτή κατάματα. - Ναι, της ψιθύρισε κ’ έβλεπε μπρος του σα να μην ένιωθε ενώ πλησίαζε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία χτύπησε τα χέρια, όταν της έταξε και η κυρία Κατίγκω πως θα πάνε. Και όταν ο Στέφανος τις άφησε και κίνησε να φύγει, εκεί που έβγαινε στην πόρτα του φώναξε η κυρία Κατίγκω: - Σούπα με ρύζι θα έχομε το μεσημέρι· μην αργήσεις και χαλάσει. [Επεξεργασία] XV Ενώ εργαζόταν στο γραφείο του ο Στέφανος, έλαβε ένα μπιλιέτο της Μαρίκας. Τον παρακαλούσε να πάει να τη δει πριν από το μεσημέρι. Και πήγε. Τη βρήκε που στεκόταν στο διάδρομο και τον περίμενε. Καθώς του έσφιξε το χέρι και τον κοίταξε, η ματιά της έφεγγε. Αλλά στην κάμαρα που μπήκαν ήταν η κυρία Αγλαΐα. Ορθή μπροστά στις γλάστρες της ψαλίδιζε τα φύλλα μιας φοινικιάς. Χαιρέτησε το Στέφανο με νεύμα μόνο. - Πώς σκάζω που μου κιτρινίζουν έτσι, είπε όταν ο Στέφανος ήρθε κοντά της. _ Ναι, κρίμα, είπε ο Στέφανος. Κ’ έπειτα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Πλύσιμο με καπνό βρεγμένο, είπε ξανά. - Το δοκίμασα, δεν ωφελεί, απάντησε η κυρία Αγλαΐα κ’ εξακολούθησε να ψαλιδίζει. Ο Στέφανος γύρισε στη Μαρίκα· στεκότανε κοντά του και όπως ο ήλιος γέμιζε την κάμαρα, το πρόσωπό της φαινότανε μέσα στο χρυσό φως σα μεταμορφωμένο. Της έπιασε το χέρι και στάθηκαν και κοιτάζονταν. Ύστερα καθώς σύρθηκαν προς το παράθυρο κ’ έβλεπαν έξω, η Μαρίκα δείχνοντας μια πιγόνια που γέμιζε τον τοίχο αντίκρυ μ’ εξωτικά βυσσινοπόρφυρα άνθη σα ροδιάς. - Τι ωραία! ψιθύρισε. Μα η κυρία Αγλαΐα ρώτησε έξαφνα το Στέφανο: - Το έμαθε η μαμά σου πως δεν έφυγε η Φιφίκα; - Ναι, είπε ο Στέφανος και γύρισε προς την κυρία Αγλαΐα. Η κυρία Αγλαΐα τον κοίταξε· κ’ έπειτα με χαμόγελο, που ο Στέφανος δεν ένιωσε αν ήταν για τη μητέρα του ή τη Φιφίκα. - Μα γιατί δεν έφυγε, τον ξαναρώτησε. Και ο Στέφανος, χωρίς να ξέρει γιατί, χαμογέλασε κι ο ίδιος. - Αρώστησε η μητέρα της, απάντησε. Και όταν η κυρία Αγλαΐα ρώτησε πάλι έπειτα: Και ο λοχαγός; -- ο Στέφανος διηγήθηκε έξαφνα το χθεσινό του απάντημα με το νομάρχη και το λοχαγό έξω από το καφενείο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε με τεντωμένα μάτια: - Στο καφενείο - ο κύριος νομάρχης; - Ναι, και τραγουδούσε, είπε ο Στέφανος. - Ο κύριος νομάρχης; Ο Στέφανος ένιωσε πως τα σύγχισε. - Ο λοχαγός, απάντησε. Και είπε το τραγούδι που σφύριζε ο λοχαγός. Η κυρία Αγλαΐα γέλασε, ενώ ο Στέφανος έμεινε σιωπηλός σα να μετάνιωσε. Είχε το αίσθημα πως δίχως να το νιώσει πρόδωσε κάτι --- δικό του ή ξένο, δεν ήξερε καλά. Και όταν, αφού βγήκε η κυρία Αγλαΐα έξω, η Μαρίκα τον πλησίασε, έμεινε σα στενοχωρημένος. Αλλά η Μαρίκα του γέλασε καθώς πλησίασε, και η ματιά της έφεγγε σα λαμπρυσμένη ενώ τον κοίταζε. Και τον έσυρε κοντά της και του είπε: - Ξέρεις γιατί σ’ έφερα εδώ έτσι ξαφνικά; Ο Στέφανος δε μίλησε. - Γιατί αν και το ήξερα πως θα ερχόσουν και αν δε σ’ έφερνα, όμως δεν ήθελα να φοβηθώ πως δε θα ερχόσουν. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε παράξενα. - Ναι, εξακολούθησε, να φοβηθώ· χθες βράδυ δε φοβόμουνα, μα σήμερα φοβόμουνα μη φοβηθώ. Ο Στέφανος φαντάστηκε πως θ’ άκουγε πάλι παραμιλητό. - Κι αυτό δεν το ήθελα· γιατί ήθελα και θέλω, Στέφανε, να είμαι ευτυχισμένη, είπε πάλι η Μαρίκα. Ναι, μόνο ευτυχισμένη. Και τον έφερε σιγά σιγά προς τη γωνία που ήταν οι γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας. - Ευτυχισμένη και χαρούμενη σαν τ’ άνθη αυτά, εξακολούθησε και του έδειξε τις κόκκινες τουλίπες που έγερναν σκορπώντας λάμψεις γελούμενες στα πράσινα φυτά και στ’ άλλα παρδαλά φύλλα τριγύρω τους. Καθώς μιλούσε, στο πρόσωπό της έπαιζε όμοια λάμψη. Ήταν χαρούμενο· μα οι ωχροκόκκινες κηλίδες του γύρω στα μήλα φάνηκαν σα ροδόφυλλα του Στέφανου, ροδόφυλλα ζωγραφιστά σα λευκή κέρινη λαμπάδα και του ήταν σα να του στάλαζαν βαθιά μια ανήσυχη μελαγχολία. Αλλά η Μαρίκα γυρίζοντάς τον έξαφνα προς το παράθυρο του έδειξε πάλι τα βυσσινοκόκκινα άνθη στον τοίχο απέναντι. - Και κείνα εκεί! του είπε. Κ’ ενώ κοιτάζαν και οι δυο τ’ άνθη. - Τι μακρύ που είναι φέτος το φθινόπωρο, είπε ξανά. Κ’ έπειτα από μια μικρή σιγή και πάλι: - Ω να μην τέλειωνε ποτέ, ψιθύρισε. Η γιαγιά που ήρθε μέσα, σα να τους ξύπνησε. Καθώς είδε το Στέφανο σταμάτησε, σα να μην περίμενε πως θα τον δει εκεί. Έπειτα τον καλημέρισε· και ξαφνικά: - Η Ευανθία μας ξέχασε, του είπε. - Μας ξέχασε, είπε πάλι σα να μην έβρισκε άλλο τίποτε να πει. Η Μαρίκα γύρισε και την κοίταζε. - Την κράτησε η Κατίγκω, ξαναψιθύρισε η γιαγιά. Και η κυρία Αγλαΐα που έμπαινε: - Κρατούμε και μεις το Στέφανο, είπε. - Ναι, ναι, μαμά, είπε και η Μαρίκα· και ο Στέφανος την είδε πάλι γελαστή. Κ’ έμεινε κ’ έφαγε μαζί τους. Θυμήθηκε πως τον περίμεναν στο σπίτι μόνο όταν ήρθε η κυρία Κατίγκω έπειτα από το μεσημέρι. - Εδώ έμεινες; του είπε μπαίνοντας· τουλάχιστο δεν έστελνες· το ήξερες, είχαμε σούπα! Η Μαρίκα γέλασε· κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω γύρισε και την κοίταξε. - Μαμά, της είπε, εμείς φταίμε· τον κρατήσαμε έξαφνα. - Η μαμά τον κράτησε, πρόσθεσε με μιας. Η κυρία Κατίγκω χαιρετήθηκε φιλικά με την κυρία Αγλαΐα. Και η Ευανθία μπαίνοντας γρήγορα: - Θεία Αγλαΐα, Μαρίκα, ελάτε· στις τρεις μας περιμένουν, φώναξε από την πόρτα. Ο Στέφανος την κοίταξε περίεργα· ήταν όλη κόκκινη, το πρόσωπό της και το φόρεμα. - Ελάτε! Και πριν να τη ρωτήσουν «πού;» ξαναφώναξε η Ευανθία: - Θα πάμε στα ιγγλέζικα. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε έξαφνα: - Αστειεύεσαι; - Μα πηγαίνουν; πηγαίνει ο κόσμος καθώς πρέπει; ρώτησε την κυρία Κατίγκω. - Θα είναι η Φιφίκα, έλεγε την ίδια ώρα η Ευανθία, η Μαρίκα όμως μ’ έξαφνο κίνημα: - Αλλά μαμά, πετάχτηκε, δεν είπαμε…; - Ναι, ένεψε η κυρία Αγλαΐα, ενώ η Ευανθία πρόσθετε: - Και ο κύριος νομάρχης. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε: - Ο κύριος νομάρχης! - Ναι, ο κύριος νομάρχης, είπε η Ευανθία. Και την κοίταζε σα με χαμόγελο. Η κυρία Αγλαΐα έμεινε μια στιγμή άφωνη· έπειτα είπε: - Δεν μπορούμε, παραγγείλαμε το αμάξι. Η Ευανθία γύρισε απότομα τα μάτια της στο Στέφανο. Ο Στέφανος κοίταζε κάτω. Μα όταν σε λίγο έφυγαν πάλι μόνες η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, η Μαρίκα πρόσεξε πως η Ευανθία βγήκε χωρίς να ρίξει βλέμμα στο Στέφανο. Σταμάτησε και κοίταζε. Και η κυρία Αγλαΐα είχε σταθεί άφωνη κι αυτή. - Μα τι αστείος, ψιθύρισε έπειτα έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Ο κύριος νομάρχης, ήθελε να πει· μα το ένιωσε και διορθώθηκε γοργά: - Ναι, τι αστείος ο λοχαγός. Κ’ έκαμε να δει το Στέφανο. Μα ο Στέφανος είχε γυρίσει κ’ έβλεπε προς το παράθυρο. [Επεξεργασία] XVI - Πώς χάρηκα! είπε η Ευανθία καθώς κατέβαινε με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Κατίγκω την κοίταξε. - Που το μετάνιωσε· την είδες πώς έγινε όταν άκουσε για το νομάρχη; Η κυρία Κατίγκω δε μίλησε. Και σώπασε και η Ευανθία. Έπειτα, καθώς πήγαιναν, η κυρία Κατίγκω την πρόσεξε που ήταν χλωμή. Και όταν έφτασαν στην προκυμαία και περίμεναν, και η κυρία Κατίγκω της έπιασε το χέρι, το ένιωσε κατάψυχρο. - Πάμε στον ήλιο, της ψιθύρισε· κρυώνεις; - Φυσά λιγάκι, είπε η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την ξανακοίταξε σαν ξαφνισμένη· η θάλασσα ήταν ακίνητη, το δειλινό ανέφελο, χλιαρό. Μα δε φαινότανε ούτε η Φιφίκα ούτε ο κύριος νομάρχης. - Δεν έρχονται, είπε η Ευανθία εκεί που περπατούσανε στον ήλιο. - Δεν είναι τρεις ακόμα. - Και τέταρτο, ξαναείπε η