κάθε φορά
που ακούω το δημοτικό
τραγούδι, είναι λες, και πίδακες
να ξεπηδούν μέσα μου, και όχι για
να με πνίξουν, παρά για να μου σηκώσουν
την ελληνική περηφάνια στον έβδομο ουρανό!. κάθε φορά που ακούω το τσάμικο, είναι θαρρείς
και γίνεται μέσα μου πανηγύρι! -μόνο για εμένα..
Και όλοι μαζί οι πρόγονοι ήρθανε στην
χαρά: Εκεί ο πατέρας. Η μάνα..
'Oλα μου τα φευγάτα
μπαρπάδια.. Εκεί
και ο γέρος
του Μοριά.
ο Θοδωρής,
ο Κολοκοτρώνης!
ο δικός μου ο άνθρωπος
και ελευθερωτής του γένους μου,
ήρθε να με καμαρώσει όπου θα σύρω πρώτος! το χορό...
Εκεί και ο Ανδρούτσος της Γραβιάς, ο αγαπημένος μου παππούς..
Ήρθε να μου παραστεί στην χαρά μου, να με χειροκροτήσει με το Γιωργή Καραϊσκάκη,
τον Υψηλάντη και τόσους άλλους δικούς μου ήρωες...
κάθε φορά που ακούω το δημοτικό,
είναι λες και καταρράχτες από τον ουρανό, κρουνοί φωτός, μου περιλαβαίνουνε τον νου,
που μιας θολώνει, και μιας μου αστράφτει διάπλατα! πάνω στην φούρλα του χορού:
Διονυσιακή συγκίνηση!! που ταίρι της άλλο δεν έχει και δεν εματάειδα τέτοιο
συγκλόνισμα και τέτοια αίσθηση στα κόκαλά μου.
κάθε φορά που ακούω
το δημοτικό, ξαναγεννιέται το έθνος μου!.. Ξαναγεννιέμαι κι' εγώ και
γίνουμε νιος ξανά και παλικάρι!! Να είστε καλά!!
κώσ/δουρ.
Είναι καλό σημάδι να ξεκινά μια συζήτηση περί διδασκαλίας της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Μια συζήτηση που δεν είναι μόνο επιστημονική αλλά και πολιτική· και μάλιστα πρωτίστως πολιτική, αφού παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα όπως: Γιατί δεν έχει εισαχθεί, ύστερα από 177 χρόνια εθνικής ανεξαρτησίας η διδασκαλία της Ελληνικής Μουσικής στα σχολεία του κράτους; Το ζήτημα της οργάνωσης της διδασκαλίας της Εθνικής Μουσικής έχει και άλλοτε απασχολήσει δασκάλους και λογίους. Σήμερα η παραδοσιακή μουσική «διδάσκεται» είτε στα μουσικά...λύκεια είτε στα ωδεία που έχουν σχετικά τμήματα, είτε σε ειδικές μουσικές σχολές (ΤΕΙ Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής Ηπείρου). Υπάρχει βέβαια και η κατά παράδοσιν προφορική διδασκαλία που εφαρμόζουν οι εμπειροτέχνες των οργάνων. Δείχνουν δηλαδή (παραδίδουν) με κάποιον τρόπο την τέχνη τους σε νέους που θέλουν να μάθουν όργανο, είτε για το κέφι τους είτε για να γίνουν επαγγελματίες της παραδοσιακής κομπανίας.
Όπως ο Υάκινθος στον μύθο από άνθρωπος έγινε λουλούδι, για να ζει πάντα με κάποια μορφή, έτσι και η μουσική γλώσσα αυτού του τόπου από κοινό βίωμα, ζωντανό στη λαλιά του καθενός, μεταμορφώνεται σιγά - σιγά σ' ένα λουλούδι - σαν μια πηγή λαλέουσα - όπου ίσως να μην θέλουν πια όλοι να το καλλιεργήσουν, αλλά όλοι ποθούν να το μυρίσουν, να γευτούν το άρωμα του, γιατί όλοι ξέρουν ότι το λουλούδι αυτό κρύβει κάτι δικό τους, κάτι δικό μας, κάτι απ΄ το άρωμα του τρόπου του τόπου.
Η κοινότητα λοιπόν δεν πέθανε. Ζει! Ζει και η γλώσσα της έστω και παραλλαγμένη, ζουν και τα κλαρίνα και οι τραγουδιστές οι άξιοι, και τα μελίσματα και τα φτιασίδια της. Σ' αυτή τη γλώσσα, σ' αυτό τον τρόπο γράφτηκε η μουσική γι' αυτόν τον δίσκο, έτσι απλά όπως ένας μαντιναδόρος Κρητικός φτιάχνει στιχάκια στα Ελληνικά και όχι στα Πορτογαλικά.
Δεν υπερασπίζομαι καμία εθνοκεντρική Ελληνικότητα, δεν ξέρω αν αυτός ο γλωσσικός τρόπος είναι Ελληνικός, αν έχει τις ρίζες του στο Βυζάντιο ή στην Αρχαία Ελλάδα. Απλώς αυτή είναι η λαλιά της μάνας μας, αυτός, είναι ο τρόπος που μας παραδόθηκε, αυτόν τον απόκρημνο ήχο έφτιαξε το χώμα και το νερό αυτού του τόπου, στην ουσία πέρα από όρια και σύνορα, μια και η λαλιά αυτή είναι σαν μια μουσική Ελληνιστική κοινή - μιλιέται με πολύχρωμες παραλλαγές από την Τυνησία μέχρι τις Ινδίες, Και από την Ρουμανία μέχρι την Αίγυπτο-.
Δεν ξέρω τι θα πει folklore, δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει ethnic, ούτε γνωρίζω αν το έντεχνο ύφος προέρχεται αποκλειστικά απ' την Εσπερία και το λαϊκό απ' την Ανατολή.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι η παράδοση που πρωτογνώρισα 9 χρονών παιδάκι κάνοντας δίπλα στον παππού μου τα πρώτα βήματα μου στο κλαρίνο, (μαθαίνοντας τότε μια γλώσσα που ήταν υπό διωγμό) δεν είναι - η γραία η ανέραστος η ημιθανής και εν αφασία τελούσα - με το σηκωμένο δασκαλίστικο δάχτυλο αλλά ήταν και παραμένει κορίτσι χαρμόλυπο, γεμάτο χυμούς, ολοζώντανο και αγαπητικό, που χορεύει ξυπόλυτο στο χώμα με μια διάθεση να αμαρτάνει και πάλι να μετανοεί , να ερωτεύεται, να εύχεται τη νόμιμη παράβαση για να ζει και να ανασαίνει, μια και καμία συγκεκριμένη οργανοχρησία, καμία τυπική ενορχήστρωση ή συγκεκριμένη μουσική μορφολογία δεν εξασφαλίζει την ουσία της (γνώρισα πολλούς γερόλυκους οργανοπαίχτες που την "Τσιτσόρνια" που έπαιζαν κλαρίνο, ακορντεόν και κιθάρα, παράδοση ήταν). Τώρα το κοπάδι των λύκων κρύβεται και η γλώσσα που ήταν υπό διωγμόν είναι <> προφανώς λόγω της εξωτικολαγνείας.
Κι όμως ο Αλέξης (που τραγουδά σ' αυτόν τον δίσκο 2 κομμάτια) είναι μόλις 26 χρονών και διόλου εξωτικός και παράξενος· απλά τραγουδάει όπου τον καλούν, στην μουσική γλώσσα που του δίδαξαν οι Πόντιοι γονείς του, χωρίς τίποτε το καινοφανές,χωρία καμιά σύζευξη περισπούδαστη Ανατολικοδυτικονότια. Το ίδιο και ο Χρήστος, ο ψάλτης, ο οποίος είναι 27 χρονών και ψάλλει (με πολύχρονη μαθητεία στο 'Aγιο Όρος), στον τρόπο τον έντεχνο, τον Ελληνικό, τον αρχοντικό, τον κοσμοπολίτικο. Και οι δύο αυτοί όπως και οι υπόλοιποι μουσικοί, από προφορική συνέχεια καρδιάς μαθημένοι, αποτελούν τα πρόσωπα (όχι τα άτομα) που καταδεικνύουν του λόγου το αληθές, την βιώμενη δηλαδή ζωντανή , μουσική λαλιά, την διόλου απόμακρη ή ξένη, που στην ουσία υπάρχει για να διακονεί την αγαπητική κοινωνία των προσώπων, δηλαδή του Λόγου το αληθές.
Από αυτή την αγαπητή κοινωνία των προσώπων πηγάζει ο Υάκινθος χωρίς να νομίζει ότι φέρει τίτλο παράδοσης σήμερα(κάτι τέτοιο θα ήταν ουτοπικό άλλωστε). Εκείνος στέκεται στην προσωπική ματιά, στην προσωπική δημιουργία, αντλώντας απ' τις αισθήσεις και το ζωντανό βίωμα, και απλώς αγαπάει να σταλάζει ήχους που να τους επιτρέπει το Φώς, ο Ήλιος και η Τρέλα αυτού του τόπου, λαχταρώντας συνάμα την «έννομον παράβασιν» τη ζωοποιό για να δροσίζεται και να ποτίζεται.
Το περιβόλι ανθεί λοιπόν, η γλώσσα είναι ζωντανή, τα πρόσωπα ζουν την αλήθεια τους τραγουδόντας την αγάπη τον έρωτα, το κλάμα τη λύπη μέσα
απ' τον κόμπο στο λαιμό σ' εκείνο το ωχ ή το αμάν, το ζεστό το καταδικό μας, στην γλώσσα του Σαμπάχ του Χιτζάζ, ή του πλάγιου του Β' ήχου, των δρόμων και των μακαμιών, που καθώς φαίνεται τα κατοπινά χρόνια θα μας φανεί χρειαζούμενη ή ίσως και θεραπευτική....
Η Γιορτή
(θύμηση από τις πρωινές εκστατικές ώρες των πανηγυριών)
Δεκατέσσερις ώρες να φυσάς κλαρίνο
το οινόπνευμα να εξατμίζεται μέσα του και μέσα σου.
Έρωτας στην σκόνη,
ο χορός ανυψώνεται, οι αλήθειες τώρα λέγονται,
Όλοι τις ξέρουν, όλοι τις ήξεραν
μόνο που πρέπει κάποιος να τις τραγουδήσει.
Εκείνοι θα του πουν
και αυτός θα κρυφακούσει τη γη και εκείνους μαζί
και θα επιστρέψει το πρόσφορο
στην ΓΙΟΡΤΗ στην χαρά των ΟΛΩΝ.
Πρόσφατα το θέμα αυτό τέθηκε για μια ακόμη φορά από πέντε μουσικούς και δασκάλους που αποτελούν την «Ομάδα πρωτοβουλίας για το θεσμικό πλαίσιο της διδασκαλίας της παραδοσιακής μουσικής στα ωδεία και τις σχολές μουσικής». Η… ομάδα των πέντε (αν μπορούμε να πούμε χωρίς να θέλουμε να υπεξαιρέσουμε τον τίτλο της γνωστής ιστορικής ομάδας των πέντε Ρώσων συνθετών) ανοίγει μια συζήτηση «για την αναγκαιότητα, τις μεθόδους και το όλο θεσμικό πλαίσιο διδασκαλίας της παραδοσιακής μουσικής στα ωδεία και τις μουσικές σχολές […] με στόχο την εκπόνηση κοινής πρότασης προς την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Πολιτισμού, για τη συστηματοποίηση και θεσμοθέτηση των σχετικών μουσικών σπουδών». Δημιουργήθηκαν ομάδες εργασίας για τη μελέτη επί μέρους θεμάτων, όπως π.χ. η ύλη των οργάνων – συνολικά έλαβαν μέρος 150 άνθρωποι, ανάμεσά τους και πολλοί εμπειροτέχνες μουσικοί. Οι συζητήσεις και οι ζυμώσεις ανέδειξαν, όπως ήταν φυσικό, συμφωνίες και διαφωνίες, καθώς και ένα προβληματισμό που δείχνει πως είτε αυτή η ομάδα πρωτοβουλίας, είτε όποιος άλλος ασχοληθεί με την «τακτοποίηση» της χρονίζουσας αυτής εθνικής εκκρεμότητας, έχει να λύσει αρκετά προβλήματα.
