|
"Δ ί ψ α και Σ ι ω π ή" Αφιερώνεται στους γονείς μου (Αποσπάσματα από το βιβλίο |
(γραμμένο στη Ελάτεια Λοκρίδος 1973)
Εμπρός απ' τον ήλιο σκοτάδι
Και μέσα στο σκοτάδι χάος.
Που να στηρίξω τα πόδια μου
Για ν' αδράξω τη ζωή;
Δε γυρεύω πολυελαίους στη νύχτα
Τους ουρανούς ελεύθερους ζητώ
Ν' αφουγκράζομαι τον κόσμο.
(γραμμένο στη Ελάτεια Λοκρίδος 1973)
Ανέκφραστα μάτια
Γκρεμίζουνε τους τοίχους
Παγωμένα χείλη δε σαλεύουν
Στη φοβισμένη σιωπή μας
Φεύγει σχεδόν και ο Νοέμβρης.
Γλιστρούν οι δρόμοι αδειανοί
Και η ζωή μας όλο και βαραίνει
Μαζί και η ψυχή που η πόρτα μέσα κλείνει.
(γραμμένο στην Αθήνα 1973)
Πριν γνωρίσω την αλήθεια
Με μύθους είχα πλάσει τον κόσμο
Κι όταν μ' αγγίξανε του πλήθους οι αναστεναγμοί
Την καρδιά μου ακούμπησα στον Άνθρωπο.
Παράξενα γλιστρούσαν οι μορφές
Τραγούδια, μοιρολόγια, τρόπαια και θυσιαστήρια
Ναοί κι αγάλματα, γραφές και εικόνες
Θεοί και ημίθεοι, παραμύθια και μνήμες.
Κι εγώ ντύθηκα αναχωρητής
Κρατώντας ένα κλαδί ελιάς στο χέρι
Γυρεύοντας τα διωγμένα περιστέρια
Για τον περιστερώνα της ειρήνης.
(γραμμένο στην Ελάτεια Λοκρίδος 1973)
Λέγατε:
Θα φυλακίσουμε τα σύγνεφα
Και θα γίνουν δικά σας
Για να ΄ρθει γρηγορότερα η άνοιξη
Αλλ' αποτύχατε!
Το φως του ήλιου διώξατε μακριά μας
Και πλήθος αμάθειας σκοτάδια
Στη ματιά μας κλείνατε χρόνια
Αλλ' αποτύχατε!
Γιατί, κανείς δε σας έμαθε
Ότι τα σύγνεφα και το φως είν' ανεξάρτητα
Και τώρα, βλέποντας την ατυχία σας
Τον ήλιο αγωνίζεστε ν' αποκτήσετε
Κι αυτός, με σπασμένες αχτίδες
Εξόριστος προσμένει...την Ανάσταση...
Και ο χειμώνας της ψυχής σας μένει παγερός
Γιατί το πνεύμα του λαού μας δεν δαμάζεται!
|
Δ ύ σ κ ο λ ο ς δ ρ ό μ ο ς | |
|
(γραμμένο στην Ελάτεια Λοκρίδος 1973)
Δεν έχει πλατάνια αυτός ο τόπος
Γιατί βρέθηκαν κάποιοι και τα ξερίζωσαν
Δεν έχει αγρίμια και πουλιά αυτός ο τόπος
Γιατί βρέθηκαν κάποιοι και τα κυνήγησαν
Δεν έχει ποτάμια και λίμνες αυτός ο τόπος
Γιατί βρέθηκαν κάποιοι και τα εμόλυναν.
Έχει μονάχα μια μεγάλη ανηφοριά, τον αγώνα
Όπου καθημερνά κερδίζεις πολεμώντας
Δίχως άλλη εκλογή για επιβίωση.
(γραμμένο στην Αθήνα 1973)
Μια χειμωνιάτικη νύχτα
Είναι αξέχαστη κι αληθινή
Όταν είναι διαφορετική απ' όλες τις άλλες.