Ευανθία κοιτάζοντας την ώρα της. - Πας μπρος, θέλησε να πει η κυρία Κατίγκω, μα βλέποντας την Ευανθία χλωμή και ανήσυχη: - Είσαι αδιάθετη; τη ρώτησε. Η Ευανθία την κοίταξε· μα έπειτα έξαφνα: - Ναι, είπε, πάμε σπίτι. Η κυρία Κατίγκω φώναξε ένα αμάξι. Στο σπίτι που ήρθαν, έμαθαν πως μόλις είχε φύγει ο Στέφανος. - Ήρθε και ρώτησε αν περάσατε από δω, είπε η υπηρέτρια. - Ήτανε μόνος; ρώτησε γοργά η Ευανθία και είχε ξανακοκκινίσει. - Ναι, απάντησε η υπηρέτρια, στη σκάλα ρώτησε· μου φάνηκε πως σταμάτησε στην πόρτα αμάξι. - Ήταν αυτές, είπε η Ευανθία· και όταν έφυγε η υπηρέτρια: Μετάνιωσαν άμα άκουσαν πως θα ερχότανε και ο κύριος νομάρχης. Κ’ έμεινε κοιτάζοντας την κυρία Κατίγκω, σα να περίμενε να πει εκείνη να γυρίσουν πίσω. Μα η κυρία Κατίγκω βλέποντάς τη που ξαναχλώμιασε: - Έλα, είπε, βγάλε το καπέλο σου και κάθισε. Και φώναξε να φέρουν τσάι. Η Ευανθία έμεινε σαν ξεχασμένη, καθώς την κάθισε η κυρία Κατίγκω στον καναπέ και της σερβίρισε το τσάι. Ώρα πολλή δε μίλησαν και οι δυο. Μια στιγμή μόνο η κυρία Κατίγκω, ενώ καθότανε κοντά της κρατούσε το χέρι της, είπε σιγά: - Να στείλομε για τη νονά; Μα η Ευανθία της ένεψε: όχι· κ’ έμειναν για ώρα πάλι αμίλητες, κοιτάζοντας και οι δυο μπροστά τους σα να είχαν τώρα λησμονηθεί και οι δυο. Έξω ο ήλιος βυθίζοντας στη θάλασσα έβαφε τον ουρανό με χρώμα κίτρινο - ένα κίτρινο όχι χρυσό και αστραφτερό, αλλά χλωμό και άλαμπο σαν ώχρα· το αχνό του αντίφεγγο χτυπούσε κρύο και μελαγχολικό στο τζάμι και χυνόταν ψυχρότερο και πιο θολό στην κάμαρα. Η κυρία Κατίγκω αισθάνθηκε ν’ ανατριχιάζει και φώναξε και άναψαν το τζάκι. Σε λίγο μια φεγγοβολή πήδησε έξαφνα σαν απαλή αστραπή πετώντας κόκκινες θερμές αναλαμπές στους αργυρούς δίσκους και στα κρύσταλλα των τραπεζιών και του μπουφέ μέσα στην κάμαρα. Και όταν γέμισε έπειτα η χλιαρή πνοή της τον αέρα, η Ευανθία ανασηκώθηκε κ’ έπιασε το χέρι της κυρίας Κατίγκως. - Τι ωραία που είναι εδώ, είπε σιγά και ακούμπησε στον ώμο της. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω της χάδευε ελαφρά το μάγουλο: - Ναι, δεν μπορώ πια εκεί· αν ήταν να ξαναπάω εκεί, καλύτερα να φύγω. - Αύριο να φύγω, είπε πάλι κ’ έκρυψε το πρόσωπο στο στήθος της κυρίας Κατίγκως. Η κυρία Κατίγκω ένιωσε πού εκεί. Έσκυψε και τη φίλησε. - Χρυσή μου, ψιθύρισε μονάχα σα να ένιωθε κάτι περισσότερο παρότι είχε πει η Ευανθία. Και σα να μην μπορούσε να πει κάτι περισσότερο κι αυτή: - Χρυσή μου, ξαναψιθύρισε και την έσφιξε στην αγκαλιά της. [Επεξεργασία] XVII Το βράδυ ο Στέφανος τις βρήκε και τις δυο κοντά στο τζάκι. Η κυρία Κατίγκω καθόταν στο σκαμνάκι, η Ευανθία ακουμπούσε στα γόνατά της ξαπλωμένη σ’ ένα δέρμα τίγρης που είχαν φέρει από τη σάλα. Σκυφτή, έριχνε μπρος της μια πασιέντσα. Στο τζάκι ήταν σβησμένη η φλόγα, μα κάτω από το φως της λάμπας έφεγγε ζωηρά το κόκκινό της φόρεμα. Ο Στέφανος στάθηκε πρώτα μια στιγμή, έπειτα κάθισε απέναντί τους. Η Ευανθία δεν κινήθηκε, δεν έσυρε ούτε το πόδι της που απλωμένο έβγαινε κάτω από το φόρεμα· και ο Στέφανος κοίταζε σιωπηλός τα χαρτιά που αράδιαζε η Ευανθία, όταν έξαφνα αυτή σταμάτησε. - Δε βγαίνει, είπε και σήκωσε τα μάτια. - Βγάλε από πάνω, της είπε ο Στέφανος. - Δεν ωφελεί· πρέπει να έβγει μόνη της, είπε η Ευανθία και τον κοίταξε. - Είδες; γύρισε έπειτα προς την κυρία Κατίγκω· ήταν η τρίτη. - Η δεύτερη, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε. - Η τρίτη, ψιθύρισε· όμως ξαναέριξε. Και τώρα βγήκε. - Να, μπράβο! είπε η κυρία Κατίγκω κ’ έκαμε να σηκωθεί. Μα η Ευανθία την κράτησε: - Ήταν αλήθεια η δεύτερη; - Ναι, είπε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία δε μίλησε· έπειτα κοιτάζοντας το Στέφανο: - Κάτι είχαμε βάλει, είπε. Μα ο Στέφανος ρώτησε «τι;» γύρισε αμέσως στην κυρία Κατίγκω και της είπε ξαφνικά: - Μη, μην το πεις! Η κυρία Κατίγκω γέλασε και σηκώθηκε. Η Ευανθία έμεινε όπως ήταν ξαπλωμένη· ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι της απάνω στο σκαμνάκι και κοίταζε μπροστά της. Η κυρία Κατίγκω ήρθε στο Στέφανο· τον κοίταξε σα να ήθελε να του πει κάτι, αλλά σταμάτησε έξαφνα και ρώτησε μόνο: - Είναι έξω ψύχρα; - Λιγάκι, είπε ο Στέφανος. Είχε ξαπλωθεί στην πολυθρόνα και κάπνιζε και κοίταζε την Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω έσκυψε στη φωτιά και καθώς φύσηξε τα ξύλα, μια λάμψη κόκκινη έπαιξε έξαφνα πίσω από την Ευανθία. Του Στέφανου του φάνηκε σα να πετάχτηκε από το φόρεμα της Ευανθίας και από εκεί χτύπησε κ’ έσπασε στο δέρμα της τίγρης όπου ήταν ξαπλωμένη. Οι μαύρες και κίτρινες γραμμές του σπιθίρισαν, και μια στιγμή σα να σάλεψαν. Έπειτα έμειναν πάλι ακίνητες και σκοτεινές. Έλαμπαν μόνο εμπρός του εκεί τα γυάλινα κίτρινα μάτια του κεφαλιού της τίγρης· έλαμπαν και τον κοίταζαν κατάματα. Και η Ευανθία βλέποντάς τον πως κοίταζε κι αυτός εκεί κατάματα σαν ξεχασμένος, κλώτσησε την κεφαλή της τίγρης με το πόδι. Ο Στέφανος ξαφνίστηκε, και η Ευανθία γέλασε. Και τεντώνοντας το πόδι και δείχνοντας το κόκκινο γοβάκι που φορούσε, είπε: - Είδες τι μου χάρισε η θεία Κατίγκω; Ο Στέφανος το κοίταξε. Γνώρισε αμέσως τις κόκκινες βελούδινες παντούφλες που είχε φέρει κάποτε ο ίδιος της κυρίας Κατίγκως. Αλλά και αμέσως θυμήθηκε πως η κυρία Κατίγκω του είχε πει πως ήθελε να τις χαρίσει της Μαρίκας. Και σταμάτησε. - Ωραίες είναι, είπε σα μηχανικά, ενώ τον κοίταζε η Ευανθία. Έπειτα έμειναν πάλι σιωπηλοί. Μα όταν η κυρία Κατίγκω βγήκε από την κάμαρα, η Ευανθία ξαπλωμένη πάντα ξαναγύρισε στο Στέφανο. - Πήγατε; του είπε ξαφνικά. - Πού; ρώτησε ο Στέφανος. Μα η Ευανθία δεν απάντησε. Τον κοίταξε μονάχα και σώπασε λίγες στιγμές. Μα έπειτα κοιτάζοντάς τον πάλι: - Ξέρεις τι είχα ρίξει στην πασίεντζα; ρώτησε με μιάς· θέλεις να μάθεις; - Ναι, είπε ο Στέφανος, μα η Ευανθία έμεινε πάλι σιωπηλή. Κ’ ενώ ο Στέφανος την κοίταζε σαν ξαφνισμένος: - Αν θα φύγω, ψιθύρισε τέλος αργά. - Και τι βγήκε; ρώτησε ο Στέφανος. Η Ευανθία δεν απάντησε· φώναξε μόνο της κυρίας Κατίγκως που έμπαινε πάλι μέσα εκείνη τη στιγμή: - Μην του το πεις, θεία Κατίγκω. Και πετάχτηκε με μιας ορθή όταν είδε πως έμπαινε μαζί και ο κύριος Γιάγκος. - Ωραία, ανάψατε φωτιά, είπε ο κύριος Γιάγκος αφού τη χαιρέτησε. Έτριψε τα χέρια και ήρθε και κάθισε κοντά. Είχε κερδίσει πάλι απόψε τον κύριο νομάρχη και ήταν χαρούμενος. Γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα στο τραπέζι που καθίσαν έπειτα. Και η κυρία Κατίγκω δεν ήταν μελαγχολική, και ο Στέφανος μιλούσε καθισμένος απέναντι στην Ευανθία. Έπειτα, όταν ο κύριος Γιάγκος με το Στέφανο έπαιζαν την παρτίδα τους στο ντόμινο, η κυρία Κατίγκω και η Ευανθία κάθισαν κοντά τους και κοίταζαν. Όταν τελείωσαν το ντόμινο, ο Στέφανος τους έκαμε κάποια παιγνίδια με τα χαρτιά της τράπουλας. Η Ευανθία τον κοίταζε στα χέρια και ζητούσε να μαντέψει πώς τους ξεγελούσε. Και μια στιγμή εκεί που ο Στέφανος της έδινε στο χέρι τα χαρτιά και άγγιξαν τα δάχτυλά τους, η Ευανθία δεν τράβηξε το χέρι αμέσως. Έμεινε και τον κοίταζε στα μάτια. Μα έπειτα σηκώθηκε με μιάς ο Στέφανος· καληνύχτισε και βγήκε. - Πάει στη λέσχη, ψιθύρισε η Ευανθία στην κυρία Κατίγκω. - Α μπα, πάει κάτω να εργαστεί, είπε η κυρία Κατίγκω χωρίς να πιστεύει ό, τι είπε. Ο Στέφανος πήγε στη λέσχη. Το ένιωσε μόνο όταν μπήκε μέσα και είδε πως του ένεψε ο κύριος νομάρχης. Σκυμμένος στην κορυφή του πράσινου μεγάλου τραπεζιού ο κύριος νομάρχης είχε μπροστά του σωρούς τα κόκκινα και λευκά κόκκαλα· ο λοχαγός είχε καθίσει