Για παράδειγμα, όλοι συμφωνούν πως πρέπει να διασφαλιστεί η κατά παράδοσιν προφορικότητα της διδασκαλίας. Πώς έφτασε ως την εποχή μας μια τόσο ογκώδης, σύνθετη, πολύμορφη και πολυειδής γνώση; Και μάλιστα χωρίς ωδεία και άλλες μουσικές σχολές. Πόση σημασία θα δώσει ο σημερινός μουσικοδιδάσκαλος στις «μεθόδους» του πρακτικού οργανοπαίχτη; Και ποιος συγκεκριμένα είναι ο «κατάλληλος» εμπειροτέχνης δάσκαλος; Πώς θα αποφύγουμε κινδύνους όπως οι εμπειροτέχνες του γλυκού νερού και της αισθητικής της σκουπιδοτηλεόρασης, από τη μια, κι από την άλλη, έναν ενδεχόμενο ακαδημαϊκό συντηρητισμό που μπορεί να εκθρέψει η έδρα και η εξουσία της, καθώς και όλα όσα σιγά σιγά οικοδομούν τα απεχθή κατεστημένα στη διδασκαλία των τεχνών;
Στον τρόπο που παίζει ο παλαιός εμπειροτέχνης, στο πώς στολίζει και πώς «σχολιάζει» τις μελωδίες, στις ερμηνευτικές δηλαδή εκδοχές, υπάρχουν τόσο εν σπέρματι όσο και... «εν ανθίσει» αξίες καλλιτεχνικής φύσης, οι οποίες στον όλο κορμό της δημοτικής μουσικής αποτελούν τη μεγάλη δεξαμενή από την οποία καλείται να αντλήσει κάθε σύγχρονος μουσικός δημιουργός. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως οι ερμηνευτικές αυτές εκδοχές, και γενικά η τέχνη του μουσικού διαμορφώνονται όχι μόνο από όρους μουσικούς, αλλά κυρίως από ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Μια τέχνη που τώρα θα υποστεί την απαραίτητη κωδικοποίηση προκειμένου να γίνει «ύλη» διαβαθμισμένης διδασκαλίας. Η μουσική παράδοση μας κληροδοτεί πρωτίστως καλλιτεχνικές αξίες και αρχές πολύτιμες για την εκπαίδευση και όχι την κενή γραφικότητα της σχολικής γιορτής –του δικτάτορα που χορεύει τσάμικο– ή τα δημοτικά της τηλεόρασης. Ρητορικό, ας πούμε, ερώτημα προς εκπαιδευτές: Πώς άραγε «διδάσκεται» μια εμπειρία που βιώνεται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον και διαμορφώνει τον ψυχισμό ενός ανθρώπου που «φυσά», π.χ., το κλαρίνο του σαν τον Κίτσο Χαρισιάδη; Και τι είναι αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία για τον μαθητή: η αναπαράσταση του Χαρισιάδη ή το πώς ο τεχνίτης αυτός κατάφερνε να βάζει την καθημερινή του εμπειρία μέσα στον αέρα, που λέει ο λόγος, του κλαρίνου του;
Τα προβλήματα και τα ερωτήματα που θα πρέπει να «βασανίσουν» τους οργανωτές της νέας διδασκαλίας είναι πολλά και βέβαια δεν χωρούν σ’ αυτό το περιορισμένο σημείωμα. Ιδού όμως ενδεικτικά: Θα αξιοποιηθούν από το νέο σύστημα οι εμπειροτέχνες και πώς; Ναι, λέει η Ομάδα Πρωτοβουλίας, θα λάβουν τον τίτλο του «επίτιμου διδάσκοντος» από μια ειδική επιτροπή του ΥΠΠΟ. Χλωμό. Όλοι θα γίνουν επίτιμοι; Είναι όλοι καλοί; Κι ακόμα: Κάθε καλός μουσικός είναι αυτόχρημα και καλός δάσκαλος; Αμέσως αμέσως, για να βάλω δύσκολα, τι θα γίνει λ.χ. με περιπτώσεις όπως αυτή του σπουδαίου επώνυμου δεξιοτέχνη της δημοτικής μουσικής που παίζει σαντούρι, αλλά για τη δόξα και την... ύλη το έχει εγκαταλείψει και γράφει καψουροτράγουδα, από αυτά που κάνουν όχι μόνο τις επιτροπές των υπουργείων αλλά και πολλούς άλλους να βγάζουν σπυριά;
Αυτός βέβαια μάλλον δεν θα ενδιαφέρεται να γίνει επίτιμος, αλλά σαν κι αυτόν (τεχνίτες που έχουν πολλά να δείξουν σε μαθητές) υπάρχουν πλήθος και ασφαλώς ενδιαφέρονται, όχι για την τιμή του επιτίμου, αλλά να μην τους απαγορεύσει το νέο σύστημα να δουλέψουν σε σχολές, όπως ήδη το κάνουν για απλούς και πεζούς βιοποριστικούς λόγους. Ίσως το γνωρίζουν όλοι οι εμπλεκόμενοι, αλλά θα το αναφέρω ως επίλογο του σημειώματος για τους δασκάλους: Το μεγαλύτερο μέρος του γνωστικού τους αντικειμένου, δηλαδή τη μουσική ύλη που θα επεξεργαστούν, θα κωδικοποιήσουν και θα διδάξουν, την οφείλουν αποκλειστικά στους απαίδευτους πρακτικούς οργανοπαίχτες που υπήρξαν γνήσιοι φορείς της προφορικής παράδοσης. Χωρίς αυτούς δεν υπάρχει αντικείμενο διδασκαλίας! Τα χέρια των δασκάλων και τα ταμεία των ωδείων μένουν άδεια. Με άλλα λόγια, έχουμε μια περίπτωση όπου οι απαίδευτοι εμπειροτέχνες είναι, με κάποια έννοια, «πάνω» από τους πεπαιδευμένους λογίους και, για μια ακόμη φορά, δεν το ξέρουν. Με πόση άνεση οι δεύτεροι θα δεχθούν τη θέση που τους έδωσε η... μοίρα; Θέματα λεπτά. Οπως είπε ο μουσικός θεωρητικός Αριστείδης Κοϊντιλιανός (1ος αιώνας μ.Χ.): «Η πείρα χωρίς τη θεωρία κατορθώνει περισσότερα από όσα η θεωρία χωρίς την πείρα».
«Δείξε μου πώς χορεύει ένας λαός και θα σου πω
αν ο πολιτισμός του είναι υγιής ή άρρωστος».
Κομφούκιος
Ο συγγραφέας του άρθρου κ. Γιάννης Αυδίκος είναι
Καθηγητής Φ. Α μέλος του Δ.Σ. της Π.Ο.Π.Σ.Β μέλος του Ελληνικού
τμήματος CIOFF Αντιπρόεδρος Πνευματικού Κέντρου Συρράκου
Γιάννης Αυδίκος
O Αυτοσχεδιασμός του κορυφαίου στο Τσάμικο
Φίλοι σύνεδροι,
Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω τον Πολιτιστικό Σύλλογο Βλάχων
Θράκης και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων για
την τιμή που μου κάνουνε.
Ο κορυφαίος πρέπει να βιώνει το τραγούδι και να ανταποκρίνεται στο ύφος αυτού και δε θα πρέπει να παρασύρεται σε υπερβολές. Ο κορυφαίος στο Τσάμικο πρέπει να εκστασιάζεται αλλά να μην επιδίδεται σε κατάχρηση κινήσεων. Ο κορυφαίος πρέπει να γνωρίζει ποιες κινήσεις του ταιριάζουν και όχι να αντιγράφει κινήσεις που δεν του ταιριάζουν και είναι πέρα των δυνατοτήτων του..
Στη μακρόχρονη πορεία μου υπηρετώντας την ελληνική παράδοση και τους
ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς, διαπίστωσα ότι για μένα δεν είναι μόνο
επιστήμη, σπουδές, αγάπη και σεβασμός, αλλά βιώματα και πολλά άλλα
αισθήματα που δεν περιγράφονται.
Γιατί μέσα σ' αυτή βρίσκονται όλα εκείνα τα στοιχεία που μας δίνουν τη
δύναμη να κατανοήσουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά.
Ο Κομφούκιος έλεγε: «Δείξε μου πώς χορεύει ένας λαός και θα σου πω αν ο πολιτισμός του είναι υγιής ή άρρωστος».
Οι προγονοί μας έλεγαν: «’ν δ' ό γέρων χορεύει εις τάς τρίχας γέρος εστίν εις δέ την ψυχήν νεανι,ς».
Είναι φανερό ότι ο χορός είναι έκφραση συναισθημάτων με κινήσεις χεριών
ποδιών και σώματος με τη συνοδεία μελωδίας και λόγου. Επίσης εκτελείται
για κοινωνικούς, λατρευτικούς, ψυχαγωγικούς και άλλους σκοπούς.
Είναι αναμφισβήτητο επίσης γεγονός ότι ο χορός ασκεί δύναμη, γοητεία
και εξελίχθηκε σε υψηλή πολιτιστική μορφή στην κοινωνία μας.
Είναι όργανο επικοινωνίας και έκφρασης.
Έλκει όλες τις κοινωνικές τάξεις.
Ο χορός είναι από τις σπάνιες ανθρώπινες δραστηριότητες, όπου ο
άνθρωπος δίνεται ολόκληρος με το σώμα, την καρδιά το πνεύμα και την
ψυχή.
Η ιστορική ανάπτυξη των χορών στην Ελλάδα ακολουθεί την ιστορική
εξέλιξη της χώρας. Είναι φανερό ότι και οι παραδοσιακοί χοροί έχουν τη
δική τους εξέλιξη. Λόγοι ιστορικοί, γεωγραφικοί, κλιματολογικοί και
άλλοι επέδρασαν σημαντικά στη διαμόρφωση της ιδιοτυπίας αλλά και της
πολυμορφίας των ελληνικών παραδοσιακών χορών.
Τεράστια είναι η ποικιλία των ελληνικών παραδοσιακών χορών.
Είναι αντίστοιχη του πλούσιου συναισθηματικού κόσμου των Ελλήνων.
Έτσι έχουμε χορούς ιστορικούς, πολεμικούς, ηρωικούς, αγάπης,
νυφιάτικους, εργατικούς, σατυρικούς, μιμητικούς, περιγελαστικούς και
πολλούς άλλους.
Οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί έχουν το μέτρο της "ντροπής" και του
σεβασμού και αποφεύγουν την πρόκληση και την επίδειξη.
Οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί ως μορφή λαϊκής δημιουργίας άμεσα
συνδεδεμένης με τη μουσική και το τραγούδι είναι αποτέλεσμα της
πολυμορφίας των λειτουργιών της ζωής των Ελλήνων. Οι αυτοσχέδιες
συλλήψεις, οι παρορμήσεις της στιγμής δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για
ένα υψηλό τεχνικά χορευτικό αποτέλεσμα, που καταδεικνύει τις
καλλιτεχνικές ιδιότητες του ελληνικού λαού.
Ένας από τους χορούς τους ηρωικούς είναι ο ΤΣΑΜΙΚΟΣ, ο πιο καθιερωμένος
χορός της Στεριανής Ελλάδας. Σε πολλές περιοχές της χώρας λέγεται και
Κλέφτικος. Το όνομα του «ΤΣΑΜΙΚΟΣ» κατά πάσα πιθανότητα το πήρε από την
περιοχή της Τσαμουριάς της Ηπείρου. Σαν ηρωικός χορός πρωτοχορεύτηκε
από άνδρες, αλλά αργότερα στον κύκλο του χορού προστέθηκαν και οι
γυναίκες.
Ο Τσάμικος χορεύεται όπως είπαμε σ' όλη τη Στεριανή Ελλάδα με κάποιες
ιδιαιτερότητες. Μια από τις ιδιαιτερότητες είναι ο ρυθμός της μουσικής.
Ενδεικτικά αναφέρω τις περιοχές της Ρούμελης και του Μωριά, που
χαρακτηριστικό της
μουσικής είναι ο πιο γρήγορος ρυθμός, είναι τα 3/4. Της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, που ο ρυθμός είναι τα 6/8.
Ο χορός Τσάμικος χορεύεται σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, γάμους,
βαφτίσια, πανηγύρια. Επίσης χορεύεται και από χορευτικά συγκροτήματα
διαφόρων πολιτιστικών συλλόγων.