Η αγάπη για να παραμείνει
Θέλει γερά θεμέλια κι αλήθεια.
Όταν αυτά εξαντληθούν
Χάνεται σαν το φύλλο
Που το σεργιανάει ο αγέρας
Και το δέρνει η βροχή
Γκρεμίζοντάς το συνεχώς
Στους οχετούς της σήψης.
(γραμμένο στην Ελάτεια Λοκρίδος 1976)
Διέσχισα ανυπότακτη τους άγριους χειμώνες
Κυνηγημένη από τους Λέλεγες*
Και τον τρόμο των Ωτίδων**
Πορεύτηκα ωστόσο άτρυτη στους αιώνες
Τις οδύνες διασχίζουσα γοργά όπως το κύμα
Για να μαζεύω το αλμυρό σας δάκρυ
Στου Ποσειδώνα τις αυλές
Και να το κάνω μαργαριτάρι
Να λάμπει στ' άγρια πέλαγα.
Στον ατέρμονο δρόμο ζωντανός ο πόθος
Μιας διδαχής ανέπαφης στου χρόνου τη ράχη
Κι όνειρο παντοτινό του καθενός:Ελευθερία
Κι ο άνθρωπος, Άνθρωπος στην ατραπό γι' αγάπη.
*Λέλεγες: Αρχαίος λαός που κατοικούσε στη Λοκρίδα
**Ωτίδες: Μεγαλόσωμα πουλιά της αρχαιότητας στις όχθες του Κηφισού ποταμού, που διέσχιζε την πεδιάδα της Ελάτειας.
(γραμμένο στην Ελάτεια Λοκρίδος 1977)
Μέρες ταξίδεψα πολλές
Στο Ελατικό* πεδίο
Έψαξα τη φωνή μου στα ελάτια,
Στα κούμαρα, στους σκίνους, στις μυρτιές
Και στο θυμάρι φώλιασα
Ν' αφουγκραστώ το χώμα.
Πέτρες, ολούθε πέτρες
Βαραίνουνε τη γη μου
Και ταπεινά χαμόμηλα κι αγκάθια
Που συντροφεύουν τη σιωπή
Στους ξεχασμένους τάφους.
*Ελατικό πεδίο: Αρχαία ατραπός που συνδέει την Ελάτεια με τις Θερμοπύλες
|
Θ α γ υ ρ ί σ ω κ ά π ο τ ε | |
|
(γραμμένο στο Μόναχο 1979) Στους γονείς μου
Σφυρίζει το τρένο συνεχώς
Και πρέπει να βιαστώ
Στο ταξίδι που πηγαίνω
Θα κρατώ το μαντήλι της υπομονής
Και κάθε φθινόπωρο θα σμίγω με τα χελιδόνια
Για να σας φέρνουν τα μυνήματά μου
Τότε θα καρτερώ μιαν άλλη άνοιξη
Που το αηδόνι της ιτιάς μας
Λεύτερο θα τραγουδά.
Όταν θα γυρίσω-θα γυρίσω κάποτε-
Αυτό να το θυμάστε
Θ' ανθίσουν πάλι οι βυσσινιές
Που φύτεψα στο περιβόλι.
(γραμμένο στη Γερμανία- Νταχάου 1979)
Τα συρματοπλέγματά σου ακόμα εκεί
Για να θυμίζουν τη διχόνοια
Και το αίμα που βουίζει στα σύνορά του
Ένας εφιάλτης στη μνήμη επιζώντων.
Η δύναμη του Χίτλερ σ' ένα στρατόπεδο μ' αγκάθια
Θυμίζει στους περαστικούς του Γερμανού τη μπότα
Ωστόσο όμως δεν ξεχνά ο άνθρωπος τη βία
Που σκόρπησαν στο διάβα τους φασιστικοί στρατοί.