απάνω στο τραπέζι και κουνώντας το πόδι του βροντούσε το σπιρούνι στη γωνία του τραπεζιού· το βροντούσε σα με ρυθμό και σφύριζε. Ο Στέφανος στάθηκε ορθός αντίκρυ και άκουσε σα να ήθελε να πιάσει το ρυθμό. Έπειτα πρόσεξε πώς γυάλιζε το φως στα δόντια και στο μονόκλ του λοχαγού και πώς χτυπούσε στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη και σταματούσε κει με ακτίνες πράσινες. Και κει θυμήθηκε πως είχε σταματήσει κι αυτός πρωτύτερα αντίκρυ σ’ ένα φως που έφεγγε σ’ ένα παράθυρο. Είχε κινήσει και πήγαινε να δει το φως, είδε όμως το φως ακίνητο πίσω από το κλεισμένο τζάμι και σταμάτησε. Δεν ένιωθε γιατί, όμως σταμάτησε· και κοίταζε σα να ήθελε να δει αν έκαιε πράγματι φως μέσα στην κάμαρα ή ήταν μόνο αντίφεγγο που έσπαζε από κάπου απέναντι. Έπειτα κοίταζε σα να ζητούσε να βρει τι χρώμα είχε το φως· έπειτα είδε πως το φως ήταν μακριά. Και είδε πως ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος κ’ αισθάνθηκε μια κρύα πνοή να πνέει από τη θάλασσα. Η μικρή πλατεία όπου είχε σταθεί ήταν έρημη, μα οι κορμοί των κοντών δέντρων του φάνηκαν σα ζωντανές παράξενες μαύρες μορφές που ήθελαν να κινηθούν. Ο Στέφανος δεν έβλεπε τα φύλλα, μα τα αισθάνθηκε πως έτρεμαν σα ν’ ανατρίχιαζαν στην κρύα πνοή της θάλασσας. Και δε γύρισε στη θάλασσα. Γύρισε πίσω. Στην προκυμαία έφεγγαν τα φώτα και οι άνθρωποι πηγαινοερχόντανε. Χαιρέτησε δυο τρεις· και βρέθηκε στη λέσχη έξαφνα. Και τώρα έμενε ορθός και κοίταζε τις πράσινες ακτίνες στα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Έπειτα ξανακοίταξε το λοχαγό, έπειτα το παιχνίδι· έπειτα κάθισε με μιάς και ο ίδιος κ’ έπαιξε. Όταν γύρισε σπίτι, είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ανέβηκε στα δάχτυλα τη σκάλα για αν μην ξυπνήσουνε στο σπίτι. Μα καθώς έμπαινε στο διάδρομο, σταμάτησε· μια θαμπόλευκη μορφή που σάλεψε μπροστά του τον σταμάτησε. Τινάχτηκε όταν τον πλησίασε η μορφή, μα γνώρισε αμέσως τη φωνή που του ψιθύρισε: - Ήσουν στη λέσχη; - Ναι, είπε ο Στέφανος. - Έπαιζες; -Ναι, είπε πάλι ο Στέφανος. - Και γω περίμενα. Ο Στέφανος ξαναξαφνίστηκε. Είδε με μιας μπροστά του το φωτισμένο παράθυρο, όπου απέναντι είχε σταθεί πρωτύτερα και κοίταζε. Μα η φωνή κοντά του τον ξαναξύπνησε: - Για να σου πω τι βγήκε. - Τι βγήκε; ψιθύρισε ο Στέφανος. - Πως δε θα φύγω, είπε η φωνή, και ο Στέφανος είχε ξυπνήσει ολότελα. Αλλά δε μίλησε. Έμεινε ακίνητος· μα σα κίνησε μόνο τα χέρια προς τη μορφή που σάλεψε και κείνη προς τα πίσω, προς την πόρτα όπου στεκότανε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος λίγες στιγμές ακόμα, έπειτα όμως έφυγε αμέσως μέσα προς το διάδρομο πριν ανοίξει καλά η πόρτα πίσω και δει καλύτερα στο φως που χύθηκε από μέσα ποια ήταν η μορφή. [Επεξεργασία] XVIII Έφυγε, σα να φοβήθηκε να δει. Και το πρωί πάλι φοβήθηκε να δει. Φώναξε και του έφεραν στην κάμαρά του τον καφέ και κατέβηκε αμέσως κάτω στο γραφείο. Όταν τελείωσε, τράβηξε ίσια στης Μαρίκας. Τη βρήκε που καθότανε στην κάμαρα με τη γιαγιά, μα είδε αμέσως πως ήταν φοβερά χλωμή. Δεν τόλμησε να τη ρωτήσει. Κάθισε μόνο και μιλούσε πράγματα αδιάφορα με αυτή και τη γιαγιά. Μα όταν έξαφνα τον ρώτησε η γιαγιά αν θα έρθει η Ευανθία, και της απάντησε: «Δεν ξέρω, δεν την είδα σήμερα», είδε πως η Μαρίκα έστρεψε αλλού το βλέμμα. Έμεινε μια στιγμή σα συγχυσμένος. Μα όταν έφυγε η γιαγιά κ’ έμειναν μόνοι, πλησίασε πρώτος τη Μαρίκα. - Κάθισες ψες αργά; τη ρώτησε. - Όχι, κοιμήθηκα νωρίς, απάντησε ήσυχα η Μαρίκα. - Μα το παράθυρο είχε φως αργά. Η Μαρίκα τον κοίταξε. - Τι ήρθες; περίμενε ν’ ακούσει ο Στέφανος, μα η Μαρίκα ψιθύρισε, ήσυχα πάλι: - Το ξέχασα αναμμένο. Ο Στέφανος της έπεισε με μιας και τα δυο χέρια: - Ω Μαρίκα, ω Μαρίκα! Κ’ ενώ η Μαρίκα τον κοίταζε ατάραχη: - Δεν ξέρεις τι είσαι για μένα, ξέσπασε ξαφνικά και της γέμισε φιλιά τα χέρια. Μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ όλη νύχτα, εξακολούθησε, όλη τη νύχτα είχα τα μάτια σου μπροστά μου… Και έλεγε αλήθεια. Τα μάτια της Μαρίκας έφεγγαν πράγματι όλη τη νύχτα μπροστά στο Στέφανο. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα είχε μπροστά του την πόρτα που άνοιξε έξαφνα στο φως του καντηλιού και φώτισε μια λευκή μορφή που έμεινε ορθή με απλωμένα χέρια πίσω του --- αλλά τα χέρια αυτά, παράξενο! τα γνώριζε, ήταν τα χέρια της Μαρίκας. Είχε φύγει γοργά στο διάδρομο σα να φοβήθηκε να δει, όμως όλη τη νύχτα έβλεπε μπρος του δυο μάτια υγρά και φωτεινά που τον κοιτάζαν ενώ έφευγε --- αλλά, παράξενο! τα μάτια αυτά ήταν τα μάτια της Μαρίκας. Στιγμές στιγμές δυο κόκκινα σημάδια έφεγγαν κάτω στο πάτωμα σα βελουδένια, έλαμπαν εμπρός στ’ αγρυπνισμένα μάτια του σαν άλικα μεγάλα ρόδα που έπλεαν σε πρωινά νερά, και απάνωθέ τους έτρεμε κάτι θαμπόλευκο, κυματιστό και σαν αέρινο· στιγμές πάλι το άσπρο αυτό γινόταν κόκκινο, άλλαζε σε κρεμεζί, σε ρουμπινί κ’ έλαμπε μπρος του ζωηρά σα φλόγα, μια φλόγα που έφεγγαν μέσα της δυο μάτια --- αλλά τα μάτια ήταν της Μαρίκας. Ύστερα πάλι ξαναέσβηνε το κόκκινο σιγά σιγά, ξαναγινόταν άχνα αγανή, λευκός αφρός που έλιωνε σ’ ένα γιαλό, γινόταν αέρας διάφανος και φως που έπαιζε κ’ έτρεμε κ’ έφευγε και γλιστρούσε απάνω από μια θάλασσα άπειρη. Μια θάλασσα…. Και ο Στέφανος είδε τους σκοτεινούς κύκλους ξανά να του γεμίζουνε τη θάλασσα. Ήταν σα να ήθελαν οι κύκλοι αυτοί να σβήσουν τα μάτια της Μαρίκας που έφεγγαν μέσα από τη θάλασσα --- τα μάτια της Μαρίκας που ανοίγονταν τώρα μπροστά του εκεί μεγάλα ολόμαυρα και μελαγχολικά μέσα στους βαθουλούς μεγάλους κύκλους γύρω τους. Ο Στέφανος τα κοίταζε. Ήταν κρύα και σκοτεινά, σαν τη συννεφιασμένη θάλασσα, κ’ έβλεπαν εμπρός τους ασάλευτα και καρφωμένα, σα να ζητούσανε να σκίσουν τη σταχτερή άχνα μακριά, σα να γυρεύαν να βυθίσουν πέρα από αυτή μέσα στο χλωμό φως μακρύτερα, στο φως που κάτι σαν αντίφεγγό του έτρεμε κιτρινωπά κ’ έπαιζε θλιβερά στις κόρες τους. - Τα μάτια σου, θέλησε να ξαναπει ο Στέφανος, μα η ψυχρή και άφεγγη λάμψη τους τον πάγωσε. Και ψιθύρισε, σα να ξυπνούσε ξαφνικά: - Μαρίκα, τι έπαθες, τι έχεις; Αλλά η Μαρίκα έριξε το βλέμμα κ’ έμεινε άφωνη και ακίνητη. - Μαρίκα, ξαναψιθύρισε ο Στέφανος· μα έπειτα έμεινε άφωνος κι αυτός. Έγινε μερικές στιγμές σιγή στην κάμαρα· μια σιγή ανήσυχη. Και όσο βαστούσε αυτή, ο Στέφανος είχε το αίσθημα πως έπεφτε αργά σιγά κάτι σα σταχτερή βαριά κουρτίνα ανάμεσά τους. Μα εκεί, ενώ ο Στέφανος κρατούσε πάντα τα χέρια της, η Μαρίκα σήκωσε πάλι τα μάτια: - Ήρθες, αλήθεια, χτες βράδυ; ρώτησε κοιτάζοντάς τον έξαφνα. - Ναι, ήρθα, είπε ο Στέφανος. Αλλά σταμάτησε. - Ήρθα και κοίταζα το φως και πρόσμενα, είπε αμέσως έπειτα. Μα ξανασώπασε, σα να μην είχε να πει άλλο τίποτε. Έμειναν και κοιτάζονταν. Έπειτα σηκώθηκαν και περπάτησαν μαζί μέσα στην κάμαρα. Κ’ ενώ στάθηκαν μπροστά στις γλάστρες της κυρίας Αγλαΐας, όπου οι τουλίπες έφεγγαν ολοκόκκινες στον ήλιο που έπεφτε απάνω τους από το παράθυρο, η Μαρίκα αφήνοντας το χέρι της να πέσει σαν άψυχο μέσα στο χέρι του Στέφανου, είπε σιγά: - Δεν ξέρω, μα δεν είμαι --- δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένη. Και η ματιά της ξαναπήρε το ωχρό και άφεγγο χρώμα που είχε παγώσει πρωτύτερα το Στέφανο. [Επεξεργασία] ΧΙΧ Ο Στέφανος ήρθε σιωπηλός στο σπίτι. Η κυρία Κατίγκω είδε το σύννεφο στο πρόσωπό του και τον πλησίασε και τον ρώτησε: - Είναι αδιάθετη η Μαρίκα; - Όχι, καλά είναι, απάντησε ο Στέφανος κ’ έμεινε πάλι σιωπηλός. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε και τον κοίταζε ενώ έμπαινε η Ευανθία. Ερχόταν γρήγορα, μα όταν είδε το Στέφανο σταμάτησε. Καθώς μπήκε, το φόρεμά της πέταξε λάμψεις κόκκινες στον ήλιο που γέμιζε την κάμαρα. Στάθηκε μια στιγμή· έπειτα πλησιάζοντας σιγά την κυρία Κατίγκω είπε: - Η γιαγιά παράγγειλε να πάμε. - Πηγαίνομε, απάντησε η κυρία Κατίγκω. Η Ευανθία την κοίταξε: - Αλλά δεν είπαμε θα έρθει η Φιφίκα; - Α ναι, το ξέχασα. Η κυρία Κατίγκω φαινόταν πράγματι σαν ξεχασμένη. - Της παραγγέλνομε --- ή πάμε στη νονά αργά, είπε ύστερα. - Α, όχι στη γιαγιά αργά· θα με κρατήσει, έσκυψε και είπε σιγαλότερα η Ευανθία. Η κυρία Κατίγκω την έσυρε κοντά της και τη χάδεψε. Ο Στέφανος καθώς την κοίταξε είδε που ξαναέλαμψε το φόρεμά της. Και είδε πως φορούσε τα κόκκινα βελούδινα γοβάκια. Σα να γέμισε όλη η κάμαρα με ρόδα κόκκινα, τα ρόδα που έπλεαν οληνύχτα εμπρός του στα πρωινά νερά --- γύρισε αλλού κ’ έκαμε κίνημα σα να ήθελε να φύγει. Μα η Ευανθία τον πλησίασε. Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω είχε γυρίσει και κάτι έσιαζε στην κάμαρα και ύστερα βγήκε, η Ευανθία στάθηκε μπροστά του ορθή και βλέποντάς τον κατάματα έκαμε κάτι να του πει. Αλλά έξαφνα σταμάτησε. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος και κοιτάχτηκαν μια στιγμή και οι δυο σαν ξαφνιασμένοι. Μα ευθύς η Ευανθία: - Ξέρεις, του είπε, η Φιφίκα θα πάρει το λοχαγό. Το είπε σα να ήταν αυτό που είχε να πει. Αλλά και ο Στέφανος, σα να είχε νιώσει: - Το ξέρω, είπε με τόνο αδιάφορο και σαν ξερό. Η Ευανθία κοκκίνησε όλη. Και γύρισε αμέσως μ’ ένα τίναγμα, σα να είχε αγγίξει κάπου με το χέρι και κάηκε έξαφνα. Και καθώς ξαναέμπαινε η κυρία Κατίγκω μέσα, πήγε ίσια απάνω της: - Θεία Κατίγκω, ο Στέφανος θέλει να φύγω, είπε και σταμάτησε μπροστά της. Και θέλησε να κρύψει μ’ ένα χαμόγελο κάποιο τρεμούλιασμα που είχε η φωνή της. Η κυρία Κατίγκω στάθηκε σαν ξαφνιασμένη. Ο Στέφανος έμεινε συγχυσμένος μια στιγμή. Έπειτα βλέποντας πως η κυρία Κατίγκω τον κοίταζε περίεργα. - Αηδίες, ψιθύρισε σιγά. - Αστεία, είπε πάλι δυνατότερα και βημάτισε στην κάμαρα, ενώ η κυρία Κατίγκω πήρε την Ευανθία κοντά της και την ακούμπησε στον ώμο της. Μα όταν ο Στέφανος πήγε έπειτα και κάθισε στην άκρη, η Ευανθία ήρθε και ξαναστάθηκε μπροστά του και γελούσε. - Αλλά, Ευανθία, έκαμε να της πει, μα η Ευανθία αφού περίμενε και ξαναβγήκε έξω η κυρία Κατίγκω: - Δε λες αλήθεια, του είπε σφυριχτά, σα μέσα από τα δόντια. - Αλλά, Ευανθία, θέλησε να ψιθυρίσει πάλι ο Στέφανος, μα η Ευανθία τον έκοψε μα μιάς: - Ναι, ναι - δε μου έταξες να έρθεις μαζί στα ιγγλέζικα; Κ’ έμεινε και τον κοίταζε. Ο Στέφανος χαμήλωσε το βλέμμα. Όταν το ξανασήκωσε, η Ευανθία δε γελούσε· τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα, μεγάλα, μα άλαμπα και ωχρά. Τα μάτια δεν είχαν σκοτεινούς μεγάλους κύκλους γύρω τους, τα μάγουλα όμως ήταν χλωμά. Και όταν ο ήλιος δοκίμασε να παίξει πάλι στο κόκκινο το φόρεμα, δε γέμισε την κάμαρα με ρόδα πορφυρά· κίτρινα ρόδα ωχρά σκορπίστηκαν μπροστά στο Στέφανο καθώς κοίταζε την Ευανθία. Κ’ ενώ την κοίταζε, ξαφνικά με μια φωνή που δεν τη γνώρισε και ο ίδιος: - Ευανθία, ψιθύρισε σιγά και άπλωσε τα χέρια εμπρός. Μα έπειτα, πάλι σιγά, τα έσυρε πίσω κ’ έγειρε σ’ αυτά το μέτωπο. Η Ευανθία έκαμε να σκύψει. Αλλά δεν έσκυψε· έφερε μόνο το χέρι στα μαλλιά του και τα χάδεψε· απαλά. [Επεξεργασία] ΧΧ - Πήγαν χτες; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα. Ο Στέφανος δεν ένιωσε, και η κυρία Αγλαΐα σήκωσε τα μάτια από το κέντημά της και πρόσθεσε: - Στα ιγγλέζικα. - Δεν ξέρω --- δε ρώτησα, είπε ο Στέφανος. Μα η Μαρίκα έμεινε σκυμμένη στο δικό της κέντημα. Και ξανασώπασαν. Έπειτα η κυρία Αγλαΐα ξαναείπε έξαφνα: - Ο κύριος νομάρχης σα να νοστιμεύεται την Πρίφτη. Κ’ ενώ ούτε ο Στέφανος ούτε η Μαρίκα μίλησαν: - Να δούμε πώς θα τη μοιράσουν με το λοχαγό, είπε πάλι. Και γυρνώντας στο Στέφανο: - Η μητέρα σου τι λέει; ρώτησε. Ο Στέφανος σήκωσε τους ώμους. - Και το παιγνίδι του ταξιδιού τι να σημαίνει; Και η κυρία Αγλαΐα γέλασε. Έπειτα μίλησε πάλι για τον κύριο νομάρχη: - Τον είχαμε στη νομαρχία. Ήταν καλός υπάλληλος. Ο μπαμπάς σου τον συμπαθούσε, είπε της Μαρίκας που την κοίταζε κείνη τη στιγμή. ΄Επειτα έφερε την ομιλία στη νομαρχία. - Κάθε Παρασκευή δίναμε τσάι εμείς, κάθε Δευτέρα ο Άγγλος πρόξενος· έπειτα αλλάξαμε, το κάναμε Τετάρτη· να δεις γιατί. Η κυρία Αγλαΐα σταμάτησε το κέντημα και συλλογίστηκε. - Α ναι, είπε έπειτα, κάθε Παρασκευή είχα συμβούλιο στο σύλλογο των κυριών· την Τρίτη στην εταιρία των εργοχείρων που ήμουν πρόεδρος. - Ναι, μου διηγηθήκατε, είπε ο Στέφανος, και η κυρία Αγλαΐα ξανασκύβοντας στο κέντημά της: - Τότε η νομαρχία είχε μεγάλη δικαιοδοσία, ψιθύρισε, τότε ήταν κατιτί να είναι κανείς νομάρχης. Ο Στέφανος συμφώνησε. - Μα οπωσδήποτε ένας νομάρχης είναι καλύτερος από το λοχαγό, είπε πάλι έξαφνα η κυρία Αγλαΐα. Και γυρίζοντας έξαφνα πάλι στη Μαρίκα: - Τι άσχημο που ήταν το φόρεμα της Πρίφτη· και το καπέλο με τα κίτρινα φτερά. Αλλά η Μαρίκα σα να μην πρόσεχε· κίνησε μόνο το κεφάλι και κοίταζε μπροστά της. Και ο Στέφανος γύρισε και είδε πως η Μαρίκα δεν κοίταζε ούτε στο κέντημα που είχε στα χέρια· κοίταζε πέρα στον ήλιο που βασίλευε. Ο Στέφανος περίμενε όσο που σώπασε η κυρία Αγλαΐα. Σηκώθηκε ύστερα σιγά και πήγε στο παράθυρο. Νέφη μικρά είχαν σωριαστή κομματιαστά κ’ έφεγγαν κοκκινωπά σα σφυροκοπημένες χάλκινες πλάκες στην άκρη του ουρανού, που από κάτω του έπαιζε αστραφτερή στο βάθος στενή γραμμή μονάχα η θάλασσα. Αντίκρυ το ορθόβραχο υψωνόταν ήσυχο, βαμμένο απαλό χρώμα γιουλί και διάφανο. Ο Στέφανος έμενε ορθός εκεί και κοίταζε. Πίσω η κυρία Αγλαΐα κάτι ξαναψιθύρισε, μα ο Στέφανος ούτε την άκουσε. Και δεν την άκουσε ούτε όταν έφυγε· άκουσε μόνο το βήμα της Μαρίκας που τον πλησίασε σιγά και στάθηκε κοντά του και κοίταζε κι αυτή. Μα τα χαλκοβαμμένα σύννεφα είχαν σκορπίσει· απλώθηκαν στη θέση τους βαθιόμαβες στενές λουρίδες που έλιωναν σιγά σιγά σε καταχνιά βιολέτινη, βαθιά, μουντά βιολέτινη. Μονάχα το ορθόβραχο βουνό έμενε αντίκρυ τους μενεξελί, θολότερο, σκουρότερο, μα ακόμα φωτεινό και διάφανο. Στέκονταν και οι δυο και κοίταζαν. Κοίταζαν πώς σκούραινε ολοένα το βουνό, πώς η ομίχλη πέρα γινότανε πιο σταχτερή και πώς κάτω μακριά σκοτείνιαζε η γραμμή της θάλασσας. Έξω είχε σβήσει στον αέρα κάθε αναλαμπή, κ’ ένα θολό μισόφωτο έτρεμε μέσα στην κάμαρα όταν γύρισαν κ’ έκαμαν να σαλέψουν από το παράθυρο. Μα εκεί έξαφνα πήδησε μπρος τους η Ευανθία και τους σταμάτησε στη θέση τους. - Μαρίκα, φώναξε, λοιπόν θα πάμε το πρωί; Μου το παράγγειλε η γιαγιά. - Θα πάμε, ναι, απάντησε η Μαρίκα. Και η Ευανθία που είδε το Στέφανο που κοίταξε σα να μην ένιωθε: - Στην εκκλησίτσα· τι, δεν ξέρεις; γύρισε σ’ αυτόν. - Δεν του το είπες; είπε πάλι της Μαρίκας. - Ναι, το λησμόνησα, απάντησε η Μαρίκα. - Μα εσύ το ήθελες, λέει η γιαγιά, και το έταξε να την ανοίξει. Η Μαρίκα την κοίταξε. - Ναι, εγώ, ένεψε ύστερα κ’ έριξε μπροστά της μια ματιά, που χάθηκε στη σκοτεινιά που έπεφτε στην κάμαρα. Για το Στέφανο μόνο δε χάθηκε· την είχε εμπρός του όλη την ώρα έπειτα εκεί που γύριζε στο σπίτι βαδίζοντας σκυφτός κοντά στη θάλασσα. [Επεξεργασία] ΧΧΙ Ο παπάς τελείωνε τη λειτουργία στο εξωκλήσι της ακρογιαλιάς όταν σταμάτησε στην πόρτα του το αμάξι με την Ευανθία, το Στέφανο και την κυρία Κατίγκω. Ήρθαν αργά γιατί και ο Στέφανος και η Ευανθία άργησαν να ετοιμαστούν. Έπειτα η κυρία