Η έκφραση των χορευτών που χορεύουν στις κοινωνικές εκδηλώσεις είναι
πιο αυθόρμητη και διαφέρει από αυτή των χορευτών που ανήκουν στα
χορευτικά συγκροτήματα, που αναγκαστικά είναι πιο στυλιζαρισμένη και
τυποποιημένη λόγω της επιβαλλόμενης εμφάνισης.
Η έκφραση των χορευτών επηρεάζεται και από τα λόγια του τραγουδιού, τον
τρόπο εκτέλεσης, το χώρο αλλά και την ποιότητα της απόδοσης του
μουσικού οργάνου.
Οι κινήσεις πρέπει να εναρμονίζονται με το ιστορικό του τραγουδιού.
Ο κορυφαίος πρέπει να βιώνει το τραγούδι και να ανταποκρίνεται στο ύφος
αυτού και δε θα πρέπει να παρασύρεται σε υπερβολές. Ο κορυφαίος στο
Τσάμικο πρέπει να εκστασιάζεται αλλά να μην επιδίδεται σε κατάχρηση
κινήσεων.
Ο κορυφαίος πρέπει να γνωρίζει ποιες κινήσεις του ταιριάζουν και όχι να
αντιγράφει κινήσεις που δεν του ταιριάζουν και είναι πέρα των
δυνατοτήτων του.
Περισσότερα θα πούμε στην πρακτική.
Τελειώνω με μια παράκληση: όλοι εμείς που συμμετέχουμε ενεργά στην
μουσικοχορευτική μας παράδοση θα πρέπει να ξέρουμε μέχρι πού
εξαντλείται η δική μας παρέμβαση.
Ας μην αλλοιώσουμε τη χορευτική μας παράδοση προσθέτοντας κινήσεις ξένες προς αυτή.
Ας διατηρήσουμε τις κινήσεις εκείνες όπου εναρμονίζεται και συνυπάρχει
το ταπεινό με το λεβέντικο, η σεμνότητα με τη χάρη, η απλότητα με την
περηφάνια, ο Σταυραετός με την Πετροπέρδικα.
Με το τραγούδι το δημοτικό,
και τον Παπασιδέρη* μάνα μου
που τ' ακούω παθιάζουμε.. Τα γηρατειά μου
τα ξεχνώ κι' αρχίζω
κι' ονειριάζουμε..
Παλικαρόπουλο γίνουμε,
μανούλα το μαντίλι!!
Στο νου μου αρμάθες τα σπαθιά
στα πόδια το τσαρούχι... ζυγές εδώ,
ζυγές εκεί, παντού βροντούν κλαρίνα!..
Στήνω χορό στης εκκλησιάς τον πλάτανο..
Μανούλα την ευχή σου!! Σαράντα μέρες στο χορό
και δεν τ' αποχορταίνω.. Βάνω σουρίχτρα και σφυρώ
και χαλασμό σηκώνω.. Βλέπω βουνά, βλέπω
λογγιά κι' αντάριασμα στα πλάγια
χιλιάδες γιδοπρόβατα περνούν
στα βοσκοτόπια κι' ακούω
τα κυπροκούδουνα
κι' εγώ λαλώ φλογέρα..
Καβάλα πάνω στο άλογο
τον Θοδωρή σιμώνω και τον ρωτώ
για να μου πει πως πάει τ' αρματολίκι
κι' αυτός με ένα χαμόγελο και με τρανό καμάρι,
ρίχνει λεφτά στα όργανα για μένα που χορεύω..
Με το τραγούδι το δημοτικό, και τον Παπασιδέρη...
Σαν τραγουδάει κλέφτικο με πάει στην ιστορία..
Σαν τραγουδάει το συρτό, στης νιότης τα λημέρια..
Σαν τραγουδάει τσάμικο... μανούλα το μαντήλι!!
κώσ/δουρ.
Tαξίμι..
Είναι ο αέρας,
η πνοή που χαϊδεύει
τον ήχο. Είναι ο ήχος,
που ακολουθεί την
πνοή, τον αέρα.
Μάτια μου! Το κλαρίνο
αυτοσχεδιάζει και δημιουργεί
από το χθες στο σήμερα με το ταξίμι..
Τα μπαρουτοκαπνισμένα
καρυοφύλλια ξανα-
ζωντανεύουν
την απουσία
των καιρών
και των
πραγμάτων
της ποίησης,
της αφομοίωσης
της παγκοσμιοποίησης
και όλα που λήγουν τα της οίησης,
στο σωτήριο έτος του 2004.
κώσ/δουρ.
Κι' άστραψε ο κόσμος σου 'Αγιε μου μετανάστη!.
Με το τραγούδι το δημοτικό στα ερτζιανά..
Ξεχύθηκε η λεβεντιά στους ουρανούς!
Κι' άστραψε ο κόσμος σου 'Αγιε μου μετανάστη!.
Και η γης που πριν σε τρόμαζε το αχανές..
Τώρα χωριό στα πόδια σου, δες,
Στις παραλίες του Sydney
Πεντέξι στήσαν το χορό
Απ τα ελληνάκια σου
Για τα μεράκια σου
Αι μετανάστη.
Στο τραπεζάκι
Ουζάκι..
Για την Ελλάδα μας μωρέ παιδιά..
'Αντε μας γεια! Στον Καναδά ..Καλή καρδιά.
κώσ/δουρ.
Θεέ μου δεν μούδινες
και μένα -έστω
για λίγο- την δύναμη
να μπορούσα να πλάσω
τον κόσμο του Έλληνα με
το κλαρίνο του Πετρολούκα
Χαλκιά!... Και αφού δεν είναι
βολετό.. τότες, δώσε μου την
γαλήνη να ακούσω όλες τις νότες
αυτού του γίγαντα μάγου στο κλαρίνο
πριν πέσω στον δίκαιο ύπνο σου κώσ/δουρ.
Οι τρεις κορυφαίοι παραδοσιακοί δεξιοτέχνες ο Πετρολούκας Χαλκιάς κλαρίνο, ο Χρήστος Ζώτος, λαούτο και ο
Αχιλλέας Χαλκιάς βιολί, με αφορμή μια δισκογραφική συνεργασία τους που εκδόθηκε στην Γερμανία το1999,
θα ξαναβρεθούν να δώσουν ζωντανά το μουσικο στίγμα της Ηπείρου μια κατ' εξοχήν μουσική παράδοση που
ενσωματώνει οργανικά τον αυτοσχεδιασμό. Στα κρουστά τους συνοδεύει ο Νίκος Κοντός.
Ακούστε απόσπασμα από την εμφάνισή τους στις "Φωνές"
Κυρά μου καπετάνισσα κυρά: Σε βλέπω με την ρόκα σου να σαλαγάς τ αρνιά, κειδά στις ράχες τις ψηλές στο Καρδαρίτσι! Κι εγώ σου το βοσκόπουλο, την προσευχή να κάνω για σε στον τσάμικο, Κυρά: Να σου πηδώ απ το 'να βουνό στ' άλλο να φέρνω φούρλες, και με του Ζάχου την φωνή να σου λεω την "Βοσκοπούλα"... Κι εσύ κυρά η Κιτσιαρέλαινα να σου χτενίζει τα μαλλιά και η παναγιά να σου φοράει γιορντάνια. Κι εγώ ζωσμένος τ' άρματα ν' αστράφτω! Ο αστραπόγιαννος κυρά, στην χρυσοπλούμιστη την φορεσιά του γέρου μου Κολοκοτρώνη! Να πάμε μέρα του βαγιού στην εκκλησιά του Αϊ Νικόλα!.
Και σαν πιο κει πιο ύστερα, σαν έρθει εικοσιδυό Νοέμβρη, να πάμε πάλι
να γιορτάσουμε τα δεκαοκτώ μας χρόνια παντρεμένοι, και να'χουμε
τον παπά Βασίλη στο Eυαγγέλιο... (1988)
κώσ/δουρ.
'Όταν ακούω να παίζει το κλαρίνο ή το βιολί
'Όταν ακούω
το κλαρίνο ή το βιολί -στα 61 μου-
στήνω χορό με το ..μυαλό Αγγελένια μου
να σε χαρώ στο τσάμικο, βλάμικο!
Συμπεθεριό κινάει ξανά
με καβαλάρηδες μπροστάρηδες..
Και πίσω εγώ μαζί τα νιάτα μου
η μαυρομάτα μου!
Και απάνω στο χορό μ' ένα ..θυμό
στο λεω κοφτά να ξεμπερδέψω :
"Θε να σε κλέψω ντάλα γιόμα
μ' ένα φιλί στο στόμα!".
κώσ/δουρ.
το Πάσχα των Ελλήνων της διασποράς
Στον Χρήστο Βαρελά
Όπου η καρδιά του Έλληνα κι' οχτώ πατρίδες κι' όχι μια...
Κι' ανήμερα το Πάσχα λαλούν κλαρίνα και βιολιά
σε όλη την γη του Αϊ μετανάστη!
'Όπου ψυχούλα ελληνική στις γειτονιές του κόσμου,
μπρούσκο κρασί κι' αρνιά στην σούβλα!..
Λουλούδια ανθρώποι και πουλιά
πάνω απ' τους φράχτες της ολόλαμπρης αυλής,
καρτερικά κι' ευλαβικά γλυκοκοιτούν
-θαρρείς προσεύχονται στον Πλάστη:
Δωσμου θεέ μου μια στιγμή
φούρλα να φέρω τη ζωή μέσα απ' το τσάμικο
κι' όπως θα σειέμαι θα λυγώ και σμίξω τον Έλληνα ..θεό...
Σαν αστραπή να γεννηθώ ξανά στην γη
κι' αφού αισθανθώ την πασχαλιά ως άνω!
Μαζί και την Ελλάδα!!! Ύστερα ας ..πεθάνω!!
κώσ/δουρ.
η Αρετή Κετιμέ
και το
δημοτικό μας τραγούδι
Είναι Μεσολογγίτισσα γλυκιά νεράιδα που λες και η λίμνη
την ξεπέταξε
σαν ένα θαύμα που γεννιέται κάθε εκατό χρόνια!..
Είναι η Αρετή Κετιμέ και είναι μόλις 15 χρόνων! Έχει ένα μυαλό
που είναι γιομάτο προκοπή και ατέλειωτη ανθρωπιά πολύ
περισσότερο αγάπη για την δημοτική μας μουσική.
Είναι η μελωδός όπου με το σαντούρι της και την γλυκόλαλη
φωνή της σε πάει Διονυσιακό ταξίδι από την αρχαιότητα
και το Βυζάντιο ίσια στα δοξασμένα χρόνια για την λευτεριά μας
και από εκεί να απογειώνεσαι ως τους εφτά ουρανούς
με τα τραγούδια της ξενιτιάς και της αγάπης!!
Το δημοτικό μας τραγούδι σκύβει και προσεύχεται στην Αρετή..
Είναι ο τρόπος του να λυτρωθεί να μην χαθεί στην επερχόμενη λαίλαπα της Αμερκάνουσας ...γρίπης όπου απειλεί να σκοτώσει
ό,τι ιερό και όσιο βρεθεί στο πέρασμά της απ' τους πολιτισμούς
των λαών της γης πολύ περισσότερο και της Ελλάδας..
κώσ/δουρ.
να σου βαρούν νταούλια και κλαρίνα
Σαράντα αηδόνια και μια πέρδικα, σαράντα Απρίληδες κανίσκι σούστειλα.. Δεκέμβριο μήνα.
Και διάλεξα και μούλα γοργοπόδαρη, που σου την στόλισαν νεράιδες και ναυτόπουλα. Κανισκιοφόρη έβαλα το γιο πραματευτή, και γύφτους απ' την ανατολή, με σηκωμένα τα πανζάκια κι' ανυπόδητοι. Ντεληκανίδες! Γυμνόστηθοι, και με μαντίλι μαύρο στο λαιμό και κόκκινο μπερέ, να σου βαρούν νταούλια και κλαρίνα. Και μια τσιγγάνα βεργολυγερή, ηλιογέννητη 'πω και θεέ μου!. να σου χορεύει σέρτικο!
Σαράντα αηδόνια και μια πέρδικα, σαράντα Απρίληδες κανίσκι σούστειλα.. Δεκέμβριο μήνα. (1988)
κώσ/δουρ.
Σήμερα ο τόπος καίγεται
στο χάϊ στο τουφεκίδι..
Η βλαχουριά γλεντοκοπά
βροντάνε τα κλαρίνα.