Φυτέψτε αδέρφια δέντρα Ειρηνικά
Ν' απλώσουν κλώνους πράσινους
Σ' όλη την οικουμένη
Πάνω από τείχη εχθρικά και συρματοπλέγματα
Να σβήσουν της γης τα Νταχάου.
Πατήστε εδώ και επικοινωνείτε με την ποιήτρια θα χαρεί πολύ να της πείτε την γνώμη σας!.
|
(Βερολίνο 1979)
Του χρόνου η διαδρομή δάκρυα ποτισμένη κι αίμα.
Μάτια μυριάδες θρηνούν ακόμα σκοτωμένους
Κι άλλα τόσα θαμπά μετράνε σακατεμένους
Κι είναι κι αυτά που αγνοημένους ακόμα περιμένουν.
Βαρύς ο ίσκιος σου τη μοίρα μου ορίζει
Τείχος του East και του West
Ως πότε θα διχάζεις τους κόσμους μου;
Γκρεμίστηκαν στη λήθη οι στεναγμοί μου
Καθώς ορθώνονται τα πέτρινά σου στήθη
Σ' όλη τη γη μου σήμερα για ν' αντιμάχονται θαρρώ
Από τη μια μεριά η Ανατολή κι από την άλλη η Δύση
Στον αδυσώπητο αγώνα τους, ποια θα επικρατήσει.
Του χρόνου η διαδρομή δάκρυα ποτισμένη κι αίμα.
(Καναδά, Τορόντο 1984) Στους ξενιτεμένους
Απόβραδο αφήσαμε την αγκαλιά του ήλιου
Κρατώντας στην καρδιά τ' όνειρο της χαράς
Πηγαίναμε προς τη πόρτα του χιονιού
Στο North γυρεύοντας τη μοίρα μας εμείς.
Υψώσαμε παλικαρίσια τα κορμιά στην ερημιά
Μεταμορφώνοντας τα νιάτα μας σε κάστρα
Τους πόθους μας επαίξαμε στου κέρδους το αμόνι
Και λάβωσαν τον ουρανό που είχε η καρδιά μας.
Η στέρηση της πατρίδας δοκιμάστηκε στα χρόνια
Και δεν ξεθώριασε το χρώμα της
Στης ξενιτιάς τα πλούτη
Μήτε τη νίκησε η λαβωματιά της δόλιας πλάνης
Που με την ψυχή παλεύει ολημερίς
Και θέλει να κερδίσει.
Ποιος είν' αυτός που αρνήθηκε
Τις ρίζες της φυλής του
Και δεν εγύρεψε ποτέ τους τάφους των προγόνων;
Τι κι αν ο χρόνος στάθηκε εμπόδιο μεγάλο;
Ούτε αυτός ο θάνατος ν' αντισταθεί μπορεί
Στην τέφρα του κορμιού και στ' άδειο κόκαλο
Πίσω να επιστρέψει.
Δύσκολα διαβαίνει κάθε ημέρα
Για όσους γνωρίσανε απ' ανάγκη δυο πατρίδες
Κι ευτυχισμένοι όσοι μπορέσανε ξενιτεμένοι
Ακέρια να κρατήσουνε την πρώτη.
( Banff Canada 1985)
Ασημένια κόρη η νια σελήνη
Κι ο χρόνος εδώ έχει σταθεί
Στ΄απέραντα του Banff τα δάση.
Μακρινή της θάλασσας η όψη
Κι ο τόπος στου ελατιού βιώνει την ανάσα
Τ' αδέρφια μου κι απόψε Λευκοί και Ινδιάνοι.
Μες τις καλύβες κάθονται οι Κρι
Με τις πολύχρωμες τις χάντρες στολισμένοι
Και το φεγγάρι ολόλαμπρο πάνω στο τοτέμ
Στις σάλες των saloon πίνουμε μαζί
Μέσα στη μπόχα του καπνού διάκριση καμιά
Κι η μουσική της Δύσης που γρυλίζει
Σπρώχνει απαλά τη νύχτα ως την αυγή.