Κατίγκω θυμήθηκε στο δρόμο πως δεν είχε αφήσει της μαγείρισσας βούτυρο για το ραβανί, που είχε ζητήσει ο κύριος Γιάγκος για το μεσημέρι. - Δεν μπορώ· ο πατέρας σου το περιμένει, είπε στο Στέφανο η κυρία Κατίγκω. Έπρεπε να γυρίσουν. Στην εκκλησία ήταν μονάχες η γιαγιά με τη Μαρίκα. Η κυρία Αγλαΐα, όταν πήγαν να την ξυπνήσουν, δεν μπόρεσε να σηκωθεί. - Στη νομαρχία δεν ανοίγαμε εξωκλήσια, είπε της Μαρίκας, αλλά η Μαρίκα είπε μόνο της γιαγιάς: - Η μαμά έχει πονοκέφαλο. Και ήρθε πρωί πρωί μαζί της. Το πρωί ήταν ψυχρό και υγρό, τα δέντρα νοτισμένα, και κάτω στο ακρογιάλι απλώνονταν ωχρόσκουρες λουρίδες καταχνιάς. Η γιαγιά είχε ταμένο να πάνε με τα πόδια, και η Μαρίκα τυλίχτηκε στο επανωφόρι της κα βάδιζε. Καθώς περνούσαν κάτω από τα δέντρα δεν έβλεπε τον ίσκιο της, μα όταν βγήκανε στο λόφο τον ξαναείδε που σερνόταν σταχτερός κοντά στο μαύρο της γιαγιάς. Νόμιζε πως ερχόταν η ίδια πίσω και τον έβλεπε. Κατέβαιναν το λόφο μόνες· δεν περνούσε γύρω τους κανείς και δε μιλούσαν και οι δυο. - Κουράστηκες; ρώτησε μόνο μια στιγμή η γιαγιά. - Όχι, της ένεψε η Μαρίκα. - Όχι γιαγιά, της ξαναείπε και κατέβηκαν πάλι το λόφο σιωπηλές. Στο ακροθαλάσσι κάτω άσπριζε το εκκλησιδάκι μες στα πεύκα και παραμπρός του υψώνονταν δυο κυπαρίσσια ορθά, σταχτερά μες στο θολό πρωί. Σε λίγο όμως η Μαρίκα στάθηκε. - Κουράστηκες; την ξαναρώτησε η γιαγιά. Αλλά η Μαρίκα δεν απάντησε. Κοίταξε μόνο πίσω σα να ήθελε να δει αν είχε σταματήσει ο ίσκιος της. - Όχι, γιαγιά, είπε τότε και κοίταξε πάλι μπροστά της κάτω. Η καταχνιά είχε συρθεί, είχε απλωθεί πιο χαμηλά στη θάλασσα. - Όχι, γιαγιά, είπε ξανά και ξανακίνησε. Τα κυπαρίσσια υψώνονταν μπροστά τους κάτω πάντα σταχτιά και ασάλευτα. Όταν τα έφτασαν και πέρασαν κοντά τους, η Μαρίκα άκουσε που ψιθύριζαν στους κλώνους τους πρωινά πουλιά. Μα δε σταμάτησε· μπήκε στην εκκλησία μαζί με τη γιαγιά. Και όταν ήρθαν έπειτα η Ευανθία και ο Στέφανος, είδαν τη σταχτερή μορφή της ορθή σκυφτή και χαμένη μέσα στο αχνό γαλάζιο νέφος του λιβανιού που γέμιζε την εκκλησία. Γύρισαν άθελα και κοιταχτήκαν καθώς στάθηκαν πίσω της, ενώ η κυρία Κατίγκω πήγε στο πλάι της γιαγιάς. Η Μαρίκα φάνηκε πως τους ένιωσε, μα δεν κινήθηκε. ΄Εμειναν μερικές στιγμές σκυφτοί και οι δυο. Έπειτα η Ευανθία έδειξε του Στέφανου τον ψάλτη. Καθώς έμπαιναν πρωτύτερα της χτύπησε ευθύς στα μάτια η χοντρή κόκκινη μύτη του· και γέλασε. Μα η κυρία Κατίγκω της ένεψε και σώπασε. Και τώρα την έδειξε πάλι στο Στέφανο. Έπειτα τον σκούντησε πάλι να προσέξει πως ο ψάλτης έψελνε κλαυτά σα να νιαούριζε. - Ναι, της είπε ο Στέφανος και ξαναγύρισε πάλι το βλέμμα εμπρός του. Η Μαρίκα έμενε πάντα σκυφτή στην ίδια θέση. Είχε σταθεί κοντά στο μανουάλι που έκαιαν τα κεριά· στη μέση μια λευκή ψηλή λαμπάδα, γύρω μικρότερα λευκά και κίτρινα κεριά. Ο Στέφανος έριξε κει μια ματιά· η λαμπάδα είχε μισοκαεί, είχε λυγίσει, αλλά δεν έσταζε κάτω στις πλάκες, όπως τα κίτρινα μικρά κεριά. Όταν τα κεριά έγερναν ή έλιωναν, πήγαινε και τα σήκωνε ή τα έσβηνε η γιαγιά· όσο που έσβησαν όλα κ’ έμεινε κ’ έκαιε η λαμπάδα μόνη. Έκαιε κ’ έλιωνε χωρίς να στάζει, και ο Στέφανος την κοίταζε πως έκαιε και φωτούσε χλωμά το μαυρισμένο τέμπλο, που χρυσογλυμμένο κάποτε, τώρα κοκκίνιζε θαμπά και ξέθωρα στην κίτρινη αχνή λάμψη των καντηλιών που κρέμονταν μπρος στις εικόνες του. Η Ωραία Πύλη, ανοιγμένη εκείνη τη στιγμή, έδειχνε το ιερό βαθιά με φως θαμπότερο· ο παπάς σάλευε μέσα αόριστη σκιά και ο Στέφανος κοίταζε τώρα εκεί περίεργα σα να έβλεπε κάτι που ήξερε πως το είχε ξαναδεί, αλλά και του φαινόταν πως τώρα το πρωτοέβλεπε. Ο ψάλτης όμως στο πλευρό του μουρμούριζε κλαυτά, μουρμούριζε ενοχλητικά· και ο παπάς καθώς κινούσε μέσα στο θαμπό φως τα χέρια κ’ έσκυβε και ξανασήκωνε και ξαναέσκυβε το σώμα και κινούσε κάτι εμπρός του σα να το άπλωνε, σα να το τίναζε, του έκαμε έξαφνα μια εντύπωση σαν κωμική. Αλλά δε γέλασε, αν κ’ ένιωσε την Ευανθία που γελούσε πλάι του. Δε γέλασε, γιατί μια λάμψη κινήθηκε μες στο ιερό. Και είδε πως η Μαρίκα σήκωσε έξαφνα το πρόσωπο· το σήκωσε και κοίταξε σα να είχε πέσει η λάμψη απάνω της. Την ώρα αυτή ύψωνε κι ο ψάλτης τη φωνή και ο παπάς απλώνοντας το χέρι έσυρε το παραπέτασμα, σα να έφραζε τα άδυτο από τα βλέμματα του Στέφανου. Ο Στέφανος δεν έκαμε να κινηθεί. Άκουσε μόνο πως ο ψάλτης κάτι ξαναψιθύρισε σιγά και ο παπάς απάντησε κρυμμένος τώρα στα βάθη του ιερού. Έγινε για στιγμές σιγή και όλοι έσκυψαν το μέτωπο. Ο Στέφανος ένιωσε πως το έσκυψε κι αυτός. Όταν το ξανασήκωσε είδε κοντά του γονατισμένη τη γιαγιά και πλάι της σκυφτή και την κυρία Κατίγκω. Μα η Μαρίκα εμπρός του ήταν χαμένη. Ο παπάς είχε έβγει εμπρός στην πύλη και θυμιάτιζε, και ο καπνός του λιβανιού έπεσε πυκνό σύννεφο απάνω της και τη σκέπασε, την έκρυψε. Μα εμπρός στο σύννεφο του λιβανιού έλαμψε φωτεινά μ’ ένα φανταστικό παιγνιδιστό αντιφέγγισμα το φόρεμα της Ευανθίας. Ήταν πράσινο, αλλά εμπρός στο Στέφανο έπαιξε πορφυρό, ρόδινα πράσινο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια ευθύς, σα να μην ήθελε να δει· γύρισε κ’ έβλεπε στο τέμπλο εμπρός του. Ξυσμένη, μαυρισμένη στην παλιά κορνίζα της ήταν εκεί η μητέρα του θεού. Μισόσβηστο το πρόσωπό της, και το φόρεμα ξεθωριασμένο· άσβηστη έμενε μόνο η όψη του παιδιού με το χαμόγελο στα χείλη και τα μεγάλα μάτια του. Στο χέρι του μόλις ξεχώριζε πια η σφαίρα που κρατούσε το παιδί, μα κάτω κάτω στην εικόνα έμενε αμαύριστο το πόδι της μητέρας που πρόβαλε από το ξεβαμμένο μπλάβο φόρεμα, και φαινόνταν ζωηρά τα ξεπεταγμένα μάτια και τα κόκκινα γλωσσίδια του φιδιού που συντριβόταν κάτω από το πόδι, πατημένο με το μεγάλο δάχτυλο. Ο Στέφανος δεν ένιωθε γιατί έμεινε στιγμές πολλές βλέποντας την εικόνα αυτή. Όταν έστρεψε, η Ευανθία τον κοίταζε παράξενα. Το φόρεμά της δεν έλαμψε τώρα μπροστά του πράσινο· είδε μόνο το πρόσωπό της πορφυρό καθώς αντίκρυσε τα μάτια της. Και σα να αισθάνθηκε κάτι με μιάς, ο Στέφανος πήρε και πάλι ευθύς το βλέμμα του. Από το τέμπλο, από την κορυφή ψηλά της Πύλης είδε ένα μάτι που τον κοίταζε· ένα μάτι όχι από πρόσωπο, μα μόνο από μια κόχη ενός ματιού. Ξεβαμμένο, θαμπό κι αυτό όπως το τέμπλο, όμως ο Στέφανος το είδε φωτεινό, ζωηρό το είδε στυλωμένο απάνω του. Κ’ έστρεψε μπρος του· η Μαρίκα φάνηκε μέσα στο σύννεφο του λιβανιού γονατιστή. Κ’ έξαφνα αισθάνθηκε και ο ίδιος κάτι σα λύγισμα στα γόνατα. Μα η γιαγιά και η κυρία Κατίγκω είχαν σηκωθεί, και το σύννεφο του λιβανιού είχε σκορπίσει ολόγυρα από τη Μαρίκα. Την είδε που στεκόταν πάλι ορθή και ακίνητη, κ’ έμενε ακίνητος κι αυτός με τα μάτια απάνω της. Όσο που ξαναγύρισε η Ευανθία πάλι· της ξαναέπεσε στο βλέμμα η κωμική μορφή του ψάλτη που έλεγε τώρα γοργά και βιαστικά το τελευταίο τροπάρι του. Και γύρισε στο Στέφανο για να γελάσει. Και γέλασε. Μα ο Στέφανος δεν πρόσεξε. Μπροστά του είχε η Μαρίκα κινηθεί· κινήθηκε ένα βήμα εμπρός κ’ έμεινε κει με το κεφάλι ορθό, μα έπειτα ξαναπροχώρησε ίσια στην Πύλη όπου είχε έβγει και στάθηκε ο παπάς κρατώντας το δισκοπότηρο στο χέρι. Ο ψάλτης μουρμούριζε κοντά στο Στέφανο, μουρμούριζε κλαυτά, ενοχλητικά, μα ο Στέφανος δεν άκουε. Έβλεπε τη Μαρίκα που είχε ανέβη ένα σκαλί κ’ έσκυψε πάλι εκεί το πρόσωπο και πρόσμενε. Πρώτη κοινώνησε η γιαγιά, η Μαρίκα έπειτα. Ο Στέφανος την είδε πως πλησίασε τα χείλη της αργά και τ’ άνοιξε σιγά· και κύκλοι κίτρινοι πολλοί, χλωμοί απλώθηκαν εκεί τριγύρω της στα μάτια του. Όταν έσβησαν, είδε πως η ψηλή