Του Βέλου ο γιος παντρεύεται
φέρτε θρακιάρικο γίδι,
φέρτε της Ντάριζας κρασιά
κι απ'τα Βαρκά ρετσίνα.
"Χάϊντε να ζήσουν τα παιδιά"
βιολιά καλά το λέτε.
Η νύφη σέρνει το χορό
απ' τα'κρίβου της το χέρι,
Βελοξιφτέρης τραγουδά
κι Αγγέλο χροπουλιέται,
καμάρι η νύφη το γαμπρό
-ζευγαρωμένο ιταίρι.
κώσ/δουρ.
(γράφτηκε στα χρόνια του στρατού)
τα Δημοτικά... του Κώστα Δουρίδα
Ο χρόνος είν' ο φταίχτης...
Μου γαλαριάσαν τα βουνά
με σίδερο μ' ατσάλι..
Φράξαν τις στράτες στο Χελμό,
στο Ρούσιο στον Αλπούξο,
στην Ζήρια στην Μπαλαλονιά
στο Διάρχο στον Διχάλι,
και μώβαλαν φρόγκο στον λαιμό
να μη μπορώ να σκούξω.
Κατάρα στον αδικητή
στον άτιμο το σκύλο.
Οπου μου πήρε την χαρά
-κατάρα ο θεομπαίχτης.
Χάη - χάη.. βγαίκα καημένη μου ψυχή
στου μπαλκονιού το στύλο,
κι αποχαιρέτα τα βουνά κι ο χρόνος είν' ο φταίχτης...
κώσ/δουρ
Μόνο για το φιλί σου
Λενιώ γυναικαδέλφη μου
και μικροπαντρεμένη.
Λυπάμαι που δεν κράτησα
μπέσα στον μπατζανάκη.
Μα τι να πω το ντέρτι μου
ήταν τρανό καημένη,
τα χείλη σου λαχτάρισα
και τώριο σου κορμάκι.
Τώρα ας με κρίνει το χωριό
και τα Ντουναίηκα όλα.
Κι ο άντρας σου ο Παναγής,
και η Μέλπω η αδελφή σου.
Όλοι ας μου κάνουν 'φορεσμό
ας με πλανέψουν φόλα..
Εγώ γεννήθηκα στην γης
μόνο για το φιλί σου.
κώσ/δουρ
Κουτσομπολόϊ
Κακό συνήθειο τώχετε
'σείς οι γεροντοκόρες,
μες το χωριό άλλη δουλειά
δεν έχετε να κάντε,
παρά να κουτσιομπόλετε
τι κάνουν οι άλλες κόρες,
με ποιον επήγαν την βραδιά
και δώστου κουσ' και χάϊντε.
Τώχουν και οι χήρες τούτο εδώ,
λίγο πολύ ντριβέλι.
Σαν απολείψει ο γανωντζής
οι χτισται οι γυρολόοι,
τότε οι καημένες στο χωριό,
-μελίσσια απ' το κουβέλι,
βγαίνουν και παν' στης αλληνής
για το κουτσιομπολόϊ..
κώσ/δουρ
Ο Βλαχοθωδωρής
Αϊντε ορέ Βλαχοθωδωρή
είσαι διαβόλου φάρα..
Μπελάδες βάζεις στο χωριό
κι αναποδιές μ' ατσάλι.
Οπώβρεις τσιούπα μοναχή
ελεύθερη ή ζευγάρα,
την ξελογιάζεις στο λεφτό
και της γλεντάς τα κάλλη.
Αναθεμά τα μάτια σου
και τα καμωματά σου.
Σιώγαμπρος! ήρθες στο χωριό
-τον κόκορα μας κάνεις!
Πάψε πια τα γινάτια σου,
πολλά τα κριματά σου
Θα δώσεις λόγο στο Θεό,
μια μέρα σαν πεθάνεις.
κώσ/δουρ
Τα παρατράγουδα
Βασίλω κόρη του Βρανά,
μοναχοδυχατέρα
που σ' έχει η μάνα σου ακριβή
τ'αδέρφια σου χαϊδιάρα.
Πέσε μου χθες στον Αϊλιά
τι έκανες όλη μέρα?
Με το βοσκόπουλο του Μπαλή
στου πουρναριού την κλάρα?
-Συ κοίτα το κονάκι σου!
κυρά με τις αδράχτες,
κι αν θες ακόμα να σου πω,
κοίτα την αφεντιά σου!
Μηδά το φουστανάκι σου
πήδηξε λίγους φράχτες?
Η λές δεν ξέρει το χωριό
τα παρατραγουδά σου..
κώσ/δουρ
Τα Προξενιά
Κυρά Μαγδάλω θα στα πω
στα μπούνια μ' έχεις φέρει
μ' αυτή την δυχατέρα σου
και να μου την παινεύεις.
Κοίταξε αλλού να βρεις γαμπρό
δώστης καν' άλλο ταίρι.
Με με' χάνεις την μέρα σου
και τζάμπα με παιδεύεις.
Ας έχει η κόρη σου λεφτά,
και γιούκους στην αράδα
Κι ας είν' στην χώρα η πιο χρυσή
και μ' ομορφιά μεγάλη.
Πως να στο πω δεν μου φτουρνά
έχ' άλλη φιλενάδα!
Θα την επάρω ας είν' φτωχή
Θάχω ήσυχο κεφάλι..
κώσ/δουρ
Αν θέλεις βάλε μπιστικό..
Καρτέρι μώβαλε ο παπάς
ο τραγομπαλαρίλος
Στ' αλώνια απέξω απ' το χωριό
πιο πέρα απ' τα πλατάνια
Τούπανε λέει, της παπαδιάς
είμ' ο καινούργιος φίλος
Και θα μου κάνει 'φορεσμό
-με πιάσαν τα ντουμάνια
'Aκου παπά μου να σου ειπώ
Μην μου ξανάρθεις πάλι
να μούμβεις τσιάμικος ταμπλάς
δεν ξέρω τι θα γίνει..
Αν θέλεις βάλε μπιστικό
στο σπίτι σου χαμάλη
Βάλε χαβιά της παπαδιάς
στις κόρες σου χαλήνι..
κώσ/δουρ
Τσοπανοπούλα του Αϊλιά
Τσοπανοπούλα του Αϊλιά
και του Βαρλάμη ρούσα
Απόψε θάρθω να σε βρω
κει πώχεις την κοπή σου,
Τέτοια στιγμή στην ερημιά
καιρό την καρτερούσα,
να σ' εύρω μόνη στο βουνό
να πάρω το φιλί σου.
Μην μου κακώσεις βρε Μαριώ
κι ας είσαι αραβονιάρα
του Φέρμελη, στο λέω κοφτά
με όρκο και με πάθη.
Να μείνεις μόνη στο βουνό
τώχω βαριά κατάρα
Θα κοιμηθούμε αγκαλιά
κανείς δεν θα το μάθει..
κώσ/δουρ
Βάλε πρόσβαση με Banner ή όχι στην σελίδα σου για το Δημοτικό Τραγούδι
Δημοτικό τραγούδι
ένας θρύλος και μια κληρονομιά
Στην μνήμη της εξαδέλφης μου Αικατερίνης
Θεοδωρακόπουλου που έφυγε τόσο νωρίς και μας άφησε τον κόσμο φτωχότερο..
Εδώ και πολλά χρόνια απασχολεί τους λαογράφους και τους μελετητές της Αρκαδίας αν ,
το πολυτραγουδισμένο δημοτικό τραγούδι που αφορά τα Σαράντα Παλληκάρια , είναι σχετικό
με την Τρίπολη , πρωτεύουσα της Αρκαδίας .
Παλιότερα , ο μακαρίτης τώρα Τάσος Τσακόπουλος , δημοδιδάσκαλος από τη Νεστάνη , είχε
πετύχει παραλλαγή που παρουσίαζε τα Σαράντα Παλληκάρια ν΄ έρχονται από την Αρκαδιά ( Κυπαρισσία ) ,
για να πατήσουν την Τριπολιτσά , φέρνοντας μάλιστα και τον γνωστό Αρκάδα από το Τουρκολέκα , τον Νικηταρά .
«Το δημοτικό τραγούδι είναι το καθρέφτισμα της ψυχής του λαού μας.
Είναι η ευαισθησία του απλού ανθρώπου, που εκφράζεται με λόγια και μουσική,
που βγαίνουν μέσα από την καρδιά του. Είναι ιριδισμοί αισθημάτων και αισθήσεων,
μουσική πανδαισία, είναι ομορφιά, ποιότητα.
Το δημοτικό τραγούδι, είναι τα ψηλά βουνά, τα σκιερά δάση και τα δροσερά ποτάμια
της Πατρίδας μας, όπου με τρυφεράδα τα στοιχεία της φύσης μπλέκονται με τα
ανθρώπινα συναισθήματα και γίνονται έρωτας, αγάπη, θυμός, πολεμικός παιάνας,
θρήνος, πίκρα, νανούρισμα, λαχτάρισμα.
Το δημοτικό τραγούδι είναι λεβεντιά, ντοπροσύνη, μπέσα, παλικαριά,
που με τη συνοδεία του κλαρίνου και του λαούτου οδηγεί το κορμί σε
ρυθμό αρχέγονου χορού, όπου το μυαλό εκστασιάζεται και ξετυλίγονται
τα όνειρα σα δροσερό ποτάμι σε άνυδρη πεδιάδα.
Το δημοτικό τραγούδι, έφερνε τα βήματα των συγχωριανών μας στο Τσάμικο,
στο Συρτό, στον Καλαματιανό, την ημέρα της Λαμπρής στα προαύλια των εκκλησιών και ξωκλησιών,
στα λαϊκά πανηγύρια, στα γλέντια των γάμων και των βαφτησιών, στις εκδηλώσεις των εθνικών και τοπικών
επετείων. Με το τραγούδι "καρτέραγαν", πάντρευαν και ξεπροβόδιζαν τους αγαπημένους τους, βάφτιζαν τα
παιδιά τους, γιόρταζαν και γλεντούσαν. Και μαζί του συχνά πολεμούσαν...»
H Νεκταρία Καραντζή είναι η συνέχεια του Χρόνη Αηδονίδη
H Νεκταρία Καραντζή είναι η συνέχεια του Χρόνη Αηδονίδη και ο άγγελος της Βυζαντινής μουσικής.
Σήμερα είναι 27 ετών, δικηγόρος με master στο Ποινικό Δίκαιο. Αλλά τα
εφόδια της δεν είναι μόνο αυτά.
Μεγάλωσε κοντά στον Γέροντα Πορφύριο. Αυτός ήταν που προέτρεψε τον
πνευματικό της να την ανεβάσει, μόλις 9 ετών, μαζί με άλλα κοριτσάκια της
ηλικίας της στο ψαλτήρι της Αγ.Παρασκευής της Μαλακάσας.
«Όταν οι δρόμοι συναντιούνται ...» ονομάζεται το διπλό cd που κυκλοφορεί από το Μελωδικό Καράβι. Ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του θρακιώτικου παραδοσιακού τραγουδιού Χρόνης Αηδονίδης, μαζί με μια νέα παρουσία στο χώρο του τραγουδιού, τη Νεκταρία Καραντζή, συναντιούνται στο διπλό αυτό cd με την αφορμή και μιας άλλης συνάντησης... Οι παραδοσιακοί και οι βυζαντινοί δρόμοι (όπως αλλιώς ονομάζονται οι ήχοι) σμίγουν στην έκδοση αυτή, με τις φωνές του δάσκαλου και της μαθήτριας, υπό το φως του ιδιαίτερου συμβολισμού ότι το έργο διάσωσης και προβολής της μουσικής παράδοσης του τόπου μας θα υπάρχει «ες αεί», μεταφερόμενο από γενιά σε γενιά. Στο πρώτο cd ο Χρόνης Αηδονίδης, με τη ζεστή βελούδινη φωνή του και η Νεκταρία Καραντζή ερμηνεύουν παραδοσιακά τραγούδια της Θράκης και της Μικρά Ασίας τόσο γνωστά (όπως το «Μαύρο μου χελιδόνι», «Κάτω στην άσπρη πέτρα», «Αρμένου γιος») όσο άγνωστα και ανέκδοτα έως τώρα (όπως «Αγάλι αγάλια χτένι μου», «Ένας άγουρος», «'Aναψε το φαναράκι». Το δεύτερο cd περιλαμβάνει βυζαντινούς ύμνους, ερμηνευμένους και από τους δύο καλλιτέχνες, με τη συνοδεία της βυζαντινής χορωδίας του Δημήτρη Βερύκιου.