Στην καλυβένια τους σκεπή προσκυνητής ο ήλιος
Και η Σάνυ από νωρίς αντίκρυ στην ανατολή
Τα παγωμένα ζεσταίνει χέρια της.
Πέφτουν λοξά στον Καναδά του ήλιου οι αχτίδες
Και οι ερυθρόδερμοι κάθε πρωί
Στέκουν ορθοί και περιμένουν
Τ' αγνάντεμα της μέρας σιωπηλοί
Σαν σε προσκύνημα.
Τη γη τους τώρα εξουσιάζουν οι Λευκοί
Κι ενώ αυτοί στο γέρμα τους ειρηνικά ξεφτίζουν
Κάθε πρωί στέλνουν στον ήλιο μήνυμα
Και κάνουν προσευχή ιερή
Μη τύχει και τους λησμονήσει κι αυτός
Στην αδυσώπητη μοίρα τους
Και βυθιστούν στη λήθη!
(Winnipeg Canada 1986)
Τα κορίτσια των Κρι και των Σιου
Με τις κεντημένες δερμάτινες μπότες
Και τα κροσσωτά ελαφίσια γιλέκα
Στο χιόνι χορεύουν χτυπώντας τα πόδια .
Το γέλιο δε βγαίνει μες απ' τα χείλη
Που σφιχτά το κρατάνε ακόμα...
στην Ινδιάνικη γιορτή των Αετών
μέσα στο γκέτο του τσιμέντου
ξανέμισαν και πάλι τα φτερά τους
σαν ανάμνηση του παλιού καλού καιρού
γερασμένοι απ' της σχόλης την τέφρα
οι Ινδιάνοι θυμούνται την παλιά τους δόξα
με σήματα καπνού χαιρετίσματα στέλνουν
στο γιο τον Κρι και την κόρη την Σιου
και στον μάγο της φυλής οπού στα δάση κρυμμένος
προσπαθεί με ξόρκια τα πνεύματα να ευμενίσει
της τεχνολογίας, που μέσα μέσα σε σπίτια τους κλείσαν
κι ο αρχηγός φορώντας τα ένδοξα φτερά του
τη μεγάλη πίπα της ειρήνης ρουφά.
Αδιάφοροι περνάνε οι λευκοί διαβάτες
Διώχνοντας με δυσφορία τον καπνό
Περιφρονώντας τον καημό κάθε Ινδιάνου
Να επιστρέψει πάλι ελεύθερος κι αγρίμι
Μέσα στο δάσος μακριά από της μηχανής
Και του τσιμέντου τον πολιτισμό.
|
Οι σταυροί του Medow Lake | |
|
(Winnipeg Canada 1986)
Στον Δημήτρη και την Ιόνη
Είναι βαρύ το χιόνι στην αυλή μας
Κανένας δεν μιλά γι' αυτό
Σωπαίνουνε παράξενα οι ντόπιοι
Κι αγέλαστοι τραβούνε για το σπίτι.
Με υπομονή μαθαίνουμε το χρόνο
Τα όνειρα στη γλώσσα τους
Μοιάζουνε με τη νύχτα και το κρύο
Που κόβει με σαϊτιές τη μοίρα μας
Στην παγωμένη γη της Δύσης.
Μέσα στ' ατέλειωτο χιόνι απελπισία
Κωφεύουνε οι πόθοι μας χαμένοι
Ξεχαστήκανε στις ερημιές οι γιορτινές μας μέρες
Κι οι χθεσινές χαρές μας πάνε
Καθώς προστάζει ο αγέρας τη φωνή μας
Να ορμηνέψει του κορμιού το πάλεμα.
Ξεψυχώντας μένουν μισά τα όνειρα
Κληρονομιά ο πόνος στο δισάκι μας
Για το κάλεσμα του καιρού
Στ' αμόνι της υπόλοιπης ζωής μας.