λευκή λαμπάδα έκαιε ακόμη στο μανουάλι πίσω της. Στάθηκε και την κοίταζε που έκαιε· έκαιε σα γερμένη απάνω της. ………. Άμα βγήκαν έξω, το βλέμμα της Μαρίκας είχε μια λάμψη αλλιώτικη. Μα όταν πλησίασε το Στέφανο, ο Στέφανος σα να είχε καρφωθεί στη θέση του· η Μαρίκα, ορθή μπροστά του, τυλιγμένη στο σταχτί επανωφόρι της, του ήταν σαν άλλη. Πίσω της υψώνονταν στο σταχτερό ουρανό τα κυπαρίσσια ακίνητα· στεγνά, βαριά και μαύρα φάνηκαν του Στέφανου· και η Μαρίκα εκεί μπροστά του τού ήρθε μια στιγμή πως ήταν ο ίσκιος τους. Μα η κυρία Κατίγκω πλησίασε τη Μαρίκα και αφού τη φίλησε: - Παιδί μου, πώς είσαι; τη ρώτησε σιγά. Ο Στέφανος έριξε απάνω της τα μάτια ασάλευτα· και η Μαρίκα την κοίταξε κι αυτή και χαμογέλασε. Η κυρία Κατίγκω έμεινε σαν ξεχασμένη. - Ελάτε, τον καφέ σας, είπε έπειτα και πήρε τη Μαρίκα. Η υπηρέτρια είχε σερβίρει τον καφέ στο πέτρινο τραπέζι εμπρός στο εκκλησιδάκι, και η Ευανθία έδινε το φλιτζάνι στον παπά, όταν πλησίασε η κυρία Κατίγκω με τη Μαρίκα. Στάθηκαν κ’ έπιναν ορθές και οι δυο, και αντίκρυ τους ο Στέφανος. Η Ευανθία ήρθε και θύμισε πάλι στο Στέφανο την κόκκινη μύτη του ψάλτη κ’ έσκυψε έπειτα και το ψιθύρισε και της κυρίας Κατίγκως. - Τρελή, είπε σιγαλά η κυρία Κατίγκω, ενώ η Ευανθία γελούσε. - Μη δείχνεις, μη γυρίζεις, της ξαναψιθύρισε η κυρία Κατίγκω. Μα η Ευανθία, σα να φοβήθηκε μήπως τη νιώσει ο ψάλτης πως γέλασε γι’ αυτόν: - Για δέτε, είπε αμέσως κ’ έδειξε στο λόφο απέναντι. - Για δέτε κει! Όλοι γύρισαν και κοίταξαν. Στην πλαγιά ψηλά του λόφου φαινόνταν μερικές μορφές που μόλις ξεχώριζαν καλά πως ήταν άνθρωποι. Φαινόνταν σα να στέκονταν σε κύκλο και τριγύριζαν μπροστά τους κάτι που δεν το έβλεπαν τι ήταν. Όταν τις έδειξε η Ευανθία, έμειναν ακίνητες· έπειτα όμως άλλες έσκυψαν, άλλες κινήθηκαν· έπειτα πάλι στάθηκαν, και τώρα έμοιαζαν σα να τίναζαν εκείνο που κρατούσαν· ύστερα έσκυψαν ξανά σα να το άπλωσαν κάτω, μα πάλι ξανασηκώθηκαν και ξαναέμειναν ορθές, ασάλευτες τριγύρω του. - Παράξενο! τι να είναι; τι να κάνουν; ψιθύρισαν κ’ έμεναν όλοι και κοίταζαν σα να έβλεπαν μυστήριο. Μα ο ψάλτης που πρόσεξε τι κοίταζαν: - Είναι βαφιέδες· απλώνουν καλεμκεριά για να στεγνώσουν, τους εξήγησε. Όλοι πήραν αδιάφορα από κει τα μάτια. Μόνη η Μαρίκα έμεινε ακόμη γυρισμένη εκεί και κοίταζε, σα να μην άκουε ή σα να μη θέλησε ν’ ακούσει. Κοντά της έγερναν τα κλαδιά τα πεύκα, σταχτιά κι αυτά στο σταχτερό πρωί, και πέρα άπλωνε ωχρή, συννεφιασμένη η θάλασσα. Ήταν τα πεύκα που από κάτω τους είχε σταθεί λευκοντυμένη μια φορά η Μαρίκα, και ήταν η θάλασσα που έλαμπε τότε κάτω κατακόκκινη. Ο Στέφανος έμενε μπρος τους σα λησμονημένος. Μα έξαφνα πετάχτηκε μπροστά η Ευανθία. - Θεία Κατίγκω, πάμε λιγάκι παραπέρα, πάμε ως το λόφο; φώναξε και της έπιασε το μπράτσο. Η κυρία Κατίγκω, πριν απαντήσει, γύρισε τα μάτια στη Μαρίκα: ο Στέφανος είχε συρθεί κοντά της. Η Μαρίκα δε μίλησε και ξεκινήσαν. Το φθινόπωρο είχε προχωρήσει, και φύλλα λιγοστά απόμεναν στα δέντρα που άπλωναν εδώ και κει αραιά στο μικρό κάμπο τα μικρά κλαδιά τους σαν αδύνατα, μακριά, σκελετωμένα χέρια με δάχτυλα ανοιχτά, κ’ έδιναν όψη πιο μελαγχολική στη θολή μέρα. Μα κάτω στη γη είχε η χλόη κεντήσει, και πιο πέρα, ψηλότερα, όσο λιγόστευαν τα κοκκινόμαυρα ξερά αρμυρίκια της ακροθαλασσιάς, χνούδι ψιλό πρασίνιζε απαλά το χώμα και στρωνόταν, απλωνόταν πιο πράσινο και μαλακό όσο ανέβαινε στο λόφο. Καθώς πήγαινε μπροστά η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, το πράσινό της φόρεμα χανόταν κ’ έσβηνε μέσα στο πράσινο της χλόης. Και ο Στέφανος σα να την έχασε κι αυτός ολότελα από εμπρός του. Βάδιζε πίσω αργά στο πλάι της Μαρίκας κ’ έβλεπε κ’ ένιωθε μόνο τη Μαρίκα· στεκόταν όπου σταματούσε κείνη κ’ έβλεπε μόνο ό, τι αυτή κοίταζε. Μια στιγμή στάθηκε η Μαρίκα ν’ ακούσει ένα ροδάνι που γύριζε και ηχούσε με ήσυχο και αργό ρυθμό κάπου εκεί πίσω, δεν είδαν πού. Έπειτα ανέβηκε ψηλότερα και θέλησε να δη πέρα τους μύλους· τα φτερά τους δε φαίνονταν· ακίνητα όπως έμεναν, χανόνταν στο θολό αέρα της συννεφιασμένης μέρας. Παρέκει σταμάτησε και κοίταζε ένα κοπάδι ψαρών πουλιών που έφευγαν απάνω· μόλις ξεχώριζαν από τη σταχτερή τη συννεφιά ψηλά, μόλις φαινόνταν πως σαλεύαν· μια στιγμή έδειξαν σα να σταμάτησαν μετεωρισμένα. Μα έπειτα ο Στέφανος και η Μαρίκα τα είδαν που κινήθηκαν και χαμηλώσαν κ’ έγειραν κατά τη θάλασσα. - Αργοπόρησαν, ψιθύρισε η Μαρίκα. - Ναι, είπε ο Στέφανος, και προχώρησαν κι αυτοί. Παραπέρα σταμάτησαν πάλι. - Άκου, είπε ο Στέφανος. Σ’ ένα χαμόδεντρο λαλούσε κρυμμένο ένα πουλί· λαλούσε σιγαλά και η φωνή του ήταν ο μόνος ήχος που έτρεμε μελαγχολικά στην ερημιά του λόφου. - Ναι, είπε η Μαρίκα καθώς στάθηκε ν’ ακούσει. Μα το πουλί έπαψε με μιάς, και ήταν τώρα σα ν’ άκουσαν πιο μελαγχολική τη σιγαλιά του λόφου. Έπειτα άκουσαν τη φωνή της Ευανθίας πίσω από το λόφο. - Μαρίκα, την άκουσαν που φώναξε· μα η κυρία Κατίγκω δεν την άφησε να στρέψη πίσω, και είδαν μόνο ένα κλαδί που έπεσε στα πόδια τους. Ήταν κλαδί από ρείκι, και καθώς ο Στέφανος το πήρε να το δώσει της Μαρίκας, τα βιολετιά μικρούλια του άνθη έπαιξαν μπροστά της σα σπίθες φωτεινές. - Άνθισαν, είπε και κοίταξε κάτω την πλαγιά, αλλά δεν είδε παρά σταχτιά ξερόκλαδα που ανάμεσά τους πρασίνιζε μόνο το φόρεμα της Ευανθίας. Έπειτα απάντησαν κατσίκες που έβοσκαν, και η Ευανθία ξαναφώναξε: - Μαρίκα! Είχε σταθεί· και γύρισε και κοίταξε από κάτω. Κοίταζε απάνω προς τη Μαρίκα και το Στέφανο, όσο που στάθηκαν και κοίταξαν κι αυτοί. Ένιωσαν πως ήθελε να δείξει τις κατσίκες. Αλλά οι κατσίκες ήταν σκυμμένες κ’ έβοσκαν, και η Μαρίκα και ο Στέφανος είδαν μόνο τις σταχτερές τους ράχες μισοχαμένες στα σταχτιά κλαδιά. Μια μόνο με δέρμα θαμποκόκκινο, κεραμιδί, που στο σταχτή αέρα έπαιρνε τόνους κίτρινους, είχε σταθεί στο λόφο ολόρθη και κοίταζε· χωρίς να βόσκει. Μα ο Στέφανος και η Μαρίκα δεν είδαν πού κοίταζε· είδαν μόνο πως δεν κοίταζε τη θάλασσα. Γιατί όπως είχαν στρίψει στην πλαγιά, φάνηκε πάλι κάτω η θάλασσα. Ήταν θαμπή και μολυβένια, και απάνω της σερνότανε στο βάθος γκρίζα καταχνιά· οι βράχοι εμπρός της κοκκίνιζαν ωχρά, μα ίσκιους δεν έριχναν. Καθώς στάθηκαν και κοίταζαν, η Μαρίκα πρόσεξε πως πουθενά δεν έριχνε ίσκιο η θολή μέρα· και ο Στέφανος είδε πως τα μάτια της Μαρίκας ήταν χωρίς ίσκιο --- χωρίς άλλον ίσκιο από τους μαύρους κύκλους γύρω τους. Στιγμές στιγμές σα να χανόταν μάλιστα κι αυτοί στο φως που έχυνε το βλέμμα της. Αλλά το φως αυτό δεν ήταν φέγγος· ήταν ήμερο, γαληνό φως θαμπό, όμοιο με κείνο που έχυνε η συννεφιασμένη μέρα ολόγυρα. Σιγά σιγά η θολή μέρα σα να έπαιρνε και ξάνοιγε, και φως γλυκύτερο, πιο μαλακό φαινόταν πως ζητούσε ν’ απλωθεί χυμένο μια σαν από ψηλά μια σαν από τριγύρω, ο αέρας όμως έμενε πάντα θαμπός και η συννεφιά απλωμένη ασάλευτη, άφεγγη και σταχτερή. Για μια στιγμή ήταν σα να ξεγέλασε το Στέφανο μια βραδινή μελαγχολία· η Μαρίκα ορθή μπροστά του κοίταζε με τα μάτια σα χαμένα. Της έπιασε το χέρι και σα χαμένος σε όνειρο κι αυτός θέλησε μεμιάς να τη ρωτήσει: - Δεν είσαι πάλι ευτυχισμένη; Μα δεν τη ρώτησε· γιατί η Μαρίκα σα να τον μάντεψε, τον έκαμε να σταματήσει. Την είδε που είχε τα μάτια βυθισμένα κάτω στη θάλασσα και τους γιαλούς που ανοίγονταν σε σκοτεινούς κόλπους και άπλωναν σε γραμμές χαμένες θολά και αόριστα στη συννεφιά. Ήταν σα να σκοτείνιαζε, κ’ έπεφτε σιγαλά το βράδυ --- ένα βράδυ θολό και σιωπηλό που ακολουθούσε και σφράγιζε μια μέρα που πέρασε