Κι εκεί πέρασε
τις κυριακές της ψάλλοντας, σεμνά και όπως ο Γέροντας ήθελε, στα παιδικά
της χρόνια, παίρνοντας μαθήματα παράλληλα στη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής
της Ιεράς Μητρόπολης Πειραιώς, με δασκάλους τον π. Αντώνιο Βάλβη, τον κ.
Δημήτρη Βερύκιο και τον κ.Διαμαντή Μαυραγάνη.
Σιγά σιγά, το τάλαντο που ο Θεός της έδωσε, άρχισε να καρποφορεί. Μόλις
στα 14 χρόνια της έχει την τιμή να ηχογραφήσει βυζαντινούς ύμνους, κοντά
στη φωνή του Γέροντα Πορφυρίου και να εκδοθεί η πρώτη κασέτα, με τίτλο:
"Ιησού Γλυκύτατε" από το μοναστήρι του Γέροντα, το Ι.Ησυχαστήριο
"Μεταμόρφωση του Σωτήρος". Ακολούθησαν και άλλες τέτοιες κασέτες, με τη
Νεκταρία να έχει τη μεγάλη ευλογία να ακουγεται πλάι στον Γέροντα.
Έφτασε όμως η στιγμή, η φωνή αυτή να υπερβεί τα στενά όρια του
περιβάλλοντός της και να ακουστεί σε όλους μας. Έφτασε η στιγμή, όταν ο
Χρόνης Αηδονίδης, το αηδονι της Θράκης, αυτός ο σπουδαίος παραδοσιακός
ερμηνευτής, την έπιασε από το χέρι, όταν κατάλαβε το ταλέντο και τη σπάνια
ικανότητά της να ερμηνεύει τους παραδοσιακούς και βυζαντινούς δρόμους με
αρτιότητα τεχνική, γλυκύτητα φωνής αγγελική και τρόπο συγκινητικό και την
οδήγησε στα τυχερά αυτιά μας.
Στο δίσκο
"Όταν οι δρόμοι συναντιούνται", ο δάσκαλος δείχνει τη μεγάλη του
αγάπη αλλά και την εμπιστοσύνη του σ' αυτό το νέο κορίτσι και κάνει κάτι
που ποτέ έως τώρα, στα 50 χρόνια δράσης του στο τραγούδι, δεν έκανε, με
μαθητή του.
Θέτει το όνομά της πλάι στο δικό του και μοιράζεται μαζί της
στο διπλό αυτό cd, τραγούδια δικά του, της Θράκης αλλά και ύμνους
βυζαντινούς, που τόσο καλά ξέρει η Νεκταρία να ψάλλει από παιδί.
Κι ύστερα την οδήγησε, για μια ακόμη φορά,
Κριτική: Είναι ένα από τα πιο προσεγμένα, τόσο από άποψη καλαισθησίας της έκδοσης όσο και από άποψη επιλογής των μουσικών κειμένων και ερμηνείας τους από τους καλλιτέχνες, που κυκλοφορούν στις μέρες μας, στο χώρο του παραδοσιακού τραγουδιού και της βυζαντινής εκκλησιαστικής μας μουσικής. Το αηδόνι της Θράκης, τον Χρόνη Αηδονίδη, τον ξέρουμε και από παλιά. Η φωνή του πάντα μας καθηλώνει και μας μαγεύει. Αυτό που δεν ξέραμε ως σήμερα είναι η φωνή αυτής της κοπέλας, που όπως όλα δείχνουν είναι η συνέχειά του. Στην αρχή, όταν την άκουσα, νόμιζα πως είναι κόρη του. Η Νεκταρία Καραντζή είναι πραγματικά μία σπουδαία φωνή. Ομολογώ πως όταν την πρωτοάκουσα, στάθηκα βουβός να την απολαύσω! Τον προτείνω ανεπιφύλακτα τον δίσκο αυτόν και ειδικά στους λάτρεις της παράδοσης. Είναι αδύνατο να μη μείνετε ικανοποιημένοι
στ' αυτιά μας, μέσα από την
εικόνα και τον ήχο της τηλεόρασης, κάθε απόγευμα της Μεγάλης Εβδομάδας,
στην ΕΤ1, με την συγκλονιστική εκπομπή: "ΕΠΙΚΡΑΝΘΗ".
Εκεί η Νεκταρία, στο
πλάι των δύο δασκάλων της, του Χρόνη Αηδονίδη και του Δημήτρη Βερύκιου,
μας ανέβασε, με τις ουράνιες μελωδίες που ανέβλυζαν από το στόμα της, σε
ύψη πνευματικά και ζήσαμε το άγιο Πάθος με άκρα κατάνυξη.
Στο πρόσωπό της ο δάσκαλος Χρόνης Αηδονίδης μας υπέδειξε την - καθ' όλα -
άξια διάδοχό του και ο Γέροντας Πορφύριος την αναγνώριση της γυναικείας
παρουσίας στο χώρο της ψαλτικής τέχνης.
Agapite Kwsta,
ηλεκτρονικό περιοδικό
Λογοτεχνίας και πολιτισμού
'ελα να δεις...
den boreis na fantasteis ti axia exei auth h selida sou! Den boreis na fantasteis posh parhgoria kai sugkinhsh genna sthn kardia mas!
Murizei ap' akrh s' akrh ellada kai politismo. Xehylizei apo agnh aki adolh agaph gia kathe ti ellhniko kai omorfo! Einai enas xwros gematos diamantia politismou, arwmata kai thumises ths patridas.
Den boreis na fantasteis, agaphte Kwsta, ti shmasia exei auth h selida sou oxi mono gia ton ellhnismo ths Diasporas alla kai gia tous ellhnes pou zoun sthn Ellada.
Hthela pro kairou na sou grapsw ol' auta, alla ena arthro pou dhmosieyses sthn selida sou teleutaia kai einai grammeno apo ton filologo Andrea Tsiara, mou edwse thn eukairia na to kanw twra. To arthro gi' auto to exaisio koritsi, th Nektaria Karantzi. Poso me sugkinei otan thn akouw! Poso sugkinhthhka pou diavasa ol' auta ta uperoxa logia gia ekeinhn! To aidoni mas,
o Chronis Aidonidis pou tosa xronia mas sugkinei kai mas anevazei sta upsh me thn ahdonolalia tou, mas paradidei mia axia, ksexwristh kai uperoxh diadoxo, pragmatika!
Petros Nikolaidis
Η μυσταγωγία της βυζαντινής ιερουργίας και η ιστορική ελληνική παράδοση
αιώνων, βρίσκει στη φωνή της χαρισματικής αυτής κοπέλας την υπέρτατη
έκφραση, τόσο από άποψη αρτιότητας και δεξιοτεχνίας, όσο και κυρίως από
άποψη συγκλονιστικής ερμηνείας, γλυκύτητας και χάρης.
Για τους δύσπιστους, αρκεί μία και μόνη ακρόαση.
Προσωπικά νιώθω τυχερός που μπορεί σήμερα να μου χαϊδεύει τ' αυτιά η
γλυκολαλιά της και να μπορώ να λέω: η βυζαντινή μουσική βρήκε τη γνήσια
αγγελική φωνή της και ο Χρόνης Αηδονιδης τη συνέχειά του.
Ο Παναγιώτης Λάλεζας γεννήθηκε στην Αρχαία Κόρινθο το 1973. Το πάθος του για το τραγούδι οφείλεται στον πατέρα του, ο οποίος του δίδαξε τον τρόπο να ερμηνεύει σωστά, δύσκολα παραδοσιακά τραγούδια. Παράλληλα, μελετώντας ηχογραφήσεις γραμμοφώνου από τους Γ. Παπασιδέρη, Κ. Ρούκουνα, Δ. Αραπάκη, Ρ. Εσκενάζυ, Ρ. Αμπατζή, Γ. Μητσάκη και Γ. Κάβουρα μυήθηκε στον αμανέ, στο σμυρναίικο και στο ρεμπέτικο τραγούδι. Από πολύ νωρίς διακρίθηκε για το μοναδικό τρόπο ερμηνείας του και σε ηλικία μόλις εννέα ετών πραγματοποίησε την πρώτη του δισκογραφική παρουσία, που έγινε αφορμή για δεκάδες τηλεοπτικές εκπομπές από την κρατική τηλεόραση. Ακολουθούν πλήθος βραβείων και τιμητικών διακρίσεων σε διαγωνισμούς παραδοσιακού τραγουδιού. Από τα δώδεκα χρόνια του δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο παραδοσιακό τραγούδι, ερμηνεύοντας δημοτικά τραγούδια σε παραδοσιακά πανηγύρια, γάμους, παραστάσεις χορευτικών συγκροτημάτων και σε άλλες εκδηλώσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, σε συνεργασία με καταξιωμένους μουσικούς του χώρου. Παρακολούθησε μαθήματα βυζαντινής μουσικής με δάσκαλο το Σίμωνα Καρρά και μαθήματα λαούτου από το δεξιοτέχνη μουσικό Χρήστο Ζώτο. Στο ενεργητικό του έχει 17 προσωπικούς δίσκους με παραδοσιακά τραγούδια ενώ διδάσκει φωνητική στο ΤΕΙ Ηπείρου.
Σουλτάνα... Τσάμικος Πελοποννήσου, τραγουδισμένο από τον Παναγιώτη
Λαλέζα και παιγμένο από τον Κώστα Καλαϊτζάκη με τρόπο χαρακτηριστικό
της περιοχής.
Το 2003 συμμετέχει στο δίσκο «Smyrne» της ορχήστρας Εστουδιαντίνα ερμηνεύοντας το παραδοσιακό και απαιτητικό σμυρναίικο «Μανές της καληνυχτιάς». Η ηχογράφηση αυτή έγινε η αφορμή για να τον ανακαλύψει ο Γιώργος Νταλάρας , ο οποίος εκφράζεται με ενθουσιασμό για τη φωνή και τον τρόπο ερμηνείας του. Ο δίσκος «Smyrne» έγινε ήδη χρυσός, βραβεύτηκε ως ο καλύτερος δίσκος παραδοσιακής ελληνικής μουσικής στα βραβεία «Αρίων» και ο Παναγιώτης Λάλεζας είναι από τους βασικούς ερμηνευτές σε όλες τις ζωντανές εμφανίσεις της ορχήστρας. To χειμώνα του 2004-2005 συμμετέχει στο πρόγραμμα «Της Ελενίτσας...» στην «Ακτή Πειραιώς» και στο Fix Community, με την Ελένη Τσαλιγοπούλου, την Εστουδιαντίνα, το Δημήτρη Ζερβουδάκη και τη Γιώτα Νέγκα. Στα μελλοντικά σχέδια του Παναγιώτη Λάλεζα εντάσσεται ένας προσωπικός δίσκος με παραγωγό τον Γιώργο Νταλάρα.
Στις προσωπικές ζωντανές εμφανίσεις του ο Παναγιώτης Λάλεζας προτείνει παραδοσιακές μουσικές και τραγούδια από όλη την Ελλάδα, εκφρασμένα με τον πλέον αυθεντικό τρόπο. Για το σκοπό αυτό συνεργάζεται με τους σημαντικότερους σολίστ παραδοσιακής μουσικής από διάφορες περιοχές της χώρας όπως τους Νίκο Φιλιππίδη, Αλέξανδρο Αρκαδόπουλο, Γιώργο Κοτσίνη, Γιάννη Βασιλόπουλο, Γρηγόρη Καψάλη κα στο κλαρίνο και τους Γιώργο Κόρο, Νίκο Οικονομίδη, Γιώργο Μαρινάκη, Κυριάκο Γκουβέντα κα στο βιολί. Χρησιμοποιεί την παραδοσιακή «ζυγιά» στην απόδοση των τραγουδιών, δηλαδή μικρή ορχήστρα με κλαρίνο, βιολί, λαούτο και κρουστά ή την πλήρη ορχήστρα που έχει όλα τα παραπάνω όργανα με επιπλέον το σαντούρι, το κανονάκι και το ούτι.