Είναι βαρύ κι ασήκωτο εδώ το χιόνι
Και οι νοσταλγίες μας σταυροί που μένουν
Να σημαδεύουν το πέρασμα στο Medow Lake.
Κάθε χρόνο αρχίζει το ατέλειωτο ταξίδι του σολομού
Ξεκινώντας από εδώ και καταλήγοντας στις θάλασσες
Για να επιστρέψει πάλι εδώ ν' αποθέσει τα' αυγά του και
να πεθάνει. Αυτός ο κύκλος ζωής συνεχίζεται αιώνες τώρα
με τον ίδιο πάντα ρυθμό.
|
|
(Καναδάς 1986, Βανκούβερ)
Στην άκρη του κόσμου ακουμπισμένη
Τα βάθη του κοίταζα με δέος
Και ήταν έρεβος το άνοιγμα
Στο σώμα της μητέρας.
Στην ερημιά αυτήν εδώ
Ύστερα απ' το δύσκολο ταξίδι
Διάσπαρτη απλώνεται γαλήνη.
Μετά, τον γενοβόλο χώρο γιομίσανε πουλιά
Μυνήματα να πάνε σ' άλλους τόπους.
Σε κάθε λακκάκι η Εύα κι ο Αδάμ
Και στο χώρο των δυο ενεργειών
Τα σημεία ρέουν της απάντησης του Δημιουργού.
Φυσικός κι ομαλός συναντιέται ο δρόμος
Καθώς ο νους, σώμα και ψυχή ενός θεού
Γονιμοποιεί τη ζωή με βαθειά σοφία
Κι όταν εξουσία ζητήσει το "εγώ"
Αρχίζει ο αδερφός μου τις πολεμικές κραυγές.
Είμαι η κόρη, μετά η μάνα κι ύστερα η γριά
Κι εσύ με θέλεις πάντα νέα
Στην ισορροπία της ένωσης.
Το αιώνιο ένα στην αγάπη της καρδιάς
Μαζί ο σεβασμός και η αποδοχή της σάρκας
Στην ομορφιά του θείου για αιωνιότητα.
(Αθήνα 1987)
(Είναι Ιούλιος. Η ζέστη στην Αθήνα ξεπερνά τους 45 βαθμούς Κελσίου. Ο καύσωνας οδηγεί πολλούς στα νοσοκομεία. Τα δάση καίγονται και η Ελλάδα ερημώνει).
Κι αν βρέχει τώρα ο ουρανός οι στέρνες είναι άδειες!
Το νερό μολυσμένο στις πηγές
Κι όλο νεκρά πουλιά στο χώμα
Γυρεύοντας σεντόνια για ταφή
Στο βιασμό της γης μας.
Μονάχα ερημιά στ' αδειανά βουνά μας
Και πλήθος σταυρωμένοι στη χαραματιά
Τη δροσιά γυρεύουν της πηγής.
Αντίδικη στο χρόνο η μοίρα της Ζωής
Και στα ουράνια της γης αλλαγμένες οι χαρές.
Ο ήχος της καμπάνας στο έλεος της συμφοράς
Μαρτυρά στους Έλληνες το γδικιωμό
Από το θάνατο του Ποιητή στ' αποκαΐδια
Και στην πέτρα που μας κυκλώνει από παντού.
Η στάχτη στα θεμέλια δεν στέριωσε τα σπίτια
Που μοίρασαν αυθαίρετα οι καταπατητές.
Εκείνοι που γυρέψανε βροχή στη συννεφιά
Ζητάνε να ορμηνέψουνε τα βάσανα του ήλιου
Και το κακό που έστρεφε στο διψασμένο κάμπο
Καθώς έγιναν ανάμνηση του ποταμού οι φλέβες.