γοργά και ανώφελα κ’ έσβηνε τώρα αργά και μελαγχολικά. Αυτό τα αίσθημα είχε ο Στέφανος· μα καθώς αντίκρυσε τα μάτια της Μαρίκας, του φάνηκε πως είδε ν’ ανοίγεται μπροστά σ’ αυτά μια άλλη εικόνα --- μια εικόνα φαιδρή και φωτεινή· του φάνηκε σα να είδε να έτρεμε μπροστά τους ένα ασυννέφιαστο χλιαρό φθινόπωρο με φωτεινούς γιαλούς, με ρόδινα νερά και απαλό, χλιαρό, διάφανο αέρα. Και είδε κι ο ίδιος να φέγγη κάτω η αμμουδιά και είδε τους βράχους μενεξελείς και σαν ανάερους, και πέρα χρυσή και πορφυρή τη θάλασσα· και τη Μαρίκα ν’ ανοίγει απάνω τους τα χέρια σα φτερά. Κ’ έξαφνα σε μια άκρη κάτω χαμηλά μακριά ξεχώρισε το παλιό Χάλασμα, όμως το είδε σταχτερό και μαυρισμένο μπροστά στη σκοτισμένη θάλασσα· και είδε τη Μαρίκα που το κοίταζε κι αυτή. Αλλά τα μάτια της Μαρίκας τώρα δεν έλαμπαν και τα χέρια της δεν ήταν τεντωμένα πέρα σα φτερά για να πετάξουν· ήταν ριγμένα κάτω ακίνητα και κρέμονταν σαν κουρασμένα. Και κοίταζαν και οι δυο το Χάλασμα σα να το έβλεπαν πρώτη φορά με μάτια αλλιώτικα, με μάτια αγνώριστα, με μάτια ξένα· το κοίταζαν σα να το έβλεπαν πρώτη φορά παρατημένο μόνο κ’ έρημο στον έρημο και σκοτεινό γιαλό. Εκεί γύρισε σιγά, αργά η Μαρίκα. Και αφού τον κοίταξε: - Ξέρεις, του είπε έξαφνα, γιατί άνοιξε η γιαγιά την εκκλησία; Ο Στέφανος ταράχτηκε, σα να ένιωσε μεμιάς δυσάρεστο αίσθημα. - Γιατί η μητέρα σου φιλιώθηκε με τη δική μου, είπε ξανά η Μαρίκα, και του Στέφανου του φάνηκε πως είδε ένα χαμόγελο στα χείλη της. Κ’ ενώ ζητούσε να το εξηγήσει, η Μαρίκα πρόσθεσε σιγότερα: - Τι καλή που είναι. Και δείχνοντας στο λόφο επάνω: - Δες την πώς κάθεται. Ο Στέφανος δεν είχε προσέξει πριν, και τώρα ξαφνίστηκε όταν είδε τη γιαγιά που είχε καθίσει στο λόφο πίσω τους. - Ερχότανε μαζί μας και κουράστηκε, είπε η Μαρίκα. Και σα να είχε κουραστεί κι αυτή, έσκυψε σιγά και κάθισε. Ο Στέφανος στάθηκε λίγες στιγμές ορθός κ’ έβλεπε τη γιαγιά που έγερνε το κεφάλι της σκυφτό, ακίνητο και τυλιγμένο στο μαύρο του μαντίλι. Έπειτα έσκυψε και κάθισε κι αυτός πλάι στη Μαρίκα. Κ’ έμειναν σιωπηλοί και οι δυο. Δεν έβλεπαν μπροστά τους άλλο από τη σταχτερή πλαγιά και πέρα τη μολυβένια θάλασσα. Η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω, σα να είχαν χαθεί κάτω στη λαγκαδιά, δεν ξαναφάνηκαν. Μα έξαφνα ο Στέφανος και η Μαρίκα εκεί που κάθονταν και σώπαιναν, άκουσαν τη φωνή τους που ανέβαινε σμιχτή από βαθιά από κάτω. Τραγουδούσαν μαζί και οι δυο, κ’ έφτανε απάνω το τραγούδι τους τρεμουλιασμένο: Σα φύλλο ξερό στο κλαδί ξεχασμένο, προσμένω καιρό, τι τάχα προσμένω; Όταν έσβησε, η Μαρίκα είδε το Στέφανο που έσκυψε χαμηλότερα το μέτωπο. [Επεξεργασία] ΧΙΙ Όταν ανέβηκαν πάλι στο λόφο η Ευανθία με την κυρία Κατίγκω ήτα φαιδρές και οι δυο· και όταν γύριζαν έπειτα στο σπίτι με το αμάξι, η Ευανθία γελούσε κ’ έλεγε αστεία όλη την ώρα. Θυμήθηκε με τη σειρά την κόκκινη μύτη του ψάλτη, το μονύελο του λοχαγού της Πρίφτη και τα πρασινοκόκκινα μουστάκια του κυρίου νομάρχη. Μα είδε πως δε γέλασε η κυρία Κατίγκω, και γύρισε τ’ αστείο σ’ ένα φίλο του Στέφανου χλωμό και θλιβερό, που είχαν απαντήσει στην πλατεία χτες με την κυρία Κατίγκω. - Μας λιποθύμησε. Και η Ευανθία μιμήθηκε τη σβηστή ψόφια φωνή του και μ’ ένα μορφασμό δοκίμασε να δείξει πώς κοίταζαν τα μάτια του: - Σα μυρμηγκιού· τι σιχαμένος! Τι είναι αλήθεια; - Ποιητής, της είπε ο Στέφανος. Η Ευανθία σα να μην εννόησε αμέσως. Μα έπειτα: - Γι’ αυτό του κρέμονται τα πανταλόνια, γέλασε κ’ ενώ η Μαρίκα την κοίταξε έξαφνα. - Ξέρεις, γύρισε σ’ αυτή, εκεί που τον έβλεπα μπροστά μου είχα το φόβο πως θα του πέσουν. Γέλασαν όλοι και μαζί τους και η Μαρίκα. Έπειτα η Ευανθάι αστειεύθηκε μ’ ένα φόρεμα που είδε σε μια στο δρόμο, έπειτα πάλι γέλασε με τις κίτρινες γκέτες που φορούσε μια άλλη. - Πρόστυχη φαίνεται, ψιθύρισε. - Γυναίκα μαρμαρά, είπε η κυρία Κατίγκω. Μα όταν περνούσαν στην πλατεία, τα μάτια της Ευανθίας πρόσεξαν με σεβασμό την τουαλέτα μιας κυρίας. - Μια τέτοια μωβ ταγιέρ θα κάνω, γύρισε και είπε της κυρίας Κατίγκως. Κ’ έπειτα έξαφνα κοιτάζοντας και τη Μαρίκα: - Τι ωραία που είναι η νέα καφέ ωλαί ζακέτα της Φιφίκας· ε, θεία Κατίγκω; Και βλέποντας και πάλι τη Μαρίκα. - Με τρεις σειρές κόκκινο κέντημα στη μέση, στο γιακά και στα μανίκια. Η Μαρίκα δε μίλησε, και η Ευανθία γύρισε έξω και ζήτησε να βρει κάτι άλλο να γελάσει. Μα όταν γύρισαν στο σπίτι, έχασε με μιας τη όρεξη· η γιαγιά δεν την άφησε να πάει με την κυρία Κατίγκω. Η κυρία Αγλαΐα είχε ακόμα πονοκέφαλο, κ’ έμειναν με τη Μαρίκα μόνες. Μια δυο στιγμές παρουσιάστηκε ο παππούς στην πόρτα και κοίταξε, μα δεν μπήκε μέσα· έμπαινε κ’ έβγαινε μόνο η γιαγιά. Ευανθία έστειλε το απόγευμα και πήρε το φιγουρίνι της Φιφίκας κ’ έσκυψε στο τραπέζι και το ξεφύλλιζε· η Μαρίκα έβγαλε τον παπαγάλο από το κλουβί και τον άφησε να κρύβεται τριγύρω στις γωνιές και να της φωνάζει: - Φλώρα, Φλώρα! Η Μαρίκα έκανε πως τον ζητούσε αλλού. - Φλώρα! έκραζε ο παπαγάλος πάλι και ξανακρυβόταν. Έπαιξε έτσι κάμποσο μαζί του όσο που βαρέθηκε· έπειτα κάθισε και κοίταζε έξω· κοίταζε το θολό φως που έτρεμε γύρω από τα ξερά κλαδιά της λεύκας στο παράθυρο. Εκεί η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι και δείχνοντάς της ένα σχέδιο στο φιγουρίνι: - Αυτό θα κάνω - τι λες; τη ρώτησε. - Καλό είναι, ψιθύρισε η Μαρίκα αφού κοίταξε. Έπειτα, καθώς γύρισε, είδε τον παπαγάλο που είχε έρθει σιγά και κάθισε κοντά της και την κοίταζε με ακίνητα τα στρογγυλά μικρούλια μάτια του. Ένιωσε τι ήθελε, μα δε σηκώθηκε. Έμεινε κ’ έβλεπε μια αυτόν και μια το φόρεμα της Ευανθία, σα να ήθελε να βρει ποιο ήταν πιο πράσινο. Η Ευανθία είδε τον παπαγάλο που κοίταζε έτσι κωμικά, και γέλασε. - Τον πονηρό, είπε και άπλωσε το χέρι της να τον χαδέψει. Μα ο παπαγάλος τίναξε τη μύτη εμπρός και της δάγκασε το δάχτυλο. Η Ευανθία φώναξε, και καθώς τα μάτια της αντικρυστήκαν με του παπαγάλου, η Μαρίκα είδε πως και των δυο τα βλέμματα πέταξαν μια όμοια λάμψη· μια λάμψη κίτρινη. Ο παπαγάλος πήγε στο παράθυρο και στάθηκε στο ένα πόδι ορθός και κοίταζε από κει, ενώ η Μαρίκα και η Ευανθία έμεναν αμίλητες. Πίσω τους είχε έρθει σιγά η γιαγιά και στάθηκε, μα ήταν με τις παντούφλες και δεν την κατάλαβαν. Την πρόδωσε όμως ο παπαγάλος που φώναξε «γιαγιά», και η Ευανθία γύρισε και γέλασε. Μα η γιαγιά έμενε ορθή και κοίταζε, σα να μην ήξερε γιατί είχε μπει, σα να μην ήξερε τι κοίταζε. Η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι· και το έδειξε και της Μαρίκας πάλι και στάθηκαν και οι τρεις και το κοίταζαν. Αλλά σε λίγο ακούστηκε στο διάδρομο το βήμα της κυρίας Αγλαΐας, και ο παπαγάλος πρώτος μαζεύτηκε και ζάρωσε στην άκρη στο παράθυρο. Έπειτα σύρθηκε πίσω και η γιαγιά όταν την είδε δεν την περίμενε να σηκωθεί και είχε φορέσει τις παντούφλες. Περίμενε όσο που η κυρία Αγλαΐα πήγε και στάθηκε μπροστά στις γλάστρες της, και τότε έφυγε κλεφτά από την κάμαρα η γιαγιά. Η κυρία Αγλαΐα γύρισε από τις γλάστρες της στην εταζέρα, έπειτα στο μπουφέ. Έπειτα γύρισε στην Ευανθία, και η Ευανθία της έδειξε το φόρεμα στο φιγουρίνι. Η κυρία Αγλαΐα το κοίταξε. Έπειτα, όταν κάθισε, το ξανακοίταξε, αλλά δεν είπε γνώμη. Θυμήθηκε μόνο την τουαλέτα της Φιφίκας. - Άμα θυμούμαι τα κίτρινα φτερά! είπε και γέλασε. Ύστερα ρώτησε για το ταξίδι της Φιφίκας. - Τι κωμωδία! είπε και ξαναγέλασε. Η Ευανθία την κοίταξε και δε μιλούσε. Μα όταν η κυρία Αγλαΐα τη ρώτησε: - Μα δε σου είπε ποιόν θα πάρει; το λοχαγό ή το