Tο όνομα του Γιώργου Παπασιδέρη, του Aρβανίτη από την Kούλουρη (Σαλαμίνα), είναι μύθος στο λαϊκό τραγούδι. Hχογράφησε 1.850 τραγούδια από το 1928 ώς το 1977, τραγούδησε σε πανηγύρια και κέντρα με τους καλύτερους μουσικούς της περιόδου και σφράγισε με τη βελούδινη φωνή του δεκάδες τραγούδια-σταθμούς, που οι επερχόμενες γενιές των Eλλήνων θα ανακαλύπτουν και θα χαίρονται, έστω κι αν τα MME θα τα μεταδίδουν με το σταγονόμετρο.
H περίπτωσή του περιγράφει την πορεία του ελληνικού τραγουδιού, καταρρίπτοντας τα ψεύδη, για πρόσωπα και καταστάσεις, για διαχωρισμούς στη μουσική μας, για την ποιότητα και τη διασκέδαση. Kαι πάνω απ' όλα για την εμπορική συμπεριφορά των εταιρειών δίσκων χθες και σήμερα.
Γεννήθηκε «μέσα» στο κέντρο «Πιπεριές» που διατηρούσε ο πατέρας του στην Kούλουρη και απ' όπου πέρασαν ο Mήτσος Aραπάκης, ο Δημήτρης Aτραΐδης, ο Pούκουνας. Hταν η τέλεια μαγιά για το πλάσιμο του συνθέτη-τραγουδιστή Γιώργου Παπασιδέρη (Παπαϊσιδώρου) γιου του Xρήστου και της Aικατερίνης, τρίτου από τα εννέα παιδιά τους...
Tραγούδια με τον Γιώργο Παπασιδέρη από την σελίδα των <<Αρκάδες εσμέν>>
Στην «Kολούμπια» από το 1928 Bαφτίστηκε τραγουδιστής το 1928 -στην «Kολούμπια»!- από το γείτονά του, γνωστό λαουτιέρη Σιδέρη Aνδριανό, αφού δούλεψε «στα 14 χρόνια του μούτσος στο καΐκι του Γιώργη Mάθεση, για ένα χρόνο. Mετά, καραγωγεύς. Φυσικά, θα τραγουδούσε, όπως όλοι...», μας πληροφορεί ο Θανάσης Mωραΐτης που τα κείμενα της έρευνάς της συνοδεύουν και διαφωτίζουν την έκδοση των δύο CD της FM Records: «Ο Γιώργος Παπασιδέρης τραγουδά αμανέδες και ρεμπέτικα» και «Ο Γιώργος Παπασιδέρης τραγουδά σπάνια δημοτικά τραγούδια (ελληνικά και αρβανίτικα)».
H πρώτη προσέγγιση στη διαδρομή και το έργο του Παπασιδέρη ανατρέπει τη «μοναδικότητα» στο είδος. Ο Γ. Π. ώς το 1935 τραγουδούσε αμανέδες, δημοτικά και ύστερα ρεμπέτικα, καθώς και μερικά σμυρνέικα, μας πληροφορεί ο καλός μελετητής του. «Eλεγε τα πάντα». Πρώτο ηχογραφημένο τραγούδι ο αμανές «έχω πολλά παράπονα στο στήθος μου γραμμένα -πότε θα 'ρθεί αυτή η στιγμή να σ' τα πω ένα-ένα».
Eπιβεβαιώνεται η συμμετοχή των καλλιτεχνών στην εθνική ζωή. Ο Γ. Π. το 1940 έγραψε τραγούδια συμμετοχής στον αγώνα κατά του εισβολέα: «Mεσ' της κλεισούρας τα βουνά», «Mέρα και νύχτα με το ντουφέκι», «Nα 'μουν πουλί να πέταγα ψηλά στην Aλβανία», «Kαι σεις βουνά της Kορυτσάς» (το ηχογράφησε το 1947).
-Στην έκδοση παρουσιάζονται πρώτη φορά και δύο τραγούδια που ηχογράφησε το 1940-41 και έγραψε με το Δ. Σέμση («Mας φέρθηκες μπαμπέσικα», «Tο κόλπο σου δεν έπιασε»).
Aναδεικνύεται μια αλήθεια. H αξία των μουσικών, που προσθέτουν στο έργο -στο πάλκο ή την ηχογράφηση. Kαι από τα τραγούδια που «είπε» ο Παπασιδέρης δεν πρέπει να παραλειφθούν τα ονόματα των Nίκου Kαρακώστα, Aπόστολου Σταμέλου, Kώστα Γιαούζου, Nίκου Pέλλια, Γιώργου Aνεστόπουλου, Tάσου Xαλκιά, Xαράλαμπου Mαργέλη, Bάιου Mαλλιάρα, Παναγιώτη Kοκοντίνη, Bασίλη Σαλέα, Γιάννη Bασιλόπουλου (κλαρίνο), Δημήτρη Σέμση ή Σαλονικιού, Aνέστου Aρβανιτάκη, Aλέκου Aραπάκη, Γιώργου Kόρου (βιολί), Aλέκου Γκαραβέλη, Mανώλη Φυστιξή (τσέμπαλο) και Σιδέρη Aνδριανού (λαούτο).
Στιγμές από τη ζωή του
Eνα κείμενο σε τοπική εφημερίδα και τέσσερις συνεντεύξεις που υπάρχουν στο συνοδευτικό βιβλίο ζωγραφίζουν ρεαλιστικά το Γ. Παπασιδέρη.
Γράφει ο λαογράφος Nίκος I. Σαλτάρης στην εφημερίδα «Σαλαμίνα» (Οκτ. 1977): «...ήταν υποκινητής στο να στραφούν προς το αγνό, το αληθινό αυτό δικό μας τραγούδι, και γενικά την ελληνική που κληρονομήσαμε μουσική, πολλοί σύγχρονοί του και κατόπιν νεότεροι συνάδελφοί του, ακολουθώντας τον στο σωστό δρόμο, από μίμηση προς αυτόν. Γιατί εκείνος, διαθέτοντας πλούσιο και προνομιούχο, από κάθε άποψη, φωνητικό όργανο, φωνή μελωδική με διαύγεια, ευρύτητα, ακρίβεια φθόγγων, έκταση ζηλευτή, αντοχή θαυμαστή, καταγοήτευε όλους τους επίδοξους τραγουδιστές, τους υποκινούσε, τους έσερνε αγκιστρωμένους και μιμητές του προς το δημοτικό αγνό τραγούδι και τους έκανε πιστούς του...».
H γυναίκα του, Aφροδίτη, είπε (Σαλαμίνα 1996): «Παντρευτήκαμε, αφού πάντρεψε τις αδελφές του με τα χρήματα που έπαιρνε από τις γραμμοφωνήσεις. 1.000 δρχ. το τραγούδι. Ο γιος μας, ο Xρήστος, γεννήθηκε το 1932. Ο Γιώργος δεν σταμάταγε να τραγουδά. Eρχόταν σπίτι από τη δουλειά και μου έλεγε: "Bήτα, δώσ' μου πουκάμισο, φανέλα, να αλλάξω ρούχα, να φύγω''. Tόσο πολύ. Aν είχα κρατήσει τα τηλεγραφήματα και τα γράμματα που του στέλνανε από εκεί που τραγουδούσε θα βλέπατε πως τον λατρεύανε. Tον καλούσανε σε όλα τα πανηγύρια, γάμους, βαφτίσια, παντού... Στον πόλεμο τραγουδούσε στον "Eλατο'', στην Ομόνοια. Tου πήγαινα ρούχα γιατί απαγορευόταν τότε να έρθει στην Kούλουρη, δεν τους αφήνανε στο Πέραμα. Mετά το 1947, έβγαλε πολλούς δίσκους. Ο λόγος του πέρναγε στην Kολούμπια. Tραγούδησε μέχρι το 1972. Tραγουδούσε και αρβανίτικα, του τα ζήταγε ο κόσμος, τα είχε κάνει δίσκο προπολεμικώς: "Aνθίση ντρίζα ε μάλιτ'', "Pακαμπάνα παπαντήσε'', "Σκόβα γκα Mαρίετε'', "Aτό τσε βένε ντε πηλό'', "Λίτσε μόι Λίτσε''. Kαμιά φορά, πήγαινα κι εγώ μαζί του. Δεν έβγαζε πολλά λεφτά. Eπαιρνε 200 δρχ. στο γάμο ή στο πανηγύρι».
Ο «κολλητός» του Παπασιδέρη, Bαγγέλης Λαθούρης (είχε την ταβέρνα «Tο πυροφάνι» στον Aγιο Nικόλαο, στη Σαλαμίνα), θυμάται: «Eίχε γραμμοφωνήσει το πρώτο τραγούδι, αμανές ήταν σε σαμπάχ. Tο τούμπα, δεν θυμάμαι τι είχε. Tην ώρα που ερχότανε από την Aθήνα με την πλάκα στο χέρι, τον θυμάμαι. Hρθε στον πατέρα μου απάνω που 'χαμε ένα γραμμόφωνο "Star'' -μόνο εμείς είχαμε γραμμόφωνο στην Kούλουρη. Eφερε, το βάλαμε εκεί, τ' ακούσαμε. Ω! Ο Παπασιδέρης. Mετά έβγαλε τα: "Σουζινάκ'' και "Xιτζασκιάρ''. Aπό τότε κάναμε παρέα, τραγούδαγε δε και στην ταβέρνα μου συνέχεια, με το Mανώλη Φυστιξή, ο Γιαννάκης με το σαντούρι, ο Pούκουνας, η Bασιλική Tακουΐ, που 'χει παντρευτεί στη Xασιά, ο Aραπάκης ο τραγουδιστής. Ο Παπασιδέρης τραγουδούσε κάθε φεγγάρι, κάθε πανσέληνο. Οταν είχε φεγγάρι, οι ψαράδες δεν πιάνανε ψάρια και κάνανε αναγκαστικά ρεπό 4-5 μέρες, αράζανε κι ακούγανε το Γιώργο. Πήγε να παίξει στην Hπειρο. Φύγανε όλοι από το κέντρο που ήτανε οι Xαλκιάδες και πήγανε να ακούσουνε τον Παπασιδέρη».
Ο τενόρος Kωνσταντίνος Πάλλας τον αξιολογεί: «...Eίχε θαυμάσια φωνή. Aν ο δρόμος του τον έριχνε σ' ένα ωδείο, θα ήταν ένας θαυμάσιος δραματικός τενόρος. H φωνή του ήταν από τη φύση της "τοποθετημένη''. H αναπνοή του ήταν τεράστια. Hταν προικισμένος από τη φύση. H άρθρωσή του ήταν τέλεια, δεν έχανες λέξη...».
Ο τραγουδιστής και σαντουριέρης Aλέκος Γκαραβέλης θυμάται: «...Δούλεψα μαζί του από το 1935 ώς το 1960. Mαζί ήταν κι ο Γιαούζος. H τελευταία φορά ήταν στην οδό Ψαρών 24, στου Mπερέκου. Eλεγε χίλια τραγούδια και δεν κουραζότανε. Σοβαρός, πάντα στην ώρα του. Tου 'μαθα πολλά καμπίσια τραγούδια της Λιβαδειάς. Δεν τα 'ξερε ο Παπασιδέρης. Οπως το "Σωτήρχαινα'' κ.ά. Θαύμαζε όλους τους Mικρασιάτες που τραγουδούσανε αμανέδες. Tον Aραπάκη, το Nούρο, τον Aτραΐδη, τον Kαρίπη. Aπ' αυτούς έμαθε να τραγουδάει αμανέδες. Tον βοηθούσε βέβαια και το λαρύγγι του, που το γύριζε όπως ήθελε, αλλά από αυτούς έμαθε».
Ο Γιώργος Παπασιδέρης υπήρξε ένα περίλαμπρο διαμάντι της δημοτικής μας μουσικής, που η λάμψη του και το ακτινοβόλημά του θα φωτίζει στο διηνεκές τις επερχόμενες γενεές για να τους δείχνει το γνήσιο δρόμο και τη σωστή πορεία, για να κρατήσουν και να παραμείνουν σταθερά και αναλλοίωτα όλα όσα συγκροτούν και συνθέτουν την μουσική ταυτότητα της φυλής μας.
Επάξια η συνείδηση όλων των φίλων της δημοτικής μουσικής μας παράδοσης τον έχει κατατάξει σήμερα στη κορυφή της πυραμίδας των ερμηνευτών του παραδοσιακού δημοτικού μας τραγουδιού.