Μας πληγώνει η σιωπή
Στις συνειδήσεις των ανθρώπων
Και η έλλειψη ευθύνης την ερημιά μας ζώνει
Καθώς καραδοκούν κοράκια στα σπλάχνα εξουσίας
Υψώνεται στα ξερολίθια βαρύς ο στεναγμός μας.
Κι αν βρέχει τώρα ο ουρανός οι στέρνες είναι άδειες!
Πατήστε εδώ και επικοινωνείτε με την ποιήτρια θα χαρεί πολύ να της πείτε την γνώμη σας!.
|
|
Π ι κ ρ ή α ν ά μ ν η σ η | |
|
(The Pas Canada 1988)
(Είναι Πάσχα, το χιόνι ξεπερνά το ένα μέτρο. Εδώ κατοικούν μόνο πέντε οικογένειες Ελλήνων. Η επαφή μεταξύ μας είναι τυπική και βασίζεται στο πόσα δολάρια κερδίζεις το μήνα. Υπάρχουν εδώ δεκάξι εν ενεργεία διαφορετικές εκκλησίες εκτός απ' την Ukranian and Greek Orthodox Church, που λειτουργεί μόνο δυο φορές το χρόνο. Σήμερα ο Ρώσος παπάς δεν ήρθε λόγω χιονοθύελλας).
Ήπια τη στάλα της βροχής στης ξενιτιάς το δάκρυ
Στ' απόχιονα του Καναδά της ερημιάς τον πόνο.
Ημέρα Πασχαλιάς μας έζωνε ολόγυρα το χιόνι
Κι όρκισα την ψυχή μου στις πέτρες της Πατρίδας
Γυρεύοντας στην ανάμνηση του γυρισμού την ώρα
Όταν σε σπίτια διχασμένα μιλούσα με σκιές
Παλεύοντας για τα χαμένα χρόνια μου
Καθώς θόλωνε τον καιρό η καταχνιά
Γινότανε ο πόθος μου καράβι του Οδυσσέα.
Ύστερα απ' τη γιορτή ο χτύπος της καμπάνας
Θρηνούσε των αγγέλων την επιστροφή
Δίχως γλωσσίδι και σκοινί στη νύχτα
Η άλωση του ονείρου μαδώντας τα φτερά μου
Σημάδευε την ανάσταση στη γη των σταυρωμένων
Με την απουσία της χαράς σε τούτο το γιορτάσι.
Χτύπησα τρεις την πόρτα σου, δεν άνοιξε η Πύλη
Τότε γιόρτασα το Πάσχα στων Ινδιάνων τις καλύβες!
|
Οι τριανταφυλλιές της Σαμάνθα Fowsterner | |
|
(Αυστρία 1979, Salzbourg)
Γέρικο το κορμί της Σαμάνθα Fowsterner
Ίδιο με τον πύργο που ακόμα δεσπόζει εδώ
Τα μάτια της ωστόσο λάμπουν φωτεινά
Σαν τα μεγάλα ξύλινα παράθυρα
Και τα ματόκλαδά της ανοίγουν παιχνιδιάρικα
Όπως οι κόκκινες βελουδένιες της κουρτίνες
Σαν τις ταρακουνά τ' αγέρι του δάσους.
Χιονίζει πάλι και φυσά χειμώνας στην αυλή μας
Κι εσύ στην κουνιστή καρέκλα σου δακρύζεις
Για τις τριανταφυλλιές που χάλασε το κρύο
Με τα μοσχομύριστα τριαντάφυλλα τώρα μαδημένα
Και τα δικά σου χρόνια συλλογιέσαι πικραμένη
Που η παγωνιά της ερημιάς μάρανε για πάντα.