νομάρχη; - Πιστεύω, το λοχαγό, απάντησε η Ευανθία κ’ έκαμε να γελάσει. Μα η κυρία Αγλαΐα δε γέλασε. - Βέβαια, ένας νομάρχης, είπε με τόνο σοβαρό. Δεν τελείωσε· εξήγησε μονάχα τι είναι ένας νομάρχης. Και διηγήθηκε όπως πάντα για τη νομαρχία. Μα ούτε η Μαρίκα ούτε η Ευανθία πρόσεχαν πολύ. Η Ευανθία δεν έδειξε πολλή διάθεση ούτε όταν ύστερα η κυρία Αγλαΐα ξαναπήρε το φιγουρίνι και κοίταζε το φόρεμα που της έδειξε πρωτύτερα. - Ναι, ναι, ψιθύριζε μόνο ή κουνούσε το κεφάλι σ’ ό,τι της έλεγε γι’ αυτό η κυρία Αγλαΐα. Σα να είχε αλλού το νου, σα να έγινε με μιας ανήσυχη. Η Μαρίκα την πρόσεξε που πήγε στο παράθυρο, που βγήκε έξω και ξαναγύρισε και ξαναβγήκε. Και μια στιγμή που έπιασε τα μάτια της που κοίταζαν στην πόρτα, γύρισε και την κοίταζε κι αυτή σα να μην ήθελε να κρύψει γιατί την κοίταζε. [Επεξεργασία] ΧΧΙΙΙ Ευανθία περίμενα άδικα· ο Στέφανος δεν πήγε. Ξεκίνησε να πάει, αλλά σταμάτησε στο δρόμο· μπροστά στη θάλασσα. Η μέρα πήρε προς το βράδυ και ξεθόλωνε, και η θάλασσα είχε γίνει κίτρινη στο μάκρος· μπροστά όμως έμενε σταχτιά, σταχτιά και μελαγχολική. Μερικά καΐκια αραγμένα με τα πανιά ριχτά φάνηκαν του Στέφανου σαν ξεχασμένα, πεταγμένα έρημα εκεί κ’ έκαναν το ακρογιάλι πιο σκοτεινό και θλιβερό. Έφυγε κείθε, μα στην πλατεία απάντησε το φίλο του ποιητή πιο θλιβερό. Δεν πρόσεξε τι του μιλούσε, πρόσεξε μόνο τα πανταλόνια του που κρέμονταν· και θυμήθηκε το αστείο της Ευανθίας, αλλά δε γέλασε. Έξαφνα είδε την κυρία Κατίγκω που περνούσε μαζί με τη Φιφίκα. Άφησε κείνον και πλησίασε αυτές. Μα η κυρία Κατίγκω μίλησε αμέσως για την Ευανθία, και η Φιφίκα ρώτησε: - Τι κάνει αλήθεια η Ευανθία; Ο Στέφανος την κοίταξε. Μόλις κρατήθηκε και δεν τη ρώτησε: τι κάνει ο λοχαγός. Ξαφνικά όμως μίλησε για τον κύριο νομάρχη. Και τις άφησε και κείνες και προχώρησε. Μα όταν πλησίασε στο σπίτι της Μαρίκας, ξανασταμάτησε σα να θυμήθηκε κάτι έξαφνα. Το σπίτι το έκρυβαν σχεδόν τα πεύκα, φαινόταν μόνο η σιδερένια πόρτα της αυλής. Στάθηκε και την κοίταζε, μα δεν πλησίασε. Προχώρησε στο δρόμο· και σε λίγο βρέθηκε πάλι μπροστά στη θάλασσα. Ήταν ακόμα σκοτεινή, το μάκρος όμως έφεγγε τώρα χρυσοκόκκινο, και ο ουρανός στην άκρη πέρα είχε βαφεί ολοπόρφυρος. Ο Στέφανος κάθισε. Βράδιαζε πάντα, και βάρκες ψαράδικες έφταναν μια μια και άραζαν στο γιαλό και κατέβαζαν τα πανιά. Ο Στέφανος κοίταζε ακίνητος. Λίγοι περίεργοι και παιδιά τριγύριζαν τις κόφες που οι ψαράδες αράδιασαν στην αμμουδιά. Έπειτα σκόρπισαν τα παιδιά· δυο τρία ήρθαν και στάθηκαν μπροστά του και τον κοίταζαν, ύστερα έκαμαν πέρα και πετούσαν πέτρες στο νερό. Έπειτα πέρασε μπροστά του μια ολόκληρη σειρά γυναίκες· οι ψαράδες γύρισαν και τις κοίταζαν καθώς πηγαίναν στη γραμμή δυο δυο, σα στρατιώτες. - Έρχονται από το βουνό· σπάζουνε πέτρες στα νταμάρια, είπε από πίσω το παιδί του καφενείου χωρίς κανείς να το ρωτήσει. Ο Στέφανος είδε που πέρασαν μπροστά του και του φάνηκε πως πρόσεξε τις τελευταίες: φορούσαν κίτρινα μαντίλια και χοντρά άσχημα παπούτσια. Έπειτα πέρασε ένας αξιωματικός καβάλα· ήταν καμπουριασμένος και φαίνονταν τα δόντια του, όμως δεν ήταν ο λοχαγός της Πρίφτη. Ο Στέφανος τον είδε πως σπιρούνισε μπροστά του το άλογο και χάθηκε. Είχαν χαθεί και τα παιδιά, και οι ψαράδες σήκωσαν τις κόφες τους. Έμεινε μπρος η θάλασσα μονάχα και τα σύννεφα, και ο Στέφανος ξεχάστηκε πάλι μπροστά στα σύννεφα. Πυκνά, γαλαζιομέλανα άπλωναν γύρω στην κοκκινάδα του ουρανού σε αόριστες μορφές και σχήματα, και άλλαζαν, έφευγαν και χάνονταν σαν τους ψαράδες, τα παιδιά και τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα και χάθηκαν. Ο Στέφανος ξεχάστηκε, σα να μην ήθελε να δει· και όμως είδε κει ψηλά πώς ένα σύννεφο αραίωνε αγάλι αγάλι κ’ έπαιρνε μορφή· άλλαζε χρώμα, σχήμα, γινότανε σταχτί έπειτα βιολέτινο, έπειτα μενεξεδένιο, γινότανε πουλί μεγάλο με απλωτά φτερούγια έπειτα έμενε ακίνητο σαν ήσυχο ροδόχρυσο βουνάκι στην ακρογιαλιά, όσο που έγινε πάλι μακρύ καράβι και κίνησε ν’ ανοίξει τα πανιά, να φύγει και να χαθεί μέσα στην κοκκινάδα σα μέσα σε πυρωμένο πέλαγο. Ο Στέφανος πήρε τα μάτια· δεν ήθελε να δει. Δεν ήθελε να δει, όπως δεν ήθελε να θυμηθεί. Και θυμήθηκε τις τελευταίες από τις γυναίκες που πέρασαν πρωτύτερα μπροστά του· θυμήθηκε πως ήταν νέες και πως φορούσαν άσχημα χοντρά παπούτσια. Έπειτα όμως θυμήθηκε με μιας ό, τι δεν ήθελε να θυμηθεί, ό, τι θυμήθηκε πρωτύτερα όταν σταμάτησε απέναντι στην πόρτα με την ξερή γαζία μπροστά. Είχε συρθεί ως εκεί σα να μην ένιωθε πώς σύρθηκε. Μα όταν είδε ξαφνικά την πόρτα θυμήθηκε με μιας κ’ έφυγε αμέσως, όπως έφυγε αμέσως και το μεσημέρι από το σπίτι, που μόλις μπήκε μέσα, τον πλησίασε σιγά η κυρία Κατίγκω και πιάνοντας τον ώμο του: - Την κράτησε η γιαγιά, του είπε μελαγχολικά. Ο Στέφανος έκαμε αμέσως κίνημα. Έπειτα του είπε πάλι σιγαλά η κυρία Κατίγκω: - Είδες πώς ήταν σήμερα η Μαρίκα; Ο Στέφανος μ’ ένα άλλο κίνημα την κάρφωσε στη θέση της. Τον ένιωσε και σώπασε. Σώπασε φοβισμένη και ο Στέφανος έφυγε ευθύς. Μα έπειτα που την ξαναβρήκε στην πλατεία με τη Φιφίκα, η πρώτη λέξη της ήταν η ίδια πάλι. Ο Στέφανος θυμήθηκε πως είπε της Φιφίκας για τον κύριο νομάρχη, και τώρα του φάνηκε σα να μετάνιωσε γιατί το είπε. Δεν του άρεσε· δεν ήθελε να μετανιώσει - δεν ήθελε να θυμηθεί. Κοίταξε μπρος του. Του είχε φανεί πως ξαναήρθαν εκεί πάλι τα παιδιά. Δεν ήταν τα παιδιά, ήταν στη διπλανή ταβέρνα που ψιθύριζαν σιγαλές φωνές. Έπειτα ήρθαν δυο ψαράδες και στάθηκαν κοντά του ορθοί κ’ έβλεπαν πέρα· η θάλασσα ήταν τώρα κίτρινη βαθιά, μα ο ουρανός στο βάθος έμενε πάντα πορφυρός σαν πύρινος, σα ματωμένος. - Θα έχομε αέρα, του είπε σιγά απλώνοντας το χέρι πέρα ο ένας ψαράς. Ο άλλος δε μίλησε, μα ο Στέφανος είδε πως πήγαν και οι δυο κ’ έσερναν τις βάρκες τους στην αμμουδιά. Τους κοίταζε· κ’ έπειτα κοίταξε πάλι τα σύννεφα. Είχαν αρχίσει και άλλα σκόρπιζαν ψηλά, άλλα έλειωναν πνιγμένα στο φλογισμένο βάθος. Μα έξαφνα ένα από αυτά, ένα πυκνό, βαρύ, μεγάλο πριν να σβήσει πήρε παράξενη μορφή σαν άλογο, σαν άτι μαύρο που χίμιζε με το κορμί του ορθό στην πορφυρή, στην αιματένια θάλασσα. Ο Στέφανος σηκώθηκε· μα πριν στρίψει και ν’ αφήσει πίσω του τη θάλασσα, το ματωμένο βάθος του ουρανού είχε αχνίσει· έγινε κίτρινο και κείνο σαν τη θάλασσα. Σιγά σιγά έπειτα από λίγο μονάχα μια θολή ωχροκίτρινη χλωμάδα έτρεμε ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. Και ο Στέφανος καθώς της έριξε στερνή ματιά ενώ γύριζε στην πόλη, αισθάνθηκε πως ανατρίχιασε. Το βράδυ βρήκε πάλι την κυρία Κατίγκω μελαγχολική. - Δεν την άφησε πάλι η νονά, του είπε και τον κοίταξε. Ο Στέφανος δε μίλησε. - Δεν πήγες; τον ρώτησε ύστερα από λίγο. - Σε περίμενε, ξαναψιθύρισε, μα αμέσως πρόσθεσε: - Η Μαρίκα. Τον είδε όμως που γύρισε τα μάτια αλλού, και σώπασε κι αυτή. Μα υστερότερα, σα να θυμήθηκε έξαφνα: - Αλήθεια, Στέφανε, είπε ξανά, τι ήταν εκείνο που είπες της Φιφίκας; Και ο Στέφανος γυρίζοντας σα να θυμήθηκε: - Τι είπα; ρώτησε. - Για το νομάρχη. - Α ναι, για το νομάρχη. Και ο Στέφανος την κοίταξε: - Αστεία --- αστεία. Μα έπειτα γέλασε έξαφνα, γέλασε περίεργα. Και πλησιάζοντας την κυρία Κατίγκω: - Γι’ άκου, μητέρα, της είπε σιγαλά, τι λες, ο κύριος νομάρχης δε θα ήτανε καλός για τη …. ; Κ’ ενώ η κυρία Κατίγκω άνοιξε τα μάτια και περίμενε: - … την Ευανθία, συμπλήρωσε με μιάς ο Στέφανος. Η κυρία Κατίγκω έμεινε με ανοιχτά τα μάτια. Έμεινε μια στιγμή, έπειτα βγήκε άφωνη έξω. Ο στέφανος την κοίτ