Ο Γιώργος Παπασιδέρης γεννήθηκε στην Κούλουρη της Σαλαμίνας το 1902, γι' αυτό έφερε και το παρωνύμιο Κουλουριώτης. Σε πάρα πολλούς δίσκους του ακούγεται η φράση: Γειά σου Παπασιδέρη Κουλουριώτη. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Παπαησιδώρου. Έγινε όμως γνωστός και καθιερώθηκε με το καλλιτεχνικό του επώνυμο Παπασιδέρης.
Το Δημοτικό τραγούδι βρήκε στη φωνή και την τέχνη του Γιώργου Παπασιδέρη τον ιδανικό και τέλειο ερμηνευτή του.
Θεωρείται ο διαπρεπέστερος απ' όλους τους παλαιότερους αλλά και τους νεότερους δημοτικούς τραγουδιστές. Πριν απ' αυτόν και μετά απ' αυτόν κανείς δεν μπόρεσε, να τραγουδήσει τα δημοτικά τραγούδια όπως ο Παπασιδέρης. Η ερμηνεία του ήταν και θα παραμείνει υποδειγματική και δεν αφήνει περιθώρια για μίμηση ή για σύγκριση.
Είχε τεράστιες φωνητικές δυνατότητες, με εντυπωσιακά εύστροφη φωνή, προικισμένη με θαυμαστή ευελιξία και γνήσιο παραδοσιακό ηχόχρωμα.
Φωνή ζεστή, ρωμαλέα που, ανάλογα με την περίσταση, γινόταν εκφραστική ή δυναμική. Τραγουδούσε από δύσκολους, υψηλούς τόνους και ελάχιστοι, ακόμη και σήμερα, μπορούν να τραγουδήσουν από τους ίδιους τόνους. Η αναπνοή του ήταν τεράστια και η άρθρωσή του τέλεια.
Ο Γιώργος Παπασιδέρης από μικρός απασχολήθηκε σε βαριές χειρονακτικές εργασίες. Μόλις το 1928, σε ηλικία 26 χρονών, ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι στην εταιρία «Κολούμπια», το οποίο κυκλοφόρησε έπειτα από έξι μήνες, το 1929, αφού μετά την ηχογράφηση, η όλη επεξεργασία, για την κατασκευή του δίσκου 78 στροφών, έγινε στην Αμερική.
Από τότε μέχρι το 1972 τραγούδησε αδιάκοπα εκατοντάδες τραγούδια σε δίσκους και σε πανηγύρια.
Την εποχή αυτή, αρχές του 1930, έπαιρνε από την Κολούμπια 1000 δρχ. για κάθε τραγούδι. Επειδή η φωνή του δεν κουραζότανε ηχογραφούσε πολλά τραγούδια σε μια μέρα. Έτσι κάποια φορά ηχογράφησε σε μια μέρα 30 τραγούδια παίρνοντας το μυθικό, για την εποχή αυτή, μεροκάματο των 30.000 δρχ.
Την περίοδο του 1940, τραγουδούσε στο κέντρο «Έλατος» στην Ομόνοια και συνέβαλε και αυτός στην εμψύχωση του Ελληνικού στρατού, τραγουδώντας τα τραγούδια «Στης Κλεισούρας τα Βουνά», «Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι», «Με δόξα να γυρίσετε», «Νάμουν πουλί να πέταγα ψηλά στην Αλβανία», «Και σεις βουνά της Κορυτσάς» κ. ά. Οι Ιταλοί γι' αυτό το λόγο, ένα βράδυ μετά το πρόγραμμά του στο κέντρο τον ξυλοκόπησαν άγρια.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του γύρισε όλη την Ελλάδα και το 1971 τραγούδησε για ένα μήνα και στο Σικάγο, στην Αμερική.
Η φωνητική του αντοχή ήταν πράγματι εκπληκτική. Όπως διηγούνται οι παλαιότεροι πολλές φορές, μετά από τριήμερα γλέντια, με ελάχιστη διακοπή 2-3 ωρών ανάμεσα στα 24ωρα, παράγγελνε άλλη ορχήστρα ξεκούραστη για να συνεχίσει, γιατί οι μουσικοί της πρώτης είχαν πάθει υπερκόπωση.
Συνεργάστηκε με όλους τους άριστους δεξιοτέχνες του κλαρίνου, τον Καρακώστα, τον Σταμέλο, τον Γιαούζο, το Ρέλλια, τον Ανεστόπουλο, τον Χαλκιά, τον Μαργέλη, τον Μαλιάρα, τον Κοκοντίνη, τον Σαλέα, τον Βασιλόπουλο και άλλους, όπως και του βιολιού, τον Αραπάκη, τον Σέμση ( Σαλονικιό), τον Κόρο και άλλους, όπως επίσης και με τους αριστείς και των άλλων παραδοσιακών μουσικών οργάνων, του λαγούτου και του σαντουριού.
Έχει ηχογραφήσει τα περισσότερα τραγούδια από κάθε άλλον τραγουδιστή του είδους, φθάνοντας τον εκπληκτικό αριθμό 2000 τραγούδια. Τα περισσότερα απ' αυτά είναι παλαιά παραδοσιακά και τα υπόλοιπα δικές του δημιουργίες συμπληρώνοντας, με δικούς του στίχους, ξεκομμένα δίστιχα.
Έτσι στο χώρο αυτό του δημοτικού τραγουδιού, ο Γιώργος Παπασιδέρης άφησε εποχή και χαρακτηρίστηκε ως ο Πατέρας και θεμελιωτής του μουσικού μας αυτού θησαυρού και συνέδεσε το όνομά του με την αέναη δημοτική μουσική μας παράδοση.
Ο Γιώργος Παπασιδέρης υπήρξε πράγματι ένας τραγουδιστής ο οποίος, στην κυριολεξία, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του, δεν έπαψε ποτέ, να τραγουδάει ασταμάτητα, νύχτα και μέρα τα , αναλλοίωτα από τα βάθη των αιώνων, ήθη και έθιμα της Ελληνικής φυλής, την ιστορία της, τις περιπέτειές της, τους άθλους της, τις καθημερινές χαρές, τις γιορτές, τους καημούς και τους πόνους της ξενιτιάς, τις αγάπες και τα πένθη της, τη λεβεντιά και την αξιοσύνη της, και να κρατάει έτσι και να διατηρεί ζωντανή τη μουσική μας παράδοση, δίνοντας το παράδειγμα και διδάσκοντας, μέσα από τους δημοτικούς μουσικούς παλμούς, στους νεότερους τις μεγάλες αξίες και τα σύμβολα της φυλετικής μας συνέχειας.
Γι' αυτό και τα τραγούδια του θα μείνουν για πάντα στα χείλη του Ελληνικού λαού για να τον συντροφεύουν σε όλες τις εκδηλώσεις τις ζωής του.
Από τα πιο γνωστά τραγούδια του είναι τα:
«Σε Ωραίο περιβόλι», «Σαράντα παλικάρια», «Πουλάκι ξένο», « Ένας Αητός», «Ο Αμάραντος», «Νάησαν τα νιάτα δυό φορές», «Πουλιά μου διαβατάρικα», «Παπάκι», «Κάτω στου Βάλτου τα χωριά», «Πέθαν' ο Βλάχος», «Ενύχτωσε και βράδιασε», «ο Γερο Νοταράς» και πλήθος άλλα που τραγουδάμε συχνά σήμερα.
Η φωνή του έμεινε αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου, γι' αυτό και τραγουδούσε μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Η τελευταία φορά που τραγούδησε ήταν στα Τρίκαλα της Κορινθίας, την ημέρα του Σταυρού 14 Σεπτεμβρίου στο πανηγύρι. Μετά από 24 μέρες στις 8 Οκτωβρίου του 1977, ο κορυφαίος του δημοτικού τραγουδιού, άφησε την τελευταία του πνοή στο νησί που γεννήθηκε και έζησε.
Δημοτικη μουσικη σε διαφορες περιοχες: 1) Αρβανιτικη μουσικη νοτιας Ελλαδας
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το παρακατω αρθρο ειναι αυτουσιο απόσπασμα από το υπό έκδοσιν βιβλίο του Θανάση Μωραΐτη με τίτλο "Αρβανίτικα Τραγούδια απ' όλη την Ελλάδα".
Οι Αρβανιτες της νοτιου Ελλαδας (που ειναι και η πολυπληθεστερη ομαδα αρβανιτων) κατοικούν σε μία περιοχή συμπαγούς οίκησης της νοτιοανατολικής Στερεάς Ελλάδας που περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της Βοιωτίας, ένα μέρος της Λοκρίδας, σχεδόν όλους τους ντόπιους οικισμούς της Αττικής πλην των Μεγάρων και της Αθήνας, τα νησιά του Αργοσαρωνικού πλην της Αίγινας, τη νότια Εύβοια (Καρυστία, Καβοντόρο πλήν της Καρύστου και του λεκανοπεδίου της) και τη βόρεια Ανδρο, μία μεγάλη περιοχή της Αργολιδοκορινθίας με πολλούς θυλάκους πέρα από την ενιαία περιοχή, καθώς και τρεις μεγάλους στην Αχαΐα (Παναχαϊκό και περιοχή Αραξου), στην Τριφυλία (Σουλιμοχώρια) και στην προσθαλασσία Λακωνία (περιοχή Ζάρακα). Η τελευταία μπορεί να θεωρηθεί και εξωεδαφική συνέχεια της Αργολικής Ερμιονίδας μέσω των Σπετσών.
Το μουσικό ύφος των αρβανίτικων τραγουδιών αυτών των περιοχών είναι λιτό, δωρικό, δίχως μοιρολατρική ροπή ακόμα κι όταν η διάθεσή τους "λυπάται". Ο τραγουδιστής ερμηνεύει χωρίς "τσαλκάντζες" (συνεχή μελίσματα), χωρίς "έρπουσα διάθεση" (ακόμα και στις πιο ανατολίτικες στιγμές, όπως σε χρωματικούς τρόπους που κλίνουν προς τα εκεί), χωρίς γλυκερούς "στηθικούς" χρωματισμούς. Στην πλειοψηφία τους χρησιμοποιούν διατονικές κλίμακες, κυρίως τον τρόπο του ρε (πρώτος ήχος στη βυζαντινή μουσική). Δε λείπουν πάντως και οι μελωδίες σε χρωματικές κλίμακες, όπως το χιτζάζ, το σαμπάχ, και κυρίως το βαλκανικό μινόρε (χρωματικός πλάγιος τέταρτος ήχος στη βυζαντινή μουσική) που υπάρχει σε αρκετά τραγούδια του Λουτρακίου και της Περαχώρας (Κορίνθου) και που δείγμα του σώζεται ήδη από την ύστερη αρχαιότητα (West, παράδειγμα 42, σ. 428). Στα Βίλια του Κιθαιρώνα έχουμε τουλάχιστον 7 τραγούδια που χρησιμοποιούν πεντατονικές ανημίτονες κλίμακες, πράγμα που μαρτυρεί τη γεωγραφική καταγωγή των κατοίκων (νησίδα της Ηπείρου στη Στερεά).
Οι ρυθμοί των τραγουδιών είναι σκληροί και "γωνιασμένοι", αυστηροί και βραχώδεις, με έντονη τη στεριανή διάθεση, πλην των τραγουδιών της Ανδρου και του Καβοντόρου, το ύφος των οποίων είναι καθαρά νησιώτικο. Χρησιμοποιούν τους ρυθμούς: 4/4, 2/4, 3/4 (τσάμικος), 7/8 (συρτοί-καλαματιανοί στις στεριανές περιοχές και τράτα στα παράλια), καθώς και μικτούς ρυθμούς 7/8 (καλαματιανός) + 2/4 (καγκέλι) ή 3/4 (τσάμικος) + 2/4 (καγκέλι). Απουσιάζουν τελείως το τσιφτετέλι και οι σύνθετοι ή άλογοι ("κουτσοί") ρυθμοί: 9/8 (καρσιλαμάς, ζεϊμπέκικος), 8/8, 11/8 κτλ. (εκτός από το "Mοιρολόι της Παναγίας" που τραγουδιέται στα Βίλια και στη Σαλαμίνα σε 5/4 (3+2) και στα Αθίκια (Πελ/νησος) σε 6/8).