(ΝΟΤΑ ΚΥΜΟΘΟΗ- ποίηση για το διαδίκτιο)
|
"Δίψα και Σιωπή" εκδ. Διογένης 1992, σελ. 48. |
Το εξώφυλλο κοσμεί έργο της Ν. Κυμοθόη και περιλαμβάνει ποιήματα από το 1973-1989 που γράφτηκαν στην Ελλάδα, τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ιταλία και τον Καναδά. Ιστορικά ποιήματα, λυρικά ωστόσο που δονούν και ξυπνούν τα αισθήματα.
"Κι αν βρέχει τώρα ο ουρανός οι στέρνες είναι άδειες/
Το νερό μολυσμένο στις πηγές/
κι όλο νεκρά πουλιά στο χώμα/
γυρεύοντας σεντόνια για ταφή/
στο βιασμό της γης μας",
"Ήπια τη στάλα της βροχής στης ξενιτιάς το δάκρυ/
στ' απόχιονα του Καναδά της ερημιάς τον πόνο",
"Πόσο θ' αντέξουμε την υποκρισία; /
Δε με τρομάζει ο θάνατος/
παρά των ζωντανών κομματαρχών τα χέρια".
"Ιύζουσα νήσος",
1995, σελ. 48. Το εξώφυλλο σχεδίασε η ποιήτρια και περιλαμβάνει 23 Ποιήματα που γράφτηκαν στην Κύπρο από το 1992-1994. Θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ιστορικά, αφού καταγράφουν γεγονότα, πρόσωπα και περιοχές.
Γραφή λυρική που πάλι εντυπωσιάζει.
"Στο Ριζοκάρπασο, στην Αγιά Τριάδα, στον Κορμακίτη/
ζουν κάποια μικρά Κυπριοτόπουλα παιδιά/
εγκλωβισμένα στ' άγια χώματα παλεύουν/
δίχως χαρά μες στη σκλαβιά τους/
Των ματιών τους η μεγάλη πεθυμιά/
σκαλώνει και ματώνει στο συρματόπλεγμα..."
"Ερώ"
εκδ. Ιωλκός, από τη σειρά Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση, 1999, σελ 88. Το εξώφυλλο κοσμεί έργο της Ν. Κυμοθόη. Γνήσια ερωτική ποίηση όλο πάθος σε 7 ενότητες, που εντυπωσιάζει και ξαφνιάζει. Διαβάζεται δίχως ανάσα από την αρχή ως το τέλος και σε ανεβάζει στα ουράνια, χωρίς να γίνεται χυδαία.
"Η αγκαλιά σου μια στεριά/ κι εγώ είμαι η θάλασσα/
που πάνω σου με συγκρατείς και υπάρχω".
"Είσαι ο έρως που μεθάει/
το κορμί μου που σε πίνει/
το δωμάτιο όπου γδύθηκε άντρας αγαπημένος".
Μέρος του βιβλίου έχει μελοποιηθεί από το συνθέτη Ι. Μπενάκη και κυκλοφορεί σε C.D. με χορηγία της Ε.Ρ.Τ.
"Λεύκωμα ΄95".
Ημερολόγιο με πίνακες της Ν. Κυμοθόη και ποίηση, ευχές για κάθε μήνα. Αριθμημένα αντίτυπα που μοιράστηκαν δωρεάν για διαφημιστικούς λόγους από το ταξιδιωτικό πρακτορείο Ακάδημος.
"Η Δρασκελιά του Ήλιου", εκδ. Χρήστος Ε. Δαρδανός, 2002, σελ. 328. Είναι ένα Μυθιστόρημα με γλώσσα ρέουσα, σύγχρονο και συγκινητικό. Καταπληκτική έκφραση συναισθημάτων που εντυπωσιάζει. Η αληθινή ιστορία μιας γυναίκας, που ο αρραβωνιαστικός της είχε ερωτικές σχέσεις με τον αδερφό της, πλάθεται με μαεστρία και ταξιδεύει τον αναγνώστη ως την Ινδία. Η ηρωίδα αναζητά το άσπιλο, τη σοφία και τη χαρά σε καθημερινά πράγματα.
|