Τα τραγούδια που γνωρίζουμε ώς τώρα είναι ως επί το πλείστον ερωτικά και τραγούδια γάμου. Υπάρχουν επίσης τραγούδια της δουλειάς, σκωπτικά, αποκριάτικα και μοιρολόγια (κυρίως με θρησκευτικό περιεχόμενο). Απουσιάζουν τελείως τα κλέφτικα, πλην ενός στα Βίλια και τα ιστορικά, πλην του "Tρε παπόρ", που αναφέρεται στην Κωνσταντινούπολη και ενός ακόμα στη Σαλαμίνα που αναφέρεται στη μάχη της Αράχωβας το 1824.
Τα τραγούδια αυτών των περιοχών παλιότερα παιζόντουσαν με πίπιζα ή φλογέρα και νταούλι. Μετά το 1830, η δημοτική κομπανία περιλάμβανε κλαρίνο, βιολί, λαούτο και σαντούρι. Στη Σαλαμίνα, ώς το 1935, τα τραγούδια παιζόντουσαν με λύρα (περίφημος λυράρης ο Μιχάλης Κανάρης, που αργότερα αναγκάστηκε να παρατήσει τη λύρα και να μάθει βιολί), λαούτο (ο Σιδέρης Αδριανός, πασίγνωστος λαουτιέρης, έλαβε μέρος σε όλες σχεδόν τις ηχογραφήσεις ελληνικών και αρβανίτικων τραγουδιών που κυκλοφόρησαν σε δίσκους 78 στρ. μετά το 1930) και ταμπουρά (προφανώς λόγω της γειτνίασης της Σαλαμίνας με τον Πειραιά των ρεμπέτικων). Ο χορός της τράτας τραγουδιέται από τους χορευτές χωρίς συνοδεία οργάνων.
Ο τραγουδιστής Γιώργος Παπασιδέρης, Αρβανίτης από την Κούλουρη (Σαλαμίνα), ηχογράφησε, πρώτος αυτός, το 1932-35 επτά αρβανίτικα τραγούδια σε δίσκους 78 στρ. (αυτό ξέρουμε από την έως τώρα έρευνα). Έξι από αυτά επανεκδόθηκαν στο cd με τίτλο "Ο Γιώργος Παπασιδέρης τραγουδά σπάνια δημοτικά τραγούδια" (FM Records 1996, έρευνα-επιμέλεια: Θανάσης Μωραΐτης). Ο ίδιος και η Γεωργία Μηττάκη, επίσης Αρβανίτισσα από τoν Αυλώνα (Κακοσάλεσι) Αττικής, κυκλοφόρησαν σε δίσκους εμπορίου αρβανίτικα τραγούδια μεταφρασμένα στα Ελληνικά.
Από την εποχή του Αλή Πασά και πιο μετά, την εποχή του Όθωνα, είχε αρχίσει η συστηματική μεταγλώττιση των αρβανίτικων τραγουδιών στα Ελληνικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν γινόταν και το αντίθετο, σε μικρότερη κλίμακα όμως, απ' όσο γνωρίζουμε ώς τώρα. Μεταπολεμικά, αρκετοί επαγγελματίες τραγουδιστές που ήταν Αρβανίτες και ήξεραν τη γλώσσα, τραγούδησαν σε δίσκους εμπορίου αρβανίτικα τραγούδια. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους: Μιχάλη Μενιδιάτη ή Καλογράνη (από το Μενίδι), που τραγούδησε 2 τραγούδια σε δίσκο 45 στρ. (1963), και Θανάση Μωραΐτη, που έχει εκδώσει 2 cd: Αρβανίτικα τραγούδια (FM Records 1988) και Τριαντάφυλλο του βράχου, (ΜΒΙ 1998). Το Λύκειο Ελληνίδων έχει εκδώσει ένα δίσκο με τίτλο Χοροί και τραγούδια της Σαλαμίνας, 1991 (τα περισσότερα αρβανίτικα τραγούδια έχουν τραγουδηθεί στη νεότερη ελληνική εκδοχή τους) και το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών έχει συμπεριλάβει στο cd με τίτλο Καρυστία (1998) πέντε αρβανίτικα τραγούδια από τη νότια Εύβοια και στο cd με τίτλο Μονωδίες από τον Παρνασσό και τον Ελικώνα (1999) οκτώ. Ο "Αρβανίτικος σύνδεσμος Ελλάδας" κυκλοφόρησε το 1983 μία κασέτα με τίτλο Αρβανίτικος γάμος, στον οποίο παίζει πίπιζα και κλαρίνο ο Παναγιώτης Κοκοντίνης.
Το νοτιοδυτικό αρβανίτικο τραγούδι εντάσσεται στις μουσικές εκφράσεις των κατά τόπους περιοχών της νοτίου Ελλάδος. Τα τραγούδια είναι κυκλαδίτικα για τους Αρβανίτες της Ανδρου, σχεδόν κυκλαδίτικα ή ευβοϊκά στην Καρυστία, σε ύφος νησιώτικο και εκεί, με τους σταυρωτούς χορούς και τον Καβοντορίτικο. Στην Αττική βρίσκουμε το ιδιαίτερο τοπικό ύφος από τα Μεσόγεια μέχρι βόρεια του νομού, το οποίο βαθμιαία μεταβάλλεται σε ρουμελιώτικο, εκεί που τελειώνει η αρβανιτοφωνία (λίγο πέρα από τη Λειβαδιά). Στο Μοριά συναντούμε ένα ύφος σαφώς πελοποννησιακό (Κορινθία, Αργολίδα), με αποχρώσεις παλαιότατες στα Σουλιμοχώρια της Τριφυλίας, όπου κυριαρχούν τα καθιστικά τραγούδια, κοινά με τα ελληνόγλωσσα χωριά της περιοχής. Στα χωριά Κυριάκι και Ζερίκι και γενικά στην περιοχή του Ελικώνα έχουμε το καμπίσιο ανατολικορουμελιώτικο θεσσαλίζον ύφος που είναι κοινό με αυτό της βόρειας Κορινθίας, όπου κατά κόρον χρησιμοποιείται η ρουμάνικη κλίμακα ή ποιμενική ή βαλκανικό μινόρε.
Πολλοί τον είπαν «Βασιλιά του Δημοτικού Τραγουδιού». Δεν πρόκειται απλά για έναν κορυφαίο καλλιτέχνη, αλλά για «Θεσμό» ολόκληρο, για μια μεγάλη «Σχολή του Γένους». Ο Παπασιδέρης Θεωρείται μέτρο και σταθμό του Δημοτικού τραγουδιού. Απ' αυτόν έχουν μάθει όλοι οι νεότεροι να τραγουδούν και έχουν δανειστεί πολλοί αρκετά στοιχεία του.
Ο Γιώργος Παπασιδέρης υπήρξε «μονάδα». Ήταν Αρβανίτικης καταγωγής. Γεννήθηκε στην Κούλουρη (Σαλαμίνα). Το τραγούδι το ξεκίνησε επαγγελματικά σε μεγάλη ηλικία, αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα επισκίασε τους πάντες. Τραγούδησε τις χαρές και τις λύπες όλης της Ελλάδας, μα πάνω απ' όλα τραγούδησε τη νεότερη ιστορία μας, τα τραγούδια της επανάστασης του 1821, τα κατορθώματα των κλεφτών και των αρματολών.
Και όχι απλώς τα τραγούδησε, αλλά θα λέγαμε ότι τα «σφράγισε». Ο Στάθης Κάβουρας στο βιβλίο του γράφει: «Ο Παπασιδέρης δεν τραγούδησε τίποτα άσχημο, και κράτησε το Δημοτικό Τραγούδι πολύ ψηλά». Παρόλο που ο κόσμος ξέρει τον Παπασιδέρη σαν τραγουδιστή μόνο, ο Παπασιδερης ήταν ο πλέον πολυγραφότατος Έλληνας συνθέτης .
Είχε τόσο πολύ νοιώσει και ζυμωθεί με τα ήθη και έθιμα τα Ελληνικής κοινωνίας, που σε λίγα λεπτά ταίριαζε και το ανάλογο τραγούδι. Και όχι με το ίδιο θέμα όπως κάνουν οι σημερινοί συνθέτες και στιχουργοί. Ο Παπασιδέρης ήταν πηγαίος ποιητής, και σοβαρός συνθέτης. Παρόλο που ήταν Αρβανίτης, είχε όλο το ρεπερτόριο των παραδοσιακών τραγουδιών.
Τα τραγούδια του ελάχιστοι είναι αυτοί που μπορούν να τα ερμηνεύσουν σήμερα, και μάλιστα από τους ίδιους «τόνους». Ο Παπασιδέρης πέθανε το 1978 στη Σαλαμίνα. Έχει γράψει πάνω από 1500 δημοτικά τραγούδια, από τα οποία άλλα χάθηκαν, και άλλα λεηλατήθηκαν από επιτήδειους. Δεκάδες λαϊκά τραγούδια είναι διασκευές από τραγούδια του Παπασιδέρη, και είναι δηλωμένα σε άλλα ονόματα.
Ο βετεράνος τροβαδούρος του δημοτικού τραγουδιού Γιώργος Παπασιδέρης (Οκτώβρης 1977) εν πλήρει υγεία, μου διηγείται τη ζωή του και άγνωστα στοιχεία για τους οργανοπάικτες και τους τραγουδιστές των πανηγυριών, που συντήρησαν το δημοτικό τραγούδι από γενιά σε γενιά. Τραγουδάει και παλιές επιτυχίες του μπροστά στο φακό. Ο ίδιος και οι δικοί του μας ξεπροβοδίζουν, με το τηλεοπτικό συνεργείο της ΕΡΤ, ρωτόντας πότε θα προβληθεί η εκπομπή. Προβλήθηκε μετά είκοσι ημέρες, αλλά ο τροβαδούρος δεν την είδε ποτέ, γιατί έφυγε ξαφνικά από τη ζωή, την προηγούμενη ημέρα... Η εκπομπή βρίσκεται στη ταινιοθήκη της κρατικής τηλεόρασης, αλλά ποτέ κανένας δεν ενδιαφέρθηκε γι΄αυτό το σημαντικό ντοκουμέντο. Όπως και για την "Αίγινα του Καζαντζάκη", την τελευταία συνέντευξη της Γεωργίας Βασιλειάδου, το απολαυστικό "Οι σώγαμπροι της Κοντοβάζαινας" και άλλες ασπρόμαυρες εκπομπές-ντοκουμέντα.
Αθάνατα Δημοτικά τραγούδια της Ρούμελης - Τραγούδια της Περίστας
Στο
σύστημά σας πρέπει να έχετε εγκαταστήσει το πρόγραμμα
Real
Player. Αν δεν το έχετε,
πρέπει να το κατεβάσετε
από τον κόμβο της κατασκευάστριας εταιρίας Networks.
Πατήστε
στο εικονίδιο για να μεταφερθείτε στον κόμβο της εταιρίας.
"....Η "Αθηναϊκή δισκογραφική" ξεκίνησε τη λειτουργία της το 1997 και ασxoλείται αποκλειστικά με το δημοτικό, το Μικρασιάτικο και το ρεμπέτικο τραγούδι.
Έχει ήδη κυκλοφορήσει 100 CDs με παραδοσιακά τραγούδια σε μοναδικές ηχογραφήσεις με κορυφαίους τραγουδιστές όπως: το Στάθη Κάβουρα,
τη Φιλιώ Πυργάκη, τη Σοφία Κολλητήρη, το Δημήτρη Ζάχο, το Γιάννη Κωνσταντίνου, τη Τασία Βέρρα, τον Κώστα Σκαφίδα. τον Αλέκο Κιτσάκη, τη
Μαρία Γκαλμάνη, το Γιώργο Τζαμάρα. το Στέλιο Μπέλλο. τη Γιώτα Χαλκιά, τη Μαρία Σαλτού, τη Γιούλα Κοτρώτσου, τον Αλέκο Δήμου, τη Λέλα
Παπαδοπούλου, το Νίκο και τη Γιασεμή Σαραγούδα, το Θανάση Βάρσαμα, τη Μαρίνα Πολυχρονοπούλου, το Βασίλη Αγραφιώτη, τη Δήμητρα
Ντουραλή, το Γιάννη Μητρόπουλο, τη Χρυσούλα Βαζούρα. τη Χρυσούλα Σταύρου, τον Αγάθωνα Ιακωβίδη. τον Μάνο Κουτσαγγελίδη τη Σοφία Μιχαηλίδη κ.α.
συνέχεια
KATAΛOΓOΣ CDs της AΘHNAΪKHΣ ΔIΣKOΓPAΦIKHΣ
(89 CDs)